Open University of Cyprus

Kypseli Digital Repository - Open University of Cyprus
Not a member yet
    1696 research outputs found

    Μια επισκόπηση και ταξινόμηση τεχνολογιών ενίσχυσης της ιδιωτικότητας στον παγκόσμιο ιστό

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Τις τελευταίες δεκαετίες, η εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των άλλων μορφών ηλεκτρονικής επικοινωνίας στην καθημερινή ζωή, έχει αλλάξει δραματικά όχι μόνο την οργάνωση και λειτουργία της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και τον καθημερινό τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων. Η αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου αλλά και ο αυξανόμενος αριθμός των παρεχόμενων προς τους χρήστες υπηρεσιών εγείρει ανησυχίες για την ιδιωτικότητα των ατόμων. Σε αυτήν την ανάγκη προστασίας της ιδιωτικότητας των ατόμων ανταποκρίνονται οι Τεχνολογίες Ενίσχυσης της Ιδιωτικότητας που επιτρέπουν στα άτομα να αποκρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα, ελαχιστοποιώντας τις πληροφορίες που συλλέγονται για αυτά. Η σημαντική ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας σε σχέση με την προστασία της ιδιωτικότητας έχει οδηγήσει στη δημιουργία πληθώρας Τεχνολογιών Ενίσχυσης της Ιδιωτικότητας, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με την αρχιτεκτονική τους αλλά και το είδος της προστασίας την οποία παρέχουν. Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής είναι η παρουσίαση και περιγραφή αφενός μεν των state-of-the-art Τεχνολογιών Ενίσχυσης της Ιδιωτικότητας, δίδοντας έμφαση στα σημεία ευπάθειάς τους, και αφετέρου η συγκριτική τους επισκόπηση σε σχέση με την προστασία που παρέχουν απέναντι σε επιλεγμένες επιθέσεις κατά της ιδιωτικότητας.Over recent decades, the introduction of personal computers, as well as of other means of electronic communication, in daily life has changed dramatically not only the organization and function of economic activity, but also the daily communication of people. The increasing use of internet along with the increasing number of services provided to users raises privacy concerns. Privacy Enhancing Technologies constitute the response to this need for privacy protection, allowing users to hide their true identity, minimizing the amount of personal data that are being collected. The significant development of research activity in relation to privacy protection has led to the creation of a substantial number of Privacy Enhancing Technologies, which are differentiated based on their architecture and the kind of protection they provide. The aim of this dissertation is to present and describe the state-of-the-art Privacy Enhancing Technologies, emphasizing on their vulnerabilities, as well as to provide a comparative overview regarding the protection they provide against selected threats on privacy

    Αποτίμηση αποτελεσματικότητας προγράμματος εφήβων χρηστών

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Εισαγωγή: Η χρήση ουσιών στην εφηβεία αποτελεί ένα πολυσύνθετο φαινόμενο και δεν υπάρχει ένα μοναδικό προφίλ έφηβου που να προσδιορίζει τον «έφηβο χρήστη». Τα προγράμματα εφήβων και νεαρών ενηλίκων αποτελούν μια ειδική κατηγορία προγραμμάτων με τα δικά τους χαρακτηριστικά τα οποία είναι προσαρμοσμένα στην ξεχωριστή ηλικιακή ομάδα.. Δεδομένου ότι ο στόχος των προγραμμάτων είναι η επιθυμητή και εσκεμμένη αλλαγή στη συμπεριφορά του χρήστη το βασικό ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι το «σε ποίο βαθμό έχει επιτευχθεί η αλλαγή αυτή;». Σκοπός: Βασικός σκοπός της έρευνας είναι να διερευνήσει την αποτελεσματικότητα του προγράμματος «Fred goes Net» το οποίο απευθύνεται σε έφηβους και νεαρούς ενήλικες χρήστες ουσιών ηλικίας 14 – 22 ετών. Μεθοδολογία: Η έρευνα αποτελεσματικότητας έχει διεξαχθεί σύμφωνα με την τεχνική της επανεξέτασης (follow up study) και το δείγμα αποτελούν τα άτομα τα οποία (Ν=75) τα οποία έχουν ολοκληρώσει το πρόγραμμα κατά το έτος 2012. Τα δεδομένα της επανεξέτασης λήφθηκαν έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα έδειξαν διατήρηση των θετικών αλλαγών ως προς την χρήση ουσιών με ποσοστό 84,3% να δηλώνει αποχή από την χρήση κατά την επαναληπτική συνέντευξη. Θετικές αλλαγές διαπιστώθηκαν στον τομέα της παραβατικής συμπεριφοράς, της ψυχικής κατάστασης και των κοινωνικών σχέσεων. Δεν διαπιστώθηκαν ιδιαίτερες αλλαγές στο οικογενειακό σύστημα και στην κατανάλωση αλκοόλ Συμπεράσματα: Το συγκεκριμένο πρόγραμμα φαίνεται να επιτυχαίνει τον βασικό του στόχο ο οποίος είναι η διακοπή της χρήσης από οποιαδήποτε παράνομη ουσία και η διατήρηση της αποχής αλλά ίσως να απαιτείται επανασχεδιασμός των παρεμβάσεων οι οποίες αφορούν το αλκοόλ Επίσης διαφαίνεται η ανάγκη για μια πιο συνθετική διερεύνηση κατά την επανεξέταση, με τον εμπλουτισμό των διαδικασιών με ποιοτικές μεθόδους έρευνας.Background Adolescent substance use represents a manifold phenomenon and does not have a solitary adolescent profile determining the ‘adolescent user’. The programs for adolescents and young adults represent a unique category of programs with their personal characteristics, which are adjusted in this distinct age group. Considering the main aim of the programs which is the desirable and deliberate change in behaviour, the basic question in effect is as to “in what degree has change been attained”. Aim The basic aim of the research is to examine the effectiveness of the “FreD goes Net” program, which addresses adolescents and young adult substance users in the age of 14 – 22. Methods The effectiveness research has been conducted according to the techniques of follow up studies and the sample consists of individuals that (N=75) have completed the program during the year of 2012. The follow up data were obtained six months after the completion of the program. Results The results indicated retention of positive changes as far as substance use with the percentage of 84,3% reporting abstinence from substance use during the follow up interview. Positive changes were established in the area of challenging behavior, of mental status and of social relationships. No particular changes as far as family systems and alcohol use were established. Conclusions The particular program seems to accomplish its basic aim which is the abstinent from any illegal substance and the maintenance of abstinence; however a reconstruction of interventions concerning alcohol is indicated. The need for a more synthetic evaluation during follow up is revealed, with the enrichment of procedures with qualitative research methods

    Ο ρόλος της γλώσσας στη σχολική επίδοση: Αντιλήψεις και στάσεις των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η συμβολή του γλωσσικού κεφαλαίου, ως θεμελιώδους μέρους του πολιτιστικού κεφαλαίου, στη διατήρηση και αναπαραγωγή των ανισοτήτων στον εκπαιδευτικό θεσμό έχει ερμηνευτεί και υποστηριχτεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από την Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης και την Κοινωνιογλωσσολογία εδώ και πέντε δεκαετίες. Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι τα πορίσματα αυτών των επιστημονικών κλάδων, αν και έχουν άμεσο αντίκτυπο και εφαρμογή στο χώρο του σχολείου, δε διαχέονται στους βασικούς αποδέκτες, τους εκπαιδευτικούς. Ο σχολικός θεσμός μέσω των φορέων του, των εκπαιδευτικών, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως γνώμονα για να μετρήσει επιδόσεις, να αξιολογήσει στάσεις και συμπεριφορές και να αποδώσει τίτλους, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την άνιση, πλην καθοριστική σε υπερθετικό βαθμό, γλωσσική κληρονομιά των μαθητών/τριών. Ως εκ τούτου, οι κοινωνικές διαφορές μεταφράζονται σε αντίστοιχες σχολικές, οι οποίες νομιμοποιημένες μέσω των σχολικών τίτλων ορίζουν εκ νέου κοινωνικές διαφοροποιήσεις, που «ως εκ θαύματος» ή «φυσικά» αντιστοιχούν στις πρωταρχικές, γενεσιουργές ανισότητες. Δεδομένου, λοιπόν, ότι η σχολική αποτυχία των παιδιών που προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα εξακολουθεί να μετρά υψηλά ποσοστά στις εκπαιδευτικές έρευνες, η διερεύνηση των αντιλήψεων και των στάσεων των ελλήνων δασκάλων για το ρόλο της γλώσσας στη σχολική επίδοση μέσα από το πρίσμα του κοινωνιολογικού βλέμματος παραμένει επίκαιρη. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα της παρούσας έρευνας εστιάζουν στην ανάδειξη των στάσεων και των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών ως προς τη σχέση του γλωσσικού κεφαλαίου με την επίδοση, καθώς και στις απόψεις τους για την συντηρητική και αναπαραγωγική λειτουργία του σχολικού θεσμού και του ρόλου που οι ίδιοι καλούνται να υπηρετήσουν. Η μεθοδολογία που προτείνεται χρησιμοποιεί τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα που δίνει ο σύγχρονος συνδυασμός των ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων. Για το λόγο αυτό, η έρευνα διαρθρώνεται σε τρία επάλληλα μέρη. Τα ποσοτικά δεδομένα που προκύπτουν από τις δύο επιμέρους έρευνες με ερωτηματολόγια στους/στις μαθητές/τριες και στους/στις εκπαιδευτικούς στοχεύουν στην ευρεία θεώρηση του θέματος στη σημερινή πραγματικότητα. Αυτά στη συνέχεια χρησιμοποιούνται και συνδέονται οργανικά με το σχεδιασμό και τη διεξαγωγή των εις βάθος ποιοτικών συνεντεύξεων που ακολουθούν και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας, ώστε να μελετηθούν στην ολότητά τους οι παγιωμένες στάσεις και αντιλήψεις των εκπαιδευτικών ως υποκειμένων που διαμορφώθηκαν και αναδιαμορφώνονται συνεχώς εντός των 4 επιδράσεων του σχολικού πεδίου του οποίου είναι παράγωγα. Τέλος, η σφαιρική επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων αναδεικνύει ότι οι εκπαιδευτικοί φαίνεται να αγνοούν ή να παραγνωρίζουν τη σοβαρότητα που ενέχει η σύνδεση της γλώσσας του παιδιού ως οικογενειακής καταβολής με την επιτυχία ή αποτυχία του στο σχολικό σύστημα, παρόλο που μπορούν να την επικαλούνται και να την περιγράφουν επαρκώς. Έτσι, η αγνόηση ή η παραγνώριση αυτή καθαυτή φαίνεται να συμβάλλει στην εδραίωση του σχολείου ως συντηρητικού μηχανισμού και να επιτείνει την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων.The contribution of linguistic capital, as a fundamental part of cultural capital, to the persistence and reproduction of inequalities in education, has been explained and sustained to a major degree by the Sociology of Education and Sociolinguistics in the course of the last five decades. However, all indications point to the fact that, although they have direct impact and application in school, the conclusions of these disciplines have not been diffused among the basic recipients, the teachers. The school, through its representatives, the teachers, is still using language as a measure in order to determine performance, to evaluate attitudes and behaviors and to award degrees, without taking into consideration the unequal, but decisive to a major degree, linguistic heritage of the students. Consequently, the social differences translate into corresponding educational differences which, validated by school degrees, perpetuate social differentiations, which “miraculously” or “naturally” correspond to the fundamental, original inequalities. School failure of children coming from lower social classes continues to be high in percentages in educational research. Therefore the investigation of perceptions and attitudes of Greek schoolteachers regarding the role of language in school performance seen through the lenses of sociology remain of great interest today. The basic investigative questions of this paper focus on pinpointing the attitudes and perceptions of teachers regarding the relation between linguistic capital and academic performance. They bring forth the teachers’ opinions about the role of the school as a conservative and reproductive of this mentality institution and the role they are called to play in it. The proposed methodology makes the most of the advantages provided by the modern combination of quantitative and qualitative data available today. For this reason, the research is structured in three consecutive parts. We gave questionnaires a) to students and b) to their teachers. The quantitative data that resulted from this two-pronged research 5 aim at a wider evaluation of the subject within current reality. These data are then associated with and related to the planning and implementation of the in-depth qualitative interviews which follow and are the major part of this thesis, in order to study in a more complete fashion the fixed attitudes and perceptions of the teachers as professional individuals who are shaped and reshaped inside the same school system that created them. Finally, the overall assessment and analysis of the collected data shows that the teachers appear to ignore or to overlook the importance of` linguistic heritage of the child as a factor of his/her success or his/her failure in the school system, even though they use it as an excuse and they can describe it sufficiently. Therefore ignorance or oversight of this fact appears to contribute to the establishment of the school as a mechanism of preservation of established attitudes which further strengthen the reproduction of social inequalities

    Συγκριτική ανάλυση των συστημάτων στήριξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) σε Ελλάδα, Κύπρο και Γερμανία. Γενικά χαρακτηριστικά, Οικονομικά στοιχεία, Ενεργειακά Ισοζύγια, Επιτυχία Προγραμμάτων

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την ενεργειακή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση (EE) στην δημιουργία ενός πλαισίου ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Το πλαίσιο αυτό προβλέπει την ανάπτυξη χρηματοοικονομικών εργαλείων για την θεσμοθέτηση και επίτευξη εθνικών πολιτικών στήριξης των ΑΠΕ. Παράλληλα αποβλέπει στη δημιουργία των κατάλληλων υποστηρικτικών δομών, που με βάση τα στοιχεία που απορρέουν από την ικανοποίηση σχετικών στόχων εκ μέρους των κρατών μελών, θα συμβάλλουν στην περαιτέρω αειφόρο ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η στρατηγική ενεργειακή πολιτική του κάθε κράτους- μέλους της ΕΕ είναι μοναδική , παρά το γεγονός ότι η προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις ευρωπαϊκές επιταγές (Κανονισμούς και Οδηγίες) είναι δεδομένη και συντονισμένη. Η αφετηρία υλοποίησης των κοινών αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διαφέρει για κάθε κράτος-μέλος (βλέπε: οικονομικά δεδομένα έκαστης χώρας, χρήση μορφών ενέργειας, επίπεδα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενεργειακό δυναμικό, γεωπολιτική θέση, κοινωνικοπολιτικά δεδομένα) με αποτέλεσμα να προκύπτουν πορίσματα που αποκαλύπτουν τη διαφορετική επίδραση της αξιοποίησης των ΑΠΕ στα μακροοικονομικά μεγέθη της κάθε χώρας. Συνεπώς, κρίνεται σκόπιμο να «μετρηθεί» η επιτυχία των ευρωπαϊκών στόχων και να βελτιστοποιηθεί το υποστηρικτικό υπόβαθρο για την υλοποίησή τους. Η παρούσα εργασία αξιολογεί οικονομικά και περιβαλλοντικά δεδομένα της Ελλάδας, της Κύπρου και της Γερμανίας στο πλαίσιο της ΕΕ. Ως έτη αναφοράς έχουν επιλεγεί το 2009 και το 2010 λόγω των σχετικά ολοκληρωμένων στατιστικών στοιχείων και του κοινού τρόπου καταγραφής τους, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ . Η εργασία αποτελείται από 10 κεφάλαια, τα οποία μπορούν να χωριστούν σε τρείς ενότητες. Η πρώτη ενότητα αποτελείται από το δεύτερο έως και το πέμπτο κεφάλαιο και προσπαθεί να τοποθετήσει τις χώρες ενδιαφέροντος στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ εν συνεχεία καταγράφει και αναλύει τις υφιστάμενες επιλογές των κρατών στον τομέα των ΑΠΕ με την χρήση βάσεων δεδομένων και οικονομικών αναλύσεων. Η δεύτερη ενότητα, που αποτελείται από το έκτο και έβδομο κεφάλαιο, παρουσιάζει το εγχώριο, εν ισχύ, επενδυτικό περιβάλλον της Ελλάδας και με την χρήση του εσωτερικού δείκτη απόδοσης και συγκεκριμένων παραδειγμάτων αξιολογεί τις επενδυτικές ευκαιρίες από την μεριά του επενδυτή. Στην τρίτη ενότητα (κεφάλαια οκτώ έως δέκα) παρατίθενται τα ευρήματα, αναλύονται τα υπάρχοντα συστήματα, παρουσιάζονται προτάσεις βελτίωσης του επενδυτικού κλίματος, προτείνεται πρωτότυπος αλγόριθμος υπολογισμού τιμών στήριξης και τέλος παρουσιάζονται τα εξαγόμενα συμπεράσματα. Τα ευρήματα που προκύπτουν από την παρούσα μελέτη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση της αναλυτικής βάσης για την χάραξη εθνικής πολιτικής για ΑΠΕ, με τη χρήση αλγορίθμου ο οποίος να επιτρέπει τον υπολογισμό των τιμών στήριξης σε τακτικά διαστήματα και να εξυπηρετεί ταυτόχρονα: α) το αίσθημα δικαίου, που δημιουργείται από την όσο το δυνατό μεγαλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ και διανομή των οικονομικών ωφελειών που προκύπτουν από αυτή σε μη προνομιούχες τάξεις β) την μακροχρόνια εξαργύρωση της κοινωνικής συνοχής και της ενεργειακής ασφάλειας με την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντωνThe combined need for protecting the environment by reaching decarbonisation goals, improving security of supply and reducing dependence on fossil fuels and energy imports, led the European Union (EE) to the introduction of a framework for the development of Renewable Energy Sources (RES). It was particularly designed under the Directive 2009/28/EC, which sets requirements to be met by Member States, concerning the improvement of energy efficiency, the differentiation of energy supply, the encouragement of energy consumption from renewable sources and the economic development of the energy market. Taking into account the high cost for the implementation of the above mentioned targets, for achieving the production and use of “green energy”, it also promotes cooperation mechanisms among Member States. In order to obtain healthy energy market with cost-efficient exploitation of RES, it was realized that national policy makers of Member States should have flexibility to adapt cooperation to national (political, economic and administrative) circumstances, so as data derived from individual relevant experience are shared among Member States and gradually lead to the emergence of best practice. Consequently, the Strategic Energy Policy of each member state of the EU is unique, despite the fact that the adaptation of national legislation to European requirements (regulations and directives) is provided and coordinated. The starting point for the implementation of joint decisions at European level differs for each Member State (see: economic data about energy use, level of emissions of greenhouse gases, mix of energy resources, geopolitical position, sociopolitical data) and therefore resulting findings reveal a variety of impacts of the exploitation and use of RES on each country. However, they also suggest slow development in the particular sector and imply special difficulties. Thereafter, it is considered appropriate to "measure" the success of specific (selected by the author) countries on the gradual achievement of the European objectives.. and conclude what measures would better facilitate RES development. The optimization of the energy system depends on joint learning from implementing relevant targets. In that case cross-border support is of great importance, especially concerning the sharing of risks to develop and promote efficient and cost-effective technology and create a market with appropriate and predictable prices. This paper is a comparative work and elaborates on environmental conditions and economic issues, as well as political and administrative factors, that affect the development of RES, in Greece, Cyprus and Germany. 2009 and 2010 are used as reference years. The particular period of time is selected, due to the adequate data at the national level and because of the common mode of registration that was used in accordance with Article 22 of Directive 2009/28/EC. The dissertation consists of 10 chapters, and it is divided into three sections. The first section, which consists of the second to the fifth chapter, demonstrates the way the three countries perceive their role and the potential impacts of the integration of renewables into the European grid and economy. Moreover, it specifies the actual steps made by each country to achieve this integration in the field of renewable energy. In this section are used data and economic analysis of the European Union. The second section consists of the sixth and seventh chapter which presents the differing economic, but also social and environmental conditions, among the three states, which have led to the creation of particular national investment environments. In this section the reactions of investors are examined, which are taking place under the regime of market support schemes and the constant attempt of the countries to attract their investment. The third section presents the findings of my work. It concludes that the offered support to investors should be transparent, based on stable and predictable regulatory framework and financial incentives, in the long term. Furthermore, each national action plan should take into account its differing and special characteristics, as well as the used renewable technologies, concerning the method and extent of support. In respect of the before mentioned method, this paper introduces a particular and original algorithm for calculating and optimizing the price support schemes. It seems that support of renewables will be necessary even after 2020, but in the meantime renewable energy must become competitive and be exposed to market prices. Therefore, the cost of renewables should also become competitive, and the suggested algorithm gives an optimal solution. The conclusions of this study are of particular interest, as the purpose of the three case studies is to contribute to the work of national decision makers by introducing a tool (the algorithm) which allows the fair calculation of the appropriate price support of RES on a regular basis. This effect would be welcomed by the whole society (national and European), as it serves: a) its certainty (state of law) which derives by the efficient exploitation of RES and the parallel strengthening of the consumer position, as well as the investors’. Therefore the long-term social cohesion will be enhanced, since opportunities for investment on RES will be given to a wider spectrum of society b) the accomplishment of national and European goals regarding energy security, independence, efficiency and competitiveness

    Εμπειρική έρευνα αξιολόγησης της χρήσης των πιστοληπτικών κριτηρίων υποψηφίων δανειοληπτών στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης που χρησιμοποιούν οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η εργασία αυτή πραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποίησαν οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες τα κριτήρια αξιολόγησης των ιδιωτών δανειοληπτών χρησιμοποιώντας εμπειρικά δεδομένα από το 2005 έως το 2012. Στις Η.Π.Α. αποδείχτηκε πως έγινε εσφαλμένη αξιολόγηση σε πολλές περιπτώσεις δανείων, κυρίως ενυπόθηκων. Το αποτέλεσμα ήταν να αδυνατούν οι δανειζόμενοι να αποπληρώσουν το χρέος τους και οι τράπεζες να μην μπορούν να λάβουν τα οφειλόμενα ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπήρχαν υποθηκευμένα ακίνητα, λόγω της μη ρεαλιστικής εκτίμησης των ακινήτων που οδήγησε σε ραγδαία πτώση των τιμών τους. Η γενικευμένη αυτή κατάσταση με τη σειρά της, είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών προϊόντων που είχαν ως βάση τα ενυπόθηκα δάνεια. Σύμφωνα με τις έρευνες της γερουσίας και με ακαδημαϊκούς τα αίτια της λανθασμένης αξιολόγησης ήταν ο υπερβολικός ανταγωνισμός και ο κορεσμός της αγοράς, οι προσωπικές επιδιώξεις τραπεζικών στελεχών, ο ηθικός κίνδυνος και η απορύθμιση του Αμερικανικού τραπεζικού συστήματος. Στην Ελλάδα με βάση τα στοιχεία δύο ερευνών της Τράπεζας της Ελλάδος τα δεδομένα των οποίων αξιοποιήθηκαν και στην εργασία σε συνδυασμό με άλλα στατιστικά δεδομένα παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο, με διαφορετική όμως μορφή λόγω της απουσίας ιδιαίτερα πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Τα αίτια όμως είναι κοινά με εξαίρεση την απορύθμιση, επίσης το πρόβλημα ρευστότητας των τραπεζών είναι και στην Ελλάδα υπαρκτό. Ακόμα φαίνεται η μεταστροφή από την αθρόα χρηματοδότηση ιδιωτών σε περιορισμένη παροχή ρευστότητας κυρίως σε στεγαστικά δάνεια τα οποία φέρουν εξασφάλιση την υποθήκη του ακινήτου.“The purpose of this paper is to identify the use of credit evaluation criteria concerning private loans, by the Greek commercial banks. The research is conducted with the use of empirical data from 2005 until 2012. In the U.S. it has been proven that many private loan applications were misevaluated, mainly in cases of sub mortgaged loans, resulting in providing loans to people that did not meet the necessary requirements. This resulted in the inability of the loan receivers to meet their payments and consequently the banks in credit defaults even in cases were a mortgage existed, due to the real estate price dropout and unrealistic real estate property price evaluation. This general phenomenon lead to the collapse of complex financial products that derived from mortgaged loans and their subsidiaries. Based on the investigations of the U.S. senate and academic research the reasons of the misevaluation were the extreme competition of the private banking sector due to market saturation, the personal expectations of banking executives, the “moral hazard” and the deregulation of the American banking sector. In Greece misevaluation is also present in private commercial banking as depicted in two researches conducted by the Bank of Greece, however the problem has a different nature due to the lack of complex financial products. Data from these researches were also used in this paper as well. With the exception of the deregulation the reasons of the problem are common as well as its impact on the ability of private commercial banks to provide financial liquidity. Furthermore, commercial banks in Greece have switched their private loans policy from providing abundant liquidity to minimizing their activities in this sector, providing mainly housing loans which are combined with the safety buffer of the house mortgage.

    Παρηγοριτική-Ανακουφιστική φροντίδα και η συμβολή της στον αξιοπρεπή θάνατο. Πόσο απαραίτητη κρίνεται η δημιουργία ολοκληρωμένων μονάδων παρηγοριτικής φροντίδας

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Εισαγωγή: Η Παρηγορητική – Ανακουφιστική Φροντίδα (ΠΑΦ), όπως έχει αναπτυχθεί διεθνώς, είναι ένα οργανωμένο και καλά δομημένο σύστημα παροχής φροντίδας που στοχεύει στην έγκαιρη αναγνώριση, στην ολοκληρωμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του πόνου και όλων των οργανικών, ψυχοκοινωνικών και πνευματικών προβλημάτων που σχετίζονται με μία απειλητική για τη ζωή, ασθένεια συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και των οικογενειών τους. Η ΠΑΦ σέβεται τις ανάγκες, τις αξίες, το πολιτισμικό υπόβαθρο και τα πιστεύω των ασθενών και των οικογενειών τους. Σκοπός: Η διατριβή έχει ως αντικείμενο να διερευνήσει το ρόλο της ΠΑΦ στην Ελλάδα μέσα από το θεσμικό πλαίσιο μονάδων ανακουφιστικής φροντίδας και τις απόψεις των ασθενών που χρήζουν ανάλογης φροντίδας και των συνοδών τους και να αναδείξει μέσω της σπουδαιότητας της ολιστικής αντιμετώπισης του ασθενή τελικού σταδίου και της συμβολής της στον αξιοπρεπή θάνατό του την ανάγκη ή όχι δημιουργίας ολοκληρωμένων μονάδων ανακουφιστικής φροντίδας. Μεθοδολογία: Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για την παρούσα μελέτη περιλαμβάνει την ανάλυση του θεσμικού πλαισίου, τη διερεύνηση της υφιστάμενης βιβλιογραφίας προκειμένου να αναδειχθούν οι θεσμικές ανεπάρκειες της ΠΑΦ, ενώ η διερεύνηση των απόψεων των ασθενών έγινε με τη χρησιμοποίηση ανώνυμου ερωτηματολογίου ειδικά διαμορφωμένο στις ιδιαιτερότητες του πληθυσμού μελέτης, με ερωτήσεις κλειστού και ανοιχτού τύπου. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν ασθενείς τελικού σταδίου και οι συνοδοί τους. Η έρευνα διεξήχθη σε Ιατρείο Πόνου ενός Γενικού Νοσοκομείου της 2ης Ελληνικής Υγειονομικής Περιφέρειας. Διανεμήθηκαν συνολικά 360 ερωτηματολόγια και ο βαθμός ανταποκρισιμότητας άγγιξε το ποσοστό του 83%. Η επεξεργασία των δεδομένων έγινε με το στατιστικό πακέτο SPSS 18. Αποτελέσματα: Όπως διαπιστώθηκε από την ανάλυση του θεσμικού πλαισίου της ΠΑΦ στην Ελλάδα και των αποτελεσμάτων της παρούσας έρευνας υπάρχει ένα κενό στην ανάπτυξή της. Στο βασικό ερώτημα της έρευνας πόσο αναγκαία κρίνεται η ύπαρξη οργανωμένων χώρων παρηγορητικής-ανακουφιστικής φροντίδας στην Ελλάδα τόσο οι ασθενείς όσο και οι συνοδοί βαθμολόγησαν με αρκετά υψηλή βαθμολογία 8,5437. Στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα καταγράφηκε όσον αναφορά το μορφωτικό επίπεδο σημαντική στατιστική διαφοροποίηση (p=0.001) με τη μικρότερη βαθμολογία να δίνεται από την ομάδα όσων δεν έχουν γνώση γραφής και ανάγνωσης (mean=6,17). Η ύπαρξη ψυχολογικής υποστήριξης ασθενών και φροντιστών με ποσοστό 64,9% αποτέλεσε για τους συμμετέχοντες στην έρευνα το σημαντικότερο παράγοντα που χρήζει βελτίωσης προς ικανοποίηση των αναγκών και επιθυμιών τους. Συμπεράσματα: Η συμβολή της συγκεκριμένης έρευνας έγκειται στην αναγνώριση και παρουσίαση της υφιστάμενης κατάστασης στην Ελλάδα που βιώνουν οι ασθενείς τελικού σταδίου και οι συνοδοί-φροντιστές τους. Η ανάδειξη των αναγκών και επιθυμιών τους προβάλλει επιτακτικά την ανάγκη για δημιουργία και σωστή λειτουργία οργανωμένων δομών παροχής ποιοτικής ανακουφιστικής φροντίδας, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπου επιβάλλεται η ορθότερη διαχείριση των υγειονομικών πόρων.Introduction: Palliative Care, as developed internationally, is an organized and well structured system providing care services, aiming to the early recognition, the complete and effective treatment of pain and all organic, social, psychological and spiritual problems, connected with a threatening for life disease, contributing to the improvement of quality of life for patients and their families. Palliative Care respects the patients and their families’ needs, values, cultural background and beliefs. Aim: The object of the present dissertation is to investigate the role of Palliative Care in Greece, through the equivalent institutional framework, and the views of patients who are in need of such care as well as those of their attendants and also designate, through the importance of the holistic treatment of the patient in the final stage and its contribution to his dignified death, the need or no need for the establishment of complete palliative care units. Methodology: The methodology used for the present study includes analysis of the institutional framework, inquiry of the existing bibliography in order to designate the institutional failures, while the inquiry of the patients’ views was carried out using an anonymous questionnaire carved out in terms of the specific nature of the study population with open-ended and closed questions. The research took place in a Pain Clinic of a General Hospital of the 2nd Greek Health District. 360 questionnaires were distributed in total and the responsiveness was of 83%. Data processing was carried out with SPSS. Results: As detected by the analysis of the institutional framework applying to Palliative Care Units in Greece and the results of the present research there is a gap in its development. Concerning the key question of the research how necessary palliative care units are considered to be in Greece, both patients and attendants graded with a rather high rate 8,5437. In this particular result regarding the educational level, significant statistic diversification was noted (p=0.001) with the group of those who don’t know how to write and read (mean=6, 17) giving the smaller rate. The patients’ psychological support and the support of their attendants was for the participants in the research, at a percentage of 64, 9%, the most important factor that needs to be improved in order to satisfy their needs and wishes. Conclusion: This particular research contributed to the recognition and presentation of the situation that patients in the final stage and their attendants – caregivers nowadays experience in Greece. The designation of their needs and wishes emerges the imperatively need for the establishment and proper operation of organized structures providing quality palliative care, particularly during periods of economical crisis, whereupon better management of health recourses is mandatory

    Απόκρυψη κανόνων συσχέτισης (Association Rule Hiding) με τεχνικές αναδόμησης βάσης δεδομένων

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Από τη στιγμή της γέννησής της, η διατήρηση της ιδιωτικότητας κατά την εξόρυξη δεδομένων είναι ένα πολύ ενεργό και ενδιαφέρον πεδίο έρευνας στην ευρύτερη περιοχή του Data Mining, που επικεντρώνεται στην διερεύνηση εκείνων των συνεπειών και παρενεργειών της υπάρχουσας τεχνολογίας του Data Mining, οι οποίες πηγάζουν από την διείσδυση στην ιδιωτικότητα προσώπων και οργανισμών. Η απόκρυψη των κανόνων συσχέτισης, αποτελεί προφανώς ένα από τα επί μέρους προβλήματα που συναντώνται σ’ αυτήν ακριβώς την επιστημονική περιοχή (της διατήρησης της ιδιωτικότητας κατά την εξόρυξη δεδομένων), για την επίλυση του οποίου έχουν προταθεί μέχρι σήμερα διάφορες τεχνικές. Σκοπός της διατριβής, είναι η συγκριτική μελέτη ορισμένων τεχνικών που έχουν προταθεί για την επίλυση του προβλήματος της απόκρυψης των κανόνων συσχέτισης, οι οποίες στηρίζονται στην μέθοδο της Αναδόμησης της Βάσης Δεδομένων, αλλά και η πρόταση νέων βελτιωμένων τεχνικών με βάση πάντα την Αναδόμηση της Βάσης Δεδομένων. Για την επίτευξη του παραπάνω στόχου, αφού μελετήθηκαν αρκετές τεχνικές, επιλέχθηκαν δύο που έχουν παρουσιασθεί αρκετά πρόσφατα, οι οποίες αφού μελετήθηκαν αναλυτικά, εντοπίσθηκαν τα προβλήματα και οι αδυναμίες του και στη συνέχεια οι βελτιωμένοι αλγόριθμοι που προτείνουμε, υλοποιήθηκαν στην γλώσσα προγραμματισμού R και δοκιμάσθηκαν σε αρκετά σύνολα συναλλαγών, ώστε να παραχθούν όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα και να εξαχθούν πιο αξιόπιστα αποτελέσματα. Επίσης, ακριβώς λόγω της μεγάλης πολυπλοκότητας των διαφόρων τεχνικών, είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει ένα εργαλείο που θα δίνει στον χρήστη την δυνατότητα να αξιολογήσει τις διάφορες τεχνικές σε σχέση με την ακρίβεια των αποτελεσμάτων αλλά και την πολυπλοκότητά τους, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξει αυτήν που ταιριάζει καλύτερα στις δικές του ανάγκες κάθε φορά.Since its first appearance, Privacy Preserving Data Mining, has been a very interesting research field in the Data Mining community. It investigates the side effetcts of data mining methods proceeding from the penetration into the privacy of individuals and organizations. Association Rule Hiding constitutes one of the problems that can be identified in this scientific area (Privacy Preserving Data Mining) for the solution of which, a number of methods have been proposed until nowdays. The aim of this work is the relative stydy of specific techniques that have been proposed for the solution of the Association Rule Hiding problem, which are based on the method of Database Reconstruction but also the proposal of new upgraded tecniques which are focused on Database Reconstruction. For the attainment of the target mentioned above and after having studied certain tecniques, two have been chosen, having been extensively examined and their problems and weaknesses were identified. After this, the improved algorithms that we introduced were depicted in the programming language R, and were tested in a number of transactions, so as to produce as many representative results as possible and to ensure the extraction of more reliable results. Besides due to the great complexity of various tecnhiques, it is greatly important for a tool to exist, which will give the user the possibility to considerate several tecniques in relation to the accuracy of their results and their complexity itself, so as to be able to choose the one which best responds to his needs each time

    Η εφαρμογή των συστημάτων διαλογής (Triage Systems) στα νοσοκομεία. Γνώσεις των επαγγελματιών υγείας σχετικά με την εφαρμογή των συστημάτων αυτών

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ: Ο όρος «σύστημα διαλογής» (Triage System) αποτελεί μία ευρεία έννοια που περιλαμβάνει πέρα από την διαδικασία της διαλογής (Triage ή Triage Process) και ένα «σύστημα ταξινόμησης διαλογής» (Triage Classification System), βάσει του οποίου πραγματοποιείται η κατάταξη των ασθενών. Μάλιστα, ένα σύστημα διαλογής επεκτείνεται επιπρόσθετα και στους τομείς της στελέχωσης, της συνεργασίας με άλλα τμήματα του ίδιου ιδρύματος ή με φορείς και ιδρύματα παροχής φροντίδας υγείας στην κοινότητα και στον τομέα των υπηρεσιών προνοσοκομειακής διαλογής. Οι κλίμακες διαλογής χρησιμοποιούνται στη διαδικασία της διαλογής με σκοπό τη βαθμολόγηση της οξύτητας του ασθενή και την κατανομή της φροντίδας κατά σειρά προτεραιότητας. Στοιχεία που αυξάνουν τη χρησιμότητα μίας τέτοιας κλίμακας είναι η δυνατότητα εύκολης κατανόησής της, η δυνατότητα βελτίωσης της παροχής φροντίδας στον εκάστοτε ασθενή και η δυνατότητα απλοποίησης της λειτουργίας του ΤΕΠ όπου χρησιμοποιείται. Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής είναι να διερευνηθεί η ακριβής λειτουργία των Συστημάτων Διαλογής που χρησιμοποιούν τα ελληνικά νοσοκομεία, η καταγραφή των γνώσεων των επαγγελματιών υγείας, οι οποίοι εργάζονται στα ΤΕΠ ως προς την εφαρμογή των Συστημάτων αυτών. ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ – ΜΕΘΟΔΟΣ: Η συλλογή των δεδομένων έγινε με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων από το υγειονομικό προσωπικό (Ν=57), το οποίο εργαζόταν στο ΤΕΠ του Γ. Ν. Δράμας (Ν=20), του Γ. Ν. Καβάλας (Ν=12) και του Γ. Ν. Κομοτηνής «Σισμανόγλειο» (Ν=25). Το ερωτηματολόγιο, το οποίο δόθηκε περιλάμβανε δημογραφικά στοιχεία κι άλλες μεταβλητές, οι οποίες αφορούσαν γνώσεις για την εφαρμογή Συστημάτων Διαλογής, το βαθμό γνώσεων – ενεργειών για την Ταξινόμηση – Διαλογή ασθενών σύμφωνα με τις Κλίμακες Ταξινόμησης που εφαρμόζονται διεθνώς κι τις γνώσεις τους σχετικά με την ετοιμότητα των επαγγελματιών υγείας να αντιμετωπίσουν το επείγον με βάση τις διάφορες παραμέτρους. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στα πλαίσια της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής εξετάστηκε ο ρόλος των συστημάτων διαλογής σε τρία δημόσια Ελληνικά νοσοκομεία. Η σχετική ανάλυση έδειξε ότι η λειτουργία των συστημάτων διαλογής στις μονάδες αυτές είναι ικανοποιητική, αλλά υπάρχουν αρκετά περιθώρια βελτίωσης. Τα διάφορα Συστήματα Διαλογής με τη διαδικασία της διαλογής και τις Κλίμακες Ταξινόμησης – Διαλογής, βάσει των οποίων πραγματοποιείται η κατάταξη των ασθενών δεν είναι γνωστά στην πλειοψηφία των επαγγελματιών υγείας των ΤΕΠ. Διαπιστώνεται, έντονη επιφύλαξη και περιορισμένη αυτοπεποίθηση του υγειονομικού προσωπικού των ΤΕΠ να ανταπεξέλθει σε περίπτωση συνωστισμού (overcrowding) στο ΤΕΠ. Τονίζεται η ανάγκη συστηματικής προετοιμασίας των επαγγελματιών υγείας, οι οποίοι εργάζονται στα ΤΕΠ με συγκεκριμένες δράσεις για την καλύτερη αντιμετώπιση του συνωστισμού με την εφαρμογή Συστήματος Διαλογής και με τη χρήση των κατάλληλων Κλιμάκων Ταξινόμησης – Διαλογής. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες, οι οποίες θα συμβάλλουν στην ανάδειξη του θέματος, την προαγωγή της πληροφόρησης και την ανάπτυξη προγραμμάτων εκπαίδευσης του προσωπικού.Introduction – Aim: The term “Triage System” is a broad concept that includes beyond the process of Triage (or Triage Process) and a Triage Classification System, on the basis of which the classification of patients is taking place. Indeed, a Triage System additionally extended in the areas of staffing, cooperation with other departments of the same institution, or by organizations and institutions providing health care in the community and in services pre-hospital screening. The scales used in the screening process of dialogue to grade the acuity of the patient and the distribution of care in priority order. Elements that increase the utility of such a scale is the possibility of easy understanding, the possibility of improving care for that patient and the possibility of streamlining the functioning of ICT where it is used. The aim of the present study is to identify and record the level of knowledge and opinions of the Emergency department health care professionals for the application of Triage Systems. Sample – Methods: Data (N=57) were collected from the health care professionals who employ at the emergency departments of three Greek Public Hospitals specifically G.H. Dramas (N=20), G.H Kavalas (N=12) and G.H. Komotinis “Sismanoglio” (N=25) using questioners. With respect to anonymity of the personnel, demographic data aw well as data concerning personnel opinions and readiness for the application of Triage Systems. Results – Conclusions: In the context of this thesis examined the role of screening systems in three Greek Public Hospitals. The relevant analysis showed that the function of Triage Systems in these units is satisfactory, but there is considerable scope for improvement. Health care professionals of emergency departments have a rather low confidence on how successfully and efficiently an overcrowding could be faced. Focusing in the systematic preparation of the personnel towards overcrowding specific actions is suggested. Further research is recommended in order to advance specific issues, as well as develop training programs appropriate for personnel preparation

    Συναισθηματική νοημοσύνη-Απαραίτητο στοιχείο αποτελεσματικής ηγεσίας στις επιχειρήσεις

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής είναι να μελετήσει την εφαρμογή της συναισθηματικής νοημοσύνης στο χώρο των επιχειρήσεων καθώς και να αποδείξει ότι η συναισθηματική νοημοσύνη είναι απαραίτητο στοιχείο για την ανάπτυξη της αποτελεσματικής ηγεσίας. Για το λόγο αυτό, η συγκεκριμένη εργασία αποτελείται από δύο μέρη. Τη θεωρητική προσέγγιση του θέματος, μέσω βιβλιογραφικής αναφοράς σε θεωρητικές αλλά και ερευνητικές υπάρχουσες μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Στο μέρος αυτό αναλύονται οι όροι της συναισθηματικής νοημοσύνης (ορισμοί, ιστορική ανασκόπηση του όρου, μοντέλα συναισθηματικής νοημοσύνης, μοντέλο έρευνας), καθώς και της αποτελεσματικής ηγεσίας (ορισμοί, χαρακτηριστικά, ρόλοι, αποτελέσματα). Επιπλέον, περιγράφεται μέσω θεωρητικών μοντέλων αλλά και υπαρχουσών ερευνών η αναγκαιότητα της συναισθηματικής νοημοσύνης στις επιχειρήσεις ως στοιχείου αποτελεσματικής ηγεσίας. Το δεύτερο μέρος αποτελεί την πρακτική προσέγγιση. Διεξάγεται ερευνητική ποσοτική μελέτη σε δείγμα 81 ατόμων που προέρχονται από διάφορα ιεραρχικά επίπεδα (μάνατζερ και υπάλληλοι), τα οποία εργάζονται σε τραπεζικές επιχειρήσεις της περιοχής της Αττικής. Τα συμπεράσματα της εν λόγω μελέτης αναδεικνύουν την αναγκαιότητα της συναισθηματικής νοημοσύνης και τη συμβολή αυτής στην αποτελεσματική ηγεσία μιας επιχείρησης.The purpose of the current paper is to study the way how emotional intelligence is used in business enterprises and moreover to prove that emotional intelligence is a key element to effective leadership. It is therefore divided in two parts. The first part, presents the theoretical approach of the subject: A description and development of theories, based on former and current studies and their references, held in the international economic community. Following issues are presented in this part: definitions, historic review of the term of emotional intelligence, models of EI, model of the current study. In addition, this part provides the reasons why emotional intelligence is substantial to effective leadership. The second part consists of the practical presentation of the thesis’ issue, the conduction of the study and its results. The research includes a specimen of 81 employees working in Greek Banks in the area of Attica. Their level of hierarchy varies, from assistant level to managerial. The results of this research reveal the importance of emotional intelligence on effective leadership in enterprises

    784

    full texts

    1,696

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Kypseli Digital Repository - Open University of Cyprus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇