Open University of Cyprus

Kypseli Digital Repository - Open University of Cyprus
Not a member yet
    1696 research outputs found

    Στυλ ηγεσίας και κοινωνική δικαιοσύνη: Σχέσεις και προσεγγίσεις σε πολυπολιτισμικά σχολεία

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο σκοπός της παρούσας διατριβής ήταν να διερευνήσει τη φιλοσοφική προσέγγιση πολυπολιτισμικότητας (συντηρητική, φιλελεύθερη, πλουραλιστική ή κριτική) των Κύπριων διευθυντών πολυπολιτισμικών σχολείων και τα στυλ ηγεσίας εκείνων των διευθυντών που ενστερνίζονται την κριτική προσέγγιση και ταυτόχρονα παρέχουν ενδείξεις ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη. Στα πλαίσια του ίδιου σκοπού, αναζητήθηκαν τα χαρακτηριστικά των ηγετών που παρέχουν αυτές τις ενδείξεις στο κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο της Κύπρου. Για το λόγο αυτό, η έρευνα εστίασε σε τρία ερωτήματα. Το πρώτο αφορούσε στη διερεύνηση της προσέγγισης πολυπολιτισμικότητας που ενστερνίζονται οι Κύπριοι διευθυντές πολυπολιτισμικών σχολείων. Με το δεύτερο διερευνήθηκαν τα στυλ ηγεσίας των διευθυντών που ενστερνίζονται την κριτική προσέγγιση και ταυτόχρονα παρέχουν ενδείξεις ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη, μέσα από τη σύζευξη των πέντε στυλ (παιδαγωγικό, επιχειρηματικό, δομικό, συμμετοχικό, ανάπτυξης προσωπικού) του Ολιστικού Μοντέλου Ηγεσίας των Pashiardis και Brauckmann (2008) και της βιβλιογραφίας της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη. Στο πλαίσιο αυτό, διαφάνηκε και ο τρόπος που αντιμετωπίζονται διάφορες προκλήσεις και αντιστάσεις. Το τρίτο ερώτημα επικεντρώθηκε στα χαρακτηριστικά αυτών των ηγετών, όπως εκδηλώνονται στο ιδιαίτερο κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο της Κύπρου. Η εστίαση ήταν ειδικότερα στο πώς ο συνδυασμός της πολιτικής κατάστασης της ημικατεχόμενης Κύπρου και της αυξανόμενης πολυπολιτισμικότητας επιδρά στα χαρακτηριστικά τους και ενδεχομένως να τους διαφοροποιεί από ηγέτες πολυπολιτισμικών σχολείων άλλων χωρών που δε βιώνουν την πολιτική κατάσταση της Κύπρου και τις συνέπειές της. Για να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα, η έρευνα διεξήχθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση επιλέγηκαν με σκόπιμη δειγματοληψία 23 διευθυντές από 114 διευθυντές δημοτικών σχολείων της Κύπρου, οι οποίοι ηγούνταν σχολείων με ποσοστό ετερόγλωσσων μαθητών ίσο ή μεγαλύτερο από τον παγκύπριο μέσο όρο (14.88%) για τη σχολική χρονιά 2011-2012. Από τους διευθυντές αυτούς λήφθηκαν συνεντεύξεις σε βάθος με σκοπό τη διερεύνηση της προσέγγισης πολυπολιτισμικότητας που ενστερνίζονται και των ενδείξεων ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη. Τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης ανέδειξαν την κριτική προσέγγιση, τη συντηρητική και τη φιλελεύθερη, ενώ δεν υπήρξαν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν τη σύνδεση κάποιου διευθυντή με την πλουραλιστική. Κάποιοι από τους διευθυντές υιοθετούσαν συνδυασμό δύο προσεγγίσεων, με τη φιλελεύθερη να αποτελεί το ένα από τα δύο μέρη. vi Οι βασικές αντιλήψεις των διευθυντών συντηρητικής προσέγγισης σχετίζονταν με τα προβλήματα και τους κινδύνους που δημιουργεί η πολυπολιτισμικότητα σε επίπεδο σχολείου και κοινωνίας, την προτίμηση προς μια πολιτική αφομοίωσης και τις ανισότητες που πλήττουν κυρίως τους Κύπριους μαθητές και ενήλικες. Όσον αφορά στη φιλελεύθερη προσέγγιση, έντονη ήταν η έμφαση στις ομοιότητες, στην κοινή ανθρωπιά και ισότητα, στην προσφορά ίσων ευκαιριών μάθησης, την προτίμηση προς μια πολιτική ενσωμάτωσης και τις ανισότητες που πλήττουν κυρίως τους ετερόγλωσσους μαθητές. Γενικότερα, δε δόθηκαν ιδιαίτερα δείγματα κοινωνικής πλαισίωσης του λόγου. Οι διευθυντές που ενστερνίζονταν την κριτική προσέγγιση εξέφραζαν τις απόψεις τους κυρίως μέσα από τη σύνδεση των επιπέδων σχολείου – κοινωνίας και παρουσίασαν έναν κοινωνικά πλαισιωμένο λόγο. Αντιμετώπιζαν θετικά τη διαφορά, αναφέρονταν σε στάσεις και πεποιθήσεις που διαμορφώνει η κυρίαρχη προοπτική και σε ανισότητες που πλήττουν κυρίως τους ετερόγλωσσους μαθητές και ενήλικες, ασκούσαν κριτική στο εκπαιδευτικό σύστημα και παρουσίασαν ενσυναίσθηση. Στη δεύτερη φάση, έγινε επιλογή τριών διευθυντών που σύμφωνα με την ανάλυση που προέκυψε, πληρούσαν τα περισσότερα από τα κριτήρια κριτικής προσέγγισης πολυπολιτισμικότητας (Kincheloe & Steinberg, 1997) και ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη (Theoharis, 2009). Σε αυτό το στάδιο (σχολική χρονιά 2012-2013), ακολουθήθηκε η προσέγγιση της «μελέτης περίπτωσης» (case study) με σκοπό τη διερεύνηση των υπόλοιπων ερευνητικών ερωτημάτων. Κατά τη διάρκεια πέντε εργάσιμων ημερών για τον κάθε διευθυντή, λήφθηκαν πρωτογενή δεδομένα μέσω συνεντεύξεων (με εκπαιδευτικούς, μαθητές, βοηθητικό προσωπικό), παρατήρησης του διευθυντή (θεατής μη συμμετοχικής) και ερωτηματολογίου προς τους εκπαιδευτικούς (στηριζόμενο σε ερωτηματολόγιο των Pashiardis & Brauckmann, 2008), όπως και δευτερογενή δεδομένα (μελέτη σχετικών αρχείων του σχολείου). Η προτεραιότητα κατά τη διάρκεια των σταδίων συλλογής δεδομένων βρισκόταν στην ποιοτική μέθοδο και η κύρια μέθοδος ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε ήταν η κριτική ανάλυση λόγου. Ειδικότερα, για το δεύτερο στάδιο έγινε «κάθετη» ανάλυση μεταξύ των δεδομένων που συλλέγηκαν στο πλαίσιο της κάθε μελέτης περίπτωσης και «οριζόντια» ανάλυση και σύνθεση όλων των δεδομένων και από τις τρεις μελέτες περίπτωσης. Η ανάλυση των ποσοτικών δεδομένων που συλλέχθηκαν με τα ερωτηματολόγια, έγινε με τη χρήση του στατιστικού πακέτου SPSS και χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία περιγραφικής στατιστικής, όπως ο μέσος όρος και η τυπική απόκλιση. Η ανάλυση του δεύτερου σταδίου της έρευνας - δηλαδή των τριών case studies - έφερε στην επιφάνεια δεδομένα που συμπληρώνουν την «εικόνα» της ηγεσίας για vii κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αναδύεται από τη μέχρι τώρα βιβλιογραφία. Διευκρινίζεται για πρώτη φορά ότι υπάρχουν δυνατότητες σύζευξης μεταξύ των στυλ ηγεσίας Pashiardis και Brauckmann (2008) και της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη και παράλληλα ότι η κριτική προσέγγιση πολυπολιτισμικότητας μπορεί να μεταφραστεί σε πρακτική μέσα από αυτήν. Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται ότι η ηγεσία στο πλαίσιο ενός πολυπολιτισμικού σχολείου παρέχει αρκετές ευκαιρίες σε έναν ηγέτη για ανάδειξη μιας φιλοσοφίας κοινωνικής δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, αναδείχτηκαν μεταξύ άλλων διάφορες κοινές παράμετροι ως προς τα διάφορα στυλ ηγεσίας, με τις περισσότερες να έχουν σύζευξη με την ηγεσία για κοινωνική δικαιοσύνη. Στο επιχειρηματικό στυλ, σημαντική κοινή πτυχή αποτέλεσε η αναγνώριση και κάλυψη των αναγκών των μαθητών μέσα από την αξιοποίηση εξωτερικών δικτύων και πηγών, όπως και η προσέγγιση των περιθωριοποιημένων μαθητών και οικογενειών. Στο δομικό στυλ μπορεί να αναφερθεί η χρήση μιας πετυχημένης προληπτικής και διαδικαστικής προσέγγισης της πειθαρχίας εντός ενός πλαισίου διαμόρφωσης κλίματος «ανήκειν», η ανάληψη ρίσκων κατά το χειρισμό καταστάσεων που σχετίζονται με την ευημερία των μαθητών και η ακολουθία πρακτικών και πολιτικών που προάγουν τις ευκαιρίες όλων των παιδιών. Ως προς το συμμετοχικό στυλ, αναδείχτηκε ιδιαίτερα η ανοικτή επικοινωνία και ευελιξία στις σχέσεις με τα μέλη του προσωπικού, η προσεκτική ακρόαση ιδεών και εισηγήσεων και η επίλυση προβλημάτων με τους εκπαιδευτικούς με συνεργατικό τρόπο. Σε σχέση με το παιδαγωγικό, κοινό ήταν ότι οι διευθυντές παρείχαν αρκετή αυτονομία στους εκπαιδευτικούς για οργάνωση και προγραμματισμό της διδασκαλίας τους και ότι δεν προωθούσαν με συστηματικό και οργανωμένο τρόπο μια δυναμική - πολιτισμικά ευαίσθητη διδασκαλία και μάθηση (πέραν της προφορικής), όπως και ενσωμάτωση της κοινωνικής υπευθυνότητας. Επίσης, φάνηκε ότι στα πλαίσια του στυλ ανάπτυξης προσωπικού, χρησιμοποιούσαν την επιβράβευση και εξέθεταν προφορικά ή/και γραπτά το προσωπικό τους σε ζητήματα ισότητας. Γενικότερα, το κοινωνικοοικονομικό ευρύτερο πλαίσιο ήταν αυτό ώθησε και τους τρεις διευθυντές στο να δώσουν συνολικά περισσότερη έμφαση στο επιχειρηματικό στυλ ηγεσίας, δείχνοντας έτσι τη σχέση που μπορεί να αναπτύξει το συγκεκριμένο στυλ με την ηγεσία για κοινωνική δικαιοσύνη. Εντούτοις, αυτή η σχέση έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί και με τα υπόλοιπα στυλ, κάτι που επιβεβαιώνει περισσότερο σε σχέση με τους άλλους διευθυντές, η διευθύντρια 3. Η συγκεκριμένη διευθύντρια ήταν αυτή που επέδειξε πλουσιότερη δράση στο σύνολο των στυλ ηγεσίας. Σε ένα πλαίσιο κατανόησης των λόγων αυτής της πλούσιας δράσης και viii συνεπώς της διαφοροποίησής της (σε κάποιο βαθμό) από τους άλλους δύο διευθυντές, εντοπίζεται μεταξύ άλλων η μεθοδική και ερευνητική διαδικασία αναγνώρισης όλων των «προκλήσεων», δυνατοτήτων και περιορισμών του σχολικού της πλαισίου (στην αρχή της σχολικής χρονιάς), η διαμόρφωση οράματος και μακροχρόνιου σχεδίου βελτίωσης του σχολείου, η μετάδοση της φιλοσοφίας της στους εκπαιδευτικούς με διάφορους τρόπους, η συνεχής επαγγελματική της ανάπτυξη και ο διαρκής αναστοχασμός. Ένα σημαντικό πόρισμα της παρούσας εργασίας αποτελεί και η σύνδεση της σχολικής ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη με το ευρύτερο πλαίσιο ζωής των ηγετών. Αυτό αφορά σε εμπειρίες τους που σχετίζονται με το πολιτικό πλαίσιο της Κύπρου, ειδικότερα τη συνεχιζόμενη κατοχή, την τουρκική εισβολή και την προσφυγιά, όπως και τις προηγούμενες εμπειρίες σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα. Αυτή η σύνδεση φάνηκε για παράδειγμα ότι έχει επίδραση στον τρόπο αντιμετώπισης των ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ των ανθρώπων, στην ευαισθησία που τους διακατέχει για μαθητές και ενήλικες που βιώνουν δύσκολες καταστάσεις και στον τρόπο χειρισμού κάποιων κανονισμών στο σχολείο τους. Επίσης, η έντονη κοινωνική τους δραστηριοποίηση αναδεικνύει πτυχές κοινωνικού ακτιβισμού και φαίνεται να συνδέεται αρμονικά με την ηγεσία για κοινωνική δικαιοσύνη. Με αυτό τον τρόπο, αναδεικνύεται μια «ηγεσία εντός ζωής για κοινωνική δικαιοσύνη» που προσθέτει στην περαιτέρω κατανόηση της δράσης των διευθυντών στο σχολικό πλαίσιο και καθιστά τα δύο πλαίσια (ηγεσία – κοινωνική δραστηριοποίηση/ακτιβισμός) «ομόκεντρους κύκλους» που έχουν στο κέντρο τους την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι σχολικοί ηγέτες που λειτουργούν σε πολυπολιτισμικά σχολικά πλαίσια και ενστερνίζονται την κοινωνική δικαιοσύνη και την προσέγγιση κριτικής πολυπολιτισμικότητας, διακατέχονται από ένα νέο τρόπο σκέψης και ερμηνείας του κόσμου, τότε η διερεύνηση περαιτέρω πτυχών της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη καθίσταται αναγκαία, κυρίως γιατί αναδεικνύει την αναγκαιότητα για αλλαγή και προσδιορίζει περαιτέρω το πλαίσιό της. Η συνεισφορά της έρευνας προσδιορίζεται σε θεωρητικό και ταυτόχρονα εμπειρικό επίπεδο. Η θεωρητική συνεισφορά έγκειται στην επέκταση της θεωρίας της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη προς δύο κατευθύνσεις· τη σύζευξη που έχει με τα στυλ ηγεσίας και τη σχέση που αναπτύσσει με τις προσεγγίσεις πολυπολιτισμικότητας. Στη μέχρι τώρα διεθνή βιβλιογραφία της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη, δεν υπάρχει κάποια έρευνα που να επιδιώκει αυτή ακριβώς την επέκταση και να τοποθετείται παράλληλα στο πολυπολιτισμικό σχολικό πλαίσιο. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν, μπορούν να ix ενταχθούν θεωρητικά στη σύγκλιση της κριτικής θεωρίας και της θεωρίας της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη (των δύο δηλαδή θεωριών που αποτέλεσαν το θεωρητικό υπόβαθρο) ως αυτές που στηρίζουν θεωρητικά τα δύο μέρη του συνδυασμού. Επιπλέον, η διεξαγωγή της παρούσας έρευνας έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει θεωρητικά στη βιβλιογραφία που σχετίζεται με τη σχολική ηγεσία σε χώρες που υποφέρουν από συγκρούσεις (π.χ. διαφορετικών εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων) ή βιώνουν μια μετα-συγκρουσιακή κατάσταση. Συγκεκριμένα, δεν έχει εντοπιστεί κάποια έρευνα που να διερευνά κατά πόσο και με ποιο τρόπο ο συνδυασμός μιας πολιτικής κατάστασης, όπως αυτή της Κύπρου με το πολυπολιτισμικό, επιδρά στη φιλοσοφία και τις πρακτικές των ηγετών που εκδηλώνουν ευαισθησίες για κοινωνική δικαιοσύνη. Όσον αφορά στην εμπειρική συνεισφορά, η παρουσία νέων εμπειρικών δεδομένων καθίσταται σημαντική, αφού προσθέτει μια ακόμη πρακτική διάσταση στην κατανόηση της ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη συνεισφέροντας στην υφιστάμενη γνώση γύρω από «χειροπιαστά» μοντέλα ηγεσίας για κοινωνική δικαιοσύνη σε δημόσια σχολεία. Συγκεκριμένα, η παρούσα έρευνα αναμένεται να συμβάλει στην παραγωγή γνώσης ως προς τα στυλ ηγεσίας που χρησιμοποιούνται (περισσότερο ή λιγότερο σε σχέση με άλλα) από τους διευθυντές που ενστερνίζονται την κοινωνική δικαιοσύνη κατά την ηγεσία πολυπολιτισμικών σχολείων. Αναμένεται, επίσης, ότι τα πορίσματα θα προβληματίσουν τους φορείς εκπαιδευτικής πολιτικής και πρακτικής ως προς την αναγκαιότητα αναδόμησης της ιδέας της εκπαιδευτικής ηγεσίας, στη βάση της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κριτικής προσέγγισης πολυπολιτισμικότητας. Το γεγονός ότι εντοπίστηκαν οι τρεις διευθυντές είναι ελπιδοφόρο για το μέλλον της σχολικής ηγεσίας, αφού μπορεί να αποτελέσει αφορμή για τον εντοπισμό νεοεισερχόμενων ή άλλων διευθυντών που έχουν τις ίδιες ευαισθησίες και οι οποίοι με κατάλληλη επιμόρφωση να στελεχώσουν πολυπολιτισμικά σχολεία ή/και σχολεία στα οποία συναντώνται έντονα αντιστάσεις που σχετίζονται άμεσα με ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Η γνώση της καθημερινής πραγματικότητας διευθυντών που πετυχαίνουν την αλλαγή σε διάφορα επίπεδα και που αντιμετωπίζουν αντιστάσεις με διαφορετικό τρόπο και βαθμό επιτυχίας, μπορεί να τεθεί ως βάση για αξιοποίηση σε προγράμματα επαγγελματικής προετοιμασίας και ανάπτυξης των εν δυνάμει και εν ενεργεία σχολικών ηγετών.The aim of the present dissertation is twofold: first, to explore the philosophical approach of multiculturalism (conservative, liberal, pluralist, or critical) by a group of Cypriot principals of multicultural schools; and second, to examine the leadership styles of those principals who adopt the critical approach and simultaneously provide indications of social justice leadership. For this purpose, the research study focused on three questions. The first question investigated the multicultural approach adopted by Cypriot principals of multicultural schools. The second question examined the leadership style of principals who adopt the critical approach and simultaneously provide leadership indications for social justice, in conjunction with the five styles (instructional, entrepreneurial, structuring, participative, personnel development) of the Holistic Leadership Model of Pashiardis and Brauckmann (2008) and the bibliography on leadership for social justice. The third question focused on the characteristics of these leaders in the way they are manifested in the particular sociopolitical context of Cyprus. The focus was specifically on how the combination of the political situation of semi-occupied Cyprus and increasing multiculturalism affect the principals’ characteristics and possibly differentiate them from other principals of multicultural schools in other countries. The research was conducted in two phases. During the first phase 23 out of 114 elementary school principals in Cyprus were selected in a deliberate sampling of those who lead schools with percentage of multilingual students (14.88%) being equal or bigger than the pancyprian average for the school year 2011-2012. These principals were interviewed in depth in order to examine the approach of multiculturalism adopted and the leadership indications for social justice. The results of the first phase revealed the presence of critical, conservative and liberal approaches. Some of the principals adopted a combination of two approaches, with the liberal being one of the two. There was no sufficient evidence to support the link of any principal with the pluralist approach. The basic perceptions of the conservative approach was relevant to the perceived problems and dangers created by multiculturalism in schools and the wider society, the preference for a political assimilation and the inequalities that mainly affect Cypriot students and adults. Regarding the liberal approach, there was an obvious emphasis on the similarities, common humanity and equality, the provision of equal learning opportunities, the preference towards a political integration and the inequalities which mainly affect multilingual students. The principals who adopted the critical approach emphasized the connection between school and society xi and framed the discussion in critical and emancipator ideas. They had a positive attitude towards diversity, and they criticized the educational system for the inequalities which mainly affect multilingual students and adults who show empathy. In the second phase, there was a selection of three principals who met most of the criteria for the critical approach (Kincheloe & Steinberg, 1997) and social justice leadership (Theoharis 2009). During five working days at each school, primary data were taken through a series of interviews (from teachers, students and personnel), non-participatory observation of each principal and a questionnaire distributed to the teachers (based on the Pashiardis & Brauckmann questionnaire 2008) as well as secondary data (study of school files). The priority during this stage of data collection was given to qualitative methods and the main method of data analysis was critical discourse analysis. Specifically, there was a ‘vertical’ analysis of the data collected from each case study and a ‘horizontal’ analysis of the data collected from all three case studies. The analysis of the quantitative data that were collected with the questionnaires was carried out with the use of the statistical package SPSS and descriptive statistical elements were used such as the average and standard deviation. For the first time there was an attempt for an entanglement between Pashiardis and Brauckmann leadership styles (2008) and a social justice leadership style. Specifically, different common elements were brought forward regarding different leadership styles, with most of them being entangled with social justice leadership. Regarding the entrepreneurial style a significant common element was recognizing and meeting student needs through the evaluation of exterior networks and sources, such as approaching marginalized students and families. Regarding the structuring style, a successful precautionary and procedural approach of discipline was used within a framework of shaping a climate of belonging, taking risks to handle situations related to the prosperity of students and following practices which promote opportunities for all students. Regarding participative style, there was promotion of an open communication and flexibility with personnel, attentive hearing of ideas and suggestions and solutions to problems in full cooperation with the teachers. Regarding instructional style, what was common was the fact that the principals provided teachers with sufficient autonomy to organize and plan their (culturally sensitive) teaching, as well as incorporating social responsibility. Additionally, it was observed that within the framework of personnel development style, the principals used rewards and exposed their personnel to matters of equality. xii Generally, the broader socio-economic context was responsible for encouraging all three principals to place more emphasis to the entrepreneurial leadership style, indicating thus the relation which can be developed between this particular style and social justice leadership. However, this relation can be further developed with the other styles as well— something which is particularly shown in the case of principal 3. Principal 3 was the one who showed more action in relation to all leadership styles. In order to comprehend the reasons of this rich activity and consequently her diversification to a certain extent from the other two principals, one needs to consider her investigative procedure of recognizing all challenges, possibilities and restrictions of her school context, (at the beginning of the school year), her vision and her long-term planning of improving the school, the communication of her philosophy to the teachers in different ways, and her consistent professional growth and continuous reflection. The connection between school leadership for social justice with the broader context of leaders’ life seems to be a significant aspect emerging from the study. In particular, this is related to their experiences connected with the political context of Cyprus—the Turkish invasion, especially the continuing occupation, the refugees, as well as their previous experiences in multicultural environments. This connection seems to affect, for example, the way of dealing with individuals’ similarities and differences, the sensitivity they experience for those students and adults who experience difficult situations and the way of handling certain regulations in their schools. Furthermore, their involvement is an indication of social activism and appears to be linked harmoniously with social justice leadership. In this way, leadership for social justice is highlighted, adding to a richer understanding of principals’ actions in the school context. The contribution of the study is both theoretical and empirical. The theoretical contribution lies in the expansion of social justice leadership theory into two directions; the entanglement of leadership styles and the relation with multiculturalism approaches. According to international literature in social justice leadership, there is no evidence so far of a study seeking this entanglement in a multicultural school environment. As far as the empirical contribution is concerned, the presence of new empirical data is extremely significant as it adds one more practical dimension to social justice leadership in specific schools. In particular, the present study is expected to contribute to new knowledge in terms of the leadership styles utilized (more or less than others) by principals who adopt social justice leadership in multicultural schools. Moreover, the present study contributes to existing literature related to school leadership in countries which are xiii suffering from conflicts (e.g. different ethnicities or religious groups) or are experiencing a post-conflict situation. It is expected that these results will make policy makers rethink school leadership, stressing the necessity of considering notions of social justice and critical multiculturalism. The fact that these three principa

    Το ενεργειακό-ανθρακικό αποτύπωμα των γεωργικών καλλιεργειών: Η περίπτωση της Π. Ε. Λάρισας

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η βίαιη εισαγωγή ανεπιθύμητων στοιχείων στην ατμόσφαιρα υποβαθμίζει το περιβάλλον και συνεπώς τη διαβίωση του ανθρώπου. Η ατμοσφαιρική αυτή ρύπανση μπορεί να προέρχεται από πλήθος ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Η εκμηχάνιση και η εντατικοποίηση της γεωργίας τον τελευταίο αιώνα είναι μία από τις δραστηριότητες αυτές. Ο προσδιορισμός του μεγέθους της ατμοσφαιρικής ρύπανσης μπορεί να γίνει με την βοήθεια λογισμικών εργαλείων στα οποία καταγράφονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες-εργασίες που απαιτούνται για την παραγωγή αγροτικών προϊόντων και εκφράζονται ως ανθρακικό-ενεργειακό αποτύπωμα. Στην παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή επιχειρήθηκε η καταγραφή του ανθρακικού αποτυπώματος σε πέντε βασικές καλλιέργειες της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας (βαμβάκι, σιτηρά, αμπέλι, ελιές και μήλα) με τη βοήθεια κατάρτισης και συμπλήρωσης κατάλληλων ερωτηματολογίων. Για κάθε καλλιέργεια συμπληρώθηκαν 30 ερωτηματολόγια από τους συμμετέχοντες παραγωγούς στα οποία καταγράφηκαν όλες οι απαραίτητες ενέργειες που απαιτούνται για την παραγωγή ενός αγροτικού προϊόντος. Τα δεδομένα των ερωτηματολογίων εισήχθησαν στο λογισμικό πρόγραμμα Cool Farm Tool το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως το κύριο εργαλείο προσδιορισμού του ανθρακικού αποτυπώματος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την επεξεργασία των δεδομένων προκύπτει ότι το ισοζύγιο του παραγόμενου CO2 κυμαίνεται από -6,19 τόνοι/ha/έτος (αμπέλι) έως 154,91 τόνοι/ha/έτος (μηλοκαλλιέργεια) με ενδιάμεσες τιμές τους -2,82 (σιτάρι), 6,00 (βαμβάκι) και 17,25 τόνοι/ha/έτος (ελιά). Για την καλλιέργεια των σιτηρών το αρνητικό ισοζύγιο προκύπτει κυρίως εξαιτίας των μειωμένων εισροών και καλλιεργητικών φροντίδων που απαιτεί η καλλιέργεια τους, σε συνάρτηση με την πολύ καλή ανάπτυξη των φυτών τα οποία προσφέρουν πλήρη εδαφοκάλυψη και πλούσιο φύλλωμα. Αντιθέτως, για την καλλιέργεια του βαμβακιού το θετικό ισοζύγιο προκύπτει κυρίως εξαιτίας των αυξημένων εισροών και καλλιεργητικών φροντίδων που απαιτεί η καλλιέργεια του. Στην περίπτωση της μηλοκαλλιέργειας, παρόλο την πλούσια φυλλώδη ανάπτυξη των δέντρων, ο αριθμός των καλλιεργητικών φροντίδων, και των εισροών είναι τέτοιος ώστε το ισοζύγιο CO2 να είναι θετικό. Αν και η αμπελοκαλλιέργεια απαιτεί πολλές καλλιεργητικές φροντίδες αυτές γίνονται κυρίως χειρωνακτικά και όχι με τη χρήση γεωργικών μηχανημάτων. Τέλος, στην ελαιοκαλλιέργεια προκύπτει θετικό ισοζύγιο CO2 εξαιτίας της μικρής φυλλικής επιφάνειας (μικρή εξάτμιση) και των αυξημένων εισροών. Συμπερασματικά, ο προσδιορισμός του ανθρακικού αποτυπώματος θα μπορούσε να εστιάσει στις προβληματικές καλλιεργητικές πρακτικές ή εισροές ενέργειας, να προτείνει βελτιώσεις και να μετρήσει την αποτελεσματικότητα αυτών σε εξοικονόμηση ενέργειας, μείωσης ατμοσφαιρικών ρύπων και αύξηση της προσόδου.The improvident introduction of undesirable elements in the atmosphere degrades the environment and therefore the welfare of man. This atmospheric pollution can be derived from many human activities. The intensive use of machines in agricultural production in the last century is one of these activities. The evaluation of air pollution can be achieved using software tools. These specific software record human activities such as work required for the production of agricultural products expressed as carbon - footprint. In this post-graduate dissertation it was attempted to evaluate the carbon footprint in five major crops (cotton, cereals, vines, olives and apples) of Larissa’s prefecture using questionnaires. For each culture 30 completed questionnaires were used to determine all the necessary steps required for the production of an agricultural product. The data from the questionnaires were imported into the software Cool Farm Tool which was used as the primary tool for determining the carbon footprint in these cultivations. According to the results obtained from the software analysis data of the produced CO2 ranges from -6.19 Tonnes / ha / year (vineyards) to 154.91 tonnes / ha / year (apple groves) with intermediate values -2.82 (wheat), 6.00 (cotton fields) and 17.25 tonnes / ha / year (olive groves) production. Cereals cultivation shown reduced production of CO2 due to the limited inputs required for it as well as the good development of plants which offer full ground cover and foliage growth. However, cotton cultivation shown positive balance which was caused due to need for increased inputs. In the case of apple cultivation, although the foliage growth is quite extended, the number of required inputs rises the level of the produced CO2. Although viticulture has many cultivation requirements, those are made mostly by hand and not with the use of agricultural machinery. Finally, in olive cultivation positive production of CO2 was recorded mainly due to the small leaf area (low evaporation). In conclusion, the determination of the carbon footprint could focus on cultures which require increased inputs, suggesting improvements and measure their effectiveness in saving energy, reducing air pollutants and increased revenue

    Μετάδοση υπηρεσιών Video Streaming σε ασύρματα δίκτυα με βάση το HEVC

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της πτυχιακής είναι η μελέτη και αξιολόγηση της κωδικοποίησης HEVC για υπηρεσίες video streaming σε ασύρματα δίκτυα με διαφορετικό ρυθμό απωλειών. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται το νέο πρότυπο H.265 για την κωδικοποίηση και μετάδοση video και οι διαφορές του με το μέχρι σήμερα επικρατών πρότυπο H.264. Αναπτύσσεται επίσης σε γλώσσα προγραμματισμού C, ένα μοντέλο απωλειών σε επίπεδο bit το οποίο εισάγει λάθη στο κωδικοποιημένο βίντεο προκειμένου να εκτιμηθεί και πειραματικά η αποδοτικότητα του για την μετάδοση του.The purpose of the project was to study and evaluate the HEVC coding for video streaming services in wireless networks with different rate losses. This paper presents a new model H. 265 for encoding and transmitting video and differences with the hitherto dominant standard H.264. Grows well in programming language C, a model losses in bit level which introduces errors in the encoded video to determine experimentally the efficiency of the transmission

    Διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της αντιλαμβανόμενης ποιότητας υπηρεσιών και της αφοσίωσης των καταναλωτών σε καταστήματα ηλεκτρονικών αγορών

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα εργασία ασχολείται με τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της αντιλαμβανόμενης ποιότητας υπηρεσιών, της ικανοποίησης των καταναλωτών και της καταναλωτικής αφοσίωσης εξετάζοντας την περίπτωση των καταστημάτων ηλεκτρονικών αγορών (e-shops). Η διερεύνηση της σχέσης πραγματοποιήθηκε με τη διενέργεια έρευνας μέσω του διαδικτύου σε 425 πελάτες καταστημάτων ηλεκτρονικών αγορών μέσω ερωτηματολογίου. Για τη μέτρηση της αντιλαμβανόμενης ποιότητας υπηρεσιών αξιοποιήθηκε η κλίμακα E-S-Qual, σύμφωνα με την οποία η αντιλαμβανόμενη ποιότητα υπηρεσιών στην περίπτωση των ηλεκτρονικά παρεχόμενων υπηρεσιών έχει τέσσερεις διαστάσεις, την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των ιστοτόπων μέσω των οποίων διαξάγονται οι συναλλαγές, την ικανότητα της επιχείρησης να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καταναλωτών, το σεβασμό και την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων των καταναλωτών και τη διαθεσιμότητα των τεχνολογικών συστημάτων. Η συνολική ικανοποίηση μετρήθηκε με μία ερώτηση και η καταναλωτική αφοσίωση με μία σειρά πέντε ερωτήσεων που αναφέρονται στις συμπεριφορικές διαθέσεις των συμμετεχόντων σε ότι αφορά στις συστάσεις της επιχείρησης σε άλλους καταναλωτές και την πρόθεση επαναγορών και μελλοντικής συνεργασίας με την επιχείρηση. Κύρια συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι η ικανοποίηση των καταναλωτών επηρεάζεται άμεσα από την αντιλαμβανόμενη ποιότητα υπηρεσιών και συγκεκριμένα από την αποτελεσματικότητα των ιστοτόπων των επιχειρήσεων, την ικανότητα ικανοποίησης των απαιτήσεων των καταναλωτών και την ασφάλεια των δεδομένων αλλά όχι από τη διαθεσιμότητα των συστημάτων. Διαπιστώθηκε επίσης ότι υπάρχει ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ της ικανοποίησης των καταναλωτών και της καταναλωτικής αφοσίωσης. Αν και τα αποτελέσματα της έρευνας σε μεγάλο βαθμό, βρίσκονται σε συμφωνία με προηγούμενες έρευνες στο πεδίο, ωστόσο προέκυψαν και ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης όπως η παραγοντική δομή της κλίμακας E-S-Qual και η προσαρμογή της στα ελληνικά δεδομένα και η έλλειψη επίδρασης της διαθεσιμότητας των τεχνολογικών συστημάτων στην ικανοποίηση των καταναλωτών.The present study aims to examine the relationship between perceived service quality, customer satisfaction and customer loyalty in an e-shops context. In order to investigate the aforementioned relationship an online survey on 425 customers of e-shops was conducted via an online questionnaire. Perceived service quality was measured by E-S-Qual scale, according to which e-service quality has four dimensions, the efficiency of the websites used, the ability of the firm to fulfill its promises for her offers, the security of the customer’s personal data and the constant availability of corporal websites for doing business. The overall customer satisfaction was measured with a single item and customer loyalty with a battery of five items referring primarily on the customer’s behavioral intentions on word-to-mouth, re-purchasing and future collaboration with the firm. The main findings of the study were that customer satisfaction is directly affected by the perceived service quality and more specifically by the efficiency of corporal websites, the ability of the firms to fulfill their promises and the respect of customer’s privacy but not by the availability of the websites. It was also found that there is a strong positive relationship between customer satisfaction and customer loyalty. Even though the results of the study are in general in accordance with previous studies on the field certain matters that require further research occurred like the factorial structure of the widely accepted E-S-Qual scale in the greek e-market context and its adaptability in the greek context and the not observed effect of the availability of websites on customer satisfaction

    Η χρήση του διαδικτύου για αγορές προϊόντων: προσδιοριστικοί παράγοντες και ανάλυση της συμπεριφοράς του έλληνα καταναλωτή

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ένας ιστότοπος έχει γίνει μια από τις υψηλότερες προτεραιότητες για μια επιχείρηση καθώς έχει αναδειχθεί σε ένα σημαντικό εργαλείο ανταγωνισμού και αναγνώρισης. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, ο ιστότοπος είναι η μόνη πηγή εσόδων για μια επιχείρηση καθώς τα ηλεκτρονικά καταστήματα συχνά αποδεικνύονται πιο κερδοφόρα σε σύγκριση με τα παραδοσιακά. Η γνώση του τι μπορεί να οδηγήσει ή να αποτρέψει τον επισκέπτη στο να χρησιμοποιήσει ένα ηλεκτρονικό κατάστημα παραμένει ένα σημαντικό ερώτημα για πολλούς επαγγελματίες, τόσο για εκείνους που καθορίζουν τη στρατηγική και το μάρκετινγκ μιας επιχείρησης όσο και για εκείνους που υλοποιούν ηλεκτρονικά καταστήματα μέσω μοντέρνων ηλεκτρονικών πλατφορμών. Η ευχρηστία, η χρηστικότητα και η αισθητική έχουν αποκτήσει ένα κεντρικό ρόλο αναφορικά με την ποιότητα ενός ιστοχώρου. Ποιες είναι όμως οι παράμετροι που οδηγούν τους χρήστες στην πραγματική χρήση; Η πραγματική χρήση εξαρτάται από τη στάση που έχει ο χρήστης για να εκμεταλλευτεί τα χαρακτηριστικά του ιστοτόπου. Επιπλέον, η στάση εξαρτάται από τους παρακάτω παράγοντες: Ευκολία Χρησιμότητα Ευχαρίστηση Ελκυστικότητα Στην ερευνά μας μελετούμε τους παράγοντες αυτούς και τη συσχέτισή τους με τη συμπεριφορά του επισκέπτη. Ο στόχος μας είναι να επιβεβαιώσουμε ή να καταρρίψουμε κάποιες κοινές υποθέσεις σχετικά μεξ τη συμπεριφορά του καταναλωτή και να βρούμε τι έχει σημασία για αυτόν ώστε να χρησιμοποιήσει το ηλεκτρονικό εμπόριο. Για να μελετήσουμε τη συμπεριφορά του Έλληνα καταναλωτή στο Διαδίκτυο, επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε το Μοντέλο Αποδοχής Τεχνολογίας.A website has become one of the highest priorities for a business as it has proven an important competitive and identification tool. Ιn some cases the website is the only the source of income for a business as electronic shops have been proven more profitable compared to the traditional ones. The knowledge of what can lead the visitor to use or skip an e-shop remains an important question for many professionals, from the ones that define the strategy and the marketing of a business as well as for the ones who implement eshops via modern electronic platforms. Usability, functionality and aesthetics have gained an important role concerning the quality of a website. What are the parameters that will guide the users of a website to its actual usage? The actual usage depends on the intention of the visitor to use the features of a website. Furthermore, the intention depends on the following factors: Ease of Usage Usefulness Pleasure Attractiveness At our research we study the above factors and their correlation with the behaviour of the visitor. Our goal is to confirm or reject some common hypothesis regarding the visitor’s behavior and find out what matters for her/him in order to use e-commerce. In order to study the behavior of the Greek consumer at the Internet, we have selected the Technology Acceptance Model

    Βασιλεία ΙΙΙ Έρευνα για την επάρκεια του κανονιστικού πλαισίου με χρήση του ανικειμενοστραφούς μοντέλου προσομοίωσης VBanking

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα έχει οδηγήσει τις εποπτικές αρχές να υιοθετήσουν ένα πιο σφιχτό θεσμικό πλαίσιο και να προτείνουν ένα ακόμα αυστηρότερο, την Βασιλεία ΙΙΙ. Στην παρούσα εργασία, εξετάζουμε την καταλληλότητα των προτεινόμενων μέτρων αναφορικά με την πρόληψη των τραπεζικών κρίσεων. Παρουσιάζουμε λοιπόν ένα αντικειμενοστραφές οικονομικό μοντέλο, το οποίο εκτελείται αυτόματα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, το VBanking. Η αυτοματοποιημένη αυτή διαδικασία μας επέτρεψε να εκτελέσουμε έναν πολύ μεγάλο αριθμό προσομοιώσεων πολλαπλών περιόδων με διαφορετικές παραμέτρους κάθε φορά και να συλλέξουμε στατιστικά στοιχεία. Αυτή άλλωστε είναι και η καινοτομία του συστήματος. Η αυτοματοποιημένη λειτουργία που υλοποιήσαμε μας δίνει την δυνατότητα να εκτελέσουμε μεγάλο όγκο προσομοιώσεων, έτσι ώστε να προκύψουν πιο ακριβή στατιστικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Βασιλεία ΙΙΙ επιβάλλει δύσκολους περιορισμούς στην λειτουργία των τραπεζικών ιδρυμάτων, οι οποίοι πιθανότατα θα μειώσουν τόσο τον όγκο των εργασιών τους αλλά και την ρευστότητα που κυκλοφορεί στην οικονομία. Ταυτόχρονα όμως συμβάλλουν στην ομαλότητα των τραπεζικών μεγεθών, μια διαπίστωση που σίγουρα λειτουργεί ως ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ του νέου ρυθμιστικού πλαισίου.----

    Τραπεζική εποπετεία και Βασιλεία ΙΙΙ : Μελέτη περίπτωσης των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παγκοσμιοποίηση και η πολυπλοκότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος δημιούργησαν ένα νέο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον που επιτάσσει τη σημαντική αναβάθμιση των εποπτικών και ρυθμιστικών λειτουργιών προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Στα πλαίσια αυτά, η συνθήκη της Βασιλεία ΙΙΙ περιλαμβάνει μέτρα με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητας του τραπεζικού συστήματος να απορροφά τις επιπτώσεις μακροοικονομικών και πιστωτικών κρίσεων, τη βελτίωση της διαχείρισης κινδύνου, τη βελτίωση των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας (Χαρδούβελης και Καραμούζης, 2011). Η παρούσα εργασία αρχικά πραγματεύεται το εποπτικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων εστιάζοντας το ενδιαφέρον στο νέο πλαίσιο της Βασιλεία ΙΙΙ. Στη συνέχεια γίνεται μια σύντομη ανάλυση των κυριότερων δημοσιευθέντων οικονομικών στοιχείων των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών για την περίοδο 2008-2013. Τελικώς, αναλύονται τα αποτελέσματα του τελευταίου “stress test” που διεξήγαγε η Τράπεζα της Ελλάδος και παρουσιάζονται οι ενέργειες των ελληνικών τραπεζών για να ανταποκριθούν στα ελάχιστα κεφαλαιακά πρότυπα που θέτει το νέο πλαίσιο.The globalization and the complexity of the international financial system created a new financial environment that requires significant upgrading of supervisory and regulatory functions in the financial system at local and international level. In this context, the Treaty of Basel III includes measures to improve the capacity of the banking system to absorb the impact of macroeconomic and credit crisis, improving of risk management, enhancing the principles of corporate governance and enhancing transparency and accountability (Χαρδούβελης and Καραμούζης, 2011). This thesis initially discusses the regulatory framework of the financial institutions’ operation, focusing on the new framework of Basel III. Then there is a brief analysis of the key economic data published for the four systemic Greek banks for the period 2008-2013. Finally, it analyzes the results of the latest "stress test" conducted by the Bank of Greece and shows the actions of the Greek banks under examination to meet minimum capital standards set by the new framework

    Περιβαλλοντική και κοινωνική αξιολόγηση εγκατεστημένων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Κύπρο

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν πλέον στην εποχή μας αναγκαιότητα, αλλά και μία επιλογή. Διάφορες τεχνολογίες αξιοποίησης τους έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν σε όλο τον κόσμο παράγοντας ενέργεια και προσφέροντας διάφορα οφέλη. Τα έργα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές όμως, δεν είναι πάντοτε απαλλαγμένα και από αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην κοινωνία, οι οποίες πρέπει να εκτιμούνται και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, ώστε να παραμένει το θετικό αντίκτυπο. Αποτελεί οπότε ένα ερώτημα εάν συμβαίνει αυτό σε κάθε περίπτωση. Σκοπός της διατριβής είναι να αξιολογηθούν κοινωνικά και περιβαλλοντικά, εγκατεστημένα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Κύπρο, για να διαπιστωθεί εάν η αδειοδότηση και κατασκευή τους γίνεται αποτελεσματικά, εάν εφαρμόζονται τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τη λειτουργία των έργων και ποιο είδος ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο νησί εφαρμόζεται κοινωνικά και περιβαλλοντικά αποδοτικότερα. Επίσης στόχος είναι η εξαγωγή συμπερασμάτων για τον τομέα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Κύπρο. Έχουν καθοριστεί τεχνοοικονομικά, θεσμικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια βάση των οποίων γίνεται η αξιολόγηση των έργων ανανεώσιμης ενέργειας. Έχουν συλλεχθεί στοιχεία από τρία έργα διαφορετικών ανανεώσιμων πηγών, τα οποία ήδη λειτουργούν και ελέγχεται αρχικά εάν διαφέρουν ως προς την κοινωνική και περιβαλλοντική τους αξιολόγηση. Έπειτα τα έργα συγκρίνονται πολυκριτιριακά, ώστε να καταταχθούν ως προς το ποιο έργο λειτουργεί αποδοτικότερα και τέλος ελέγχεται εάν τα έργα διαφέρουν από την ιδεατή λύση. Με βάση τα αποτελέσματα που προκύπτουν και στοιχεία από τη βιβλιογραφία και την έρευνα πεδίου ετοιμάζεται ανάλυση SWOT για τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Κύπρο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν διαφέρουν μεταξύ τους και ότι λειτουργούν περιβαλλοντικά και κοινωνικά αποδοτικά. Επίσης η πολυκριτιριακή σύγκριση αναδεικνύει το φωτοβολταϊκό πάρκο ως το περιβαλλοντικά και κοινωνικά αποδοτικότερο, με δεύτερο το αιολικό πάρκο και τρίτη τη μονάδα βιοαερίου. Τέλος καταγράφονται για τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Κύπρο, σημαντικός αριθμός δυνατών σημείων και ευκαιριών και σχετικά περιορισμένος αριθμός αδυναμιών και απειλών. Οπότε εξάγεται το συμπέρασμα ότι, εάν τα αποτελέσματα της έρευνας είναι δυνατόν να γενικευτούν, ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Κύπρο λειτουργεί περιβαλλοντικά και κοινωνικά αποδοτικά. Προκύπτει όμως ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης και προς αυτή την κατεύθυνση διατυπώνονται σχετικές εισηγήσεις.Renewable energy sources are, nowadays, not only a necessity but also a choice. Many technologies to exploit them have been established and operate all over the world, producing energy and offering multiple benefits. However the renewable energy projects are not always without negative impacts to the environment and the society, which must be effectively evaluated and confronted, in order only the positive impact to remain. So there is a question, does this happen in all cases? The aim of this dissertation is to evaluate from a social and an environmental aspect, renewable energy projects established in Cyprus, in order to search if they are licensed and constructed effectively, if the necessary preventive measures are implemented against social and environmental impacts during the projects operation and which form of renewable energy sources is implemented more efficiently, socially and environmentally. The object is also to infer conclusions for the renewable energy sources sector in Cyprus. A number of technoeconomic, institutional, environmental and social criteria have been appointed, according to which the evaluation of renewable energy projects is performed. Data from three different established renewable energy projects, have been collected. Firstly it is tested if they differ to their social and environmental evaluation. Afterwards the projects are compared according to these multiple criteria, in order to rank, which project runs more efficiently and finally it is tested if the projects are different from the ideal solution. Based on the analysis results and of literature data and the field research, a SWOT analysis is prepared for the renewable energy sources sector in Cyprus. The results show that the projects do not differ from each other and that they run efficiently, environmentally and socially. Based on the multicriteria analysis the photovoltaic park emerges as the more socially and environmentally efficient, with the wind park coming second and the biogas unit third. Finally a significant number of strengths and opportunities, and a comparatively smaller number of weaknesses and threats are concluded for the renewable energy sources sector in Cyprus. If it is possible to generalize the research results, it is concluded that, the renewable energy sources sector in Cyprus runs efficiently, environmentally and socially. But there is ground for improvement, so recommendations to this direction are formulated

    Η συμβολή της θεατροπαιδαγωγικής στην εκπαίδευση ατόμων με ειδικές (εκπαιδευτικές) ανάγκες

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η θεματική της παρούσας εργασίας εγγράφεται στο ευρύτερο γνωστικό πεδίο των ερευνών για την αναπηρία (Disabilities Studies) (Linton, 2005: 518-522) και τη Θεατροπαιδαγωγική (Theatre Pedagogy), δηλαδή την καλλιτεχνική επιστήμη που συνδυάζει «το παιχνίδι και το Θέατρο ως πρακτική τέχνη και την Παιδαγωγική ως επιστήμη» (Λενακάκης 2008: 460). Η εργασία έχει ως στόχο τη διερεύνηση της χρήσης και της χρησιμότητας διάφορων θεατροπαιδαγωγικών πρακτικών στην εκπαίδευση ατόμων με ειδικές (εκπαιδευτικές) ανάγκες [ΑμΕ(Ε)Α], έτσι όπως προτείνεται από τα σύγχρονα Διαθεματικά Ενιαία Πλαίσια Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ), που εφαρμόζονται στην ελληνική Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση (ΕΑΕ). Γίνεται λόγος τόσο για τα γενικότερα αλλά και για τα (ανά κατηγορία ειδικών αναγκών) ειδικότερα πλεονεκτήματα της εφαρμογής της Θεατροπαιδαγωγικής, όσο και για τις απαραίτητες προσαρμογές που απαιτούνται και τους περιορισμούς που υφίστανται. Συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο, συζητούνται τρία επιμέρους ζητήματα που αφορούν παραμέτρους του θεάτρου: α. οι επιμέρους μορφές του στην εκπαίδευση και η παιδαγωγική και καλλιτεχνική τους στοχοθεσία• β. τα γενικότερα βασικά χαρακτηριστικά του θεάτρου, τα οποία αποτελούν θεμέλια των παιδαγωγικών του δυνατοτήτων• γ. οι πηγές προέλευσης και οι τρόποι έκφρασης αυτών των παιδαγωγικών δυνατοτήτων του θεάτρου και, κατά συνέπεια, της θεατρικής αγωγής, στην εκπαίδευση γενικά, της ειδικής εκπαίδευσης συμπεριλαμβανομένης. Στο δεύτερο κεφάλαιο συζητούνται συνοπτικά οι ποιότητες που απαιτείται να διαθέτει ένας εκπαιδευτικός, προκειμένου να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά τη Θεατροπαιδαγωγική στην ΕΑΕ. Στο τρίτο κεφάλαιο, συζητούνται, συνοπτικά, πτυχές που αφορούν την εκπαίδευση ΑμΕ(Ε)Α, με εστίαση στην περίπτωση της Ελλάδας. Δίνεται έμφαση στην ΕΑΕ, στη σύγχρονη εποχή, έτσι όπως ορίζεται από τον ισχύοντα νόμο υπ’ αριθμόν 3699/2.10.2008. Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο λόγος εστιάζεται στη συμβολή των θεατροπαιδαγωγικών πρακτικών στην ΕΑΕ, και, συγκεκριμένα, στην εκπαίδευση μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες (ΜΔ) [με ειδική μνεία στο σύνδρομο διαταραχής ελλειματικής προσοχής-υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ)], μαθητών με κινητικές δυσκολίες (ΚΔ), με ελαφριά, μέτρια και βαριά νοητική καθυστέρηση (ΝΚ), με κώφωση ή βαρυηκοΐα, με τύφλωση ή περιορισμένη όραση και με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένου του φάσματος του αυτισμού. Κάνοντας χρήση των ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ για την κάθε προαναφερθείσα κατηγοριοποιημένη ομάδα μαθητών με αναπηρία, συζητούνται οι ειδικοί εκπαιδευτικοί στόχοι, που θέτει το κάθε ξεχωριστό ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ για τα ΑμΕ(Ε)Α, και πώς αυτοί δύνανται να πραγματοποιηθούν μέσω θεατροπαιδαγωγικών πρακτικών, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδοποιά γνωρίσματα του θεάτρου, τις πηγές της δυναμικής του και τα ευεργετικά του αποτελέσματα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η παρούσα εργασία ολοκληρώνεται με μια συνοπτική παρουσίαση των βασικότερων συμπερασμάτων και με διατύπωση νέων ερωτημάτων προς περεταίρω διερεύνηση. Πρόκειται για μια έρευνα που προσπαθεί να απαντήσει στο βασικό ερευνητικό ερώτημα, με ποιους τρόπους, με ποιες προϋποθέσεις και σε ποιους επιμέρους γνωστικούς, κιναισθητικούς και κοινωνικοσυναισθηματικούς τομείς, διάφορες θεατροπαιδαγωγικές πρακτικές μπορούν να εφαρμοστούν, με θετικά αποτελέσματα, στην εκπαίδευση ΑμΕ(Ε)Α, με έμφαση στην τυπική τους εκπαίδευση (Formal Education), αλλά και προεκτάσεις στη μη τυπική (Non Formal Education) και στην άτυπη εκπαίδευση (Informal Education).-----

    Η εξέλιξη της διαδικασίας προμηθειών των δημόσιων νοσοκομείων κατά τα έτη 2009 εως 2012

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η ανάλυση των πρόσφατων αλλαγών σε ότι αφορά στο σύστημα προμηθειών στα Ελληνικά δημόσια νοσοκομεία. Λόγω της οικονομικής ύφεσης αλλά και της ανάγκης για επαναπροσδιορισμό των συνθηκών που λαμβάνουν χώρα οι κρατικές προμήθειες στο χώρο της υγείας, έχουν γίνει σημαντικές αλλαγές με την είσοδο καινοτομιών και νέων τεχνολογιών που έχουν οδηγήσει στην ψηφιοποίηση του συστήματος αυτού μέσω της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και των ηλεκτρονικών προμηθειών καθώς και του παρατηρητηρίου τιμών, ενώ συγχρόνως έχει επέλθει και η πρακτική της διαπραγμάτευσης επί των προσφορών. Για τις ανάγκες της εργασίας έγινε μελέτη στο τμήμα προμηθειών Παιδιατρικού Νοσοκομείου με τη χρήση πρωτογενών δεδομένων, με σκοπό την αξιολόγηση των νέων μεθόδων και προσεγγίσεων που σχετίζονται με τη διαχείριση των αποθεμάτων των νοσοκομείων με στόχο την αποδοτικότερη λειτουργία των νοσοκομειακών μονάδων. Η έρευνα δείχνει ότι σε μεγάλο βαθμό έχουν γίνει σημαντικές οικονομίες κλίμακας. Μάλιστα χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι αν και έχει μειωθεί το κόστος λειτουργίας του νοσοκομείου οι εισροές ασθενών αυξήθηκαν, κάτι που σημαίνει ότι έχει αυξηθεί γενικότερα η αποδοτικότητα και η οικονομικότητα του νοσοκομείου.The thesis deals with the recent changes in supply system of the Greek public hospitals. Due to the economic recession and the need to redefine the conditions that occur at the government procurement system in the health sector, there have been significant innovative changes. The use of new technologies helped at the digitization of the system through e-prescribing and electronic procurement. The establishment of the price observatory and the tenders had an impact on the increase of the system’s efficiency. Τhe purpose of this research is to evaluate the changes made on the procurement system that have occurred during the past few years on Greek hospitals. For the purpose of this study the purchasing functions of a Children's Hospital were assessed with the use of primary data provided by the same procurement department of the hospital. Research shows that significant economies of scale have been achieved. Despite the fact that the operating costs of hospital have been reduced, the outputs were increased (patient discharges), showing an increase of hospital efficiency

    784

    full texts

    1,696

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Kypseli Digital Repository - Open University of Cyprus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇