1696 research outputs found
Sort by
Εκπαιδευτικοί και νέο πρόγραμμα σπουδών στα μαθηματικά: Η εφαρμογή μιας μεταρρύθμισης στην ελληνική υποχρεωτική εκπαίδευση
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Τα πεδία αναπλαισίωσης και ειδικότερα οι λόγοι που παράγονται σε αυτά επι-τρέπουν την κατανόηση της νοηματοδότησης που αποδίδεται σε ένα Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) από τους εκπαιδευτικούς. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι σημαντικό να μελετηθούν οι τρόποι με τους οποίους μετασχηματίζονται οι βασικές αρχές ενός νέου ΠΣ στα Μαθηματικά, εξαιτίας των διαφορετικών λόγων από τους οποίους αντλούν οι εκπαιδευτικοί. Οι λόγοι αυτοί αναδεικνύουν το νόημα που αποδίδεται στο περιεχόμε-νο του νέου ΠΣ, καθώς και τον τρόπο που αυτό αναπλαισιώνεται, κατά συνέπεια, και τις συνθήκες υλοποίησής του στην τάξη.
Το πλαίσιο υλοποίησης της παρούσας έρευνας συνιστά μια πρόσφατη μεταρ-ρυθμιστική προσπάθεια στην ελληνική υποχρεωτική μαθηματική εκπαίδευση, ενταγ-μένη σε μια γενικότερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία αφορούσε την ανάπτυξη νέων ΠΣ. Αξιοποιώντας το θεωρητικό πλαίσιο του Bernstein (2000), η εργασία ε-στιάζεται στον αντίκτυπο αυτής της μεταρρύθμισης στις διαδικασίες αναπλαισίωσης των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετείχαν στην πιλοτική εφαρμογή του νέου ΠΣ των μαθηματικών για ένα σχολικό έτος. Ειδικότερα, το ερευ-νητικό πρόβλημα της παρούσας μελέτης αφορά τη διερεύνηση του παιδαγωγικού λό-γου που αναπτύσσουν οι εκπαιδευτικοί για τις τέσσερις βασικές διεργασίες του νέου Προγράμματος Σπουδών των μαθηματικών, με στόχο την αναγνώριση των πεδίων αναπλαισίωσης στα οποία τοποθετούνται προκειμένου να υλοποιήσουν τις διεργασίες αυτές στην τάξη. Το δείγμα αποτέλεσαν 6 εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας εκπαί-δευσης, οι οποίοι ανήκαν σε σχολείο πιλοτικής εφαρμογής στη Θράκη. Τα ερευνητι-κά εργαλεία που αξιοποιήθηκαν για τη συλλογή των δεδομένων ήταν η παρατήρηση και η συνέντευξη. Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι η νοηματοδότηση και η υλο-ποίηση των μαθηματικών διεργασιών είναι αποτέλεσμα παράλληλων αναπλαισιώσε-ων σε διαφορετικά επίπεδα.The recontextualised fields and, more specifically, the discourses produced in them facilitate the realization of the ways in which teachers decipher and interpret a curriculum of studies. Such orientation renders it important to study the ways in which the main principles of a new curriculum of studies in Mathematics are modified due to various reasons that teachers can raise. These reasons point out/ emphasize the meaning that is given to the content of a new curriculum of studies as well as the way in which it is recontextualised. Consequently, the conditions under which the new cur-riculum is realized in class are also pointed out.
The present research has been realized based on a recent reformatory attempt in the Greek compulsory Mathematical education. This reformatory attempt is part of a more general reformational movement in education regarding the development of new curricula of studies. Using the theoretical context of Bernstein (2000), the present study focuses on the impact this reformation had on the procedures of recontextualisa-tion of the teachers of primary education who participated in the pilot application of the new curriculum of studies in Mathematics for one school year. In specific, the pre-sent study attempts to explore (explores) the pedagogical discourse the teachers de-velop for the four main processes of the new curriculum of studies in Mathematics so as to identify the fields of recontextualisation they are positioned on in order to realize these processes in class. The research sample are six teachers of primary education who worked at one of the schools of the pilot application phase in Thrace. The re-search tools used for the collection of data were the non-participant observation and the semi-structured interview. The data analysis showed that the meaning rendered to and the way the mathematical processes are realized in class are the result of parallel recontextualisations at different levels
Ο ρόλος των διοικήσεων ανθρώπινου δυναμικού στους οργανισμούς σήμερα. Η περίπτωση της Κύπρου
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η διοίκηση ανθρώπινων πόρων ή διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, ορίζεται ως η διοικητική λειτουργία που μελετά, εφαρμόζει και εποπτεύει όλες τις δραστηριότητες που έχουν άμεση σχέση με τη διοίκηση και ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα στα πλαίσια μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού. (Παπαλεξανδρή, Μπουραντάς 2003)
Η διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί μία από τις δύο κύριες λειτουργίες της διοίκησης επιχειρήσεων. Το ανθρώπινο δυναμικό των σύγχρονων επιχειρήσεων αποτελεί το κυριότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα τους. Όπως αναφέρει ο Jim Alef ‘Αν εξετάσουμε τις πηγές σταθερού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος κατά την τελευταία δεκαετία, η μόνη που έχει διατηρηθεί είναι η ποιότητα των ανθρώπων που δουλεύουν για σένα’.
Σκοπός της Έρευνας
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της σημαντικότητας και του ρόλου της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Επίσης στην παρούσα εργασία γίνεται σύγκριση με παρόμοια εργασία που έγινε το 2002 από την Δρ. Ελένη Σταύρου Κωστέα, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δείγμα
Το δείγμα της παρούσας εργασίας αποτελούν 298 επιχειρήσεις ή οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο και εργοδοτούν πάνω από εκατόν εργαζόμενους.
2
Αποτελέσματα
Η ερευνητική εργασία μας έδωσε τα πιο κάτω αποτελέσματα.
Πέντε στις δέκα από τις μεγάλες επιχειρήσεις και έξι στις δέκα από τις μικρές, περιλαμβάνουν το διευθυντή του ανθρώπινου δυναμικού στην εκτελεστική διοίκηση του οργανισμού.
Επτά στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις και σχεδόν πέντε στις δέκα από τις μικρές, εμπλέκουν τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού στον καθορισμό της γενικής στρατηγικής του οργανισμού.
Επτά περίπου στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις απάντησαν ότι έχουν καταγεγραμμένη στρατηγική διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και μόλις δύο στις δέκα απάντησαν αρνητικά. Όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις σχεδόν έξι στις δέκα απάντησαν αρνητικά και μόλις 2,6 στις δέκα απάντησαν θετικά.
Πέντε στις δέκα επιχειρήσεις απάντησαν ότι δεν έχουν μη καταγεγραμμένη πολιτική διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και μόλις 1,6 στις δέκα ότι έχουν. Όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις περίπου τρεις στις δέκα απάντησαν αρνητικά και τρεις στις δέκα θετικά.
Επτά στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις απάντησαν ότι υπάρχει καταγεγραμμένη πολιτική ανάπτυξης στον οργανισμό τους και δύο στις δέκα απάντησαν ότι δεν υπάρχει. Στις μικρές επιχειρήσεις τέσσερις στις δέκα απάντησαν θετικά και περίπου τρεις στις δέκα αρνητικά.
Επτά στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις απάντησαν ότι έχουν καταγεγραμμένη εκπαιδευτική πολιτική και μόνο δύο στις δέκα ότι δεν έχουν. Στις μικρές μόνο σχεδόν οι μισές, πέντε
3
στις δέκα, απάντησαν ότι έχουν καταγεγραμμένη εκπαιδευτική πολιτική και τρεις στις δέκα ότι δεν έχουν.
Σχεδόν εννέα στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις απάντησαν ότι γίνεται ανάλυση των εκπαιδευτικών αναγκών του προσωπικού και μόνο 0,4 στις δέκα απάντησαν αρνητικά. Παρόμοια αποτελέσματα πήραμε και για τις μικρές επιχειρήσεις όπου οκτώ στις δέκα απάντησαν θετικά και μόνο 1,6 στις δέκα απάντησαν αρνητικά.
Επτά στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις απάντησαν ότι παρακολουθούν τα αποτελέσματα της εκπαίδευσης του προσωπικού τους και μόνο το 1,6 απάντησαν αρνητικά. Στις μικρές επιχειρήσεις έξι στις δέκα απάντησαν θετικά και τρεις στις δέκα απάντησαν αρνητικά.
Τέσσερις στις δέκα μεγάλες επιχειρήσεις απάντησαν ότι δεν χρησιμοποιούν σχέδια ‘high flyer’ για τους εργαζομένους και μόνο δύο στις δέκα απάντησαν ότι χρησιμοποιούν. Από τις μικρές επιχειρήσεις σχεδόν πέντε στις δέκα απάντησαν αρνητικά και μόνο 1,5 στις δέκα απάντησαν θετικά.The human resource management is defined as the administrative function that designs, implements and supervises all activities directly related to the management and development of human factors within a company or organization. (Papalexandri, Bourantas 2003)
The human resource management is one of the two main functions of business administration. The people of modern business is the main competitive advantage or disadvantage. As reported by Jim Alef ' If you look at the sources of stable competitive
4
advantage in the last decade, alone has maintained the quality of people who work for you'.
Purpose of Research
The purpose of this study is to investigate the significance and role of human resource management of enterprises operating in Cyprus. Also the results in the present work are being compared with similar work done in 2002 by Drs. Eleni Stavrou Costea, when the Republic of Cyprus was outside the European Union.
Sample The sample of this study are 298 firms and institutions operating in Cyprus and employ over one hundred employees.
Results The research paper gave the following results.
Five to ten of the big six in ten of the minor companies are including the director of human resources to the executive management of the organization.
Seven in ten large companies and nearly five out of ten of the small involves human resource management in determining the overall strategy of the organization.
Nearly seven out of ten large companies answered that they have captured strategic human resource management and only two out of ten answered negative. Nearly six out of ten small businesses responded negatively and just 2.6 out of ten responded positively. Five out of ten companies said they did not have unrecorded HRM policies and just 1.6
5
out of ten they answered that they do. About three out of ten small businesses responded negatively and three out of ten positive.
Seven in ten large companies answered that they have documented policy development in their organization and two out of ten said they did not have. In small enterprises four in ten responded positively and about three in ten negative.
Seven in ten large companies have recorded educational policy and only two out of ten do not. In small companies only about half, five in ten, have recorded educational policy and three out of ten did not.
Almost nine out of ten major enterprises responded that they do an analysis of training needs of staff and only 0.4 in ten responded negatively. Similar results were obtained for small businesses where eight out of ten responded positively and only 1.6 in ten responded negatively.
Seven in ten large companies answered that monitor the effects of staff training and only 1.6 replied negatively. In small enterprises six in ten responded positively and three out of ten responded negatively.
Four in ten large companies responded that they use 'high flyer' plans for workers and only two in ten said that they do not use. From small businesses nearly five out of ten responded negatively and only 1.5 in ten responded positively
Ποιότητα ζωής ασθενών μετά τη νοσηλεία στη ΜΕΘ και επιβάρυνση των φροντιστών τους
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Οι έννοιες που αφορούν στην ποιότητα ζωής των ασθενών καθώς και στην επιβάρυνση των φροντιστών, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον τόσο της ιατρικής κοινότητας όσο και άλλων επαγγελαμτιών υγείας. Οι έννοιες αυτές περικλείουν παραμέτρους που αφορούν στην ψυχική, κοινωνική και σωματική κατάσταση του ατόμου, εστιάζοντας στην υποκειμενική εκτίμηση του κάθε επηρεαζόμενου.
Σκοπός
Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η επισκόπηση ερευνών σχετικών με την ποιότητα ζωής των ασθενών με μακροπρόθεσμη νοσηρότητα έπειτα από τη νοσηλεία τους στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και την επιβάρυνση που βιώνουν οι φροντιστές των ατόμων αυτών.
Μεθοδολογία
Για να εντοπιστούν οι μελέτες που διερεύνησαν την ποιότητα ζωής ασθενών μετά από νοσηλεία σε ΜΕΘ έγινε αναζήτηση στις ακόλουθες ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων: PubMed, Medline, Science Direct και το Google Scholar. Η αναζήτηση περιορίστηκε σε μελέτες στην αγγλική και ελληνική γλώσσα, και οι λέξεις-κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν: ‘Intensive Care Unit’, ‘critical illness’, ‘Health Related Quality of life’. Για να εντοπιστούν οι μελέτες που διερεύνησαν την επιβάρυνση των φροντιστών ασθενών που εξήλθαν της ΜΕΘ έγινε αναζήτηση στις ίδιες βάσεις δεδομένων με τους ίδιους περιορισμούς. Οι λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν: ‘burden of care’, ‘caregivers’, ‘critical illness’. Για τη συλλογή στοιχείων πραγματοποιήθηκε επίσης βιβλιογραφική μελέτη σε βιβλία σχετικά με την ποιότητα ζωής.
Αποτελέσματα
Αρκετές μελέτες έχουν παρουσιάσει μειωμένη ποιότητα ζωής στους ασθενείς που επιβίωσαν της εντατικής θεραπείας. Η μειωμένη ποιότητα ζωής σχετίζεται συχνά με τη μακροπρόθεσμη νοσηρότητα. Το άγχος και η κατάθλιψη παρεμβαίνει στην ταχύτητα αποθεραπείας και επηρεάζει την ποιότητα ζωής. Οι γνωστικές
vi
δυσλειτουργίες μπορεί να εκφραστούν σε ένα εύρος από πλήρη έλλειψη συνείδησης μέχρι ελάχιστη, συχνά ‘κρυφή’, δυσλειτουργία που αναγνωρίζεται μερικές φορές από τους οικείους αλλά αποκαλύπτεται με πολύ εξειδικευμένη διερεύνηση. Πρόσφατα ευρήματα σχετικά με την νεφρική λειτουργία και την λειτουργία των πνευμόνων καταγράφουν το λειτουργικό έλλειμμα αλλά και τις συνέπειες στην ποιότητα ζωής ασθενών που εξήλθαν της ΜΕΘ. Τέλος, η φυσική εξέλιξη της πολυμυονευροπάθειας (ΠΜΝ) της ΜΕΘ τελευταίως έχει περιγραφεί αναλυτικά. Ερευνητές αναφέρουν ότι αρκετοί ασθενείς με ΠΜΝ 5-6 χρόνια μετά την έξοδο από την ΜΕΘ εμφανίζουν εμμένουσα ανικανότητα με την μορφή κούρασης και αναπηρίας.
Αυτά τα προβλήματα έχουν συνέπειες τόσο για τους ασθενείς όσο και για τις οικογένειες τους. Τα μέλη της οικογένειας μετατρέπονται σε άτυπους φροντιστές, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει δευτερευόντως σε ακόμη πιο κακή υγεία των ασθενών. Οι οικογενειακές σχέσεις μπορεί να διαταραχθούν και κινδυνεύει η οικονομική ασφάλεια των ασθενών και των οικογενειών τους. Ο ρόλος του άτυπου φροντιστή μπορεί να είναι απαιτητικός και αγχωτικός. Η φροντίδα μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και ευεξία του φροντιστή. Η επιβάρυνση των φροντιστών, που σχετίζεται με τη φροντίδα συγγενή μετά από μια κρίσιμη ασθένεια, μπορεί να είναι πολύ μεγάλη λαμβάνοντας υπόψη την πληθώρα των προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίζουν τα άτομα που έχουν νοσηλευτεί για κάποια κρίσιμη κατάσταση. Πολλές μελέτες έχουν εξετάσει την επιβάρυνση των συζύγων-φροντιστών ηλικιωμένων ατόμων, τελικού σταδίου άρρωστων, ατόμων που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο ή έχουν κάποια μορφή άνοιας. Ωστόσο, δεν εντοπίστηκαν μελέτες σχετικά με την επιβάρυνση των φροντιστών, των οποίων μέλος της οικογένειας έχει υπάρξει βαρέως πάσχων στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
Συμπεράσματα
Η νοσηλεία σε ΜΕΘ και οι επιπτώσεις της στη ψυχοσωματική διάσταση του ασθενούς, καθώς και των φροντιστών αυτού, συνιστά θέμα πολυσύνθετο, καθώς στο σύστημα αυτό αλληλεπιδρούν πολυδιάστατες συνισταμένες έννοιες. Από τη μία πλευρά τοποθετείται ο ασθενής ο οποίος βιώνει τον αντίκτυπο των πολυσυστημικών συνεπειών στην ποιότητα ζωής του και, από την άλλη πλευρά, ο φροντιστής ο οποίος εισπράττει τις συνέπειες που απορρέουν από τη φροντίδα.The concepts of patients’ quality of life and caregivers’ burden have attracted in recent decades the interest of both medical and other health professional’s community. These concepts include parameters relating to mental, social and physical condition of the subject of interest, focusing on the subjective assessement of each person affected.
Aims
The aim of this thesis is to review research on the quality of life of patients with long-term morbidity after hospitalization in the Intensive Care Unit (ICU) and the burden experienced by caregivers of these individuals.
Methodology
To identify studies that investigated the quality of life of patients after hospitalization in the ICU, the following electronic databases were searched: PubMed, Medline, Science Direct and Google Scholar. The search was limited to studies in the English and Greek language, and keywords used were: 'Intensive Care Unit', 'critical illness', 'Health Related Quality of life'.
To identify studies investigating the burden on carers of patients after hospitalization in the ICU the same databases were searched with the same restrictions. The keywords used were: 'burden of care', 'caregivers', 'critical illness'.
Literature study of books on quality of life was also conducted.
Results Several studies have shown a reduced quality of life in patients surviving critical care. The reduced quality of life is often associated with long-term morbidity. Stress and depression interfere with the speed of recovery and affect quality of life. Cognitive dysfunction can be expressed in a range of complete unconsciousness until minimal, often 'hidden' impairment recognized sometimes by the family but revealed with specialized examination. Recent findings on renal and lung function record the functional deficit and the impact on quality of life of patients who discharged from the
viii
ICU. Finally, the natural course of ICU related weakness has been described recently in detail. Researchers report that many patients with ICU related weakness face persistent impairment in the form of fatigue and disability 5-6 years after discharging from the ICU.
These problems have implications for both patients and their families. Family members convert to informal caregivers, which may lead secondarily to more poor health of the patients. Family relationships can be disrupted and the economic security of patients and their families can deteriorate. The role of the informal caregiver can be demanding and stressful. The care of the former ICU patient can have negative effects on the carer’s health and wellbeing. The caregiver burden, associated with the care of a relative after critical illness can be very large considering the plethora of problems that can be experienced by people who have been hospitalized for any critical situation. Many studies have examined the burden of spouses-caregivers of elderly, of people with end-stage diseases, of people who have had a stroke or have some form of dementia. However, there are no studies on the burden of caregivers whose family member has been seriously ill in an Intensive Care Unit.
Conclusions The hospitalization in ICU and its effects on psychosomatic dimension of the patient and the caregiver, constitute a complex issue, as in this system interact resultant multidimensional concepts. On one side is placed the patient who is experiencing the impact of multisystemic effects on quality of life and, on the other hand, the carer who receives the consequences of care
Θεωρητική προσέγγιση των άϋλων περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (ΔΛΠ 38) - Μελέτη του βαθμού συμμόρφωσης των εισηγμένων επιχειρήσεων στο Χ.Α.Α. που ανήκουν στους κλάδους τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών με τις γνωστοποιήσεις που προβλέπονται
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Τα άυλα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν το επίκεντρο του σύγχρονου οικονομικού περιβάλλοντος, καθώς η συνεισφορά τους στην αξία της επιχείρησης είναι καθοριστική. Όλο και περισσότερες είναι οι επιχειρήσεις που αναγνωρίζουν τη σημασία τους και επενδύουν σε αυτά, σε μία προσπάθεια να παραμείνουν βιώσιμες και ανταγωνιστικές.
Η εκτεταμένη χρήση τους ανέδειξε δυσκολίες ως προς τον λογιστικό τους χειρισμό και το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να τα συνοδεύουν, ώστε να αποδοθεί με ακρίβεια και επάρκεια, το μέγεθος της σημασίας τους στη λειτουργία και τη μεγέθυνση μίας οικονομικής μονάδας. Ωστόσο στο πλαίσιο της ομοιογένειας της πληροφόρησης και της διαφάνειας που επιδιώκουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, απαιτείται από τις επιχειρήσεις να δημοσιεύουν τουλάχιστον τις γνωστοποιήσεις που αυτά ορίζουν.
Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να ανιχνεύσει την έκταση κατά την οποία οι ελληνικές επιχειρήσεις συμμορφώνονται με τις απαιτούμενες γνωστοποιήσεις των ΔΛΠ, ώστε οι χρηματοοικονομικές τους καταστάσεις να παρέχουν πλήρη και ουσιαστική πληροφόρηση στα ενδιαφερόμενα μέρη, ως προς τα άυλα περιουσιακά στοιχεία τους.
Ειδικότερα, εξετάζονται οι εισηγμένες επιχειρήσεις των κλάδων τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών καθώς, η δραστηριότητά τους είναι στενά συνδεδεμένη με τα άυλα περιουσιακά στοιχεία.The intangible assets are on the center of modern economic environment and their contribution to the value of an enterprise is decisive. Nowadays, more and more enterprises recognize their importance and invest on them, trying to remain viable and competitive.
The rising importance of the intangible assets has elected the difficulties on their accountant handling. Intangible assets have real vale and are very important to a company's success, but are much harder to measure and quantify. However, the International Financial Accounting Standards, on the IAS 38, define the necessary notifications that should be published by all enterprises in order to insure transparency and homogeneity.
The present study aims to detect on which degree the Greek enterprises comply with the required notifications of IAS to provide complete and essential information by their financial statements to the interested parts (Stakeholders) about their intangible assets.
More specifically, on this study are examined the listed (in the Stock Market of Athens) companies that belong on the branch of Technology and Telecommunications because their activity is closely connected with the intangible assets
Η εφαρμογή της στρατηγκής διοίκησης ανθρωπίνων πόρων σε περιπτώσεις διασυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η έκταση του φαινομένου των εξαγορών και των συγχωνεύσεων, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων αγορών. Το φαινόμενο αυτό συνήθως συνδέεται με σοβαρές εξελίξεις στη στρατηγική Διοίκηση Ανθρώπινων Πόρων, στην απασχόληση και στο περιεχόμενο των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Με την παρούσα διπλωματική επιχειρείται η ανάλυση της επίδρασης της Στρατηγικής Διοίκησης Ανθρώπινων Πόρων σε περιπτώσεις Διασυνοριακών Συγχωνεύσεων και Εξαγορών. Αναλύονται οι όροι της Στρατηγικής Διοίκησης Ανθρώπινων Πόρων, του φαινομένου των εξαγορών και των συγχωνεύσεων των επιχειρήσεων με παραδείγματα από το διεθνή χώρο, ενώ παράλληλα γίνεται μία προσπάθεια ανάλυσης του ρόλου της Διοίκησης του Ανθρώπινου Δυναμικού σε περιπτώσεις Διασυνοριακών Συγχωνεύσεων και Εξαγορών.
Ξεκινώντας με μία εισαγωγή στη Διοίκηση Ανθρώπινων Πόρων, επιχειρείται η ανάλυση του όρου της Στρατηγικής Διοίκησης αυτών. Βασιζόμενοι στην αβεβαιότητα που επικρατεί στο επιχειρησιακό περιβάλλον, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού και το υψηλό κόστος κεφαλαίου, αναλύεται το φαινόμενο των διεθνών εξαγορών και συγχωνεύσεων που αποτελούν στρατηγικές συμφωνίες των επιχειρήσεων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που προκύπτουν από τις επικρατούσες καταστάσεις. Αναλύεται τέλος ο τρόπος με τον οποίο οι διεθνείς εξαγορές και συγχωνεύσεις επηρεάζουν τις επιμέρους πολιτικές Διοίκησης Ανθρώπινων Πόρων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και τις επιπτώσεις τους στην απασχόληση και στις εργασιακές σχέσεις.This paper will discuss the extend of the phenomenon of mergers and acquisitions in domestic as well as in cross-border level which is a basic characteristic of modern markets. This phenomenon is usually connected with serious developments in the strategic of Human Resource Management, in the employment and in the content of labour relations among personnel of involved enterprises. This dissertation will attempt the analysis of Human Resource Management in cases of cross-border mergers and acquisitions. The terms of strategic Human Resource Management will also be analyzed. The case of mergers and acquisitions of enterprises is examined using examples from the international area. Moreover, an effort will be made to consider carefully the role of Human Resource Management in cases of cross-border mergers and acquisitions.
The analysis of the term of strategic management is attempted by introducing the Human Resource Management. The phenomenon of international mergers and acquisitions that constitute strategic agreements of enterprises in order to face the problems that result from prevailed situations is analyzed based on the uncertainty that prevails in the operational environment, in combination with the intensification of competition and the high cost of capital. Finally, is discussed the way in which the international mergers and acquisitions influence the individual policies of Human Resource Management of the enterprises involved and their repercussions in the employment and the labour relations
"Workplace mobbing/bullying" - Ηθική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο με θύματα εργαζόμενες γυναίκες
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Τα τελευταία χρόνια, τα κρούσματα ηθικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας έχουν πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με αρνητικές, και σε μερικές περιπτώσεις, ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παρενοχλημένους, αλλά και για την ίδια την επιχείρηση και την κοινωνία ευρύτερα. Η ηθική παρενόχληση θεωρείται από πολλούς σήμερα μια συγκαλυμμένη μορφή τρομοκρατίας η οποία εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς στον εταιρικό κόσμο, απειλώντας όχι μόνο την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων αλλά και την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων και των οργανισμών μέσα στους οποίους αναπτύσσεται. Πολλοί ερευνητές έχουν προσπαθήσει, τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες, να δώσουν έναν ενιαίο και διεθνώς αποδεκτό ορισμό, όμως λόγω του ότι συχνά η ηθική παρενόχληση παρερμηνεύεται με καταστάσεις όπως το εργασιακό στρες και οι ανοικτές διαμάχες στο χώρο της εργασίας, υπάρχει μια αδυναμία ως προς το να διασαφηνιστεί ο όρος και για το λόγο αυτό οι ερμηνείες ποικίλουν. Παρόλα αυτά, διάφοροι αρμόδιοι φορείς και θεσμικά σώματα μελετούν τα τελευταία χρόνια τη θέσπιση πλαισίου αντιμετώπισης και καταπολέμησης τέτοιων φαινομένων διάκρισης και άνισης μεταχείρισης στον χώρο εργασίας.
Η παρούσα έρευνα εξετάζει το φαινόμενο της ηθικής παρενόχλησης στον εργασιακό χώρο καθώς και τις επιπτώσεις που αυτή έχει τόσο στη ψυχοσύνθεση του θύματος όσο και στην ομαλή λειτουργία του εταιρικού χώρου μέσα στον οποίο αυτή εκδηλώνεται. Θα διερευνηθεί επίσης πώς το φαινόμενο της ηθικής παρενόχλησης λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στην ψυχοσύνθεση του ατόμου, στην περίπτωση μας στην ψυχολογία των εργαζομένων γυναικών, αλλά και πώς επηρεάζει το γενικότερο εργασιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται. Τέλος, θα μελετήσουμε τον ρόλο του κράτους και της κοινωνίας ευρύτερα στην ανάπτυξη και πάταξη του φαινομένου αυτού.The past few decades have witnessed a steady increase in the number of workplace mobbing and bullying cases, unfolding the huge hidden costs in terms of employee well-being and productivity. There is however, no universally accepted formal definition of workplace mobbing since it can occur in a variety of forms. Hence, the level of abuse in the workplace is difficult to estimate and continues unrecognized or at least justified as “inevitable” in the world of corporate affairs and workplace politics.
Mobbing in the workplace is in the majority of cases reported as having been perpetrated by management and as mentioned above, takes a wide variety of forms. It can be covert or overt; the manager may fail to see it and employees in the organization may know about it but chose to remain silent. Negative effects are not limited to the targeted individuals, and lead to a decline in employee morale and company culture.
What is also quite worrying is that the American Workplace Bullying Institute, the only U.S. organization dedicated to the eradication of workplace bullying, in his 2014 U.S. Workplace Bullying Survey key findings reports that women are still the majority of targets (60%). Thus, with workplace bullying continually increasing at an unprecedented epidemic rate, it is now time for organizations and governments to establish zero-tolerance policies for workplace bullying to end this dehumanizing behavior.
This paper will examine the concept of workplace mobbing/bullying and most importantly its effects and costs for both the victim and the workplace, taking into consideration the role of government and society in the prevention of the phenomenon and the protection of the victim
Ηλεκτρονικές συναλλαγές (υπηρεσίες) με το Ελληνικό Δημόσιο και η αποδοχή και προτίμηση τους απο τους πολίτες. Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν αυτή την αποδοχή
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο κύριος σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να προσδιοριστεί ο βαθμός αποδοχής της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (ηλεκτρονικές συναλλαγές με το δημόσιο), από τους πολίτες στην Ελλάδα. Οι συναλλακτικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πολιτών (ηλεκτρονικές συναλλαγές) με την κυβέρνηση μέσω του Διαδικτύου εξετάστηκαν στη μελέτη αυτή. Για το σκοπό αυτό, το κύριο ερευνητικό ερώτημα είναι ποια η αποδοχή των πολιτών για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές καθώς επίσης και ο καθορισμός και η κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, τη χρήση τους από τους πολίτες, και ποια η εικόνα για τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Τα ευρήματα αυτής της μελέτης περιλαμβάνουν το σχεδιασμό και την υλοποίηση στρατηγικών που μπορούν να χρησιμεύσουν ως κατευθυντήριες γραμμές για την κυβέρνηση χώρας, καθώς και για τους αναλυτές και σχεδιαστές ηλεκτρονικών συναλλαγών στο δημόσιο.
Η έρευνα διερευνά τέσσερις διαφορετικούς κοινωνικούς παράγοντες: την εμπιστοσύνη όσον αφορά την ασφάλεια και την προστασία της ιδιωτικής ζωής και την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, τις στάσεις και τις πεποιθήσεις των πολιτών απέναντι σε αυτόν τον τρόπο εξυπηρέτησης, το διαδίκτυο και τις δεξιότητες στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και την εργονομία και λειτουργικότητα στο σχεδιασμό ιστοσελίδας. Οι μετρήσεις που χρησιμοποιούνται κατά την εξέταση αυτών των παραγόντων είναι προσαρμοσμένες σε προηγούμενες έρευνες και οι μετρήσεις των βασικών μεταβλητών έγιναν με μεθοδολογία που βασίζεται στο μοντέλο “Technology Acceptance Model (TAM)”. Έχουν αναπτυχθεί νέες μετρήσεις για τους παράγοντες του Διαδικτύου που σχετίζονται με τις πεποιθήσεις, το internet και την εμπιστοσύνη στις δεξιότητες ηλεκτρονικών υπολογιστών και το σχεδιασμό ιστοσελίδων. Η έρευνα χρησιμοποιεί διερευνητική παραγοντική ανάλυση για να προσδιορίσει τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και την αποδοχή της στην Ελλάδα.The main purpose of this paper is to determine the degree of acceptance of electronic governance ( e-business to the public ), from citizens in Greece. Transactional interactions between citizens ( e-business ) and government through the Internet, were examined in this study. For this purpose, the main research question is which is the citizen’s acceptance for electronic transactions as well as the definition and understanding of the factors affecting electronic transactions and use by citizens and what are the real needs of citizens. The findings of this study include the design and implementation of strategies that can serve as guidelines for the country's government and for analysts and designers of electronic transactions in public.
The research explores four different social factors: confidence in the safety and privacy and trust in government, attitudes and beliefs of citizens in this way of service, the Internet and the skills to use computers, and ergonomics and functionality to website design. The measurements used in the examination of these factors are adjusted in previous surveys and measurements of key variables were based to methodology of the model “Technology Acceptance Model (TAM)”. New metrics have developed for Internet players associated with beliefs, the internet and confidence in computer skills and web design. The research uses exploratory factor analysis to identify the key factors that can affect e-Government and its acceptance in Greece
Ο εσωτερικός έλεγχος στο Τραπεζικό σύστημα και ο ρόλος του στην αντιμετώπιση του λειτουργικού κινδύνου και στη συγχώνευση των ιδρυμάτων
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Στην παρούσα εργασία αναλύεται ο τρόπος λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου και ο ρόλος του στις τράπεζες, με τη χρήση ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας, πηγών από το διαδίκτυο, εγχειριδίων λειτουργίας και παρατηρήσεων από τα καταστήματα τραπεζών στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα αναλύεται η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου σε οργανωτικές και διοικητικές διαδικασίες σε μια τράπεζα.
Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στη δομή των τραπεζικών ιδρυμάτων καθώς και στην βασικότερη εποπτική αρχή για τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, την Επιτροπή της Βασιλείας. Μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, έγινε αντιληπτό, πως ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι ο πιο ευμετάβλητος τομέας των οικονομικών. Για αυτό το λόγο, δημιουργούνται πλαίσια λειτουργίας από τις παγκόσμιες εποπτικές αρχές, για να μπορεί να ελέγχεται η ευμεταβλητότητα του τομέα αυτού.
Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται βασικές έννοιες του συστήματος του εσωτερικού ελέγχου. Γίνεται αναφορά στην ιστορική διαδρομή του επαγγέλματος του εσωτερικού ελεγκτή. Αναλύεται η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, καθώς επίσης και ο ρόλος του στην αντιμετώπιση του λειτουργικού κινδύνου και στις απάτες.
Στο τρίτο κεφάλαιο ορίζεται ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος και η απάτη σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς. Ειδικότερα, περιγράφονται οι μορφές του λειτουργικού κινδύνου, οι αιτίες και οι συνέπειες που απορρέουν από την διάπραξη απάτης.
Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστούν οι δραστηριότητες των Συγχωνεύσεων και Εξαγορών. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη σημασία που έχει η συγκεκριμένη επιχειρηματική επιλογή, κυρίως μέσα από τη συμμετοχή του εσωτερικού ελέγχου και των λύσεων που μπορεί να δώσει.
Εκτός από το θεωρητικό κομμάτι, η συγκεκριμένη εργασία παρουσιάζει και την εμπειρική μελέτη με θέμα τον ρόλο που διαδραματίζει ο εσωτερικός έλεγχος. Η μελέτη αυτή πραγματοποιήθηκε με την ανάπτυξη ενός ερωτηματολογίου. Τέλος, με τις απαντήσεις που δόθηκαν στα ερωτηματολόγια έγινε η εξαγωγή ποικίλων συμπερασμάτων.
Συνοψίζοντας, το βασικότερο συμπέρασμα που εξάγεται από την παρούσα εργασία είναι ότι ο εσωτερικός έλεγχος σε συνδυασμό με την επιστημονική προσέγγιση των θεμάτων που προκύπτουν είναι ικανή κάθε τράπεζα να αξιολογήσει το βαθμό εφαρμογής των εσωτερικών κανόνων και λειτουργιών. Ο σπουδαίος ρόλος του εσωτερικού ελέγχου είναι η επισήμανση των λειτουργικών αδυναμιών μιας τράπεζας και η προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων που εμφανίζονται.This paper analyzes the function of internal audit and its role in banks’ operation, by using Greek and foreign literature, information from the internet, operational manuals and comments from branches of Greek banks. It analyzes in a specific way the internal audit function in organizational and administrative procedures in a bank.
The first chapter is a reference to the structure of banking institutions and the most important supervisory authority for financial institutions, the Basel Committee. After the recent financial crisis that took place, the financial sector seems to be the most changeable sector of finances. This is the reason why, global supervisory authorities created general operating rules, in order the variability of this sector to be controlled.
The second chapter presents basic definitions of the operation of the internal audit. There is also reference to the history of the internal auditor’s profession. At the same time, there is an analysis about the function of the internal audit in a bank, as well as its role in addressing operational risk and fraud.
The third chapter defines the financial risk and fraud in financial institutions. In particular, the different types of operational risk, the causes and the consequences of committing fraud are being described in this chapter.
The fourth chapter is an attempt to present the activities that are made in case of Mergers and Acquisitions. There is a particular reference in how important this business option is, mainly through the participation and the solutions that internal audit can give.
This paper presents not only theory but also a practical study about the role of internal audit in banks. This study was based on a questionnaire. The responses to these questionnaires were used in a way that valuable conclusions be extracted.
To summarize, the most important conclusion of this paper is that a bank is able to evaluate the implementation of internal rules and functions, by using the internal audit combined with a scientific approach. The role of internal audit is to identify the operating weaknesses in a bank and try to solve the problems that may appear
Το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στην Κύπρο: Προκλήσεις, μεταρρυθμίσεις και προοπτικές
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και επάρκεια του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων από την οποία εξαρτάται η κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, είναι ένα επίκαιρο και μείζονος σημασίας θέμα, στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Στα πλαίσια μιας ανησυχητικά εξελισσόμενης δημογραφικής μετάβασης, ο σύγχρονος ρόλος της κοινωνικής προστασίας επιβάλλει την άρρηκτη σύνδεσή της με την αγορά εργασίας και την οικονομική μεγέθυνση παράλληλα με την προσαρμογή των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Πιο συγκεκριμένα, η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, καθώς επίσης και οι αλλαγές στη δομή της αγοράς εργασίας επηρεάζουν είτε άμεσα, είτε έμμεσα την διάρθρωση του εργατικού δυναμικού, τις συνθήκες προσφοράς και αποτελεσματικότητας της αγοράς εργασίας καθώς και την μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.
Στο υφιστάμενο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στην Κύπρο, διακρίνονται τα προβλήματα και οι προκλήσεις αυτές, επηρεάζοντας τη λειτουργικότητά του άμεσα και έμμεσα, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και η κάθε πρόκληση και το κάθε πρόβλημα έχει διαφορετική επίδραση πάνω στο σύστημα αλλά και πάνω στην οικονομία.
Ως εκ τούτου, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την ψήφιση ενός νόμου αλλά με τη διαρκή και μακροπρόθεσμη προσπάθεια ενίσχυσης του και αντιμετώπισης των αιτιών που δημιουργούν τα προβλήματα. Ειδικότερα πρέπει να περιλαμβάνει το μοντέλο ανάπτυξης, το φορολογικό πλαίσιο, τους μηχανισμούς αναδιανομής του πλούτου, τις πολιτικές για την ανάπτυξη της απασχόλησης, τη μείωση της ανεργίας, τις πολιτικές αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος καθώς και την συνεχή εκπαίδευση και κατάρτιση του ανθρωπίνου δυναμικού.-----
Εκτίμηση της παρουσίας του συνδρόμου Mobbing ανάμεσα στους επαγγελματίες υγείας που εργάζονται στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας στην Κύπρο
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός: Στον Κυπριακό χώρο, η ύπαρξη του «φαινομένου mobbing» (ηθική/ψυχολογική παρενόχληση) δεν είναι γνωστή. Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πρώτη ερευνητική προσπάθεια για την καταγραφή της συχνότητας του «συνδρόμου mobbing» στους επαγγελματίες υγείας που εργάζονται στα κέντρα παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) ώστε να αναδειχθεί η έκταση του φαινομένου και να αναδειχθούν πιθανές σχέσεις ανάμεσα σε συγκεκριμένους παράγοντες.
Υλικό και μέθοδος: Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 136 επαγγελματίες υγείας (44 γενικοί γιατροί, 50 νοσηλευτές, 42 λοιποί επαγγελματίες υγείας) που εργάζονται στα κέντρα Π. Φ. Υ. στην Λευκωσία. Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο LIPT (Leymann Inventory of Psychological Terrorization) το οποίο μεταφράστηκε στα ελληνικά και σταθμίστηκε σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες για τη μετάφραση και στάθμιση ερωτηματολογίων. Το ερωτηματολόγιο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως για τη μέτρηση της ηθικής παρενόχλησης σε διάφορους χώρους εργασίας. Για τη στατιστική ανάλυση και επεξεργασία των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS. Οι συνεχείς μεταβλητές εκφράστηκαν ως μέσοι όροι ± τυπικές αποκλίσεις (mean ±SD), ενώ οι κατηγορικές μεταβλητές εκφράστηκαν ως συχνότητες και ποσοστά. Σε μονομεταβλητή ανάλυση εφαρμόστηκε το Κριτήριο x2 ενώ σε πολυμεταβλητή ανάλυση εφαρμόστηκε λογιστική παλινδρόμηση. Τέλος, χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης συσχέτισης Pearsonr για τη «δοκιμασία -επαναδοκιμασία». Σε όλες τις περιπτώσεις των στατιστικών ελέγχων χρησιμοποιήθηκε ως ελάχιστο επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας το α=0.05.
Αποτελέσματα. Από το σύνολο των 167 επαγγελματιών υγείας που εργάζονται στα κέντρα Π. Φ. Υ. στην Λευκωσία συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια 136 άτομα (ποσοστό ανταπόκρισης 81,4%). Οι γυναίκες αποτέλεσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της μελέτης (83,1% έναντι 16,9% των ανδρών). Η πλειονότητα των συμμετεχόντων στη μελέτη εργάζονται σε αστικά Κέντρα Υγείας (Κ. Υ.) σε ποσοστό 75,7%. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων στη μελέτη ήταν 48,5 ± 7,5 έτη. Ο επιπολασμός του «συνδρόμου mobbing» στους επαγγελματίες υγείας σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό του Leymann ανήλθε στο 8,8%. Ποσοστό 43,4% του πληθυσμού της μελέτης δήλωσαν ότι εκτέθηκαν σε μία τουλάχιστον συμπεριφορά ψυχολογικής βίας, ενώ ποσοστό 11% δήλωσαν έκθεση σε μία τουλάχιστον συμπεριφορά «mobbing» τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Σύμφωνα με τις δηλώσεις των συμμετεχόντων η ψυχολογική βία ασκείτο από άτομα που κατείχαν υψηλότερη ιεραρχικά επαγγελματική θέση (π.χ. προϊστάμενος) σε ποσοστό 55,9% ενώ άτομα ίδιας επαγγελματικής βαθμίδας (π.χ. συνάδελφοι) ασκούσαν ψυχολογική βία σε ποσοστό 50%.
Όσον αφορά τις συχνότερες συμπεριφορές «mobbing» που εμφάνισαν οι εργαζόμενοι ήταν: «σας διακοπούν διαρκώς ενώ εκφράζεστε», «σας αναθέτουν διαρκώς καινούργια καθήκοντα» (ποσοστό 14%) και «μιλούν άσχημα για σας πίσω από την πλάτη σας» (11,8%). Αντίθετα οι λιγότερο συχνές συμπεριφορές «mobbing» που συναντώνται ανάμεσα στους επαγγελματίες υγείας ήταν: «σας έχουν επιτεθεί σεξουαλικά», «σας κακομεταχειρίζονται σωματικά», «σας απειλούν με σωματική βία», σας κάνουν προφορικούς υπαινιγμούς ή προτάσεις σεξουαλικού περιεχομένου», «σας επιτίθενται ή σας κοροϊδεύουν για την καταγωγή σας», «θέλουν να σας υποχρεώσουν να κάνετε ψυχιατρική εξέταση», «δεν σας αναθέτουν κανένα καθήκον, δεν έχετε εργασία» και «δέχεστε γραπτές απειλές» (ποσοστό 0% για όλες τις πιο πάνω δηλώσεις). Το 63,4% του δείγματος είχε μιλήσει για τα προβλήματα αυτά σε συναδέλφους τους ενώ σε ποσοστό 43,9% είχαν μιλήσει με τον προϊστάμενο τους και με μέλη της οικογένειας τους.
Συμπεράσματα: Το «σύνδρομο mobbing» είναι υπαρκτό φαινόμενο ανάμεσα στο υγειονομικό προσωπικό που εργάζεται σε κέντρα παροχής Π. Φ. Υ. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την αναγκαιότητα λήψης μέτρων πρόληψης και έγκαιρης αντιμετώπισης του. Για να καταστεί όμως αυτό εφικτό απαιτείται εκπαίδευση και επιμόρφωση των στελεχών της διοίκησης και ιδιαίτερα των διευθυντών προσωπικού, έτσι ώστε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα τα οποία θα συμβάλουν στην έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση του «συνδρόμου mobbing».Background/ Aim: Mobbing syndrome is a psychological phenomenon related with work in which the victim is subjected to systematic stigmatizing process by one or more individuals on a frequent basis and over a long period of time. The aim of the present study was to measure the prevalence of mobbing syndrome among health professionals working in the Primary Healthcare Centers (PHCC) in Cyprus.
Methods: The population of the study consisted of 167 primary healthcare professionals working in urban and rural PHCC in Nicosia district. The selection of PHCC was based on the number of the personnel in each PHCC (three or more). For the purpose of the study the Leymann Inventory of Psychological Terror (LIPT questionnaire) was used after obtaining license to use from Dr. Niedhammer. The instrument was translated from French and validated in Greek according to the procedure proposed by the “Trust Scientific Advisory Committee”. The questionnaire was then distributed to personnel of the 16 PHCC during December 2013 and January 2014. For the statistical analysis the SPSS package (version 21.0) was used. Continuous variables were expressed as mean ± SD whereas categorical variables were expressed as frequencies and percentages. The level of statistical significance was defined at α=0.05. The study was approved by the bioethics committee of Cyprus.
Results: From a total of 167 primary healthcare professionals, 136 finally participated in the study, of whom 32,4% were general practitioners and 36,8% were nurses. Mean age was 48,5 ± 7,5 years and women were the majority of the study population (83,1% vs 16,9% of men). The prevalence of mobbing syndrome was 8,8%. Among participants, 43,4% had been exposed in at least one mobbing behavior during the previous 12 months, whereas 11% were exposed in at least one mobbing behavior for at least once a week during the previous 12 months. Superiors were the most common mobbers (55,9%) whereas 50% of colleagues were performing mobbing. The most common mobbing behaviors identified in the study were: “you have been silenced or continuously interrupted” (14%), “you are continuously given new work assignments” (14%) and “you are being gossiped” (11,8%). On the contrary, the least common mobbing behaviors were: “you are sexually attacked”, “you are physically attacked as a threat” and “you are not given any work assignments at all” (0% for all of the above behaviors). From those who had been mobbed, 63,4% discussed it with a colleague whereas 43,9% had talked about it with a family member or their superior.
Conclusions: Mobbing syndrome is a work-related phenomenon with a prevalence of 8,8% among healthcare professionals working in the PHCC of Cyprus. The introduction of tailored training of the managerial staff and the employees in the healthcare sector is of paramount importance for the prevention and early detection of mobbing behaviors so as to avoid the negative consequences of the phenomenon