Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Τα αποτελέσματα των ενδίκων μέσων

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές64 σ

    active parental involvement and its contribution to students` academic performance

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 89-103Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας θεωρείται ένας από τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες για την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού, καθώς η ύπαρξη ενός κοινού πλαισίου υποστήριξης και επικοινωνίας συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση της ακαδημαϊκής του επίδοσης και την ενίσχυση των κινήτρων του για μάθηση. Σκοπό της παρούσης ερευνητικής εργασίας συνιστά η μελέτη των απόψεων των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τη γονεϊκή εμπλοκή, τις μορφές της, τους παράγοντες που την επηρεάζουν, τις πρακτικές ενίσχυσής της αλλά και τη συμβολή της στην ακαδημαϊκή επίδοση των μαθητών. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού συλλέχθηκαν ερευνητικά δεδομένα μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, που πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες δέκα εκπαιδευτικούς, οι οποίοι εργάζονται σε δημόσια δημοτικά σχολεία της Αλεξανδρούπολης. Από την ανάλυση του ερευνητικού υλικού διαπιστώθηκε πως σχεδόν όλοι οι εκπαιδευτικοί αναφέρουν ως σημαντικότερες μορφές εμπλοκής των γονέων την υποστήριξη και καθοδήγηση των σχολικών εργασιών στο σπίτι αλλά και την εθελοντική συμμετοχή τους σε προγραμματισμένες δράσεις του σχολείου. Παρόλα αυτά εντοπίστηκαν πολλοί παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά στη γονεϊκή εμπλοκή, όπως το διαφορετικό πολιτισμικό και γλωσσικό περιβάλλον, η έλλειψη χρόνου, η κουλτούρα της οικογένειας αλλά και οι επικοινωνιακές στρατηγικές και η αναφορά σαφών στόχων από τους εκπαιδευτικούς του σχολείου. Τέλος, προτείνονται πρακτικές και στρατηγικές για τη δημιουργία ενός ανοιχτού και συνεργατικού σχολείου που θα ενθαρρύνει τη συμμετοχή όλων των γονέων αναγνωρίζοντάς τους ως ισότιμους εταίρους στην εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και προτάσεις για επιμόρφωση τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των γονέων με απώτερο στόχο τη συμβολή τους στη βελτίωση της ακαδημαϊκής επίδοσης των μαθητών.School-family collaboration is considered one of the most decisive factors for the child`s holistic development, as the existence of a common framework of support and communication is directly linked to the improvement of academic performance and the enhancement of their motivation to learn. The aim of the present research paper is to examine the views of primary education teachers regarding parental involvement, its forms, the factors that influence it, practices for its enhancement, as well as its contribution to students` academic achievement. To achieve this aim, research data were collected through semi-structured interviews conducted with ten teachers working in public primary schools in Alexandroupoli. The analysis of the research data revealed that almost all teachers mention as the most important forms of parental involvement the support and guidance of schoolwork at home, as well as their voluntary participation in planned school activities. Nevertheless, many factors were identified that inhibit parental involvement, such as differences in cultural and linguistic background, lack of time, family culture, communication strategies and the setting of clear goals by school teachers. Finally, practices and strategies are proposed for the creation of an open and collaborative school that encourages the participation of all parents by recognizing them as equal partners in the educational process, along with proposals for the training of both teachers and parents with the ultimate goal of contributing to the improvement of students` academic performance.104 σ

    bioethical dilemmas

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 86 - 87Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τα βιοηθικά διλήμματα που ανακύπτουν από τη χρήση εικονικού φαρμάκου (placebo) στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές, υπό το πρίσμα της αρχής του «βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού». Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί το παιδιατρικό παράδοξο: η αυξανόμενη επιστημονική ανάγκη παραγωγής εξειδικευμένων παιδιατρικών δεδομένων συνυπάρχει με τη μειωμένη ικανότητα των ανηλίκων να παράσχουν έγκυρη συναίνεση και με την αυξημένη ευαλωτότητά τους. Η εργασία αναδεικνύει ότι το placebo συνιστά μεθοδολογικό εργαλείο υψηλής επιστημονικής αξίας, καθώς συμβάλλει στην εσωτερική εγκυρότητα των δοκιμών, στον περιορισμό της μεροληψίας και στη διασφάλιση της ευαισθησίας προσδιορισμού. Ιδίως σε πεδία με υψηλή απόκριση placebo, όπως ο πόνος και ορισμένες ψυχιατρικές ή λειτουργικές διαταραχές, η απουσία ομάδας εικονικού φαρμάκου ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερεκτίμηση της αποτελεσματικότητας μιας παρέμβασης. Ωστόσο, στην παιδιατρική, η χρήση placebo εντείνει τον κίνδυνο στέρησης καθιερωμένης θεραπείας, παρατεταμένης συμπτωματολογίας και ψυχολογικής επιβάρυνσης, εγείροντας σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας και μη βλάβης.Κεντρικό εύρημα της ανάλυσης είναι ότι η ηθική αποδοχή των ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο παιδιατρικών δοκιμών δεν μπορεί να βασιστεί σε μονοδιάστατα κριτήρια (π.χ. μόνο στην επιστημονική αναγκαιότητα ή μόνο στην προστασία από κίνδυνο), αλλά απαιτεί πολυπαραγοντική στάθμιση. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη διάκριση μεταξύ έρευνας και θεραπείας και στον κίνδυνο θεραπευτικής παρανόησης, ο οποίος εντείνεται όταν οι γονείς αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή ως εγγύηση θεραπευτικού οφέλους. Η γονική άδεια αναγνωρίζεται ως αναγκαία αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση, ενώ το assent και το dissent του παιδιού αποκτούν ουσιαστική ηθική βαρύτητα, ιδίως σε μελέτες χωρίς άμεσο όφελος.Η συγκριτική κανονιστική ανάλυση του ευρωπαϊκού και αμερικανικού πλαισίου, σε συνδυασμό με τα διεθνή δεοντολογικά κείμενα, καταδεικνύει σύγκλιση ως προς βασικές αρχές: ελαχιστοποίηση κινδύνου και επιβάρυνσης, ειδική αιτιολόγηση της χρήσης placebo όταν υπάρχει καθιερωμένη φροντίδα, πρόβλεψη μηχανισμών προστασίας (θεραπεία διάσωσης, κανόνες διακοπής, στενή παρακολούθηση) και αναπτυξιακά προσαρμοσμένη διαδικασία ενημέρωσης.Το βασικό συμπέρασμα της εργασίας είναι ότι το «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού» μπορεί να λειτουργήσει ως ενοποιητικό κανονιστικό κριτήριο, όχι ως απόλυτη απαγόρευση ή άκριτη άδεια, αλλά ως δυναμική διαδικασία στάθμισης. Η χρήση placebo καθίσταται ηθικά αποδεκτή όταν πληρούνται σωρευτικά προϋποθέσεις επιστημονικής αναγκαιότητας, αναλογικότητας κινδύνου, αναπτυξιακής ευαισθησίας και επαρκών θεσμικών εγγυήσεων. Με βάση τα παραπάνω, προτείνεται ένα δομημένο πλαίσιο αξιολόγησης, το οποίο αποσκοπεί στη γεφύρωση της απαίτησης επιστημονικής εγκυρότητας με την ουσιαστική προστασία της παιδικής αξιοπρέπειας.This thesis examines the bioethical dilemmas arising from the use of placebo in pediatric clinical trials, through the normative lens of the “best interests of the child” principle. The analysis is grounded in the central pediatric paradox: the increasing scientific need for robust, child-specific clinical data coexists with minors’ limited decisional capacity and their heightened vulnerability within the research context.The study demonstrates that placebo constitutes a methodologically valuable research tool. It nhances internal validity, reduces bias, and safeguards assay sensitivity, particularly in clinical areas characterized by high placebo response rates, such as pain and certain psychiatric or functional disorders. In the absence of a placebo control, treatment effects may be overestimated, potentially compromising scientific reliability. However, in pediatric research, the use of placebo intensifies ethical concerns, especially when it entails withholding established therap, prolonging symptoms, or imposing additional psychological or physical burdens. These concerns raise critical questions regarding proportionality, non-maleficence, and the moral limits of research design. A central finding of this thesis is that the ethical acceptability of placebo-controlled pediatric trials cannot rely on single-criterion reasoning—whether based solely on scientific necessity or exclusively on risk avoidance. Instead, it requires a multidimensional balancing process. Particular emphasis is placed on the distinction between research and therapy and on the risk of therapeutic misconception, which is amplified when parents interpret research participation as guaranteed clinical benefit. Parental permission is recognized as a necessary but not sufficient condition for ethical legitimacy. The child’s assent and dissent acquire substantial moral weight, especially in studies that do not offer the prospect of direct therapeutic benefit.A comparative regulatory analysis of the European and United States frameworks, alongside major international ethical instruments, reveals significant convergence around core principles: minimization of risk and burden, specific justification for placebo use when a standard of care exists, provision of safeguards (including rescue therapy, stopping rules, and close monitoring), and developmentally appropriate information and assent procedures.The principal conclusion of this thesis is that the “best interests of the child” should function as a unifying normative standard in the ethical assessment of placebo use in pediatric trials. This principle should not operate as an absolute prohibition nor as an uncritical authorization of research. Rather, it should guide a dynamic and context-sensitive balancing of scientific necessity, proportional risk, developmental considerations, and institutional protections. Placebo use may be considered ethically acceptable only when these conditions are cumulatively satisfied. On this basis, the thesis proposes a structured ethical assessment framework designed to reconcile methodological rigor with the substantive protection of children’s dignity and rights within clinical research.87 σ

    Study of mitosis after long-term exposure to Taxol (Paclitaxel) in aggressive breast cancer

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 45 -52Ο καρκίνος του μαστού παραμένει σημαντική πρόκληση για την υγεία παγκοσμίως, και χαρακτηρίζεται από μοριακή ετερογένεια που επηρεάζει τις θεραπευτικές προσεγγίσεις. Ταξινομείται σε διακριτούς υποτύπους με βάση σημαντικούς δείκτες, όπως ο υποδοχέας HER2, ο υποδοχέας οιστρογόνων (ER) και ο υποδοχέας προγεστερόνης (PR). Οι πρωταρχικές θεραπείες περιλαμβάνουν χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ορμονοθεραπεία ή στοχευμένες θεραπείες, με βάση το στάδιο της νόσου και τον υποτύπο. Παρά τις θεραπευτικές προόδους, η χημειοανθεκτικότητα μετά από παρατεταμένη έκθεση σε φάρμακα παραμένει ένα κρίσιμο εμπόδιο στη διαχείριση του καρκίνου. Η πακλιταξέλη (taxol), ευρέως χρησιμοποιούμενος χημειοθεραπευτικός παράγοντας για διάφορους καρκίνους, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού, σταθεροποιεί τους μικροσωληνίσκους εμποδίζοντας τον αποπολυμερισμό τους, διαταράσσοντας την κυτταρική διαίρεση και προκαλώντας κυτταρικό θάνατο. Ωστόσο, η μακροχρόνια έκθεση συχνά οδηγεί σε ανάπτυξη ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα σε επιθετικούς υποτύπους όπως ο τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού (TNBC). Η HURP (Hepatoma-Up-regulated Protein), πρωτεϊνη που υπερεκφράζεται σε πολλούς καρκίνους συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού, λειτουργεί σε σύμπλοκο με άλλες πρωτεΐνες που σχετίζονται με μικροσωληνίσκους (MAPs) για τη ρύθμιση της μιτωτικής ατράκτου (κατά την κυτταρική διαίρεση). Αλλαγές στη συμπεριφορά των MAPs επηρεάζουν την ανταπόκριση του όγκου σε χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, όπως η πακλιταξέλη, που προσδένουν μικροσωληνίσκους. Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκε ο ρόλος συστατικών του συμπλόκου της HURP στην ανάπτυξη μηχανισμών ανθεκτικότητας, μέσω συγκριτικής ανάλυσης κυτταρικών σειρών TNBC ανθεκτικών στην πακλιταξέλη (MDA-MB-231R) και ευαίσθητων (MDA-MB-231). Η κατανόηση αυτών των μοριακών αλληλεπιδράσεων μπορεί να οδηγήσει σε στρατηγικές αντιμετώπισης της ανθεκτικότητας και βελτίωση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας σε επιθετικούς καρκίνους του μαστού.Breast cancer remains a major global health challenge and is characterized by molecular heterogeneity that affects therapeutic approaches. It is classified into several main subtypes based on key markers such as the estrogen receptor (ER), progesterone receptor (PR), and HER2 receptor. Standard therapies include surgery, chemotherapy, radiation, hormone therapy, and targeted treatments, depending on the cancer stage and subtype. Despite therapeutic advances, chemoresistance following prolonged drug exposure remains a critical barrier to cancer management. Paclitaxel (Taxol), a widely used chemotherapeutic agent for various cancers, including breast cancer, stabilizes microtubules by preventing their depolymerization, thereby disrupting cell division and inducing cell death. However, long-term use of the drug can lead to chemoresistance, particularly in aggressive subtypes, such as triple-negative breast cancer (TNBC). HURP (Hepatoma-Up-regulated Protein) is a known mitotic factor that, in complex with microtubule-associated proteins (MAPs), plays a crucial role in cell division and has been associated with chemotherapy resistance. Alterations in MAPs can affect cellular responses to microtubule-binding chemotherapeutic drugs such as paclitaxel. In this study, we investigated the role of HURP complex components in paclitaxel resistance mechanisms through comparative analysis of resistant (MDA-MB-231R) and sensitive (MDA-MB-231) TNBC cell lines. Understanding these molecular interactions could inform strategies to overcome chemoresistance and enhance treatment efficacy in aggressive breast cancers.52 σ

    the bioethical dilemma of mobbing in medical specialties

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 96-113Το φαινόμενο του εργασιακού εκφοβισμού (mobbing) στην ιατρική εκπαίδευση, ορίζεται ως κάθε καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται με λόγια, πράξεις, γραπτά μηνύματα και μπορεί να ζημιώσει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του ατόμου, να θέσει σε κίνδυνο την εργασία του ή να διαταράξει το εργασιακό κλίμα. Αν και διαδεδομένο, επί χρόνια έμενε υποτιμημένο θέμα για έρευνα και αντιμετώπιση. Στο περιβάλλον της ειδικότητας, ο εκφοβισμός αντιστρατεύεται θεμελιώδεις αρχές βιοηθικής: παραβιάζει τη μη βλάβη προκαλώντας άγχος, ανασφάλεια και burnout που επηρεάζουν την ασφάλεια ασθενών· υπονομεύει την ευεργεσία, μετατρέποντας την εκπαίδευση σε πεδίο εξουσίας· θίγει την αυτονομία και τη δικαιοσύνη, δημιουργώντας άνισες ευκαιρίες. Η καντιανή προσέγγιση καταδικάζει τη χρήση ανθρώπων ως μέσων, ενώ ο ωφελιμισμός τεκμηριώνει την ανάγκη πρόληψης αφού το mobbing μειώνει τη συνολική ευημερία και απόδοση. Σε νομικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ενιαία οδηγία για το mobbing, αλλά πολλά κράτη εφαρμόζουν εθνικά πλαίσια. Στην Ελλάδα, ο Ν. 4808/2021 θεσπίζει υποχρεώσεις πρόληψης και αντιμετώπισης βίας και παρενόχλησης, πολιτικές καταγγελιών, προστασία από αντίποινα και πρόσωπα αναφοράς· υπουργικές αποφάσεις εξειδικεύουν τα στοιχεία πολιτικών, ιδίως σε μονάδες υγείας. Παρά ταύτα, η εφαρμογή στα νοσοκομεία παραμένει ελλιπής. Οι διεθνείς και εθνικές ρυθμίσεις, όπως ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, η Σύμβαση του Οβιέδο, η Διακήρυξη της Γενεύης και ο Διεθνής Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, παρέχουν ένα συνεκτικό πλαίσιο αξιών, μέσα από το οποίο διασφαλίζεται η ηθική, η νομιμότητα και ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός της ιατρικής εκπαίδευσης και πράξης. Τα ερευνητικά δεδομένα τεκμηριώνουν υψηλή συχνότητα κακοποιητικών συμπεριφορών διεθνώς και σε ομάδες με ιδιαίτερη ευαλωτότητα. Οι δράστες περιστατικών εκφοβισμού και κακοποιητικής συμπεριφοράς στον χώρο της υγείας είναι κατά κύριο λόγο ανώτεροι ιατροί, καθηγητές ή προϊστάμενοι, οι οποίοι αξιοποιούν την ιεραρχική τους θέση για να ασκήσουν πίεση ή εξουσία επί των εκπαιδευομένων. Σημειώνονται χαμηλά ποσοστά επίσημης αναφοράς περιστατικών λόγω φόβου αντιποίνων, αμφιβολιών για την αποτελεσματικότητα μηχανισμών, και πολιτισμικών παραδόσεων ανοχής στην «σκληρή» εκπαίδευση. Η διαχείριση του εργασιακού εκφοβισμού και των φαινομένων ψυχολογικής πίεσης στην ιατρική εκπαίδευση απαιτεί θεσμική αναγνώριση και συλλογική δράση. Οι θεσμοί —νοσοκομεία, πανεπιστήμια και το Εθνικό Σύστημα Υγείας— αποτελούν τους βασικούς πυλώνες που διαμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκπαιδεύεται, εργάζεται και αξιολογείται ο νέος ιατρός. Η στάση τους απέναντι σε φαινόμενα εκφοβισμού, παραβίασης δεοντολογίας ή άνισης μεταχείρισης καθορίζει όχι μόνο την ποιότητα της εκπαίδευσης, αλλά και την κουλτούρα σεβασμού, δικαιοσύνης και επαγγελματικής ευθύνης που μεταβιβάζεται στις επόμενες γενιές. Ως προς τις παρεμβάσεις, προτείνεται ένα πολυεπίπεδο πλαίσιο πρόληψης και αντιμετώπισης του εργασιακού εκφοβισμού στην ιατρική εκπαίδευση. Κεντρικός άξονας είναι η εκπαίδευση: σεμινάρια τύπου train-the-trainer για εκπαιδευτές και προγράμματα για ειδικευόμενους ώστε η εποπτεία να μετατραπεί από πειθαρχική πρακτική σε σχέση εμπιστοσύνης. Προτείνονται εσωτερικές επιτροπές δεοντολογίας, ενιαίο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής περιστατικών mobbing, μονάδες ψυχολογικής υποστήριξης και προγράμματα mentoring. Η ενσωμάτωση δεοντολογίας στα προγράμματα ειδικοτήτων και η προαγωγή ηθικής ηγεσίας και διαπροσωπικών δεξιοτήτων τεκμηριώνεται ως αποτελεσματική για τη μείωση τοξικών συμπεριφορών και την ενίσχυση ψυχολογικής ασφάλειας. Συνολικά, η εφαρμογή αυτού του πλαισίου θα οδηγήσει σε ποιοτικότερη εκπαίδευση, σε κουλτούρα μηδενικής ανοχής στο mobbing, ενισχύοντας την επαγγελματική αυτονομία, την ψυχική ανθεκτικότητα και την ηθική συγκρότηση των ειδικευομένων ιατρών.The phenomenon of workplace bullying (mobbing) in medical education is defined as any abusive behaviour manifested through words, actions, or written messages that may harm an individual’s personality, dignity, or physical and mental integrity, endanger their employment, or disrupt the working environment. Although widespread, it has long remained an underestimated topic for research and intervention. Within the context of medical residency, bullying contradicts the fundamental principles of bioethics: it violates non-maleficence by causing anxiety, insecurity, and burnout that affect patient safety; it undermines beneficence by turning education into a field of power and control; and it breaches autonomy and justice by creating unequal opportunities. From a Kantian perspective, it is unethical to treat people merely as means to an end, while utilitarian ethics justify prevention since mobbing diminishes overall well-being and performance. At the legal level, the European Union has no unified directive on mobbing, though many member states have established national frameworks. In Greece, Law 4808/2021 introduces obligations for the prevention and management of workplace violence and harassment, reporting mechanisms, protection against retaliation, and designated contact persons; ministerial decisions further specify the required elements of such policies, particularly within healthcare institutions. Nevertheless, implementation in hospitals remains insufficient. International and national frameworks, such as the Greek Code of Medical Ethics, the Oviedo.Convention, the Declaration of Geneva, and the International Code of Medical Ethics, provide a coherent set of values that ensure ethics, legality, and respect for human dignity within medical education and practice. Research data demonstrate a high prevalence of abusive behaviors worldwide, particularly among vulnerable groups. Perpetrators of bullying and abusive conduct in healthcare are most often senior physicians, professors, or supervisors who exploit their hierarchical power over trainees. Low reporting rates are attributed to fear of retaliation, skepticism regarding the effectiveness of reporting mechanisms, and cultural traditions of tolerance toward “harsh” training practices. Addressing workplace bullying and psychological distress in medical education requires institutional recognition and collective action. Institutions — hospitals, universities, and the national health system — are the main pillars shaping the environment in which young doctors are trained, work, and evaluated. Their stance toward bullying, ethical violations, or unequal treatment determines not only the quality of education but also the culture of respect, justice, and professional responsibility passed on to future generations. In terms of interventions, a multilevel framework for the prevention and management of workplace bullying in medical education is proposed. Central to this approach is education: train-the-trainer seminars for supervisors and targeted programs for residents aim to transform supervision from a disciplinary practice into a relationship of trust. The framework includes internal ethics committees, a unified electronic system for recording mobbing incidents, psychological support units, and mentoring programs. Integrating medical ethics into residency curricula and promoting ethical leadership and interpersonal (soft) skills have proven effective in reducing toxic behaviors and enhancing psychological safety. Overall, implementing this framework will lead to higher-quality education, a culture of zero tolerance toward mobbing, and the strengthening of professional autonomy, psychological resilience, and moral integrity among medical residents.127 σ

    Ethical and legal issues from the use of artificial intelligence systems in the context of medical decision-making in intensive care units

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 47-49«Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη θεαματική ανάπτυξη και εμπορική ωριμότητα των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ). Η ΤΝ συνιστά ένα χρήσιμο εργαλείο στην αξιοποίηση των μαζικών δεδομένων που κατακλύζουν την ιατρική πρακτική, αποτελώντας έναν πολύτιμο βοηθό στο έργο του ιατρού. Η χρήση της στο ιδιαίτερο πεδίο της εντατικής θεραπείας μπορεί να προσφέρει λύσεις και θεραπείες που ξεφεύγουν από τις συμβατικές ανθρώπινες δυνατότητες, όπως η εξατομικευμένη προγνωστική δυνατότητα και η κατανόηση πολυπαραγοντικών καταστάσεων. Παρόλα αυτά η εξέταση της εφαρμογής των συστημάτων αυτών στις ΜΕΘ, οι οποίες αποτελούν και χώρο στον οποίο λαμβάνονται δύσκολες αποφάσεις που αφορούν το τέλος της ζωής, υπό το πρίσμα των βασικών αρχών της βιοηθικής, φανερώνει την ύπαρξη κάποιων σημαντικών ηθικών και νομικών ζητημάτων. Η διαδικασία με την οποία τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης επεξεργάζονται τα δεδομένα με τα οποία τροφοδοτούνται είναι αδιαφανής, εγείροντας ζητήματα ασφάλειας. Ταυτόχρονα η σταδιακή υιοθέτηση τους οδηγεί σε ένα μετασχηματισμό της παραδοσιακής σχέσης εμπιστοσύνης και ενσυναίσθησης που χαρακτηρίζει τον δεσμό ιατρού-ασθενή δημιουργώντας κινδύνους για την αυτονομία του τελευταίου όταν αυτός παραγκωνίζεται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά και ζητήματα δικαιοσύνης όταν οι τεχνολογικές επιλογές παύουν να έχουν ως πρωταρχικό στόχο την προάσπιση της υγείας του. Τέλος η ιχνηλασιμότητα της ευθύνης στις περιπτώσεις ενός βλαπτικού γεγονότος συνιστά ένα μείζον ηθικό πρόβλημα με σημαντικές νομικές προεκτάσεις. Αφετηρία του νομικού προβληματισμού είναι η αυτονομία, ως εγγενές χαρακτηριστικό των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, στη διαδικασία επεξεργασίας και παραγωγής γνώσης. Η αυτονομία αυτή της τεχνητής νοημοσύνης δοκιμάζει την υφιστάμενη θεώρηση της υποκειμενικής ευθύνης, η οποία είναι το βασικό θεμέλιο της αστικής ευθύνης, καθώς τόσο ο χρήστης όσο και ο κατασκευαστής δεν έχουν τον πλήρη έλεγχο του «αυτόνομου παράγοντα». Η εξέταση της ευθύνης του χρήστη-ιατρού στις περιπτώσεις βλάβης του ασθενούς που μπορεί να οφείλονται σε χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την θεωρία του ιατρικού σφάλματος και συνακόλουθα της υπαιτιότητας. Η ευθύνη του κατασκευαστή μπορεί, θεωρητικά, να αντιμετωπισθεί με το υπάρχον νομικό πλαίσιο, χρήζει όμως περεταίρω νομικής ρύθμισης για την πληρέστερη προστασία του ζημιωθέντος ασθενή (ίσως με τη καθιέρωση αντικειμενικής ευθύνης). Κλείνοντας εξετάζεται το νομικό πλαίσιο και ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η τεχνητή νοημοσύνη στην επίλυση ηθικών διλημμάτων σχετικών με την εντατική θεραπεία όπως η οριοθέτηση του ιατρικού καθήκοντος σε καταστάσεις συντήρησης της ζωής με τεχνικά μέσα ή της διαλογής ασθενών (triage) σε περιπτώσεις που υπάρχουν ζητήματα χωρητικότητας στις ΜΕΘ».“During the 21st century, systems integrating AI technology have shown great progress in their performance and readiness for commercial use. AI – driven clinical decision support systems (CDSS) are great tools for utilizing the Big Data that overrun clinical practice, offering great assistance to medical care practitioners. AI system application in the specialized field of intensive care medicine can offer solutions and treatments that exceed conventional human capabilities such as personalized predictions on patient outcomes and the understanding of complex clinical conditions. However, the use of such systems in ICUs, where difficult end of life decisions must be made, when examined through the lens of the fundamental principles of bioethics, reveal the existence of significant ethical and legal challenges. Firstly, AI system process patient data in opaque ways, leading to safety concerns. Furthermore, the gradual reliance on AI systems can have a transformative effect on doctor-patient relationships, shifting from one characterized by empathy and trust, to one that marginalises the patient and threatens their autonomy regarding decision making, while also raising fairness concerns, when technological solutions are being applied without having patient’s well-being as the primary focus. Lastly, the traceability of responsibility in cases of harmful outcomes constitutes a major ethical problem with significant legal implications. The starting point of the legal debate is autonomy, as an inherent characteristic of AI systems in the process of data processing and knowledge production. This autonomy of AI behaviour challenges the existing concept of fault-based liability, which forms the core foundation of civil liability, since neither the user nor the manufacturer has full control over the “autonomous agent.” The assessment of the liability of the physician-user in cases of potential patient harm, arising from the use of AI systems should be conducted in accordance with the theory of medical malpractice and, consequently, fault-based liability or negligence. The liability of the manufacturer can, in theory, be addressed within the existing legal framework; however, further legal regulation is required to ensure more comprehensive protection of the injured patient (such as exploring strict liability options). Finally, the paper examines the legal framework and the role that artificial intelligence may play in giving solutions to existing ethical dilemmas in intensive care, such as defining the boundaries of medical duty towards patients whose survival is strictly tied to life support systems, or patient triage when the ICU capacity is near its limit.50 σ

    συστηματική ανασκόπιση

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 162-185The dissertation examines the bilateral roles of the human microbiome in the development, persistence, and treatment of eating disorders and food addiction after analysing the existing treatment methods and practices. Details about the three primary eating disorders, food addiction and the human microbiome, are inspected in detail. Currently, eating disorders are considered severe psychiatric disorders; thus, there is no established causality, persistence mechanisms and abductive line of treatment. The three dominant Eating Disorders are Anorexia Nervosa, Bulimia Nervosa and Binge-eating Disorder. Up to date, psychological, nutritional and pharmacological care is provided to people diagnosed with any eating disorder. However, the recovery prognosis percentage is low, making them inefficient. Causality is usually investigated superficially in the context of psychotherapy, but no further medical examination is conducted. Food addiction is increasingly recognised as a complex behavioural and biochemical condition that mirrors substance use disorders. It is characterised by an uncontrollable urge to consume certain foods, often those high in sugar, fat, or salt, despite adverse consequences to an individual’s health and wellbeing. Psychological factors, such as stress and trauma, influence the phenomenon. It is further compounded by neurobiological responses that trigger cravings and reward pathways similar to those activated by drugs and alcohol. Currently, treatment approaches for food addiction often lack the rigour and depth seen in interventions for other forms of addiction, leading to challenges in achieving sustained recovery. Both eating disorders and food addiction have been investigated in correlation with the human gut microbiome. The gut microbiome has been proven to influence brain functions, reward cues, appetite, host metabolism and mood. Thus, it is believed and somewhat proven that the gut microbiome affects the onset, persistence, and treatment of the aforementioned disorders. In this review, a total of twenty one studies were collected and analysed for all eating disorders and five for food addiction. According to available studies, dysbiosis of the gut microbiome appears to be a causal factor in the onset of eating disorders. Additionally, the gut microbial composition in individuals diagnosed with eating disorders seems to be significantly different from that of healthy individuals. This imbalance negatively impacts the host's metabolism, as well as their ability to control weight and mood, which may complicate the treatment of the disorder. Although research on treating eating disorders through modifications to the gut microbiome is still in its early stages, existing data suggest that such interventions could be beneficial. Regarding food addiction, data remain limited, but studies indicate that the gut microbiome composition in individuals with this addiction differs from that of healthy controls. Furthermore, probiotic supplementation may aid in the treatment of this addiction. Further research is necessary to understand the mechanisms by which the gut microbiome influences these disorders.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τους διττούς ρόλους του ανθρώπινου μικροβιώματος στην εκδήλωση, διατήρηση και αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών και του εθισμού στο φαγητό. Οι τρεις κύριες διατροφικές διαταραχές, ο εθισμός στο φαγητό και το ανθρώπινο μικροβίωμα εξετάζονται διεξοδικά. Σήμερα, οι διατροφικές διαταραχές θεωρούνται σοβαρές ψυχιατρικές παθήσεις, αλλά ακόμα δεν υπάρχει εδραιωμένη αιτιότητα, μηχανισμοί διατήρησης και τρόποι αντιμετώπισης/θεραπείας. Οι τρεις κύριες διατροφικές διαταραχές είναι η νευρογενής ανορεξία, η νευρογενής βουλιμία και η αδηφαγική διαταραχή. Μέχρι σήμερα, τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με κάποια διατροφική διαταραχή λαμβάνουν ψυχολογική, διατροφική και φαρμακευτική φροντίδα. Ωστόσο, το ποσοστό πρόγνωσης της ανάρρωσης παραμένει χαμηλό, καθιστώντας τις θεραπείες ανεπαρκείς. Η αναζήτηση της αιτιότητας συνήθως γίνεται επιφανειακά στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας, χωρίς περαιτέρω ιατρική διερεύνηση. Ο εθισμός στο φαγητό αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως μια σύνθετη συμπεριφορική και βιοχημική κατάσταση που μοιάζει στις διαταραχές χρήσης ουσιών. Χαρακτηρίζεται από μια ανεξέλεγκτη παρόρμηση κατανάλωσης συγκεκριμένων τροφών, συχνά πλούσιων σε σάκχαρα, λιπαρά ή αλάτι, παρά τις αρνητικές συνέπειες για την υγεία και την ευημερία του ατόμου. Ψυχολογικοί παράγοντες, όπως το άγχος και το ψυχολογικό τραύμα, επηρεάζουν το φαινόμενο. Επιπλέον, ενισχύεται από νευροβιολογικές αντιδράσεις που προκαλούν επιθυμίες και ενεργοποιούν συστήματα ανταμοιβής παρόμοια με αυτά που σχετίζονται με τα ναρκωτικά και το αλκοολ. Σήμερα, οι θεραπευτικές προσεγγίσεις για τον εθισμό στο φαγητό συχνά στερούνται της αυστηρότητας και του βάθους που χαρακτηρίζουν τις παρεμβάσεις για άλλες μορφές εθισμού, γεγονός που δυσχεραίνει την επίτευξη μακροχρόνιας ανάρρωσης. Τόσο οι διατροφικές διαταραχές όσο και ο εθισμός στο φαγητό έχουν διερευνηθεί σε συσχέτιση με το μικροβίωμα του ανθρώπινου εντέρου. Έχει αποδειχθεί ότι το μικροβίωμα επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου, τα συστήματα ανταμοιβής, την όρεξη, τον μεταβολισμό του ξενιστή και τη διάθεση. Συνεπώς, πιστεύεται-και σε κάποιο βαθμό έχει αποδειχθεί- ότι το μικροβίωμα επηρεάζει την εμφάνιση, διατήρηση και θεραπεία των προαναφερθέντων διαταραχών. Σε αυτήν την ανασκόπηση συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν συνολικά εικοσιμία μελέτες για όλες τις διατροφικές διαταραχές και πέντε για τον εθισμό στο φαγητό. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μελέτες, η δυσβίωση του εντερικού μικροβιώματος, φαίνεται να αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα στην έναρξη των διατροφικών διαταραχών. Επιπλέον, η μικροβιακή σύσταση σε άτομα με διατροφικές διαταραχές φαίνεται να διαφέρει σημαντικά από εκείνη των υγιών ατόμων. Αυτή η ανισορροπία επηρεάζει αρνητικά τον μεταβολισμό του ξενιστή, καθώς και την ικανότητά του να ελέγχει το βάρος και τη διάθεσή του, γεγονός που μπορεί να δυσχεράνει τη θεραπεία της διαταραχής. Αν και η έρευνα για την θεραπεία των διατροφικών διαταραχών μέσω τροποποίησης του εντερικού μικροβιώματος βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο, τα υπάρχοντα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τέτοιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να είναι ωφέλιμες όσον αφορά τη σύσταση του μικροβιώματος σε αυτά τα άτομα. Όσον αφορά τον εθισμό στο φαγητό, έρευνες δείχνουν ότι η λήψη προβιοτικών ενδέχεται να συμβάλλει στη θεραπεία του εθισμού στο φαγητό.185 σ

    The statute of limitations as a reason for eliminating criminal liability, especially in juvenile crimes (juvenile perpetrator - juvenile victim)

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την έννοια και τον θεσμό της παραγραφής ως αιτίας εξάλειψης ποινικής ευθύνης, εστιάζοντας ιδιαίτερα σε εγκλήματα ανηλίκων, σε περιπτώσεις όπου ο δράστης και το θύμα είναι ανήλικοι, στο πλαίσιο του Ποινικού Δικαίου Ανηλίκων, αναλύει τη νομική φύση και τη θεωρητική αξιολόγηση του θεσμού της παραγραφής στον Ποινικό Κώδικα, επικεντρώνοντας στο άρθρο 113 παρ.4 Νέου ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με σειρά αλλεπάλληλων πρόσφατων νομοθετικών ρυθμίσεων και εν τέλει με το άρθρο 26 του Ν.4855/2021, διερευνά δε πώς η παραγραφή επηρεάζει τη διαδικασία απονομής Ποινικής Δικαιοσύνης και την Αντεγκληματική Πολιτική, ιδίως στην περίπτωση των ανηλίκων, λαμβάνοντας υπόψη υπέρτερες δικαιϊκές αρχές που σχετίζονται με θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, καθώς και τις κοινωνικές επιδιώξεις και τις συνέπειες της ρύθμισης, επηρεάζοντας την επιστημονική και νομική δογματική, υπό την επιρροή της κοινής γνώμης. Η σημερινή κοινωνία ανταποκρίνεται στην αυξανόμενη εγκληματικότητα με κατασταλτικά και τιμωρητικά μέτρα, συχνά υποβαθμίζοντας τον παιδαγωγικό και αναμορφωτικό ρόλο της Ποινικής Δικαιοσύνης, ιδίως στο πεδίο της παραβατικότητας των ανηλίκων. Η επιβολή και η διάρκεια της παραγραφής του αξιοποίνου αποτελούν βασικούς δείκτες της λειτουργίας και της ερμηνείας των θεσμών της Ποινικής Δικαιοσύνης και της Αντεγκληματικής Πολιτικής, ιδιαίτερα τώρα με την επέκταση και την ενίσχυση του σχετικού θεσμού σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αναφορικά με τον ρόλο και τη σημασία της, η παραγραφή διαφυλάσσει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, περιορίζοντας τον χρόνο άσκησης ποινικής δίωξης και αποτρέποντας την οιονεί ατιμώρητη κατάσταση και την κατάλυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και του δράστη, ενώ αναφορικά με την ουσία και τη δικανική φύση της παραγραφής υπό το πρίσμα των στόχων της ποινής και της ποινικής δίκης, η εφαρμογή σταθερών και ισορροπημένων ρυθμίσεων συμβάλλει στην επίτευξη δικαιϊκής ειρήνης. Ο χρόνος της παραγραφής αντιμετωπίζει την αλλοίωση του αποδεικτικού υλικού και την επιβράδυνση της απονομής δικαιοσύνης, συμβάλλοντας στη διασφάλιση δίκαιων και ακριβών αποφάσεων, καθιστώντας τον παράγοντα αυτόν ουσιαστικό για το κράτος δικαίου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τις ιδιαιτερότητες στο πεδίο των ανηλίκων παραβατών κατά τη διαχείριση ποινικών υποθέσεων, έτσι ώστε η νομοθέτηση να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους, χωρίς να καταπατά τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους. Προσδιορίζονται οι δικαιϊκές αρχές που διέπουν το κανονιστικό πλαίσιο και η ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα επίκαιρα ζητήματα που προκύπτουν από την ανικανότητα έναρξης ή συνέχισης ποινικής δίωξης που σχετίζεται με εγκλήματα εναντίον ανηλίκων. Στο πρώτο μέρος, αναλύεται λεπτομερώς η νομοθεσία και η νομολογία σχετικά με την παραγραφή και τη σχέση τους με τους σκοπούς της ποινής, ενώ το δεύτερο μέρος εστιάζει στις αρχές που διέπουν το ποινικό δίκαιο των ανηλίκων, με ιδιαίτερη αναφορά στις ρυθμίσεις της παραγραφής στο άρθρο 113 ΠΚ για εγκλήματα που διαπράττονται από ανήλικους, σε σχέση της με τις ποινικές διαδικασίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ασκείται δικαίως κριτική στις συχνές και αντιφατικές τροποποιήσεις της ποινικής νομοθεσίας μέσω της ποινικής και νομοθετικής πολιτικής του κράτους που επηρεάζουν και τη διαχείριση των παραβατικών συμπεριφορών, ιδίως στο πεδίο των ανηλίκων. Στο νομοθετικό επίπεδο, τα τελευταία χρόνια, η ελληνική νομοθεσία έχει διαδοχικά τροποποιήσει και επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής, κυρίως μέσω ειδικών διατάξεων, με στόχο την προστασία των θυμάτων και την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, συχνά με στοιχεία αυστηροποίησης και επιμήκυνσης της παραγραφής, ακόμη και εκεί που δε θα χρειαζόταν σε τέτοιο βαθμό, κλονίζοντας ή καταστρατηγώντας άλλες θεμελιώδεις αρχές του Ουσιαστικού και του Δικονομικού Ποινικού Δικαίου, τη συστηματικότητα και τη δογματική ενότητα των ποινικών κωδίκων σε επίπεδο δίκαιης δίκης και ουσιαστικής απονομής δικαιοσύνης, καθώς και προαγωγής των σκοπών της ποινής αναφορικά με τη γενική και την ειδική πρόληψη, στο όνομα της εξυπηρέτησης του «δημοσίου συμφέροντος» και του πνεύματος αυστηροποίησης και τιμωρητικότητας προς ικανοποίηση του «αισθήματος της κοινής γνώμης». Ωστόσο, οι παράλληλες και συνεχείς αλλαγές στο Ποινικό Δίκαιο ενέχουν αυξανόμενους κινδύνους δυσλειτουργικότητας στην πράξη, δογματικά και δικαιοπολιτικά, προκαλώντας αβεβαιότητα, κατακερματισμό και έλλειψη συστηματικής διαμόρφωσης της ποινικής και αντεγκληματικής πολιτικής. Η διαχρονική εξέλιξη και η τρέχουσα νομοθεσία δείχνουν μια τάση αύξησης των χρονικών ορίων της παραγραφής, ειδικά σε αδικήματα που στρέφονται κατά ανηλίκων, με στόχο την προστασία και επιδίωξη αυξημένης διεκδίκησης δικαιωμάτων των θυμάτων και της κοινωνίας. Η μεγάλη διάρκεια της παραγραφής και η επέκτασή της μέσω διαδοχικών νομοθετικών μεταβολών υπονομεύει τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας, όπως η ορθή και έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης, η εσπευσμένη αποκάλυψη και δίωξη, η αποτροπή υποτροπής και η αποτελεσματική και έγκαιρη προστασία θυμάτων και κοινωνίας. Τα δικαιώματα του δράστη και του θύματος πρέπει να εξισορροπούνται, τόσο στη νομοθεσία όσο και στην εφαρμογή, με έμφαση στη διαπαιδαγώγηση, την αποκατάσταση, την πρόληψη και την προστασία των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. Η διεθνής τάση, που βαθμιαία εφαρμόζεται και στην Ελλάδα, προσανατολίζεται προς τη διεύρυνση ή και την απαράγραπτη οροθέτηση των εγκλημάτων, ειδικά σε περιπτώσεις πολύ σοβαρών εγκλημάτων ή εγκλημάτων με ανήλικα θύματα, υπό την επίκληση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της ανάγκης προστασίας της ανηλικότητας και ευαλωτότητας των θυμάτων αυτών. Η διεθνής και η ευρωπαϊκή νομοθεσία προωθούν την προστασία των θυμάτων και την αποτελεσματική δίωξη, ενώ η ελληνική νομοθεσία και η πρακτική υιοθετούν μια μεικτή προσέγγιση, με ενισχυμένη τη διαπαιδαγώγηση και την προστασία των ανηλίκων, αλλά και με κινδύνους υπερβολικής αναστολής και καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ανηλίκων, η οποία δεν έχει δεόντως προσεχθεί και αναχαιτισθεί. Από δογματικής και πρακτικής απόψεως, όμως, η επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής και η διατήρησή της σε μακροπρόθεσμα δυσδιάκριτα ή «νεκρά» πλαίσια, υπονομεύει τον σκοπό της Ποινικής Δικαιοσύνης, τις αρχές της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης, ενώ δημιουργεί κοινωνική ανασφάλεια και δυσπιστία κατ’ αποτέλεσμα. Τούτο δε, καθόσον η συνεχής επέκταση και η βαθμιαία αποσύνδεση της παραγραφής από το αξιόποινο σε σχέση με την προσωπικότητα του δράστη, αλλά και τη βλάβη του θύματος, σε συνδυασμό με την αδιάκριτη και άκαμπτη υιοθέτηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, οδηγούν σε μια γενική απορρύθμιση του ποινικού συστήματος, που τελικά υπονομεύει την εμπιστοσύνη και την αποτελεσματικότητα της απονομής Ποινικής Δικαιοσύνης. Η τάση αυστηροποίησης και επέκτασης της παραγραφής, αντί να διαφυλάσσει τα θεμελιώδη δικαιώματα και να ενεργεί προς όφελος της κοινωνικής ειρήνης, συχνά καταλήγει στη δημιουργία δυσκαμψίας και αμφίβολης εφαρμοσιμότητας και αποτελεσματικότητας ρυθμίσεων, σε δογματική και δικαιοπολιτική αστοχία, υπονομεύοντας τις αρχές του κράτους δικαίου και τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας. Η συνεχής μεταβολή και η ακατάπαυστη επέκταση της προθεσμίας παραγραφής σε ολοένα αυξανόμενο κατάλογο εγκλημάτων, συχνά χωρίς σαφή κριτήρια, τροφοδοτεί αβεβαιότητα, αστοχίες στην εφαρμογή σε βάρος της ασφάλειας δικαίου, οδηγώντας σε αμφιβολίες, αστάθεια, κοινωνική αποδόμηση και αποπροσανατολισμό στη διαχείριση της Αντεγκληματικής Πολιτικής, ενώ επιπλέον κλονίζουν την κοινωνική συνείδηση και την εμπιστοσύνη στο σύστημα και τους θεσμούς της Ποινικής Δικαιοσύνης. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις για την ερμηνεία και εφαρμογή της παραγραφής, καθώς και στη σημασία της εκπαιδευτικής και εξατομικευμένης προσέγγισης στην αντιμετώπιση ανηλίκων δραστών και θυμάτων, με έμφαση στους πρώτους στο πεδίο της Ποινικής Δικαιοσύνης Ανηλίκων. Στις προτάσεις συστήνεται ότι πρέπει να γίνεται ηλεκτρονική καταγραφή, συστηματική αξιολόγηση και ταχύς χειρισμός των υποθέσεων, με στόχο την εξασφάλιση δίκαιης, ταχείας, ολιστικής και αποτελεσματικής ποινικής διαδικασίας για την προαγωγή της εμπιστοσύνης και της αρμονίας στη λειτουργία και παρέμβαση των θεσμικών οργάνων του συστήματος απονομής Ποινικής Δικαιοσύνης, ιδίως στο πεδίο της παραβατικότητας των ανηλίκων. Για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων και των δραστών, ιδίως εάν πρόκειται για ανηλίκους παραβάτες, πρέπει τα νομοθετικά μέτρα να συνδυάζουν την πρόληψη, την αναλογική και ειδική μεταχείριση των ανηλίκων παραβατών, με τον απαιτούμενο σεβασμό στους διεθνείς και εθνικούς κανόνες και τις θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου Ανηλίκων, αλλά και να αποφεύγονται απρόσφοροι και επικοινωνιακοί χειρισμοί των κρατικών οργάνων που διαστρέφουν και υπονομεύουν τους σκοπούς του Ποινικού Δικαίου για την οργάνωση μιας σύγχρονης, δίκαιης και αποτελεσματικής Αντεγκληματικής Πολιτικής. Η τρέχουσα τάση επιμήκυνσης και οι παλινωδίες αναχρονιστικών και αλυσιτελών ρυθμίσεων παραγραφής και αναστολής αυτής οδηγεί σε μια προοδευτική και διευρυμένη, διαρκώς διογκούμενη, τάση αποπροσανατολισμού από το πραγματικό έργο της Ποινικής Δικαιοσύνης που δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της κοινωνίας μας. Οι θεσμοί της αυστηροποίησης και της τιμωρητικότητας πρέπει να τελούν σε ισορροπία, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, προς τις εγγυητικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών στο σύστημα απονομής Ποινικής Δικαιοσύνης. Τα συστατικά της φιλελεύθερης ποινικής πολιτικής και του κράτους δικαίου, όπως η προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών, η ορθή και συνεπής εφαρμογή των κανόνων και η προαγωγή του κοινωνικού συμφέροντος, απειλούνται από την ανεξέλεγκτη επέκταση της παραγραφής και της επιβολής ποινικών τιμωρητικών μέτρων που εξυπηρετούν ψευδεπίγραφους σκοπούς αμφίβολων στοχεύσεων και αποτελεσματικότητας. Συμπερασματικά, η επίδραση των διεθνών τάσεων και η ασυνεπής νομοθετική πρακτική, σε συνδυασμό με τις ανάγκες της κοινωνίας και τις επιταγές του ευρωπαϊκού δικαίου για έλεγχο, ασφάλεια και επιβολή μέτρων, ιδίως καταστολής και λιγότερο πρόληψης, έχουν καθορίσει μια κατεύθυνση αυξανόμενης επιμήκυνσης της παραγραφής, η οποία συχνά υπονομεύει, αλλοιώνει και προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές της φιλελεύθερης και δικαιοκρατικής λειτουργίας του Ποινικού Δικαίου. Η υποβαθμιστική αυτή πορεία απειλεί την εμπιστοσύνη των πολιτών και την αποτελεσματικότητα της Ποινικής Δικαιοσύνης, η οποία περιέρχεται σε μια κατάσταση που αποστερείται της ανθρωπιστικής και δημοκρατικής της αποστολής και επιτελεί “θολούς” και ανεκπλήρωτους στόχους στη δημοκρατική πολιτειακή οργάνωση και την κοινωνική συμβίωση, άγοντας σταδιακά σε κοινωνική αβεβαιότητα και αποσύνθεση.260 σ

    views of secondary education teachers

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 49-58Η παρούσα εργασία εξετάζει την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και τη συμβολή της στη διδασκαλία και μάθηση των μαθηματικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συνδυάζοντας θεωρητική προσέγγιση και εμπειρική έρευνα. Αρχικά, παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες, τα εργαλεία και οι εφαρμογές της ΤΝ, καθώς και οι προκλήσεις που προκύπτουν από τη διάδοσή της σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο. Στη συνέχεια, αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο η ΤΝ ενσωματώνεται στην εκπαίδευση και ειδικότερα στη διδασκαλία των μαθηματικών, τα πιθανά οφέλη για την εξατομίκευση της μάθησης και την ανάπτυξη δεξιοτήτων ανώτερης τάξης, αλλά και οι δυσκολίες και προβληματισμοί που αναδεικνύονται. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση περιλαμβάνει σύγχρονες έρευνες και μετα-αναλύσεις για τα εργαλεία ΤΝ και τα γενετικά συστήματα, όπως τα chatbots, εστιάζοντας στις επιδράσεις τους στη μαθησιακή επίδοση και στις αντιλήψεις εκπαιδευτικών και μαθητών. Στο ερευνητικό μέρος παρουσιάζεται η μεθοδολογία, το δείγμα και τα εργαλεία συλλογής δεδομένων, ενώ ακολουθεί ανάλυση των αντιλήψεων και εμπειριών των εκπαιδευτικών μαθηματικών σχετικά με τη χρήση της ΤΝ στη διδασκαλία, καθώς και των πλεονεκτημάτων, των προβληματισμών και των παιδαγωγικών προεκτάσεων που απορρέουν από τα ευρήματα. Τέλος, διατυπώνονται οι βασικές διαπιστώσεις, συζητούνται οι συνέπειες για την εκπαιδευτική πρακτική και προτείνονται κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα γύρω από την παιδαγωγικά τεκμηριωμένη αξιοποίηση της ΤΝ στα μαθηματικά.This thesis examines Artificial Intelligence (AI) and its contribution to the teaching and learning of mathematics in secondary education, combining a theoretical approach with empirical research. It first presents the fundamental concepts, tools and applications of AI, as well as the challenges arising from its spread at social and educational level. It then analyses how AI is integrated into education and, more specifically, into mathematics teaching, the potential benefits for the personalization of learning and the development of higher-order skills, as well as the difficulties and concerns that emerge. The literature review includes recent studies and meta-analyses on AI tools and generative systems, such as chatbots, focusing on their effects on learning performance and on teachers’ and students’ perceptions. The research part presents the methodology, sample and data collection tools, followed by an analysis of mathematics teachers’ perceptions and experiences regarding the use of AI in teaching, as well as the advantages, concerns and pedagogical implications derived from the findings. Finally, the main conclusions are formulated, the implications for educational practice are discussed, and directions are proposed for future research on the pedagogically grounded integration of AI in mathematics education.61 σ

    the COVID-19 pandemic and social trust

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 101Η παρούσα εργασία εξετάζει την αναπαράσταση του ιατρικού συστήματος κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 μέσα από την τηλεοπτική σειρά Grey’s Anatomy, εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ δημόσιας υγείας, μέσων μαζικής επι-κοινωνίας και συλλογικής εμπιστοσύνης. Η πανδημία προσεγγίζεται ως σύν-θετο κοινωνικό φαινόμενο που υπερβαίνει τη βιοϊατρική διάσταση και αναδει-κνύει θεσμικές αδυναμίες, ηθικά διλήμματα και συναισθηματικές εμπειρίες. Μέσα από ποιοτική ανάλυση περιεχομένου των σεζόν 17 και 18, αξιοποιώντας in vivo κωδικοποίηση και Grounded Theory, η έρευνα αναδεικνύει τον μετασχη-ματισμό της επαγγελματικής ταυτότητας των υγειονομικών, τη θεσμική φθορά των συστημάτων υγείας, το συλλογικό τραύμα και τη ρήξη αλλά και την επανα-διαπραγμάτευση της εμπιστοσύνης. Η μελέτη καταδεικνύει ότι οι τηλεοπτικές αναπαραστάσεις λειτουργούν ως ενεργά πολιτισμικά πλαίσια νοηματοδότησης της κρίσης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινωνικών στάσεων και αντιλή-ψεων γύρω από τη δημόσια υγεία.This study explores the representation of the healthcare system during the COVID-19 pandemic through the television series Grey’s Anatomy, focusing on the relationship between public health, mass media, and collective trust. The pandemic is approached as a complex social phenomenon that exceeds its bi-omedical dimension, revealing institutional weaknesses, ethical dilemmas, and emotional experiences. Through qualitative content analysis of seasons 17 and 18, using in vivo coding and Grounded Theory, the research highlights the transformation of healthcare professionals’ identities, the institutional fragility of health systems, collective trauma, and the rupture and renegotiation of trust. The findings demonstrate that television narratives function as active cultural frameworks that shape the social understanding of crisis, influencing public per-ceptions of responsibility, risk, and institutional legitimacy. The study contributes to the broader academic debate on public health and social crises by empha-sizing the crucial role of cultural and communicative representations.101 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇