Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Norovirus and immune response

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 83-88Ο νοροϊός είναι ένας μονόκλωνος RNA ιός θετικής πολικότητας που ανήκει στην οικογένεια Caliciviridae και μεταδίδεται κυρίως μέσω της κοπρανοστοματικής οδού. Αποτελεί την πιο συχνή αιτία οξείας ιογενούς γαστρεντερίτιδας σε παγκόσμιο επίπεδο, και ευθύνεται για περίπου 685 εκατομμύρια περιστατικά κάθε χρόνο. Η νόσος χαρακτηρίζεται από αυτοπεριοριζόμενη κλινική πορεία με συμπτώματα όπως έμετο, διάρροια και κοιλιακό άλγος, τα οποία υποχωρούν μέσα σε 24-28 ώρες. Ωστόσο, σε ορισμένες ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως τα μικρά παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα, η νόσος μπορεί να εμφανίσει μεγαλύτερη βαρύτητα και να οδηγήσει σε αυξημένη νοσηρότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γενετική ποικιλομορφία του νοροϊού. Ορισμένα στελέχη του νοροϊού, όπως αυτά της γονοομάδας GII.4, έχουν συσχετιστεί με την πλειονότητα των παγκόσμιων επιδημιών και με πιο σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις. Παρά τη σημαντική επιβάρυνση της δημόσιας υγεία, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή ειδική αντιιική θεραπεία έναντι του νοροϊού. Η ανάπτυξη αποτελεσματικών προληπτικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων δυσχεραίνεται από την υψηλή γενετική ποικιλομορφία του ιού, την έλλειψη ιδανικών συστημάτων κυτταροκαλλιέργειας και την περιορισμένη κατανόηση των ανοσολογικών μηχανισμών προστασίας. Η ανοσολογική απόκριση έναντι του νοροϊού αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα για την έκβαση της λοίμωξης. Η έμφυτη ανοσία ενεργοποιείται άμεσα μετά τη μόλυνση μέσω μηχανισμών αναγνώρισης ιικών μορίων από υποδοχείς αναγνώρισης προτύπων (pattern recognition receptors), οδηγώντας στην παραγωγή κυτταροκινών και κυρίως ιντερφερονών τύπου Ι και ΙΙΙ, οι οποίες συμβάλλουν στον περιορισμό της ιικής αντιγραφής. Παράλληλα ενεργοποιείται η ειδική/προσαρμοστική ανοσία, με τη συμμετοχή των Τ και Β λεμφοκυττάρων και την παραγωγή ειδικών αντισωμάτων έναντι των καψιδιακών πρωτεϊνών του ιού. Ωστόσο, ο νοροϊός διαθέτει διάφορους μηχανισμούς ανοσοδιαφυγής, όπως η αντιγονική μεταβλητότητα της πρωτεϊνης VP1, η οποία οδηγεί στη δημιουργία νέων επιδημικών στελεχών που μπορούν να διαφεύγουν της προϋπάρχουσας ανοσίας και να προκαλούν επαναλοιμώξεις, καθώς και η ικανότητα του ιού να παρεμβαίνει σε οδούς σηματοδότησης της έμφυτης ανοσίας. Επιπλέον, πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ότι η εντερική μικροχλωρίδα μπορεί να επηρεάζει τόσο την ευαισθησία στη λοίμωξη όσο και την εξέλιξη της νόσου, είτε διευκολύνοντας είτε περιορίζοντας την αντιγραφή του ιού. Η αλληλεπίδραση μεταξύ νοροϊού, ανοσοποιητικού συστήματος και μικροχλωρίδας αποτελεί ένα δυναμικό πεδίο σύγχρονης έρευνας που ενδέχεται να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών και προληπτικών στρατηγικών. Σκοπός της παρούσας ανασκοπικής εργασίας είναι η συγκέντρωση και ανάλυση των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων σχετικά με τη βιολογία και την επιδημιολογία του νοροϊού, με ιδιαίτερη έμφαση στους μηχανισμούς ανοσολογικής απόκρισης και ανοσοδιαφυγής του ιού, καθώς και στον πιθανό ρόλο της εντερικής μικροχλωρίδας στη λοίμωξη από τον ιό.Norovirus is a single-stranded, positive-sense RNA virus belonging to the Caliciviridae family and is primarily transmitted through the fecal-oral route. It represents the leading cause of acute viral gastroenteritis worldwide and is responsible for approximately 685 million cases annually. The infection is typically self-limiting, and is characterized by symptoms, such as vomiting, diarrhea and abdominal pain, which usually resolve within 24-48 hours. Nevertheless, in certain high-risk populations, including young children, older adults and immunocompromised individuals, the disease may present with greater severity and lead to increase morbidity. The considerable genetic diversity of norovirus is of particular scientific interest. Certain strains, especially those belonging to the GII.4 genogroup, have been associated with the majority of global outbreaks and with more severe clinical manifestations. Despite the substantial burden of disease on public health, there is currently no approved vaccine or specific antiviral therapy against norovirus. The development of effective preventive and therapeutic strategies remains challenging due to the extensive genetic variability of the virus, the lack of optimal cell culture systems, and the still incomplete understanding of the immune mechanisms involved in protection. The host immune response plays a crucial role in determining the outcome of norovirus infection. Innate immune mechanisms are rapidly activated following infection through the recognition of viral components by pattern recognition receptors (PRRs), leading to the production of cytokines, particularly type I and type III interferons, which contribute to limiting viral replication. At the same time, adaptive immune responses are triggered, involving both T and B lymphocytes and resulting in the production of virus-specific antibodies targeting capsid proteins. However, norovirus has evolved several immune evasion strategies. One of the most important involves the antigenic variability of the capsid protein VP1, which facilitates the emergence of new epidemic variants capable of escaping pre-existing immunity and causing infections. In addition, the virus can interfere with signaling pathways associated with innate immune responses. Recent studies also suggest that the intestinal microbiota may influence both susceptibility to infection and the course of the disease, either by facilitating or by restricting viral replication. The complex interaction between norovirus, the immune system and the gut microbiota has therefore emerged as an important area of current research that may contribute to the development of new preventive and therapeutic approaches. The aim of the present review is to summarize and analyze current scientific knowledge regarding the biology and epidemiology of norovirus, with particular emphasis on the mechanisms of immune response and immune evasion associate with infection, as well as the potential role of the intestinal microbiota in norovirus pathogenesis.88 σ

    bioethical and multi-religious perspectives

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 57-60Η Βιοηθική είναι ένας διεπιστημονικός τομέας, που έχει σχεδόν πενήντα χρόνια ύπαρξης, αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Η ηθική της βιοϊατρικής αποτελεί έναν τομέα, που έχει τη δυνατότητα να προάγει την κριτική σκέψη των καθηγητών, μαθητών και επαγγελματιών υγείας (κοινωνικών λειτουργών, ιατρών και νοσηλευτών) προκειμένου να είναι έτοιμοι για την σύγχρονη, πολύπλοκη κοινωνία και τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν. Επίσης η φιλοσοφία, το δίκαιο, η θεολογία και η κοινωνιολογία έχουν διαμορφώσει με τα δικά τους χρώματα έννοιες κοινές, όπως την εκτίμηση, την αγάπη και τη δικαιοσύνη, καθώς και τον σκοπό των πράξεων και των καταστάσεων. Στην παρούσα εργασία γίνεται προσπάθεια ανάλυσης ύπαρξης πολύ-θρησκευτικής θεώρησης και προσέγγισης της βιοηθικής, στη διοίκηση των κοινωνικών υπηρεσιών, της υγείας και της εκπαίδευσης. Η αλληλοσύνδεση μεταξύ ανθρωπιστικών και θετικών επιστημών είναι τελικά εφικτή με απαραίτητη απομυθοποίηση της πρακτικής εφαρμογής, που θα επιφέρει την ορθή επιστημονική και διεθνώς αποδεκτή εξέλιξη μιας ενιαίας βιοηθικής θεωρίας. Η συγχώνευση της βιοηθικής στην εκπαίδευση ενισχύθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα. Υπάρχουν ακόμα κρίσιμα θέματα που πρέπει να επιλυθούν σχετικά με το διεπιστημονικό χαρακτήρα, τις θεματικές και τις μεθόδους διδασκαλίας της βιοηθικής. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερες ιατρικές σχολές σε όλο τον κόσμο την ενσωματώνουν στα προγράμματα σπουδών τους. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια για την ενσωμάτωση της διδασκαλίας της στα προγράμματα σπουδών των ιατρικών σχολών, περιλαμβάνοντας μαθήματα που αγγίζουν ζητήματα με βιοηθική διάσταση και επισημαίνοντας περισσότερο την βελτίωση των κλινικών ικανοτήτων των αυριανών ιατρών. Όμως η βιοηθική εκπαίδευση ως αυτόνομη θεματική ενότητα στην ιατρική εκπαίδευση παραμένει σε πρώιμο στάδιο.Bioethics is an interdisciplinary field, which has been around for almost fifty years, aiming to improve the quality of life. Biomedical ethics is a field that has the potential to promote critical thinking among teachers, students and health professionals (social workers, doctors and nurses) in order to be ready for the modern, complex society and the challenges they will face. Also, philosophy, law, theology and sociology have shaped with their own colors common concepts, such as appreciation, love and justice, as well as the purpose of actions and situations. In this paper, an attempt is made to analyze the existence of a multi-religious view and approach to bioethics, in the administration of social services, health and education. The interconnection between the humanities and the sciences is ultimately possible with the necessary demystification of practical application, which will bring about the correct scientific and internationally accepted development of a unified bioethical theory. The integration of bioethics into education has been significantly strengthened in recent years both worldwide and in Greece. There are still critical issues that need to be resolved regarding the interdisciplinary nature, thematic areas and teaching methods of bioethics. In recent years, more and more medical schools around the world have been incorporating it into their curricula. In Greece, in recent years, an effort has been made to integrate its teaching into the curricula of medical schools, including courses that touch on issues with a bioethical dimension and emphasizing more on the improvement of the clinical skills of tomorrow's doctors. However, bioethics education as an autonomous thematic unit in medical education remains at an early stage.60 σ

    Obstetrics and bioethical dilemmas in surrogacy and uterine transplantation

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 66-72Η εξέλιξη της ιατρικής τεχνολογίας στον τομέα της αναπαραγωγικής υγείας έχει επιτρέψει την εφαρμογή νέων μεθόδων για την επίτευξη μητρότητας, όπως η παρένθετη μητρότητα και η μεταμόσχευση μήτρας. Η εργασία αυτή εξετάζει τις πρακτικές αυτές υπό το πρίσμα της μαιευτικής επιστήμης και αναλύει τα πολλαπλά βιοηθικά διλήμματα που αναδύονται. Η παρένθετη μητρότητα, αν και νόμιμη υπό προϋποθέσεις στην Ελλάδα, εγείρει ζητήματα δικαιωμάτων, εμπορευματοποίησης του σώματος και συναισθηματικής εμπλοκής. Αντίστοιχα, η μεταμόσχευση μήτρας, ως νεότερη και πειραματική μέθοδος, δημιουργεί προβληματισμούς αναφορικά με την ασφάλεια της δότριας, τη σκοπιμότητα της επέμβασης και το κόστος. Μέσω συγκριτικής και βιβλιογραφικής ανάλυσης, η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της ηθικής ενσυναίσθησης και της επιστημονικής επάρκειας στον ρόλο των μαιών, προτείνοντας κατευθύνσεις για τη θεσμική και εκπαιδευτική ενίσχυση της μαιευτικής στην αντιμετώπιση σύγχρονων ηθικών προκλήσεων. Τέλος, επισημαίνεται η ανάγκη συνεχούς διαλόγου μεταξύ επιστημόνων, νομικών, ηθικολόγων και της κοινωνίας για τη χάραξη ορθών πολιτικών.The development of medical technology in the field of reproductive health has allowed the implementation of new methods for achieving motherhood, such as surrogacy and uterine transplantation. This paper examines these practices from the perspective of obstetric science and analyzes the multiple bioethical dilemmas that emerge. Surrogacy, although legal under certain conditions in Greece, raises issues of rights, commodification of the body and emotional involvement. Correspondingly, uterine transplantation, as a newer and experimental method, raises concerns regarding the safety of the donor, the feasibility of the intervention and the cost. Through comparative and bibliographic analysis, the paper highlights the importance of ethical empathy and scientific competence in the role of midwives, proposing directions for the institutional and educational strengthening of midwifery in addressing contemporary ethical challenges. Finally, the need for continuous dialogue between scientists, lawyers, ethicists and society is highlighted to formulate sound policies.72 σ

    a teaching proposal for the Ethnological Museum of Thrace

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 114-123Τα μουσεία αποτελούν δυναμικά περιβάλλοντα μάθησης που μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά την εκπαιδευτική διαδικασία, ιδιαίτερα όταν αξιοποιούνται σύγχρονες Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Η ενσωμάτωση των ΤΠΕ στη μουσειακή εκπαίδευση μπορεί να προσφέρει στους μαθητές προσχολικής ηλικίας πλούσιες, διαδραστικές και βιωματικές εμπειρίες, ενισχύοντας τη συμμετοχή, την κατανόηση και την ενεργό διερεύνηση. Στην παρούσα εργασία διερευνάται η οπτική εννέα νηπιαγωγών σχετικά με την αξιοποίηση των ΤΠΕ στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα μουσεία, καθώς και ο βαθμός στον οποίο θεωρούν ότι η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει τη μάθηση σε μουσειακά περιβάλλοντα. Μέσα από δομημένες συνεντεύξεις αναδεικνύονται τα οφέλη που αντιλαμβάνονται οι νηπιαγωγοί, όπως η ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής των παιδιών, η ανάπτυξη δεξιοτήτων έκφρασης και συνεργασίας και η μεγαλύτερη κατανόηση των μουσειακών αντικειμένων. Παράλληλα, επισημαίνονται προκλήσεις, όπως η περιορισμένη τεχνολογική υποδομή, η έλλειψη σχετικής επιμόρφωσης και η δυσκολία συστηματικής συνεργασίας σχολείου–μουσείου λόγω γεωγραφικής απόστασης. Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα της έρευνας, σχεδιάστηκε μια διδακτική πρόταση για το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης, με αφορμή την πλούσια μουσική κληρονομιά της Θράκης και τη στενή σχέση των παιδιών με τη μουσική. Στόχος του διδακτικού σεναρίου είναι τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας να γνωρίσουν τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της Θράκης και τον πολιτισμικό τους ρόλο, αξιοποιώντας παράλληλα τις ΤΠΕ ως μέσα επικοινωνίας, έκφρασης και δημιουργικής αναπαράστασης. Μέσα από βιωματικές δραστηριότητες, την επίσκεψη στο μουσείο και κυρίως την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, τα παιδιά ενθαρρύνονται να διερευνήσουν τα εκθέματα, να τα αποτυπώσουν με σύγχρονους τρόπους και να δημιουργήσουν ψηφιακές αναπαραστάσεις των εμπειριών τους. Παράλληλα, το συγκεκριμένο μουσείο αναδεικνύεται ως χώρος που μπορεί να υποστηρίξει σύγχρονες μορφές μάθησης, συνδέοντας την πολιτιστική παράδοση με νέους τρόπους αλληλεπίδρασης και δημιουργίας.Museums constitute dynamic learning environments that can substantially enrich the educational process, especially when contemporary Information and Communication Technologies (ICT) are utilized. The integration of ICT into museum education can offer preschool-age children rich, interactive, and experiential learning opportunities, enhancing their engagement, understanding, and active exploration. This study investigates the perspectives of nine preschool teachers regarding the use of ICT within museum-based educational programs, as well as the extent to which they believe technology can support learning in museum contexts. Through structured interviews, the benefits identified by the teachers are highlighted, such as increased student engagement, the development of expressive and collaborative skills, and improved understanding of museum objects. At the same time, several challenges are noted, including limited technological infrastructure, a lack of relevant training, and difficulties in establishing consistent school–museum collaboration due to geographic distance. Based on the findings of the research, an educational proposal was designed for the Ethnological Museum of Thrace, inspired by the region’s rich musical heritage and the close connection that young children have with music. The aim of the teaching scenario is for preschool children to become familiar with traditional musical instruments of Thrace and their cultural role, while simultaneously utilizing ICT as tools for communication, expression, and creative representation. Through experiential activities, the museum visit, and especially the use of digital tools, children are encouraged to explore the exhibits, document them using modern methods, and create digital representations of their experiences. At the same time, the museum is highlighted as a space capable of supporting contemporary forms of learning, linking cultural heritage with new modes of interaction and creativity.128 σ

    The change in the security of energy supply in the European Union after the energy crisis

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΟ τομέας της ενέργειας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες για τη μετάβαση σε μία βιώσιμη οικονομικά ανάπτυξη. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια, η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού βρίσκεται στο επίκεντρο ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε το έτος 2022 εξαιτίας της πανδημίας του COVID-19 συνδυαστικά με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την μεταβολή της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού στο πλαίσιο της ΕΕ μετά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση. Σκοπός αυτής είναι να αποδοθεί το μέγεθος της διατάραξης της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού στην ΕΕ καθώς και οι επιπτώσεις της ανωτέρω μεταβολής στα κράτη μέλη της Ευρώπης. Για τη διερεύνηση του θέματος, διεξήχθη προσωπική αναζήτηση σε ηλεκτρονικές πηγές αλλά και σε ακαδημαϊκά συγγράμματα προκειμένου να παρατεθούν με σωστότερο και εγκυρότερο τρόπο οι παρακάτω πληροφορίες. Τα κύρια αποτελέσματα αυτής της αναζήτησης φανέρωσαν τις αρνητικές συνέπειες της ενεργειακής κρίσης του 2022 και την έντονη απειλή που βίωσαν τα κράτη μέλη της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας του εφοδιασμού με φυσικό αέριο. Ακόμη, υπογραμμίστηκε η ανάγκη απεξάρτησης του εφοδιασμού της Ευρώπης από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους αλλά και δημιουργίας μιας ενεργειακής πολιτικής έτοιμης να ενεργήσει συλλογικά και να κατακτήσει τους μελλοντικούς της στόχους. Συμπερασματικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επένδυσε ενεργά στην ενεργειακή ασφάλεια εκδίδοντας νομοθεσίες ανά τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να είναι καταλλήλως προετοιμασμένη σε πιθανές επερχόμενες έκτακτες περιστάσεις, λαμβάνοντας ταυτόχρονα μέτρα πλήρωσης των μελλοντικών στόχων προπαντός με βιώσιμο τρόπο.The energy sector is one of the most important pillars for the transition to sustainable economic growth. In the past few years, energy security has been a big deal for the European Union after the energy crisis that erupted in 2022 because of the COVID-19 pandemic and Russia's invasion in Ukraine. This paper examines the transformation of energy security in the EU following the recent energy crisis. Its purpose is to assess the extent of the disruption to the security of energy supply in the EU and the impact of this change on European Member States. To investigate the issue, a personal search was conducted in electronic sources and academic writings in order to present the following information in the most accurate and reliable way possible. The main results of this research revealed the negative consequences of the 2022 energy crisis and the serious threat experienced by EU Member States in terms of security of natural gas supply. Furthermore, it highlighted the need to reduce Europe's dependence on Russian energy resources and to create an energy policy that is ready to act collectively and achieve its future goals. In conclusion, the European Union has actively invested in energy security by issuing legislation at regular intervals to be adequately prepared for possible future emergencies, while taking measures to meet future goals in a sustainable way. goals of reducing its dependence on Russian energy sources, especially in a sustainable way. Key73 σ

    Teachers’ views and perceptions on bioethical issues within contemporary compulsory education

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 55-58Η παρούσα εργασία διερευνά τη θέση και τη δυναμική της Βιοηθικής στη σύγχρονη ελληνική υποχρεωτική εκπαίδευση, εστιάζοντας στις απόψεις, στις αντιλήψεις και στην ετοιμότητα των εκπαιδευτικών να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται βιοηθικά ζητήματα στην εκπαιδευτική πράξη. Η Βιοηθική προσεγγίζεται ως κατεξοχήν διεπιστημονικός κλάδος, ο οποίος αναδύεται από τη συνάντηση των επιστημών ζωής με τη φιλοσοφία, τη νομική, την κοινωνιολογία και την παιδαγωγική, λειτουργώντας ως ρυθμιστικό και αξιακό πλαίσιο απέναντι στις ραγδαίες. Επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Στο θεωρητικό μέρος της εργασίας παρουσιάζεται η ιστορική εξέλιξη της Βιοηθικής από τη θεμελίωσή της έως τη σύγχρονη αντίληψη της παγκόσμιας βιοηθικής, η οποία ενσωματώνει τόσο τη βιοϊατρική όσο και την περιβαλλοντική διάστασή της. Παρουσιάζονται οι τέσσερις βασικές αρχές της (αυτονομία μη βλάβη, ευεργεσία και δικαιοσύνη) και αναδεικνύεται η συνάφεια τους με τους παιδαγωγικούς στόχους της εκπαίδευσης, όπως η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της κοινωνικής υπευθυνότητας, της ενσυναίσθησης και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο και στον ρόλο των εκπαιδευτικών ως βασικού φορέα υλοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής. Αν και η Βιοηθική δεν αποτελεί αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο, σήμερα στοιχεία της ενυπάρχουν στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών στα σχολικά εγχειρίδια και κυρίως στα εργαστήρια δεξιοτήτων, τα οποία προσφέρουν δυνατότητες ένταξης βιοηθικών θεματικών στην ελληνική υποχρεωτική εκπαίδευση. Η έρευνα υιοθετεί ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση και βασίζεται σε ημι-δομημένες συνεντεύξεις με δώδεκα εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι παρά τη γενική εξοικείωση με τον όρο “βιοηθική”, η κατανόησή του είναι περισσότερο αποσπασματική. Οι εκπαιδευτικοί έρχονται συχνά αντιμέτωποι με βιοηθικά ζητήματα στην καθημερινή σχολική ζωή, χωρίς όμως την απαραίτητη θεωρητική και παιδαγωγική υποστήριξη. Η απουσία συστηματικής επιμόρφωσης ο φόβος λανθασμένης προσέγγισης ή άστοχης επιλογής διδακτικού περιεχομένου και η χρονική πίεση ολοκλήρωσης της διδακτέας ύλης λειτουργούν ανασταλτικά για την ουσιαστική ένταξη της Βιοηθικής στην Εκ-παιδευτική πράξη. Η εργασία καταλήγει στην ανάγκη ενίσχυσης της επιμόρφωσης και της παιδαγωγικής υπο-στήριξης των εκπαιδευτικών, προκειμένου η Βιοηθική να αξιοποιηθεί ως εργαλείο καλλιέργειας δημοκρατικών αξιών και κριτικού στοχασμού στο σχολείο.This research explores the position and potential of bioethics within contemporary Greek compulsory education, focusing on teacher's perceptions, attitudes and readiness. To identify and address bioethical issues in everyday educational practice. Bioethics is approached as a fundamentally. interdisciplinary Field. Emerging from the intersection of life sciences with philosophy, low sociology and pedagogy and functioning as a normative and value-based framework in response to rapid scientific. And technological developments. The theoretical part of the study outlines the historical development of bioethics from its foundation by one Van Raenseler Potter. To its contemporary understanding as global bioethics encompassing biomedical, environmental, and social dimensions. Emphasis is placed on the four core principles of bioethics, autonomy, non-maleficence, beneficial and justice. Weights are closely aligned with key educational aims. Such as critical thinking, social responsibility, empathy and respect for human rights. These principles are examined in relations to the goals of compulsory education and their potential contribution to holistic student development. The research further examines the Greek educational framework, highlighting the central role of teachers as implementers of educational policy. Although bioethics is not established as a distinct subject within compulsory education, bioethical themes are embedded across curricula, textbooks, and most notably. Within the institutional framework of skills workshops, which offer flexibility and opportunities for innovative. Interdisciplinary approaches. Methodologically, the research adopts A qualitative bottom-up approach through semi structured interviews with twelve primary and secondary education teachers from diverse subject areas and with substantial teaching experience. Thematic analysis was employed to identify recur-ring patterns, perceptions, and challenges. Findings indicate that while most teachers are familiar with the term bioethics, their under-standing remains fragmented and often limited to general associations with biology or morality. fragmented and often limited to general associations with biology or morality. Nevertheless, teachers frequently encounter bioethical issues such as environmental dilemmas. Animal welfare, genetic technologies, artificial intelligence and the management of student's health related personal data without systematically recognizing or addressing them as bioethical concerns. A lack of formal training limited pedagogical guidance and fear of addressing sensitive topics emerged as key barriers. The research concludes the bioethics represents and underutilized yet highly relevant field in Greek compulsory education. Targeted teacher training, accessible educational resources and a dialogical, non-prescriptive pedagogical approach are identified as essential conditions for ITS. Meaningful in duration. Contributing to the development of ethically informed, critically thinking and socially responsible future citizens58 σ

    Biomarker analysis in hematologic malignancies

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 82 - 93Οι βιοδείκτες είναι αντικειμενικά και σαφώς προσδιοριζόμενα βιολογικά χαρακτηριστικά που αντικατοπτρίζουν μια συγκεκριμένη φυσιολογική ή παθολογική κατάσταση. Η μελέτη και η αξιολόγηση των βιοδεικτών διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην έγκαιρη διάγνωση και πρόγνωση ασθενειών, καθώς και στον μοριακό χαρακτηρισμό αιματολογικών κακοηθειών, όπως η Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία (ΧΛΛ) και το Σπληνικό Λέμφωμα Οριακής Ζώνης (ΣΛΟΖ), οι οποίες αποτελούν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της συγκεκριμένης πτυχιακής εργασίας. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η αξιολόγηση της έκφρασης του μεταγραφικού παράγοντα EBF1 και η διερεύνηση της κλινικής χρησιμότητας του ως πιθανού πληροφοριακού βιοδείκτη. Η πρωτεΐνη EBF1 αποτελεί σημαντικό ρυθμιστή για τον καθορισμό της δέσμευσης προς την Β – κυτταρική σειρά στον μυελό των οστών, καθώς συντονίζει την έκφραση γονιδίων ειδικών για τα Β λεμφοκύτταρα, ενώ ταυτόχρονα καταστέλλει την ενεργοποίηση μεταγραφικών παραγόντων που οδηγούν τον κοινό λεμφοειδή πρόγονο σε εναλλακτικά μονοπάτια διαφοροποίησης. Μάλιστα, εκτός από την συμβολή του στην πρώιμη διαφοροποίηση, ο EBF1 συνεισφέρει επίσης στην επιβίωση και στη διατήρηση της λειτουργίας των ώριμων, περιφερικών Β λεμφοκυττάρων συμπεριλαμβανομένων των Β1 και των Β κυττάρων της οριακής ζώνης του σπληνός. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης έρευνας, το μεταγραφικό προφίλ του EBF1 μελετήθηκε συγκριτικά ανάμεσα σε διακριτές υποομάδες ασθενών που έχουν διαγνωστεί με ΧΛΛ, σε περιπτώσεις ΣΛΟΖ, αλλά και σε δείγματα που προήλθαν από υγιείς δότες, συνεισφέροντας ως ομάδα αναφοράς. Οι ασθενείς με ΧΛΛ ταξινομήθηκαν σε τέσσερις υποκατηγορίες με βάση τις κυτταρογενετικές αλλοιώσεις που εντοπίστηκαν σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης του φθορίζοντα in situ υβριδισμού που διενεργήθηκε, αλλά και το πρότυπο σωματικής υπερμεταλλαξιγένεσης: μεταλλαγμένοι ΧΛΛ ασθενείς χωρίς τρισωμία 12 (Μ – ΧΛΛ, όχι +12), αμετάλλακτοι ΧΛΛ ασθενείς χωρίς τρισωμία 12 (Α – ΧΛΛ, όχι +12), δείγματα που φέρουν τρισωμία 12 (+12) και δείγματα που φέρουν ταυτόχρονη τρισωμία 12 και τρισωμία 19 (+12+19). Η σχετική ποσοτικοποίηση των επιπέδων mRNA του μεταγραφικού παράγοντα EBF1 επιτεύχθηκε με την διενέργεια αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης πραγματικού χρόνου, ενώ συγχρόνως ως ιδιοστατικά εκφραζόμενο γονίδιο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε το GAPDH για την κανονικοποίηση των δεδομένων. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης αποκάλυψαν μια ισχυρή και στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ αυξημένων επιπέδων έκφρασης του EBF1 και της τρισωμίας 12, ειδικά όταν αυτή συνοδεύεται από τρισωμία 19 στους ΧΛΛ ασθενείς. Οι περιπτώσεις ΧΛΛ που δεν έφεραν τρισωμία 12, παρουσίασαν ομοιόμορφα χαμηλά επίπεδα γονιδιακής έκφρασης του EBF1 ανεξαρτήτως προφίλ σωματικής υπερμεταλ-λαξιγένεσης. Αντίθετα, μεταξύ των περιπτώσεων με τρισωμία 12, οι ασθενείς που εξέφραζαν μεταλλαγμένα V ανοσοσφαιρινικά γονίδια παρουσίασαν ενισχυμένη μεταγραφή του EBF1 σε σύγκριση με τους αντίστοιχους ασθενείς που έφεραν αμετάλλακτα V γονίδια, υποδηλώνοντας έτσι πιθανή συνεργιστική επίδραση κυτταρογενετικών αλλοιώσεων και προτύπου σωματικής υπερμεταλλαξιγένεσης στα επίπεδα έκφρασης του EBF1. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με ΣΛΟΖ εμφάνισαν ενισχυμένη μεταγραφή του EBF1 σε σύγκριση με όλες τις υποομάδες των ΧΛΛ ασθενών, ενώ οι υγιείς δότες παρουσίασαν συνολικά την μεγαλύτερη μεταγραφική δραστηριότητα του EBF1. Συλλογικά, τα παραπάνω αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η έκφραση του EBF1 μπορεί να έχει κλινική εφαρμογή ως δυνητικός διαγνωστικός βιοδείκτης των ΧΛΛ ασθενών με κυτταρογενετικές αλλοιώσεις που συμπεριλαμβάνουν τα χρωμοσώματα 12 ή/και 19. Παρόλα αυτά περαιτέρω έρευνα σε μεγαλύτερες ομάδες ασθενών είναι απαραίτητη για την επικύρωση και επαλήθευση των ευρημάτων και την διερεύνηση της ευρύτερης κλινικής τους χρησιμότητας.Biomarkers are accurately measurable biological indicators that reflect a particular normal or pathological condition. Investigation of biomarkers plays a crucial and fundamental role in early disease prognosis, diagnosis and molecular characterization of hematologic malignancies, such as Chronic Lymphocytic Leukemia (CLL) and Splenic Marginal Zone Lymphoma (SMZL), which are of particular interest in the context of the current Bachelor Thesis. This study aimed to evaluate the relative expression profile of the transcription factor EBF1 and explore its possible clinical utility as an informative biomarker. EBF1 protein is a key regulator of B – cell lineage commitment in the bone marrow, orchestrating the activation of B – cell – specific genes, while repressing other counterparts committing Common Lymphoid Progenitors (CLPs) to alternative pathways. Nevertheless, EBF1 also contributes to the survival and functional maintenance of mature peripheral B lymphocyte subsets, encompassing B1 and marginal zone B cells. In the context of the current study, EBF1 transcriptional profile was comparatively analyzed in distinctive CLL subgroups, SMZL cases and biospecimens obtained from healthy donors, serving as a reference group. CLL patients were stratified according to cytogenetic aberrations identified by Fluorescent in Situ Hybridization (FISH) analysis, and/or their somatic hypermutation (SHM) pattern into four distinct subgroups: mutated CLL without trisomy 12 (M – CLL no +12), unmutated CLL without trisomy 12 (U – CLL no +12), samples carrying trisomy 12 (+12), samples harboring trisomy 12 with concurrent trisomy 19 (+12+19). Relative quantification of EBF1 mRNA levels was achieved by Real – Time PCR using GAPDH gene as an endogenous control for data normalization. Research findings revealed a strong and statistically significant correlation between elevated EBF1 expression and trisomy 12, especially when accompanied by trisomy 19 in CLL patients. CLL cases lacking trisomy 12 displayed uniformly low EBF1 expression levels irrespective of SHM status. Conversely, among trisomy 12 cases, patients expressing mutated IgHV genes exhibited enhanced EBF1 transcription compared to unmutated counterparts, therefore suggesting a cooperative impact of cytogenetic background and SHM imprint on EBF1 expression. Furthermore, SMZL patients demonstrated markedly greater EBF1 transcription levels when compared to CLL subgroups, whereas healthy individuals exhibited the greatest expression levels overall. Collectively, the results suggest that EBF1 expression might possibly have a clinical applicability as a diagnostic biomarker for CLL patients carrying cytogenetic lesions including trisomy 12 and/or 19. Nevertheless, further research in larger patient cohorts is required so as to validate these findings and determine its broader clinical utility.93 σ

    Ethical and Deontological Issues in the Institution of Judicial Guardianship

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 76 - 85Οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών στην ιατρική και την έρευνα καθιστούν ακόμα πιο επίκαιρο το επιστημονικό πεδίο της Βιοηθικής. Η Βιοηθική χαρακτηρίζεται από διεπιστημονικότητα, αντλώντας μεθοδολογία και θεωρητικό πλαίσιο από άλλες επιστήμες όπως τη Φιλοσοφία, την Ιατρική, τη Νομική και τις Κοινωνικές Επιστήμες. Οι αρχές της Βιοηθικής αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές για την επίλυση ζητημάτων που ενδέχεται να προκύψουν κατά την άσκηση των καθηκόντων των επαγγελματιών υγείας. Η αυτονομία, η ευεργεσία, η μη πρόκληση βλάβης και η δικαιοσύνη αποτελούν τον πυρήνα της Βιοηθικής. Στον χώρο της ψυχικής υγείας ενδέχεται να παρουσιαστούν ηθικοί προβληματισμοί, σχετιζόμενοι με τη σύγκρουση των παραπάνω αρχών. Ζητήματα που αφορούν στη συναίνεση στη θεραπεία, στην ακούσια νοσηλεία αλλά και στο θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, δημιουργούν διλήμματα καθώς η ανάγκη προστασίας του ευάλωτου ατόμου αντιπαρατίθεται στην ανάγκη σεβασμού της αυτονομίας. Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης συνιστά έναν ιδιαίτερο θεσμό που σχετίζεται άμεσα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον σεβασμό της αυτονομίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σκοπός της εφαρμογής του θεσμού είναι η προστασία των ευάλωτων ατόμων που εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αδυνατούν να φροντίσουν αυτόνομα τις υποθέσεις τους. Ο θεσμός διακρίνεται από διαβαθμίσεις, κατά την εφαρμογή του, με τη μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση να αποτελεί την πιο ευέλικτη μορφή και την πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση την πιο περιοριστική μορφή του θεσμού. Η πλήρης εφαρμογή του θεσμού συνεπάγεται και τη μεγαλύτερη παρέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου. Από την εφαρμογή του, εγείρονται δεοντολογικά ζητήματα που προκύπτουν από την ανάγκη εξισορρόπησης της προστασίας με τον σεβασμό της αυτονομίας. Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί ο περιορισμός της ατομικής ελευθερίας και της δικαιοπρακτικής ικανότητας του ατόμου. Η διεθνής σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία υποστηρίζει το μοντέλο της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων έναντι των μοντέλων υποκατάστασης της βούλησης. Ωστόσο, στην πράξη, δημιουργούνται προκλήσεις καθώς αποφάσεις μπορεί να λαμβάνονται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του ίδιου του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ο ρόλος του συμπαραστάτη είτε σε περιπτώσεις υποκατάστασης είτε σε περιπτώσεις υποστήριξης, δημιουργεί σημαντικούς προβληματισμούς καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο κατάχρησης εξουσίας και επιρροής προς ίδιον όφελος, του τελευταίου. Συμπερασματικά, τα μοντέλα λήψης αποφάσεων με υποκατάσταση και υποστήριξη, έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τους τη διασφάλιση της προστασίας των ατόμων, χωρίς όμως να απαλλάσσονται από ηθικές προκλήσεις. Θεσμοί υποκατάστασης, όπως η δικαστική συμπαράσταση και θεσμοί υποστήριξης των ατόμων για λήψη αποφάσεων, όπως η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων, αποτελούν μηχανισμούς προστασίας για τα άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω ψυχικών/διανοητικών διαταραχών. Το σύγχρονο μοντέλο, που εισάγεται με τη σύμβαση UNCRPD, αποσκοπεί στη διατήρηση της αυτονομίας του ατόμου, μέσω μηχανισμών υποστήριξης της βούλησής. Ηθικοί προβληματισμοί πηγάζουν από την εφαρμογή και των δύο μοντέλων σχετιζόμενοι κυρίως με το γεγονός, ότι τα μοντέλα υποκατάστασης περιορίζουν σημαντικά την αυτονομία, ενώ τα μοντέλα υποστήριξης δεν οριοθετούν με σαφήνεια το σημείο εκείνο που η υποστήριξη μετατρέπεται σε υποκατάσταση της βούλησης.Developments in medicine and research over the past decades have made the field of bioethics increasingly topical. Bioethics is characterized by its interdisciplinary nature, drawing its methodology and theoretical framework from various disciplines such as philosophy, medicine, law, and the social sciences. The principles of bioethics provide guidelines for addressing ethical issues that may arise in the practice of healthcare professionals. Autonomy, beneficence, non-maleficence and justice form the core of bioethical thought. In the field of mental health, ethical concerns often emerge due to conflicts between the above mentioned principles. Issues related to informed consent to treatment, involuntary hospitalization, and the institution of judicial assistance create tension, as the need to protect vulnerable individuals conflicts with the need to respect their autonomy. The institution of guardianship is a particularly significant mechanism directly related to human dignity, respect for autonomy, and human rights. Its purpose is to protect vulnerable individuals who, due to mental or intellectual disability, are unable to manage their own legal/financial affairs independently. The institution is implemented in varying degrees: partial judicial guardianship represents the most flexible form, while full judicial guardianship constitutes the most restrictive form. Full implementation of the institution involves greater interference with the individual’s private sphere. Ethical issues arise from the need to balance protection with respect for autonomy. At the same time, concerns arise regarding the limitation of personal freedom and legal capacity. According to contemporary standards, and especially following the United Nations Convention on the Rights of Persons with Disabilities (UNCRPD), the model of supported decision-making is preferred. The UN Convention supports supported decision-making over substitute decision-making models. However, in practice, challenges arise because decisions may be made without the meaningful participation of the person concerned. The role of the supporter, whether in substitute or supported decision-making, raises significant concerns, as there is a risk of abuse of power and influence for personal benefit. In conclusion, both substituted decision-making and supported decision-making models share the common feature of ensuring the protection of individuals, yet they are not free from ethical challenges. Substitution mechanisms, such as judicial guardianship, and support mechanisms for decision-making, such as supported decision-making, serve as protective frameworks for individuals facing difficulties due to mental or intellectual disorders. The model introduced by the UNCRPD aims to preserve the individual’s autonomy through mechanisms that support their will. Ethical concerns arise in the implementation of both models, mainly because substituted decision-making significantly restricts autonomy, while supported decision-making does not clearly define the limit at which support becomes substitution of the individual’s will.85 σ

    Η ελευθερία της έκφρασης και ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ διπλωματική εργασία εστιάζει στον πλέον πρόσφορο και ακανθώδη περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης: τον ρατσιστικό και μισαλλόδοξο λόγο.81 σ

    A Systematic Review of Randomized Controlled Trials

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 27 -33Υπόβαθρο: Η Μεσογειακή Διατροφή έχει ευρέως συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων και ευνοϊκά μεταβολικά αποτελέσματα. Αναδυόμενα επιστημονικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα οφέλη αυτά ενδέχεται να διαμεσολαβούνται εν μέρει μέσω τροπο-ποιήσεων του εντερικού μικροβιώματος. Ωστόσο, τα ευρήματα μεταξύ των μελετών παραμένουν ετερογενή και η αιτιώδης συσχέτιση περιορίζεται από τη μεταβλητότητα στον σχεδιασμό των μελετών και στα χαρακτηριστικά των πληθυσμών. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν η αξιολόγηση των επιδράσεων παρεμβάσεων βασισμένων στη Μεσογειακή Διατροφή στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος και στα συναφή κλινικά αποτελέσματα σε ενήλικους πληθυσμούς, αποκλειστικά βάσει δεδομένων από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες (RCTs). Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση της βιβλιογραφίας στις βάσεις δεδομένων PubMed/MEDLINE, CENTRAL, IEEE Xplore και ClinicalTrials.gov από την έναρξή τους έως τον Μάρτιο του 2025, σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA και SWiM. Συμπεριλήφθηκαν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που διερεύνησαν παρεμβάσεις Μεσογειακής Διατροφής σε ενήλικες (≥18 ετών), ανεξαρτήτως κατάστασης υγείας, που ανέφεραν αποτελέσματα σχετικά με το εντερικό μικροβίωμα. Η επιλογή των μελετών, η εξαγωγή και η σύνθεση των δεδομένων πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA 2020. Αποτελέσματα: Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 34 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες, οι οποίες περιλάμβαναν ετερογενείς ενήλικους πληθυσμούς, διαφορετικές διάρκειες παρέμβασης και ποικίλες συγκριτικές δίαιτες. Στην πλειονότητα των μελετών, οι δείκτες άλφα ποικιλότητας αναφέρθηκαν ως αμετάβλητοι, αν και σε επιλεγμένους πληθυσμούς παρατηρήθηκαν αυξήσεις ή μειώσεις. Επαναλαμβανόμενα ταξινομικά ευρήματα περιλάμβαναν την αύξηση βακτηρίων που σχετίζονται με τη ζύμωση φυτικών ινών και την παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου, όπως τα Akkermansia muciniphila, Faecalibacterium prausnitzii, Roseburia spp. και μέλη των οικογενειών Lachnospiraceae και Oschillospiraceae, ενώ μειώσεις σε επιλεγμένα μικροβιακά τάξα αναφέρθηκαν λιγότερο συστηματικά. Τα δεδομένα σχετικά με τους μικροβιακούς μεταβολίτες ήταν περιορισμένα, ωστόσο σε ορισμένες μελέτες καταγράφηκαν αυξημένη παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου και ευνοϊκές μεταβολές στα προφίλ των χολικών οξέων. Σε κλινικό επίπεδο, οι παρεμβάσεις Μεσογειακής Διατροφής συσχετίστηκαν με βελτιώσεις σε ανθρωπομετρικούς, μεταβολικούς, φλεγμονώδεις και γαστρεντερικούς δείκτες, αν και ευεργετικές μεταβολές παρατηρήθηκαν και σε ορισμένες ομάδες σύγκρισης. Συμπεράσματα: Τα δεδομένα από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες υποστηρίζουν τη Μεσογειακή Διατροφή ως ένα διατροφικό πρότυπο με τεκμηριωμένη διατροφική αξία και δυνητικά οφέλη για την υγεία που ενδέχεται να διαμεσολαβούνται από το εντερικό μικροβιώμα. Αν και οι επιδράσεις στη συνολική μικροβιακή ποικιλότητα δεν υποστηρίζονται ισχυρά από το σύνολο των μελετών, παρατηρούνται αναπαραγώγιμες μεταβολές σε συγκεκριμένα μικροβιακά τάξα και σε κλινικά σημαντικά αποτελέσματα. Η μελλοντική έρευνα θα ωφεληθεί από παρεμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας και από μεγαλύτερη τυποποίηση τόσο της σύστασης της Μεσογειακής Διατροφής όσο και των μεθόδων αξιολόγησης της προσκόλλησης, με στόχο τη βελτίωση της συγκρισιμότητας μεταξύ των μελετών.Background: The Mediterranean Diet (MedDiet) is widely associated with reduced risk of chronic diseases and favorable metabolic outcomes. Emerging evidence suggests that these benefits may be partly mediated through modulation of the gut microbiota. However, findings across studies remain heterogeneous and causal inference is limited by variability in study design and population characteristics. Objectives: This systematic review aimed to evaluate the effects of MedDiet-based interventions on gut microbiota composition and related clinical outcomes in adult populations, based exclusively on evidence from randomized controlled trials (RCTs). Methods: A systematic literature search was conducted in PubMed/MEDLINE, CENTRAL, IEEE Xplore and ClinicalTrials.gov from database inception to March 2025, following PRISMA and SWiM guidelines. RCTs investigating MedDiet interventions in adults (≥18 years), regardless of health status, with reported gut microbiota outcomes were included. Study selection, data extraction and synthesis were performed according to PRISMA 2020 guidelines. Results: A total of 34 randomized controlled trials were included, encompassing diverse adult populations, intervention durations and comparator diets. Across the majority of trials, alpha diversity indices were reported as unchanged, although increases or decreases were observed in selected populations. Recurrent taxonomic findings included enrichment of bacteria linked to fiber fermentation and short-chain fatty acid production, such as Akkermansia muciniphila, Faecalibacterium prausnitzii, Roseburia spp. and members of the Lachnospiraceae and Oscillospiraceae families, while reductions in selected taxa were reported less consistently. Evidence on microbial metabolites was limited but suggested increased short-chain fatty acid production and favorable alterations in bile acid profiles in some studies. Clinically, MedDiet interventions were associated with improvements in anthropometric, metabolic, inflammatory and gastrointestinal outcomes, although beneficial effects were also observed in some comparator dietary arms. Conclusions: Evidence from randomized controlled trials supports the Mediterranean Diet as a nutritionally sound dietary pattern with potential microbiota-mediated health benefits. While effects on global microbial diversity are inconsistent, reproducible changes in specific microbial taxa and clinically relevant outcomes are observed. Future research would benefit from longer-term interventions and greater standardization of Mediterranean Diet composition and adherence scoring methods to improve comparability across studies.54 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇