1696 research outputs found
Sort by
The relationship between leadership and student citizenship outcomes in Cyprus middle schools: A quantitative exploration
Includes bibliographical references.Current trends in the globalized environment we live in, and especially the persisting burden of the global economic crisis, require school principals to adopt a broader set of roles and tasks. In fact, principals need to create the conditions for the development of active and responsible students who will be prepared to undertake their role as future citizens. To date, no previous study attempted to explore the association between school leadership and student citizenship outcomes in quantitative terms. Although case studies provide evidence of the contribution of the principal to student active citizenship there is still a need to establish a quantitative linkage between leadership and citizenship outcomes.
Towards this direction, the current study seeks to explore the relationship between School Leadership and improvement in Student Citizenship Outcomes in Cyprus middle schools. Both direct and indirect relationships between School Leadership and Student Citizenship Outcomes (cognitive, affective, behavioural) were investigated. In the case of indirect leadership effects the mediating role of School Academic Optimism and Instructional Quality was examined.
The specific study adopted a value-added quantitative design. Specifically, students were administered a test both at the beginning and end of the term during which Citizenship Education was taught (i.e. January 2011 and May 2011). Students also provided data about the quality of instruction whereas teachers provided data about school leadership and school academic optimism. Overall, a multistage sample of 20 middle schools, 114 classes and 1596 students participated in the current study. Structural equation modelling techniques were used to validate the questionnaires measuring the independent variables (i.e. School Leadership, School Academic Optimism, Instructional Quality) whereas Rasch analysis was used to validate the test measuring the dependent variable, that is Student Citizenship Outcomes. Multilevel modelling and single level regression techniques were used to identify the relationships between the main variables of this study.
The findings of this study lent support to the Pashiardis-Brauckmann Leadership Radius Framework and the Dynamic Model of Educational Effectiveness at the classroom level. School Academic Optimism was found to be a unidimensional construct whereas validation was provided in relation to the cognitive dimension of the Citizenship Education test. The multilevel analysis explained approximately 30% of the variance in student cognitive outcomes. A number of contextual student variables and one classroom variable (i.e. Dealing with Misbehaviour-Positive Aspects) were found to have a direct effect on student outcomes. Neither School Leadership nor School Academic Optimism were found to have any direct or indirect effect on student citizenship outcomes, at least in the context of this study. However, multiple regression analysis revealed that School Leadership has statistically significant effects on School Academic Optimism. Academic Optimism was also found to be influenced by a number of contextual school and leadership variables.
Overall, the theoretical model of leadership effects derived from this study indicated that there is a missing link between school level variables and civic-related variables at the classroom and student level. This model highlights the importance of the learning domain when searching for effectiveness factors at the classroom and school level. Principals are likely to be in a position to influence Citizenship Outcomes only through a systemic change in the various components which drive school improvement. This change should unequivocally give Citizenship Education a prominent place in the curriculum. Future research into leadership effects should increase the sample power and utilize longitudinal and comparative data on an international level. Further mediating variables, such as Distributed Leadership, should also be added in future frameworks so as to identify the complex chain of variables that principals follow to influence student civic learning.Οι σύγχρονες τάσεις στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που ζούμε, και ειδικότερα το συνεχιζόμενο βάρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, απαιτούν όπως οι διευθυντές των σχολείων υιοθετήσουν ένα μεγαλύτερο εύρος ρόλων και καθηκόντων. Κατ’ ακρίβεια, οι διευθυντές χρειάζεται να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενεργών και υπεύθυνων μαθητών οι οποίοι θα είναι προετοιμασμένοι να αναλάβουν το ρόλο τους ως μελλοντικοί πολίτες. Μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει κάποια ποσοτική μελέτη που να διερευνά τη σχέση μεταξύ της σχολικής ηγεσίας και των μαθησιακών αποτελεσμάτων στην Πολιτική Αγωγή. Παρόλο που περιπτωσιακές μελέτες καταδεικνύουν τη συμβολή του διευθυντή στην ενεργό πολιτότητα των μαθητών εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για την διαπίστωση μίας ποσοτικής συσχέτισης μεταξύ της ηγεσίας και της μαθησιακής πολιτότητας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η παρούσα μελέτη επιδιώκει να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της Σχολικής Ηγεσίας και της βελτίωσης των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Πολιτική Αγωγή στα γυμνάσια της Κύπρου. Τόσο οι άμεσες όσο και οι έμμεσες σχέσεις μεταξύ της Σχολικής Ηγεσίας και των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Πολιτική Αγωγή (γνωστικών, συναισθηματικών, συμπεριφορικών) έχουν τύχει διερεύνησης. Στην περίπτωση των έμμεσων ηγετικών επιδράσεων, εξετάστηκε ο ενδιάμεσος ρόλος των Ακαδημαϊκών Προσδοκιών του Σχολείου και της Ποιότητας της Διδασκαλίας.
Για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας υιοθετήθηκε ποσοτικός σχεδιασμός προστιθέμενης αξίας. Συγκεκριμένα, χορηγήθηκε δοκίμιο στους μαθητές στην αρχή και στο τέλος του τετραμήνου κατά το οποίο διδάχθηκαν το μάθημα της Πολιτικής Αγωγής (δηλαδή τον Ιανουάριο του 2011 και τον Μάη του 2011). Οι μαθητές παρείχαν επίσης δεδομένα για την ποιότητα της διδασκαλίας ενώ οι καθηγητές του σχολείου παρείχαν δεδομένα σε σχέση με τη σχολική ηγεσία και τις ακαδημαϊκές προσδοκίες του σχολείου. Συνολικά, οι συμμετέχοντες στην παρούσα μελέτη περιλαμβάνουν ένα πολυσταδιακό δείγμα 20 γυμνασίων, 114 τάξεων και 1596 μαθητών χρησιμοποιήθηκαν. Για την εγκυροποίηση των ερωτηματολογίων τα οποία μετρούν τις ανεξάρτητες μεταβλητές (δηλαδή τη Σχολική Ηγεσία, τις Ακαδημαϊκές Προσδοκίες Σχολείου και την Ποιότητα Διδασκαλίας) χρησιμοποιήθηκαν Δομικά Μοντέλα Εξισώσεων ενώ η ανάλυση Rasch χρησιμοποιήθηκε για την εγκυροποίηση του δοκιμίου το οποίο μετρά την ανεξάρτητη μεταβλητή, δηλαδή τα αποτελέσματα στην Πολιτική Αγωγή. Για τη διερεύνηση των
vii
σχέσεων ανάμεσα στις βασικές μεταβλητές της έρευνας χρησιμοποιήθηκε η πολυεπίπεδη μοντελοποίηση και τεχνικές παλινδρόμησης ενός επιπέδου.
Τα αποτελέσματα της έρευνας παρείχαν υποστήριξη στο Πλαίσιο της Ηγετικής Ακτίνας Δράσης των Pashiardis-Brauckmann και στο Δυναμικό Μοντέλο Εκπαιδευτικής Αποτελεσματικότητας στο επίπεδο της τάξης. Οι Ακαδημαϊκές Προσδοκίες του Σχολείου φάνηκε να αποτελούν μία μονοδιάστατη μεταβλητή ενώ εγκυροποιήθηκε και το γνωστικό μέρος του δοκιμίου στην Πολιτική Αγωγή. Η πολυεπίπεδη ανάλυση φάνηκε να εξηγεί περίπου 30% της διασποράς στα μαθησιακά γνωστικά αποτελέσματα. Άμεση επίδραση στα μαθησιακά αποτελέσματα είχε αριθμός μεταβλητών συγκειμένου στο επίπεδο του μαθητή και μία μεταβλητή στο επίπεδο της τάξης (δηλαδή, η Διαχείριση της Μη Αποδεκτής Συμπεριφοράς-Θετικές Πτυχές). Η Σχολική Ηγεσία και οι Ακαδημαϊκές Προσδοκίες Σχολείου δεν φάνηκε να έχουν άμεσες ή έμμεσες επιδράσεις στην επίδοση των μαθητών, τουλάχιστον στο πλαίσιο αυτής της έρευνας. Ωστόσο, η πολλαπλή ανάλυση παλινδρόμησης έδειξε ότι η Σχολική Ηγεσία έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στις Ακαδημαϊκές Προσδοκίες Σχολείου. Οι Ακαδημαϊκές Προσδοκίες φάνηκε επίσης να επηρεάζονται και από ένα αριθμό μεταβλητών συγκειμένου που αφορούν το σχολείο και την ηγεσία.
Συμπερασματικά, το θεωρητικό μοντέλο των ηγετικών επιδράσεων που προέκυψε από την παρούσα έρευνα υποδεικνύει ότι υπολείπεται η σύνδεση ανάμεσα στις μεταβλητές στο σχολικό επίπεδο και στις μεταβλητές που σχετίζονται με την πολιτότητα στο επίπεδο της τάξης και του μαθητή. Το μοντέλο αυτό τονίζει τη σημασία του μαθησιακού αντικειμένου κατά τη διερεύνηση παραγόντων αποτελεσματικότητας στο επίπεδο της τάξης και του σχολείου. Οι διευθυντές θα μπορούσαν να είναι σε θέση να επηρεάζουν τα αποτελέσματα στην Πολιτική Αγωγή μόνο μέσα από μία συστημική αλλαγή σε διάφορους παράγοντες που οδηγούν στη σχολική βελτίωση. Αυτή η αλλαγή αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να αναβαθμίζει την Πολιτική Αγωγή στο αναλυτικό πρόγραμμα. Η μελλοντική έρευνα για την επίδραση της ηγεσίας θα πρέπει να αυξήσει τη δύναμη του δείγματος και να αξιοποιήσει μακροχρόνια και συγκριτικά δεδομένα σε διεθνές επίπεδο. Περαιτέρω ενδιάμεσες μεταβλητές, όπως η Επιμεριστική Ηγεσία, θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε μελλοντικά θεωρητικά πλαίσια έτσι ώστε να εντοπιστεί η πολύπλοκη αλυσίδα των μεταβλητών που ακολουθείται από τους διευθυντές για να επηρεάσουν τη μαθησιακή πολιτότητα
Μέτρηση ικανοποίησης των ασθενών των εξωτερικών ιατρείων ενός ιδιωτικού νοσηλευτηρίου στην Αθήνα
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σε μια εποχή που ολοένα και περισσότερη βαρύτητα δίνεται στα ζητήματα ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, η σωστή αποτίμηση της γνώμης των ασθενών έχει πολύ μεγάλη αξία (Αλετράς και συν, 2007). Σε αυτό το πλαίσιο, σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής είναι ηα αξιολόγηση της ποιότητας των υπηρεσιών των εξωτερικών ιατρείων ενός ιδιωτικού νοσηλευτηρίου της Αθήνας μέσω της μέτρησης ικανοποίησης των ασθενών.
Για το σκοπό αυτό 154 ερωτηματολόγια μοιράτηκαν σε ασθενείς που είχαν χρησιμοποιήσει τα εξωτερικά ιατρεία ενός ιδιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα. Το εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση της ποιότητας των υπηρεσιών του, ήταν αυτό που αναπτύχθηκε απο τους Dagger et. al. 2007 και περιέχει 16 ενότητες και 73 ερωτήσεις.
Τα αποτελέσματα της έρευνα έδειξαν ότι σε γενικές γραμμές η ποιότητα των υπηρεσιών των εξωτερικών ιατρείων του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου, ήταν αρκετα υψηλή. Πιο συγκεκριμένα οι τομέις στους οποίους το νοσοκομείο συγκέντρωσε υψηλά ποσοστά ικανοποίησης ασθενων ήταν με σειρά σημαντικότητας οι εξής: α) ποιότητα του νοσοκομειακού περιβάλλοντος, β) ποιότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ ασθενών και προσωπικού, γ) εξειδίκευση προσωπικού, δ) ατμόσφαιρα του νοσοκομείου, ε) δομικά στοιχεία του νοσοκομείου και στ) ιατρικό αποτέλεσμα.
Απο την άλλη πλευρά, τομείς στους οποίους η διοίκηση του νοσοκομείου πρέπει να δώσει βαρύτητα γιατί επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, είναι οι εξής: α) ανάπτυξη σχέσεων προσωπικού με τους ασθενείς, β) συνέπεια, γ) στήριξη του ασθενή, δ) λειτουργία του νοσοκομείου.
Εν κατακλειδι μπορεί να ειπωθεί ότι τα εξωτερικά ιατρεία του νοσηλευτηρίου που χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα, προσφέρουν υπηρεσίες υγείας υψηλής ποιότητας αποδικενύοντας ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία στην Ελλάδα μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση της υγείας των πολιτών.In an era when more and more attention is paid to the issues of quality health services, the proper evaluation of patients' satisfaction is crucial (Aletras et al. 2007). In this perspective, the aim of this project was to evaluate the quality of the services offered by the outpatient clinics of a private hospital located in Athens, Greece.
For that purpose 154 questionnaires were administrated in the customers of a private hospital. For measuring patient’s satisfaction the author used the questionnaire developed by Dagger et al. (2007) which includes 16 sections and 73 questions.
The results showed that overall service quality of outpatient was sufficiently high. More specifically, the hospital scored high in terms of patient satisfaction in the following factors: a) environment quality, b) interpersonal quality, c) expertise, d) atmosphere, e) tangible assets and f) outcome.
On the other hand, the hospital should improve its performance in terms of quality in the following issues: a) relationships with the doctors and the medical stuff, b) timeliness, c) support of the patient, and d) operation
Επικοινωνιακή σχέση μεταξύ ασθενή και επαγγελματία υγείας
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η διερεύνηση της επικοινωνιακής σχέσης μεταξύ ασθενών και επαγγελματιών υγείας. Συγκεκριμένα ο σκοπός της εργασίας αυτής είναι να αναδείξει και να καταγράψει τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των ασθενών και των επαγγελματιών υγείας, οι οποίες σχετίζονται με την επικοινωνιακή σχέση ανάμεσα τους.
Μεθοδολογία
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ Απριλίου – Μαΐου του 2013 σε δύο κρατικά νοσοκομεία στις επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου της Κύπρου. Το δείγμα περιλάμβανε 100 ασθενείς που επισκέφτηκαν τα εξωτερικά ιατρεία των γενικών Νοσοκομείων Λάρνακας και Αμμοχώστου καθώς επίσης και 100 επαγγελματίες υγείας που αποτελούνταν από ιατρούς, νοσηλευτές, τεχνολόγους ιατρικών εργαστηρίων κα τεχνολόγους ακτινολόγους των ίδιων νοσοκομείων.
Η συλλογή δεδομένων έγινε με την βοήθεια δύο ερωτηματολογίων (ένα για τους ασθενείς και ένα για τους επαγγελματίες υγείας) τα οποία σχεδιάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από Άγγλους ερευνητές για την καταγραφή και σύγκριση των απόψεων ασθενών και επαγγελματιών υγείας γύρω από την επικοινωνιακή σχέση που έχουν μεταξύ τους οι επαγγελματίες υγείας και οι ασθενείς. Τα συγκεκριμένα ερωτηματολόγια μεταφράστηκαν και η εγκυρότητα και αξιοπιστία τους είχε εξακριβωθεί με την μέθοδο της δήλωσης μετάφρασης από Έλληνες επιστήμονες. Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με την στατιστική επεξεργασία των δεδομένων χρησιμοποιώντας το στατιστικό πακέτο κοινωνικών επιστημών SPSS 20.
Αποτελέσματα
Η περιγραφική ανάλυση έδειξε ότι η επικοινωνία μεταξύ επαγγελματιών υγείας και ασθενών τείνει να είναι αρκετά καλή, δηλαδή και οι δύο ομάδες δηλώνουν ικανοποιημένες από την μεταξύ τους επικοινωνία και συμφωνούν γενικά οι απόψεις των δύο ομάδων ως προς στις αντιλήψεις τους για την επικοινωνιακή σχέση μεταξύ τους. Η σχέση μεταξύ των επαγγελματιών υγείας με τους ασθενείς είναι αρκετά καλή, αλλά είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι διαπιστώθηκε δυσκολία σε θέματα για τα οποία χρειάζεται η χρήση δεξιοτήτων επικοινωνίας όπως είναι η ανακοίνωση δυσάρεστων νέων. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης έδειξαν ότι το δείγμα των επαγγελματιών υγείας είχε αρκετές ανθρωποκεντρικές αντιλήψεις όσον αφορά στην ενημέρωση του ασθενή και στην εμπλοκή του στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων. Οι ασθενείς δήλωσαν αυξημένη επιθυμία για αυτονομία στη διαχείριση της υγείας του. Από την άλλη πλευρά, βέβαια διαπιστώθηκε ότι ενώ οι προσδοκίες των ασθενών για πληροφόρηση ήταν ιδιαίτερα υψηλές, δεν ακολουθούνταν και από αντίστοιχη υψηλή επιθυμία για εμπλοκή στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων. Δεν υπάρχει προθυμία για συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και αυτό είναι έκδηλο με τη συντριπτική πλειοψηφία να το αποδέχεται.
Συμπεράσματα
Βρέθηκαν αρκετές ομοιότητες και λίγες διαφορές μεταξύ των απόψεων ασθενών και επαγγελματιών υγείας. Η επικοινωνιακή σχέση μεταξύ ασθενών και επαγγελματιών υγείας στα δημόσια νοσοκομεία Λάρνακας και Αμμοχώστου βρέθηκε να είναι ικανοποιητική. Διαπιστώθηκε ότι οι επαγγελματίες υγείας έχουν ελλιπή εκπαίδευσή σε θέματα επικοινωνίας με τους ασθενείς, αυτό πηγάζει από την δυσκολία που έχουν στην ανακοίνωση δυσάρεστων νέων. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να υιοθετήσουν μεθόδους εκμάθησης αφού τα αποτελέσματα έδειξαν ότι είναι πρόθυμοι να εκπαιδευτούν σε θέματα επικοινωνίας.The purpose of this study is to investigate the communicative relationship between patients and health professionals. Specifically, the aim of this study is to highlight and record the perceptions and expectations of patients and health professionals, which are related to the communication link between them.
Materials and methods:
The survey was conducted in April and May 2013 in two public hospitals in Larnaca and Famagusta of Cyprus. The sample included 100 patients or persons who visited the outpatient hospital of Larnaca and Famagusta as well as 100 healthcare professionals consisting of physicians, nurses, medical laboratory and technologists in the same hospitals. The data collection was based on two questionnaires (one for patients and one for healthcares professionals) which are designed and used by British researchers to compare and record the views of patients and healthcares professionals for communication ties between their healthcare professionals and patients. These questionnaires were translated from Greek scientists with the method of bilingual translation. The data analysis was done with the statistical analysis using the statistical package social sciences SPSS 20.
Results:
The descriptive analysis showed that communication between health professionals and patients tend to be quite good, that both groups are satisfied with the communication between them and are generally in the views of the two groups regarding their perceptions about the communication link between them. The relationship between health professionals and patients is quite good, but it is important to note that it was found difficult to issues which will require the use of communication skills such as breaking bad new. The results of this study showed that the sample of health professionals had several anthropocentric conceptions to inform the patient and his involvement in making therapeutic decisions. Patients reported an increased desire for autonomy in the management of health. On the other hand, of course, found that while patients' expectations for information was high, and not followed by a corresponding high desire for involvement in making therapeutic decisions. There is willingness to participate in decision making and this is evident by the vast majority to accept.
Conclusions:
We found several similarities and a few differences between the views of patients and health professionals. The communicative relationship between patients and health professionals in public hospitals Larnaca and Famagusta was found to be satisfactory. Found that health professionals have insufficient training in communication with patients, this stems from the difficulty in communication have bad news. Health professionals should adopt learning methods since the results showed that it is willing to be trained in communication
Δημιουργία On Line μαθήματος μαθηματικών με τη χρήση του εργαλείου LAMS (Learning Activity Management System) για μαθητές Asperger
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Στη σημερινή εποχή, έχει εδραιωθεί η άποψη πως ο εκπαιδευτικός και οι γονείς λαμβάνουν ενεργό ρόλο στην εκπαιδευτική αντιμετώπιση ενός μαθητή ΑμεΑ και ιδιαίτερα ενός αυτιστικού παιδιού, χρησιμοποιώντας όλο και πιο εξελιγμένες μεθόδους μάθησης, που η επιστημονική έρευνα προτείνει. Κάθε νέα σχολική χρονιά αποτελεί μια πρόκληση για κάθε δάσκαλο, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση μιας ομάδας παιδιών με αναπτυξιακές και μαθησιακές ικανότητες και ανάγκες. Μέλος της ομάδας αυτής μπορεί να είναι και ένα παιδί με Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή (ΔΑΔ) που παρουσιάζει διάφορες δυσκολίες και ιδιαιτερότητες. Για το λόγο αυτό θεωρήθηκε απαραίτητη η μελέτη των χαρακτηριστικών αυτών των παιδιών και αναλύθηκε στο κυρίως μέρος της εργασίας μας.
Τα τελευταία χρόνια όπου η τεχνολογία της επικοινωνίας και της πληροφορίας είναι παντού παρούσα, η τεχνολογία των πολυμέσων ανοίγει ένα νέο δρόμο για τη μάθηση με βάση την προσωπική ανακάλυψη και εμπειρία. Έχει μελετηθεί και διαπιστωθεί ότι η χρήση ψηφιακών μεθόδων στην εκπαιδευτική διαδικασία προωθεί τη διαδραστικότητα και την εξασθένιση των εντάσεων, προωθεί επίσης ενεργητικά εκπαιδευτικά μοντέλα και προσφέρει νέες δυνατότητες επικοινωνίας, συνεργασίας και συμβάλλει δημιουργικά στη διαδικασία της μάθησης.
Στο παραπάνω πλαίσιο η διπλωματική εργασία αναλύει θέματα που αφορούν ορισμούς όπως η διδασκαλία, οι εκπαιδευτικοί ρόλοι, η ηλεκτρονική μάθηση αλλά και ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός. Με βάση τη θεωρία και τη μελέτη υλοποιήθηκε για τους σκοπούς της εργασίας ένα ψηφιακό μάθημα με τη χρήση του εργαλείου LAMS το οποίο περιέχει διαδραστικές ασκήσεις και βίντεο και αφορά την ανάπτυξη των δεξιοτήτων των παιδιών σε βασικές έννοιες μαθηματικών, με απλές πράξεις πρόσθεσης και αφαίρεσης.
Ολοκληρώνεται η παρούσα εργασία με το ερευνητικό μέρος που σχεδιάστηκε για να ανακαλύψει την απήχηση των ψηφιακών μεθόδων, αλλά και πιο συγκεκριμένα την απήχηση του ψηφιακού μαθήματος των μαθηματικών που δημιουργήθηκε μέσω της πλατφόρμας του LAMS . Ερευνάται η αποτελεσματικότητα των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν και από πλευράς σχεδιασμού, αλλά και από πλευράς αποτελεσματικότητας και χρηστικότητας του περιβάλλοντος της εφαρμογής.Nowadays, it is established that teachers and parents play an active role in the educational approach towards a disabled student, especially an autistic child, applying increasingly sophisticated ways of learning, as new research suggests. Every new school year, teachers face challenges, as they are responsible for training and educating a group of children with developmental and learning abilities and needs. Members of the above group can be children with Pervasive Developmental Disorder (PDD) which presents various difficulties and peculiarities. For this reason, it was considered necessary to study the characteristics of these children in the main part of the current paper.
In recent years, there has been such an explosion of communication and information technology that has new avenues for learning, based on personal experience and discovery. Researchers have found that the use of digital methods in educational learning helps in interactivity and weakening of tensions as well as offering new means of communication, cooperation and contributing creatively to the learning process.
This diplomatic work discusses issues related to definitions such as teaching roles, e-learning and educational planning. Based on theory and study, a lesson with digital content using LAMPS tool and containing interactive exercises and videos, has been implemented. It concerns skills deployment of children in basic mathematics (addition, subtraction).
This work concludes with the research part that is designed to discover the impact of digital methods, specifically the impact of mathematics lessons that was developed through the LAMS platform. Finally, the effectiveness of the methods that have been used, is being investigated both from the view of design and also the effectiveness and usability of the application context
Κριτήρια και μέθοδοι αξιολόγησης του ανθρώπινου δυναμικού - μελέτη στον τραπεζικό κλάδο (η περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς)
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η εργασία αυτή διερευνά το ρόλο του ανθρώπινου δυναμικού στον τραπεζικό κλάδο. Αρχικά γίνεται αναφορά στην έννοια και τη σημασία του ανθρώπινου δυναμικού στον τραπεζικό τομέα. Στη συνέχεια δίνεται έμφαση στην εκπαίδευση, την επιλογή και την αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού προκειμένου να ενταχθεί σε μια τράπεζα. Η εργασία χρησιμοποιεί ως μελέτη περίπτωσης την τράπεζα Πειραιώς προκειμένου να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με τα κριτήρια και τις μεθόδους αξιολόγησης που η τράπεζα χρησιμοποιεί με σκοπό να επιλέξει τους κατάλληλους ανθρώπους για κάθε θέση εργασίας. Τέλος παρατίθεται ένα ερωτηματολόγιο στους υπαλλήλους της τράπεζας Πειραιώς το οποίο συμβάλλει στην παρούσα έρευνα.This study explores the role of human resources in the banking industry. Originally referring to the meaning and importance of human resources in the banking sector. Then emphasis on education, selection and evaluation of human resources in order to join a bank. This study use evidence from Piraeus bank in order to draw conclusions about the criteria and evaluation methods the bank uses in order to choose the right people for each job. Finally a questionnaire given to employees of Piraeus bank that contributes to this research
Τραπεζικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου (internet banking) περίπτωση ΣΠΕ Δερύνειας
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Αντικείμενο της εργασίας αυτής είναι η διερεύνηση των τραπεζικών συναλλαγών μέσω του διαδικτύου και πιο συγκεκριμένα στη ΣΠΕ Δερύνειας. Το έργο αναλύεται σε δύο κύρια μέρη, σ’ αυτό του θεωρητικού υπόβαθρου και εκείνο της ερευνητικής εφαρμογής.
Το πρώτο μέρος (βιβλιογραφικό), παρουσιάζει της ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές και τους τύπους που συναντούμε. Σ’ αυτό το μέρος παρουσιάζονται οι διαθέσιμες συναλλαγές μέσω του διαδικτύου και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που προσφέρονται από αυτές στις τράπεζες και στους χρήστες. Φυσικά δε γίνεται να απουσιάζουν τα θέματα που σχετίζονται με τις απειλές και τους κινδύνους που μπορεί να παρουσιαστούν από τη χρήση του διαδικτύου καθώς και την ασφάλεια των συναλλαγών.
Στη συνέχεια γίνετε αναφορά στις ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές στη Κύπρο και γίνεται μια σύντομη αναφορά στις πέντε τράπεζες που λαμβάνουν μέρος στη σύγκριση.
Έτσι αφού οι ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές είναι πολύ σημαντικές η εργασία ολοκληρώνεται με την έρευνα. Η έρευνα αυτή έχει ως στόχο την σύγκριση της ΣΠΕ Δερύνειας με τις άλλες μεγάλες τράπεζες της περιοχής προκειμένου να διερευνηθεί γιατί η ΣΠΕ Δερύνειας έχει ένα πολύ μικρό αριθμό χρηστών. Η εν λόγω έρευνα, πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο-Δεκέμβριο του 2012 στην Ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου με στόχο να εντοπίσει ένα τυχαίο αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα ανδρών και γυναικών όλων των ηλικιών και των μορφωτικών επιπέδων καθώς και το ποσοστό των χρηστών στη περιοχή.The purpose of this study is to investigate the banking transactions via the internet and more specifically for SPE Dherynia . The project consists of two main parts, the theoretical background and that of the research application.
The first part (bibliography), presents the online banking transactions and the transactional types encountered. In this part, the transactions available through the internet and the advantages and disadvantages offered to the users and the banks are presented. Of course we cannot ignore issues related to the threats and risks that may arise from the use of Internet Banking and the security of transactions.
Then follows a reference of online banking in Cyprus and a brief reference to the five banks involved in the comparison.
Hence since online banking plays a very important role the study will be completed with a survey. The research aims to compare SPE Dherynia with the other major banks in the region to investigate the reason SPE Dherynias has a very small number of users. This survey, was conducted in September - December 2012 in the free Famagusta region in order to identify a random but representative sample of men and women of all ages and levels of education and the percentage of users in the area
Οργανωσιακή κουλτούρα και επιχειρησιακή αλλαγή
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα διατριβή master πραγματεύεται το ζήτημα της οργανωσιακής κουλτούρας και της επιχειρησιακής αλλαγής. Παρουσιάζεται το θεωρητικό υπόβαθρο και οι ιστορικές καταβολές της μελέτης της οργανωσιακής κουλτούρας, οι διάφοροι ορισμοί που έχουν προταθεί στη βιβλιογραφία, καθώς και οι κυριότερες θεωρητικές προσεγγίσεις. Παρουσιάζονται οι δύο κύριες προσεγγίσεις της οργανωσιακής κουλτούρας, η ποιοτική και η ποσοτική, και η τυπολογική ταξινόμηση των διαφόρων τύπων κουλτούρας. Εξετάζονται, επίσης, οι διάφορες υποκουλτούρες που αναπτύσσονται στα πλαίσια ενός οργανισμού και η σχέση τους με την κύρια κουλτούρα. Αναλύεται, ακόμη, η σημασία της οργανωσιακής κουλτούρας για έναν οργανισμό και η σχέση της με την αποτελεσματικότητα και την επίτευξη των στόχων του. Στα πλαίσια της εξέτασης της επιχειρησιακής αλλαγής αναλύεται ο ρόλος και η σημασία της οργανωσιακής κουλτούρας στο σχεδιασμό και την επιτυχή εισαγωγή αλλαγών σε έναν οργανισμό. Τέλος, γίνεται εκτενής αναφορά και παρουσίαση του «Πλαισίου των Ανταγωνιστικών Αξιών» (Competing Values Framework) και στη συνέχεια του «Ερωτηματολογίου Αξιολόγησης της Οργανωσιακής Κουλτούρας» (Organizational Culture Assessment Instrument), του σημαντικότερου ίσως ποσοτικού μοντέλου για την διεξαγωγή εμπειρικών ερευνών στα πλαίσια οργανισμών και επιχειρήσεων και πολύτιμου εργαλείου για κάθε οργανισμό που στοχεύει στην διερεύνηση της οργανωσιακής του κουλτούρας και τον σχεδιασμό και την εισαγωγή των κατάλληλων αλλαγών. Συμπεραίνουμε ότι η οργανωσιακή κουλτούρα αποτελεί θεμελιώδους σημασίας ζήτημα για κάθε σύγχρονο οργανισμό και την επίτευξη των στόχων που θέτει σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και ιδιαίτερα απαιτητικό σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον. In this master’s thesis we provide a thorough analysis of organizational culture and organizational change. We provide an overview of the main scientific attempts at providing a concise definition of organizational culture, as well as its theoretical background and the most important theoretical approaches in the literature. We examine the different subcultures that emerge in various organizational settings, as well as their relationship with the organization’s overall culture. We also present the qualitative and quantitative approaches of organizational culture. We investigate the implications of organizational culture for an organization’s efficiency and performance, as well as the issue of cultural change in the context of an organization by going over the key factors for the successful introduction of efficiency-improving changes in an organization. An extensive presentation of the “Competing Values Framework” and subsequently of the “Organizational Culture Assessment Instrument” informs the reader about the key aspects of one of the most important quantitative models in the field of organizational culture. We conclude that organizational culture is of fundamental importance to every modern organization in this ever-changing competitive environment. It can be an invaluable asset in helping modern firms and organizations realize their potential and meet their goals
Ανάπτυξη διαδικτυακού εξυπηρετητή για παιχνίδια στρατηγικής με σύγχρονες τεχνολογίες
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Γίνεται χρήση σύγχρονων τεχνολογιών δικτυακού προγραμματισμού για την ανάπτυξη
δικτυακής εφαρμογής στην οποία, μπορούν οι χρήστες από τον φυλλομετρητή (browser) τους
να παίζουν ένα παιχνίδι στρατηγικής που παίζεται σε σκακιέρα με πούλια.
Υλοποιείται υποδομή για παιχνίδι ανθρώπου εναντίον ανθρώπου με web τεχνολογίες
βασισμένες στη γλώσσα Java. Επίσης υλοποιείται κατανεμημένη αρχιτεκτονική, βάσει της
οποίας, θα μπορούν ερευνητές του χώρου της τεχνητής νοημοσύνης να ενσωματώσουν
προγράμματα (bots) που παίζουν αυτό το παιχνίδι, και τα οποία έχουν αναπτυχθεί με
τεχνολογίες της προτιμήσεώς τους, στη λειτουργία της εφαρμογής. Η συνεργασία μεταξύ των
bots και της εφαρμογής, θα γίνεται με τη χρήση HTTP αιτημάτων και μιας κοινής γλώσσας
επικοινωνίας.
Επιλέγεται το βαθμολογικό σύστημα Glicko για την αξιολόγηση των επιδόσεων των παικτών
(ανθρώπων και bots) και ενσωματώνεται στη διεξαγωγή των παιχνιδιών. Τέλος, προτείνεται ο
αλγόριθμος Negamax με χρήση alpha-beta pruning και πινάκων μεταφοράς (transposition
tables), σε συνδυασμό με μία ευριστική συνάρτηση εκτίμησης (evaluation function) για την
κατασκευή ενός bot ,κάνοντας χρήση των δομών δεδομένων και των μεθόδων που
δημιουργήθηκαν κατά την υλοποίηση της δικτυακής εφαρμογής.We use modern web programming technologies to develop a web application that enables users
to play a strategy game played on a chessboard with checkers, via a webbrowser.
We Implemented an infrastructure for human vs human game with web technologies based in
the Java language. We also implemented a distributed infrastructure with the use of which,
artificial intelligence researchers can integrate programs (bots) playing this game (developed
with technologies of their preference), within the server, using HTTP requests and a common
communication language.
We integrated the Glicko rating system for assessing the performance of players (humans and
bots) and proposed the NegaMax algorithm with alpha-beta pruning and transposition tables in
conjunction with a heuristic evaluation function, in order to build a bot, using the data structures
and methods we created during the server implementation
Διερεύνηση των γνώσεων γυναικών σχετικά με την πρόληψη της οστεοπόρωσης
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Εισαγωγή: Η οστεοπόρωση είναι η πιο συχνή ασθένεια των οστών και αποτελεί ζήτημα υψίστης σημασίας για τη δημόσια υγεία αφενός λόγω των σοβαρών επιπτώσεων στην ποιότητα ζωής των ασθενών και αφετέρου λόγω των οικονομικών επιβαρύνσεων στα συστήματα υγείας. Σύμφωνα με επιδημιολογικά στοιχεία, ο αριθμός των ατόμων με χαμηλή οστική πυκνότητα ή οστεοπόρωση είναι ιδιαίτερα υψηλός με το ποσοστό επίπτωσης της νόσου να αυξάνεται ραγδαία τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άντρες ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού.
Σκοπός: Να προσδιοριστεί το επίπεδο γνώσεων των Κύπριων γυναικών σε σχέση με την οστεοπόρωση και ειδικότερα να αναγνωριστούν και να αξιολογηθούν οι παράμετροι που συμβάλουν στον επιπολασμό της νόσου.
Δείγμα και Μεθοδολογία: Ο τύπος της έρευνας που χρησιμοποιήθηκε είναι η περιγραφική ποσοτική μελέτη και δείγμα αποτέλεσαν 400 μητέρες των προπτυχιακών φοιτητών του Τμήματος Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου της Κύπρου και 125 γυναίκες μέλη του Παγκύπριου Συνδέσμου κατά της Οστεοπόρωσης και των Μυοσκελετικών Παθήσεων. Τα κριτήρια επιλογής του δείγματος ήταν γυναίκες άνω των 40 ετών και μόνιμοι κάτοικοι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συμμετοχή στην έρευνα ήταν εθελοντική και ο χρόνος συλλογής των δεδομένων διήρκησε δύο μήνες. Η συλλογή των δεδομένων έγινε με τη χρήση του ερωτηματολογίου OPQ (Osteoporosis Patient Questionnaire) μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα με βάση τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες και περιελάμβανε διαγλωσσική μετάφραση προς δύο κατευθύνσεις και πολιτισμική προσαρμογή. Η αξιοπιστία της Ελληνικής έκδοσης του OPQ ελέγχθηκε με τη μέθοδο Kuder-Richardson 20 και βρέθηκε 0.822. Η στατιστική ανάλυση έγινε με τη χρήση του στατιστικού προγράμματος SPSSv20.
Αποτελέσματα: Η μέση βαθμολογία του OPQ ήταν 0.36 (Τ.Α.=5.53) με ελάχιστη βαθμολογία -16 και μέγιστη +16 (εύρος κλίμακας από -20 μέχρι +20). Συγκεκριμένα, η στατιστική ανάλυση έδειξε ότι αν και η πλειοψηφία των γυναικών γνώριζαν για την έννοια και τον ορισμό της οστεοπόρωσης εντούτοις 59.6% των ερωτηθέντων δεν γνώριζαν ότι τα οστά είναι δυνατότερα στην ηλικία μεταξύ των 20 και 50 ετών, 44.9% δεν γνώριζαν ότι οι γυναίκες είναι πιο ευπαθείς να αναπτύξουν οστεοπόρωση από ότι οι άντρες και το 84.4% δεν γνώριζαν ότι οι γυναίκες ηλικίας 60 ετών και άνω έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν οστεοπόρωση. Όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου, η υπερβολική λήψη αλκοόλ (66.8%), η υπερβολική δίαιτα (67.8%) και η κληρονομικότητα (63.1%) αναγνωρίστηκαν σωστά από τις περισσότερες γυναίκες, ενώ αντίθετα η εμμηνόπαυση και ο υπερθυρεοειδισμός προσδιορίστηκαν ως αιτία κινδύνου από ένα μικρό ποσοστό (22.2% και 20.4% αντιστοίχως). Αξιοσημείωτο θεωρείται επίσης ότι η πλειοψηφία των γυναικών (73%) δεν γνώριζε ότι ο χαμηλός πόνος στην πλάτη και η απώλεια ύψους αποτελούν συμπτώματα της οστεοπόρωσης και μόνο ένας πάρα πολύ μικρός αριθμός γυναικών (9.3%, n=31) γνώριζαν ότι όταν συντελεστεί κάταγμα οι πιθανότητες για περαιτέρω κατάγματα αυξάνονται. Παράλληλα, από την ανάλυση των αποτελεσμάτων προέκυψε ότι οι γνώσεις των Κυπρίων γυναικών για τις ενδείξεις και αντενδείξεις της θεραπείας ορμονικής αντικατάστασης και για τη σημασία της άσκησης υψηλής έντασης για την υγεία των οστών ήταν πολύ περιορισμένες.
Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής καταδεικνύουν ότι το εύρος γνώσεων των γυναικών για την οστεοπόρωση είναι πολύ χαμηλό και αντανακλούν στην ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος και εφαρμογής προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης. Έρευνες καταδεικνύουν ότι η εφαρμογή εκπαιδευτικών και συμπεριφοριστικών προγραμμάτων πρόληψης που περιλαμβάνουν περισσότερες από ένα είδος παρέμβασης π.χ. εκπαίδευση σε συνδυασμό με αυτοδιαχείριση καθώς επίσης και η χρήση στρατηγικών που επηρεάζουν τις πεποιθήσεις και τις στάσεις για την υγεία, αυξάνουν τις γνώσεις των ατόμων και οδηγούν σε αλλαγές στον τρόπο ζωής. Ο ρόλος του νοσηλευτή στην εκτέλεση και υλοποίηση των προγραμμάτων πρόληψης είναι πρωταγωνιστικός, συνεπώς οι νοσηλευτές αποτελούν το κλειδί για την προληπτική και θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.Introduction: Osteoporosis is the most common disease of bones and is of the utmost importance for public health because of the serious impact on the patients’ quality of life and due to the financial burden on health systems. Based on epidemiological data, the number of people with low bone density or with osteoporosis is particularly high with the prevalence rate of the disease to grow rapidly for both women and men as a result of the population aging.
Purpose: To determine the level of knowledge of Cypriot women in relation to osteoporosis and in particular to identify and evaluate the parameters that contribute to the prevalence of the disease.
Methodology: A quantitative, descriptive survey elicited the views of 400 mothers of undergraduate students of the Cyprus Technology University, Nursing Department and of 125 women member of the Cyprus Association against Osteoporosis and Musculoskeletal Disorders. The inclusion criteria were, all women 40 years old and over and being a permanent resident of the Republic of Cyprus. The participation in the survey was voluntary and the data collection time lasted two months. Data were collected by using OPQ (Osteoporosis Patient Questionnaire) in Greek and the translation was based on international guidelines which include cross-cultural translation in two directions and cultural adaptation. The reliability of the Greek version of the OPQ was assessed using the Kuder-Richardson formula 20 and was found to be 0.822.The statistical analysis was done using SPSSV20 package.
Results: The mean total score for the OPQ was 0.36 (SD=5.53) with a minimum score -16 and a maximum +16 (range from -20 until +20). In particular, the statistical analysis showed that although the majority of women knew about the meaning and the definition of osteoporosis still 59.6% of the respondents were unaware that bones are strongest between the ages of 20 and 50 years, 44.9% were unaware that women are in higher risk to develop osteoporosis than men and 84.4% were unaware that women over 60 years are more likely to develop osteoporosis. Regarding the risk factors, excessive alcohol intake (66.8%), excessive dieting (67.8%) and heredity (63.1%) were correctly recognized by the majority of the women, while in contrast early menopause and hyperthyroidism were identified as a risk factor by a small proportion of the respondent (22.2% and 20.4% respectively). It is also important that the majority of the women (73%) did not recognized low back pain and loss of height as a common complaint in patient with osteoporosis and only a very small number of women (9.3%, n=31) appreciated that the chances of a subsequent facture is high after sustaining a fragility fracture. In addition, the statistical analysis showed that the knowledge of Cypriot women for indications and contraindications of the hormone therapy replacement as well the importance of weight bearing exercise were very limited.
Conclusion: The present survey showed lack of the knowledge about osteoporosis which reflects the need for further investigation and the implementation of prevention programs. Surveys have shown that educational and behavioral prevention programs, that include more than one type of intervention e.g. education with self-management and use of strategies that influence health beliefs and attitudes about osteoporosis, increases peoples knowledge and promote lifestyle changes. The nurses play an important role for the execution and implementation of these prevention programs and are in a key position for osteoporosis prevention and treatment adherence
Εκτίμηση της ποιότητας ζωής σε παιδιά και εφήβους με χρόνια νεφρική νόσο, τελικού σταδίου νεφρική νόσο υπό περιτοναϊκή κάθαρση και νεφρική μεταμόσχευση
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Εισαγωγή: Η χρόνια νεφρική νόσος (ΧΝΝ) ανεξαρτήτως σταδίου, επηρεάζει την ποιότητα ζωής των παιδιών και των εφήβων. Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση, μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή και διαιτολογική παρέμβαση για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των παιδιών με ΧΝΝ.
Σκοπός: Η καταγραφή της ποιότητας ζωής παιδιατρικών ασθενών με ΧΝΝ σε διαφορετικά στάδια από το 1ο ως το 4ο, τελικού σταδίου ΧΝΝ υπό περιτοναϊκή κάθαρση και μεταμόσχευση νεφρού. Παράλληλα, έγινε σύγκριση των αποτελεσμάτων τόσο μεταξύ των διαφόρων ομάδων παιδιών με ΧΝΝ, όσο με υγιείς μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας και φύλου, αλλά και με σταθμισμένο δείγμα παιδιών από τον ελληνικό πληθυσμό καθώς και με την αντίληψη της ποιότητα ζωής των παιδιών με ΧΝΝ από τους γονείς τους.
Μεθοδολογία: Χρησιμοποιήθηκε το σταθμισμένο για τον ελληνικό πληθυσμό, πολυδιάστατο ερωτηματολόγιο KIDSCREEN-52 που μελετά 10 διαστάσεις με 52 ερωτήματα, ενώ αναφέρεται σε διαπιστώσεις και βιώματα της τελευταίας εβδομάδας. Αφού έγινε επανακωδικοποίηση των αρνητικά διατυπωμένων ερωτήσεων ακολούθησε μετασχηματισμός για κάθε ξεχωριστό άτομο σύμφωνα με το μοντέλο Rasch σε Ζ-τιμές και κατόπιν σε Τ-τιμές.
Αποτελέσματα: Μελετήθηκαν συνολικά 55 παιδιά με μέσο όρο ηλικίας 13,14±3,99 έτη, που ειδικότερα είχαν XNN σταδίων 1–4, (n=25), τελικού σταδίου ΧΝΝ υπό περιτοναϊκή κάθαρση (n=14) ή είχαν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού (n=16). Η ποιότητα ζωής των παιδιών της μελέτης βρέθηκε πως είναι αντίστοιχη με αυτή του σταθμισμένου δείγματος του ελληνικού πληθυσμού και μάλιστα οι πάσχοντες εμφανίζουν καλύτερη κοινωνική αποδοχή στις μικρές ηλικίες 8-11 ετών, σε σχέση με τους υγιείς Ελληνόπαιδες (p=0,0001). Στη σύγκριση των παιδιών με ΧΝΝ με υγιείς μάρτυρες σε όλο το ηλικιακό φάσμα 8-18 ετών, διαπιστώθηκε πως εμφάνιζαν χαμηλότερη σωματική ευεξία συγκριτικά με τους υγιείς (p=0,004). Μεταξύ παιδιών με ΧΝΝ και των γονιών τους υπήρχαν αρκετές αντικρουόμενες απόψεις στην εκτίμηση της ποιότητας ζωής των παιδιών, σε διαστάσεις όπως η αντίληψη του εαυτού τους, οι οικονομικοί πόροι, η σχέση με τους γονείς τους, το σχολικό περιβάλλον και η αυτονομία τους. Δεν παρατηρήθηκε καμιά διαφορά στην ποιότητα ζωής μεταξύ των iv
παιδιών με ΧΝΝ υπό περιτοναϊκή κάθαρση και των παιδιών με μεταμόσχευση νεφρού. Αντίθετα, η ποιότητας ζωής των παιδιών με μεταμόσχευση νεφρού στη διάσταση των οικονομικών πόρων βρίσκονταν σε καλύτερο επίπεδο από αυτή των παιδιών με ΧΝΝ σταδίων 1–4 (p=0,024), ενώ και τα παιδιά σε περιτοναϊκή κάθαρση είχαν καλύτερη εκτίμηση για τη διάθεση και τα συναισθήματά τους (p=0,002), για τη σχέση με τους γονείς και τη ζωή στο σπίτι τους (p=0,001) και για τους οικονομικούς τους πόρους (p=0,001), συγκριτικά με την αντίστοιχη εκτίμηση των παιδιών με με ΧΝΝ σταδίων 1– 4 για τις επιμέρους διαστάσεις.
Συμπεράσματα: Τα διαφορετικά στάδια της ΧΝΝ δεν επηρεάζουν αξιοσημείωτα την ποιότητα ζωής των παιδιατρικών ασθενών συγκριτικά με το σταθμισμένο δείγμα των υγιών Ελληνόπαιδων. Παρόλα αυτά, διαπιστώνεται πως μεταξύ παιδιών με ΧΝΝ και των γονιών τους υπήρχαν αρκετές αντικρουόμενες απόψεις στην εκτίμηση της ποιότητας ζωής των παιδιών, ενώ παράλληλα υπήρχαν διαφορές μεταξύ των παιδιών με ΧΝΝ σε διάφορα στάδια και αυτών υπό περιτοναϊκή κάθαρση ή μεταμόσχευση νεφρού. Είναι σημαντικό να προσδιορίζεται τακτικά η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής στη ρουτίνα παρακολούθησης των παιδιών με ΧΝΝ μαζί με τις λοιπές κλινικοεργαστηριακές τους εξετάσεις. Με το τρόπο αυτό, θα μπορεί να αξιολογούνται ατομικά για τον κάθε ασθενή οι επιδράσεις, στην ποιότητα ζωής, της μετάβασης από το ένα στάδιο ΧΝΝ στο επόμενο ή στη μέθοδο νεφρικής υποκατάστασης. Κυρίως όμως θα μπορούν να γίνονται οι κατάλληλες παρεμβάσεις, είτε άμεσα στον ίδιο τον ασθενή είτε έμμεσα μέσω του σχολείου, των φίλων και κυρίως της οικογένειας με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των παιδιών με ΧΝΝ.Background: Chronic Kidney Disease (CKD), in all stages, affects the quality of life of children and adolescents. A systematic monitoring, long-term giving medications and dietary intervention are needed for the optimal management of children with CKD.
Aim: Record the quality of life of pediatric patients with CKD at different stages between 1st and 4th, end stage renal disease on peritoneal dialysis and kidney transplantation. In addition, the results were compared between different groups of children with CKD, between age- and sex-matched healthy controls, between a validated sample of children from Greek population and also between the perception of quality of life of children with CKD from their parents.
Methods: A validated for the Greek population, multidimensional questionnaire was used, the KIDSCREEN-52 which examines 10 dimensions by 52 questions, with experiences of the last week. Analysis was done by transforming values, for each individual person according to the Rasch model, in Z - values and then to T - values.
Results: A total of 55 children were included ine the study with an average age of 13.14±3.99 years. In particular, were included children with CKD at different stages between 1st and 4th (n=25), end stage renal disease on peritoneal dialysis (n=14) or undergone kidney transplantation (n=16). Quality of life in children of the study was found to be similar to that of the validated sample of Greek population. In addition, children of the study exhibit better social acceptance at ages 8 to 11 years as compared with validated Greek children (p=0.0001). Children with CKD (age range 8-18 years) had lower physical well-being as compared with healthy controls of same age and sex (p=0.004). Among children with CKD and their parents were several conflicting opinions on the assessment of the quality of life of children in dimensions such as self-perception, financial resources, parent’s relation and home, school environment and autonomy. There was no difference in quality of life among children with end stage renal disease on peritoneal dialysis and renal transplant children. In contrast, the quality of life in children with kidney transplantantion as expressed by the dimension of financial resources were at a better level than that of children with CKD stages 1-4 (p=0.024). While, children on peritoneal dialysis had a better score for dimensions of moods and emotions (p=0.002), parent’s relation and home (p=0.001) and their financial resources (p=0.001) as compared to that of children with CKD stages 1-4.
vi
Conclusions: Different stages of CKD did not affect significantly the quality of life of pediatric patients as compared to the validated sample of healthy Greek children. However, it was found that among children with CKD and their parents were several conflicting opinions on the assessment of the quality of life of children, while there were also differences between children with CKD and those on peritoneal dialysis or kidney transplantation. It is important to regularly measure the quality of life related to health in the routine monitoring of children with CKD by the same way that happened with other clinical and laboratory examinations. By this, effects on quality of life can be assessed individually for each patient, during the transition from one stage of CKD to the next stage or to another renal replacement method. Furthermore, appropriate interventions would be applied either directly in the patient or indirectly through school, friends and family, with the aim of improving the quality of life of children with CKD