Repository of DUTH
Not a member yet
21326 research outputs found
Sort by
english teachers’ perspectives in public primary and secondary schools
Βιβλιογραφία: σ. 105-117Στον χώρο της εκπαίδευσης η διαχείριση της τάξης έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για πολλούς ερευνητές, καθώς επηρεάζει ουσιαστικά την ποιότητα της διδασκαλίας και τη δυναμική που αναπτύσσεται μέσα στην τάξη. Σκοπό της ποιοτικής αυτής έρευνας αποτελεί η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών Αγγλικής γλώσσας σχετικά με τη διαχείριση της τάξης στο πλαίσιο διδασκαλίας ξένων γλωσσών, με έμφαση στις μορφές ανάρμοστης συμπεριφοράς, στους παράγοντες που τις επηρεάζουν, στα αίτια εμφάνισής τους, καθώς και στους τρόπους αντιμετώπισης, στις στρατηγικές πρόληψης και δημιουργίας θετικού μαθησιακού κλίματος. Για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού συλλέχθηκαν ερευνητικά δεδομένα με τη βοήθεια ημιδομημένων συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν σε δέκα (10) εκπαιδευτικούς Αγγλικής γλώσσας που υπηρετούν σε δημόσια δημοτικά και γυμνάσια της Ελλάδας. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν δια ζώσης και τηλεφωνικά, απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν ποιοτικά μέσω ανοικτής κωδικοποίησης. Από την ανάλυση διαπιστώθηκε ότι οι εκπαιδευτικοί Αγγλικής γλώσσας συναντούν συχνά μορφές ανάρμοστης συμπεριφοράς, όπως αδιαφορία, φλυαρία και συνεχείς διακοπές, με τους μαθητές να παραβιάζουν τους κανόνες της τάξης. Οι συμπεριφορές αυτές διαφοροποιούνται συνήθως ανάλογα με την ηλικία και το επίπεδο της γλωσσομάθειας των μαθητών, τη δυναμική της τάξης, τον ρόλο του εκπαιδευτικού καθώς και τις συνθήκες του μαθήματος. Οι συμμετέχοντες αποδίδουν τις συμπεριφορές αυτές σε ψυχολογικούς παράγοντες, ανομοιογένεια, διαφορετικές αντιλήψεις για τη σημασία του μαθήματος και στην αυξημένη ελευθερία που χαρακτηρίζει την επικοινωνιακή φύση του μαθήματος των Αγγλικών. Για την αντιμετώπισή τους, οι εκπαιδευτικοί εφαρμόζουν ποικιλία παιδαγωγικών και ανθρωπιστικών πρακτικών, καταφεύγοντας σε πιο αυστηρές συνέπειες σε σοβαρότερες περιπτώσεις, ενώ ο διάλογος και οι σχέσεις εμπιστοσύνης αποτελούν σημαντικά εργαλεία. Τέλος, οι εκπαιδευτικοί τονίζουν τη σημασία της πρόληψης και αναφέρουν ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών που συμβάλλουν στη μείωση των προβλημάτων και στη βελτίωση του μαθησιακού κλίματος.Classroom management has long been a central topic of interest in educational research, as it significantly influences both the quality of teaching and the dynamics that develop within the classroom. The present qualitative study investigates the views of English language teachers regarding classroom management in foreign language education, with emphasis on the forms of disruptive behavior they encounter, the factors shaping such behaviors, their underlying causes, and the strategies teachers employ for managing, preventing, and reducing them while fostering a positive learning climate. Data were collected through semi-structured interviews with ten English language teachers working in public primary and secondary schools in Greece. The interviews were conducted in person and by telephone, transcribed, and analyzed qualitatively through open coding. The findings indicate that teachers frequently face behaviors such as disengagement, excessive talking, interruptions, and rule-breaking. These behaviors vary depending on students’ age, language proficiency, classroom dynamics, the teacher’s role, and specific lesson conditions. Participants attribute disruptive behaviors to psychological factors, classroom heterogeneity, differing perceptions of the subject’s importance, and the increased freedom inherent in the communicative nature of English language teaching. To address these issues, teachers employ a wide range of pedagogical and humanistic practices, resorting to stricter consequences in more serious cases, while dialogue and trust-based relationships emerge as key tools. Finally, teachers highlight the importance of prevention and report a broad set of strategies that help reduce behavioural problems and enhance the overall learning environment.119 σ
teachers’ perspectives
Βιβλιογραφία: σ. 59-66Η πανδημία της «Covid-19» ανάγκασε μεγάλο μέρος των εκπαιδευτικών των φυσικών επιστημών να διαφοροποιήσουν τον τρόπο διδασκαλίας των μαθημάτων τους, ώστε να τα προσαρμόσουν στην αναγκαστική εξ αποστάσεως εκπαίδευση μέσω της οποίας κλήθηκαν να διδάξουν. Με τον τρόπο αυτό ήρθαν σε επαφή με πληθώρα εφαρμογών και ψηφιακών εργαστηρίων, τα οποία ενέταξαν στη διαδικτυακή τους τάξη. Μετά την επιστροφή στο φυσικό χώρο του σχολείου πολλοί από αυτούς αποφάσισαν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τις εφαρμογές αυτές. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση της χρήσης των ψηφιακών εργαστηρίων και της επίδειξης πειραμάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη «μετά Covid-19 εποχή». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού συλλέχτηκαν ερευνητικά δεδομένα από δεκατρείς εκπαιδευτικούς φυσικών επιστημών διαφόρων αντικειμένων που εργάστηκαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της πανδημίας «Covid-19» και μετέπειτα. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων προκύπτει ότι εξαιτίας των ελλείψεων που υπάρχουν στα ελληνικά σχολεία οι εκπαιδευτικοί εντάσσουν τα ψηφιακά εργαστήρια στο μάθημά τους για λόγους ευκολίας και εξοικονόμησης χρόνου, χωρίς όμως να λείπουν προβλήματα, όπως η συνδεσιμότητα και η περιορισμένη ταχύτητα του διαδικτύου, ιδίως σε απομακρισμένα σχολεία της επικράτειας. Ωστόσο, δεν έλειπαν και οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι είχαν στη διάθεσή τους πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια τα οποία χρησιμοποιούν στην πλειονότητα των απαιτούμενων εργαστηριακών ασκήσεων που ορίζει το αναλυτικό πρόγραμμα και περιορίζουν τη χρήση του ψηφιακού εργαστηρίου σε ιδιαιτέρως χρονοβόρα πειράματα ή σε αυτά που έχουν κάποιο βαθμό επικινδυνότητας.The COVID-19 pandemic forced a significant number of science teachers to differentiate their teaching methods in order to adapt to the mandatory distance learning through which they were required to teach. In doing so, they came into contact with a multitude of applications and digital laboratories, which they integrated into their online classrooms. Upon returning to the physical school environment, many of them decided to continue using these applications. The purpose of this thesis is to investigate the use of digital laboratories and experiment demonstrations in secondary education in the “post-COVID-19 era.” To achieve this objective, research data were collected from thirteen science teachers of various subjects who worked in secondary education during and after the COVID-19 pandemic. The analysis of the results indicates that, due to deficiencies in Greek schools, teachers integrate digital laboratories into their lessons for reasons of convenience and time sav. However, challenges such as connectivity issues and limited internet speeds persist, especially in remote schools across the country. Conversely, there were teachers with access to fully equipped laboratories who utilize them for the majority of the required laboratory exercises set by the curriculum, limiting the use of digital labs to particularly time-consuming or high-risk experiments.66 σ
primary school teachers’ perspectives
Βιβλιογραφία: σ. 130-141Στο σύγχρονο εκπαιδευτικό περιβάλλον, η αξιοποίηση των ψηφιακών παιχνιδιών αναδεικνύεται ως μια δυναμική παιδαγωγική πρακτική, με ιδιαίτερη σημασία για τη διδασκαλία της Ιστορίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση των απόψεων εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με τη χρήση ψηφιακών παιχνιδιών στο μάθημα της Ιστορίας, τους τρόπους ένταξής τους στη διδακτική διαδικασία, τις επιδράσεις που προκύπτουν στη μαθησιακή εμπλοκή των μαθητών, καθώς και τις δυσκολίες και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν κατά την εφαρμογή τους. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού συλλέχθηκαν ερευνητικά δεδομένα μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων με δέκα εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από την ανάλυση του ερευνητικού υλικού προέκυψε ότι οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν το ψηφιακό παιχνίδι ως ένα αποτελεσματικό παιδαγωγικό εργαλείο που ενισχύει την ενεργητική συμμετοχή, το ενδιαφέρον και τη βιωματική μάθηση των μαθητών. Παράλληλα, εντοπίζονται περιορισμοί που σχετίζονται με την υλικοτεχνική υποδομή, τον διαθέσιμο χρόνο, την έλλειψη κατάλληλων ψηφιακών παιχνιδιών και την ανάγκη επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Συνολικά, διαπιστώνεται ότι η παιδαγωγικά τεκμηριωμένη ένταξη των ψηφιακών παιχνιδιών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον εμπλουτισμό της διδασκαλίας της Ιστορίας.In the contemporary educational context, the use of digital games has emerged as a dynamic pedagogical practice, particularly relevant to the teaching of History in primary education. The aim of this master’s thesis is to explore the views of primary school teachers regarding the use of digital games in History teaching, the ways in which they are integrated into the instructional process, the effects on students’ learning engagement, as well as the difficulties and challenges encountered during their implementation. To achieve this aim, research data were collected through semi-structured interviews with ten primary education teachers. The analysis of the empirical data revealed that teachers perceive digital games as an effective pedagogical tool that enhances active participation, interest, and experiential learning among students. At the same time, several constraints were identified, including limitations related to school infrastructure, lack of available teaching time, scarcity of pedagogically appropriate digital games, and the need for systematic teacher training. Overall, the findings indicate that the pedagogically grounded integration of digital games can significantly contribute to the enrichment of History teaching in primary education.143 σ
Development of Machine Learning models for predicting operational failures in industrial machinery
Βιβλιογραφία: 80-82Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στην ανάπτυξη και αξιολόγηση προτύπων Μηχανικής Μάθησης για την πρόγνωση προβλημάτων λειτουργίας σε βιομηχανικές μηχανές. Η ανάγκη για τέτοιες προσεγγίσεις αναδεικνύεται από την αυξανόμενη πολυπλοκότητα του σύγχρονου βιομηχανικού περιβάλλοντος, όπου οι αιφνίδιες βλάβες μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές οικονομικές απώλειες, διακοπές στην παραγωγή και κινδύνους ασφάλειας. Η υιοθέτηση της προγνωστικής συντήρησης (Predictive Maintenance) μέσω τεχνικών Μηχανικής Μάθησης συμβάλλει στην έγκαιρη ανίχνευση δυσλειτουργιών και στη μείωση του κόστους συντήρησης, ενισχύοντας τη συνολική αξιοπιστία των συστημάτων. Η έρευνα βασίστηκε σε τεχνικές Επιβλεπόμενης Μηχανικής Μάθησης (ΕΜΜ) και επικεντρώθηκε στο πρόβλημα της ταξινόμησης (classification), με σκοπό τη διάκριση των λειτουργικών καταστάσεων των μηχανών σε «βλάβη» και «μη βλάβη». Χρησιμοποιήθηκε πραγματικό σύνολο δεδομένων αισθητήρων, το οποίο περιλαμβάνει μετρήσεις απόδοσης, θερμοκρασίας, δονήσεων και ιστορικά στοιχεία βλαβών. Η ανάλυση-ανάπτυξη των προτύπων, πραγματοποιήθηκε στο περιβάλλον MATLAB, με τη χρήση του εργαλείου ClassificationLearner, όπου αξιολογήθηκαν αλγόριθμοι όπως οι Μηχανές Διανυσμάτων Υποστήριξης - Support Vector Machines (SVMs), τα Δέντρα Αποφάσεων - Decision Trees και οι μέθοδοι Συνόλων - Ensemble Methods. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι τα προτεινόμενα μοντέλα μπορούν να προβλέπουν με υψηλή ακρίβεια την πιθανότητα εμφάνισης βλαβών, προσφέροντας ένα αξιόπιστο εργαλείο προγραμματισμού συντήρησης. Η εφαρμογή τέτοιων συστημάτων συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση των απρογραμμάτιστων διακοπών, στην αύξηση της αποδοτικότητας και στη βιώσιμη λειτουργία της βιομηχανικής παραγωγής.This Master (MSc)thesis focuses on the development and evaluation of Machine Learning models for the prognosis of operational problems in industrial machinery. The need for such approaches is highlighted by the increasing complexity of the modern industrial environment, where sudden failures can cause significant economic losses, production interruptions, and safety risks. The adoption of Predictive Maintenance through Machine Learning techniques contributes to the early detection of malfunctions and the reduction of maintenance costs, enhancing the overall system reliability. The research performs Supervised Machine Learning (ML) Classification It aims to distinguish the operational states of the machines into "failure" and "non-failure". A real-world sensor dataset has been utilized, which includes measurements of performance, temperature, vibrations, and historical failure data. The data analysis and ML modelinghas been conducted under MATLAB platform, by employing the Classification Learner tool. More specifically,the following ML algorithms have been used, namely: Artificial Neural Networks (ANN), Support Vector Machines (SVMs), Decision Trees (DETR), and Ensemble approaches The results demonstrate that the proposed models can correctly classify the status of the industrial installations in two classes, namely: Normal and Failure Systems. The level of accuracy is high, offering a reliable tool for maintenance scheduling. The implementation of such systems contributes substantially to the reduction of unscheduled downtime, the increase in efficiency, and the sustainable operation of industrial production.82 σ
Comparative analysis of the legal framework of home insurance against floods in the USA and the EU
Βιβλιογραφία: σ. 127-137Η παρούσα μεταπτυχιακή, διπλωματική εργασία εξετάζει συγκριτικά το νομικό καθεστώς ασφάλισης κατοικίας έναντι πλημμυρών στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Αφετηρία αποτελεί η θέση ότι η κατοικία συνιστά βασικό κοινωνικό αγαθό, του οποίου η προστασία από φυσικές καταστροφές δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στους μηχανισμούς της αγοράς. Η εργασία χαρτογραφεί την ιστορική εξέλιξη της ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών και συγκεκριμένα έναντι πλημμύρας και αναλύει τους τρόπους με τους οποίους η ασφάλιση κατοικιών συνδέεται με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, τη διαχείριση κινδύνου και τον ρόλο του κράτους. Στο αμερικανικό παράδειγμα παρουσιάζεται αναλυτικά το National Flood Insurance Program (NFIP), η νομοθετική του βάση (NFIA, FDPA, BW12, HFIAA, Risk Rating 2.0) και η λειτουργία κρίσιμων εργαλείων όπως οι Flood Insurance Rate Maps και οι Special Flood Hazard Areas. Στην ευρωπαϊκή πλευρά εξετάζονται αντιπροσωπευτικά μοντέλα. Το γαλλικό CatNat, το ισπανικό CCS, το βρετανικό Flood Re, το γερμανικό σύστημα ιδιωτικής ασφάλισης στοιχείων, η ολλανδική προσέγγιση κρατικών αποζημιώσεων. Η ανάλυση δείχνει ότι κυριαρχούν τρεις τύποι συστημάτων. Δημόσια–ιδιωτικά με υποχρεωτικά ιδιωτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια και ισχυρή αντασφαλιστική κάλυψη του κράτους. Ιδιωτικά με ελεύθερα συμβόλαια και έμφαση στο “risk-based pricing”. «Κρατικοκεντρικά» μοντέλα με αντιπλημμυρικά έργα πρόληψης και μετά-την-καταστροφή κρατική αρωγή. Για την Ελλάδα καταγράφεται η ιστορική κυριαρχία των ad hoc κρατικών ενισχύσεων, η χαμηλή ασφαλιστική διείσδυση, οι επιπτώσεις μεγάλων πλημμυρικών γεγονότων (π.χ. Μάνδρα 2017, «Daniel» 2023) και η σταδιακή θεσμοθέτηση ενός προσανατολισμένου, στην υποχρεωτική ασφάλιση, πλαισίου μέσω των Ν.4797/2021 και Ν.5116/2024. Συζητείται ο ρόλος των Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας, η εμφάνιση νέων ασφαλιστικών προϊόντων και η δημόσια συζήτηση για ενδεχόμενη υποχρεωτικότητα ασφάλισης φυσικών καταστροφών. Η εργασία καταλήγει ότι, για να μειωθεί το «κενό ασφάλισης» και να προστατευθεί ουσιαστικά η κατοικία, απαιτείται συνδυασμός πρόληψης, χωρικής πολιτικής και συνεκτικού πλαισίου κρατικής ευθύνης.This master’s thesis provides a comparative analysis of the legal and institutional framework governing flood insurance for residential buildings in the United States and selected European countries, with a particular focus on Greece. The starting point is the notion of housing as a fundamental social good, comparable to health and education, whose protection against natural disasters should not rely solely on market mechanisms. The thesis traces the historical development of natural catastrophe insurance, and examines how residential insurance interacts with spatial planning, flood risk management and the role of the state. The American case study centres on the National Flood Insurance Program (NFIP). The thesis analyses its legal foundations (National Flood Insurance Act, Flood Disaster Protection Act, Biggert–Waters Reform Act, Homeowner Flood Insurance Affordability Act, Risk Rating 2.0 reform) and the functioning of crucial instruments such as Flood Insurance Rate Maps and Special Flood Hazard Areas. On the European side, the thesis examines representative models: the French Catastrophes Naturelles (CatNat) scheme, the Spanish Consorcio de Compensación de Seguros (CCS), the UK Flood Re system, the German private Elementarschadenversicherung. The comparative analysis identifies three broad types of systems. Public-private schemes with mandatory private insurance contracts and strong state reinsurance coverage. Private with free contracts and an emphasis on “risk-based pricing”. “State-centric” models with flood prevention projects and ex post state assistance with limited market-based flood insurance. The thesis also discusses the EU Floods Directive and the recent joint EIOPA–ECB proposal for a pan-European public–private reinsurance framework for natural catastrophes. The Greek case is analysed against this comparative background. The thesis documents the long-standing dominance of ad hoc state aid after disasters, the low penetration of residential insurance, and the impact of major flood events (such as the 2017 Mandra floods and the 2023 “Daniel” storm). It then examines the gradual institutionalisation of a framework oriented towards mandatory insurance through Laws 4797/2021 and 5116/2024, the role of Flood Risk Management Plans under the EU Floods Directive, and the emergence of new commercial insurance products for natural hazards. The concluding assessment argues that Greece is at a crossroads between a traditional state-centred model and a potential mixed public–private system. A socially just and climate-resilient approach to protecting housing against floods requires a coherent combination of prevention, spatial planning and clearly defined state responsibility.137 σ
Η προσωρινή δικαστική προστασία στις φορολογικές διαφορές
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΣτην παρούσα εργασία θα αναλυθούν οι δυνατότητες που έχει ο ιδιώτης να πετύχει την προσωρινή διοικητική αλλά και δικαστική προστασία στις φορολογικές διαφορές, μέσω της αίτησης αναστολής, καθώς και η αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί φορολογικής διαφοράς και η αναστολή στη διοικητική εκτέλεση φορολογικής πράξης. Μετά τον Ν. 4446/2016, η χορήγηση αναστολής έγινε ευχερέστερη, ιδίως στις διαφορές φορολογικού αντικειμένου, όπου οι οικονομικές συνέπειες της άμεσης εκτέλεσης μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές.
Αρχικά εξετάζεται η ειδική διοικητική διαδικασία ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η οποία εισήχθη με τον Ν. 4174/2013 και παρέχει τη δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή, όπως αυτή ρυθμίζεται πλέον από το άρθρο 72 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.5104/2024). Στη συνέχεια παρουσιάζεται το ένδικο βοήθημα της αναστολής εκτέλεσης καθώς και οι προϋποθέσεις χορήγησής του, σύμφωνα με τα άρθρα 200 και επόμενα του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, τόσο κατά πράξεων της διοίκησης όσο και κατά δικαστικών αποφάσεων.
Ο φορολογούμενος που ασκεί προσφυγή, έφεση ή ανακοπή μπορεί να ζητήσει αναστολή, ώστε να μην υποχρεωθεί σε άμεση καταβολή του ποσού που απορρέει από εκτελεστή πράξη. Η προσωρινή προστασία αποτελεί ουσιαστικό μηχανισμό αποτροπής τετελεσμένων καταστάσεων, ιδιαίτερα σε φορολογικές διαφορές όπου η άμεση εκτέλεση μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση.61 σ
Η ποινική (;) ευθύνη των νομικών προσώπων κατά το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ εργασία εξετάζει την προβληματική της ποινικής (;) ευθύνης των νομικών προσώπων κατά το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, με αφετηρία την έννοια της εταιρικής εγκληματικότητας. Η τελευταία προσεγγίζεται τόσο υπό ευρεία έννοια, ως αξιόποινη δράση στελεχών προς ίδιον όφελος και εις βάρος της εταιρείας, όσο και υπό στενή έννοια, ως εγκληματική δραστηριότητα που εντάσσεται στη λειτουργία της επιχείρησης και εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Στη δεύτερη αυτή εκδοχή, τόσο το φυσικό όσο και το νομικό πρόσωπο αναδεικνύονται ως δυνητικά υποκείμενα ευθύνης.
Η καθιέρωση ευθύνης νομικών προσώπων σηματοδοτεί την επιχειρούμενη μετατόπιση από την παραδοσιακή ατομοκεντρική θεώρηση του εγκλήματος προς μια οργανωσιακή αντίληψη της ποινικής απαξίας της πράξης. Ωστόσο, η ελληνική ποινική θεωρία, επηρεασμένη από τη γερμανική δογματική, στηρίχθηκε επί μακρόν στην αρχή ότι μόνο τα φυσικά πρόσωπα υπέχουν ποινική ευθύνη, καθώς η πράξη νοείται ως εκούσια ανθρώπινη συμπεριφορά, συνδεόμενη με βούληση και καταλογισμό. Επίσης, διατυπώνονται επιχειρήματα σχετιζόμενα με την αδυναμία των νομικών προσώπων να «αισθανθούν» την ποινή, με τον κίνδυνο μετατόπισης της ευθύνης από τα φυσικά πρόσωπα και με την προσβολή της αρχής της ενοχής.
Σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο παρατηρείται μία τάση καθιέρωσης μορφών ευθύνης των νομικών προσώπων, ιδίως για οικονομικά εγκλήματα και για εγκλήματα που εντάσσονται στην περίμετρο της διαφθοράς. Στην ελληνική έννομη τάξη έχουν ήδη θεσπιστεί διοικητικού χαρακτήρα κυρώσεις, πριν από τη θέση σε ισχύ του νόμου 5090/2024, ο οποίος με τα άρθρα 134-135 εισάγει ένα νέο πρότυπο ευθύνης για αδικήματα δωροδοκίας και σηματοδοτεί αλλαγή παραδείγματος προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης μίας ιδιότυπης ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων.
Η εργασία παρουσιάζει τις θέσεις της θεωρίας υπέρ και κατά της καθιέρωσης ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων, αναλύει τις εθνικές και ενωσιακές παραμέτρους της προβληματικής, εξετάζει τις ουσιαστικές και δικονομικές πτυχές του νέου πλαισίου, επιδιώκει δε την αξιολόγησή του υπό το πρίσμα της δογματικής συνοχής και της δικαιοπολίτικής σκοπιμότητας εισαγωγής του.194 σ
Use of antimibiotic drugs in production animals and their detection in dairy products
Βιβλιογραφία : σ. 59 - 67Στην κτηνιατρική επιστήμη η χρήση αντιμικροβιακών φαρμάκων στα παραγωγικά ζώα έχει αυξηθεί παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια. Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται για τη διασφάλιση της υγείας των ζώων, την πρόληψη των ζωοανθρωπονόσων και την παραγωγή
ασφαλών τροφίμων ζωικής προέλευσης. Η ιδιαιτερότητα στα παραγωγικά ζώα είναι ότι εκτός από θεραπευτικούς λόγους τα φάρμακα χρησιμοποιούνται προληπτικά, αλλά και για την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης και της παραγωγικότητας των ζώων. Στα βοοειδή η χρήση
τους είναι πιο συχνή, ενώ στις αίγες και τα πρόβατα η πιο περιορισμένη χρήση τους έγκειται στο γεγονός ότι το ζωικό κεφάλαιο είναι περιορισμένης αξίας. Λόγω της εκτεταμένης χρήσης των αντιμικροβιακών στα ζώα και αλλά και τους ανθρώπους παρατηρείται το φαινόμενο της
αντοχής στα αντιμικροβιακά. Ο κύριος λόγος ανάπτυξης της είναι η ευρεία χρήση φαρμάκων με παρόμοια δομή στους ανθρώπους, τα ζώα και στο περιβάλλον. Οι τρόποι με τους οποίους τα μικρόβια αρακάμπτουν τη δράση των φαρμάκων ερευνάται διαρκώς, όπως και οι μηχανισμοί με τους οποίους αποκτάται η αντοχή από τους ανθρώπους μέσω των ζώων και του περιβάλλοντος. Για τους λόγους αυτούς κατά τη χρήση των αντιμικροβιακών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κατάλοιπα που αφήνουν στα τρόφιμα και η ανάπτυξη ανθεκτικότητας των μικροοργανισμών. Επιπλέον, έχουν θεσπιστεί από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς ανώτερα αποδεκτά όρια καταλοίπων για να θεωρούνται τα τρόφιμα κατάλληλαγια κατανάλωση και χωρίς συνέπειες για τη δημόσια υγεία. Η ύπαρξη σύγχρονων μεθόδων προσδιορισμού διαφόρων φαρμακευτικών ουσιών στα τρόφιμα καθώς και η χρήση μεθόδων εξυγίανσης τους οδηγούν κατά κανόνα σε ασφαλή
τρόφιμα . Παρολαυτά, στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας λαμβάνονται παγκοσμίως μέτρα για την ενδεδειγμένη χρήση των αντιβιοτικών, ώστε να μην γίνεται κατάχρησή τους. Η διαρκής εκπαίδευση των κτηνιάτρων, η ύπαρξη προγραμμάτων εμβολιασμών στα ζώα καθώς και η εφαρμογή της Ορθής Κτηνιατρικής Πρακτικής μπορούν να οδηγήσουν στη διατήρηση των ευεργετικών αποτελεσμάτων των αντιμικροβιακών φαρμάκων στα παραγωγικά ζώα χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία .In veterinary science, the use of antimicrobial drugs in productive animals has increased worldwide in recent years. These drugs are used to ensure animal health, prevent zoonotic diseases and produce safe food of animal origin. The peculiarity in productive animals is that in addition to therapeutic reasons, drugs are used preventively but also to increase the growth rate and the productivity of animals. In cattle, their use is more extensive, while in goats and sheep, their more limited use lies in the fact that livestock is of limited value. Due to the extensive use of antimicrobials in animals and humans, the phenomenon of antimicrobial resistance is observed. The main reason for its development is the widespread use of drugs with a similar structure in humans, animals and the environment. The ways in which microbes bypass the action of drugs are constantly being researched, as are the mechanisms by which resistance is acquired by humans through animals and the environment. For these reasons,
when using antimicrobials, the residues they leave in food and the development of resistance of microorganisms must be taken into account. In addition, upper acceptable residue limits have been established by international and European organizations to consider foods suitable
for consumption and without consequences for public health. The existence of modern methods for determining various pharmaceutical substances in foods as well as the use of methods for their sanitation generally lead to safe foods. However, within the framework of One Health, measures are being taken worldwide for the appropriate use of
antibiotics, so that they are not abused. The continuous training of veterinarians, the existence of vaccination programs for animals and the implementation of Good Veterinary Practice can lead to the maintenance of the beneficial effects of antimicrobial drugs in productive animals
without negative effects on public health.67 σ
The role of nutrition in childhood asthma
Βιβλιογραφία : σ. 47 - 56Το βρογχικό άσθμα αποτελεί την πιο συχνή χρόνια πάθηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας παγκοσμίως, με τον επιπολασμό του να παρουσιάζει συνεχή αύξηση τις τελευταίες δεκαετίες. Η παρούσα εργασία διερευνά τον ρόλο της διατροφής ως έναν από τους κατεξοχήν τροποποιήσιμους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την παθογένεια και τον έλεγχο της νόσου. Μέσα από την ανασκόπηση της σύγχρονης βιβλιογραφίας, αναδεικνύεται η αντίθεση μεταξύ του «Δυτικού προτύπου» διατροφής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλή κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων και σακχάρων και της «Μεσογειακής Διατροφής», η οποία λειτουργεί προστατευτικά λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς της σε αντιοξειδωτικά και αντιφλεγμονώδη συστατικά.
Στο επίκεντρο της μελέτης τίθεται η δράση συγκεκριμένων μικροθρεπτικών συστατικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι αναλύεται ο ρυθμιστικός ρόλος των βιταμινών στην ανοσοποιητική απόκριση των αεραγωγών, καθώς και η σημασία ιχνοστοιχείων στην ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ισορροπία των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, καθώς και στη σύνδεση του εντερικού μικροβιώματος με την υγεία των πνευμόνων μέσω του «άξονα εντέρου-πνεύμονα». Τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι η επαρκής πρόσληψη βιταμίνης C και ψευδαργύρου σχετίζεται άμεσα με βελτιωμένους δείκτες πνευμονικής λειτουργίας, ενώ η βιταμίνη D συμβάλλει στη μείωση των ασθματικών παροξύνσεων. Παράλληλα, η υψηλή πρόσληψη φυτικών ινών αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την παραγωγή μεταβολιτών με συστηματική αντιφλεγμονώδη δράση. Συμπερασματικά, η υιοθέτηση ενός ποιοτικού διατροφικού προτύπου δεν αποτελεί απλώς μια συμπληρωματική προσέγγιση, αλλά έναν κεντρικό πυλώνα για την πρόληψη και τη διαχείριση του άσθματος, προσφέροντας τη δυνατότητα για μια πιο ολιστική θεραπευτική παρέμβαση στην παιδιατρική φροντίδα.Bronchial asthma represents the most prevalent chronic respiratory condition among children and adolescents worldwide, with its prevalence demonstrating a steady increase over recent decades. This thesis investigates the role of nutrition as a primary modifiable environmental factor influencing both the pathogenesis and the clinical management of the disease. Through a comprehensive review of contemporary literature, the study highlights the distinct contrast between the "Western-style" diet, characterized by the high consumption of processed foods and sugars and the "Mediterranean Diet," which exerts a protective effect due to its rich content of antioxidants and anti-inflammatory components.
Central to this analysis is the mechanistic action of specific micronutrients. The study explores the regulatory role of vitamins in airway immune response, alongside the significance of trace elements in strengthening systemic defense. Particular emphasis is placed on the balance of polyunsaturated fatty acids (PUFAs) and the critical link between the intestinal microbiome and respiratory health via the "gut-lung axis." The findings underscore that adequate intake of vitamin C and zinc is directly associated with improved pulmonary function indices, while vitamin D contributes significantly to the reduction of asthmatic exacerbations. Furthermore, high dietary fiber intake emerges as a crucial factor for the production of metabolites with systemic anti-inflammatory properties.
In conclusion, the adoption of a high-quality nutritional pattern does not merely constitute a supplementary approach, but serves as a central pillar for the prevention and management of asthma. Such dietary interventions offer the potential for a more holistic therapeutic approach within pediatric clinical care.56 σ
Η ζωή και η ψυχή στον Πανδέκτη του Ιουστινιανού
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα εργασία επεξεργάζεται τις έννοιες της ζωής και της ψυχής στον Πανδέκτη του Ιουστινιανού. Πιο συγκεκριμένα ερευνώνται οι νομικές προεκτάσεις των δύο ανωτέρω εννοιών. Η ανθρώπινη ζωή ξεκινά με τη γέννηση και πριν από αυτή προηγείται η εγκυμοσύνη και ο τοκετός, στοιχεία που έτυχαν πλούσιας νομοθετικής και νομολογιακής επεξεργασίας στην κλασική περίοδο του ρωμαϊκού δικαίου. Οπωσδήποτε στοιχείο της ζωής είναι οι χρονικές περίοδοι της ανάπτυξης του ανθρώπου, που χρήζουν ειδικής νομικής μεταχείρισης, η ανθρώπινη υγεία, αλλά και ο τρόπος, με τον οποίο τελειώνει η ανθρώπινη ζωή. Αντίστοιχα, στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής διαπερνούν τις πράξεις νομικού ενδιαφέροντος: φόβος, βία, δόλος, αμέλεια και animus- ιδίως με την έννοια της πρόθεσης- εντοπίζονται σε όλο το φάσμα του ρωμαϊκού ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτό διακρίνεται σε δίκαιο των προσώπων, των πραγμάτων και των ενοχών.The onhand thesis is based on the concept of life and soul, as presented in the Justinian Pandect. More specifically, this thesis focuses on the legal perception of these concepts. The human life starts after the period of pregnancy and the birth. These elements had been treated regularly by the classical roman legislation and jurisprudence. Undoubtedly, the different periods of one’s life, the human health and the way, that human beings die, had reserved a very special legal treatment between the classical roman writers. Similarly, elements of the human soul can be found in almost every legal act. The fear, the violence, the intention, the negligence and the animus pass through the whole roman private law, as it is divided into the law of persons, law of property, law of obligations.132 σ