Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Are children and adolescents conceived via assisted reproductive technology ( ART ) at increased risk?

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 66-74Οι τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχουν μεταμορφώσει την αναπαραγωγική ιατρική, επιτρέποντας τη σύλληψη για άτομα και ζευγάρια που αντιμετωπίζουν υπογονιμότητα. Αυτή η μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα για την υγεία και την ανάπτυξη παιδιών και εφήβων που συλλαμβάνονται μέσω ART, με ιδιαίτερη έμφαση στη διάκριση των διαδικαστικών κινδύνων από εκείνους που σχετίζονται με το γενετικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Βασιζόμενη σε πρόσφατη βιβλιογραφία επιδημιολογικών, κλινικών, γενετικών και επιγενετικών μελετών, η παρούσα ανάλυση εξετάζει τις περιγεννητικές επιπλοκές, τις συγγενείς ανωμαλίες, τη γνωστική και νευροψυχιατρική ανάπτυξη και τα καρδιομεταβολικά προφίλ των IVF απογόνων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους μεθοδολογικούς περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένων των συγχυτικών κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, της μεροληψίας επιλογής, καθώς και της προκατάληψης επιτήρησης (surveillance bias), δηλαδή της αυξημένης πιθανότητας εντοπισμού διαταραχών και επιπλοκών λόγω της εντατικότερης ιατρικής παρακολούθησης που υφίστανται τα παιδιά που έχουν συλληφθεί με ART σε σύγκριση με τα παιδιά που συλλαμβάνονται φυσιολογικά. Η μεταπτυχιακή εργασία υποστηρίζει ότι ενώ η ART σχετίζεται με μέτρια αύξηση σε ορισμένα δυσμενή αποτελέσματα, πολλοί από αυτούς τους κινδύνους μπορούν να αποδοθούν σε μητρικούς και πατρικούς παράγοντες, παρά στις ίδιες τις διαδικασίες ART. Οι επιγενετικές τροποποιήσεις προσφέρουν μια εύλογη μηχανιστική σύνδεση μεταξύ των πρωτοκόλλων ART και των μακροπρόθεσμων φαινοτύπων, αν και οι λειτουργικές συνέπειες παραμένουν υπό διερεύνηση. Ηθικές και πολιτικές σκέψεις υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα ολοκληρωμένων πλαισίων παρακολούθησης. Τα ευρήματα υποστηρίζουν ένα μοντέλο συγκρατημένης αισιοδοξίας, όπου η ART αναγνωρίζεται ως γενικά ασφαλής αλλά πρέπει να υπόκειται σε συνεχή έλεγχο για να διασφαλιστούν βέλτιστα αποτελέσματα για την υγεία των μελλοντικών γενεών.Assisted reproductive technologies have transformed reproductive medicine by enabling conception for individuals and couples facing infertility. This thesis explores the long-term health and developmental outcomes of children and adolescents conceived via ART, with a particular focus on distinguishing procedural risks from those associated with parental background. Drawing on recent epidemiological, clinical, genetic, and epigenetic literature, the analysis examines perinatal complications, congenital anomalies, cognitive and neuropsychiatric development, and cardiometabolic profiles. Special emphasis is placed on methodological limitations, including confounding, selection bias, and surveillance effects. The thesis argues that while ART is associated with modest increases in certain adverse outcomes, many of these risks can be attributed to maternal and paternal factors, rather than to the ART procedures themselves. Epigenetic modifications offer a plausible mechanistic link between ART protocols and long-term phenotypes, though functional consequences remain under investigation. Ethical and policy considerations underscore the necessity of comprehensive, equitable monitoring and follow-up frameworks. The findings support a model of cautious optimism, wherein ART is recognized as broadly safe but deserving of continued scrutiny to ensure optimal outcomes for future generations74 σ

    Numerical solution of the Friedmann equation and study of cosmic expansion in different matter and energy scenarios

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 140-143Η εξίσωση Friedmann, που προκύπτει από τις εξισώσεις πεδίου του Einstein για ένα ομογενές και ισότροπο σύμπαν, αποτελεί βασική μαθηματική φόρμουλα για την περιγραφή της κοσμικής δυναμικής μέσω της χρονικής εξέλιξης της διαστολής του σύμπαντος. Η πολυπλοκότητα και η μη γραμμικότητα της εξίσωσης καθιστούν την αναλυτική λύση της περιορισμένη σε απλοποιημένα μοντέλα, ενώ για γενικότερα κοσμολογικά σενάρια απαιτείται αριθμητική προσέγγιση. Στην παρούσα μελέτη εφαρμόζονται και συγκρίνονται τρεις κλασικές αριθμητικές μέθοδοι επίλυσης συνηθισμένων διαφορικών εξισώσεων: η μέθοδος Euler, η μέθοδος Runge-Kutta 4ης τάξης και η μέθοδος Adams-Bashforth 4ης τάξης. Η υλοποίηση πραγματοποιείται στο περιβάλλον προγραμματισμού R, με έμφαση στην ανάλυση της σταθερότητας, της ακρίβειας και της υπολογιστικής αποδοτικότητας κάθε μεθόδου. Εξετάζεται η εξέλιξη της διαστολής υπό ποικίλες κοσμολογικές παραμέτρους όπως της ύλης, της ακτινοβολίας και της σκοτεινής ενέργειας. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η μέθοδος Runge-Kutta παρέχει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ ακρίβειας και υπολογιστικού κόστους, ενώ η Adams-Bashforth, ως πολυβηματική μέθοδος, προσφέρει βελτιωμένη αποδοτικότητα σε μακροχρόνιες προσομοιώσεις, με τη μέθοδο Euler να παρουσιάζει περιορισμένη ακρίβεια αλλά απλότητα στην υλοποίηση. Η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της επιλογής κατάλληλης αριθμητικής μεθόδου στην προσομοίωση μοντέλων για την μελέτη του σύμπαντος και προτείνει κατευθύνσεις για περαιτέρω έρευνα.The Friedmann equation, derived from Einstein’s field equations for a homogeneous and isotropic universe, constitutes a fundamental mathematical formula for describing cosmic dynamics through the temporal evolution of the universe’s expansion. The complexity and nonlinearity of the equation limit its analytical solution to simplified models, while more general cosmological scenarios require numerical approaches. In the present study, three classical numerical methods for solving ordinary differential equations are applied and compared: the Euler method, the fourth-order Runge–Kutta method, and the fourth-order Adams–Bashforth method. The implementation is carried out in the R programming environment, with emphasis on analyzing the stability, accuracy, and computational efficiency of each method. The evolution of cosmic expansion is examined under various cosmological parameters, such as matter, radiation, and dark energy. The results demonstrate that the Runge–Kutta method provides the best balance between accuracy and computational cost, while the Adams–Bashforth method, as a multistep approach, offers improved efficiency in long-term simulations. The Euler method, although limited in accuracy, stands out for its simplicity of implementation. The study highlights the importance of selecting an appropriate numerical method for modeling and simulating cosmological systems and proposes directions for future research.166 σ

    secondary school teachers’ perspectives

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 84-100Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία επιδιώκει να διερευνήσει τις απόψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τη χρήση του ψηφιακού εκπαιδευτικού παιχνιδιού στη διδασκαλία των μαθηματικών, τα παιδαγωγικά οφέλη που απορρέουν από την ενσωμάτωσή του στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και τις δυσκολίες και προκλήσεις που συναντούν οι εκπαιδευτικοί κατά την εφαρμογή του στη σχολική πράξη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, συλλέχθηκαν ερευνητικά δεδομένα μέσω δέκα ημιδομημένων συνεντεύξεων με εκπαιδευτικούς που υπηρετούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση οδηγού συνέντευξης ο οποίος επέτρεψε την εις βάθος καταγραφή των εμπειριών, των στάσεων και των αντιλήψεων των συμμετεχόντων. Η επιλογή της ποιοτικής προσέγγισης κρίθηκε ιδιαίτερα κατάλληλη, καθώς παρείχε τη δυνατότητα συλλογής προσωπικών αφηγήσεων και ερμηνειών σχετικά με τη χρήση των ψηφιακών εκπαιδευτικών παιχνιδιών στη διδασκαλία των μαθηματικών. Από την ανάλυση του ερευνητικού υλικού προέκυψε ότι οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν τη σημαντική συμβολή του ψηφιακού παιχνιδιού στην ενίσχυση του μαθησιακού κινήτρου, της ενεργού συμμετοχής των μαθητών και της εννοιολογικής κατανόησης των μαθηματικών. Ταυτόχρονα, αναδείχθηκαν παράγοντες που δυσχεραίνουν την αποτελεσματική ενσωμάτωσή του στη διδακτική πράξη, όπως η έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης, οι περιορισμένες υλικοτεχνικές υποδομ ές των σχολείων και ο απαιτούμενος χρόνος.The present master’s thesis seeks to investigate the views of secondary education teachers regarding the use of digital educational games in the teaching of mathematics, the pedagogical benefits arising from their integration into the educational process, as well as the difficulties and challenges that teachers encou nter during their implementation in school practice. To achieve this aim, research data were collected through ten semi structured interviews with teachers serving in secondary education. The interviews were conducted using an interview guide, which allowe d for an in depth recording of the participants’ experiences, attitudes, and perceptions. The choice of a qualitative approach was considered particularly appropriate, as it provided the opportunity to collect personal narratives and interpretations concer ning the use of digital educational games in the teaching of mathematics. The analysis of the research material revealed that teachers recognize the significant contribution of digital games to enhancing learning motivation, students’ active participation, and conceptual understanding of mathematics. At the same time, factors that hinder their effective integration into teaching practice were highlighted, such as the lack of adequate training, the limited material and technological infrastructure of schools , and the time required required.106 σ

    Scheduling and Quantitative Risk Analysis using software in a construction project of a residential complex of three buildings with underground parking and an underground swimming pool in Pylaia, Thessaloniki

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 63-64Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τον χρονοπρογραμματισμό και την ανάλυση χρονικού κινδύνου σε σύνθετα κατασκευαστικά έργα, με εφαρμογή σε μελέτη περίπτωσης πολυκτιριακού οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή της Πυλαίας Θεσσαλονίκης. Αρχικά, παρουσιάζεται το θεωρητικό υπόβαθρο της διαχείρισης κατασκευαστικών έργων, με έμφαση στις μεθόδους χρονοπρογραμματισμού, τους περιορισμούς πόρων και τη διαχείριση αβεβαιότητας και κινδύνου. Στη συνέχεια, αναπτύσσεται η μεθοδολογική προσέγγιση που ακολουθήθηκε, η οποία συνδυάζει ντετερμινιστικό χρονοπρογραμματισμό βάσει CPM, ενσωμάτωση περιορισμών πόρων και ποσοτική ανάλυση χρονικού κινδύνου μέσω προσομοίωσης Monte Carlo. Στο πλαίσιο της μελέτης περίπτωσης, κατασκευάστηκε αναλυτικό χρονοδιάγραμμα του έργου σε περιβάλλον εξειδικευμένου λογισμικού, ορίστηκε ημερολόγιο εργασίας με εξαήμερη εβδομάδα, ενσωματώθηκαν επίσημες αργίες και περίοδοι διακοπών, και προσδιορίστηκε το baseline χρονοδιάγραμμα. Η συνολική διάρκεια του έργου εκτιμήθηκε ντετερμινιστικά σε 632 ημέρες, με ημερομηνία έναρξης 22/12/2025 και ολοκλήρωσης 11/05/2028. Ακολούθως, επιλέχθηκαν κρίσιμες δραστηριότητες, ορίστηκαν στοχαστικές κατανομές διαρκειών και εκτελέστηκε προσομοίωση Monte Carlo. Από τα αποτελέσματα προέκυψαν δείκτες αξιοπιστίας του χρονοδιαγράμματος, με P50 = 664 ημέρες και P80 = 671 ημέρες, καταδεικνύοντας την ύπαρξη σημαντικού χρονικού κινδύνου σε σχέση με το αρχικό baseline. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι ο παραδοσιακός ντετερμινιστικός προγραμματισμός δεν επαρκεί για την αξιόπιστη πρόβλεψη της διάρκειας σύνθετων κατασκευαστικών έργων, και ότι η ενσωμάτωση ποσοτικής ανάλυσης χρονικού κινδύνου προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στη λήψη αποφάσεων και στον καθορισμό ρεαλιστικών χρονικών αποθεμάτων.This thesis investigates construction project scheduling and schedule risk analysis, with application to a case study of a multi-building residential complex in Pylaia, Thessaloniki. First, the theoretical background of construction project management is presented, focusing on scheduling methods, resource constraints, uncertainty and risk management. Subsequently, the adopted methodological framework is developed, combining deterministic CPM scheduling, resource-constrained scheduling and quantitative schedule risk analysis through Monte Carlo simulation. Within the case study, a detailed project schedule was developed in specialized project management software. A six-day working calendar was defined, including official holidays and vacation periods, and a baseline schedule was established. The deterministic total project duration was calculated as 632 days, with project start on 22/12/2025 and completion on 11/05/2028. Critical and near-critical activities were then selected, stochastic duration distributions were assigned and Monte Carlo simulation was performed. The resulting reliability indicators yielded P50 = 664 days and P80 = 671 days, indicating a considerable schedule risk compared to the deterministic baseline. The findings confirm that traditional deterministic scheduling is insufficient for reliable duration forecasting in complex construction projects. The integration of quantitative schedule risk analysis provides valuable support for decision-making and realistic determination of schedule contingencies.69 σ

    Conceptualizations of psychosis and psychotherapeutic approaches

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 70-92Η παρούσα εργασία επιχειρεί να μελετήσει σε βάθος την έννοια της ψύχωσης, παρακολουθώντας την ιστορική της εξέλιξη, την επιδημιολογία, τους παράγοντες κινδύνου, τα διαγνωστικά πλαίσια και τις ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Υπογραμμίζει τις βασικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης της γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας (CBT), της ψυχαναλυτικής θεραπείας, της συστημικής θεραπείας, της θεραπείας Gestalt, της ψυχοεκπαίδευσης και κάποιων κοινοτικών μοντέλων ψυχιατρικής συζητώντας για το πώς τα θεωρητικά θεμέλια των ανωτέρω και οι τεχνικές τους συμβάλλουν στην εξέλιξη της νόσου. Η ιστορική εξέλιξη της κατανόησης της ψύχωσης εκτείνεται από τα πρώιμα βιολογικά μοντέλα, έως τα σύγχρονα βιοψυχοκοινωνικά πλαίσια. Η επιδημιολογική έρευνα προσδιορίζει γενετικούς, νευροβιολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου. Οι διαγνωστικές εξελίξεις αντικατοπτρίζουν τη μετατόπιση από μοντέλα κατηγοριών σε μοντέλα διαστάσεων, βελτιώνοντας τη διαγνωστική ακρίβεια. Η CBT στοχεύει σε μη προσαρμοστικά μοτίβα σκέψης, ενώ οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις διερευνούν τη συμπτωματολογία βάσει ασυνείδητων συγκρούσεων. Η συστημική θεραπεία δίνει έμφαση στη δυναμική της οικογένειας και η θεραπεία Gestalt προωθεί την αυτογνωσία μέσω τεχνικών που εστιάζουν στο παρόν. Η ψυχοεκπαίδευση ενισχύει την κατανόηση των ασθενών και της οικογένειας, προάγοντας την τήρηση της θεραπείας και μειώνοντας τον κίνδυνο υποτροπής. Τέλος, τα κοινοτικά μοντέλα ψυχιατρικής στοχεύουν στη διαχείριση της νόσου εντός της κοινότητας και στην ανάκαμψη του ατόμου μέσα από διαδικασίες που θα αναδεικνύουν το υποκειμενικό του νόημα. Η από κοινού αντιμετώπιση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών διαστάσεων προάγει την ολιστική ανάκαμψη και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Για τη διασφάλιση της προόδου της διαχείρισης της ψύχωσης η μελλοντική έρευνα απαιτεί τη μακροχρόνια διερεύνηση εξατομικευμένων ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων. The present paper seeks to examine in depth the concept of psychosis, tracing its historical development, epidemiology, risk factors, diagnostic frameworks, and psychotherapeutic interventions. It highlights the main therapeutic approaches, including Cognitive Behavioral Therapy (CBT), psychoanalytic therapy, systemic therapy, Gestalt therapy, psychoeducation, and several community psychiatry models, discussing how their theoretical foundations and techniques contribute to the course and progression of the disorder. The historical evolution of the understanding of psychosis extends from early biological models to contemporary biopsychosocial frameworks. Epidemiological research identifies genetic, neurobiological, and environmental risk factors. Diagnostic developments reflect a shift from categorical models to dimensional models, thereby improving diagnostic accuracy. CBT targets maladaptive thought patterns, while psychoanalytic approaches explore symptomatology in terms of unconscious conflicts. Systemic therapy emphasizes family dynamics, and Gestalt therapy fosters self-awareness through present-focused techniques. Psychoeducation enhances the understanding of both patients and their families, promoting treatment adherence and reducing relapse risk. Finally, community psychiatry models aim to manage the disorder within the community, supporting personal recovery through processes that highlight subjective meaning. The integrated treatment of biological, psychological, and social dimensions promotes holistic recovery and improved quality of life. To ensure progress in the management of psychosis, future research must pursue the long-term investigation of individualized psychotherapeutic approaches.92 σ

    Ιατρική αμέλεια & συγκλίνουσα αμέλεια ιατρών

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την ιατρική ευθύνη και την ποινική αντιμετώπιση της ιατρικής αμέλειας στο πλαίσιο του Ποινικού Δικαίου. Πιο συγκεκριμένα αναλύεται, η έννοια της ιατρικής πράξης και οι θεωρίες που αφορούν την ποινική της αξιολόγηση της, μέσα από το σύγχρονο πρότυπο επιμέλειας του ιατρού. Κεντρικό σημείο αποτελεί η εμβάθυνση στην έννοια της αμέλειας, των στοιχείων και των μορφών της («ενσυνείδητη και μη αμέλεια», «αμέλεια με πράξη ή παράλειψη», «αμέλεια του αναλαμβάνειν- αμέλεια του αναθέτειν»), προκειμένου να διαπιστωθούν οι προϋποθέσεις κατάγνωσης της ποινικής ευθύνης του εκάστοτε ιατρού και η δυνατότητα αποτροπής του επιβλαβούς αποτελέσματος. Επιπλέον, αντικείμενο εμβάθυνσης, μέσα από την παράθεση νομολογιακών ζητημάτων αποτέλεσε η εξέταση των σταδίων εμφάνισης του ιατρικού σφάλματος (διάγνωση, εσφαλμένη θετική ενέργεια, θεραπευτική πράξη ή παράλειψη ενδεδειγμένης ενέργειας). Τέλος, αντικείμενο της παρούσας, αποτέλεσε, η εξέταση των κριτηρίων και των περιπτώσεων κατάφασης συγκλίνουσας αμελούς δράσης περισσότερων ιατρών, τόσο στα πλαίσια της οριζόντιας κατανομής αρμοδιοτήτων των ειδικών ιατρών, (ιδίως μεταξύ χειρούργου- αναισθησιολόγου), όσο και στα πλαίσια της κάθετης κατανομής τους (συγκλίνουσα δράση ειδικού-ειδικευόμενου).119 σ

    the Role of Values in the Functioning of the School Unit

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 86-101Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή διερευνά τον ρόλο της ηθικής ηγεσίας στη λειτουργία της σχολικής μονάδας, εστιάζοντας στη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ των ηθικών αξιών και του θεσμικού πλαισίου διοίκησης. Σκοπός της έρευνας είναι να αναδείξει πώς οι διευθυντές διαχειρίζονται την πολυπλοκότητα και τα ηθικά διλήμματα της σύγχρονης σχολικής πραγματικότητας, όπου η ανάγκη για ένταξη, δημοκρατικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη προσκρούει συχνά σε γραφειοκρατικές ακαμψίες. Στο θεωρητικό μέρος αναλύονται οι έννοιες της ηθικής ηγεσίας, η διάκριση μεταξύ Ηθικού Προσώπου (Moral Person) και Ηθικού Διαχειριστή (Moral Manager), καθώς και η συμβολή της ηθικής της Φροντίδας και των Αρετών στη διαμόρφωση παιδαγωγικής κουλτούρας. Η έρευνα ακολούθησε ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση, με τη διεξαγωγή ημι-δομημένων συνεντεύξεων σε δέκα διευθυντές σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν. Έβρου. Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν ότι η ηθική ηγεσία στην πράξη συγκροτείται γύρω από τέσσερις πυλώνες. Την ειλικρίνεια, το ηθικό θάρρος, την κοινωνική δικαιοσύνη μέσω της αρχής της ανάγκης, και την ανάδειξη της ευτυχίας των μελών της κοινότητας ως δείκτη επιτυχίας. Ωστόσο, αναδεικνύεται ως κεντρικό ζήτημα η Ηθική Δυσφορία των ηγετών, η οποία προκύπτει από τη σύγκρουση μεταξύ του ηθικού τους καθήκοντος και ενός συστήματος που συχνά ποινικοποιεί την πρωτοβουλία και τη φροντίδα. Η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση ηθικής ηγεσίας στην Ελλάδα βασίζεται υπερβολικά στο προσωπικό φιλότιμο και το ηθικό σθένος του διευθυντή. Προτείνεται η θεσμική θωράκιση των διευθυντών, η ενίσχυση της παιδαγωγικής τους αυτονομίας και η μετάβαση από μια ποσοτική γραφειοκρατική αξιολόγηση σε μια ποιοτική προσέγγιση που θα προάγει το «Αγαθό» στη σχολική κοινότητα. Επίσης αξίζει να σημειωθεί πως ο μικρός αριθμός του δείγματος της έρευνας καθώς και ότι το συγκεκριμένο δείγμα της έρευνας αφορά μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, φανερώνουν της ανάγκη για περαιτέρω έρευνα αυτού του ζητήματος όπως και διερεύνηση των απόψεων ενός ευρύτερου φάσματος του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.This postgraduate thesis investigates the role of ethical leadership in the operation of the school unit, focusing on the dynamic interaction between moral values and the institutional framework of administration. The aim of this study is to highlight how school principals manage the complexity and ethical dilemmas of a contemporary school reality, where the need for inclusion, democratic practices, and social justice often clashes with bureaucratic rigidities. In the theoretical section, the concepts of ethical leadership are analyzed, including the distinction between the Moral Person and the Moral Manager, as well as the contribution of the Ethics of Care and Virtue Ethics to the formation of a pedagogical culture. The research adopted a qualitative methodological approach, conducting semi-structured interviews with ten principals of Primary and Secondary Education school units in the Regional Unit of Evros. The findings indicate that ethical leadership in practice is structured around four pillars: honesty, moral courage, social justice through the principle of need, and the promotion of the well-being and happiness of community members as an indicator of success. However, a central issue that emerges is the moral distress of leaders, which arises from the conflict between their moral duty and a system that often penalizes initiative and care. The thesis concludes that the exercise of ethical leadership in Greece relies excessively on the personal sense of philotimo (moral commitment) and the moral fortitude of the principal. It proposes the institutional protection of school leaders, the strengthening of their pedagogical autonomy, and a shift from quantitative, bureaucratic evaluation toward a qualitative approach that promotes the “Common Good” within the school community. Finally, it should be noted that the small sample size and the fact that the study concerns a specific geographical area indicate the need for further research on this issue, as well as the exploration of the views of a broader spectrum of the Greek educational system.102 σ

    Bioethical approaches in neuroscientific research

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 72 - 90Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη νευροηθική ως σύγχρονο, διεπιστημονικό πεδίο που συνδέει την επιστήμη του εγκεφάλου και τον νου με την ηθική φιλοσοφία. Ειδικότερα, διερευνά τη σχέση της νευροεπιστήμης με την ηθική κρίση και τις σύγχρονες νευροτεχνολογίες, καθώς και την αλληλεπίδραση μεταξύ εγκεφαλικών διεργασιών και νοητικών λειτουργιών, δίνοντας έμφαση στον ρόλο των νευρωνικών δικτύων. Η ραγδαία ανάπτυξη των νευροτεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης έχει αναδείξει νέα ηθικά ζητήματα που αφορούν την αυτονομία, την προσωπική ταυτότητα και τα δικαιώματα του ατόμου. Αναλύονται οι βασικές αρχές της βιοηθικής και της νευροηθικής και εξετάζεται η σημασία τους στο πλαίσιο της νευροεπιστημονικής έρευνας. Παράλληλα, προσεγγίζονται θεωρίες συνείδησης και η σχέση τους με την ηθική συμπεριφορά, αναδεικνύοντας ότι η ηθική κρίση αποτελεί αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλαπλών νευρωνικών συστημάτων και δεν εντοπίζεται σε μία μεμονωμένη εγκεφαλική περιοχή. Η ηθική συμπεριφορά προσεγγίζεται ως σύνθετη λειτουργία που συνδυάζει συναίσθημα, γνωστικό έλεγχο και κοινωνική αντίληψη. Η έννοια της ελεύθερης βούλησης εξετάζεται σε συνάρτηση με τα νευρωνικά δίκτυα και την ηθική ευθύνη, όχι μόνο από φιλοσοφική σκοπιά αλλά και ως ζήτημα με πρακτικές προεκτάσεις σε θεραπευτικό επίπεδο (π.χ. DBS), κοινωνικό επίπεδο (εφαρμογή της αυτονομίας στην πράξη) και νομικό επίπεδο (βλάβες σε περιοχές που σχετίζονται με τον αυτοέλεγχο και ο καταλογισμός ευθύνης). Επιπλέον, παρουσιάζονται τεχνολογίες όπως η DBS, η TMS, τα BCI, η νευροενίσχυση και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης σε κλινικά πλαίσια, με έμφαση στα όρια μεταξύ θεραπείας και ενίσχυσης, καθώς και στα ζητήματα ιδιωτικότητας και ευθύνης. Η εργασία διαρθρώνεται σε δύο μέρη, το θεωρητικό και το ερευνητικό. Το θεωρητικό μέρος αναπτύσσει το εννοιολογικό και ηθικό πλαίσιο της μελέτης, ενώ το ερευνητικό μέρος διερευνά τις στάσεις και τους προβληματισμούς του γενικού πληθυσμού. Πραγματοποιήθηκε ποσοτική έρευνα με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου (Ν = 109), με σκοπό τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ ηθικής ταυτότητας και ηθικών επιλογών, καθώς και ζητημάτων αυτοελέγχου, ηθικής ευθύνης, μεταβολών της ηθικής κρίσης και στάσεων απέναντι στις νευροτεχνολογικές παρεμβάσεις. Τα ευρήματα αναδεικνύουν προβληματισμό και αβεβαιότητα των συμμετεχόντων σχετικά με έννοιες όπως η ελεύθερη βούληση, η νευροπλαστικότητα και οι τεχνολογικές παρεμβάσεις, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται περιορισμένη εξοικείωση με ορισμένες αναδυόμενες νευροτεχνολογίες. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την επισήμανση των περιορισμών της και τη διατύπωση προτάσεων για μελλοντική έρευνα.This thesis examines neuroethics as a contemporary interdisciplinary field linking brain science, the mind, and moral philosophy. It explores the relationship between neuroscience, moral judgment, and modern neurotechnologies, as well as the interaction between brain processes and the mind and the role of neural networks in shaping behaviour. Particular emphasis is placed on recent developments in neuroscience and artificial intelligence, which have generated complex ethical challenges concerning autonomy, personal identity, and individual rights. The study analyses the fundamental principles of bioethics and neuroethics and discusses their relevance to neuroscientific research. It further examines major theories of consciousness and their connection to moral behaviour, highlighting that moral decision making emerges from the interaction of multiple neural systems and cannot be reduced to a single brain region. Moral behaviour is approached as the result of the dynamic interplay between emotion, cognitive control, and social perception. The concept of free will is discussed in relation to neural networks and moral responsibility, not only from a theoretical standpoint but also in terms of practical implications. These include therapeutic applications such as Deep Brain Stimulation (DBS), social considerations regarding autonomy in practice, and legal issues related to brain damage, self-control, and criminal responsibility. In addition, technologies such as DBS, Transcranial Magnetic Stimulation (TMS), Brain–Computer Interfaces (BCI), neuroenhancement, and the use of artificial intelligence in clinical contexts are examined, with attention to the ethical boundaries between treatment and enhancement, as well as concerns about privacy and responsibility. The dissertation is structured in two main parts: a theoretical and an empirical section. The theoretical part presents the conceptual and ethical framework of the study. The empirical part investigates the attitudes and concerns of the general population through a quantitative study conducted using a structured questionnaire (N = 109). The research aimed to explore the relationship between moral identity and moral decision-making, as well as issues related to self-control, moral responsibility, alterations in moral judgment, and attitudes toward neurotechnological interventions. The findings suggest a notable degree of uncertainty and reflection among participants regarding concepts such as free will, neuroplasticity, and technological intervention, while also indicating limited familiarity with several emerging neurotechnologies. The study concludes by outlining its limitations and proposing directions for future research.90 σ

    The impact of influencers and virtual influencers on customers’ buying behavior

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 95-101Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον αντίκτυπο που ασκούν οι influencers και οι εικονικοί (virtual) influencers στην αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών στα μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύεται το φαινόμενο του influencer marketing και διερευνώνται οι παράγοντες που επηρεάζουν τις στάσεις και τις προθέσεις των καταναλωτών, με έμφαση στα χαρακτηριστικά των influencers, στους ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς επιρροής και στη συγκριτική θεώρηση ανθρώπινων και virtual influencers. Για την επίτευξη του ερευνητικού σκοπού υιοθετήθηκε ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση μέσω ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου, το οποίο βασίστηκε σε καθιερωμένες ακαδημαϊκές κλίμακες μέτρησης. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 208 χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση περιγραφικής στατιστικής, παραγοντικής ανάλυσης και δομικών εξισώσεων (Structural Equation Modeling – SEM), προκειμένου να εξεταστούν οι άμεσες και έμμεσες σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών του εννοιολογικού πλαισίου. Η μελέτη αυτή καταδεικνύει ότι το influencer marketing αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία κοινωνικής επιρροής, η οποία βασίζεται στη μακροχρόνια ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης και όχι σε άμεσες προωθητικές πρακτικές και προμηνύει την όλο ένα και περισσότερη ανάπτυξη των influencers στην διάδοση μηνυμάτων.This master’s thesis investigates the impact of social media influencers and virtual influencers on consumers’ purchasing behavior within social networking platforms. The study examines the phenomenon of influencer marketing and explores the key determinants shaping consumers’ attitudes and behavioral intentions, with a particular focus on influencer-related characteristics, psychosocial mechanisms of persuasion, and a comparative assessment between human and virtual influencers. A quantitative research design was employed through an online survey instrument, developed on the basis of established academic measurement scales. The sample comprised 208 social media users in Greece. Data were analyzed using descriptive statistics, exploratory factor analysis, and Structural Equation Modeling (SEM), in order to assess both direct and indirect relationships among the constructs of the proposed conceptual framework. This study demonstrates that influencer marketing constitutes a complex process of social influence, grounded in the long-term development of trust-based relationships rather than in direct promotional practices, and it foreshadows the increasing role of influencers in the dissemination of messages.123 σ

    translation particularities and version of the Short Story “Kukaracha” in Greek and Russian

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 95-101Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία ξεκινά με μια εισαγωγή στην ιστορία της γεωργιανής λογοτεχνίας. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα Νοντάρ Ντουμπάτζε, καθώς και η περίληψη του διηγήματος «ο Κουκαράτσα» («კუკარაჩა»). Αφού αποσαφηνιστούν βασικές θεωρητικές έννοιες σχετικά με τη μετάφραση, ακολουθεί η ανάλυση των μεταφραστικών εκδοχών στη ρωσική και την ελληνική γλώσσα. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην ανάλυση των λέξεων με πολιτισμικό φορτίο (ρεάλια) στις δύο μεταφράσεις, ενώ παράλληλα, επισημαίνονται και λεκτικές, υφολογικές και συντακτικές ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν. Σκοπός της μεταπτυχιακής διατριβής είναι, αφενός η παρουσίαση της πρώτης ελληνικής μετάφρασης του διηγήματος «Ο Κουκαράτσα» στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και, αφετέρου, η γνωριμία με το μέχρι σήμερα άγνωστο έργο του Νοντάρ Ντουμπάτζε.This Master’s thesis begins with an introduction to the history of Georgian literature, followed by relevant information about Nodar Dumbadze's biography and career and an introduction to his short story “Kukaracha”. After clarifying fundamental theoretical concepst related to translation, the study proceeds to an analysis of the translation versions in Russian and Greek. Particular attention is paid to the treatment of culture-specific items (realia) in the two translations. In addition, it introduces the lexical, stylistic, and syntactical peculiarities every translation provides. The aim of this Master's thesis is twofold: to introduce to the Greek readership Nodar Dumbadze's hitherto unknown work and to provide the first Greek translation of “Kukaracha”.170 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇