Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Teachers' views on classroom management and the implementation of rules in kindergarten

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 73-79Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τις απόψεις των εκπαιδευτικών προσχολικής εκπαίδευσης σχετικά με τη διαχείριση της σχολικής τάξης και την εφαρμογή των κανόνων στο νηπιαγωγείο αναδεικνύοντας τη σημασία τους για τη δημιουργία ενός θετικού και υποστηρικτικού μαθησιακού περιβάλλοντος. Η διαχείριση της τάξης αποτελεί βασικό στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθώς επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά, την ποιότητα των παιδαγωγικών αλληλεπιδράσεων και τη συναισθηματική ασφάλεια των μαθητών. Ιδιαίτερα στην προσχολική ηλικία, η αποτελεσματική διαχείριση της τάξης συνδέεται με την ανάπτυξη κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων, όπως η αυτορρύθμιση, η συνεργασία και η επίλυση συγκρούσεων. Στο θεωρητικό μέρος της εργασίας παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες και προσεγγίσεις της διαχείρισης της τάξης, οι παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των μαθητών, καθώς και θεωρίες και μοντέλα διαχείρισης συμπεριφοράς με έμφαση στην έννοια της πειθαρχίας, στον καθορισμό και τη θεσμοθέτηση κανόνων και στη συμμετοχή των μαθητών στη διαμόρφωσή τους. Παράλληλα, αναλύεται ο ρόλος του εκπαιδευτικού ως πρότυπο συμπεριφοράς και ρυθμιστής της δυναμικής της ομάδας. Το ερευνητικό μέρος της εργασίας βασίζεται σε ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση και υλοποιήθηκε μέσω συνεντεύξεων με εκπαιδευτικούς προσχολικής εκπαίδευσης, με στόχο τη διερεύνηση των αντιλήψεων, των πρακτικών και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν κατά τη διαχείριση της τάξης και την εφαρμογή των κανόνων. Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν τη σημασία της πρόληψης, της σταθερότητας και της συνέπειας στην εφαρμογή των κανόνων, καθώς και της ενεργού συμμετοχής των μαθητών, ενώ επισημαίνεται και η ανάγκη συστηματικής επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε ζητήματα διαχείρισης τάξης.The present master’s thesis investigates preschool teachers’ views on classroom management and the implementation of rules in kindergarten settings, highlighting their importance for the creation of a positive and supportive learning environment. Classroom management constitutes a fundamental component of the educational process as it directly influences student’s behavior, the quality of pedagogical interactions, and their emotional security within the classroom. Particularly in early childhood education, effective classroom management is closely related to the development of social and emotional skills, such as self-regulation, cooperation, and conflict resolution. The theoretical part of the study presents key concepts and approaches to classroom management, factors affecting children’s behavior as well as major theories and models of behavior management with special emphasis on the concept of discipline, the establishment and institutionalization of classroom rules, and the active participation of children in their formulation. Moreover, the role of the preschool teacher as a behavioral model and facilitator of group dynamics is also thoroughly examined. The empirical part of the study adopts a qualitative research approach and was conducted through interviews with preschool teachers aiming to explore their perceptions, practices, and the challenges they face in managing classroom behavior and implementing rules in kindergarten. The research findings highlight the importance of prevention, stability and consistency in the application of rules, as well as the active participation of students, while the need for systematic training of teachers in classroom management issues is also highlighted.81 σ

    bioethics, Challenges and Risks

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 84 - 106Η παρούσα εργασία εξετάζει τις ηθικές, νομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της χρήσης φορητών ιατρικών συσκευών (HMWD) και κινητών συσκευών για την παρακολούθηση της υγείας. Αυτές οι τεχνολογίες, που περιλαμβάνουν συσκευές παρακολούθησης φυσικής κατάστασης, βιοαισθητήρες και έξυπνα ρολόγια, παρέχουν συνεχή συλλογή δεδομένων που βελτιώνουν την έγκαιρη διάγνωση, την εξατομικευμένη θεραπεία και τη φροντίδα των ασθενών. Ωστόσο, παρουσιάζουν επίσης σημαντικά βιοηθικά ζητήματα. Η μελέτη επισημαίνει σημαντικά ζητήματα όπως η προστασία των δεδομένων, η ενήμερη συναίνεση, η επιτήρηση, η ισότητα πρόσβασης και η μεταφορά της ευθύνης από τους ασθενείς στους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης. Εξετάζεται διεξοδικά η πιθανότητα προκατάληψης μέσω της προγνωστικής ανάλυσης, της κυβερνοασφάλειας και της διακυβέρνησης των δεδομένων. Η εργασία τονίζει επίσης την απουσία τυποποιημένων ρυθμιστικών πλαισίων και ηθικής εποπτείας που να ελέγχουν τη χρήση αυτών των συσκευών σε κλινικά και ερευνητικά περιβάλλοντα. Με βάση την προσέγγιση των αρχών, η οποία δίνει έμφαση στην αυτονομία, την ευεργεσία, τη μη βλάβη και τη δικαιοσύνη, η μελέτη προτείνει ηθικά πρότυπα για την ορθή ενσωμάτωση των HMWD στην υγειονομική περίθαλψη. Τελικά, προτρέπει τη διεπιστημονική συνεργασία για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της τεχνολογικής καινοτομίας και του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.The ethical, legal, and social ramifications of employing wearable medical devices (HMWDs) and mobile devices for health monitoring are examined in this research. These technologies, which include fitness trackers, biosensors, and smartwatches, provide ongoing data collecting that improves early diagnosis, individualized therapy, and patient care. They do, however, also present important bioethical issues. The study highlights important issues such data privacy, informed consent, surveillance, access equality, and the transfer of accountability from patients to healthcare providers. The possibility of prejudice through predictive analytics, cybersecurity, and data governance are all thoroughly examined. The report also emphasizes the absence of standardized regulatory frameworks and ethical supervision that control the use of these devices in clinical and research settings. Based on the principles approach, which emphasizes autonomy, beneficence, non-maleficence, and justice, the work suggests moral standards for the proper inclusion of HMWDs in healthcare. In the end, it urges multidisciplinary cooperation to strike a balance between technology innovation and respect for individual rights and human dignity.106 σ

    effects in overweight and obese adults

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 57-62Τις τελευταίες δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στη μελέτη της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στα διαιτητικά πρότυπα και το εντερικό μικροβίωμα, το οποίο φαίνεται να κατέχει καίριο ρόλο ως προς τη ρύθμιση του σωματικού βάρους αλλά και στην εμφάνιση μεταβολικών διαταραχών. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να συνοψίσει με συστηματικό τρόπο την τρέχουσα βιβλιογραφία που υπάρχει διαθέσιμη σχετικά με το κατά πόσο τα διαιτητικά πρότυπα μπορούν να επηρεάσουν το τελικό μικροβίωμα των παχύσαρκων αλλά και υπέρβαρων ατόμων. Οι κύριες πηγές αναζήτησης για την βιβλιογραφία ήταν ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων MEDLINE/PubMed, Cochrane Central Register of Controlled Trials (CENTRAL) και Scopus, ενώ δεν παραλήφθηκε να μελετηθεί και η γκρίζα βιβλιογραφία. Συνολικά, 10 μελέτες πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης και συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα συστηματική ανασκόπηση. Τα ευρήματα της μελέτης μας καθιστούν σαφές ότι οι διαιτητικές παρεμβάσεις όπως είναι υψηλής πρωτεΐνης δίαιτες, ή χαμηλών υδατανθράκων, ή διαλειμματική νηστεία, η DASH και η μεσογειακή δίαιτα οδηγούν στη μείωση του σωματικού βάρους ακόμα και στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη καθώς και στην αύξηση της μικροβιακής ποικιλότητας, με ενίσχυση ωφέλιμων βακτηρίων όπως τα Faecalibacterium και τα βακτήρια παραγωγής βουτυρικού οξέος. Παράλληλα οι μελέτες έδειξαν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το γενετικό προφίλ ή το αρχικό μικροβίωμα των ατόμων που συμμετείχαν στις έρευνες, γεγονός που υποδηλώνει εξατομικευμένη ανταπόκριση στα διατροφικά πρότυπα. Εν κατακλείδι, οφείλεται να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην ερμηνεία αυτών των αποτελεσμάτων αλλά και στην εφαρμογή τους στην ευρύτερη κλινική κοινότητα, ενώ παράλληλα κρίνεται άκρως χρήσιμο και απαραίτητο η διεξαγωγή περισσότερων μελετών με σκοπό την επαλήθευση των ήδη υπαρχουσών ερευνών καθώς και για τον εντοπισμό καινούργιων δεδομένων.In recent decades, the scientific community has focused its interest on studying the relationship that develops between dietary patterns and the intestinal microbiome, which appears to play a key role in regulating body weight and in the occurrence of metabolic disorders. The purpose of this study was to systematically summarize the current literature available on whether dietary patterns can influence the final microbiome of obese and overweight individuals. The main search sources for the literature were electronic databases MEDLINE/PubMed, Cochrane Central Register of Controlled Trials (CENTRAL) and Scopus, while the grey literature was also studied. In total, 10 studies met the inclusion criteria and were included in this systematic review. The findings of our study make it clear that dietary interventions such as high-protein diets, low-carbohydrate diets, intermittent fasting, the DASH diet, and the Mediterranean diet lead to a reduction in body weight, improvement in insulin sensitivity, and an increase in microbial diversity, along with the enhancement of beneficial bacteria such as Faecalibacterium and butyrate-producing bacteria. At the same time, the studies showed differences depending on the genetic profile or initial microbiome of the individuals participating in the research, another fact that suggests an individualized response to dietary patterns. In conclusion, special emphasis should be placed on the interpretation of these results and their application to the broader clinical community, while at the same time it is considered extremely useful and necessary to conduct more studies with the aim of verifying existing research as well as identifying new data.62 σ

    Secondary education science teachers views on the use of interactive whiteboards in teaching practice

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 72-76Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας είναι πλέον μία πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε να μην είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι στον εκπαιδευτικό χώρο. Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τη χρήση των διαδραστικών πινάκων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τον ρόλο τους στη διδακτική πράξη, μέσα από τις απόψεις και τις εμπειρίες των εκπαιδευτικών. Στόχος της μελέτης είναι να αποτυπώσει τους τρόπους αξιοποίησης των διαδραστικών πινάκων, τα παιδαγωγικά και οργανωτικά οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση τους, καθώς και τις δυσκολίες και προκλήσεις που αναδεικνύονται στην καθημερινή σχολική πρακτική. Η έρευνα βασίστηκε σε ποιοτική μεθοδολογία και πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων με εν ενεργεία εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαφορετικών ειδικοτήτων. Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψε ότι οι διαδραστικοί πίνακες αξιοποιούνται κυρίως για την προβολή του ψηφιακού σχολικού βιβλίου, τη χρήση εκπαιδευτικού λογισμικού, την προβολή βίντεο και προσομοιώσεων, καθώς και για την οργάνωση και αποθήκευση του διδακτικού υλικού. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι ο τρόπος χρήσης τους διαφοροποιείται ανάλογα με την ειδικότητα του εκπαιδευτικού και το γνωστικό αντικείμενο. Τα ευρήματα ανέδειξαν σημαντικά οφέλη, όπως η εξοικονόμηση διδακτικού χρόνου, η καλύτερη οργάνωση της διδασκαλίας, η ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής των μαθητών και η υποστήριξη της κατανόησης σύνθετων εννοιών μέσω οπτικοποίησης. Ωστόσο, καταγράφηκαν και ορισμένες αρνητικές επιδράσεις, όπως η διάσπαση της προσοχής των μαθητών, η εμφάνιση τεχνικών προβλημάτων και η έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης ορισμένων εκπαιδευτικών. Συνολικά, τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι οι διαδραστικοί πίνακες αποτελούν ένα σημαντικό παιδαγωγικό εργαλείο, η αποτελεσματικότητα του οποίου εξαρτάται από τον τρόπο ενσωμάτωσής του στη διδακτική διαδικασία και από την παιδαγωγική και τεχνολογική ετοιμότητα των εκπαιδευτικών.The rapid development of technology is now an established reality and could not remain absent from the educational context. This postgraduate thesis investigates the use of interactive whiteboards in secondary education and their role in teaching practice, drawing on teachers’ perceptions and experiences. The aim of the study is to identify the ways in which interactive whiteboards are utilized, the pedagogical and organizational benefits arising from their use, as well as the difficulties and challenges encountered in everyday school practice. The research was based on a qualitative methodology and was conducted through semi-structured interviews with in-service secondary education teachers from different subject specializations. Data analysis revealed that interactive whiteboards are mainly used for displaying the digital school textbook, employing educational software, presenting videos and simulations, and organizing and storing teaching material. At the same time, it was found that the manner of their use varies depending on the teacher’s specialization and the subject matter taught. The findings highlighted significant benefits, such as the saving of instructional time, improved organization of teaching, enhanced active student participation, and support for the understanding of complex concepts through visualization. However, certain negative effects were also recorded, including students’ distraction, the occurrence of technical problems, and the lack of adequate training for some teachers. Overall, the results indicate that interactive whiteboards constitute an important pedagogical tool, whose effectiveness depends on the way they are integrated into the teaching process and on teachers’ pedagogical and technological readiness.78 σ

    The role of physical activity and exercise in natural environments in shaping the environmental and gut microbiome

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 85 - 96Στο πλαίσιο των σύγχρονων βιομηχανοποιημένων κοινωνιών, ο καθιστικός τρόπος ζωής και η μειωμένη επαφή με το φυσικό περιβάλλον συνδέονται με μεταβολές στη μικροβιακή ποικιλότητα, τόσο στο ανθρώπινο μικροβίωμα όσο και στο μικροβίωμα των οικοσυστημάτων. Οι αλλαγές αυτές φαίνεται να σχετίζονται με την αυξημένη εμφάνιση χρόνιων ανοσομεταβολικών διαταραχών. Η παρούσα εργασία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η φυσική δραστηριότητα, και ειδικότερα η άσκηση σε υπαίθρια περιβάλλοντα, επηρεάζει τη σύσταση και τη λειτουργία του ανθρώπινου εντερικού μικροβιώματος. Η ανάλυση εστιάζει τόσο στις φυσιολογικές προσαρμογές που προκαλεί η άσκηση όσο και στην έκθεση σε μικροοργανισμούς των φυσικών οικοσυστημάτων, διερευνώντας τη συνεργιστική δράση αυτών των δύο παραγόντων στη διατήρηση της μικροβιακής ισορροπίας και ομοιόστασης. Η ανάλυση εντάσσεται στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας (One Health) και της Υπόθεσης της Βιοποικιλότητας προσεγγίζοντας την Πράσινη Άσκηση ως πολύπλευρο ερέθισμα που συνδυάζει τη σωματική δραστηριότητα με την άμεση έκθεση στη φυσική βιοποικιλότητα. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι η άσκηση σε υπαίθριους χώρους μπορεί να τροποποιήσει τη σύνθεση και τη λειτουργία του ανθρώπινου μικροβιώματος μέσω αλληλοενισχυόμενων μηχανισμών, μεταξύ άλλων της ενεργοποίησης του άξονα εντέρου–μυός, της εισπνοής περιβαλλο-ντικών μικροοργανισμών και της δερματικής επαφής με φυσικά υποστρώματα, συμβάλλοντας έτσι σε μεταβολικές και ανοσολογικές προσαρμογές. Αν και τα ερευνητικά ευρήματα υποδεικνύουν θετική συσχέτιση, μεταξύ της πράσινης άσκησης και του μικροβιακού πλούτου, η μεθοδολογική ανομοιογένεια και η ανεπάρκεια επαρκών υχαιοποιημένων δοκιμών απαιτούν ερμηνευτική προσοχή. Σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής, η ανασκόπηση τεκμηριώνει την ανάγκη ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής μικροβιακής ποικιλότητας στον σχεδιασμό αστικών, σχολικών και φυσικών περιβαλλόντων, πλαισιώνοντας πολιτικές δημόσιας υγείας όπως η Πράσινη Συνταγογράφηση (Green prescription). Συμπερασματικά η επανασύνδεση με τη φύση μέσω της άσκησης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την μικροβιακή ευβίωση και τη διατήρηση της ανθρώπινης υγείας.In modern industrialized societies, sedentary lifestyles and reduced contact with the natural environment are associated with changes in microbial diversity, both in the human microbiome and in the environmental microbiome. These changes appear to be related to the increased incidence of chronic immunometabolic disorders. This present literature review examines how physical activity, and in particular exercise in outdoor environments, affects the composition and function of the human gut microbiome. The analysis focuses on both the physiological adaptations caused by exercise and exposure to microorganisms in natural ecosystems, exploring the synergistic effect of these two factors in maintaining microbial balance and homeostasis.The analysis is set within the One Health Framework and the Biodiversity Hypothesis, approaching Green Exercise as a multifaceted stimulus that combines physical activity with direct exposure to natural biodiversity. Available evidence suggests that outdoor exercise can modify the composition and function of the human microbiome through mutually reinforcing mechanisms, including the activation of the gut-muscle axis, inhalation of environmental microorganisms, and skin contact with natural substrates, thereby contributing to metabolic and immune adaptations. Although research findings indicate a positive association between green exercise and microbial richness,methodological heterogeneity, and the lack of sufficient randomized controlled trials, require interpretative caution. In terms of practical application, the review documents the need to incorporate environmental microbial diversity into the design of urban, school, and natural environments, framing public health policies such as Green Prescription. In conclusion, reconnecting with nature through exercise is a fundamental prerequisite for microbial well-being and the maintenance of human health.96 σ

    Η αρχή της αυτοτέλειας της διαιτητικής συμφωνίας

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΣτην παρούσα μεταπτυχιακή εργασία επιχειρείται μία εις βάθος ανάλυση της αρχής της αυτοτέλειας της διαιτητικής συμφωνίας, η οποία αποτελεί τη βασικότερη και πιο θεμελιώδη αρχή της συμφωνίας διαιτησίας. Ξεκινώντας με την εισαγωγή, στην οποία γίνεται αναφορά στον θεσμό της διαιτησίας, ως έναν εναλλακτικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών στο διεθνές εμπόριο, ο οποίος τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο διαδεδομένος, στη συνέχεια στα εκάστοτε μέρη της παρούσας εργασίας αναλύονται η έννοια της διαιτητικής συμφωνίας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της δικαιοδοτικής διαδικασίας, η έννοια της αρχής της αυτοτέλειας, ως θεμελιώδη αρχή της διαιτητικής συμφωνίας, με έμφαση την παρουσία της αρχής αυτής τόσο στα νομοθετικά κείμενα, όσο και στη νομολογία και επίσης η έννοια της αρχής της δικαιοδοσίας επί της δικαιοδοσίας (αρχή της competence- competence) και πώς σχετίζεται αυτή με την αρχή της αυτοτέλειας. Επιπρόσθετα γίνεται λόγος για τις παθολογικές διαιτητικές συμφωνίες, για το πώς επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια της διαιτητικής συμφωνίας σε τρίτα μη συμβληθέντα πρόσωπα και πώς η αρχή της αυτοτέλειας βρίσκει εφαρμογή σε αυτή την περίπτωση, ποιο είναι το εφαρμοστέο επί της διαιτητικής συμφωνίας δίκαιο και πώς ελέγχεται η διαιτητική συμφωνία ενώπιον των κρατικών δικαστηρίων. Τέλος η παρούσα εργασία κλείνει με έναν επίλογο, όπου η γράφουσα εκθέτει σκέψεις και συμπεράσματα.69 σ

    views of minority education teachers

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 79-81Πρόγραμμα Εξομοίωσης Αποφοίτων Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (Ε.Π.Α.Θ.) 2016-17, 2022-23, 2023-24Η παρούσα πτυχιακή εργασία έχει ως σκοπό τη διερεύνηση της αξιοποίησης της εικόνας και του εικονογραφικού υλικού στη διδακτική πράξη του δημοτικού σχολείου, με έμφαση στη μειονοτική εκπαίδευση της Θράκης. Ειδικότερα, επιδιώκεται η αποτύπωση των απόψεων των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε μειονοτικά σχολεία αναφορικά με τη χρήση οπτικών μέσων στη διδασκαλία. Η έρευνα ακολουθεί ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση και βασίζεται στη μέθοδο της ημιδομημένης συνέντευξης. Μέσα από την ανάλυση των δεδομένων επιχειρείται να αναδειχθούν οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή και χρήση εικονογραφικού υλικού στην εκπαίδευση, οι τρόποι αξιοποίησης του, καθώς και η ανάγκη επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών για την καλύτερη αξιοποίηση των εικόνων σε μία διδασκαλία. Η εργασία φιλοδοξεί να συμβάλει στον επιστημονικό διάλογο γύρω από την σπουδαιότητα της χρήσης εικονογραφικού υλικού σε μία διδασκαλία και να συνεισφέρει, έστω κι ελάχιστα, στη βελτίωση της εκπαιδευτικής πρακτικής στη μειονοτική εκπαίδευση.The present undergraduate thesis aims to investigate the use of images and illustrative material in teaching practice in primary education, with particular emphasis on minority education in Thrace. More specifically, the study seeks to explore the views of teachers working in minority schools regarding the use of visual media in the teaching process. The research adopts a qualitative methodological approach and is based on semi-structured interviews. Through data analysis, the study attempts to highlight the factors that influence the selection and use of illustrative material in education, the ways in which it is utilized in the classroom, as well as the need for teacher training in order to enhance the effective pedagogical use of images in teaching. This thesis aspires to contribute to the academic discussion on the importance of using illustrative material in teaching and to offer, even to a limited extent, insights that may support the improvement of educational practice in minority education.104 σ

    secondary Education teachers' views

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 72-76Στο σύγχρονο ελληνικό σχολικό περιβάλλον, η ψηφιακή επικοινωνία μεταξύ σχολείου και οικογένειας αποκτά ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της μαθησιακής πορείας των μαθητών και στη συνεργασία εκπαιδευτικών και γονέων. Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά την ψηφιακή επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με έμφαση στον ρόλο των ψηφιακών μέσων στη διαχείριση της σχολικής καθημερινότητας και στη συνεργασία σχολείου– οικογένειας. Η έρευνα επικεντρώνεται στις απόψεις και στις εμπειρίες φιλολόγων που υπηρετούν σε σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και επιδιώκει να αποτυπώσει τους τρόπους, τους σκοπούς και τα προβλήματα της ψηφιακής επικοινωνίας με τους γονείς. Η μελέτη βασίστηκε σε ποιοτική μεθοδολογία και συγκεκριμένα σε ημιδομημένες συνεντεύξεις με δέκα εν ενεργεία φιλολόγους εκπαιδευτικούς. Από την ανάλυση του ερευνητικού υλικού προέκυψε ότι τα βασικά μέσα επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται είναι το ψηφιακό σύστημα MySchool και το τηλέφωνο, τα οποία αξιοποιούνται για την ενημέρωση των γονέων. Οι κυριότεροι λόγοι επικοινωνίας αφορούν την παρακολούθηση των απουσιών, τη σχολική επίδοση, τα ζητήματα συμπεριφοράς που προκύπτουν, καθώς και γενικότερα θέματα φοίτησης και διοικητικής οργάνωσης. Παράλληλα, τα ευρήματα ανέδειξαν σημαντικά προβλήματα που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της ψηφιακής επικοινωνίας, όπως η μη επικαιροποίηση των στοιχείων επικοινωνίας των γονέων, καθώς και οι διαφοροποιημένες απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τον βαθμό ψηφιακής εξοικείωσης των γονέων. Συνολικά, τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι η ψηφιακή επικοινωνία αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο στη σύγχρονη σχολική πρακτική.In the contemporary Greek school environment, digital communication between school and family is becoming increasingly significant in supporting students’ learning processes and fostering collaboration between teachers and parents. This postgraduate thesis explores digital communication between educators and parents in secondary education, with an emphasis on the role of digital media in managing daily school life and enhancing school–family cooperation. The research focuses on the perceptions and experiences of philologists working in secondary schools, aiming to capture the means, purposes, and challenges of digital communication with parents. The study is based on a qualitative methodology, specifically semi-structured interviews conducted with ten active philologist teachers. The analysis of the research material revealed that the main communication tools used are the digital platform MySchool and the telephone, primarily for informing parents. The main reasons for communication include monitoring absences, academic performance, behavioral issues, and general matters of attendance and administrative organization. Furthermore, the findings highlighted key issues affecting the effectiveness of digital communication, such as the lack of updated parent contact information and the differing perceptions among teachers regarding parents’ level of digital literacy. Overall, the results demonstrate that digital communication has become an essential tool in modern school practice.78 σ

    views of primary education teachers

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 71-79Η εργασία αυτή πραγματεύεται την αξιοποίηση του πειράματος στη διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών, μέσα από τις απόψεις εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αποσκοπεί στην αποτύπωση, ανάλυση και ανάδειξη των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με τη χρήση και την εκπαιδευτική αξία των πειραμάτων στο μάθημα των Φυσικών Επιστημών. Παράλληλα, επιδιώκεται η διερεύνηση του βαθμού ετοιμότητας των εκπαιδευτικών όσον αφορά στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πειραματικών δραστηριοτήτων στο εν λόγω γνωστικό αντικείμενο. Μετά τη θεωρητική προσέγγιση του θέματος και την ανάδειξη σχετικών ερευνών, παρουσιάζονται οι απόψεις των εκπαιδευτικών για την αποτελεσματική χρήση των πειραμάτων, τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν και την στήριξη που επιθυμούν από την πολιτεία. Τα αποτελέσματα προέκυψαν μέσα από δέκα συνεντεύξεις εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η στάση των εκπαιδευτικών είναι θετική απέναντι στη χρήση πειραμάτων στις Φυσικές Επιστήμες, αναγνωρίζοντας τα πολλαπλά οφέλη ενώ αντιμετωπίζουν εμπόδια όπως η έλλειψη υλικών, χρόνου και επιμορφώσεων. Η ανάγκη εμπλοκής της πολιτείας κρίνεται καθοριστική για να ξεπεραστούν όλα αυτά τα εμπόδια.This study addresses the use of experiments in the teaching of Natural Sciences through the perspectives of primary education teachers. It aims to capture, analyze, and highlight the perceptions of primary education teachers regarding the use and educational value of experiments in Natural Sciences lessons. At the same time, it seeks to investigate the level of readiness of teachers in designing and implementing experimental activities in this subject area. After the theoretical approach to the topic and the presentation of relevant research, the teachers’ views on the effective use of experiments, the obstacles they face, and the support they expect from the state are presented. The results emerged from ten interviews with primary education teachers. The teachers’ attitude towards the use of experiments in Natural Sciences is positive, recognizing their multiple benefits, while facing obstacles such as lack of materials, time, and training. The involvement of the state is considered crucial to overcome all these obstacles.81 σ

    The impact of gut microbiome dysbiosis on the onset and progression of type II diabetes mellitus

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 49-52Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία εξετάζει σε βάθος τον ρόλο της δυσβίωσης του Εντερικού Μικροβιώματος στην εμφάνιση και την εξέλιξη του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου ΙΙ, μιας σύγχρονης μεταβολικής νόσου με αυξανόμενο επιπολασμό παγκοσμίως. Ο ΣΔτ2 χαρακτηρίζεται από χρόνια υπεργλυκαιμία, η οποία προκύπτει από την ινσουλινοαντίσταση και τη σταδιακή δυσλειτουργία των παγκρεατικών β-κυττάρων. Η πολυπαραγοντική φύση της νόσου περιλαμβάνει γενετικούς, περιβαλλοντικούς και επιγενετικούς παράγοντες, με την παχυσαρκία, τον δυτικό τρόπο ζωής και τη χαμηλή φυσική δραστηριότητα να αποτελούν κύριους συντελεστές της διαταραγμένης μεταβολικής ισορροπίας. Οι επιπλοκές του ΣΔτ2 είναι σοβαρές και πολύπλευρες, περιλαμβάνοντας μικροαγγειακές βλάβες όπως διαβητική αμφιβληστροπάθεια, νεφροπάθεια και νευροπάθεια, καθώς και μακροαγγειακά συμβάματα όπως καρδιαγγειακή νόσο και αυξημένο κίνδυνο αγγειακών επεισοδίων. Το Εντερικό Μικροβίωμα αποτελεί ένα δυναμικό και εξαιρετικά πολύπλοκο οικοσύστημα, το οποίο συμβάλλει στη μεταβολική, ανοσολογική και νευροενδοκρινική λειτουργία του οργανισμού. Σε κατάσταση ευβίωσης, τα μικρόβια συμμετέχουν σε κρίσιμες διεργασίες, όπως η παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου (SCFAs), η ενίσχυση του εντερικού φραγμού, η ρύθμιση της γλυκόζης και η ανοσοτροποποίηση. Αντιθέτως, η δυσβίωση, δηλαδή η ποιοτική και ποσοτική διαταραχή του μικροβιώματος, οδηγεί σε αυξημένη εντερική διαπερατότητα, μεταφορά λιποπολυσακχαριτών (LPS) στη συστηματική κυκλοφορία και εγκατάσταση χρόνιας χαμηλού βαθμού φλεγμονής, η οποία αποτελεί κεντρικό παθογενετικό μηχανισμό για την ανάπτυξη ινσουλινοαντίστασης και μεταβολικής δυσλειτουργίας. Έρευνες καταδεικνύουν ότι τα άτομα με ΣΔτ2 παρουσιάζουν μειωμένη μικροβιακή ποικιλότητα και διαφοροποιημένη αφθονία ειδών, με ελάττωση ωφέλιμων βακτηρίων που παράγουν SCFAs και αύξηση προφλεγμονωδών μικροβιακών ομάδων. Επιπλέον, μεταβολικά μονοπάτια που σχετίζονται με BCAAs, χολικά οξέα και φλεγμονώδεις μεταβολίτες διαταράσσονται σημαντικά, ενισχύοντας τη μεταβολική αστάθεια των ασθενών με διαβήτη. Η εργασία εξετάζει επίσης τις θεραπευτικές προοπτικές που στοχεύουν στο μικροβίωμα. Παρεμβάσεις όπως η υγιεινή διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες, η τακτική άσκηση και η απώλεια βάρους έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές στη βελτίωση της μικροβιακής ισορροπίας και της γλυκαιμικής ρύθμισης. Επιπλέον, προβιοτικά, πρεβιοτικά, συμβιοτικά και μεταμοσχεύσεις κοπράνων (FMT) αποτελούν νέα θεραπευτικά εργαλεία με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, αν και απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση λόγω πιθανών κινδύνων, ειδικά σε ευάλωτες ομάδες. Η φαρμακευτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένης της μετφορμίνης, φαίνεται επίσης να ασκεί μέρος της δράσης της μέσω τροποποίησης της εντερικής μικροχλωρίδας, γεγονός που αναδεικνύει το μικροβίωμα ως μελλοντικό θεραπευτικό στόχο. Συνολικά, η παρούσα εργασία αναδεικνύει ότι η δυσβίωση του εντερικού μικροβιώματος δεν αποτελεί απλώς συνοδό εύρημα, αλλά έναν ενεργό μεσολαβητή στην παθογένεση του ΣΔτ2. Η κατανόηση της διασύνδεσης μεταξύ μικροβιώματος και μεταβολισμού ανοίγει νέους δρόμους για καινοτόμες, εξατομικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις με στόχο την πρόληψη, τον έλεγχο και τη μακροχρόνια διαχείριση της νόσου. Η συστηματική έρευνα είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της κλινικής εφαρμοσιμότητας τέτοιων παρεμβάσεων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών με ΣΔτ2.This Master's thesis explores the role of gut microbiome dysbiosis in the onset and progression of Type 2 Diabetes Mellitus (T2DM), a globally prevalent metabolic disease characterized by chronic hyperglycemia resulting from insulin resistance and β-cell dysfunction. The multifactorial nature of T2DM involves genetic, environmental and epigenetic determinants, with obesity, sedentary lifestyle and Western dietary patterns contributing decisively to metabolic imbalance. T2DM is associated with severe microvascular and macrovascular complications, including diabetic retinopathy, nephropathy, neuropathy, cardiovascular disease and increased risk of stroke, underscoring its significant public health burden. The gut microbiome, a complex and dynamic ecosystem, plays a central role in metabolic regulation, immune modulation and neuroendocrine communication. Under eubiotic conditions, microbial communities contribute to essential functions such as the production of short-chain fatty acids (SCFAs), reinforcement of intestinal barrier integrity, glucose regulation and immune homeostasis. Conversely, dysbiosis disrupts microbial diversity and function, increases intestinal permeability and promotes metabolic endotoxemia through the translocation of lipopolysaccharides (LPS), triggering chronic low-grade inflammation, a recognized driver of insulin resistance and metabolic deterioration. Evidence indicates that individuals with T2DM present reduced microbial diversity and altered abundance of key bacterial taxa, including decreased SCFA-producing species and increased pro-inflammatory microbes. Disturbances in microbial metabolites, such as BCAAs, bile acids and inflammatory signaling molecules, further exacerbate metabolic dysfunction and glycemic instability. The thesis also examines therapeutic strategies targeting the gut microbiome. Lifestyle interventions, including fiber-rich diets, structured physical activity and weight reduction, have shown significant benefits for microbiome restoration and glycemic control. Additionally, probiotics, prebiotics, synbiotics and fecal microbiota transplantation (FMT) represent emerging therapeutic tools with promising, yet still evolving, clinical applicability. Particular caution is advised in vulnerable patient groups, as long-term microbial interventions may carry potential risks. Pharmacological treatments, such as metformin, also exert part of their glucose-lowering effect through modulation of gut microbial composition, highlighting the microbiome as a future therapeutic target. Overall, this thesis demonstrates that gut microbiome dysbiosis is not merely an accompanying feature of T2DM but an active mediator of its pathogenesis. Understanding the interplay between microbial ecology and host metabolism provides a foundation for innovative, personalized therapeutic approaches aimed at prevention, metabolic control and long-term disease management. Continued research is essential to translate microbiome-based interventions into effective clinical applications and improve outcomes for individuals living with T2DM.52 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇