Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Η διατροφή των γυναικών που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) και η επίδραση της στο αναπτυσσόμενο έμβρυο

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 39 - 44Η υπογονιμότητα είναι το ιατρικό πρόβλημα της αδυναμίας επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από ένα έτος απροστάτευτης σεξουαλικής επαφής. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να προκληθεί από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων περιβαλλοντικών παραγόντων, υποκείμενων ιατρικών προβλημάτων ή μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεξήγητη υπογονιμότητα. Η διάγνωση της υπογονιμότητας γίνεται με την αξιολόγηση του ορμονικού προφίλ του ασθενούς και τον έλεγχο της παρουσίας οποιασδήποτε υποκείμενης ιατρικής κατάστασης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω λήψης ιστορικού και κλινικής εξέτασης, εργαστηριακών εξετάσεων ή προληπτικού ελέγχου. Η θεραπεία της υπογονιμότητας εξαρτάται από την αιτία που την προκαλεί. Όλα τα υποκείμενα ιατρικά νοσήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται και οι ορμονικές ανισορροπίες να αξιολογούνται. Στην ανεξήγητη υπογονιμότητα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, κατά την οποία χρησιμοποιείται η τεχνολογία για την επίτευξη εγκυμοσύνης. Η διατροφή της μητέρας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση της υπογονιμότητας, καθώς οι ελλείψεις συμβάλλουν σε ιατρικά προβλήματα και σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η διατροφή aεπηρεάζει επίσης την ανάπτυξη του εμβρύου παρέχοντας όλα τα θρεπτικά συστατικά μέσω του πλακούντα. Η έλλειψη θρεπτικών συστατικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στην οργανογένεση και στην ανάπτυξη του εμβρύου. Τέλος, η διατροφή επηρεάζει και το εντερικό μικροβίωμα, το οποίο διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και συμβάλλει στη φλεγμονή, η οποία μπορεί να μεταβάλει τη φυσιολογική και ορμονική ισορροπία του οργανισμού.Infertility is the medical problem of inability to achieve a pregnancy after one year of unprotected sexual intercourse. This problem can be caused by several factors, including environmental factors, underlying medical problems or it can be characterized as unexplained infertility. Diagnosis of infertility is done by evaluating the hormonal profile of the patient and testing the presence of any underline medical condition. This can be achieved with history and physical evaluation, laboratory test or screening. Treatment of infertility depends on the cause that is responsible. All underlying medical diseases must be treated, and hormonal imbalances must be evaluated. In unexplained infertility, medical assisted reproduction can be used to assist, in which technology is used to achieve a medical pregnancy. Nutrition of the mother plays a crucial role in developing infertility, as deficiencies contribute to medical problems and immune dysfunction. Nutrition also affects the fetus development by providing all nutrients through the placenta. Deficiency of nutrients during pregnancy can have serious consequences in organogenesis and development of the fetus. Lastly, nutrition also influences the gut microbiome, which plays a vital role in nutrient absorption and contributes to inflammation that can alter the body's physiological and hormonal balance.44 σ

    School violence and juvenile delinquency, educational legislation, prevention policies and criminal law, a critical appraisal

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 95-101Η παρούσα εργασία διερευνά το πολύπλευρο φαινόμενο της σχολικής βίας και της παραβατικότητας των ανηλίκων, εστιάζοντας στη διαπλοκή των Πολιτικών Πρόληψης και του Ποινικού Δικαίου για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου. Μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, η έρευνα ξεκινά με τη θεωρητική χαρτογράφηση των εννοιών, καταγράφοντας τις μορφές της σχολικής βίας (συμπεριλαμβανομένου του bullying και cyberbullying) και τις διακρίσεις της από την ευρύτερη εφηβική παραβατικότητα. Στη συνέχεια, εξετάζεται το νομοθετικό πλαίσιο, τόσο σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και εθνικά, με έμφαση στον πρόσφατο νόμο 5029/2023 για την αντιμετώπιση της σχολικής βίας. Παράλληλα, αναλύονται οι ποινικές διατάξεις που αφορούν ανηλίκους και το ειδικό Δίκαιο Ανηλίκων στην Ελλάδα, το οποίο εμφανίζεται να προτιμά την αναμόρφωση και την επανένταξη έναντι της απλής τιμωρίας. Η εργασία υπογραμμίζει τη σημασία των προληπτικών στρατηγικών, όπως η Σχολική Διαμεσολάβηση, ως βασικού εργαλείου για τη δημιουργία ενός θετικού σχολικού κλίματος. Μέσω της συγκριτικής ανάλυσης πολιτικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αναδεικνύονται καλές πρακτικές που μπορούν να εφαρμοστούν στο εγχώριο πλαίσιο. Το αποκορύφωμα της ανάλυσης αποτελεί η παρουσίαση της Εθνικής Στρατηγικής για τη Βία και την Παραβατικότητα, η οποία προτείνει ένα ολιστικό μοντέλο δράσης, ενσωματώνοντας πολιτικές που αφορούν την οικογένεια, την κοινωνία, τα ψηφιακά μέσα και το σχολικό περιβάλλον. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί μια συμπληρωματική και ιεραρχημένη εφαρμογή της Πολιτικής Πρόληψης και του Ποινικού Δικαίου. Η πρώτη πρέπει να λειτουργήσει ως ο κύριος πυλώνας πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, ενώ το δεύτερο ως το ασφαλιστικό δίχτυ για τις πιο σοβαρές περιπτώσεις. Η επιτυχία βασίζεται στην εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων, στη συνεχή εκπαίδευση και στη συνεργασία όλων των φορέων.This thesis investigates the multifaceted phenomenon of school violence and juvenile delinquency, focusing on the interplay between Educational Policy and Criminal Law in their prevention and confrontation. Through an interdisciplinary approach, the research begins with a theoretical mapping of the concepts, documenting the forms of school violence (including bullying and cyberbullying) and its distinctions from the broader context of juvenile delinquency. Subsequently, the legislative framework is examined at the international, European, and national levels, with a particular emphasis on the recent Law 5029/2023 addressing school violence. Concurrently, the analysis covers criminal provisions concerning minors and the special Juvenile Justice system in Greece, which appears to favor rehabilitation and reintegration over mere punishment. The study underscores the importance of preventive strategies, such as School Mediation, as a fundamental tool for fostering a positive school climate. Through a comparative analysis of policies in other European countries, best practices that can be applied in the domestic context are highlighted. The culmination of the analysis is the presentation of the National Strategy on Violence and Delinquency, which proposes a holistic model of action, integrating policies that involve the family, society, digital media, and the school environment. The key conclusion is that effectively addressing the phenomenon requires a complementary and hierarchical application of Educational Policy and Criminal Law. The former must function as the primary pillar of prevention and early intervention, while the latter should act as a safety net for the most severe cases. Success is predicated on the implementation of integrated programs, continuous training, and the collaboration of all relevant stakeholders.101 σ

    potential therapeutic roles in Irritable bowel syndrome, Crohn’s disease and type 2 diabetes mellitus

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 57-70Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία αποτελεί ιβλιογραφική ανασκόπηση και εστιάζει στη διερεύνηση της αμφίδρομης αλληλεπίδρασης μεταξύ του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος (Endocannabinoid System, ECS) και του εντερικού μικροβιώματος, καθώς και στους δυνητικούς θεραπευτικούς ρόλους της κάνναβης σε παθήσεις που χαρακτηρίζονται από χρόνια φλεγμονή, ανοσολογική δυσρύθμιση και μεταβολική απορρύθμιση. Συγκεκριμένα, εξετάζονται το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS), η νόσος του Crohn και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔΤ2), τα οποία παρουσιάζουν κοινά παθοφυσιολογικά χαρακτηριστικά, όπως η εντερική δυσβίωση, η αυξημένη εντερική διαπερατότητα και η συστηματική χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Αρχικά, αναλύεται η μοριακή οργάνωση και η λειτουργία του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος, καθώς και η σύνθεση και οι βασικές λειτουργίες του εντερικού μικροβιώματος, δίνοντας έμφαση στον ρόλο τους στη ρύθμιση της ανοσολογικής, νευροενδοκρινικής και μεταβολικής ομοιόστασης. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι μηχανισμοί αλληλεπίδρασης του άξονα ECS–μικροβιώματος, με έμφαση στους μικροβιακούς μεταβολίτες, όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου και τα λιποπολυσακχαρίδια, καθώς και στη ρύθμιση των υποδοχέων CB1 και CB2. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των φυτοκανναβινοειδών, κυρίως της κανναβιδιόλης (CBD), ως ρυθμιστών του ενδοκανναβινοειδικού τόνου, της φλεγμονώδους απόκρισης και της ακεραιότητας του εντερικού φραγμού. Παράλληλα, εξετάζεται η επίδραση της διατροφής, των προβιοτικών και των πρεβιοτικών στη διαμόρφωση του άξονα ECS–μικροβιώματος και οι προοπτικές συνδυαστικών θεραπευτικών προσεγγίσεων. Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η δυσλειτουργία του άξονα ενδοκανναβινοειδούς συστήματος–μικροβιώματος αποτελεί κοινό παθοφυσιολογικό υπόβαθρο σε φλεγμονώδεις και μεταβολικές νόσους. Η στοχευμένη ρύθμιση του άξονα αυτού μέσω φυτοκανναβινοειδών, διατροφικών παρεμβάσεων και μικροβιολογικών στρατηγικών αναδεικνύεται ως μια πολλά υποσχόμενη, ολιστική θεραπευτική προσέγγιση, η οποία χρήζει περαιτέρω κλινικής διερεύνησης.This master’s thesis is a narrative literature review that explores the bidirectional interaction between the Endocannabinoid System (ECS) and the gut microbiome, as well as the potential therapeutic roles of cannabis in diseases characterized by chronic inflammation, immune dysregulation, and metabolic imbalance. Specifically, the study focuses on Irritable Bowel Syndrome (IBS), Crohn’s disease, and Type 2 Diabetes Mellitus (T2DM), conditions that share common pathophysiological features such as intestinal dysbiosis, increased intestinal permeability, and low-grade systemic inflammation. Initially, the molecular organization and physiological functions of the endocannabinoid system are analyzed, alongside the composition and key roles of the gut microbiome in regulating immune, neuroendocrine, and metabolic homeostasis. Particular emphasis is placed on the mechanisms underlying the ECS–microbiome axis, including microbial metabolites such as short-chain fatty acids (SCFAs) and lipopolysaccharides (LPS), as well as the regulation of CB1 and CB2 receptors. Special attention is given to phytocannabinoids, particularly cannabidiol (CBD), as modulators of endocannabinoid tone, inflammatory signaling, oxidative stress, and intestinal barrier integrity. Furthermore, the influence of dietary factors, probiotics, and prebiotics on the ECS–microbiome axis is examined, highlighting the potential of combined therapeutic approaches. Current evidence suggests that dysfunction of the ECS–microbiome axis may represent a shared pathophysiological background in inflammatory and metabolic disorders. Targeted modulation of this axis through phytocannabinoids, nutritional interventions, and microbiome-based strategies emerges as a promising holistic approach. However, existing data remain largely preclinical or limited in clinical scope, underscoring the need for further well-designed human studies before definitive therapeutic conclusions can be drawn.70 σ

    Study of vancomycin blood levels of patients undergoing predilution online hemodiafiltration

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 43 - 51Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας της βανκομυκίνης, σε ασθενείς υπό online αιμοδιαδιήθηση με προ υποκατάσταση, όταν αυτή χορηγείται σε συγκεκριμένη δόση, στην επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων φαρμάκου στον ορό κατά την αντιμετώπιση των λοιμώξεων της φίστουλα ή του σημείου εξόδου του μόνιμου φλεβικού καθετήρα αιμοκάθαρσης. Μελετήθηκαν 16 αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς (6 άνδρες και 10 γυναίκες), με διάμεση ηλικία 77 ετών (από 44-89), που ήταν σε πρόγραμμα online αιμοδιαδιήθησης με προ υποκατάσταση. Οι 3 είχαν λοίμωξη της φίστουλα και οι υπόλοιποι 13 λοίμωξη του σημείου εξόδου του καθετήρα. Η διάγνωση τέθηκε με κριτήρια εργαστηριακά (καλλιέργειες υλικού της φλεγμονώδους περιοχής, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, λευκά-τύπος), κλινικά (πυρετός, ανορεξία) και επισκοπικά (ερύθημα, οίδημα και τοπικός πόνος). Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε 3 ομάδας: Την Α με 6 ανουρικούς ασθενείς, όπου το υπερδιήθημα συλλέχθηκε μόνο κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου, την Β με 5 μη ανουρικούς ασθενείς, όπου και πάλι το υπερδιήθημα συλλέχθηκε μόνο κατά τη διάρκεια χορήγησης του φαρμάκου και την Γ με 5 ανουρικούςασθενείς, όπου το υπερδιήθημα συλλέχθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίας κάθαρσης.Μελετήθηκαν τα επίπεδα της βανκομυκίνης τόσο στον ορό (πριν και μετά το τέλος της συνεδρίας), όσο και στο υπερδιήθημα για 5 συνεχόμενες συνεδρίες. Παράλληλα μελετήθηκαν τα επίπεδα των ολικών λευκωμάτων και της λευκωματίνης του ορού (πριν και μετά το τέλος της συνεδρίας), ενώ στους ασθενείς με διούρηση προσδιορίστηκαν σε συλλογή των ούρων 44ώρου η ουρία και η κρεατινίνη του ορού και των ούρων (για προσδιορισμό της κάθαρσης ουρίας και κρεατινίνης τους). Στην ομάδα Β διαπιστώθηκε η παρουσία ήπιου επιπέδου κάθαρση ουρίας και κρεατινίνης (ap;o 0,865 έως 6.45), ενώ 8 από τους 16 ασθενείς είχαν υπολευκωματιναιμία (αλβουμίνη ορού <3,5 mg/dg). Σε 34/64 δείγματα ορού τα οποία λήφθηκαν πριν από κάθε συνεδρία αιμοκάθαρσης (μετά από 44 ή 68 ώρες από την προηγούμενη έγχυση του φαρμάκου), τα επίπεδα της βανκομυκίνης ήταν υποθεραπευτικά (10 mg/L), όπου 5 από αυτά ήταν <5 mg/L. Τα επίπεδα βανκομυκίνης του ορού μετά από 44 ώρες (διήμερο εσοδιάστημα χορήγησης), δεν διέφεραν από εκείνα μετά από 68 ώρες (3ήμερο μεσοδιάστημα χορήγησης) (p=NS). Κατά τη σύγκριση των ποσοτήτων βανκομυκίνης που αφαιρέθηκαν μεταξύ των ομάδων,διαπιστώθηκε σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα στην οποία συλλέχθηκε το σύνολο του υπερδιηθήματος (Ομάδα Γ, 315 ± 141 mg), σε σύγκριση με τις ομάδες A (212 ± 90 mg) και B (222 ± 118 mg), όπου η συλλογή περιορίστηκε μόνο κατά την έγχυση βανκομυκίνης (p [A-Γ] < 0,002 και p [B-Γ] < 0,009).Επίσης συγκρίνοντας τα επίπεδα της βανκομυκίνης στον ορό στο τέλος οποιασδήποτε χορήγησης από τη δεύτερη έως την πέμπτη έγχυση, 9 δείγματα ήταν υψηλότερα και 3 χαμηλότερα από τα επιθυμητά. Αυτό σημαίνει ότι είναι δύσκολο να επιτευχθούν τα επιθυμητά επίπεδα βανκομυκίνης στον ορό με το δοσολογικό σχήμα που χρησιμοποιήθηκε. Παρ' όλα αυτά, όλοι οι ασθενείς μας θεραπεύτηκαν από τη λοίμωξη που είχαν με τη χορηγηθείσα δόση. Όσο αφορά αυτούς που είχαν ούρα, μετά από το 3ήμερο δεν είχαν κατώτερα επίπεδα από εκείνους που ήταν ανουρικοί (p=NS), εκτός από μία ασθενή της ομάδας Β με σχετικά αυξημένη κάθαρση (68 ώρες μετά την πρώτη δόση είχε επίπεδα βανκομυκίνης 4 mg/L και 5 mg/L 44 ώρες μετά τη δεύτερη δόση). Η παρουσία υπολευκωματιναιμίας διαπιστώθηκε ότι σχετίζονταν με χαμηλότερα επίπεδα βανκομυκίνης στο αίμα, μετά την πρώτη χορήγησή της (τα 26/32 δείγματα ορού ασθενών με υπολευκωματιναιμία είχαν επίπεδα βανκομυκίνης ορού πριν την συνεδρία <10 mg/L, ενώ στην ομάδα με νορμολευκωματιναιμία οι 8/32 είχαν επίπεδα <10 mg/L) (x -test, p<0,05). Μία ασθενής με πολύ χαμηλά επίπεδα λευκωματίνης ορού μεταξύ όλων των ασθενών (mean ± SD = 3,32 ± 0,04), είχε υποθεραπευτικά επίπεδα βανκομυκίνης σ’ όλες τις μετρήσεις.Συμπεραίνεται ότι τα επίπεδα της βανκομυκίνης που επιτυγχάνονται με τη χορήγησή της με δοσολογικό σχήμα που εξαρτάται από το σωματικό βάρος, όχι εξατομικευμένα αλλά συνολικά στο εύρος των σωματικών τους βαρών, στους μισούς ασθενείς δεν επιτυγχάνει θεραπευτικά επίπεδα, παρά το ότι έχει καλά κλινικά αποτελέσματα. Η υπολειμματική νεφρική λειτουργία και η πολευκωματιναιμία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη χορήγηση της βανκομυκίνης. Ήπιες λοιμώξεις όπως αυτές που είχαν οι ασθενείς μας αντιμετωπίζονται επιτυχώς ακόμη και με μη θεραπευτικά επίπεδα βανκομυκίνης στον ορό.The aim of the study was to investigate the efficacy of vancomycin, when administered at a specific dose before the end of dialysis session, in achieving therapeutic serum levels for the treatment of fistula infections or permanent hemodialysis venous catheter exit site infections. Sixteen hemodialyzed patients (6 men and 10 women), with a median age of 77 years old (range 44-89), who were on predilution online hemodiafiltration, were studied. Three had fistula infection and the remaining 13 had catheter exit site infection. The diagnosis was made using laboratory findings (positive cultures of inflammatory site material, C-reactive protein, high white blood cell and polymorphonuclear type), clinical findings (fever, anorexia and local pain) and local clinical image (erythema, edema). The patients were divided into 3 groups: Group A with 6 anuric patients, where the ultrafiltrate was collected only during vancomycin administration, Group B with 5 non-anuric patients, where again the ultrafiltrate was collected only during vancomycin administration, and Group C with 5 anuric patients, where the ultrafiltrate was collected throughout the hole dialysis session. The dose of vancomycin given depended on the body weight of each patient (grouped). Vancomycin levels were measured both in serum (before and after the end of the session) and in the ultrafiltrate which collected in a specific barrel, for 5 consecutive sessions (after the first infusion of vancomycin). In patients with residual renal function, urea and creatinine in serum were determined, as well as in urine of 44-hour collection (to determine the patients' urea and creatinine clearances). Total proteins and serum albumin levels were also measured (before and after the end of the dialysis session). When comparing the removed amounts of vancomycin between the groups, a significantly higher amount was removed in the group in which the entire ultrafiltrate was collected (Group C, 315±141 mg), compared to groups A (212±90 mg) and B (222±118 mg) where the collection was limited only during the vancomycin infusion (p [A-C] <0.002 and p [B-C] <0.009). Also, when comparing the serum vancomycin levels of patients with residual renal function with the anuric, no statistically significant difference was found when comparing the number of serum samples below 10 mg/L (p=NS). In 34/64 serum samples which were taken before any dialysis session (after 44 or 68 hours of the previous infusion), serum vancomycin levels were subtherapeutic (10 mg/L). The results also showed that the serum levels after a two-day interval did not differ from the serum vancomycin levels of the day after the long interval between dialysis sessions (Wednesday or Thursday) (p=NS). Also, when we saw the results of serum vancomycin levels at the end of any infusion of vancomycin from the second infusion to the fifth 9 samples were higher than the desired levels and 3 lower also than the desired levels. Those with residual renal function, after 3 days, the serum vancomycin levels were not lower than the anuric patients (p=NS), except for one with relatively increased renal clearance (she had vancomycin levels of 4 mg/L 68 hours after the first dose and 5 mg/L 44 hours after the second dose). The presence of hypoalbu-minemia was found to be associated with lower blood vancomycin levels (x2 , p<0.05) after its first administration (26/32 serum samples from patients with hypoalbuminemia had pre-session serum vancomycin levels <10 mg/L, while in the group without hypoalbuminemia 8/32 had levels <10 mg/L). One patient with very low serum albumin levels (mean ± SD = 33.2 ± 0.4 gr/L) among all patients had subtherapeutic vancomycin levels in all measurements (from 3 to 5 mg/L).It is concluded that the levels of vancomycin achieved by its administration with a dosage that depends on body weight (not individually, but grouped, in a range of body weights), do not achieve therapeutic levels in about half of the patients, despite having good clinical outcome. Vancomycin is lost throughout the entire course of the infusion (and not just during its infusion). Residual renal function should be considered when administering vancomycin, as should the presence of hypoproteinemia, while a higher dose is not required at long intervals of administration.51 σ

    Study of arthropod biocommunities in the Dadia-Lefkimi-Soufli Forest National Park and the wider region of the Evros Prefecture

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 66 - 77Η παρούσα εργασία εξετάζει τη διαφοροποίηση των βιοκοινοτήτων αρθροπόδων μεταξύ λιβαδικών (ανοιχτών) και δασικών (κλειστών) οικοτόπων στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς–Λευκίμης–Σουφλίου και στις γύρω περιοχές, με τη μεταπυρική επίδραση της πυρκαγιάς του 2023 να αξιολογείται ως δευτερεύων αλλά κρίσιμος παράγοντας. Τα αρθρόποδα χρησιμοποιήθηκαν ως βιοδείκτες, λόγω της άμεσης απόκρισής τους σε αλλαγές στη δομή βλάστησης και στους διαθέσιμους πόρους. Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε με παγίδες εδάφους (pitfall traps) την περίοδο Μάιος–Ιούλιος 2025 σε σταθμούς που αντιπροσώπευαν λιβαδικές, δασικές αλλά και ενδιάμεσες θέσεις, καθώς και διαφορετικούς βαθμούς σφοδρότητας της φωτιάς (άκαυτο/ημί-καμένο/καμένο). Τα δεδομένα τυποποιήθηκαν ως προς τη δειγματοληπτική προσπάθεια και αναλύθηκαν με δείκτες α-ποικιλότητας και μεθόδους σύγκρισης της σύνθεσης των κοινοτήτων (δείκτες ομοιότητας), ώστε να διαπιστωθούν οι βασικές οικολογικές διαφοροποιήσεις. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο βασικός άξονας διαφοροποίησης είναι η βλαστική δομή του οικοτόπου (λιβαδικό–δασικό), ενώ η φωτιά λειτουργεί συμπληρωματικά, μεταβάλλοντας τη σύνθεση και τη δομή των κοινοτήτων κυρίως όπου η καύση ήταν εντονότερη, ενώ σε άκαυτες ή ενδιάμεσες/μωσαϊκές θέσεις παρατηρούνται ενδείξεις μεγαλύτερης σταθερότητας ή ταχύτερης ανάκαμψης. Συνολικά, η μελέτη υπογραμμίζει τη χρησιμότητα των αρθροπόδων για την παρακολούθηση της οικολογικής κατάστασης και την υποστήριξη δράσεων διαχείρισης/αποκατάστασης στην περιοχή.This study examines differences in arthropod communities between grassland (open) and forest (closed) habitats in the Dadia–Lefkimi–Soufli Forest National Park and the nearby regions, with the post-fire effects of the 2023 wildfire assessed as a secondary but critical factor. Arthropods were used as bioindicators due to their rapid responses to changes in vegetation structure and resource availability. Sampling was carried out using pitfall traps during May–July 2025 at sites representing grassland, forest, and intermediate habitats, as well as different fire-severity classes (unburned/semi-burned/burned). Data were standardized for sampling effort and analysed using alpha-diversity indices and community-composition comparison methods (similarity indices) to identify major ecological differences among sites. Results indicate that the primary axis of community differentiation is habitat vegetation structure (grassland–forest gradient), while wildfire acts as an additional driver, affecting community composition and structure mainly in sites with higher burn severity. In contrast, unburned and intermediate/mosaic sites show signs of greater stability or faster recovery. Overall, the study highlights the value of arthropods for monitoring ecological condition and supporting management and restoration actions in the study area.77 σ

    a new challenge in neurology

    No full text
    Βιβλιογραφία: 45-56Το Σύνδρομο CLIPPERS είναι μία σπάνια φλεγμονώδης νόσος του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), με εντόπιση στο στέλεχος του εγκεφάλου (κυρίως στη γέφυρα) με περιαγγειακή ενίσχυση, που ανταποκρίνεται στα στεροειδή. Το CLIPPERS αποτελεί ακρωνύμιο που σχηματίζεται από τα αρχικά των λέξεων Chronic Lymphocytic Inflammation with Pontine Perivascular Enhancement Responsive to Steroids. Αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστή κλινική οντότητα το 2010 από τον Pittock και τους συνεργάτες του, που το περιέγραψαν ως μορφή εγκεφαλοπάθειας του στελέχους.Κλινικά χαρακτηρίζεται από υποξεία έναρξη συμπτωμάτων από το εγκεφαλικό στέλεχος, όπως αταξία βάδισης, διπλωπία, δυσαρθρία. Απεικονιστικά χαρακτηρίζεται από μία πολύ χαρακτηριστική εικόνα στη μαγνητική τομογραφία (MRI) με πολλαπλές μικρές ενισχυόμενες βλάβες στη γέφυρα, που δίνουν την εικόνα μικρών διάσπαρτων σημείων δίκην «πιπερώματος» (pepper like appearance). Παθολογοανατομικά, ανευρίσκεται πυκνή λεμφοκυτταρική διήθηση (κυρίως από CD4+ T-λεμφοκύτταρα) πέριξ των αγγείων του εγκεφάλου, χωρίς ενδείξεις κακοήθειας ή αγγειίτιδας. Η ανταπόκριση με κορτικοστεροειδή είναι αξιοσημείωτη: οι ασθενείς παρουσιάζουν ταχεία κλινική και ακτινολογική βελτίωση με υψηλές δόσεις κορτιζόνης. Ωστόσο, οι υποτροπές είναι συχνές κατά τη μείωση ή διακοπή των στεροειδών, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη χρόνια ανοσοκατασταλτική αγωγή συντήρησης (π.χ. με Μεθοτρεξάτη, Αζαθειοπρίνη, Ριτουξιμάμπη). Δεν έχουν καθοριστεί επίσημα διαγνωστικά κριτήρια. Για την υποστήριξη της διάγνωσης έχουν προταθεί συνδυασμοί κλινικών, ακτινολογικών και ιστολογικών ευρημάτων και η ανταπόκριση στη θεραπεία. Η διαγνωστική προσέγγιση βασίζεται στον αποκλεισμό άλλων παθήσεων με παρόμοια εικόνα, όπως η νευροσαρκοείδωση, η πολλαπλή σκλήρυνση, η πρωτοπαθής αγγειίτιδα του ΚΝΣ και τα λεμφώματα. Η πρόγνωση εξαρτάται από την έγκαιρη έναρξη θεραπείας και τη διατήρηση ανοσοκαταστολής, ενώ δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν το Σ. CLIPPERS αποτελεί αυτοτελή νοσολογική οντότητα ή εάν τοποθετείται στα πλαίσια μιας πολυπαραγοντικής τοπικής ανοσολογικής αντίδρασης. Η εργασία αποτελεί ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για το σύνδρομο CLIPPERS, εστιάζοντας στην παθογένεια, τα κλινικά και απεικονιστικά χαρακτηριστικά, τη διαφορική διάγνωση και τις θεραπευτικές προσεγγίσεις. Παρουσιάζονται οι κύριες παθογενετικές θεωρίες, η ποικιλία των κλινικών εκδηλώσεων και η ανάγκη για μακροχρόνια ανοσοκαταστολή. Τονίζεται η απουσία ειδικών βιοδεικτών και η σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης.CLIPPERS Syndrome is a rare inflammatory Disease of the Central Nervous System (CNS) involving the brain stem (more often the pons), characterized by perivascular infiltration and a remarkable response to steroids. CLIPPERS stands for Chronic Lymphocytic Inflammation with Pontine Perivascular Enhancement Responsive to Steroids. It was recognized as a separate clinical condition in 2010 from Pittock et al., who described it as a form of brain stem encephalopathy. CLIPPERS Syndrome is characterized by a subacute onset of clinical symptoms related to the brain stem like ataxia, diplopia, dysarthria. The brain MRI shows pathognomonic multiple, small and enhancing punctate lesions, at the level of the pons (pepper like appearance).From a histological point of view it is possible to recognize dense perivascular lymphocytic infiltrations (mainly CD4+ Tcells) without any signs of malignancy or vasculitis. Response to corticosteroids is remarkable: the patients present fast clinical and radiological improvement with high dose steroids. However, relapses are possible during steroid tapering which makes CLIPPERS a condition that should be treated with long term immunosuppressive maintenance therapy (like Methotraxte, Azathioprine, Rituximab).To date, there are no official diagnostic criteria established. To support the diagnostic procedure, a combination of clinical, radiological and histological findings as well as the response to treatment have been suggested. The diagnosis is based on the exclusion of other diseases that present with a similar clinical picture, like neurosarcoidosis, Multiple Sclerosis, CNS vasculitis and CNS lymphoma. The prognosis depends on the timing of treatment initiation and the immunosuppresive prophylaxis, while it is still unknown whether CLIPPERS is a syndrome by itself or in the spectrum of broader multifactorial immunological dysfunction. This is a review of the literature for CLIPPERS Syndrome focusing on the pathogenesis, the clinical and radiological features, the differential diagnosis and the treatment options. The variety of the clinical picture, the basic pathogenetic hypothesis and the need for long-term immunosuppression are presented here. It also highlighted the lack of specific biomarkers and the importance of an early diagnosis.56 σ

    the Intersection of Bioethics and Environmental Ethics

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 69 - 76Η παρούσα εργασία εξετάζει τη συμβολή της Βιολογίας στη διασφάλιση της συνέχειας της ζωής στον πλανήτη, εστιάζοντας στη σύνδεσή της με τη Βιοηθική και την Περιβαλλοντική Ηθική, σε ένα πλαίσιο έντονων ανθρωπογενών πιέσεων, όπως η κλιματική αλλαγή και η απώλεια βιοποικιλότητας. Στόχος της είναι να αναδείξει τους θεμελιώδεις βιολογικούς μηχανισμούς που υποστηρίζουν τη ζωή (οργάνωση, αναπαραγωγή, εξέλιξη και αλληλεπίδραση με το περιβάλλον), να αναλύσει τις επιπτώσεις των ανθρώπινων παρεμβάσεων στα οικοσυστήματα και να διερευνήσει τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από τις εφαρμογές της βιολογίας και της βιοτεχνολογίας, διαμορφώνοντας ένα συνεκτικό πλαίσιο ευθύνης. Η μεθοδολογία βασίστηκε στη μέθοδο της βιβλιογραφικής ανασκόπησης, με αναζήτηση πηγών σε διεθνείς βάσεις δεδομένων (PubMed, Scopus, Web of Science, Google Scholar), καθώς και σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών και επιστημονικά συγγράμματα, με λέξεις-κλειδιά σχετικές με βιοποικιλότητα, βιωσιμότητα, βιοηθική και περιβαλλοντική ηθική. Τα βασικά ευρήματα δείχνουν ότι η βιοποικιλότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σταθερότητας και ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων, ενώ οι σύγχρονες παρεμβάσεις συχνά υπερβαίνουν τα όρια της βιολογικής ανθεκτικότητας. Επιπλέον, η εργασία καταλήγει ότι η επιστημονική γνώση απαιτεί ηθική καθοδήγηση, και ότι η σύγκλιση Βιοηθικής και Περιβαλλοντικής Ηθικής είναι απαραίτητη για βιώσιμες στρατηγικές προστασίας της ζωής.This thesis examines the contribution of Biology to ensuring the continuity of life on the planet, focusing on its connection with Bioethics and Environmental Ethics, in a context of intense anthropogenic pressures, such as climate change and biodiversity loss. Its aim is to highlight the fundamental biological mechanisms that support life (organization, reproduction, evolution and interaction with the environment), to analyze the impacts of human interventions on ecosystems and to explore the ethical dilemmas that arise from the applications of biology and biotechnology, forming a coherent framework of responsibility. The methodology was based on the method of bibliographic review, with a search for sources in international databases (PubMed, Scopus, Web of Science, Google Scholar), as well as in reports of international organizations and scientific writings, with keywords related to biodiversity, sustainability, bioethics and environmental ethics. The main findings show that biodiversity is a critical factor in the stability and resilience of ecosystems, while modern interventions often exceed the limits of biological resilience. Furthermore, the work concludes that scientific knowledge requires ethical guidance, and that the convergence of Bioethics and Environmental Ethics is essential for sustainable strategies for the protection of life.76 σ

    Biological activity of the Ga-Nar-Phen complex of gallium

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 47 - 49Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη μελέτη της βιολογικής δράσης συμπλόκων γαλλίου, συνδυάζοντας θεωρητική ανάλυση και πειραματική προσέγγιση. Σκοπός ήταν η διερεύνηση της ικανότητας των συμπλόκων να προκαλούν βλάβες DNA, να επηρεάζουν τη βιωσιμότητα κυττάρων και να αλληλεπιδρούν με βιομόρια, με στόχο την κατανόηση του μηχανισμού δράσης τους και της πιθανής κυτταροτοξικότητάς τους. Στο θεωρητικό μέρος παρουσιάζονται οι βασικές αρχές των μοριακών και κυτταρικών τεχνικών ανίχνευσης βλάβης DNA και απόπτωσης, όπως η ηλεκτροφόρηση σε πηκτή αγαρόζης, το comet assay και η ανάλυση μοριακών δεικτών απόπτωσης, καθώς και οι φυσικοχημικές μέθοδοι προσδιορισμού και χαρακτηρισμού συμπλόκων με έμφαση στη UV Vis φασματοσκοπία. Επιπλέον, αναλύεται η σημασία της επιλογής κατάλληλων κυτταρικών σειρών και της in vitro αξιολόγησης πριν από πιθανές in vivo εφαρμογές. Στο πειραματικό μέρος εφαρμόστηκε μια πολυ-μεθοδολογική προσέγγιση, η οποία συνέδεσε τη θεωρία με την πειραματική δράση. Τα αποτελέσματα από την ηλεκτροφόρηση και το comet assay κατέδειξαν την πρόκληση βλάβης DNA, ενώ οι μοριακοί δείκτες απόπτωσης επιβεβαίωσαν την ενεργοποίηση αποπτωτικών μονοπατιών. Το MTT assay έδειξε μείωση της κυτταρικής βιωσιμότητας, με εκλεκτική δράση σε καρκινικά κύτταρα. Η UV Vis φασματοσκοπία υποστήριξε τη σταθερότητα των συμπλόκων και την πιθανή αλληλεπίδρασή τους με DNA και πρωτεΐνες. Η συζήτηση των αποτελεσμάτων ανέδειξε τη σημασία της πολυμεθοδολογικής στρατηγικής για την ολοκληρωμένη αξιολόγηση της βιολογικής δράσης και της σχέσης δομής-λειτουργίας των συμπλόκων γαλλίου. Τα συμπεράσματα υπογραμμίζουν ότι τα σύμπλοκα παρουσιάζουν εν δυνάμει κυτταροτοξική δράση και πιθανή εφαρμογή ως θεραπευτικοί παράγοντες, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνονται οι περιορισμοί της μελέτης και προτείνονται μελλοντικές έρευνες για περαιτέρω διερεύνηση μηχανισμών δράσης και εφαρμογών.This thesis focuses on the biological activity of gallium complexes, integrating theoretical analysis with experimental approaches. The main objective was to investigate the ability of these complexes to induce DNA damage, affect cell viability, and interact with biomolecules, aiming to understand their mechanism of action and potential cytotoxicity. The theoretical section presents the principles of molecular and cellular techniques for detecting DNA damage and apoptosis, such as agarose gel electrophoresis, the comet assay, and the analysis of apoptotic molecular markers, along with physicochemical methods for complex characterization, emphasizing UV Vis spectroscopy. The importance of selecting appropriate cell lines and conducting in vitro studies prior to potential in vivo applications is also discussed. Experimentally, a multi-method approach was applied, linking theory to practical investigation. Results from gel electrophoresis and the comet assay confirmed DNA damage, while apoptotic markers indicated activation of apoptotic pathways. The MTT assay showed decreased cell viability, particularly in cancer cell lines. UV Vis spectroscopy supported complex stability and potential interactions with DNA and proteins. The discussion highlighted the value of a multi-method strategy for comprehensive evaluation of biological activity and the structure–function relationship of gallium complexes. The conclusions suggest that these complexes exhibit potential cytotoxic activity and therapeutic applications, while acknowledging study limitations and proposing further research to explore mechanisms of action and expand potential biomedical applications.49 σ

    Investigation of the gut microbiota composition after antibiotic treatment in a preclinical lymphoma model

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 51-61Το εντερικό μικροβίωμα αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως καθοριστικός ρυθμιστής της ανοσολογικής απόκρισης, του μεταβολισμού και της εξέλιξης του καρκίνου, ενώ η διαταραχή του μέσω της έκθεσης σε αντιβιοτικά μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη θεραπευτική απόκριση και την κλινική έκβαση. Η παρούσα μελέτη διερευνά την επίδραση της βανκομυκίνης στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος σε μοντέλο ξενομεταμόσχευσης ποντικού με ανθρώπινο Β-κυτταρικό λέμφωμα. Για τον σκοπό αυτό, NSG ποντίκια έλαβαν Β-λεμφοβλάστες (κύτταρα Raji) και είτε υποβλήθηκαν σε αγωγή με βανκομυκίνη (n = 3) είτε δεν έλαβαν αντιβιοτική αγωγή (n = 3, ομάδα ελέγχου/control). Δείγματα κοπράνων συλλέχθηκαν σε πολλαπλά χρονικά στιγμιότυπα μετά την έγχυση των κυττάρων Raji και ακολούθησε απομόνωση DNA και αλληλούχιση του γονιδίου 16S rRNA με την τεχνολογία Oxford Nanopore. Η μεταγενωμική ανάλυση αποκάλυψε σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο πειραματικών ομάδων. Τα ποντίκια που έλαβαν βανκομυκίνη παρουσίασαν σημαντική μείωση της α-ποικιλότητας, απώλεια ταξινομικών ομάδων, όπως των Clostridia και των Bacteroidota, και κατάρρευση της μικροβιακής ποικιλομορφίας με σχεδόν αποκλειστική κυριαρχία του γένους Ligilactobacillus. Αντιθέτως, η ομάδα ελέγχου διατήρησε ένα σταθερό και πλούσιο σε ποικιλία μικροβίωμα καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Η προγνωστική μεταγονιδιωματική ανάλυση και η μελέτη της β-ποικιλότητας ανέδειξαν σημαντικές διαταραχές τόσο στη δομή όσο και στη λειτουργική δυναμική των μικροβιακών κοινοτήτων ως αποτέλεσμα της χορήγησης του αντιβιοτικού, όπως τη μείωση γονιδίων που συμμετέχουν σε βασικά μεταβολικά μονοπάτια και συστήματα μεταφοράς, αλλά και την αύξηση μηχανισμών κυτταρικής απόκρισης στο στρες. Παρότι η συνολική εξέλιξη της νόσου και η επιβίωση δεν επηρεάστηκαν ουσιαστικά ανάμεσα στις δύο ομάδες, οι μεταβολές στη σύνθεση της εντερικής μικροχλωρίδας συσχετίστηκαν με πρώιμη εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων στα ζώα που έλαβαν το αντιβιοτικό, υπονοώντας ότι η απώλεια ανοσορρυθμιστικών και μεταβολικά ενεργών ταξινομικών ομάδων ενδεχομένως να αυξάνει την ευαισθησία του ξενιστή. Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία του μικροβιώματος στη διαμόρφωση της καρκινικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα σε ανοσοανεπαρκείς ξενιστές και αναδεικνύουν σημαντικές κλινικές προεκτάσεις, καθώς αυξανόμενα δεδομένα υποστηρίζουν ότι η χρήση αντιβιοτικών μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο. Επομένως, η βαθύτερη κατανόηση αυτών των αλληλεπιδράσεων είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη βιοδεικτών βασισμένων στο μικροβίωμα και αποτελεσματικότερων και εξατομικευμένων θεραπευτικών στρατηγικών με περιορισμένες επιπτώσεις στη μικροχλωρίδα του εντέρου.The gut microbiota is increasingly recognized as a key modulator of host immunity, metabolism, and cancer progression, and its disruption through antibiotic exposure may critically influence response to treatment and overall clinical outcomes. The present study aims to investigate the impact of vancomycin on gut microbiota composition in a B-cell lymphoma murine xenograft model. For this purpose, immunodeficient NOD-scid gamma (NSG) mice were injected with human B lymphoblastoid cell line (Raji cells), and either received vancomycin (n = 3) or no antibiotic treatment (n = 3, control). Fecal samples were collected at multiple timepoints post Raji cell infusion, followed by DNA extraction and 16S rRNA gene amplicon sequencing using Oxford Nanopore Technologies. Subsequent metagenomic analysis revealed significant differences between the two experimental groups. Vancomycin-treated mice exhibited a pronounced reduction in alpha diversity, marked loss of Clostridia- and Bacteroidota -associated taxa, and a collapse of microbial complexity into a near-monoculture dominated by Ligilactobacillus, whereas the control group maintained a stable and diverse microbial community with no significant taxonomic shifts throughout the study period. Beta-diversity and metagenomic predictive analysis further demonstrated strong treatment-driven shifts in community structure and functional potential, including reduced metabolic and transport-related pathways and increased representation of stress-response systems. These microbiota alterations coincided with earlier onset of clinical symptoms in antibiotic-treated animals, suggesting that the depletion of immunomodulatory and metabolically active taxa may increase host vulnerability to lymphoma-related morbidity, even though overall disease progression and survival timelines remained largely comparable between groups. Collectively, these findings underscore the importance of microbiota integrity in shaping tumor behavior, particularly in immunodeficient hosts. They also highlight broader clinical implications given the growing evidence that antibiotic exposure may compromise immunotherapy effectiveness in cancer patients. Thus, a deeper understanding of these interactions is essential for developing microbiome-based biomarkers and personalized therapeutic strategies which enhance treatment efficacy while limiting unintended disruptions to the gut microbiota61 σ

    Analysis and comparison of the Crank-Nicolson method for the solution of parabolic equations

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 84-86Η παρούσα διπλωματική εργασία ασχολείται με τη θεωρητική και αριθμητική ανάλυση της μεθόδου Crank–Nicolson για την επίλυση παραβολικών μερικών διαφορικών εξισώσεων, με κύρια εφαρμογή τη μονοδιάστατη και τη δισδιάστατη εξίσωση θερμότητας. Η δομή της εργασίας οργανώνεται σε επτά κεφάλαια, τα οποία καλύπτουν τόσο το θεωρητικό υπόβαθρο όσο και την πρακτική υλοποίηση και αξιολόγηση της μεθόδου. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι στόχοι και ο σκοπός της εργασίας, καθώς και η σημασία των μερικών διαφορικών εξισώσεων στη μαθηματική μοντελοποίηση φυσικών φαινομένων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις παραβολικές εξισώσεις και στις εφαρμογές τους σε προβλήματα διάχυσης, όπως η μεταφορά θερμότητας. Τέλος, γίνεται εισαγωγική παρουσίαση της μεθόδου Crank–Nicolson και αιτιολογείται η επιλογή της ως βασικό αντικείμενο μελέτης. Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο της εργασίας. Παρουσιάζονται βασικές έννοιες των μερικών διαφορικών εξισώσεων, η κατηγοριοποίησή τους σε ελλειπτικές, παραβολικές και υπερβολικές, καθώς και τα χαρακτηριστικά των γραμμικών Μ.Δ.Ε. δεύτερης τάξης. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις παραβολικές εξισώσεις και στις κύριες εφαρμογές τους σε φυσικά και τεχνολογικά προβλήματα. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι βασικές μέθοδοι επίλυσης παραβολικών Μ.Δ.Ε., τόσο αναλυτικές όσο και αριθμητικές. Περιγράφονται συνοπτικά οι κλασικές αναλυτικές τεχνικές και αναδεικνύονται οι περιορισμοί τους σε σύνθετα προβλήματα. Στη συνέχεια, αναλύονται οι αριθμητικές μέθοδοι, με έμφαση στα βασικά βήματα που απαιτούνται για την αριθμητική επίλυση μιας παραβολικής εξίσωσης μέσω διακριτοποίησης στον χώρο και στον χρόνο. Το τέταρτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στη μέθοδο Crank–Nicolson. Παρουσιάζεται η ιστορική της εξέλιξη και η θεωρητική της θεμελίωση, ενώ ακολουθεί η μαθηματική διατύπωση της εξίσωσης θερμότητας και η εφαρμογή της μεθόδου σε αυτή. Αναλύονται διεξοδικά οι ιδιότητες ευστάθειας και ακρίβειας του σχήματος, καθώς και τα βασικά πλεονεκτήματα και οι περιορισμοί του. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με αναφορά σε ενδεικτικές εφαρμογές της μεθόδου σε διάφορα επιστημονικά πεδία. Στο πέμπτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας. Αρχικά περιγράφεται το υπολογιστικό περιβάλλον Python που χρησιμοποιήθηκε για την υλοποίηση των αλγορίθμων. Στη συνέχεια αναλύεται ο αλγόριθμος Crank–Nicolson και παρουσιάζονται αριθμητικά πειράματα για τη μονοδιάστατη εξίσωση θερμότητας. Ακολουθεί συγκριτική αξιολόγηση της μεθόδου Crank–Nicolson με τις μεθόδους Euler Explicit και Euler Implicit, καθώς και με τη θ-μέθοδο. Το κεφάλαιο επεκτείνεται στη μελέτη της δισδιάστατης εξίσωσης θερμότητας, ενώ ολοκληρώνεται με συγκριτική ανάλυση των αριθμητικών αποτελεσμάτων μεταξύ της μονοδιάστατης και της δισδιάστατης περίπτωσης. Στο έκτο κεφάλαιο συνοψίζονται τα βασικά συμπεράσματα που προέκυψαν από τη θεωρητική ανάλυση και τα αριθμητικά πειράματα. Πραγματοποιείται κριτική αξιολόγηση της μεθόδου Crank–Nicolson, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη μονοδιάστατη όσο και τη δισδιάστατη εξίσωση θερμότητας, και αναδεικνύονται τα πλεονεκτήματα και οι περιορισμοί της. Τέλος, προτείνονται κατευθύνσεις για μελλοντική επέκταση της εργασίας σε πιο σύνθετα προβλήματα και αριθμητικά σχήματα. Στο τελευταίο κεφάλαιο παρατίθεται η βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή της εργασίας, η οποία περιλαμβάνει κλασικά και σύγχρονα συγγράμματα αριθμητικής ανάλυσης, μερικών διαφορικών εξισώσεων και εφαρμογών της μεθόδου Crank–Nicolson.This thesis addresses the theoretical and numerical analysis of the Crank–Nicolson method for the solution of parabolic partial differential equations, with primary application to the one-dimensional and two-dimensional heat equation. The structure of the thesis is organized into seven chapters, covering both the theoretical background and the practical implementation and evaluation of the method. The first chapter presents the objectives and scope of the study, as well as the importance of partial differential equations in the mathematical modeling of physical phenomena. Particular emphasis is placed on parabolic equations and their applications to diffusion problems, such as heat transfer. An introductory presentation of the Crank–Nicolson method is also provided, along with the justification for its selection as the main subject of this work. The second chapter forms the theoretical foundation of the thesis. It introduces the basic concepts of partial differential equations, their classification into elliptic, parabolic, and hyperbolic types, and the main characteristics of second-order linear partial differential equations. Special attention is given to parabolic equations and their principal applications in physical and technological problems. In the third chapter, the main methods for solving parabolic partial differential equations are presented, including both analytical and numerical approaches. Classical analytical techniques are briefly reviewed, and their limitations in complex problems are highlighted. Subsequently, numerical methods are discussed, with emphasis on the fundamental steps required for the numerical solution of parabolic equations through spatial and temporal discretization. The fourth chapter is devoted exclusively to the Crank–Nicolson method. Its historical development and theoretical formulation are presented, followed by the mathematical formulation of the heat equation and the application of the method to this problem. The stability and accuracy properties of the scheme are analyzed in detail, along with its main advantages and limitations. The chapter concludes with a discussion of representative applications of the method in various scientific fields. The fifth chapter focuses on the practical implementation of the theoretical concepts. Initially, the Python computational environment used for the implementation of the algorithms is described. The Crank–Nicolson algorithm is then analyzed, and numerical experiments for the one-dimensional heat equation are presented. A comparative evaluation of the Crank–Nicolson method with the Explicit Euler and Implicit Euler methods, as well as with the θ-method, follows. The chapter is extended to the study of the two-dimensional heat equation and concludes with a comparative analysis of the numerical results obtained for the one-dimensional and two-dimensional cases. In the sixth chapter, the main conclusions drawn from the theoretical analysis and the numerical experiments are summarized. A critical evaluation of the Crank–Nicolson method is performed, taking into account both the one-dimensional and two-dimensional heat equation, and its advantages and limitations are highlighted. Finally, directions for future research and possible extensions of the present work to more complex problems and numerical schemes are proposed. The final chapter presents the bibliography used in the preparation of this thesis, including classical and modern references in numerical analysis, partial differential equations, and applications of the Crank–Nicolson method.99 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇