Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Teachers Views on Student Assessment in Primary Education

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 90-94Η αξιολόγηση των μαθητών αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση της μάθησης και της διδακτικής πρακτικής. Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τις απόψεις και τις πρακτικές των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με την αξιολόγηση των μαθητών, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί κατανοούν τον σκοπό, τις μορφές και τη λειτουργία της στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο. Στο θεωρητικό μέρος της εργασίας παρουσιάζεται το εννοιολογικό πλαίσιο της εκπαιδευτικής αξιολόγησης, οι βασικές της αρχές, τα είδη και οι μορφές της, καθώς και η εξέλιξή της από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις προς τις σύγχρονες εναλλακτικές μορφές αξιολόγησης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαμορφωτική αξιολόγηση, στην περιγραφική αξιολόγηση, στην αυτοαξιολόγηση και στη χρήση εργαλείων όπως το Portfolio, τα οποία συμβάλλουν στην ενεργό συμμετοχή των μαθητών και στην ανάπτυξη της αυτορρύθμισης της μάθησης. Παράλληλα, αναλύεται ο ρόλος της αξιολόγησης ως μέσου ανατροφοδότησης και βελτίωσης της διδακτικής διαδικασίας, καθώς και οι παράγοντες που επηρεάζουν την εφαρμογή της στην εκπαιδευτική πράξη. Στο εμπειρικό μέρος της εργασίας εφαρμόζεται ποιοτική ερευνητική μεθοδολογία, με τη χρήση ημιδομημένων συνεντεύξεων σε εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στόχος είναι η καταγραφή των αντιλήψεων, των εμπειριών και των πρακτικών τους σχετικά με την αξιολόγηση των μαθητών, καθώς και η διερεύνηση των δυσκολιών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύουν ότι οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν τη σημασία της αξιολόγησης ως εργαλείου υποστήριξης της μάθησης και της παιδαγωγικής διαδικασίας, ωστόσο συχνά επηρεάζονται από παραδοσιακές πρακτικές και θεσμικούς περιορισμούς. Συμπερασματικά, η εργασία επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης των σύγχρονων παιδαγωγικών προσεγγίσεων στην αξιολόγηση, καθώς και τη σημασία της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ώστε η αξιολόγηση να λειτουργεί ως ουσιαστικό εργαλείο μάθησης, ανατροφοδότησης και βελτίωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.Student assessment constitutes a fundamental component of the educational process and is closely linked to the improvement of learning outcomes and teaching effectiveness. The present master’s thesis investigates primary education teachers’ views and practices regarding student assessment, focusing on how educators understand its purpose, forms, and function within the contemporary Greek educational context. The study approaches assessment, not merely as a mechanism for measuring academic performance, but also as a pedagogical process that supports student development and enhances the quality of teaching. The theoretical part of the study examines the conceptual framework of educational assessment, including its principles, purposes, types, and forms, as well as its historical evolution from traditional, grade-centered approaches to more contemporary, student-centered and alternative assessment methods. Particular emphasis is placed on formative assessment, descriptive evaluation, self-assessment, and the use of alternative tools, such as student portfolios. These approaches promote active student participation, foster self-regulated learning, and provide meaningful feedback that contributes to both student progress and instructional improvement. In addition, the study highlights the role of assessment, as an integral part of the teaching and learning process and explores the various factors that influence its implementation in classroom practice. The empirical part of the research adopts a qualitative methodological approach, utilizing semi-structured interviews with primary school teachers. The aim is to explore teachers’ perceptions, experiences, and practices related to student assessment, as well as the challenges and limitations they encounter in their professional practice. The findings reveal that teachers recognize the importance of assessment as a tool for supporting learning, monitoring student progress, and improving instructional strategies. However, their practices are often influenced by traditional assessment methods, institutional requirements, and systemic constraints. In conclusion, the study underscores the need to strengthen modern, formative, and student-centered assessment approaches, as well as the importance of ongoing teacher training. Such efforts can enhance the effectiveness of assessment as a meaningful tool for learning, feedback, and the continuous improvement of educational practice.96 σ

    Η ευθύνη του εκμισθωτή για τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την ευθύνη του εκμισθωτή για τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, όπως αυτή προβλέπεται στα άρθρα 576 επ. του Αστικού Κώδικα και εξειδικεύεται μέσα από τη θεωρία και τη νομολογία. Στο πλαίσιο της μίσθωσης πράγματος, η ύπαρξη ή η μεταγενέστερη εμφάνιση πραγματικών ελατ-τωμάτων συνιστά κρίσιμο παράγοντα διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας και ε-νεργοποιεί ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον διαρκή χαρακτήρα της σύμβασης. Η εργασία εστιάζει αφενός, στην εννοιολογική οριοθέτηση και την κατηγοριοποίηση των πραγματικών ελαττωμάτων καθώς και στη διάκρισή τους από τα νομικά ελαττώματα και τις συνο-μολογημένες ιδιότητες του μισθίου και αφετέρου στην εξέταση της νομικής θεμελίω-σης και της φύσης της ειδικής ευθύνης του εκμισθωτή ως περίπτωσης μη εκπλήρωσης της σύμβασης μίσθωσης. Περαιτέρω, αναλύονται τα επιμέρους δικαιώματα που ανα-γνωρίζονται στον μισθωτή καθώς και οι περιπτώσεις αποκλεισμού ή περιορισμού της ευθύνης του εκμισθωτή. Η μελέτη βασίζεται στον συνδυασμό θεωρητικής ανάλυσης και νομολογιακής πρακτικής, με σκοπό την ανάδειξη των κυρίαρχων ερμηνευτικών κατευθύνσεων και την κριτική αποτίμησή τους στη σύγχρονη νομική πραγματικότητα.This thesis examines the lessor’s liability for material defects of the leased property as regulated by Articles 576 et seq. of the Greek Civil Code and as interpret-ed through legal doctrine and case law. Within the framework of lease agreements, the existence or subsequent emergence of material defects constitutes a factor that dis-rupts the contractual equilibrium and activates a specific regime of rights and obliga-tions for the contracting parties, closely connected to the continuing nature of the lease relationship. The study focuses, on the one hand, on the conceptual delineation and classification of material defects, as well as on their distinction from legal defects and from the agreed characteristics of the leased property and on the other hand, on the examination of the legal basis and the nature of the lessor’s specific liability as a case of non-performance of the lease agreement. Furthermore, it analyzes the rights conferred upon the lessee and the conditions under which the lessor’s liability may be excluded or limited. The research is based on a combination of doctrinal analysis and an examination of case law, aiming to identify the prevailing interpretative approaches and to provide a critical assessment of the operation of the lessor’s liability regime in contemporary legal practice.79 σ

    A Bioethical and Humanistic Interpretation of Psychological Trauma

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 67 - 74Στην παρούσα διπλωµατική εργασία διερευνάται η ηθική και ψυχολογική διάσταση της εξάρτησης στο µετανεωτερικό πλαίσιο, µε επίκεντρο το υποκείµενο ως πάσχον πρόσωπο. Ιδιαίτερη έµφαση δίνεται στη σύνδεση της εξάρτησης µε το ψυχικό τραύµα, καθώς και µε τις κοινωνικές συνθήκες µέσα στις οποίες αυτή αναδύεται και εξελίσσεται. Η εργασία επιχειρεί να υπερβεί τόσο τον στενά ιατρικό όσο και τον ηθικολογικό λόγο περί εξάρτησης, βασιζόµενη στη σύγχρονη ψυχολογική θεωρία, την κοινωνική ανάλυση της µετανεωτερικότητας και τη βιοηθική προβληµατική. Η εξάρτηση δεν προσεγγίζεται πρωτίστως ως έκφραση παθολογικής συµπεριφοράς ή ατοµικής αποτυχίας, αλλά ως απόκριση σε καταστάσεις ψυχικής ευαλωτότητας και ρήγµατος στη συνέχεια της υποκειµενικής ταυτότητας. Η θέση της εργασίας είναι ότι ο καθαρά βιοϊατρικός λόγος, αν και απαραίτητος για την κατανόηση των νευροβιολογικών µηχανισµών, παραµένει ανεπαρκής όταν αποσυνδέεται από το τραύµα και το κοινωνικό πλαίσιο. Αντίστοιχα, ο ηθικολογικός λόγος, που αποδίδει την εξάρτηση σε έλλειµµα βούλησης ή χαρακτήρα, οδηγεί σε στιγµατισµό και παραγνώριση της ανθρώπινης ευαλωτότητας. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην επανεξέταση εννοιών όπως η αυτονοµία, η ευθύνη και η φροντίδα υπό το πρίσµα του τραύµατος. Η εργασία καταλήγει σε µια συνθετική προσέγγιση που υποστηρίζει την ανάγκη για ανθρωποκεντρικές, βιοηθικά τεκµηριωµένες και κοινωνικά ευαίσθητες παρεµβάσεις στην αντιµετώπιση της εξάρτησης.This thesis explores the ethical and psychological dimensions of addiction within the postmodern context, focusing on the subject as a suffering person. Particular emphasis is placed on the connection between addiction and psychological trauma, as well as the social conditions within which addiction emerges and develops. The study seeks to move beyond both a narrowly biomedical and a moralistic discourse on addiction, drawing on contemporary psychological theory, social analysis of postmodernity, and bioethical reflection.Addiction is not approached primarily as an expression of pathological behavior or individual failure, but as a response to states of psychological vulnerability and disruption in the continuity of personal identity. The central argument of the thesis is that while the strictly biomedical model is essential for understanding neurobiological mechanisms, it remains insufficient when detached from trauma and social context. Likewise, the moralistic discourse that attributes addiction to weakness of will or character contributes to stigmatization and overlooks human vulnerability.Special attention is given to the reconsideration of concepts such as autonomy, responsibility, and care in light of trauma. The thesis concludes by proposing a synthetic framework that supports the development of person-centered, bioethically grounded, and socially sensitive interventions in addressing ad diction.74 σ

    Indications, Age Limits, and Bioethical Dilemmas

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 70 - 81Τα καρδιαγγειακά νοσήματα (ΚΑΝ) παραμένουν μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως και στην Ευρώπη, με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς που γηράσκουν. Η παρούσα πτυχιακή εργασία,εξετάζει συνολικά το σύγχρονο πλαίσιο των ΚΑΝ, εστιάζοντας τόσο στην κλίμακα του προβλήματος όσο και στις εξελίξεις που διαμορφώνουν την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπισή τους. Αρχικά παρουσιάζονται βασικοί παράγοντες κινδύνου και η σημασία της πρόληψης, με έμφαση στη μετάβαση προς εξατομικευμένες στρατηγικές. Στη συνέχεια αναλύεται ο ρόλος της ψηφιακής υγείας και της τεχνητής νοημοσύνης στη διαστρωμάτωση κινδύνου και στην κλινική υποστήριξη αποφάσεων, καθώς και η συμβολή των φορητών συσκευών και της τηλεπαρα-κολούθησης στη συνεχή καταγραφή βιοδεικτών και στην έγκαιρη ανίχνευση αρρυθμιών ή επιδείνωσης της κλινικής κατάστασης. Επίσης, γίνεται αναφορά στη δυναμική των γενετικών εργαλείων, όπως οι πολυγονιδιακοί δείκτες κινδύνου και στη δυνατότητά τους να συμπληρώσουν τα παραδοσιακά μοντέλα πρόβλεψης. Ταυτόχρονα, παρουσιάζονται σύγχρονες φαρμακευτικές και επεμβατικές επιλογές, καθώς και η ανάγκη ορθής επιλογής ασθενών με βάση την ωφέλεια, τον κίνδυνο επιπλοκών και τους προσωπικούς θεραπευτικούς στόχους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαχείριση ηλικιωμένων ασθενών, όπου η ευθραυστότητα και η λειτουργικότητα καθιστούν απαραίτητη την πραγματικά εξατομικευμένη προσέγγιση. Συμπερασματικά εκτιμώντας τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, ερευνώντας την διεθνή βιβλιογραφία καθώς και τα δεδομένα της χώρας μας αναδείχθηκαν κρίσιμα βιοηθικά ζητήματα και δόθηκαν μελλοντικές προοπτικές, με στόχο μια ασφαλή και αποτελεσματική ενσωμάτωση της καινοτομίας στην καρδιολογική φροντίδα με ηθική αντιμετώπιση των ασθενών .Cardiovascular diseases (CVDs) remain among the leading causes of morbidity and mortality worldwide and in Europe, with substantial social and economic consequences, particularly in aging populations. The present undergraduate thesis provides a comprehensive overview of the contemporary landscape of cardiovascular diseases, focusing both on the magnitude of the problem and on the developments shaping their prevention, diagnosis, and therapeutic management. Initially, major cardiovascular risk factors and the importance of prevention are presented, with an emphasis on the transition toward personalized strategies. Subsequently, the role of digital health and artificial intelligence in risk stratification and clinical decision support is analyzed, along with the contribution of wearable devices and telemonitoring to continuous biomarker recording and the early detection of arrhythmias or clinical deterioration. Furthermore, the growing importance of genetic tools, such as polygenic risk scores, and their potential to complement traditional predictive models is discussed. At the same time, contemporary pharmacological and interventional treatment options are reviewed, highlighting the need for appropriate patient selection based on expected benefit, risk of complications, and individual therapeutic goals. Particular emphasis is placed on the management of elderly patients, in whom frailty and functional status necessitate a truly individualized approach. In conclusion, through the evaluation of international clinical guidelines, a review of the international literature, and an analysis of national data, critical bioethical issues were identified and future perspectives were outlined, aiming at the safe and effective integration of innovation into cardiovascular care, while ensuring ethical treatment of patients.81 σ

    Childhood obesity, nutrition and microbiome

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 46-53Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα κυριότερα ζητήματα της δημόσιας υγείας με ολοένα αυξανόμενη συχνότητα στην Ελλάδα και σε διεθνές επίπεδο . Μια κατάσταση που επηρεάζεται από πληθώρα παραγόντες, γενετικούς, περιβαλλοντικούς , διατροφικούς, ψυχολογικούς, οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα έχει στρέψει το ενδιαφέρον της προς την σημασία του εντερικού μικροβιώματος, καθώς έχει αναδειχθεί η σημαντικότητα του στην ρύθμιση του μεταβολισμού, την αποθήκευση λίπους και την ενεργειακή ομοιόσταση. Η παρούσα εργασία έχει σκοπό να εξετάσει την σχέση της παιδικής παχυσαρκίας με το εντερικό μικροβίωμα, με στόχο την κατανόηση των μηχανισμών που συνδέουν την διατροφή με την σύσταση του εντερικού μικροβιώματος των παιδιών. Αρχικά, παρουσιάζονται ορισμοί και επιδημιολογικά στοιχεία της παιδικής παχυσαρκίας. Στη συνέχεια αναλύονται οι κύριοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το διατροφικό προφίλ του παιδιού, με ιδιαίτερη έμφαση στις διατροφικές συνήθειες και τον τρόπο ζωής. Ακολουθεί αναλυτική αναφορά για το εντερικό μικροβίωμα, τους παράγοντες που διαμορφώνουν τις μεταβολικές διαδικασίες και τους κινδύνους που υπάρχουν σε περίπτωση μικροβιακής ανισορροπίας. Παρουσιάζονται πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα που αποδεικνύουν την άμεση σχέση που υπάρχει μεταξύ εντερικού μικροβιώματος και μεταβολικών δεικτών παιδικής παχυσαρκίας. Τέλος, συζητιούνται στρατηγικές πρόληψης και παρέμβασης της παιδικής παχυσαρκίας σε ατομικό, οικογενειακό και εκπαιδευτικό επίπεδο.Childhood obesity is one of the most serious issues of public health in the 21st century with increasing frequency in Greece and worldwide. A condition influenced by several factors like, genetic, environmental, nutritional, psychological, that interact with each other. Recently, the scientific community has turned its attention to the importance of the gut microbiome in the regulation of metabolism, fat storage and energy homeostasis. The present study aims to examine the relationship of childhood obesity with the intestinal microbiome, in order to understand the mechanisms that link nutrition with the composition of the intestinal microbiome of children. Initially I present, definitions and epidemiological data about childhood obesity. Thereafter, the main factors that can affect the nutritional profile of the child are analyzed, with particular emphasis on eating habits and lifestyle. Below is a detailed report on the intestinal microbiome, the factors that shape metabolic processes and the risks that exist in case of microbial imbalance. Recent research data are presented that demonstrate the direct relationship between intestinal microbiome and metabolic markers of childhood obesity. Finally, prevention and intervention strategies are discussed , targeting at individual, family and educational level.53 σ

    Communication System, Language and Emotion Recognition, Wittgenstein and Bioethics

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 46Τα κύρια πορίσματα που βγάλαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης μας είναι τα εξής: Σχετικά με την Γλώσσα, ο πρώιμος Βίτγκενσταϊν, είχε σαν στόχο να βάλει ένα όριο στην αδιάκοπη ροή των σκέψεων, και στον τρόπο που τις εκφράζουμε με την γλώσσα μας. Πέρα από όσα μπορούν να διατυπωθούν με λόγια δεν απομένει παρά μόνο η ανοησία. Ο τομέας της ηθικής εντάσσεται από τον ίδιο σε αυτή την περιοχή, την οποία ονομάζει μη εκφράσιμη, και τοποθετείται πέρα από όσα συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο. Η γλώσσα από τη φύση της δεν μπορεί να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να μιλήσει για την Ηθική. Από τα παραπάνω όμως είδαμε πως δεν συνεπάγεται ότι οι προσωπικές ηθικές απόψεις ενός ατόμου δεν γίνεται να μας φανερωθούν. Ούτε ότι όσα εκφράζει κανείς σχετικά με την ηθική, είναι ακατανόητα, αντιθέτως μπορούμε, κατά ένα μεγάλο βαθμό να τα αποδώσουμε με λόγια στη βάση των ηθικών εκφράσεων που διατυπώνει, και στον τρόπο που φέρεται μέσα στην κοινωνία στην οποία ζει. Συνεχίζοντας με τον μέσο και ύστερο Βίτγκενσταϊν, βγάλαμε τα εξής στοιχεία: Πλέον δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε προς το μέλλον, αφού όλα όσα χρειαζόμαστε υπάρχουν ήδη μπροστά μας. Η φιλοσοφία από μόνη της δεν στοχεύει, ούτε επιδιώκει να ανασχηματίσει εκ νέου την επιστήμη ή την γλώσσα. Η κύρια αποστολή της φαίνεται να είναι το να φωτίσει τα ζητήματα και να μας καθοδηγήσει, ώστε να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τυχόν γλωσσικές παγίδες. Είδαμε ακόμη τα λεγόμενα «γλωσσοπαίγνια» και αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ιδιωτική γλώσσα». Τα πρώτα αναφέρονται σε απλούστερες εφαρμογές από αυτές που ήδη έχουμε στην καθημερινή γλώσσα. Σχετικά με την δεύτερη, ο ίδιος πιστεύει πως είναι αδύνατο να υπάρξει. Μια δηλαδή εντελώς προσωπική γλώσσα, στην οποία οι εκφράσεις της να συνδέονται άμεσα με τα ιδιωτικά μας συναισθήματα. Ο Βίτγκενσταϊν μας καλεί να δούμε την ηθική ως κάτι βαθιά ενσωματωμένο στον τρόπο που ζούμε και χρησιμοποιούμε τη γλώσσα στην καθημερινότητά μας. Η ηθική δεν μπορεί να διδαχθεί. Η μέθοδος που υιοθέτησε ο ίδιος στην όψιμη περίοδό του, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό συνέπεια με τις αρχικές του απόψεις για την ηθική. Πλέον η ηθική του εκδηλώνεται μέσα από την μέθοδό του, η οποία περιλαμβάνει και την αποφυγή περιττών σχολίων, πχ για την ηθική μιας κοινωνίας. Σχετικά με τα συναισθήματα και την αναγνώρισή τους από την γλώσσα, μπορούμε να πούμε τα εξής: Η σωστή και κατάλληλη αντιμετώπιση των πραγμάτων, ξεκινά από την κατανόηση ότι τα συναισθήματα εκδηλώνονται με έναν φυσικό τρόπο, του οποίου η γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια. Το σημαντικό είναι να μην αφήνουμε τις γλωσσικές εκφράσεις να μας παραπλανούν, οδηγώντας μας στο να νομίζουμε πχ, ότι οι έννοιες που αφορούν τα συναισθήματα, πρέπει να αποτυπώνουν κάτι συγκεκριμένο, όπως οι φράσεις για διάφορα υλικά αντικείμενα που ορίζουν πράγματα σε ορισμένο χώρο και χρόνο. Συνδέοντας τα παραπάνω με τη Βιοηθική, είδαμε πως ο Βίτγκενσταϊν σίγουρα θα έδειχνε προσοχή στον τρόπο που χρησιμοποιείται η γλώσσα σε θέματα που αφορούν την ιατρική επιστήμη, και έντονο ενδιαφέρον για το πώς οι ερευνητές χρησιμοποιούν λέξεις, όπως Σωστό και Λάθος. Τέλος, αναφέραμε τον κίνδυνο του περιορισμού της σημερινής βιοηθικής σε μια υπολογιστική λογική, επηρεασμένη από τον ωφελιμιστικό τρόπο σκέψης, όπου οι ηθικέςεπιλογές βασίζονται μόνο σε στείρους και ξερούς κανόνες ή σε προκαθορισμένα υπολογιστικά δεδομένα και πιθανότητες.The main findings we reached throughout the course of our study are the following: Regarding language, the early Wittgenstein aimed to set a limit to the continuity of thoughts and to the way we express those thoughts through our language. Beyond what can be expressed in words, nothing remains but nonsense. Wittgenstein places the field of ethics in this area, which he calls inexpressible, and locates it beyond what happens in the real world. By its very nature, language cannot find the appropriate words to speak about ethics. However, as we have seen, this does not mean that a person's personal moral views cannot be revealed to us. Nor does it mean that what one expresses concerning ethics is incomprehensible; on the contrary, to a great extent, we can articulate such views through words, based on the moral expressions one uses, and the way one behaves within the society in which one lives. Continuing with the middle and later Wittgenstein, we arrived at the following insights: there is no longer any need to look toward the future, since everything we require is already before us. Philosophy itself neither aims nor seeks to reshape science or language a new. Its main task seems to be to shed light on problems and to guide us so that we can recognize possible linguistic traps. We also encountered the so-called language games and what Wittgenstein himself refers to as the private language. The former refer to simpler applications than those already found in everyday language. As for the latter, Wittgenstein believes that such a thing cannot exist. That is, a completely private language in which expressions are directly connected to our inner private feelings. Wittgenstein invites us to view ethics as something deeply embedded in the way we live and use language in our everyday lives. Ethics cannot be taught. The method he adopted in his later period remains largely consistent with his earlier views on ethics. His ethical outlook now manifests through his method itself, which also involves avoiding unnecessary commentary, for instance on the morality of a society. Regarding emotions and their recognition through language, we can say the following: The proper and appropriate way of approaching things begins with the understanding that emotions manifest in a natural manner, one that language cannot accurately describe. What matters is not to let linguistic expressions mislead us, to thinking, for instance, that concepts related to emotions must denote something specific, like the phrases we use for physical objects that define things within a particular space and time. Connecting the above with bioethics, we observed that Wittgenstein would certainly be attentive to the way language is used in matters concerning medical science, showing particular interest in how researchers employ words such as right and wrong. Finally, we mentioned the risk of reducing contemporary bioethics to a computational logic influenced by utilitarian thinking, where moral choices are based solely on rigid rules or predetermined computational data or possibilities.46 σ

    Design and development of a computational tool using Python for processing and designing genetic sequences

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 60-62Η βιοπληροφορική αποτελεί έναν κλάδο που αναπτύσσεται ραγδαία, ενώ παράλληλα ενσωματώνεται τόσο στην έρευνα, όσο και στην επιστημονική διερεύνηση ποικίλων ζητημάτων, με αποτέλεσμα τα ψηφιακά εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τους ειδικούς να συμβάλλουν στις διεξαγόμενες μελέτες. Η παρούσα εργασία πραγματεύεται την ανάπτυξη ενός υπολογιστικού εργαλείου που καθορίζει τη δημιουργία ενός ανασυνδυασμένου μορίου DNA, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε μεθόδους γονιδιακής θεραπείας. Στόχος του προγράμματος είναι η επιλογή των βέλτιστων πλασμιδίων και ενζύμων που χρησιμοποιούνται στο εργαστήριο. Επιπλέον, μελετάται το κατάλληλο γραφικό περιβάλλον, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η εύχρηστη λειτουργία του προγράμματος.Bioinformatics is a rapidly growing field and is being integrated into both research and scientific investigation of various issues, with the result that the digital tools used by specialists contribute to the studies being conducted. This paper deals with the development of a computational tool that determines the creation of recombinant DNA molecule, especially when it is to be used in gene therapy methods. The aim of the program is to select the optimal plasmids and enzymes used in the laboratory. In addition, the appropriate graphical environment is studied, through which the program’s user-friendly operation is achieved62 σ

    an anthropological approach

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 76-86Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει τον αναδυόμενο γραμματισμό, και ειδικότερα την αναδυόμενη γραφή και ανάγνωση παιδιών που φοιτούν σε νηπιαγωγείο της Θράκης, μέσα από μια ανθρωπολογική ερευνητική προσέγγιση. Κεντρικός στόχος της έρευνας είναι η διερεύνηση των τρόπων ενεργού συμμετοχής αλλόγλωσσων παιδιών σε διαδικασίες γραμματισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση μεταξύ του αναδυόμενου γραμματισμού και της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Σε μεθοδολογικό επίπεδο, η μελέτη βασίστηκε στη συμμετοχική παρατήρηση, σε ημιδομημένη συνέντευξη με τη νηπιαγωγό, καθώς και στην ανάλυση και αξιοποίηση εκπαιδευτικού υλικού. Η έρευνα εστιάζει στις επικοινωνιακές στρατηγικές και στις πρακτικές νοηματοδότησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως αυτές αναπτύσσονται σε μαθησιακά πλαίσια εντός του νηπιαγωγείου. Το θεωρητικό πλαίσιο της εργασίας περιλαμβάνει τις θεωρίες του αναδυόμενου γραμματισμού, τα επίπεδα αναγνωστικής ανάπτυξης της Ehri και την σύνδεση τους με τις πολιτισμικές ταυτότητες. Στο πλαίσιο αυτό, η πολυγλωσσιότητα προσεγγίζεται ως παράγοντας που διαμεσολαβεί –χωρίς να καθορίζει μονοδιάστατα– την πορεία του αναδυόμενου γραμματισμού, σε συνάρτηση με την πολιτισμική ταυτότητα των παιδιών. Η ανθρωπολογική οπτική συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης αυτών των πεδίων και του τρόπου με τον οποίο συνδιαμορφώνουν τις εμπειρίες γραμματισμού στο σχολικό περιβάλλον, ενώ παράλληλα η ανθρωπολογία αποτελεί το βασικό μεθοδολογικό εργαλείο της παρούσας έρευνας.This thesis examines emergent literacy, focusing on reading and writing development, among children attending kindergarten in Thrace, through anthropological lens. The study explores how multilingual children actively engage in literacy practices and how these practices relate to their cultural Ιdentities. The research is based on participant observation, a semi-structured interview with the kindergarten teacher, and analysis of a range of educational material. It investigates children’s communicative strategies and meaning-making processes within structured, free, and guided learning contexts. The theoretical framework incorporates theories of emergent literacy, Ehri’s stages of reading development and anthropological approaches to cultural identity, conceptualizing multilingualism as a mediating—rather than determinative—factor in literacy development. An anthropological perspective enables a nuanced understanding of the interaction between literacy, identity, and school practices, emphasizing the construction of social and cultural meanings within the learning environment.86 σ

    dengue fever and malaria

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 52-62Τα νοσήματα που μεταδίδονται μέσω διαβιβαστών είναι ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας, με υψηλή νοσηρότητα, θνησιμότητα και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Η παρούσα εργασία εστιάζει στον δάγκειο πυρετό και την ελονοσία, δύο χαρακτηριστικές λοιμώξεις που αντικατοπτρίζουν τη βιολογική, επιδημιολογική και κλινική ποικιλομορφία των νοσημάτων αυτών. Ο δάγκειος πυρετός, που μεταδίδεται κυρίως από τα κουνούπια Aedes aegypti και Aedes albopictus, παρουσιάζει αυξανόμενη παγκόσμια εξάπλωση, λόγω παραγόντων όπως η κλιματική αλλαγή, η αστικοποίηση και η αύξηση των διεθνών μετακινήσεων. Η ύπαρξη τεσσάρων οροτύπων του ιού και το φαινόμενο της εξάρτησης ενίσχυσης μέσω αντισωμάτων περιπλέκουν τη σοβαρότητα της νόσου και τη διαδικασία ανάπτυξης εμβολίων. Η έλλειψη ειδικής αντι-ιικής θεραπείας αναδεικνύει τον ρόλο της έγκαιρης διάγνωσης, της υποστηρικτικής φροντίδας, του ελέγχου των διαβιβαστών και των εμβολιαστικών στρατηγικών. Η ελονοσία, που προκαλείται κυρίως από το Plasmodium falciparum και μεταδίδεται μέσω κουνουπιών Anopheles, παραμένει μια από τις βασικές αιτίες παιδικής θνησιμότητας στην υποσαχάρια Αφρική. Η παθογένεια της νόσου χαρακτηρίζεται από υψηλή παρασιταιμία, μικροαγγειακή απόφραξη και συστηματική φλεγμονώδη απάντηση, με αποτέλεσμα σοβαρές επιπλοκές όπως η εγκεφαλική ελονοσία. Οι συνδυασμένες θεραπείες με βάση την αρτεμισινίνη αποτελούν θεραπεία πρώτης γραμμής, ενώ σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί με την εισαγωγή εμβολίων και χημειοπροφύλαξης. Συνολικά, η αντιμετώπισή και πρόληψη τέτοιων νοσημάτων απαιτεί πλήρεις στρατηγικές δημόσιας υγείας, που θα ενσωματώσουν τη βιοϊατρική πρόοδο στην επιδημιολογική επιτήρηση και θα εξασφαλίζουν την ενημέρωση του ταξιδιωτικού κοινού.Vector-borne diseases are a major public health issue, with high morbidity, mortality, and socioeconomic impact, particularly in tropical and subtropical regions. This paper focuses on dengue fever and malaria, two characteristic infections that reflect the biological, epidemiological, and clinical diversity of these diseases. Dengue fever, transmitted mainly by the Aedes aegypti and Aedes albopictus mosquitoes, is spreading globally due to factors such as climate change, urbanization, and increased international travel. The existence of four serotypes of the virus and the phenomenon of antibody-dependent enhancement complicate the severity of the disease and the vaccine development process. The lack of specific antiviral treatment highlights the role of early diagnosis, supportive care, vector control, and vaccination strategies. Malaria, caused mainly by Plasmodium falciparum and transmitted by Anopheles mosquitoes, remains one of the leading causes of child mortality in sub-Saharan Africa. The pathogenesis of the disease is characterized by high parasitemia, microvascular obstruction, and a systemic inflammatory response, resulting in serious complications such as cerebral malaria. Combination therapies based on artemisinin are the first-line treatment, while significant progress has been made with the introduction of vaccines and chemoprophylaxis. Overall, the control and prevention of such diseases requires comprehensive public health strategies that integrate biomedical advances into epidemiological surveillance and ensure that travelers are informed.62 σ

    a Critical Discourse Analysis of Contemporary Reading Promotion Competition Calls

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 73-78Η φιλαναγνωσία είναι η αγάπη για το διάβασμα και η βαθιά απόλαυση που αντλεί κανείς από την επαφή με βιβλία, κείμενα και ιστορίες. Αποτελεί βασικό παράγοντα στη γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Μέσα από τη φιλαναγνωσία, αναπτύσσονται η φαντασία, η κριτική σκέψη, η δημιουργικότητα και η συναισθηματική νοημοσύνη, ενώ εμπλουτίζεται το λεξιλόγιο και ενισχύεται η ικανότητα κατανόησης και ανάλυσης πληροφοριών. Ιδιαίτερα στην προσχολική ηλικία, η επαφή με τα βιβλία συμβάλλει στη διαμόρφωση θετικής στάσης απέναντι στη μάθηση και προετοιμάζει τα παιδιά για την ομαλή ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον, δημιουργώντας συνήθειες ανάγνωσης που μπορούν να τα συνοδεύουν σε όλη τους τη ζωή. Τα τελευταία χρόνια, διάφορες εκπαιδευτικές πρακτικές επιχειρούν να ενισχύσουν την αγάπη για το διάβασμα. Μία από αυτές είναι και οι διαγωνισμοί φιλαναγνωσίας, που διοργανώνονται συνήθως είτε από τα σχολεία και τις βιβλιοθήκες τους, είτε από τους δήμους, είτε από εκδοτικούς οίκους. Μέσω αυτών, τα παιδιά καλούνται να διαβάσουν βιβλία, να συζητήσουν τις εντυπώσεις τους, να παρουσιάσουν δημιουργικά έργα και να μοιραστούν την εμπειρία τους με συμμαθητές και όχι μόνο. Οι διαγωνισμοί έχουν σκοπό να προσφέρουν ένα κίνητρο και να κάνουν τη διαδικασία του διαβάσματος πιο ελκυστική και παιγνιώδη. Ωστόσο, η πραγματική προώθηση της φιλαναγνωσίας απαιτεί περισσότερα από ανταγωνισμό και επιβραβεύσεις. Σημαντικός παράγοντας είναι η ενεργή συμμετοχή των γονέων και των εκπαιδευτικών, οι οποίοι ενθαρρύνουν τη συζήτηση γύρω από τα βιβλία, δίνουν χώρο για ελεύθερη επιλογή τίτλων και δημιουργούν περιβάλλον όπου η ανάγνωση θεωρείται χαρά και όχι υποχρέωση. Η μελέτη αυτή χρησιμοποιεί την ανάλυση περιεχομένου για να διερευνήσει πώς γίνονται αντιληπτοί οι διαγωνισμοί φιλαναγνωσίας και άρα η ίδια η έννοια της φιλαναγνωσίας από τους φορείς και το κοινό- στόχο.Reading enthusiasm, or philagnosia (from the Greek "love of reading"), is the love for reading and the deep enjoyment one derives from engaging with books, texts, and stories. It is a key factor in the cognitive, emotional, and social development of children. Through reading enthusiasm, imagination, critical thinking, creativity, and emotional intelligence are cultivated, while vocabulary is enriched and the ability to understand and analyze information is strengthened. Especially in preschool age, exposure to books contributes to forming a positive attitude toward learning and prepares children for a smooth integration into the school environment, creating reading habits that can accompany them throughout their lives. In recent years, various educational practices have sought to foster a love for reading. One such practice is reading competitions, which are usually organized either by schools and their libraries, or by municipalities, or by publishing houses. Through these competitions, children are invited to read books, discuss their impressions, present creative projects, and share their experiences with classmates and others. Competitions aim to provide motivation and make the reading process more attractive and playful. However, the genuine promotion of love of reading requires more than competition and rewards. A key factor is the active involvement of parents and educators, who encourage discussion about books, allow room for the free choice of titles, and create an environment in which reading is seen as pleasure rather than obligation. This study employs content analysis to investigate how reading promotion competitions and, by extension, the very concept of fostering love of reading, are perceived by institutions and the target audience.78 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇