Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    legislative framework and technical approaches for safe implementation

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 82-90Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία εξετάζει το θεσμικό, τεχνικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο του ενεργειακού συμψηφισμού (Net Billing) και την ενσωμάτωση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης της Ελλάδας. Το αντικείμενο της μελέτης είναι ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς οι πρόσφατες νομοθετικές μεταβολές επιτρέπουν πλέον τη χρήση φωτοβολταϊκών συστημάτων με μπαταρίες σε αστικά συγκροτήματα, δίνοντας τη δυνατότητα στους πολίτες να μετατραπούν από απλούς καταναλωτές σε παραγωγούς και διαχειριστές ενέργειας (prosumer). Η εργασία βασίστηκε σε εκτενή βιβλιογραφική έρευνα, στην ανάλυση του εθνικού και ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου (Ν. 4951/2022, Ν. 5037/2023, Οδηγία 2018/2001/ΕΕ), καθώς και στη σχεδίαση τεχνικών λύσεων μέσω λογισμικού CAD για τη χωροθέτηση και την ασφαλή λειτουργία συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας σε πολυκατοικίες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη συμμόρφωση με τα πρότυπα IEC 62619, NFPA 855 και Π.Δ. 41/2018 για την πυρασφάλεια και την ηλεκτρική ασφάλεια εγκαταστάσεων. Η μελέτη εξετάζει δύο σενάρια: (α) ενσωμάτωση συστημάτων αποθήκευσης σε υφιστάμενες πολυκατοικίες, και (β) ενσωμάτωση σε νέες κατασκευές με προβλεπόμενους τεχνικούς χώρους. Συνολικά, η εργασία συμβάλλει στην κατανόηση των τεχνικών και ρυθμιστικών παραμέτρων του Net Billing στην Ελλάδα και προσφέρει συγκεκριμένες προτάσεις για την ασφαλή, βιώσιμη και κοινωνικά αποδεκτή εφαρμογή συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας σε πολυκατοικίες, ενισχύοντας το όραμα της ενεργειακής δημοκρατίας και της πράσινης μετάβασης.This thesis examines the institutional, technical, and environmental framework of energy net billing (Net Billing) and the integration of energy storage systems in apartment buildings, in the context of Greece’s energy transition. The subject of the study is particularly current, as recent legislative changes now allow the use of photovoltaic systems with batteries in urban complexes, enabling citizens to transition from mere consumers to energy producers and managers (prosumers). The study is based on extensive bibliographic research, the analysis of the national and European legislative framework (Law 4951/2022, Law 5037/2023, Directive 2018/2001/EU), as well as the design of technical solutions through CAD software for the spatial layout and safe operation of energy storage systems in apartment buildings. Special emphasis is placed on compliance with IEC 62619, NFPA 855, and Presidential Decree 41/2018 (PD 41/2018) standards regarding fire safety and electrical installation safety. The study examines two scenarios: (a) integration of storage systems in existing apartment buildings, and (b) integration in new constructions with designated technical spaces. Overall, the study contributes to the understanding of the technical and regulatory parameters of Net Billing in Greece and provides specific recommendations for the safe, sustainable and socially acceptable implementation of energy storage systems in apartment buildings, thus, enhancing the vision of energy democracy and the green transition.90 σ

    SARS-COV2 and fertility

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 39-44Η εμφάνιση της πανδημίας της COVID-19 έχει πολλαπλές επιπτώσεις στην δημόσια υγεία, καθώς χαρακτηρίζεται ως πολυσυστημική νόσος. Ο ρόλος της ως παράγοντας που επηρεάζει την ανδρική και γυναικεία γονιμότητα έχει μελετηθεί και αποτυπωθεί σε πολλαπλές επιστημονικές έρευνες. Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση έχει ως στόχο την παρουσίαση των επιδράσεων της λοίμωξης από SARS-CoV-2 και του εμβολιασμού έναντι αυτής στη γονιμότητα των ανδρών, των γυναικών, στα αποτελέσματα της κύησης και την επίδραση στις τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART). Η ανασκόπηση ενέταξε δεδομένα από τις βάσεις δεδομένων Pubmed, Scopus και Google Scholar.Τα έως τώρα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν προς βραχυπρόθεσμες διαταραχές γονιμότητας και στα δύο φύλα. Στις γυναίκες γίνονται αναφορές για διαταραχές του εμμηνορρυσιακού κύκλου και κάποιες μεταβολές των δεικτών του ωοθηκικού αποθέματος. Οι διαταραχές αυτές δείχνουν να βελτιώνονται εντός μηνών. Στις θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής η έκβαση των επεμβάσεων δε δείχνει μεταβολές όταν οι επεμβάσεις πραγματοποιούνται προγραμματισμένα έπειτα από ένα διάστημα ανάρρωσης σε κανένα από τα δύο φύλα. Στους άνδρες παρατηρούνται αναστρέψιμες διαταραχές των παραμέτρων του σπέρματος όπως κινητικότητα και συγκέντρωση. Οι εγκυμονούσες γυναίκες παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο μαιευτικών δυσμενών εκβάσεων περισσότερο λόγω της εκτεταμένης φλεγμονής. Η κάθετη μετάδοση του ιού, αξιολογείται βιβλιογραφικά ως σπάνια. Ο εμβολιασμός καθαυτός δε δείχνει αρνητική επίδραση στη γονιμότητα, στη κύηση ή στην έκβαση των ART. Αντιθέτως, σχετίζεται με μείωση της σοβαρής νόσησης και επιπλοκών. Συμπερασματικά οι επιπτώσεις του SARS-CoV-2 στη γονιμότητα δείχνουν να είναι βραχυπρόθεσμες και ο εμβολιασμός αναδεικνύεται ως ένα ωφέλιμο και ασφαλές μέτρο για την προφύλαξη έναντι αυτού.The emergence of COVID-19 pandemic exhibits multiple impacts on public health, as it is characterized as a multisystemic disease. Its role as an affecting factor for male and female fertility has been well documented and studied in multiple scientific studies. This review included data from the databases Pubmed, Scopus and Google Scholar. The data available so far, point towards short-term fertility disorders in both sexes. In women, menstrual cycle disorders and changes in ovarian reserve indices are reported. These disorders appear to improve within months. In assisted reproductive therapies the outcome of the procedures does not show changes when the procedures are scheduled after a recovery period in either sex. In men, reversible disorders or sperm parameters such as motility and concentration are observed. Pregnant women present an increased risk of adverse obstetric outcomes, mainly due to extensive inflammation. Vertical transmission of the virus is evaluated in the literature as rare. Vaccination itself does not show a negative effect on fertility, pregnancy or the outcome of ART. On the contrary, it is associated with a reduction in severe illness and complications. In conclusion, the effects of SARS-CoV-2 on fertility appear to be short-term and vaccination emerges as a beneficial and safe measure for prophylaxis against it.44 σ

    Η κοινωνία της συγκυριότητας

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα μελέτη επιχειρεί να προσεγγίσει, κυρίως θεωρητικά, τη νομική κατασκευή της συγκυριότητας, αφενός αναδεικνύοντας τον εμπράγματο χαρακτήρα της σχέσης ανάμεσα σε κάθε συγκύριο και στο κοινό πράγμα, αφετέρου εξετάζοντας τον ενοχικό χαρακτήρα της δημιουργούμενης σχέσης μεταξύ των συγκυρίων, ως κοινωνών στο δικαίωμα της κυριότητας. Βάσει των ανωτέρω, στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας αναλύεται ο ορισμός της συγκυριότητας, η νομική της φύσης και τα βασικά της χαρακτηριστικά, ενώ στο δεύτερο αναπτύσσονται οι τρόποι σύστασής της. Έπειτα, στο τρίτο κεφάλαιο η μελέτη εστιάζει στα νομικά ζητήματα ειδικά της ιδανικής μερίδας συγκυριότητας, ήτοι στον προσδιορισμό του μεγέθους της και στη σχέση της με το κοινό δικαίωμα κυριότητας, στους τρόπους κτήσης της, αλλά και διάθεσής της, με τους περιορισμούς που υφίστανται για τους συγκυρίους. Περαιτέρω, στο τέταρτο κεφάλαιο της μελέτης εξετάζεται αναλυτικά η διαμόρφωση και λειτουργία της εσωτερικής σχέσης των συγκυρίων, τόσο ως προς τα δικαιώματά τους, όσο και ως προς τις υποχρεώσεις τους. Τέλος, δίνεται έμφαση στα ζητήματα που τίθενται από τη λύση της συγκυριότητας και, ειδικά, στο πεδίο εκκαθάρισης της μεταξύ των συγκυρίων ενοχικής σχέσης.124 σ

    Candidate gene expression study in a European pediatric population with Gilles de la Tourette syndrome

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 55-59Το σύνδρομο Gilles de la Tourette αποτελεί μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή με πολλαπλά κινητικά και φωνητικά τικ. Πρόκειται για μια πολυπαραγοντική διαταραχή, η ακριβής αιτιολογία της οποίας ωστόσο δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί. Ένα πιθανό γονίδιο κινδύνου της διαταραχής αποτελεί το γονίδιο της πρωτοκαδερίνης 9 (protocadherin 9, PCDH9). Η PCDH9 αποτελεί μόριο κυτταρικής προσκόλλησης και αναγνώρισης και παίζει κρίσιμο ρόλο στην σωστή διαμόρφωση των συνάψεων κυρίως στον εγκέφαλο. Στην παρούσα πτυχιακή διερευνήθηκε η πιθανή εμπλοκή της PCDH9 στην εμφάνιση της κλινικής εικόνας της διαταραχής. Για τον σκοπό αυτό μελετήθηκε, μέσω της διαδικασίας της RT-qPCR, η διαφορική έκφραση του γονιδίου PCDH9 σε δείγματα RNA ολικού περιφερικού αίματος παιδιών με Tourette πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων (V1 δείγματα) και σε δείγματα RNA ολικού περιφερικού αίματος των ίδιων παιδιών αλλά μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων (Ex δείγματα). Παράλληλα οι τιμές έκφρασης των δύο αυτών ομάδων συγκρίθηκαν με την μέση τιμή έκφρασης του γονιδίου σε ομάδα συνομήλικων υγιών παιδιών (controls). Ταυτόχρονα γονοτυπήθηκε, μέσω της τεχνολογίας Sanger αλληλούχησης, μια ιντρονική περιοχή του γονιδίου PCDH9 που περιείχε μια μονονουκλεοτιδική παραλλαγή ενδιαφέροντος (rs113907874) για την διερεύνηση του προτύπου κληρονόμησής της στα υγιή και ασθενή άτομα της μελέτης και της πιθανής συσχέτισης των γονοτύπων της παραλλαγής με τα επίπεδα έκφρασης του γονιδίου. Τα δείγματα DNA και RNA της πτυχιακής απομονώθηκαν από ολικό περιφερικό αίμα στα πλαίσια της μελέτης EMTICS (European Multicentre Tics in Children Study, 2011-2017). Η διαφορική έκφραση μεταξύ των δειγμάτων V1-Ex δεν εμφάνισε στατιστική σημαντικότητα, όμως οι συγκρίσεις των επιπέδων έκφρασης στις ομάδες V1 controls και Ex-controls φανέρωσαν στατιστικά σημαντική αύξηση της έκφρασης του γονιδίου στους ασθενείς και στις δύο καταστάσεις (V1 και Ex) σε σχέση με την ομάδα των controls. Τα αλληλόμορφα της παραλλαγής εμφάνισαν τυχαία κατανομή στα άτομα της μελέτης, ενώ για τεχνικούς λόγους δεν κατέστη δυνατή η διερεύνηση της συσχέτισης γονοτύπων-επιπέδων έκφρασης. Μελέτες σε μεγαλύτερο αριθμό δείγματος και με χρήση διαφορετικών πειραματικών μοντέλων θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ασφαλέστερα συμπεράσματα της εμπλοκής ή όχι του γονιδίου στον φαινότυπο και να συμβάλουν στον προσδιορισμό χρήσιμων προγνωστικών βιοδεικτών και την ανάπτυξη αποτελεσματικών και ασφαλών θεραπειών.Gilles de la Tourette Syndrome is a neurodevelopmental disorder with multiple motor and vocal tics. It is a multifactorial disorder, however its exact etiology is not currently fully understood. A potential risk factor of the disorder is the protocadherin 9 (PCDH9) gene. PCDH9 is a cell adhesion and recognition molecule, that plays a crucial role in normal synapsing formation, mainly in the brain. In the particular thesis, the potential involvement of the PCDH9 gene in the phenotype of the disorder was investigated. For this purpose, the differential expression of the PCDH9 gene between RNA samples from peripheral whole blood from children with Tourette, before (V1 samples) and after (Ex samples) the onset of the symptoms, was studied through RT-qPCR. The expression levels of these two groups were also compared with the mean expression level of the gene in a group of age-matched healthy children (controls). Moreover, an intronic region of the PCDH9 gene, that contained a single nucleotide variant (SNV) of interest rs113907874) was genotyped with Sanger sequencing, in order to investigate its inheritance pattern in patients with Tourette syndrome and healthy controls. Also genotypes of the SNV were attempted to be correlated with the gene expression levels. The DNA and RNA samples of this thesis were isolated from peripheral whole blood for the EMTICS (European Multicentre Tics in Children Study, 2011-2017) study. The differential expression in the V1-Ex samples did not show any statistically significant differences. However, the comparison of expression levels between the V1–control and Ex–control groups revealed a statistically significant increase in gene expression in patients, in both V1 and Ex samples, compared to controls. The alleles of the variant were randomly distributed among the study participants, while technical limitations did not allow investigation of a possible genotype-expression level association. Studies with a larger sample size and using different experimental models could form more reliable conclusions about whether the gene is involved in the phenotype and could contribute to identifying useful prognostic biomarkers and developing effective therapies.59 σ

    Composition and structure of primary cilia in human cells

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 85 - 94Οι πρωτογενείς κροσσοί αποτελούν εξειδικευμένα, μη κινητά κυτταρικά οργανίδια που λειτουργούν ως κέντρα κυτταρικής σηματοδότησης, ρυθμίζοντας κρίσιμα κυτταρικά μονοπάτια. Η κροσσογένεση συνιστά μια αυστηρά ρυθμιζόμενη και δυναμική διαδικασία, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον κυτταρικό κύκλο. Η δημιουργία των πρωτογενών κροσσών λαμβάνει χώρα κυρίως κατά τις φάσεις G0/G1, ενώ η αποσυναρμολόγησή τους πραγματοποιείται πριν την είσοδο του κυττάρου στη μίτωση. Σημαντική μείωση ή/και απώλεια πρωτογενών κροσσών αποτελεί συχνή παρατήρηση σε προ-καρκινικές καταστάσεις, καθώς επίσης και σε πολλούς συμπαγείς όγκους, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού. Επιπλέον, πρόσφατα δεδομένα συσχετίζουν την παρουσία των πρωτογενών κροσσών με την ανάπτυξη μηχανισμών αντοχής έναντι αντικαρκινικών φαρμάκων, υποδεικνύοντας ότι η δυναμική ρύθμιση της δομής και της λειτουργίας των κροσσών μπορεί να προσδίδει πλεονέκτημα επιβίωσης στα καρκινικά κύτταρα. Κεντρικός ρυθμιστής της διαδικασίας αποικοδόμησης των πρωτογενών κροσσών είναι η μιτωτική κινάση Aurora A, η οποία υπερεκφράζεται συχνά στον καρκίνο του μαστού και έχει συσχετιστεί με αυξημένο κυτταρικό πολλαπλασιασμό και επιθετικό φαινότυπο. Η ενεργότητά της οδηγεί σε αποσταθεροποίηση του αξονήματος του κροσσού, ενώ η φαρμακολογική της αναστολή έχει συσχετιστεί με αύξηση της συχνότητας εμφάνισης πρωτογενών κροσσών. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση της δομής των πρωτογενών κροσσών σε προ-καρκινικές και καρκινικές κυτταρικές σειρές του μαστού, η αποσαφήνιση του ρόλου της κινάσης Aurora A στη ρύθμιση των πρωτογενών κροσσών στον καρκίνο του μαστού, καθώς και η μελέτη της επίδρασης τόσο της αναστολής όσο και της υπερέκφρασης της Aurora A στο ποσοστό κροσσογένεσης, με στόχο την κατανόηση των μηχανισμών που συνδέουν τη διαταραχή της κροσσογένεσης με την καρκινογένεση.Primary cilia are specialized, non-motile cellular organelles that function as critical signaling hubs, regulating essential cellular pathways. Ciliogenesis is a tightly controlled and dynamic process that is closely coordinated with the cell cycle. Primary cilia are mainly formed during the G0/G1 phases, while their disassembly occurs before the cell entry into mitosis. A significant reduction and/or loss of primary cilia is frequently observed in premalignant conditions as well as in multiple solid tumors, including breast cancer. Moreover, emerging evidence associates the presence of primary cilia with the development of resistance mechanisms to anticancer therapies, suggesting that dynamic regulation of ciliary structure and function may confer a survival advantage to cancer cells. A central regulator of primary cilium disassembly is the mitotic kinase Aurora A, which is commonly overexpressed in breast cancer and has been correlated with increased cellular proliferation and a more aggressive phenotype. Its activation promotes destabilization of the ciliary axoneme, whereas pharmacological inhibition of Aurora A has been associated with an increased frequency of primary cilia formation. The aim of the present thesis is to investigate the structural characteristics of primary cilia in premalignant and malignant breast cell lines, to elucidate the role of Aurora A kinase in the regulation of primary cilia in breast cancer, and to examine the effects of both inhibition and overexpression of Aurora A on the rate of ciliogenesis, in order to better understand the mechanisms linking dysregulated ciliogenesis to tumorigenesis.94 σ

    theory and practice

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 58-61Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία εξετάζει την έννοια της ηθικής στην ηγεσία με ιδιαίτερη έμφαση στις περιόδους κρίσης, όπου οι απαιτήσεις λήψης αποφάσεων, η αβεβαιότητα και οι κοινωνικές πιέσεις εντείνονται. Στόχος της εργασίας είναι να αναδείξει τον ρόλο της ηθικής ως βασικού πλαισίου καθοδήγησης της ηγετικής δράσης, συνδέοντας τη θεωρητική προσέγγιση με την πρακτική εφαρμογή σε πραγματικά περιβάλλοντα κρίσεων. Η μελέτη βασίζεται σε βιβλιογραφική ανασκόπηση και ανάλυση εμπειρικών δεδομένων, καθώς και σε επιλεγμένες μελέτες περίπτωσης. Αρχικά, παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες της ηθικής και της ηγεσίας, καθώς και η εννοιολογική διάκριση μεταξύ «ηθικής στην ηγεσία» και «ηθικής ηγεσίας». Στη συνέχεια, αναλύονται τα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες, με έμφαση στη φύση και την έντασή τους σε συνθήκες κρίσης, όπως υγειονομικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές και οργανωσιακές αναταράξεις. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις φιλοσοφικές θεωρίες της ηθικής (δεοντολογία, ωφελιμισμός και θεωρία των αρετών) και στον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τη λήψη ηθικών αποφάσεων στην ηγεσία. Η εργασία εξετάζει επίσης τη σχέση της ηθικής ηγεσίας με την οργανωσιακή κουλτούρα, την εταιρική κοινωνική ευθύνη και τα φαινόμενα ανήθικης ηγεσίας, αναδεικνύοντας τις επιπτώσεις τους σε ατομικό, ομαδικό και οργανωσιακό επίπεδο. Στο εμπειρικό και εφαρμοσμένο μέρος, παρουσιάζονται δεδομένα από διεθνείς έρευνες, καθώς και μελέτες περίπτωσης που αφορούν τη διαχείριση κρίσεων σε τοπικό επίπεδο, με έμφαση στη διαχείριση της πανδημίας COVID-19 τ0 2020 και της πυρκαγιάς του 2023 στον Δήμο Αλεξανδρούπολης. Συμπερασματικά, η εργασία καταδεικνύει ότι η ηθική στην ηγεσία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αποτελεσματικής και κοινωνικά υπεύθυνης διαχείρισης κρίσεων. Η υιοθέτηση ηθικών αρχών, όπως η προστασία της ανθρώπινης ζωής, η διαφάνεια και η δικαιοσύνη, ενισχύει την εμπιστοσύνη, τη συνοχή και τη βιωσιμότητα οργανισμών και κοινωνιών, ιδίως σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότηταςThis postgraduate thesis examines the concept of ethics in leadership with particular emphasis on periods of crisis, during which decision-making pressures, uncertainty and social responsibility are significantly intensified. The main objective of the study is to highlight the role of ethics as a fundamental guiding framework for leadership practice, linking theoretical approaches with practical application in real crisis contexts. The research is based on an extensive literature review, analysis of empirical findings, and selected case studies. Initially, the thesis presents the core concepts of ethics and leadership and clarifies the conceptual distinction between “ethics in leadership” and “ethical leadership.” It then explores the nature of ethical dilemmas faced by leaders, focusing on how these dilemmas become more complex and acute during crises such as public health emergencies, natural disasters and organizational disruptions. Particular attention is given to major ethical theories—deontology, utilitarianism and virtue ethics—and their influence on ethical decision-making in leadership roles. Furthermore, the study examines the relationship between ethical leadership, organizational culture and corporate social responsibility, while also addressing the phenomenon of unethical leadership and its negative consequences at individual, team and organizational levels. The empirical and applied section of the thesis includes findings from international studies, as well as case studies related to crisis management at the local government level. Special emphasis is placed on leadership responses during the COVID-19 pandemic and the 2023 wildfire in the Municipality of Alexandroupolis, illustrating how ethical considerations shape leadership actions under extreme conditions. The findings of the study demonstrate that ethics in leadership constitutes a critical factor for effective and socially responsible crisis management. Ethical principles such as the protection of human life, transparency, accountability and fairness are shown to enhance trust, social cohesion and long-term sustainability. Ultimately, the thesis concludes that in times of crisis, ethical leadership is not merely a normative ideal but a practical necessity for maintaining legitimacy, resilience and public confidence.vi, 6

    legislative framework in Greece

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 77-79Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη λειτουργία μονάδων παραγωγής βιοαερίου στην Ελλάδα, με έμφαση στον τρόπο αποτύπωσης, αξιολόγησης και διαχείρισής τους στο πλαίσιο των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Στόχος της εργασίας είναι η συστηματική καταγραφή και κατηγοριοποίηση των βασικών περιβαλλοντικών κινδύνων που συνδέονται με τις μονάδες βιοαερίου, καθώς και η διερεύνηση του βαθμού στον οποίο οι ΜΠΕ ανταποκρίνονται στις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις και στις απαιτήσεις του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Η μεθοδολογία βασίζεται στην ανάλυση και συγκριτική αξιολόγηση δέκα εγκεκριμένων ΜΠΕ μονάδων βιοαερίου, οι οποίες αφορούν διαφορετικές τεχνολογικές διατάξεις, δυναμικότητες και γεωγραφικές περιοχές. Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις ΜΠΕ συγκρίνονται με ευρήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αναερόβιας χώνευσης, όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, οι οσμές, η διαχείριση του χωνεμένου υπολείμματος (digestate), οι επιπτώσεις στα ύδατα και στο έδαφος, καθώς και οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία. Παράλληλα, εξετάζεται η συμβατότητα των προβλέψεων των ΜΠΕ με το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Τα αποτελέσματα της εργασίας αναδεικνύουν αποκλίσεις μεταξύ των προβλέψεων των ΜΠΕ και της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης, κυρίως ως προς την ποσοτική εκτίμηση ορισμένων επιπτώσεων και την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών. Τέλος, διατυπώνονται συμπεράσματα και προτάσεις για τη βελτίωση της διαδικασίας σύνταξης και αξιολόγησης των ΜΠΕ, με στόχο την ενίσχυση της περιβαλλοντικής προστασίας και της αξιοπιστίας του συστήματος περιβαλλοντικής αδειοδότησης.This master’s thesis examines the environmental impacts associated with the operation of biogas production plants in Greece, with particular emphasis on the way these impacts are identified, assessed, and managed through Environmental Impact Assessment (EIA) studies. The main objective of the thesis is the systematic identification and categorization of the key environmental risks related to biogas plants, as well as the evaluation of the extent to which EIAs reflect current scientific knowledge and comply with the existing regulatory framework. The methodological approach is based on the analysis and comparative assessment of ten approved Environmental Impact Assessment studies for biogas plants, covering different technological configurations, capacities, and geographical locations. The findings derived from the EIAs are compared with evidence from international scientific literature concerning the environmental impacts of anaerobic digestion, including greenhouse gas emissions, odour nuisance, digestate management, impacts on soil and water resources, and potential risks to public health. In parallel, the consistency of the EIAs with national and European environmental legislation is examined. The results of the study indicate notable discrepancies between the content of the EIAs and contemporary scientific findings, particularly regarding the quantitative assessment of specific environmental impacts and the systematic adoption of best available practices. In several cases, environmental risks are addressed in a descriptive rather than analytical manner, limiting the effectiveness of mitigation measures. Finally, the thesis formulates conclusions and proposals aimed at improving the preparation and evaluation process of Environmental Impact Assessment studies, with the objective of enhancing environmental protection, strengthening regulatory effectiveness, and improving the overall quality and credibility of environmental permitting procedures for biogas installations.79 σ

    Teachers’ responses to student errors and their impact on the construction of a climate of trust in the classroom

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 73-81Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τα μαθητικά λάθη, στη διαμόρφωση θετικού κλίματος, καθώς και στη συμβολή των παραπάνω για την καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης στην τάξη. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η καταγραφή και ανάλυση των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με το πώς οι απόψεις τους για τα λάθη των μαθητών ενισχύουν το αίσθημα εμπιστοσύνης στο σχολικό περιβάλλον. Για τη διερεύνηση του υπό μελέτη ζητήματος πραγματοποιήθηκε ποιοτική έρευνα, με τη χρήση ημιδομημένων συνεντεύξεων στις οποίες έλαβαν μέρος δέκα εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψε ότι η στάση και η αντίδραση των εκπαιδευτικών στα μαθητικά λάθη επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη ή μη σχέσεων εμπιστοσύνης αλλά και διατήρησης θετικού και υποστηρικτικού κλίματος στην τάξη. Η θετική αντιμετώπιση των λαθών δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να κατακτήσουν την γνώση μέσα από αυτή τη διαδικασία, προάγοντας την αυτοπεποίθηση τους και την ενεργό συμμετοχή. Τέλος, σημαντικό παράγοντα για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης αποτελεί η δημιουργία ενός πλαισίου, όπου οι μαθητές δέχονται υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς και αισθάνονται ασφαλείς να εκφραστούν κατά τη διάρκεια της διδακτικής πρακτικής.The present master’s thesis focuses on teachers’ reactions to students’ errors, the development of a positive classroom climate, and the contribution of these factors to fostering relationships of trust within the classroom. The aim of this study is to record and analyze the perceptions of primary education teachers regarding how their views on students’ errors enhance the sense of trust in the school environment. To investigate the issue under study, a qualitative research design was employed, using semi-structured interviews in which ten primary education teachers participated. The analysis of the data revealed that teachers’ attitudes and reactions to students’ errors greatly influence the existence—or absence—of relationships of trust, as well as the maintenance of a positive and supportive classroom climate. A positive approach to errors enables students to acquire knowledge through this process, promoting their self-confidence and active participation. Finally, a crucial factor in strengthening trust is the creation of a framework in which students receive support from teachers and feel safe to express themselves during the instructional process.84 σ

    Τα δικαιώματα του καταναλωτή ενέργειας (ουσιαστικά και δικονομικά) που απορρέουν από την ευρωπαϊκή νομοθεσία

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα του καταναλωτή ενέργειας, όπως αυτά κατοχυρώνονται και αναπτύσσονται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου. Η διαρκώς αυξανόμενη σημασία του καταναλωτή ως ενεργού παράγοντα στην εσωτερική αγορά ενέργειας σε συνδυασμό με τις προκλήσεις που έχουν δημιουργηθεί στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτουν στο επίκεντρο της ενεργειακής πολιτικής τον ίδιο τον καταναλωτή. Ο ρόλος του μεταβάλλεται ριζικά, καθώς από παθητικός αποδέκτης υπηρεσιών καθίσταται ενεργός συμμετέχων, με δικαιώματα πρόσβασης, επιλογής, πληροφόρησης και προστασίας σε κάθε στάδιο της δραστηριότητας του. Η κατοχύρωση και η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή ενέργειας αποτελούν κρίσιμη παράμετρο για την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής ένωσης και για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην αγορά. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας επιχειρείται καταρχάς μία ιστορική αναδρομή της διαμόρφωσης των δικαιωμάτων του καταναλωτή εν γένει σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς και της πολιτικής προστασίας αυτών στο πέρασμα των χρόνων, τα οποία θεσμοθετήθηκαν στον τομέα της ενέργειας σχετικά πρόσφατα. Εν συνεχεία, παρατίθεται ο ορισμός του καταναλωτή ενέργειας στο πλαίσιο της ενεργειακής ένωσης και του εθνικού δικαίου καθώς και η νομική ανάλυση των ευρωπαϊκών νομοθετικών κειμένων, ιδίως οδηγιών και κανονισμών που διαμορφώνουν το ρυθμιστικό πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ενέργειας αναφορικά με τα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα του καταναλωτή ενέργειας. Παράλληλα, επιχειρείται συγκριτική προσέγγιση με το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να αποτυπωθεί ο βαθμός συμμόρφωσης και εφαρμογής των ευρωπαϊκών κανονισμών. Η εργασία ολοκληρώνεται με επισκόπηση της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να αναδειχθεί ο βαθμός στον οποίο το ευρωπαϊκό δίκαιο εξασφαλίζει μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή ενέργειας, τόσο ως προς τα ουσιαστικά του δικαιώματα όσο και ως προς τα μέσα δικαστικής και εξωδικαστικής προστασίας. Η έρευνα φιλοδοξεί να συμβάλει στη συζήτηση γύρω από τη μετάβαση προς μια πιο δίκαιη, συμμετοχική και βιώσιμη ενεργειακή αγορά με επίκεντρο τον καταναλωτή.69 σ

    a study

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 87-91Η παρούσα εργασία αποσκοπεί στη διερεύνηση της μεθόδου project στο νηπιαγωγείο. Μέσα από τη μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας αναδεικνύονται τα βασικά χαρακτηριστικά της μεθόδου, τα επιμέρους στάδιά της, οι προκλήσεις και τα εμπόδια που εμφανίζονται κατά την εφαρμογή της, καθώς και τα σημαντικά οφέλη για τους μαθητές. Επιπλέον, πραγματοποιείται σύγκριση της μεθόδου project με άλλες εξίσου γνωστές μεθόδους που εφαρμόζονται στην Προσχολική Εκπαίδευση. Στη συνέχεια ακολουθεί η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και το ερευνητικό σκέλος της εργασίας, στο πλαίσιο του οποίου πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με νηπιαγωγούς Γενικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Παρουσιάζονται οι απόψεις των νηπιαγωγών σχετικά με την οργάνωση και την υλοποίηση της μεθόδου project, την αξιολόγησή της, καθώς και τις δυσκολίες και τα εμπόδια που προκύπτουν, αλλά και τους παράγοντες που συμβάλλουν στην επιτυχή ή ανεπιτυχή διεξαγωγή ενός τέτοιου προγράμματος. Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώνεται ότι η μέθοδος project απαιτεί σωστή προετοιμασία και επαρκή κατανόηση των μαθητών, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες τους τόσο σε γνωστικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Τέλος, τονίζεται η σημασία της ένταξης των ενδιαφερόντων των μαθητών στη διεξαγωγή ενός project, προκειμένου αυτό να ολοκληρωθεί με επιτυχία.The present study aims to investigate the project method in kindergarten education. Through a review of the relevant literature, the main characteristics of the method, its individual stages, the challenges and obstacles that arise during its implementation, as well as its significant benefits for students, are highlighted. In addition, a comparison is made between the project method and other equally well-known approaches applied in Early Childhood Education. This is followed by a review of the literature and the research component of the study, within the framework of which interviews were conducted with general education kindergarten teachers in Greece. The views of the kindergarten teachers regarding the organization and implementation of the project method, its evaluation, as well as the difficulties and obstacles encountered and the factors that contribute to the successful or unsuccessful implementation of such a program, are presented. The analysis of the data indicates that the project method requires proper preparation and sufficient knowledge of the students, in order to address their needs at both cognitive and psychological levels. Finally, the importance of incorporating students’ interests into the implementation of a project is emphasized, as this contributes to its successful completion.92 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇