Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Investigation of the differential expression of genes PLXNA1, TNC and FGL2 in cardiac tissue of patients with heart failure

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 130-144Τα καρδιαγγειακά νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την κυριότερη αιτία νοσηρότητας και θνητότητας παγκοσμίως, παρά την πρόοδο στη διάγνωση και θεραπεία τους. Η καρδιακή ανεπάρκεια, ως τελικό στάδιο ποικίλων καρδιακών παθήσεων, συνιστά κλινικό σύνδρομο με υψηλό φορτίο για τα συστήματα υγείας και δυσμενή πρόγνωση για τους ασθενείς. Η παθοφυσιολογία της νόσου είναι πολυσύνθετη και περιλαμβάνει διεργασίες φλεγμονής, αναδιαμόρφωσης του μυοκαρδίου, ίνωσης και ενεργοποίησης ανοσολογικών μηχανισμών, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη ταυτοποίησης νέων μοριακών δεικτών με προγνωστική και θεραπευτική αξία. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα εργασία εστιάζει στη διερεύνηση της διαφορικής έκφρασης τριών γονιδίων με διακριτούς αλλά αλληλένδετους ρόλους: του PLXNA1, το οποίο εμπλέκεται σε σηματοδοτικές οδούς κυτταρικής καθοδήγησης και νευροανοσολογικών αλληλεπιδράσεων, του TNC (Tenascin-C), μιας εξωκυττάριας γλυκοπρωτεΐνης-ρυθμιστή της αναδιαμόρφωσης του μυοκαρδίου σε συνθήκες stress και του FGL2 (Fibrinogen-like 2), πρωτεΐνης με διττό ρόλο στην ανοσοκαταστολή και στην ανοσοθρόμβωση. Η επιλογή τους βασίστηκε σε δεδομένα της διεθνούς βιβλιογραφίας που υποδεικνύουν εμπλοκή τους στη φλεγμονή, στην ίνωση και στη δυσλειτουργία του μυοκαρδίου, χωρίς ωστόσο να έχει μελετηθεί συστηματικά η έκφρασή τους σε δείγματα καρδιακής ανεπάρκειας. Για την πειραματική διερεύνηση χρησιμοποιήθηκαν δείγματα καρδιακού ιστού από ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υγιείς μάρτυρες. Η μεθοδολογία περιέλαβε απομόνωση ολικού RNA, σύνθεση ix συμπληρωματικού DNA (cDNA) και ποσοτική ανάλυση έκφρασης με PCR πραγματικού χρόνου (qPCR). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν διαφοροποιήσεις στην έκφραση των υπό μελέτη γονιδίων μεταξύ των δύο ομάδων, με ευρήματα που ενισχύουν τον ρόλο τους ως μοριακών μεσολαβητών στην παθοφυσιολογία της νόσου. Συμπερασματικά, η μελέτη καταδεικνύει ότι τα PLXNA1, TNC και FGL2 εμφανίζουν προφίλ έκφρασης που τα καθιστούν υποσχόμενους βιοδείκτες για τη διάγνωση και την πρόγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς και πιθανούς στόχους για την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων στο πλαίσιο της εξατομικευμένης ιατρικής.Cardiovascular diseases remain the leading cause of morbidity and mortality worldwide, despite significant advances in diagnostic and therapeutic strategies. Heart failure, representing the final stage of various cardiac disorders, constitutes a clinical syndrome with a high burden on healthcare systems and poor prognosis for patients. The pathophysiology of heart failure is complex, involving inflammation, myocardial remodeling, fibrosis, and immune activation. Consequently, the identification of novel molecular markers with diagnostic and prognostic value is essential to improve disease management and guide precision medicine approaches. x In this context, the present study focused on the differential expression of three genes with distinct but interrelated functions: PLXNA1, implicated in signaling pathways of cellular guidance and neuro-immune interactions; TNC (Tenascin-C), an extracellular glycoprotein involved in stress induced myocardial remodeling; and FGL2 (Fibrinogen-like 2), a protein with a dual role in immunosuppression and immunothrombosis. Their selection was based on literature evidence suggesting their contribution to inflammation, fibrosis, and myocardial dysfunction, although their expression profile in heart failure has not been systematically explored. For the experimental investigation, myocardial tissue samples from patients with heart failure and healthy controls were analyzed. The methodology included total RNA extraction, complementary DNA (cDNA) synthesis, and quantitative real-time PCR (qPCR) to assess gene expression levels. The findings revealed significant differences in the expression of the studied genes between groups, highlighting their potential involvement in key pathophysiological mechanisms of heart failure. In conclusion, this study demonstrates that PLXNA1, TNC, and FGL2 exhibit expression patterns that may render them promising biomarkers for the diagnosis and prognosis of heart failure, as well as potential therapeutic targets within the framework of personalized medicine.144 σ

    Reform, Education, and Social Reintegration. Bioethical Dilemmas

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 75 - 89Η εργασία εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στη νεανική παραβατικότητα και στον θεσμό της Αστυνομίας, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τη σύγχρονη βιβλιογραφία αλλά και την ελληνική εμπειρία. Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην αποσαφήνιση της έννοιας της νεανικής παραβατικότητας και στη διάκριση της από τη γενικότερη αποκλίνουσα συμπεριφορά, ενώ παράλληλα παρουσιάζονται οι βασικές θεωρίες κοινωνικού ελέγχου, κοινωνικής αποδιοργάνωσης και επισήμανσης. Έπειτα, το κείμενο στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο η Αστυνομία λειτουργεί ως αρχικό θεσμικό σημείο επαφής του ανηλίκου με το ποινικό σύστημα και συζητά διαφορετικές μορφές αστυνόμευσης ανάμεσα στην καταστολή και την πρόληψη, με ιδιαίτερη έμφαση στην κοινοτική αστυνόμευση, στη διαδικαστική δικαιοσύνη και στη συμπράξη με σχολεία και τοπικούς φορείς. Το τρίτο κεφάλαιο στρέφεται στην εκπαίδευση των αστυνομικών και στις ανάγκες επαγγελματικής ανάπτυξης σε τομείς όπως η επικοινωνία με ανηλίκους, η αποκλιμάκωση εντάσεων, η διαπολιτισμική επάρκεια και η κατανόηση των ψυχοκοι-νωνικών παραγόντων που συνδέονται με την παραβατικότητα. Ακολουθεί παρουσίαση αποκαταστατικών και κοινοτικών προσεγγίσεων, με έμφαση σε πρακτικές εκτροπής από την τυπική ποινική οδό, σε προγράμματα επανένταξης και σε μορφές συνεργασίας με κοινωνικές υπηρεσίες και δομές ψυχικής υγείας. Σε επόμεο τμήμα συζητούνται η χρήση τεχνολογιών επιτήρησης, τα δεδομένα για ανηλίκους και τα θεσμικά φίλτρα προστασίας, ενώ το έκτο κεφάλαιο αναδεικνύει βιοηθικά ζητήματα όπως η αναλογικότητα των μέτρων, ο κίνδυνος στιγματισμού, η ισότητα στην πρόσβαση σε υποστηρικτικές παρεμβάσεις και η ένταση ανάμεσα σε λογικές φροντίδας και τιμωρίας. Η μελέτη δεν κλείνει με πρόταση ενός ενιαίου μοντέλου, αλλά με μια προσπάθεια να οργανωθούν τα βασικά συμπεράσματα της βιβλιογραφίας γύρω από πρακτικά ερωτήματα που απασχολούν την ελληνική πολιτική σκηνή και την καθημερινή αστυνομική πρακτική. Το καταληκτικό κεφάλαιο αξιοποιεί τα προηγούμενα ευρήματα για να συζητήσει μορφές αστυνόμευσης που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τα δικαιώματα του ανηλίκου. Η έμφαση δίνεται τόσο στη μείωση της υποτροπής όσο και στην ανασύσταση μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τον θεσμό της Αστυνομίας. Η προοπτική αυτή συνδέεται με πιο στενή συνεργασία με τις σχολικές μονάδες, το οικογενειακό περιβάλλον και πρωτοβουλίες της κοινότητας.This paper focuses on the relationship between juvenile delinquency and the institution of the police, as shaped by contemporary literature and the Greek experience. The first chapter is devoted to clarifying the concept of juvenile delinquency and distinguishing it from more general deviant behavior, while also presenting the basic theories of social control, social disorganization, and labeling. The text then turns to the way in which the police act as the initial institutional point of contact between minors and the criminal justice system and discusses different forms of policing between repression and prevention, with particular emphasis on community policing, procedural justice, and collaboration with schools and local agencies. The third chapter focuses on police training and professional development needs in areas such as communicating with minors, de-escalation of tensions, intercultural competence, and understanding of the psychosocial factors associated with delinquency. This is followed by a presentation of restorative and community-based approaches, with an emphasis on diversion practices, reintegration programs, and forms of cooperation with social services and mental health structures. The next section discusses the use of surveillance technologies, data on minors, and institutional protection filters, while the sixth chapter highlights bioethical issues such as the proportionality of measures, the risk of stigmatization, equality of access to supportive interventions, and the tension between care and punishment. The study does not conclude with a proposal for a single model, but with an attempt to organize the basic conclusions of the literature around practical questions that concern the Greek political scene and everyday police practice. The concluding chapter draws on the previous findings to discuss forms of policing that take the rights of minors seriously. The emphasis is on both reducing recidivism and rebuilding a relationship of trust with the police institution. This perspective is linked to closer cooperation with schools, the family environment, and community initiatives.89 σ

    challenges and ethical dilemmas

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 77 -81Η παρούσα βιβλιογραφική μελέτη με τίτλο «Παράλληλη στήριξη στην προσχολική εκπαίδευση: Προκλήσεις και ηθικά διλήμματα» διερευνά τη λειτουργία του θεσμού της παράλληλης στήριξης μέσα από το πρίσμα της παιδαγωγικής, της κοινωνικής και της βιοηθικής προσέγγισης. Σκοπός της είναι να αναδείξει πώς η παράλληλη στήριξη, πέρα από ένα τεχνικό εργαλείο ειδικής αγωγής, συνιστά διαδικασία ηθικής και πολιτισμικής μεταμόρφωσης της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η εργασία βασίζεται σε συστηματική ανασκόπηση σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας, καθώς και σε πολιτικά και θεσμικά κείμενα, που εξετάζουν την ένταξη και τη συμπερίληψη στην προσχολική βαθμίδα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η παράλληλη στήριξη αποτελεί ένα πολυδιάστατο πεδίο μάθησης, κοινωνικοποίησης και φροντίδας. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού παράλληλης στήριξης αναδεικνύεται ως καθοριστικός, καθώς συνδυάζει τη διδακτική, συμβουλευτική και συνεργατική λειτουργία με μια βαθιά ηθική δέσμευση απέναντι στο παιδί και την κοινότητα. Οι αποτελεσματικές πρακτικές συνδέονται με τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, τη συνεργατική μάθηση και τον καθολικό σχεδιασμό για τη μάθηση (UDL), που επιτρέπουν την ενεργό συμμετοχή όλων των παιδιών ανεξάρτητα από τις ικανότητες ή τις ανάγκες τους. Παράλληλα, η επιτυχία της συμπερίληψης προϋποθέτει σταθερό πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς, γονείς και υποστηρικτικές δομές, στηριγμένο στην εμπιστοσύνη και στον αμοιβαίο σεβασμό. Ωστόσο, η εφαρμογή του θεσμού αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Οι ελλείψεις σε στελέχωση και επιμόρφωση, η ασάφεια ρόλων και η περιορισμένη διεπιστημονική συνεργασία οδηγούν σε ασυνέπειες και ανισότητες στην παροχή υποστήριξης. Επιπλέον, οι κοινωνικές στάσεις απέναντι στη διαφορετικότητα εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο στη δημιουργία μιας πραγματικά συμπεριληπτικής κουλτούρας, καθώς συχνά συνυπάρχουν αποδοχή στη θεωρία και επιφυλακτικότητα στην πράξη. Ταυτόχρονα, οι εκπαιδευτικοί έρχονται αντιμέτωποι με ηθικά διλήμματα που αφορούν την ισορροπία ανάμεσα στην υποστήριξη και την αυτονομία του παιδιού, την αποφυγή βλάβης μέσω ετικετοποίησης και την προαγωγή της δικαιοσύνης μέσα στην τάξη. Συνολικά, η μελέτη καταλήγει ότι η συμπερίληψη στην προσχολική εκπαίδευση δεν είναι μια στατική κατάσταση, αλλά μια διαρκής διαδικασία μάθησης και ηθικού αναστοχασμού. Η παράλληλη στήριξη αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν εντάσσεται σε μια παιδαγωγική που θεμελιώνεται στις αρχές της αυτονομίας, της φροντίδας και της δικαιοσύνης, μετατρέποντας τη σχολική κοινότητα σε χώρο ισότιμης συμμετοχής και σεβασμού. Η ενίσχυση του θεσμού απαιτεί θεσμική συνέπεια, συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και προώθηση μιας κουλτούρας συνεργασίας και φροντίδας. Τελικά, η παράλληλη στήριξη στην προσχολική βαθμίδα μπορεί να αποτελέσει πρότυπο παιδαγωγικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, εφόσον η διαφορετικότητα αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία για συλλογική ανάπτυξη και δημοκρατική ευθύνη.This bibliographic study, titled “Parallel Support in Preschool Education: Challenges and Ethical Dilemmas,” explores the function of the parallel support system through a pedagogical, social, and bioethical lens. Its purpose is to highlight how parallel support, beyond being a technical mechanism of special education, represents a process of moral and cultural transformation within the educational community. The study is based on a systematic review of contemporary Greek and international literature, as well as policy and institutional documents addressing inclusion and integration in early childhood education. The findings indicate that parallel support constitutes a multidimensional field of learning, socialization, and care. The role of the parallel support teacher is central, combining instructional, advisory, and collaborative functions with a deep ethical commitment to the child and the broader community. Effective practice is linked to differentiated instruction, cooperative learning, and Universal Design for Learning (UDL), which foster active participation of all children, regardless of ability or individual needs. At the same time, successful inclusion depends on a stable framework of collaboration among teachers, parents, and support services, grounded in trust and mutual respect. However, the implementation of the institution faces significant challenges. Shortages in staffing and training, unclear role definitions, and limited interdisciplinary cooperation lead to inconsistencies and inequalities in the provision of support. Moreover, social attitudes toward diversity continue to hinder the creation of a truly inclusive culture, as theoretical acceptance often coexists with practical hesitation. Teachers also encounter ethical dilemmas concerning how to balance support with autonomy, how to avoid harm through labeling, and how to promote justice and fairness within the classroom. Overall, the study concludes that inclusion in preschool education is not a static state but an ongoing process of learning, reflection, and ethical engagement. Parallel support gains its true meaning when embedded in a pedagogy grounded in the principles of autonomy, care, and justice, transforming the school community into a space of equality and respect. Strengthening the institution requires institutional consistency, continuous professional development of teachers, and the promotion of a collaborative and caring culture. Ultimately, parallel support in preschool education can serve as a model of pedagogical care and social justice, provided that diversity is embraced as an opportunity for collective growth and democratic responsibility.81 σ

    Immunogenetic analysis of lymphomas

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 76-80Η Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία (ΧΛΛ) είναι λέμφωμα των Β λεμφοκυττάρων και αποτελεί τη συχνότερη μορφή λευχαιμίας των ενηλίκων στις Δυτικές χώρες. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη κλινική και βιολογική ετερογένεια, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για την κατανόηση μοριακών μονοπατιών και την εύρεση προγνωστικών δεικτών για την καλύτερη κατηγοριοποίηση και διαχείριση των ασθενών. Μεταξύ των προγνωστικών δεικτών που μελετώνται είναι και οι αναδιατάξεις των γονιδίων των ανοσοσφαιρινών, το ρεπερτόριό τους, καθώς και οι μεταλλάξεις που φέρουν έπειτα από τους μηχανισμούς ωρίμανσης συγγένειας που υπόκεινται. Οι μελέτες αυτές έχουν επικεντρωθεί στο μεταβλητό τμήμα των βαριών αλυσίδων των ανοσοσφαιρινών, έχοντας αναδείξει τη προγνωστική αξία του μεταλλακτικού τους φορτίου και της κατάταξης μεγάλου μέρους των ασθενών σε στερεότυπα υποσύνολα, με παρόμοια ανοσογενετικά χαρακτηριστικά και σχεδόν πανομοιότυπους Β κυτταρικούς υποδοχείς (ΒκΥ). Η στερεοτυπία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προγνωστικούς δείκτες της νόσου και της κλινικής εικόνας του ασθενή. Στην παρούσα εργασία αναλύθηκε το ρεπερτόριο των γονιδίων της ελαφριάς αλυσίδας των ανοσοσφαιρινών του υποδοχέα των Β κυττάρων σε 272 ασθενείς με ΧΛΛ. Μελετήθηκε το μεταλλακτικό φορτίο στις κάππα και λάμβδα αλυσίδες, ενώ έγινε και αναζήτηση πρότυπων μοτίβων μεταλλαγών, με σκοπό να ενισχυθούν ενδείξεις από προηγούμενες μελέτες για αντιγονική επιλογή μεταξύ ασθενών αναδεικνύοντας τη σημασία των ελαφριών αλυσίδων των ανοσοσφαιρινών στην καλύτερη κατανόηση της ασθένειας και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή της.Chronic Lymphocytic Leukemia (CLL) is a B-cell malignancy and represents the most common type of leukemia in the Western world. The disease is characterized by remarkable clinical and biological heterogeneity in terms of disease severity, highlighting the need for a deeper understanding of the underlying molecular pathways and for the identification of reliable prognostic markers that enable patient categorization and the selection of optimal therapeutic strategies. Among the prognostic factors, which are investigated and utilized, there are the immunoglobulin gene rearrangements, their repertoire and the mutational status that is acquired after the somatic recombination and the following maturation processes. Most studies to date have focused primarily on the variable region of immunoglobulin heavy chains, demonstrating the prognostic significance of somatic hypermutation status and the classification of a substantial proportion of patients into stereotyped subsets sharing common immunogenetic features and almost identical B cell receptors. In contrast, considerably less information is available regarding the role of immunoglobulin light chains in CLL, which constitutes the primary focus of the present study. Through the analysis of the immunoglobulin light chain gene repertoire and gene rearrangements in 272 patients, together with the assessment of mutational load and the identification of recurrent mutational motifs, this study aims to validate existing knowledge and to explore potential novel prognostic markers analogous to those described for heavy chains. Ultimately, this approach seeks to contribute to a more comprehensive understanding of CLL biology and to support the development of improved disease stratification and therapeutic management strategies.81 σ

    Cavernous malformations of hypothalamus

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 23-24Οι σηραγγώδεις δυσπλασίες του υποθαλάμου (cavernous alformations, cavernous hemangiomas, cavernomas), είναι εξαιρετικά σπάνιες βλάβες και από ό,τι γνωρίζουμε υπάρχουν μόνο 30 περίπου περιπτώσεις που αναφέρονται στη βιβλιογραφία. Οι σηραγγώδεις δυσπλασίες έχουν επίπτωση 0,3-0,7% στο γενικό πληθυσμό και αντιπροσωπεύουν το 10-20% όλων των αγγειακών δυσπλασιών. Η εντόπισή τους, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, είναι περίπου 80% υπερσκηνιδιακά, ένα 15% εντοπίζεται υποσκηνιδιακά και το υπόλοιπο 5% εντοπίζεται στο νωτιαίο μυελό. Η εντόπιση των σηραγγωδών δυσπλασιών στις οπτικές οδούς (οπτικά νεύρα, οπτικό χίασμα και οπτική ακτινοβολία) και στον υποθάλαμο, είναι εξαιρετικά σπάνια και αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% όλων των σηραγγωδών δυσπλασιών. Οι σηραγγώδεις δυσπλασίες είναι αγγειακές βλάβες χαμηλής ροής, καλά περιγεγραμμένες, οι οποίες δεν εντοπίζονται με αγγειογραφία και ο κύριος τρόπος διάγνωσής τους είναι η μαγνητική τομογραφία. Ιστολογικά, αποτελούνται από αγγεία, με στρώμα μονής σειράς ενθοθηλιακών κυττάρων χωρίς μυϊκή στοιβάδα στο τοίχωμά τους και χωρίς να παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών εγκεφαλικό παρέγχυμα. Κλινικά, οι εντοπιζόμενες στον υποθάλαμο, μπορούν να εκδηλωθούν με κεφαλαλγίες, διαταραχές όρασης και λιγότερο συχνά με δυσλειτουργία ου υποθαλάμου. Η χειρουργική αντιμετώπιση εξετάζεται εάν η βλάβη αιμορραγήσει για δεύτερη φορά προκαλώντας συμπτωματολογία, εκτιμώντας πάντα το πιθανό ρίσκο της χειρουργικής αντιμετώπισης και αντισταθμίζοντάς το, με το ρίσκο της μη χειρουργικής-συντηρητικής αντιμετώπισης της βλάβης. Η παρούσα εργασία εστιάζει στη σπανιότητα της εντόπισης της βλάβης, κάνοντας περιγραφή της νόσου και αναφορά σε συγκεκριμένο σπάνιο βιβλιογραφικά σχετικό περιστατικό που νοσηλεύτηκε στην Πανεπιστημιακή Νευροχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου της Αλεξανδρούπολης.Cavernous malformations of the hypothalamus (cavernous malformations, cavernous hemangiomas, cavernomas) are extremely rare lesions and to our knowledge there are only about 30 cases reported in the literature. Cavernous malformations have an incidence of 0.3-0.7% in the general population and represent 10-20% of all vascular malformations. Their location, in the central nervous system, is approximately 80% supratentorial, 15% is located infratentorial, while the remaining 5% is in the spinal cord. The location of cavernous malformations in the optic tracts (optic nerves, optic chiasm, and optic radiation), as well as the hypothalamus is extremely rare and represents less than 1% of all cavernous malformations. Cavernous malformations are slow-flow, well-circumscribed vascular lesions that are not detected by angiography and the main way to diagnose them is magnetic resonance imaging. Histologically, they consist of vessels with single layer, without a muscular layer in their wall and without brain parenchyma intervening between them. Clinically, those located in the hypothalamus can manifest with headaches, visual disturbances and less often hypothalamic dysfunction. Surgical treatment is considered if the lesion bleeds for second time, causing symptoms, always assessing the potential risk of surgical treatment and compensating it with the risk of non-surgical-conservative treatment of the lesion. This paper focuses on the rarity of the location of the lesion, describing the disease and referring to a specific rare case reported in the literature, that was treated at the University Neurosurgery Clinic of the University General Hospital of Alexandroupolis24 σ

    Η προστασία του διοικουμένου κατά τον φορολογικό έλεγχο

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ εργασία αυτή εξετάζει το νομικό πλαίσιο και τις βασικές αρχές που διέπουν τον φορολογικό έλεγχο στην Ελλάδα, με έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων του διοικούμενου/φορολογούμενου κατά τη διάρκεια της ελεγκτικής διαδικασίας. Αρχικά, αναλύεται η συνταγματική και νομοθετική βάση της φορολογικής διαδικασίας. Παρουσιάζονται τα είδη των φορολογικών ελέγχων (πλήρεις και μερικοί, επιτόπιοι και απομακρυσμένοι), οι μέθοδοι επιλογής υποθέσεων προς έλεγχο με βάση ανάλυση κινδύνου, καθώς και οι σύγχρονες τεχνικές έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις εγγυήσεις που παρέχονται στον φορολογούμενο, όπως το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, το δικαίωμα πληροφόρησης και πρόσβασης στα έγγραφα, στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστης. Τέλος, διατυπώνονται σκέψεις και συμπεράσματα όσον αφορά την προστασία του διοικούμενου στο πλαίσιο του φορολογικού ελέγχου, με στόχο την επίτευξη δίκαιης και αποτελεσματικής φορολογικής διοίκησης.79 σ

    Bacteriophages against multidrug-resistant nosocomial bacteria

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 43-50Η θεραπεία με βακτηριοφάγους αποτελεί ένα νέο εργαλείο για την καταπολέμηση της μικροβιακής αντοχής και των ενδονοσοκομειακών βακτηρίων. Ως ενδονοσοκομειακά βακτήρια χαρακτηρίζονται τα εξής βακτήρια της ομάδας ESKAPE: Enterococcus faecium, Staphylococcus aureus, Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumannii, Pseudomonas aeruginosa και άλλα εντεροβακτήρια. Οι λοιμώξεις από τα συγκεκριμένα βακτήρια προκαλούν αυξημένη θνησιμότητα στις μονάδες υγείας, λόγω της αυξημένης αντοχής που παρουσιάζουν στα διαθέσιμα αντιβιοτικά. Συνεπώς, οι βακτηριοφάγοι, που είναι φυσικοί «θηρευτές» των βακτηρίων αποτελούν υποσχόμενη εναλλακτική θεραπευτική λύση. Η ICTV (International Committee on Taxonomy of Viruses) ταξινόμησε τους βακτηριοφάγους με βάση το γονιδίωμά τους σε 4 τάξεις, 47 οικογένειες και 3601 είδη, αντί για 3 οικογένειες που υπήρχαν μέχρι το 2022. Οι βακτηριοφάγοι είναι ιοί που προσβάλλουν τα βακτήρια και διαθέτουν τέσσερις διαφορετικούς βιολογικούς κύκλους: λυτικό, λυσιγονικό, ψευδολυσιγονικό και χρόνια μόλυνση. Η διάκριση βασίζεται στην ενσωμάτωση ή μη του φαγικού γονιδιώματος στο βακτηριακό χρωμόσωμα, καθώς και στην καταστροφή ή διατήρηση της ακεραιότητας του βακτηριακού κυττάρου. Η θεραπεία με φάγους εστιάζει στη χρήση λυτικών βακτηριοφάγων για τη στόχευση βακτηριακών παθογόνων. Σημαντικά πλεονεκτήματα της θεραπείας με φάγους είναι η υψηλή τους ειδικότητα ενάντια στον ξενιστή τους, ευκολία απομόνωσης και καλλιέργειας και χαμηλή επικινδυνότητα για τον άνθρωπο. Ορισμένες προκλήσεις της θεραπείας με φάγους είναι οι αντιδράσεις της επίκτητης άμυνας που μπορούν να προκύψουν, λόγω των φαγικών ιοσωματίων και η σταθερότητα των φάγων που δυσχεραίνει τη χορήγησή τους από στόματος. Η έρευνα των βακτηριοφάγων ανακάμπτει την τελευταία δεκαετία, καθώς όλο και περισσότερες μελέτες δημοσιεύονται σε βάσεις δεδομένων, ενώ υπάρχουν κλινικές μελέτες που υποστηρίζουν τα θετικά αποτελέσματα της θεραπείας με βακτηριοφάγους σε ασθενείς με ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις. Η πλειοψηφία των περιστατικών που συμμετείχαν σε έρευνες αφορά λοιμώξεις του αναπνευστικού, αγγειακών ή ορθοπεδικών μοσχευμάτων. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι φάγοι χορηγήθηκαν ενδοφλέβια. Η χορήγηση των φάγων δεν εμφάνισε σοβαρές παρενέργειες. Οι μη-παρεντερικές οδοί χορήγησης χαρακτηρίστηκαν από μειωμένη αποτελεσματικότητα, λόγω της δυσκολίας πρόσβασης των φάγων στη στοχευμένη περιοχή. Τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα οδηγούν σε υψηλές προσδοκίες όσον αφορά τις εφαρμογές των βακτηριοφάγων έναντι ενδονοσοκομειακών βακτηρίων. Επιπλέον, οι βακτηριοφάγοι μπορούν να εξυπηρετήσουν τις αρχές της Ενιαίας Υγείας, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προαγωγή της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και του περιβάλλοντος.Bacteriophage therapy constitutes a novel tool for combating microbial resistance and nosocomial bacteria. Nosocomial bacteria are defined as the ESKAPE group of bacteria, namely: Enterococcus faecium, Staphylococcus aureus, Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumannii, Pseudomonas aeruginosa and other enterobacteria. Infections caused by these bacteria lead to increased mortality in healthcare units due to their heightened resistance to available antibiotics. Consequently, bacteriophages, which are natural “predators” of bacteria, represent a promising alternative therapeutic approach. The ICTV (International Committee on Taxonomy of Viruses) classified bacteriophages based on their genome into 4 orders, 47 families, and 3,601 species, instead of the 3 families that existed until 2022. Bacteriophages are viruses that infect bacteria and exhibit four different biological cycles: lytic, lysogenic, pseudolysogenic, and chronic infection. This distinction is based on whether the phage genome integrates into the bacterial chromosome, as well as on the destruction or preservation of the integrity of the bacterial cell. Phage therapy focuses on the use of lytic bacteriophages to target bacterial pathogens. Significant advantages of phage therapy include their high specificity against their host, ease of isolation and cultivation, and low risk to humans. Some challenges of phage therapy include immune responses that may arise due to phage virions and the stability of phages, which complicates their oral administration. Research on bacteriophages has been resurging over the past decade, as an increasing number of studies are being published in databases, while clinical studies support the positive outcomes of bacteriophage therapy in patients with nosocomial infections. The majority of cases included in studies concern infections of the respiratory tract, vascular grafts, or orthopedic implants. In most cases, phages were administered intravenously. Phage administration did not result in serious adverse effects. Non-parenteral routes of administration were characterized by reduced effectiveness due to the difficulty of phages accessing the targeted site. The encouraging results lead to high expectations regarding the applications of bacteriophages against nosocomial bacteria. Furthermore, bacteriophages can serve the principles of One Health, as they can be used to promote the health of humans, animals, and the environment.50 σ

    a key tool for therapeutic care, patient information, and communication

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 70-76Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σημασία της εκπαίδευσης στη νοσηλευτική βιοηθική ως καθοριστικό παράγοντα για την ενίσχυση της θεραπευτικής προσφοράς, της ενημέρωσης και της επικοινωνίας μεταξύ νοσηλευτή και ασθενούς. Μέσα από εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση, αναλύονται οι διεθνείς και εθνικοί κώδικες δεοντολογίας, οι σύγχρονες εκπαιδευτικές πρακτικές και οι προκλήσεις ενσωμάτωσης της βιοηθικής στην προπτυχιακή και συνεχιζόμενη νοσηλευτική εκπαίδευση. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις στρατηγικές βελτίωσης, όπως η αξιοποίηση ενεργητικών μεθόδων μάθησης (role-play, προσομοιώσεις), η διαθεματική συνεργασία, η διαρκής επιμόρφωση με mentoring, η ενσωμάτωση τεχνολογικών εργαλείων (metaverse, τεχνητή νοημοσύνη) και η προσαρμογή διεθνών καλών πρακτικών στις τοπικές ιδιαιτερότητες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η συστηματική και καινοτόμος εκπαίδευση στη βιοηθική ενισχύει την ηθική ευαισθησία, την ικανότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων και την ανάπτυξη ουσιαστικής θεραπευτικής σχέσης. Η βιοηθική, ως ζωντανή και εφαρμοσμένη επιστήμη, προσφέρει ένα πλαίσιο που διασφαλίζει τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την ποιότητα της φροντίδας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού και ηθικά υπεύθυνου συστήματος υγείαςIn this study, the significance of nursing bioethics education as a key factor in enhancing therapeutic care, patient information, and communication between nurses and patients will be presented. Through an extensive literature review, it analyzes international and national codes of ethics, contemporary educational practices, and the challenges of integrating bioethics into undergraduate and continuing nursing education. Particular emphasis is placed on improvement strategies such as the use of active learning methods (role-play, simulations), interdisciplinary collaboration, continuous professional development with mentoring, the integration of technological tools (metaverse, artificial intelligence), and the adaptation of international best practices to local contexts. Findings indicate that systematic and innovative bioethics education strengthens moral sensitivity, informed decision-making skills, and the development of a meaningful therapeutic relationship. Bioethics, as a dynamic and applied science, provides a framework that safeguards human dignity and the quality of care, contributing substantially to the creation of a patient-centered and ethically responsible healthcare system.76 σ

    Opinions raised by Computer Science Teachers regarding artificial intelligence in education

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 59-62Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τις απόψεις και στάσεις των εκπαιδευτικών Πληροφορικής σχετικά με τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία, εντάσσοντας το θέμα στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου τεχνολογικού και παιδαγωγικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης. Στόχος της έρευνας είναι να αναδειχθεί η εξέλιξη της Πληροφορικής από τις πρώτες μηχανές υπολογισμού έως τη σύγχρονη εποχή της ευφυούς εκπαίδευσης, όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως συνεργατικός παιδαγωγικός παράγοντας και όχι απλώς ως τεχνικό εργαλείο. Η ιστορική αναδρομή καταδεικνύει ότι η Πληροφορική αποτέλεσε θεμέλιο της κοινωνίας της γνώσης και οδήγησε σταδιακά στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Από τη θεωρητική συμβολή του Alan Turing και τη Μηχανή Turing έως τα πρώτα νευρωνικά δίκτυα και τη ραγδαία εξέλιξη της μηχανικής και βαθιάς μάθησης, η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίχθηκε σε πεδίο που συνδυάζει την τεχνολογία με τη γνωσιακή επιστήμη, επηρεάζοντας τη σκέψη, τη γνώση και τη μαθησιακή διαδικασία. Στην εκπαίδευση, η Τεχνητή Νοημοσύνη υποστηρίζει τη μετάβαση από την παραδοσιακή διδασκαλία σε εξατομικευμένες, προσαρμοστικές και συμμετοχικές μορφές μάθησης μέσω ευφυών εκπαιδευτικών συστημάτων, chatbots και αναλυτικής μάθησης, παρέχοντας ταυτόχρονα στους εκπαιδευτικούς δυνατότητες συστηματικής παρακολούθησης της προόδου των μαθητών. Παρά τις δυνατότητές της, η αξιοποίησή της συνοδεύεται από ηθικές προκλήσεις, όπως η ιδιωτικότητα, η διαφάνεια και η αλγοριθμική μεροληψία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Εκπαιδευτικός Πληροφορικής αναδεικνύεται σε κεντρικό φορέα αλλαγής, με ρόλο τεχνολογικού παιδαγωγού. Η εργασία καταλήγει ότι η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης συνιστά παιδαγωγική και πολιτισμική μετατόπιση, με επίκεντρο τον άνθρωπο.The present master’s thesis investigates the views and attitudes of Computer Science teachers regarding the use of Artificial Intelligence in the educational process, situating the topic within the broader context of the ongoing technological and pedagogical transformation of education. The aim of the study is to highlight the evolution of Computer Science from the early calculating machines to the contemporary era of intelligent education, in which Artificial Intelligence functions as a collaborative pedagogical agent rather than merely a technical tool. The historical overview demonstrates that Computer Science constituted a foundation of the knowledge society and gradually led to the development of Artificial Intelligence. From the theoretical contribution of Alan Turing and the Turing Machine to the emergence of early neural networks and the rapid advancement of machine learning and deep learning, Artificial Intelligence evolved into a field that combines technology with cognitive science, influencing thinking, knowledge, and the learning process. In education, Artificial Intelligence supports the transition from traditional teaching models to personalized, adaptive, and participatory forms of learning through intelligent educational systems, chatbots, and learning analytics, while simultaneously providing teachers with tools for systematic monitoring of students’ progress. Despite its potential, its implementation is accompanied by ethical challenges, such as privacy, transparency, and algorithmic bias. Within this framework, the Computer Science teacher emerges as a central agent of change, assuming the role of a technological pedagogue. The study concludes that the integration of Artificial Intelligence constitutes not only a technological innovation but also a pedagogical and cultural shift, with the human being at its core.69 σ

    the role of physical activity and the Mediterranean diet

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 78 - 90Το Μεταβολικό Σύνδρομο (MetS) στην παιδική και εφηβική ηλικία αποτελεί μία αναδυόμενη επιδημία, η οποία συνδέεται άμεσα με την αύξηση της παχυσαρκίας, τη μειωμένη φυσική δραστηριότητα και την υιοθέτηση δυτικών διατροφικών προτύπων. Το MetS χαρακτηρίζεται από την παρουσία κεντρικής παχυσαρκίας, αντίστασης στην ινσουλίνη, δυσλιπιδαιμίας, υπέρτασης και αυξημένων επιπέδων γλυκόζης νηστείας, τα οποία αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νοσημάτων στην ενήλικη ζωή. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει τα επιδημιολογικά δεδομένα του MetS σε παγκόσμιο και ελληνικό επίπεδο, αναλύει τους βασικούς παράγοντες κινδύνου και τις συννοσηρότητες και εξετάζει τον καθοριστικό ρόλο της Μεσογειακής Διατροφής και της άσκησης στη διαχείριση και πρόληψή του. Η Μεσογειακή Διατροφή, πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, ολικής άλεσης τρόφιμα, ψάρια και ελαιόλαδο, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη φλεγμονή, βελτιώνει το λιπιδαιμικό και γλυκαιμικό προφίλ και περιορίζει το σπλαχνικό λίπος. Η άσκηση, αντιστοίχως, συμβάλλει στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, στη μείωση του κοιλιακού λίπους και στην ενίσχυση του καρδιαγγειακού συστήματος. Η συνδυαστική εφαρμογή άσκησης και Μεσογειακής Διατροφής φαίνεται να έχει ισχυρότερη προστατευτική επίδραση από την εφαρμογή κάθε παρέμβασης ξεχωριστά. Τα ερευνητικά δεδομένα υπογραμμίζουν την ανάγκη έγκαιρων παρεμβάσεων στον τρόπο ζωής, καθώς και την εφαρμογή ολοκλη-ρωμένων στρατηγικών πρόληψης σε σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον.Metabolic Syndrome (MetS) in childhood and adolescence has emerged as a growing public health issue, closely linked to rising obesity rates, reduced physical activity, and the adoption of Western dietary patterns. MetS is characterized by central obesity, insulin resistance, dyslipidemia, hypertension, and elevated fasting glucose levels, all of which significantly increase the risk of developing type 2 diabetes and cardiovascular diseases later in life. This dissertation reviews global and Greek epidemiological data on MetS, identifies major risk factors and comorbidities, and examines the protective role of the Mediterranean Diet and physical activity. The Mediterranean Diet—rich in fruits, vegetables, whole grain foods, fish and olive oil—has been shown to reduce inflammation, improve lipid and glycemic profiles, and decrease visceral fat. Physical activity similarly improves insulin sensitivity, reduces abdominal adiposity, and enhances cardiovascular function. Evidence indicates that the combined adoption of regular physical activity and adherence to the Mediterranean Diet provides stronger protection against MetS compared to either intervention alone. These findings highlight the importance of early lifestyle intervention and the implementation of comprehensive prevention strategies within school, family and community settings.90 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇