Repository of DUTH
Not a member yet
21326 research outputs found
Sort by
Pharmacoepidemiological study of dietary supplements in Greece from 2017 to 2023
Βιβλιογραφία : σ. 89 - 107Τα συμπληρώματα διατροφής αποτελούν ευρέως χρησιμοποιούμενα προϊόντα με στόχο τη διατήρηση και την υποστήριξη της υγείας, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων υγειονομικών αναγκών. Η πανδημία COVID-19 (2020–2022) συνοδεύτηκε από μεταβολές στη συμπεριφορά των καταναλωτών διεθνώς, με αυξημένο ενδιαφέρον για μικροθρεπτικά συστατικά που σχετίζονται με την ανοσολογική λειτουργία, όπως η βιταμίνη C, ο ψευδάργυρος, το μαγνήσιο και η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3). ΣΚΟΠΟΣ . Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η φαρμακοεπιδημιολογική ανάλυση της κατανάλωσης επιλεγμένων συμπληρωμάτων διατροφής (βιταμίνη C, ψευδάργυρος, μαγνήσιο και χοληκαλσιφερόλη) στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα 2017–2023, με έμφαση στις μεταβολές πριν και μετά την έναρξη της πανδημίας COVID-19, καθώς και στη διερεύνηση της χρονικής τάσης και της εποχικότητας της κατανάλωσης. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ Αναλύθηκαν δεδομένα πωλήσεων συμπληρωμάτων διατροφής από ιδιωτικά φαρμακεία στην Ελλάδα, όπως συλλέχθηκαν από την IQVIA Ελλάδος για την περίοδο 2017–2023. Η κατανάλωση εκφράστηκε σε Καθορισμένες Ημερήσιες Δόσεις ανά 1.000 κατοίκους ανά ημέρα (DDDs/1000 κατοίκους/ημέρα), σύμφωνα με τη μεθοδολογία ATC/DDD του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Πραγματοποιήθηκε περιγραφική ανάλυση, γραμμική παλινδρόμηση για την εκτίμηση της τάσης και αποσύνθεση χρονοσειράς για την αξιολόγηση της εποχικότητας και του υπολοίπου. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η συνολική κατανάλωση όλων των εξεταζόμενων μικροθρεπτικών συστατικών παρουσίασε αύξηση μετά το 2020. Η βιταμίνη C εμφάνισε τη μεγαλύτερη αύξηση, με έντονη κορύφωση τον Μάρτιο του 2020, η οποία αποτέλεσε τη μέγιστη μηνιαία τιμή της περιόδου μελέτης και οδήγησε σε μετατόπιση της συνολικής τάσης σε υψηλότερα επίπεδα. Ο ψευδάργυρος παρουσίασε σταδιακή αλλά στατιστικά σημαντική αύξηση μετά το 2020, με ηπιότερες διακυμάνσεις. Η κατανάλωση μαγνησίου αυξήθηκε ήπια και σταθερά (κλίση παλινδρόμησης α≈0.001, p<0.001), χωρίς έντονη εποχικότητα. Αντίθετα, η χοληκαλσιφερόλη εμφάνισε ιδιαίτερα έντονη αύξηση κατά τα έτη 2022 και 2023, με μέση ετήσια κατανάλωση 0.96 και 0.90 DDDs/1000 κατοίκους/ημέρα αντίστοιχα, ενώ συνολικά η κατανάλωσή της αυξήθηκε κατά περίπου 157% την περίοδο 2017–2023. Παράλληλα, παρατηρήθηκε εποχικότητα για τη βιταμίνη C, τον ψευδάργυρο και τη βιταμίνη D, με υψηλότερες τιμές κατανάλωσης κατά τους χειμερινούς μήνες.Στην παρούσα μελέτη παρατηρήθηκε αύξηση στην κατανάλωση συμπληρωμάτων διατροφής στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα από το 2017 έως το 2023. Συνολικά, καταγράφονται μεταβολές στα πρότυπα κατανάλωσης, με διαφοροποιήσεις ως προς την ένταση, τη χρονική εξέλιξη και την εποχικότητα μεταξύ των εξεταζόμενων μικροθρεπτικών συστατικών. Οι μεταβολές που παρατηρούνται μετά το 2020 υποδηλώνουν ότι η πανδημία COVID-19 συνδέεται με σημαντική επίδραση στην κατανάλωση συμπληρωμάτων διατροφής, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνεται άμεση αιτιώδης σχέση. Τα ευρήματα της μελέτης μπορούν να αξιοποιηθούν ως βάση αναφοράς για μελλοντικές φαρμακοεπιδημιολογικές και μελέτες δημόσιας υγείας, συμβάλλοντας στην κατανόηση των μακροχρόνιων τάσεων κατανάλωσης
συμπληρωμάτων διατροφής στον γενικό πληθυσμό.Dietary supplements are widely used products aimed at maintaining and supporting health, particularly during periods of increased public health needs. The COVID-19 pandemic (2020 2022) was accompanied by changes in consumer behavior worldwide, with increased interest in micronutrients associated with immune function, such as vitamin C, zinc, magnesium, and cholecalciferol (vitamin D3). OBJECTIVE The aim of the present study was to conduct a pharmacoepidemiological analysis of the consumption of selected dietary supplements (vitamin C, zinc, magnesium, and cholecalciferol) in Greece during the period 2017–2023, with emphasis on changes before and after the onset of the COVID-19 pandemic, as well as on the investigation of consumption trends and seasonality. METHODO-LOGY Sales data of dietary supplements from private pharmacies in Greece were analyzed, as collected by IQVIA Hellas for the period 2017–2023. Consumption was expressed in Defined Daily Doses per 1,000 inhabitants per day (DDDs/1,000 inhabitants/day), according to the World Health Organization ATC/DDD methodology. Descriptive analysis, linear regression to estimate trends, and time-series decomposition were performed to assess seasonality and residual components. RESULTS Overall consumption of all examined micronutrients increased after 2020. Vitamin C showed the most pronounced increase, with a sharp peak in March 2020, representing the highest monthly value of the study period and resulting in a shift of the overall trend to higher levels. Zinc consumption increased gradually but significantly after 2020, with milder fluctuations. Magnesium consumption showed a mild but steady increase (regression slope α=0.001, p<0.001), without marked seasonality. In contrast, cholecalciferol exhibited a particularly strong increase during 2022 and 2023, with mean annual consumption reaching 0.96 and 0.90 DDDs/1,000 inhabitants/day, respectively, while overall consumption increased by approximately 157% during 2017–2023. Seasonality was observed for vitamin C, zinc, and vitamin D, with higher consumption during the winter months. CONCLUSIONS In the present study, an increase in dietary supplement consumption in Greece was observed during the period 2017–2023. Overall, changes in consumption patterns were recorded, with differences in intensity, temporal patterns, and seasonality among the examined micronutrients. The changes observed after 2020 suggest that the COVID-19 pandemic is associated with a significant impact on dietary supplement consumption; however, a direct causal relationship cannot be established. The findings of this study may serve as a reference for future pharmacoepidemiological and public health research, contributing to a better understanding of long-term trends in dietary supplement consumption in the general population.108 σ
mechanisms and management
Βιβλιογραφία: σ. 26-32Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις όγκοι του μυομητρίου και αποτελούν τη συχνότερη γυναικολογική παθολογία. Η σχέση μεταξύ ινομυωμάτων και υπογονιμότητας αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης εδώ και δεκαετίες. Είναι γενικά αποδεκτό ότι όσο πλησιέστερα εντοπίζεται ένα ινομύωμα στην ενδομητρικήκοιλότητα και στο ενδομήτριο, τόσο δυσμενέστερη μπορεί να είναι η επίδραση του στη γονιμότητα, μείωνοντας τις πιθανότητες επιτυχούς εμφύτευσης και εξέλιξης της κύησης. Με βάση τα δεδομένα της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, διατυπώνονται και αναλύονται επτά πιθανοί παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων τα ινομυώματα ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα.
Η χειρουργική αντιμετώπιση των ινομυωμάτων δεν βασίζεται συνήθως στην παθοφυσιολογία τους και, ως εκ τούτου, μπορεί να συνοδεύεται από υποτροπή της νόσου και από κίνδυνο επιπλοκών. Η εις βάθος διερεύνηση των μηχανισμών μέσω των οποίων τα ινομυώματα επηρεάζουν τη γονιμότητα είναι απαραίτητη για την εξέλιξη των κλασικών χειρουργικών θεραπευτικών προσεγγίσεων. Αντί της αποκλειστικής αντιμετώπισης των συμπτωμάτων που σχετίζονται με τα ινομυώματα, η έρευνα θα πρέπει να εστιάσει στην ανάπτυξη στοχευμένων, κυρίως φαρμακευτικών, θεραπειών, οι οποίες να είναι συμβατές με την ενεργή επιθυμία για τεκνοποίηση.Fibroids are benign tumours of the myometrium and constitute the most common gynaecological pathology. The relationship between fibroids and infertility has been the subject of scientific debate for decades. It is generally accepted that the closer a fibroid is located to the uterine cavity and the endometrium, the more unfavourable its effect on fertility may be, reducing the chances of successful implantation and progression of pregnancy. Based on data from the existing literature, seven possible pathophysiological mechanisms are proposed and analysed through which fibroids may negatively affect fertility. The surgical management of fibroids is not usually based on their pathophysiology and, as a result, may be accompanied by disease reccurence and a risk of complications. An in-depth investigation of the mechanisms through which fibroids affect fertility is necessary for the evolution of classical surgical therapeutic approaches. Instead of focusing exclusively on the treatment of fibroid-related symptoms, research should concentrate on the development of targeted, mainly pharmacological, therapies that are compatible with an active desire to achieve pregnancy32 σ
Primary school teachers’ views on the use of virtual and augmented reality in teaching elementary school subjects
Βιβλιογραφία: σ. 74-83Η παρούσα πτυχιακή εργασία επιδιώκει να διερευνήσει, αρχικά, τον ρόλο και τη συνεισφορά των τεχνολογιών Εικονικής (VR) και Επαυξημένης Πραγματικότητας (AR) στη διδακτική πράξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Γίνεται εστίαση ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται τις δυνατότητες τους και την τεχνολογική τους γνώση τους στη μαθησιακή διαδικασία. Ο σκοπός της έρευνας δεν περιορίζεται στην καταγραφή των θέσεων των εκπαιδευτικών απέναντι στις νέες αυτές τεχνολογίες αλλά επεκτείνεται στην κατανόηση των παιδαγωγικών, τεχνικών και οργανωτικών παραγόντων που καθορίζουν τον βαθμό αποδοχής και αποτελεσματικής αξιοποίησής τους στην τάξη. Η μεθοδολογική προσέγγιση που υιοθετήθηκε στηρίζεται στο ποιοτικό ερμηνευτικό μοντέλο, καθώς η φύση του φαινομένου απαιτεί εις βάθος ανάλυση των εμπειριών, των αντιλήψεων και των στάσεων των εκπαιδευτικών μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων. Το δείγμα αποτελούν εκπαιδευτικοί δημόσιων δημοτικών σχολείων στις περιοχές της Αλεξανδρούπολης, της Θεσσαλονίκης αλλά και της Θάσου, οι οποίοι έχουν έρθει σε επαφή, σε θεωρητικό ή πρακτικό επίπεδο, με τεχνολογίες Εικονικής και Επαυξημένης Πραγματικότητας. Για την ανάλυση των δεδομένων αξιοποιήθηκε η θεματική ανάλυση σύμφωνα με το πλαίσιο των Braun και Clarke. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν τις τεχνολογίες Εικονικής και Επαυξημένης Πραγματικότητας ως καινοτόμα εργαλεία που μπορούν να ενισχύσουν την παραδοσιακή διδασκαλία, προωθώντας τη βιωματική μάθηση, τη δημιουργικότητα και τη συνεργατικότητα των μαθητών. Αξιοσημείωτο είναι όμως ότι αναδείχθηκαν σημαντικά εμπόδια που περιορίζουν την εκπαιδευτική αξιοποίησή τους, όπως το υψηλό κόστος εξοπλισμού, η ελλιπής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, οι τεχνικές δυσκολίες και η απουσία επαρκούς θεσμικού πλαισίου. Η μελέτη επομένως φωτίζει την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές υποστήριξης και επιμόρφωσης, που θα επιτρέψουν την ομαλή ενσωμάτωση των τεχνολογιών Εικονικής και Επαυξημένης Πραγματικότητας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός πιο δυναμικού και συμμετοχικού μαθησιακού περιβάλλοντος.The present undergraduate thesis aims to investigate, initially, the role and contribution of Virtual Reality (VR) and Augmented Reality (AR) technologies in the teaching practice of primary education. The study focuses particularly on how teachers perceive the potential of these technologies and their own technological knowledge in the learning process. The purpose of the research is not limited to recording teachers’ attitudes towards these emerging technologies, but extends to understanding the pedagogical, technical, and organizational factors that determine the degree of acceptance and effective integration of VR and AR in the classroom. The methodological approach adopted is based on the qualitative interpretative model, as the nature of the phenomenon requires an in-depth analysis of teachers’ experiences, perceptions, and attitudes through semi-structured interviews. The sample consists of teachers from public primary schools in the regions of Alexandroupolis, Thessaloniki, and Thassos, who have had theoretical or practical experience with VR and AR technologies. Data analysis was conducted using thematic analysis according to the framework proposed by Braun and Clarke. The findings indicate that teachers recognize augmented and virtual reality as innovative tools that can enhance traditional teaching, promoting experiential learning, creativity, and student collaboration. However, significant barriers were identified that limit their educational implementation, such as the high cost of equipment, insufficient teacher training, technical difficulties, and the absence of an adequate institutional framework. The study therefore highlights the need for targeted support and training policies that will enable the smooth integration of VR and AR technologies into primary education, contributing to the creation of a more dynamic and participatory learning environment.83 σ
association of diet and microbiome with psoriasis and psoriatic arthritis in adults
Βιβλιογραφία : σ. 74 - 85Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης είναι η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ της ψωρίασης - ΨΑ με την διατροφή και το ρόλο του μικροβιώματος. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ Το δείγμα των παρατηρήσεων που συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα εργασία απαρτίζεται από τα αποτελέσματα των πρωτότυπων μελετών που επιλέχθηκαν λόγω κριτηρίων εισόδου τα οποία πληρούνται. Για την επιλογή των πρωτότυπων αυτών μελετών, αξιοποιήθηκαν ως βασικές μηχανές αναζήτησης της επίσημης, πιο πρόσφατης αρθρογραφίας οι κάτωθι βάσεις δεδομένων: PubMed (Medline), Science Direct, Scopus. Στις μπάρες αναζήτησης των παραπάνω βάσεων δεδομένων, θα χρησιμοποιηθούν οι λέξεις-κλειδιά: nutrition, diet, microbiome, psoriasis and psoriatic arthritis. Ως εργαλείο συστηματικής αξιολόγησης της ποιότητας των πρωτότυπων μελετών που ανακτήθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν κλίμακες αξιολόγησης ανάλογα με το design κάθε μελέτης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η ψωρίαση και η ΨΑ συνδέονται στενά με τη διατροφή, το εντερικό και δερματικό μικροβίωμα και τη φλεγμονώδη δραστηριότητα. Η απώλεια βάρους, η Μεσογειακή και η κετογονική δίαιτα, καθώς και η χορήγηση αντιοξειδωτικών, ω-3 λιπαρών και βιταμίνης D, μειώνουν τη φλεγμονή και βελτιώνουν τους δείκτες νόσου. Η ενίσχυση του μικροβιώματος μέσω προβιοτικών ή θεραπειών όπως οι αναστολείς IL-17A φαίνεται να ενισχύει την ποιότητα ζωής και να μειώνει τη σοβαρότητα της νόσου. Τα ευρήματα υποστηρίζουν μια ολιστική στρατηγική που συνδυάζει διατροφή, μικροβίωμα και ρύθμιση βάρους για βελτίωση της θεραπευτικής αντιμετώπισης.The purpose of this literature review is to investigate the association between psoriasis and psoriatic arthritis (PsA) with diet and the role of the microbiome. METHODOLOGY The data included in the present work consist of findings derived from original studies that met the predefined inclusion criteria. To identify and select these primary studies, a comprehensive search was conducted in the following scientific databases: PubMed (Medline), ScienceDirect, Scopus. The search strategy involved the use of specific keywords, including: nutrition, diet, microbiome, psoriasis and psoriatic arthritis. Quality assessment was performed using tools appropriate for the design of each study. CONCLUSIONS Psoriasis and psoriatic arthritis are closely linked to diet, gut and skin microbiome, and inflammatory activity. Weight loss, the Mediterranean and ketogenic diets, as well as supplementation with antioxidants, omega-3 fatty acids, and vitamin D, reduce inflammation and improve disease markers. Enhancing the microbiome through probiotics or therapies such as IL-17A inhibitors appears to improve quality of life and decrease disease severity. These findings support a holistic approach combining diet, microbiome modulation, and weight management to optimize therapeutic outcomes.85 σ
Lactation and nutrition
Βιβλιογραφία: σ. 75-81Εισαγωγή: Η χώρα μας κατέλαβε πρόσφατα μια αρνητική πρωτιά στον Ευρωπαϊκό πίνακα κατάταξης της παιδικής παχυσαρκίας. Το γεγονός αυτό κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την υγεία των μετέπειτα γενεών γηγενούς πληθυσμού, οι οποίες έχουν παραδόξως αγνοήσει ή απωλέσει τις βασικές αρχές της μεσογειακής διατροφής υιοθετώντας ένα μοντέλο δυτικού τύπου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία και τη μετέπειτα σωματική και ψυχική ευημερία τους. Σκοπός: Στην παρούσα έρευνα αξιολογούνται οι θετικές επιδράσεις της γαλουχίας στην υγεία τόσο των βρεφών όσο και των λεχωίδων, αναδεικνύεται ο ρόλος της γαλουχίας στην πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας, ενώ συγχρόνως διερευνάται η μακροπρόθεσμη επιβάρυνση στα συστήματα υγείας (πρωτοβάθμια ή μη) από την έκρηξη του φαινομένου της παιδικής παχυσαρκίας στη χώρα μας. Υλικό και Μέθοδοι: Βιβλιογραφική ανασκόπηση δημοσιευμένων άρθρων στις ιατρικές μηχανές αναζήτησης “Pubmed”, “ScienceDirect”, “Scopus”, κατά τη χρονική περίοδο «2020-2025», χρησιμοποιώντας τους όρους: “childhoodobesity”, “benefitsofbreastfeeding”, childhoodobesityandhealthburden”. Αποτελέσματα: Από τη διενεργηθείσα βιβλιογραφική έρευνα προκύπτουν τα πολλαπλά βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οφέλη του μητρικού θηλασμού για την υγεία τόσο των μητέρων όσο και των τέκνων τους. Συγχρόνως, τονίζεται η πολλαπλή επιβάρυνση των συστημάτων υγείας τόσο σε πρωτοβάθμιο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, από την παιδική παχυσαρκία η οποία αν δεν προληφθεί ή δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα εγκαθίσταται ως ένα μόνιμο χαρακτηριστικό των μετέπειτα ενήλικων ατόμων. Συζήτηση: Αναδεικνύεται πιο επίκαιρη από ποτέ η ανάγκη προώθησης της γαλουχίας ως του πρώτιστου θεμελίου λίθου για την εξασφάλιση της μετέπειτα υγείας των βρεφών, και η ενημέρωση των λεχωίδων μέσω ιδιωτικών και δημοσίων φορέων για τα πολλαπλά οφέλη που απορρέουν από την μακροχρόνια υιοθέτησή του στην διατροφή και ανοσοποίηση των παιδιών τους.Introduction: Our country has recently occupied a negative first position in the European ranking of childhood obesity. This fact raises the alarm for the health of future generations of the elderly population, who have paradoxically ignored or lost the basic principles of the Mediterranean diet by adopting a Western-style model, with all that this implies for their health and subsequent physical and mental well-being. Aim: The present study evaluates the positive effects of lactation on the health of both infants and their mothers, highlights the role of lactation in the prevention of childhood obesity, and investigates the long-term burden on health systems (primary and non-primary) of the explosion of childhood obesity in our country. Materials and Methods: Literature review of published articles in the medical search engines "Pubmed", "Science Direct", "Scopus", during the period "2020-2025", using the terms: "childhood obesity", "benefits of breastfeeding", "childhood obesity and health burden". Results: The conducted literature review reveals the multiple short and long-term health benefits of breastfeeding for both mothers and their children. At the same time, it highlights the multiple burdens on health systems at both primary and secondary levels of childhood obesity which, if not prevented or treated in time, establishes itself as a permanent feature of later adults. Discussion: The need to promote lactation as the primary foundation stone for ensuring the later health of infants, and to inform infants through private and public agencies about the multiple benefits of long-term adoption of lactation in the nutrition and immunization of their children, is more relevant than ever.81 σ
The bioethical dimension in medical equipment procurement decisions in public hospitals
Βιβλιογραφία : σ. 62 - 71Η παρούσα εργασία εξετάζει τη βιοηθική διάσταση στις διαδικασίες προμήθειας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στα δημόσια νοσοκομεία, σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογική πρόοδος, οι αυξημένες ανάγκες των ασθενών και οι δημοσιονομικές πιέσεις καθιστούν αναγκαία τη διασφάλιση ηθικά θεμελιωμένων και
τεκμηριωμένων αποφάσεων. Βασικός στόχος της μελέτης είναι η ανάδειξη των ηθικών,
διοικητικών και θεσμικών παραγόντων που επηρεάζουν τις δημόσιες προμήθειες,
καθώς και η διερεύνηση της συμβολής των αρχών της βιοηθικής, της αξιολόγησης
τεχνολογιών υγείας και των διεθνών κατευθυντήριων γραμμών στην προώθηση
διαφάνειας, λογοδοσίας και δικαιοσύνης. Η μεθοδολογία της εργασίας στηρίχθηκε σε
εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση ελληνικών και διεθνών πηγών, στη μελέτη του
ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και σε συγκριτική ανάλυση της ελληνικής πρακτικής
με διεθνείς κατευθύνσεις, ιδίως αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Παγκόσμιου
Οργανισμού Υγείας. Η ανάλυση επικεντρώθηκε στις ηθικές αρχές που εμπλέκονται στη
λήψη αποφάσεων, στον ρόλο των επιτροπών προμηθειών, στο σύστημα αξιολόγησης
τεχνολογιών υγείας, στη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων και στους
υφιστάμενους μηχανισμούς διαφάνειας. Τα ευρήματα της έρευνας ανέδειξαν
σημαντικές αδυναμίες στο ελληνικό σύστημα προμηθειών, όπως η ελλιπής τεχνική και
κλινική τεκμηρίωση, η περιορισμένη εφαρμογή εργαλείων αξιολόγησης τεχνολογιών
υγείας, η αποσπασματική εκπαίδευση των στελεχών, η ανεπαρκής ψηφιοποίηση και οι
αυξημένες πιθανότητες εμπορικών πιέσεων και συγκρούσεων συμφερόντων.
Παράλληλα, η συγκριτική μελέτη έδειξε πως πολλές χώρες της Ε.Ε. εφαρμόζουν πιο
ώριμα και διαφανή συστήματα προμηθειών, βασισμένα στη συνολική αξία, στη
βιωσιμότητα και στη θεσμική λογοδοσία. Η εργασία καταλήγει ότι η ουσιαστική
ενσωμάτωση της βιοηθικής στις δημόσιες προμήθειες δεν αποτελεί θεωρητική επιλογή,
αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση ισότητας, ποιότητας φροντίδας και
ορθής διαχείρισης των πόρων.This thesis examines the bioethical dimension in the procurement processes of
medical equipment in public hospitals, in an environment where technological progress,
increased patient needs and budgetary pressures make it necessary to ensure ethically
founded and evidence-based decisions. The main objective of the study is to highlight
the ethical, administrative and institutional factors that influence public procurement,
as well as to investigate the contribution of the principles of bioethics, health
technology assessment and international guidelines in promoting transparency,
accountability and justice. The methodology of the work was based on an extensive
bibliographic review of Greek and international sources, on the study of the current
legislative framework and on a comparative analysis of Greek practice with
international guidelines, in particular those of the European Union and the World Health
Organization. The analysis focused on the ethical principles involved in decision
making, the role of procurement committees, the health technology assessment system,
the management of conflicts of interest and the existing transparency mechanisms. The
research findings highlighted significant weaknesses in the Greek procurement system,
such as incomplete technical and clinical documentation, limited implementation of
health technology assessment tools, fragmented training of executives, insufficient
digitalization and increased possibilities of commercial pressures and conflicts of
interest. At the same time, the comparative study showed that many EU countries
implement more mature and transparent procurement systems, based on overall value,
sustainability and institutional accountability. The paper concludes that the substantive
integration of bioethics into public procurement is not a theoretical option, but a
necessary condition for ensuring equality, quality of care and sound management of
resources.71 σ
Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της δικαστικής προστασίας των ιδιωτών κατά το ενωσιακό δίκαιο
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας είναι μία πολύ σημαντική αρχή
του ενωσιακού δικαίου και έχει ως θεμέλιο την αρχή του κράτους δικαίου, όπως αυτή
θεσπίστηκε με την συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Νομοθετικό έρεισμα της αρχής
της δικαστικής προστασίας αποτελούν οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ΣΕΕ, 6
παρ.1 ΣΕΕ, 7 ΣΕΕ, 19 παρ.1 ΣΕΕ, 47 ΧΘΔΕΕ.
Τα κράτη – μέλη διακρίνονται από την αρχή της δικονομικής αυτονομίας ως
προς την οργάνωση των θεσμικών ζητημάτων. Όμως, υπάρχουν δύο περιορισμοί στην
αρχή της αυτονομίας που αναλύονται στην αρχή της ισοδυναμίας και της
αποτελεσματικότητας ως προς την διασφάλιση των αξιώσεων των πολιτών που
απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο ώστε να μην καθίσταται δυσχερής η
αποτελεσματική προστασία τους.
Η εν λόγω αρχή έχει πολλές εκφάνσεις και συνίσταται στην δυνατότητα των πολιτών
της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ασκούν τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα τόσο ενώπιον
του Δικαστηρίου της Ένωσης μέσω της προσφυγής ακύρωσης ή παράλειψης ή
αγωγής εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης όσο και ενώπιον των εθνικών
δικαστηρίων στρεφόμενοι κατά του κράτους τους για παραβίαση του ενωσιακού
Δικαίου. Επίσης, η προσωρινή δικαστική προστασία αποτελεί βασική παράμετρο της
αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Δικλείδα ασφαλείας της αρχής της δικαστικής προστασίας αποτελεί η προσωπική και
λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών όταν εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο. Πρέπει
να τονιστεί ότι η εν λόγω αρχή απορρέει από την αρχή της υπεροχής και από την
αρχή του άμεσου αποτελέσματος του ενωσιακού δικαίου.
Για τον λόγο αυτό οι δικαστές των κρατών – μελών οφείλουν να ερμηνεύουν το
εθνικό δίκαιο όπως επιβάλλει η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των
κρατών μελών και να αίρουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση ερμηνείας μέσω του θεσμού
της προδικαστικής παραπομπής. Ο βασικός σκοπός της αρχής της δικαστικής
προστασίας συνίσταται στην προστασία των δικαιωμάτων Πολιτών της Ένωσης,
ιδίως σε ευαίσθητους τομείς που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας όπως είναι ο τομέας
του ασύλου. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνουν σημαντικά βήματα προς την
κατεύθυνση πληρέστερης δικαστικής προστασίας.The principle of effective judicial protection is a very important principle of European
Community Law and it is based on the principle of the state of law as it was regulated
by the Convention of Maastricht in 1992.The principle of the effective judicial
protection is mentioned in the articles 2par .1 SEE,6 par.1 SEE,7 SEE,19 par.1SEE,47
CHLEE.
Member -states of the E.E are well-Known because of their «procedural autonomy»
on grounds of the organization of their functional issues.
Nevertheless, there are limitations concerning the above autonomy which are the
principles of equity and effectiveness towards the legal action of the citizens which
offers the community law in order their protection not to be quite difficult for them.
The principle which was mentioned in before has a lot of issues and in other words it
is the right of the citizens of the European community to practice the necessary legal
aids both in front of the Court of European Community through «annulment action»
or «action for omission» or through a legal action against European Community due
to a non - contractual liability of the European Community as well as in front of their
national Courts against their own state for further insult of the European Community
Law. Furthermore, temporary law protection is a fundamental issue of effective
judicial protection.
The principle of effective judicial protection has to be ensured in the existence of
«functional independence of judges» whenever they apply the Community law. It has
to be emphasized that the above principle derives from the «principle of primacy of
EU law» and from the «principle of direct effect of the EU law». Therefore, the
judges of the member states have to make an interpretation of their own national law
according to the "principle of sincere cooperation among the EU member -states"
Furthermore, the judges should give response to any interpretation argued through the
Function of the «Preliminary reference to an EU court of justice».
The basic aim of the «principle of effective judicial protection» is to ensure that the
rights of the European Community Citizens will be protected, especially in sensitive
fields which need special protection such as in the case of asylum.
In any case there should be further steps to address a better judicial protection.71 σ
Diet in chronic kidney disease
Βιβλιογραφία: σ. 60-70Η Χρόνια Νεφρική Νόσος (ΧΝΝ) αποτελεί ένα προοδευτικό και πολυπαραγοντικό νόσημα με αυξανόμενη επίπτωση παγκοσμίως, το οποίο συνδέεται με αυξημένη νοσηρότητα, θνησιμότητα και σημαντική επιβάρυνση των συστημάτων υγείας. Η νόσος χαρακτηρίζεται από σταδιακή απώλεια της νεφρικής λειτουργίας και συνοδεύεται από σοβαρές μεταβολικές, ηλεκτρολυτικές και καρδιαγγειακές
διαταραχές, καθώς και από επιδείνωση της θρεπτικής κατάστασης και της ποιότητας ζωής των ασθενών. Στο πλαίσιο αυτό, η διατροφή αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης και τροποποιήσιμη συνιστώσα της θεραπευτικής προσέγγισης στη ΧΝΝ. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η ανασκόπηση και η κριτική ανάλυση της σύγχρονης βιβλιογραφίας σχετικά με τον ρόλο της δίαιτας στη διαχείριση της ΧΝΝ. Αρχικά, παρουσιάζονται ο ορισμός, η σταδιοποίηση, η επιδημιολογία, οι προδιαθεσικοί παράγοντες και οι κλινικές εκδηλώσεις της νόσου. Στη συνέχεια, αναλύονται οι βασικές αρχές της ιατρικής διατροφικής θεραπείας, η διατροφική αξιολόγηση των ασθενών, καθώς και οι ανάγκες σε μακροθρεπτικά και μικροθρεπτικά συστατικά και υγρά. Τέλος, εξετάζονται διαφορετικά διατροφικά πρότυπα που έχουν μελετηθεί στη ΧΝΝ, όπως η Μεσογειακή διατροφή, η δίαιτα DASH, οι φυτοφαγικές διατροφές, η δίαιτα χαμηλής ή πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη και η αντιφλεγμονώδης δίαιτα. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η εξατομικευμένη και τεκμηριωμένη διατροφική παρέμβαση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου, στη βελτίωση των μεταβολικών παραμέτρων και της ποιότητας ζωής των ασθενών. Συμπερασματικά, η δίαιτα αποτελεί αναπόσπαστο θεραπευτικό εργαλείο στη ΧΝΝ, ενώ αναδεικνύεται η ανάγκη για περαιτέρω κλινική έρευνα.The aim of this thesis is to review and critically analyze current scientific evidence regarding the role of diet in the management of CKD across all stages of the disease. Initially, the definition, staging, epidemiology, predisposing factors, and clinical manifestations of CKD are presented. Subsequently, the principles of medical nutrition therapy are discussed, with particular emphasis on nutritional assessment, energy and
protein requirements, micronutrient balance, and fluid management. Special attention is given to the prevention of protein–energy wasting, a common and clinically significant complication in patients with CKD. Furthermore, various dietary patterns that have been studied in CKD are examined, including the Mediterranean diet, the DASH diet, plant-based dietary patterns, low- and very-low-protein diets, and antiinflammatory diets. The evidence reviewed suggests that individualized, well-designed dietary interventions can play a crucial role in slowing CKD progression, improving metabolic control, reducing cardiovascular risk, and enhancing patients’ quality of life. However, careful planning and close monitoring are required to ensure nutritional adequacy and long-term adherence. In conclusion, diet constitutes an integral and dynamic therapeutic tool in CKD management, while further well-designed clinical studies are needed to strengthen the evidence base and optimize dietary recommendations.69 σ
Η ενοχική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου έναντι του νομικού προσώπου και έναντι τρίτων
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΣτην παρούσα μελέτη, θα εξετάσουμε την αστική ευθύνη, με έμφαση στην ενοχική ευθύνη, των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) μίας εταιρίας απέναντι στην ίδια την εταιρία και απέναντι σε τρίτους. Όπως θα δούμε αναλυτικά παρακάτω, το ΔΣ το συναντάμε, πρωτίστως, στην Ανώνυμη Εταιρία (ΑΕ), στην οποία θα επικεντρώσουμε την ερευνά μας, καθώς εκεί τίθενται τα περισσότερα ζητήματα αστικής ευθύνης των μελών του.74 σ
an empirical study in the Prefecture of Rodopi
Βιβλιογραφία: σ. 79-86Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης των φιλολόγων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του νομού Ροδόπης, εστιάζοντας στις τρεις διαστάσεις του συνδρόμου σύμφωνα με το μοντέλο της Maslach: συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποποίηση και προσωπική επίτευξη. Παράλληλα, εξετάζονται πιθανές διαφοροποιήσεις των διαστάσεων αυτών σε συνάρτηση με δημογραφικά, επαγγελματικά και μορφωτικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών.
Η έρευνα ακολούθησε ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση και πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του ερωτηματολογίου Maslach Burnout Inventory – Educators Survey (MBI-ES). Το δείγμα αποτέλεσαν 97 φιλόλογοι που υπηρέτησαν σε σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του νομού Ροδόπης κατά το σχολικό έτος 2024–2025. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του λογισμικού SPSS, εφαρμόζοντας περιγραφικά στατιστικά, ελέγχους αξιοπιστίας και επαγωγικούς στατιστικούς ελέγχους (t-test, ANOVA).
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι συμμετέχοντες εμφανίζουν κατά μέσο όρο μέτρια επίπεδα συναισθηματικής εξάντλησης, χαμηλή αποπροσωποποίηση και σχετικά υψηλή προσωπική επίτευξη, μοτίβο που συνάδει με ευρήματα προηγούμενων ελληνικών μελετών. Οι περισσότεροι δημογραφικοί και επαγγελματικοί παράγοντες δεν οδηγούν σε στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις, ωστόσο εντοπίζονται ενδείξεις διαφοροποίησης στην αποπροσωποποίηση ως προς το φύλο και την οικογενειακή κατάσταση, καθώς και σαφέστερα ευρήματα που αφορούν την προσωπική επίτευξη σε σχέση με τον τύπο σχολείου και τη συμμετοχή σε προγράμματα σχολικών δραστηριοτήτων.
Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της προσωπικής επίτευξης ως προστατευτικού παράγοντα έναντι της επαγγελματικής εξουθένωσης και συμβάλλει εμπειρικά στη βιβλιογραφία, εστιάζοντας σε έναν συγκεκριμένο και ελάχιστα διερευνημένο πληθυσμό εκπαιδευτικών.This master’s thesis investigates the levels of professional burnout among secondary education philologists in the prefecture of Rodopi, focusing on the three dimensions of the syndrome as defined by Maslach’s model: emotional exhaustion, depersonalization, and personal accomplishment. In addition, potential differences in these dimensions are examined in relation to demographic, professional, and educational characteristics of the participants.
The study followed a quantitative, cross-sectional research design and employed the Maslach Burnout Inventory – Educators Survey (MBI-ES) as the data collection instrument. The sample consisted of 97 philologists who served in secondary education schools of the prefecture of Rodopi during the 2024–2025 school year. Data analysis was conducted using SPSS software and included descriptive statistics, reliability analysis, and inferential statistical tests (t-tests and ANOVA).
The findings indicate that participants exhibit, on average, moderate levels of emotional exhaustion, low levels of depersonalization, and relatively high levels of personal accomplishment, a pattern consistent with results reported in previous Greek studies. Most demographic and professional variables did not lead to statistically significant differences; however, indications of differentiation were observed in depersonalization in relation to gender and marital status, as well as clearer differences in personal accomplishment associated with school type and participation in school activity programs.
Overall, the study highlights the role of personal accomplishment as a potential protective factor against professional burnout and contributes empirical evidence to the existing literature by focusing on a specific and under-researched group of educators within a clearly defined educational and geographical context.89 σ