Open University of Cyprus

Kypseli Digital Repository - Open University of Cyprus
Not a member yet
    1696 research outputs found

    'Ασκηση ηγεσίας και επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών: Ο ρόλος της συναισθηματικής νοημοσύνης και της πολιτικής ικανότητας των διευθυντών/τριων σχολείων δημοτικής εκπαίδευσης

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η συναισθηματική νοημοσύνη, η πολιτική ικανότητα, η ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας δημοτικής εκπαίδευσης και η επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ως περιοχές έρευνας συνεχίζουν να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στο χώρο της εκπαιδευτικής διοίκησης. Από την ανασκόπηση της διεθνούς ερευνητικής βιβλιογραφίας, προκύπτει ότι οι τέσσερις περιοχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω κινήθηκαν εντελώς ανεξάρτητα. Μέσα από την ανάπτυξη ενός δυναμικού μοντέλου επιχειρήθηκε η σύζευξη και συνεξέταση αυτών των περιοχών. Τα σημερινά σχολεία αποτελούν ανταγωνιστικά και πολύπλοκα περιβάλλοντα, τα οποία απαιτούν από τους διευθυντές/τριες να εξισορροπούν την ανάγκη για αλλαγή με τη σταθερότητα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό προκύπτει η ανάγκη για διερεύνηση των κοινωνικών ικανοτήτων του διευθυντή που θα τον θωρακίσουν για να ανταπεξέλθει αποτελεσματικά στις σύγχρονες αλλαγές. Η παρούσα έρευνα, η οποία υποστηρίζει την ανάγκη για επέκταση των θεωριών για την άσκηση αποτελεσματικής ηγεσίας, διερευνά κατά πόσο η συναισθηματική νοημοσύνη και η πολιτική ικανότητα του διευθυντή σχολείου σχετίζονται με την ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας (τρόπο άσκησης ηγεσίας) και κατ’ επέκταση την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών του. Σημειώνεται ότι σε αυτή την έρευνα ως ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας εκλαμβάνονται οι ηγετικές συμπεριφορές του διευθυντή/τριας, μέσα από την υιοθέτηση ηγετικών στυλ. Συγκεκριμένα, η έρευνα αυτή επιδίωξε να δώσει απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα: 1) Σε ποιο βαθμό οι συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες των διευθυντών συσχετίζονται με την ακτίνα δράσης τους, δηλαδή το Παιδαγωγικό Στυλ, το Συμμετοχικό Στυλ, το Δομικό Στυλ, το Επιχειρηματικό Στυλ και το Στυλ Ανάπτυξης Προσωπικού; 2) Σε ποιο βαθμό οι συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες των διευθυντών συσχετίζονται με την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών τους; 3) Σε ποιο βαθμό οι συναισθηματικές ικανότητες του διευθυντή (π.χ. η ικανότητά του να αναγνωρίζει τα συναισθήματα των άλλων) συσχετίζονται με τις πολιτικές ικανότητες του (κοινωνική επίγνωση, διαπροσωπική επιρροή, ικανότητα δικτύωσης και φαινομενική ειλικρίνεια), αλλά και το αντίστροφο; 4) Σε ποιο βαθμό η ακτίνα δράσης του διευθυντή συσχετίζεται με την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών; Προκειμένου να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές της ποσοτικής έρευνας. Έτσι, τα δεδομένα αναλύθηκαν με τη χρήση του στατιστικού προγράμματος SPSS και του προγράμματος EQS για την εξέταση του μοντέλου δομικών εξισώσεων. Η εξέταση αποσκοπούσε στον εντοπισμό του βαθμού συσχέτισης της συναισθηματικής νοημοσύνης και της πολιτικής ικανότητας, στην ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας και στην επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών του. Η έρευνα διεξήχθη κατά τη σχολική χρονιά 2010-2011 σε δημόσια σχολεία της Δημοτικής Εκπαίδευσης. Μετά από σκόπιμη δειγματοληψία, αφού επιλέχθηκαν οι διευθυντές/τριες που εργάζονται σε δημοτικά σχολεία που στελεχώνονται από περισσότερους από έξι εκπαιδευτικούς, έγινε χορήγηση των ερωτηματολογίων. Το τελικό δείγμα αποτέλεσαν 182 διευθυντές/τριες δημοτικής εκπαίδευσης και 910 εκπαιδευτικοί. Για κάθε διευθυντή/τρια αντιστοιχούσαν πέντε εκπαιδευτικοί που εργάζονταν τη συγκεκριμένη σχολική χρονιά μαζί του. Οι διευθυντές/τριες συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο που αποτελείτο από δύο κλίμακες που μετρούσαν: α) τη συναισθηματική νοημοσύνη (WLEIS, Wong & Law, 2002: in Greek, Kafetsios & Zampetakis, 2008) και β) την πολιτική ικανότητα (Political skill item pool, Ferris et al, 2005). Οι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο που αποτελείτο από δύο κλίμακες που μετρούσαν: α) την άσκηση ηγεσίας (School Leadership Questionnaire, Pashiardis & Brauckmann, 2009) και β) την επαγγελματική ικανοποίηση (Brayfield, A. & Rothe, H., 1951: An index of job satisfaction). Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της παρούσας έρευνας. Πρώτο αξιοσημείωτο αποτέλεσμα είναι η ισχυρή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη συναισθηματική νοημοσύνη και την πολιτική ικανότητα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας νέας έννοιας της Συναισθηματικοπολιτικής Ικανότητας, η οποία είναι ο συνδυασμός συναισθηματικών και πολιτικών ικανοτήτων, που περιγράφουν καλύτερα τις κοινωνικές ικανότητες που πρέπει να διαθέτει ένας διευθυντής/τρια προκειμένου να ενεργεί αποτελεσματικά και να επιτυγχάνει την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών του. Αυτό το σημαντικό εύρημα της έρευνας, μας οδηγεί στον ισχυρισμό ότι η Συναισθηματικοπολιτική ικανότητα ίσως να μπορεί να θεωρηθεί ως ένας σημαντικός παράγοντας που θα συμβάλει στην αποτελεσματικότητα του διευθυντή/τριας και κατ’ επέκταση αυτές οι συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες να τον/την καταστήσουν πιο ικανό/ή να επιτύχει τη δέσμευση των υφισταμένων του/της. Οι διευθυντές/τριες οι οποίοι/ες όχι μόνο επιδεικνύουν επιθυμία για να εφαρμόσουν συναισθηματικοπολιτικές ικανότητες, αλλά και χρησιμοποιούν αυτές τις ικανότητες αποτελεσματικά, ίσως μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικοί, καθώς έχει προκύψει από την έρευνά μας ότι οι συγκεκριμένες ικανότητες σχετίζονται άμεσα με την ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας και ιδιαίτερα με το Επιχειρηματικό στυλ ηγεσίας που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη θετική δημόσια εικόνα του/της. Επιπρόσθετα, η Συναισθηματικοπολιτική ικανότητα των διευθυντών/τριών, όπως βρέθηκε από τα αποτελέσματά μας, συσχετίζεται θετικά με την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών και ίσως αυτό οφείλεται στο ότι αφιερώνουν αρκετό χρόνο και προσπάθεια για τη δημιουργία θετικών κοινωνικών σχέσεων στη δουλειά τους, προσπαθούν να δείχνουν γνήσιο ενδιαφέρον για τους άλλους, κατανοούν τι νιώθουν οι άλλοι πολύ καλά και είναι καλοί στη δημιουργία σχέσεων με σημαντικούς ανθρώπους του εργασιακού περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, από την εξέταση του μοντέλου δομικών εξισώσεων, εξακριβώθηκε ότι η συναισθηματική νοημοσύνη και η πολιτική ικανότητα του διευθυντή/τριας έχει θετική συσχέτιση με την ακτίνα δράσης του/της. Αυτό το αξιοσημείωτο αποτέλεσμα δίνει το έναυσμα για περεταίρω μελέτη εκείνων των συναισθηματικοπολιτικών ικανοτήτων που θα ήταν επιθυμητό να διαθέτει ένας διευθυντής/τρια σχολείου προκειμένου να επιλέγει αποτελεσματικές συμπεριφορές διοίκησης ανάλογα με την περίσταση. Το εύρημα αυτό έχει πρακτική εκπαιδευτική αξία, διότι μέσα από τη χρήση της συναισθηματικής νοημοσύνης και της πολιτικής ικανότητας οι διευθυντές/τριες θα μεταχειρίζονται με δεξιοτεχνία τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις με τέτοιο τρόπο που να οδηγούν τους εκπαιδευτικούς στη γρήγορη επίτευξη των συλλογικών στόχων του σχολείου. Οι αποτελεσματικοί ηγέτες είναι επιδέξιοι σε τρία ‘f’s: forming, facing and feeling public opinion (Pashiardis, 2009). Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί ηγέτες θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από τη δεξιοτεχνία να μετασχηματίζουν, να αντιμετωπίζουν αλλά και να συναισθάνονται τη δημόσια γνώμη, προκειμένου να άγουν και όχι να άγονται από τη μάζα. Όλες αυτές οι δεξιότητες εμπερικλείονται στη συναισθηματική νοημοσύνη και την πολιτική ικανότητα. Αποτέλεσμα των ικανοτήτων αυτών είναι ο διευθυντής/τρια να αποτελεί πρότυπο για τους εκπαιδευτικούς και να δημιουργεί κοινωνικά δίκτυα συνεργασίας, που προάγουν την αποτελεσματικότητα των υφισταμένων. Τα ευρήματα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η οργανωσιακή συμπεριφορά του διευθυντή/τριας σχολείου δημοτικής εκπαίδευσης ίσως παίζει σπουδαίο ρόλο στην αποτελεσματικότητα του σχολικού οργανισμού, επομένως θα έπρεπε να γίνεται η κατάλληλη επιμόρφωση των ατόμων που θα προαχθούν στη θέση αυτή. Την ίδια στιγμή σε ό,τι αφορά στη συναισθηματική νοημοσύνη, την πολιτική ικανότητα του διευθυντή/τρια και την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, τα ευρήματα από την ανάλυση δηλώνουν ότι υπάρχει θετική συσχέτιση των δύο πρώτων ικανοτήτων στην επαγγελματική ικανοποίηση. Επίσης, όταν η ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας λειτουργεί ως ενδιάμεση μεταβλητή, η θετική συσχέτιση των πιο πάνω μεταβλητών στην επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών αυξάνεται. Τα ερευνητικά δεδομένα ενισχύουν την κοινωνική σημασία του συγκεκριμένου συνδρόμου, χαρακτηρίζουν την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών ως ένα βασικό παράγοντα, ο οποίος συνδέεται με την αποτελεσματικότητα των σχολείων (Zigarreli, 1996). Η σημαντικότητα των αποτελεσμάτων μας έγκειται στο γεγονός ότι ο διευθυντής/τρια αποτελεί σύμφωνα με τους Norton και Kelly (1997) αλλά και Shann (1998), μία σημαντική πηγή ικανοποίησης ή δυσαρέσκειας, έτσι καταδεικνύεται η ανάγκη οι διευθυντές/τριες σχολείων να έχουν αναπτυγμένες και να χρησιμοποιούν τόσο τη συναισθηματική νοημοσύνη, όσο και την πολιτική ικανότητά τους. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η σπουδαιότητα των ευρημάτων του συγκεκριμένου ερευνητικού ερωτήματος έγκειται στο ότι, είναι πολύ σημαντική η επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, διότι συνδέεται με την ποιότητα και τη σταθερότητα του διδακτικού τους έργου (Perie et al., 1997). Επομένως, από τη στιγμή που η συμπεριφορά των διευθυντών/τριών αποτελεί σημαντική πηγή επαγγελματικής ικανοποίησης ή δυσαρέσκειας των εκπαιδευτικών του, θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη η συναισθηματική νοημοσύνη και πολιτική ικανότητά του, όπως προέκυψε και από τα αποτελέσματα της έρευνάς μας. Είναι επίσης αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι, μέσω της έρευνας αυτής, έγινε η προσαρμογή και μετάφραση της κλίμακας Political skill item pool (Ferris et al, 2005), στο κυπριακό συγκείμενο. Είναι το μοναδικό εργαλείο μέτρησης της πολιτικής ικανότητας που βρέθηκε στη διεθνή βιβλιογραφία και δεδομένου ότι βρέθηκε η πολιτική ικανότητα να έχει θετική συσχέτιση με την ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας και την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, μπορεί να αξιοποιηθεί ως εργαλείο αυτοαξιολόγησης των διευθυντών/τριών, συμβάλλοντας στην αποτελεσματικότητα των διευθυντών/τριών και κατ’ επέκταση της σχολικής μονάδας. Η πρωτοτυπία της παρούσας έρευνας συνοψίζεται στο ότι δεν έχει εξευρεθεί ανάλογη έρευνα, η οποία να συσχετίζει τα αποτελεσματικά εκπαιδευτικά ηγετικά στυλ που πρότειναν οι Pashiardis και Brauckmann (2009) και της ικανοποίησης των εκπαιδευτικών από την εργασία τους με τις συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες των διευθυντών/τριών. Η μελέτη δηλαδή των τεσσάρων αυτών παραγόντων δεν έχει διενεργηθεί στο παρελθόν από άλλο ερευνητή. Το στοιχείο αυτό καθιστά την έρευνα πρωτότυπη και μοναδική στο χώρο της και προσθέτει ενδιαφέρουσες γνώσεις στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο. Η σημασία της παρούσας έρευνας, αλλά και η συμβολή της στην επιστήμη, καταδεικνύεται ακόμα από το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη ερευνητική προσπάθεια που αναλαμβάνεται και η οποία επισημαίνει ότι οι συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες διαμόρφωσης αποτελεσματικών εκπαιδευτικών ηγετικών στυλ. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι, η σπουδαιότητα της παρούσας έρευνας έγκειται στο ότι μέσα από τη θεματολογία και μεθοδολογία της παρουσιάζει σε βάθος τις κοινωνικές ικανότητες (συναισθηματικές και πολιτικές) που πρέπει να διαθέτουν οι κύπριοι διευθυντές/τριες. Όπως διαφάνηκε μέσα από την έρευνα αυτή, οι συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες των διευθυντών/τριών συσχετίζονται με τα αποτελεσματικά εκπαιδευτικά ηγετικά στυλ. Έτσι μπορούμε να πούμε, έστω με επιφύλαξη, ότι μπορούν να ενταχθούν στην γκάμα των χαρακτηριστικών των αποτελεσματικών κύπριων διευθυντών/τριών δημοτικών σχολείων. Μια τέτοια σχέση, αναδεικνύει τις κοινωνικές ικανότητες των διευθυντών/τριών ως ένα σημαντικό τομέα προς περαιτέρω διερεύνηση και θα μπορούν μελλοντικά να σχεδιαστούν πειραματικές ή και παρεμβατικές διαδικασίες για περαιτέρω εξέταση της περιοχής αυτής. Ακόμα, η σχέση των συναισθηματικών και πολιτικών ικανοτήτων των διευθυντών/τριών με τα αποτελεσματικά ηγετικά στυλ, όπως αυτή παρουσιάζεται με τις πολλαπλές μεθόδους συλλογής δεδομένων αποκαλύπτει παράλληλα τις ανάγκες και τις πιθανές αδυναμίες των διευθυντών/τριών στον τομέα των κοινωνικών ικανοτήτων, ώστε να αναπτυχθούν ανάλογα προγράμματα επιμόρφωσης και ανάπτυξης των διευθυντικών στελεχών. Κάτι τέτοιο θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των σχολικών μονάδων, διότι όταν τα άτομα είναι γνώστες των συναισθημάτων τους, είναι πιο ικανά να τα διαχειρίζονται και να τα χρησιμοποιούν για να επηρεάσουν επιθυμητές αντιδράσεις των άλλων. Παράλληλα η Συναισθηματική Νοημοσύνη (ΣΝ) ευνοεί τις θετικές διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις (Argyle & Lu, 1990∙ Herkenhoff, 2004). Η ρύθμιση των συναισθημάτων μπορεί να προάγει ή να διευκολύνει την υιοθέτηση θετικών κοινωνικών στρατηγικών αλληλεπίδρασης (Cunningham, 1988∙ Furr & Funder, 1998∙ Langston & Cantor, 1989), όπως ευελιξία στον τρόπο σκέψης, θετική λήψη αποφάσεων κάτω από στρεσογόνες καταστάσεις και γενικά αποτελεσματικές κοινωνικές συμπεριφορές οι οποίες είναι απαραίτητες σε έναν εκπαιδευτικό οργανισμό. Τέλος, η έρευνα αυτή θα αποτελέσει σημαντική ανατροφοδότηση για όσους φορείς ενδιαφέρονται για την εκπαιδευτική ηγεσία και μεταρρύθμιση, γιατί μπορεί να φωτίσει άγνωστες ως τώρα ικανότητες που πρέπει να διαθέτει ένας αποτελεσματικός διευθυντής/τρια. Μια τέτοια γνώση είναι σημαντική, γιατί μέσα στα πλαίσια της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης αναμένεται ότι στο εγγύς μέλλον ο ρόλος του διευθυντή/τριας θα γίνει ακόμα πιο απαιτητικός και ο ίδιος θα επιφορτώνεται με περισσότερες ευθύνες και καθήκοντα. Οι συνεχείς αλλαγές στους οργανισμούς, υπονοούν ότι οι κοινωνικές ικανότητες γίνονται όλο και πιο αναγκαίες. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι οι οργανισμοί όλο και λιγότερο θα πρέπει να στηρίζονται σε γραφειοκρατικές και ιεραρχικές δομές. Έτσι, θεωρούμε ότι οι συναισθηματικές και πολιτικές ικανότητες του ηγέτη παίζουν σημαντικό ρόλο στην αποτελεσματικότητα του σχολικού οργανισμού, καθώς τα σχολεία στη σημερινή εποχή αποτελούν ανταγωνιστικά και πολύπλοκα περιβάλλοντα, τα οποία απαιτούν από τον εκπαιδευτικό ηγέτη να είναι ευέλικτος στις εξωτερικές και εσωτερικές απαιτήσεις, οργανωτικός και να εξισορροπεί την ανάγκη για αλλαγή με την εξασφάλιση σταθερότητας (Dougherty, 1996∙ Lewis,Welsh, Dehler, & Green, 2002). Ολοκληρώνοντας, τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας μας βοηθούν να επισημάνουμε ότι δύο σχετικά καινούριες έννοιες όπως η συναισθηματική νοημοσύνη και η πολιτική ικανότητα του διευθυντή/τριας, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης, καθώς μέσα από τη δική μας έρευνα έχουν αναδειχθεί ως δύο πολύ σημαντικές μεταβλητές, οι οποίες έχουν άμεση επίδραση στην ακτίνα δράσης του διευθυντή/τριας και στην επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών. Επομένως, οι θεωρίες για την αποτελεσματική ηγεσία ίσως χρειάζεται να αναθεωρηθούν και να εμπλουτιστούν, αφού λάβουν υπόψη τους και τις δύο πιο πάνω ικανότητες των ηγετών.Emotional intelligence, political skill, exercising leadership (leadership styles) of primary school Principals and job satisfaction of teachers, are research areas which for many decades, continue to have great interest in the field of educational management and leadership. The review of international research literature shows that the four areas mentioned above have been explored mostly independently. Through the development of a dynamic model an attempt was made towards coupling (or conjugating) and co-examining these areas. Today's schools are competitive and complex environments that require school Principals to balance the need for change with stability. In this context it is necessary to investigate the social competences of the Principal that will shield him/her to effectively cope with modern changes. This research, which supports the need for expansion of the theories for the exercising of effective leadership, investigates whether emotional intelligence and political capacity of school Principals influence the way of exercising leadership and of the job satisfaction of his/her teachers. It is noted that in this study as an exercise of leadership, the leadership behaviours of the Principal are perceived, through the adoption of leadership styles. Specifically, the research within the framework of a structural equation model sought to answer the following questions: 1) To what extent the emotional and political skills of Principals correlate to leadership styles (Instructional Style, Structuring Style, Entrepreneurial Style, Participative Style Personnel Development Style)? 2) To what extent the emotional and political skills of Principals correlate to the job satisfaction of their teachers? 3) To what extent the emotional skills of the Principal (e.g. the ability to recognize emotions of others) have an impact on his/her political skills (social awareness, interpersonal influence, networking ability and apparent sincerity), and vice versa? 4) To what extent the effective leadership styles of the Principal have positive influence to the job satisfaction of teachers? As regards to the methodology, quantitative research methods were used to conduct the research. Specifically, the data analysis was performed using the statistical program SPSS and the EQS program for the development of both structural equation models and analysis. The use of analysis aimed at identifying the effects of emotional intelligence and policy capacity, within the scope of action of the Principal and the job satisfaction of his/her teachers. The research was conducted during the school year 2010-2011 in public schools of Primary Education. A purposive sample was chosen with the selection of Principals working in elementary schools staffed with more than six teachers. The final sample consisted of 182 Principals of elementary schools and 910 teachers. For each Principal there was a representation of five teachers working the particular school year with him/her. The Principals completed a questionnaire that consisted of two scales that measured: a) emotional intelligence (WLEIS, Wong & Law, 2002: in Greek, Kafetsios & Zampetakis, 2008) and b) the political capacity (Political skill item pool, Ferris et al, 2005). Teachers completed a questionnaire that consisted of two scales that measured: a) leadership styles (School Leadership Questionnaire, Pashiardis & Brauckmann, 2009) and b) job satisfaction (Brayfield, A. & Rothe, H., 1951: An index of job satisfaction). The following are the most interesting findings of this investigation. The first remarkable result is the strong relationship between emotional intelligence and political capacity, thus creating a new concept the Emotional-Political Capacity, which is the combination of emotional and political skills that best describe the social skills that a Principal should have in order to act effectively and achieve job satisfaction of his/her teachers. This important research finding leads us to the assertion that Principals who are characterized by high emotional and political skills to be more able to lead the organization to change and achieve the commitment of their employees. Principals who demonstrate not only the desire to implement emotional and political skills, but use these skills effectively, they can become more effective, as it has emerged from our research that these skills directly influence the scope of action (radius) of the Principal and are directly related with the Entrepreneurial style that gives particular emphasis in his/her positive public image. Additionally, Principals who demonstrate emotional and political competences, as found by our results, have a positive effect on job satisfaction of teachers since they devote enough time and effort in order to create positive social relationships at work, trying to show genuine concern for others, understand very well the feelings of others and are good at building relationships with key people in the workplace. Simultaneously, the analysis revealed that the emotional intelligence and the political skill of the Principal have a positive correlation to his/her radius of action. This remarkable result gives the impetus for further study of those emotional and political skills that a school Principal should have, in order to choose effective behaviours depending on the situation he/she is faced with. This finding has educational value because through the use of emotional intelligence and political ability, Principals will skillfully handle the social interactions in such ways that will lead teachers to quickly achieve the collective goals of the school. Effective leaders are skilled in three 'f's: forming, facing and feeling public opinion (Pashiardis, 2009). This means that educational leaders should be characterized by the skill to transform, to respond and to become aware of the public opinion in order to lead and not to be lead from the mass. All these skills are encompassed in emotional intelligence and political skill. The result of these abilities is the Principal to be a role model for teachers and to create social networks of cooperation that promote the effectiveness of the subordinates. These findings lead us to the conclusion that the organizational behaviour of the elementary school Principal plays an important role in the effectiveness of the school organization, therefore an appropriate training should be given to those who will be promoted to this position. At the same time in regard to the emotional intelligence, the political skill of the Principal and the job satisfaction of teachers, the findings from the analysis indicate that there is positive correlation of the first two competencies to job satisfaction. Also when the scope of action of the Principal serves as an intermediate variable, their positive correlation on the job satisfaction of teachers increases. Research findings support the social importance of this syndrome and characterize the job satisfaction of teachers as a key factor, which is linked to the effectiveness of schools (Zigarreli, 1996). The significance of our results is that the Principal, in accordance to Norton and Kelly (1997) and Shann (1998), is an important source of satisfaction or dissatisfaction, so the n

    Η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής ασθενών που υποβλήθηκαν σε ορθοδοντική και γναθοχειρουργική θεραπεία: Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της διατριβής. H συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας που αναφέρεται στις μεταβολές της σχετιζόμενης με την υγεία ποιότητας ζωής πριν και μετά τη συνδυαστική αντιμετώπιση με ορθοδοντική θεραπεία και γναθοχειρουργική επέμβαση. Μεθοδολογία. Προκειμένου να αξιοποιηθούν όλα τα πιθανά χρήσιμα δεδομένα, πραγματοποιήθηκε η επιλογή των μελετών, η καταγραφή των σχετικών πληροφοριών και η αξιολόγηση του κινδύνου ύπαρξης συστηματικού σφάλματος βάση ενός συγκεκριμένου πρωτοκόλλου. Η ποσοτική σύνθεσή τους πραγματοποιήθηκε υπολογίζοντας, με τη μεθοδολογία των τυχαίων επιδράσεων, τη Σταθμισμένη Μέση Διαφορά μαζί με το αντίστοιχο διάστημα εμπιστοσύνης 95%. Η κλινική σημαντικότητα των μεταβολών που παρατηρήθηκαν αξιολογήθηκε με βάση τις κατευθύνσεις τις σχετικής βιβλιογραφίας. Αποτελέσματα. Τα δεδομένα από τις 9 μελέτες που θεωρήθηκαν κατάλληλα να περιληφθούν στην παρούσα μετα-ανάλυση, αφορούσαν 451 ασθενείς με ποικιλία σκελετικών προβλημάτων, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με συνδυασμό ορθοδοντικής θεραπείας και γναθοχειρουργικής επέμβασης. Η αξιολόγηση της “ποιότητας ζωής” πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας γενικά εργαλεία, καθώς και εργαλεία εξειδικευμένα για τη στοματική υγεία και τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η αξιολόγηση του κινδύνου του συστηματικού σφάλματος οδήγησε στο εύρημα ότι υφίσταται αυξημένος κίνδυνος για ορισμένες από τις παραμέτρους που διερευνήθηκαν. Η ποσοτική σύνθεση των δεδομένων κατέδειξε ότι, μετά από μία αρχική στατιστικά σημαντική επιβάρυνση της αντίληψης της “ποιότητας ζωής” σε σχέση με την προ-εγχειρητική περίοδο, παρατηρείται σταδιακή βελτίωσή της μεσοπρόθεσμα (μέχρι το διάστημα αμέσως μετά την αφαίρεση των ακίνητων ορθοδοντικών συσκευών) και μακροπρόθεσμα (μέχρι 5 χρόνια μετά). Παρόλα αυτά, η αξιολόγηση της κλινικής σημαντικότητας των παρατηρούμενων αλλαγών δεν κατέδειξε παρά μέτριες θετικές μεταβολές στην εκτίμηση της “ποιότητας ζωής” στις περισσότερες περιπτώσεις, με εξαίρεση τις διαστάσεις που αφορούν την εκτίμηση της αισθητικής του προσώπου και τη λειτουργία της στοματογναθικής περιοχής. Συμπεράσματα. Τα διαθέσιμα βιβλιογραφικά δεδομένα μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως παρατηρείται μέτρια θετική μεταβολή στην αντίληψη των ασθενών όσον αφορά στις περισσότερες διαστάσεις της “ποιότητας ζωής που σχετίζεται με την υγεία” για κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη θεραπεία με συνδυασμό ορθοδοντικής αντιμετώπισης και γναθοχειρουργικής. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να στραφεί περισσότερο ενεργά προς την ολοκληρωμένη κατανόηση της επίδρασης της ορθογναθικής χειρουργικής στις διάφορες διαστάσεις της “ποιότητας ζωής”.Aim. The systematic review of the international literature on the changes in the perception of health-related quality of life before and after treatment with a combination of fixed orthodontic appliances and maxillofacial (orthognathic) surgery. Methodology. In order to identify all possibly useful data, study selection, data extraction and risk of bias assessment were carried out according to a specific protocol. Quantitative data synthesis was performed by calculating, with the Random Effects model, the Weighted Mean Difference together with the corresponding 95% Confidence Interval. The clinical significance of the changes observed was assessed following relevant guidelines. Results. The data from the 9 studies that were suitable for inclusion in this meta-analysis involved 451 patients with a variety of skeletal problems that were treated with a combination of fixed orthodontic appliances and maxillofacial surgery. "Quality of Life" evaluation was performed using generic instruments and instruments specific to oral health and orthognathic surgery. Risk of bias assessment led to the finding of an increased risk for some of the parameters investigated. Quantitative data synthesis demonstrated that, after an initial statistically significant deterioration of "Quality of Life" perception compared with the preoperative period, a gradual improvement occurred in the medium-term (up to the removal of fixed appliances) and the long-term (up to 5 years later). Nevertheless, the assessment of the clinical significance of the observed changes showed moderate positive changes in "Quality of Life" perception in most cases, except for the dimensions relating to facial aesthetics and oral function. Conclusions. Based on the available data one can conclude that moderate positive changes occur in the perception of most dimensions of health-related "Quality of Life " for some time after treatment. Future research is warranted towards a comprehensive understanding of the effect of orthognathic surgery on the various dimensions of "Quality of Life"

    Μέτρηση της οργανωσιακής κουλτούρας στο Γ.Ν. "Ο Ευαγγελισμός"

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Το διεθνές ενδιαφέρον για την οργανωσιακή κουλτούρα αποκτά συνεχώς μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγούν στην βελτιστοποίηση των οικονομικών αποτελεσμάτων των οργανισμών αλλά και στην παροχή ποιοτικών υπηρεσιών, ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας. Ως οργανωσιακή κουλτούρα ορίζεται σύμφωνα με τον Schein, “ένα δομημένο σύνολο από βασικές παραδοχές που έχουν εφευρεθεί, ανακαλυφθεί ή αναπτυχθεί από μια ομάδα του οργανισμού, στην προσπάθεια της να αντιμετωπίσει προβλήματα εξωτερικής προσαρμογής ή εσωτερικής ολοκλήρωσης. Οι παραδοχές αυτές έχουν αποδώσει ικανοποιητικά στο παρελθόν ώστε να θεωρούνται ότι ισχύουν και επομένως, μπορούν να διδαχθούν στα νέα μέλη ως ο σωστός τρόπος αντίληψης, σκέψης και αίσθησης σχετικά με τα συγκεκριμένα προβλήματα”. Σκοπός Σκοπός της μελέτης είναι η μέτρηση της οργανωσιακής κουλτούρας που επικρατεί στο Γ.Ν. «Ο Ευαγγελισμός» και απευθύνθηκε στο διοικητικό προσωπικό. Μεθοδολογία Το ερευνητικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση της οργανωσιακής κουλτούρας του νοσοκομείου είναι, το μεταφρασμένο ερωτηματολόγιο του Organizational Culture Profile (OCP) το οποίο αποτελείται από 54 δηλώσεις. Διανεμήθηκαν 268 ερωτηματολόγια από τα οποία επιστράφησαν τα 164, δηλαδή η συμμετοχή των ερωτηθέντων έφτασε σε ποσοστό το 61,2%. Για την ανάλυση των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε τόσο το Excel του Ms Office 2010 όσο και το SPSS v.20 της IBM. Αποτελέσματα Τα χαρακτηριστικά, τα οποία σύμφωνα με τους διοικητικούς υπαλλήλους, αναδεικνύονται ως τα πιο σημαντικά είναι η ευελιξία, το να μοιράζονται οι εργαζόμενοι ελεύθερα τις πληροφορίες, ο προσανατολισμός στους ανθρώπους, το να είναι ο εργαζόμενος δραστήριος και σκεπτόμενος, το να έχει υψηλές προσδοκίες για απόδοση, το να έχει ευκαιρίες για επαγγελματική εξέλιξη, η έμφαση στην ποιότητα και η καλή οργάνωση. Ο οργανισμός όμως, δεν προάγει σε σημαντικό βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αναλυτικότητα, στην προσοχή στις λεπτομέρειες, στο να είναι ο εργαζόμενος προσεκτικός και στον προσανατολισμό στους κανόνες. Επίσης, παρατηρείται ότι η ηλικία και τα έτη προϋπηρεσίας στον υπάρχοντα οργανισμό, επηρεάζουν τις αντιλήψεις των εργαζομένων αναφορικά με τα χαρακτηριστικά της οργανωσιακής κουλτούρας που θεωρούν σημαντικά και αυτά που τελικά πιστεύουν ότι προωθεί το εν λόγω νοσοκομείο. Συμπεράσματα Το Γ.Ν. «Ο Ευαγγελισμός» δεν διέπεται από μία ισχυρή κουλτούρα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι δηλώσεις των εργαζομένων σχετικά με το τι θεωρούν σημαντικό και το τι τελικά προωθείται από τον οργανισμό χαρακτηρίζονται από μία ασθενή σχέση. Διαπιστώνεται, δηλαδή, χάσμα μεταξύ της ιδανικής και της υφιστάμενης οργανωσιακής κουλτούρας με αποτέλεσμα την μη μεγιστοποίηση της ικανοποίησης που λαμβάνουν από την εργασία τους.The international interest in the organizational culture is gaining more widespread recognition, as it is one of the factors that lead to optimization of the financial results of organizations and the provision of quality services, particularly in the health sector. Organizational culture, is defined, according to Schein, as "a structured set of basic assumptions invented, discovered or developed by a team of the organization in an effort to address problems of external adaptation and internal integration. These assumptions have performed well in the past to be considered valid and, therefore, can be taught to new members as the correct way of perceiving, thinking and feeling about specific problems. " Purpose The aim of the study is to measure the organizational culture that characterizes the General Hospital "Evangelismos". The study was addressed to the administrative staff of the hospital; Methodology The research tool that was used to assess the organizational culture of the hospital was the translated edition of the questionnaire Organizational Culture Profile (OCP) which consists of 54 statements. 268 questionnaires were distributed of which 164 were filled, so the participation of respondents reached the rate of 61.2%. For the analysis of the results were used both Excel Ms Office 2010 and the SPSS v.20 of IBM. Results The characteristics, which according to the administrative staff, emerge as the most important, is the flexibility, the free sharing of information among employees, the orientation to people, being a worker active and thinking, having high expectations for performance, the opportunity for a professional development, the emphasis on quality and good organization. The hospital, however, does not promote at a significant degree these features, but emphasizes on the granularity, the attention to detail, at being a cautious worker and on the orientation to the rules. Also, it is observed that the age and the work experience in the existing organization, influences the perceptions of employees regarding the characteristics of organizational culture they consider important and what ultimately believes that promotes this hospital. Conclusions The G.H. "Evangelismos" is not governed by a strong culture. According to the results, the statements of employees about what they consider important and what is ultimately promoted by the organization, is characterized by a weak correlation. It is found a gap between the ideal and the existing organizational culture, resulting in non maximization of satisfaction they receive from their wor

    Εκτίμηση του οδοντιατρικού άγχους σε δείγμα πληθυσμού της Κύπρου

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η οδοντιατρική ανησυχία, ή το οδοντιατρικό άγχος, είναι μια κοινωνικά αποδεκτή κλινική κατάσταση, η οποία ταλαιπωρεί ασθενείς και γιατρούς, κατέχοντας περίοπτη θέση στη λίστα των φόβων των ατόμων. Η αιτιολογία της είναι πιο περίπλοκη από μια απλή επώδυνη ή δυσάρεστη επίσκεψη στον οδοντίατρο και φαίνεται να επηρεάζει την ποιότητα της ζωής των ασθενών που διακατέχονται από αυτή. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης ήταν η εκτίμηση του οδοντιατρικού άγχους σε δείγμα πληθυσμού της Κύπρου, με απώτερο στόχο την πρόληψη και προαγωγή της στοματικής υγείας, αλλά και της συνολικής σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας. Τα βασικά ερωτήματα που απαντήθηκαν αφορούν την έκταση της συγκεκριμένης κλινικής εικόνας, τους παράγοντες που την επηρεάζουν και τις σχέση της με τη στοματική και ψυχική υγεία των ατόμων γενικότερα. Η έρευνα που διεξήχθη ήταν συγχρονική, αναλυτική και τον πληθυσμό της απετέλεσαν ασθενείς, επισκέπτες και το προσωπικό υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας οι οποίοι τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2012 κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο που περιελάμβανε τα εξής: α) δημογραφικά στοιχεία β) την κλίμακα μέτρησης του οδοντιατρικού άγχους MDAS , γ) τη κλίμακα μέτρησης του Άγχους προδιάθεσης (STAI), δ) το ερωτηματολόγια DVSS που μετρά την ικανοποίηση από τη λήψη της οδοντιατρικής φροντίδας και ε) τέσσερις ερωτήσεις, οι οποίες βαθμολογούνται επίσης με τη κλίμακα Likert , και μετρούν την αυτοαναφερόμενη κατάσταση στοματικής και γενικής υγείας. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι γυναίκες είναι σημαντικά πιο αγχώδεις από τους άντρες, κατά τη λήψη της οδοντιατρικής θεραπείας, με το κύριο παράγοντα φόβου να εντοπίζεται στην ένεση ακολουθουμένη από την εξαγωγή δοντιού. Οι ασθενείς δίνουν μεγάλη σημασία στη πληροφόρηση, καθώς και στη συμπεριφορά του οδοντίατρου απέναντί τους. Υψηλή συσχέτιση βρέθηκε να υπάρχει μεταξύ του γενικού και του οδοντιατρικού άγχους στους οδοντιατρικά φοβικούς και οι φοβικοί ασθενείς δηλώνουν σημαντικά ψηλά ποσοστά πολύ κακής κατάστασης της στοματικής υγείας. Τέλος όσοι δεν αποφεύγουν την επίσκεψη στο οδοντιατρείο είναι στατιστικά σημαντικά πιο ικανοποιημένοι από αυτούς που αποφεύγουν. Από τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται να υπάρχει ανάγκη επικέντρωσης των οδοντογιατρών σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ασθενών που είναι πιο επιρρεπείς στο να αναπτύξουν οδοντιατρική φοβία και επίσης υπάρχει ανάλογη ανάγκη επιμόρφωσης τους για την αντιμετώπιση τους.The purpose of this study is to assess the dental anxiety in a sample of the population of Cyprus. The primary objective of the study is the prevention and promotion of oral health and the overall physical, mental and spiritual health of the specific population. The key questions answered, concern the extent of dental anxiety, the factors that affect it and relations to oral, physical and mental health in general. Unlike other phobias, dental anxiety, it is socially acceptable and occupies a prominent position in the list of fears. The etiology of dental fear is more complicated than a simple painful or unpleasant visit to the dentist influencing beyond any doubt, the quality of life of patients suffering by dental-anxiety. The survey was cross-sectional, held with structured questionnaire. The study population included patients, visitors and employees of the Nicosia General Hospital (Medical, Paramedics and administrative staff). The questionnaire was divided into 2 parts: • The Demographic and other descriptive information. • The 3 key questionnaires been tested and certified for reliability reliable conclusions such as MDAS (to measure the dental stress), STAI ( to measure the general, stress), DVSS ( to measure the satisfaction level during the visit to the dentist ) and four questions that measure self-reported oral status and general health. The mean used for the evaluation of the questionnaire was the four and five degree Likert scale. The research results indicated that women are significantly more phobic than men, with the main factor to be the fear of injection followed by tooth extraction. Patients place great importance on information and behavior received from their dentist. Strong correlation has been shown between the general and dental anxiety. And those who avoid the visit to the dentist are significantly less satisfied than those they don’t. The investigation concluded that there is need for training dentists for better and more effective treatment of phobic patient

    Υλοποίηση υπηρεσιών ιστού για σκοπούς ηλεκτρονικής μάθησης

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.---------

    Ζήτηση ιατρικών επισκέψεων και διαγνωστικών πράξεων και επιπτώσεις στις δαπάνες εξωνοσοκομειακής περίθαλψης ελληνικού ασφαλιστικού φορέα

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η υπερκατανάλωση υπηρεσιών υγείας έχει καταδειχθεί σε πολλές μελέτες στη διεθνή βιβλιογραφία. Για τον περιορισμό της καθιερώθηκαν κατευθυντήριες οδηγίες, που στηρίζονται στις αρχές της τεκμηριωμένης ιατρικής και την κοινωνικοοικονομική αξιολόγηση. Στην Ελλάδα, μολονότι δεν έχουν γίνει σχετικές μελέτες, εικάζεται ότι υπάρχει μεγάλος βαθμός υπερβάλλουσας ζήτησης. ΣΚΟΠΟΣ: Η ανάλυση χρήσης εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών υγείας για τους καλυπτόμενους από ασφαλιστικό φορέα (ΤΑΠΟΤΕ) κατοίκους της περιοχής της πρωτευούσης κατά το έτος 2011. Επί μέρους στόχοι ήταν η εκτίμηση της δαπάνης υγείας που δεν δικαιολογείται από τις αρχές της τεκμηριωμένης ιατρικής για τον προαναφερθέντα πληθυσμό και η προβολή των αποτελεσμάτων σε πανελλήνιο επίπεδο. ΔΕΙΓΜΑ - ΜΕΘΟΔΟΙ: Αρχικά έγινε αναδρομική μελέτη από το αρχείο των υποβληθέντων αιτημάτων ασφαλισμένων προς το Ταμείο τα οποία αφορούσαν σε κάλυψη των εξόδων για χρήση υπηρεσιών υγείας σε μη συμβεβλημένους παρόχους. Συνολικά μελετήθηκαν 2.069 αιτήματα. Ελήφθησαν πληροφορίες που επέτρεψαν να προσδιοριστούν τα σχετικά χαρακτηριστικά της χρήσης υπηρεσιών υγείας (ποσοστιαίες αναλογίες), και, με αναγωγή τους στα δεδομένα της δαπάνης υγείας, τη χρήση υπηρεσιών σε απόλυτους αριθμούς. Σε δεύτερο στάδιο, διενεργήθηκαν συνεντεύξεις σε 389 ασφαλισμένους που προσήλθαν για προέγκριση διαγνωστικών εξετάσεων, με τη βοήθεια ερωτηματολογίων που στηρίχθηκαν σε διεθνώς εφαρμοζόμενες κατευθυντήριες οδηγίες και σε πρακτικές της τεκμηριωμένης ιατρικής. Από τα ληφθέντα στοιχεία υπολογίστηκε ο βαθμός στον οποίο οι αιτούμενες εξετάσεις δεν ήταν δικαιολογημένες και από αναγωγή στα στοιχεία χρήσης υπηρεσιών υγείας εκτιμήθηκαν οι δαπάνες που θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν από την εφαρμογή τεκμηριωμένης ιατρικής στον πληθυσμό του Ταμείου και πανελλαδικά. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι γυναίκες υπερτερούν στη χρήση των υπηρεσιών υγείας. Κάθε ασφαλισμένος επισκέπτεται ιατρό 6,5 φορές ετησίως κατά μέσο όρο. Το 50% των επισκέψεων αφορούσαν ειδικότητες που παρέχουν υπηρεσίες οικογενειακού ιατρού. Οι περισσότεροι ασφαλισμένοι επισκέπτονταν ιδιωτικά ιατρεία, ενώ περίπου 7% επισκέπτονταν τα πολυϊατρεία του Ταμείου. Οδοντιατρικές υπηρεσίες χρησιμοποιήθηκαν από το 14% των ασφαλισμένων και άνω του 90% διενεργήθηκαν σε μη συμβεβλημένα οδοντιατρεία. Από τις διαγνωστικές εξετάσεις, οι μικροβιολογικές αποτελούσαν το 50%, ενώ οι μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες περίπου το 20% και το 10% της δαπάνης αντίστοιχα. Περίπου 50% των εξετάσεων ζητήθηκαν από Παθολόγους. Ποσοστό 59% των Triplex καρδιάς, 44% των μαγνητικών τομογραφιών και 12% των μικροβιολογικών εξετάσεων κρίθηκαν υπερβολικές και μη χρήσιμες. Το κόστος των υπερβολικών εξετάσεων αποτελεί το 30% της συνολικής δαπάνης υγείας για εξετάσεις, που σε επίπεδο πληθυσμού Αττικής ανάγεται σε 61.000.000€. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η μη δικαιολογημένη χρήση υπηρεσιών υγείας είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη στην Ελλάδα και προκαλεί σημαντική επιβάρυνση της ταμειακής δαπάνης. Για τον περιορισμό της, προτείνεται σειρά μέτρων, που κυρίως στοχεύουν σε ευαισθητοποίηση και έλεγχο των επαγγελματιών υγείας.INTRODUCTION: Many studies have shown overuse of health services. To contain overuse, guidelines have been adopted, based on the principles of evidence-based medicine and on socioeconomic studies. Although no pertinent studies have taken place in Greece, heavy overconsumption of health services is likely. PURPOSE: To analyze use of ambulatory health services by inhabitants of the province of Attica, covered by a particular insurance Fund (TAPOTE), in 2011. Furthermore, to calculate health cost not justified by the principles of evidence-based medicine for the same population and to estimate the cost for the entire population of Greece. SAMPLES-METHODS: Initially a retrospective study took place, using the archives of requests of coverage of costs for used health services provided by non-contracted professionals. A total of 2,069 applications were evaluated. Acquired information allowed estimation of relative use of health services and, by applying calculations to the health cost data, health service use was estimated in absolute figures. Then, 401 consecutive insured individuals, attending the Fund’s offices for approval of requests for diagnostic tests, were interviewed, using questionnaires that were based on international guidelines and practices of evidence-based medicine. Acquired information allowed evaluation of the extent to which requested tests were not justified. Applying those calculations to information regarding health service use allowed estimation of costs that could be avoided with implementation of evidence-based medicine to the studied population and overall in the country. RESULTS: Most health services were used predominantly by females. An average of 6.5 doctor visits per insured individual yearly was calculated. Fifty percent of visits involved doctors, whose specialties were related to family medicine. Most insured individuals visited private practices, whereas about 7% visited the Fund’s clinics. Dental services were used by 14% of those insured and over 90% of services were provided at non-contracted dentists’ offices. Laboratory tests comprised 50% of costs, whereas magnetic resonance and computerized tomography imaging 20% and 10% respectively. About 50% of assays were requested by Internists. Fifty-nine percent of echocardiograms, 44% of magnetic resonance imaging and 12% of laboratory assays were found inappropriate and not useful. The cost of inappropriate tests comprised 30% of overall cost of diagnostic tests, which, in the entire population of Attica, is projected to 61,000,000€. CONCLUSIONS: Overconsumption of health services is common in Greece, causing significant cost increases. To contain overuse, a series of measures are proposed, aiming at motivation and control of health professionals

    Αλγοριθμική προσέγγιση του προβλήματος της ανάθεσης χώρων

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της συγκεκριμένης διατριβής υπήρξε η συγκριτική μελέτη αλγορίθμων γνωστών από τη βιβλιογραφία, καθώς και ο σχεδιασμός νέων άμεσων αλγορίθμων για την επίλυση του προβλήματος ανάθεσης χώρων σε ξενοδοχειακές μονάδες. Για λόγους σύγκρισης των παραπάνω αλγορίθμων υλοποιήθηκαν συναρτήσεις παραγωγής στιγμιότυπων εισόδου, βασιζόμενες σε κατανομές τυχαίων αριθμών. Στα πλαίσια της εκτέλεσης και ανάλυσης των υλοποιημένων αλγορίθμων και προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα για αποθήκευση και διαχείριση των αποτελεσμάτων τους, δημιουργήθηκε ένα διαδικτυακό περιβάλλον. Τα αποτελέσματα της έρευνας που προέκυψαν μετά από μελέτη των αρχείων αναφορών από διαφορετικούς συνδυασμούς κατανομών/αλγορίθμων δείχνουν τη βαρύτητα που έχει η πληροφορία από έγκαιρες κρατήσεις και πόσο αυτή διαφοροποιεί την απόδοση των αλγορίθμων.The purpose of this thesis was the study of known algorithms as well as the design of new online algorithms that deal with interval scheduling, especially in hotels and apartment rental businesses. In order to perform a comparative analysis on the implemented algorithms, various distributions where used to created and simulate random booking requests. An online system was developed for supporting the execution and analysis of the implemented algorithms. This system allows for storage and management of the produced results. After reviewing various system reports on different distribution/algorithm pairings, the most interesting conclusion that has been shown is the importance of the information drawn by early bookings and how that affects algorithm performance

    Δημιουργία και αξιοποίηση ανοικτής εκπαιδευτικής πλατφόρμας για το μάθημα της κρυπτογραφίας

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η μεγάλη ανάπτυξη της πληροφορικής και των επικοινωνιών έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της σύγχρονης εποχής. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να μείνει ανεπηρέαστη και η εκπαιδευτική διαδικασία. Στόχος της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής είναι η κατασκευή εκπαιδευτικού λογισμικού, καθώς και μια σειρά μαθημάτων με αντικείμενο την θεματική ενότητα «Κρυπτογραφία». Αρχικά διερευνούνται θέματα σχετικά με το εκπαιδευτικό λογισμικό, όπως το τι είναι εκπαιδευτικό λογισμικό, τι προσφέρει στην διαδικασία μάθησης, ποιες αρχές διέπουν την σχεδίαση του, και πώς αξιολογείται. Στην συνέχεια παρουσιάζονται τα εργαλεία λογισμικού που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τόσο της εφαρμογής αλλά και του υλικού των μαθημάτων. Έπειτα αναλύονται μαθηματικές έννοιες που χρειάζονται για την κατανόηση των κρυπτογραφικών αλγορίθμων. Μετά αναπτύσσονται θέματα που σχετίζονται με το αντικείμενο της κρυπτογραφίας και αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ύλης που παρουσιάζεται μέσα από την εφαρμογή. Ακολούθως παρουσιάζεται η υλοποίηση των σημαντικότερων κρυπτογραφικών αλγορίθμων, καθώς και το περιβάλλον της εφαρμογής. Τέλος παρουσιάζεται το ερωτηματολόγιο που συμπληρώθηκε από τους φοιτητές της σχετικής Θεματικής Ενότητας του Ανοικτού Πανεπιστημίου της Κύπρου, με στόχο την τελική αποτίμηση του εκπαιδευτικού εργαλείου.The rapid development of information technology and communications has greatly affected all areas of the modern era, including the educational process. The aim of this post graduate is the construction of educational software, in order to be used in a course covering the theme "Cryptography". Initially, issues relating to educational software are explored. What educational software is, what it offers the learning process, what the principles of its design are, and how it is evaluated. Then the software tools used in the construction of both the application and course material are presented. The next section analyzes mathematical concepts needed for the understanding of cryptographic algorithms. The following section focuses on issues related to the subject of cryptography, which constitute an important part of the material presented through the application. The next section presents the implementation of major cryptographic algorithms, and the application environment. In the last section, conclusions obtained from an appropriate questionnaire that has been completed by the students of the relevant Thematic Unit of Open University of Cyprus are presented, thus evaluating the effectiveness of the proposed educational tool

    Οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σε ένα έντονα ανταγωνιστικό και ανασφαλές περιβάλλον, μέσα στο οποίο λειτουργεί η σύγχρονη οικονομία, ο τραπεζικός κλάδος παίζει κυρίαρχο ρόλο στην σωστή λειτουργία, επιβίωση και ανάπτυξη κάθε οικονομίας. Από το 2007 και έπειτα, όμως το παγκόσμιο οικονομικό οικοδόμημα έχει δεχτεί πολλές απειλές, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και εξαπλώθηκε ταχύτατα σε όλο τον κόσμο. Συνεπώς, όσα από τα πιστωτικά ιδρύματα κατάφεραν να επιβιώσουν από την κατάρρευση αναγκάστηκαν να αλλάξουν πολιτική και να θέσουν νέους στόχους τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Στην Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να πλήττεται από τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης τα πιστωτικά ιδρύματα αντιμετώπισαν μεγάλα προβλήματα επιβίωσης, κυρίως λόγω της κατακόρυφης αύξησης των καθυστερούμενων και μη εξυπηρετούμενων δανείων και τα περισσότερα εξ αυτών, μετά την μεταβολή της πολιτικής τους οδηγήθηκαν στη συγχώνευση με άλλους τραπεζικούς ομίλους. Στην παρούσα εργασία επιδιώκεται να γίνει μια συνοπτική περιγραφή της πορείας της οικονομικής κρίσης παγκοσμίως και της σύνδεσής της με παλαιότερες κρίσεις. Πολύ περισσότερο δε, παρουσιάζεται η οικονομική κρίση που πλήττει την Ελλάδα καθώς και ο τρόπος που ο τραπεζικός τομέας της χώρας αντιμετωπίζει την κατάσταση. Ο ρόλος των τραπεζών είναι πολύ σημαντικός στην πορεία κάθε οικονομίας και γι’ αυτό τον λόγο επιδιώκεται να γίνει μια σύγκριση της κατάστασης κατά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του € και της κατάστασης που επικρατεί από την έναρξη της κρίσης έως σήμερα. Η παρούσα εργασία αποτελείται από δύο μέρη. Στο Α’ μέρος, που αποτελεί τη θεωρητική προσέγγιση του θέματος και το οποίο αποτελείται από δύο κεφάλαια γίνεται μια συνοπτική αναφορά στην πορεία της οικονομικής κρίσης και του τραπεζικού κλάδου. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στα αίτια και τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα. Το δεύτερο κεφάλαιο εξηγεί την πορεία του τραπεζικού κλάδου στην Ελλάδα από την ένταξη της χώρας στη ζώνη του € μέχρι και σήμερα και συγκρίνει τις δύο περιόδους. Το Β’ μέρος της εργασίας αποτελεί το εμπειρικό κομμάτι της. Αποτελείται από δύο κεφάλαια. Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην εμπειρική έρευνα που πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο, κυρίως της προσωπικής συνέντευξης σε τραπεζικά στελέχη ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων της Βόρειας και Βορειοδυτικής Ελλάδος σχετικά με το πώς οι ελληνικές τράπεζες διαχειρίζονται την οικονομική κρίση. Τέλος, το τέταρτο κεφάλαιο εξηγεί τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την έρευνα.In this intensely competitive and insecure environment, in which the modern economy works, the bank factor plays a major role in the effective function, survival and development of each economy. Since 2007 though, the global economic structure has faced several threats, because of the financial crisis, which started in the USA and immediately spread all around the world. Consequently, the banks that managed to survive from bankruptcy were forced to completely change their policy and set new short-term and long-term targets. In Greece which continues to suffer from the negative consequences of the financial crisis, the financial institutions faced serious survival problems, mostly because of the dramatic increase of badly-paid or non-paid loans. Most of them, after having changed their policy were lead to merger with other banking groups. In the present study, we try to offer a brief description of the process of the financial crisis worldwide, as well as its connection with former financial crises of the past. It is mostly aimed to describe the financial situation in Greece and how the bank sector deals with this situation. The bank sector plays a major role in the process of each economy and because of this we try to compare the situation that existed when Greece entered the Euro-zone with the situation that the country faces nowadays. The present study consists of two parts. The first part, which is a theoretical approach on the matter, consists of two chapters and its purpose is to briefly describe the process of the financial crisis and of the bank sector. In the first chapter of this part, we provide the causes as well as the consequences of the financial crisis worldwide and in Greece. In the second chapter of the first part, we try to explain the process of the bank sector in Greece from the entrance of the country in the Euro-zone by now and also to compare the two periods of time. The second part of this study refers to the examination of several financial institutions in Greece and the way they have dealt with the whole situation. It consists of two chapters. In the third chapter, we refer to the results of the survey which we carried out, mostly by using the method of the personal interview to the bank employees of some of the financial institutions in South and South-west Greece, in accordance with how the Greek banks deal with the financial situation. Finally, the last chapter explains the results that came of the mentioned survey

    784

    full texts

    1,696

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Kypseli Digital Repository - Open University of Cyprus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇