Repository of DUTH
Not a member yet
    21326 research outputs found

    Patient rejection for rhinoplasty

    No full text
    Βιβλιογραφία: 54-58Η ρινοπλαστική αποτελεί μία από τις πλέον απαιτητικές αισθητικές επεμβάσεις, όπου η επιτυχία εξαρτάται όχι μόνο από την ανατομία και τις χειρουργικές δεξιότητες, αλλά και από τη σωστή επιλογή των υποψηφίων. Η διαδικασία αξιολόγησης των ασθενών περιλαμβάνει λεπτομερή λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση, ψυχολογική αξιολόγηση και συζήτηση για τις προσδοκίες και τους περιορισμούς της επέμβασης. Η απόρριψη ασθενούς, όταν αυτή είναι αναγκαία, βασίζεται σε ιατρικά, χειρουργικά, ψυχολογικά, νομικά και ηθικά κριτήρια και στοχεύει στην προστασία της σωματικής και ψυχολογικής υγείας του ασθενούς, καθώς και στη διασφάλιση της ακεραιότητας της ιατρικής πρακτικής. Η εργασία αναλύει τις κύριες προκλήσεις και συνέπειες της απόρριψης, όπως η συναισθηματική αντίδραση του ασθενούς, οι κοινωνικές και προσωπικές επιπτώσεις, και η διαχείριση δύσκολων περιστατικών. Παράλληλα, προτείνονται στρατηγικές βελτίωσης της διαδικασίας, όπως η εκπαίδευση των χειρουργών, η ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών και η χρήση τεχνολογιών προσομοίωσης για τη βελτίωση της επικοινωνίας προσδοκιών. Τα συμπεράσματα της εργασίας τονίζουν τη σημασία της ολοκληρωμένης, τεκμηριωμένης και ηθικά υπεύθυνης αξιολόγησης των υποψηφίων για αισθητική ρινοπλαστική.Rhinoplasty is among the most challenging aesthetic surgical procedures where success is defined not only by anatomy and surgical skills but also by proper patient selection. This paper presents a detailed medical history, clinical examination, psychological assessment, and discussion of patient expectations and limitations in the evaluation process. Rejection of patients when absolutely necessary falls under medical, surgical, psychological, legal, and ethical criteria that would protect the patient physically and mentally but at the same time ensure the integrity of medical practice. The challenges analyzed in this study regarding the main challenge of rejecting a patient and its consequences on emotional responses and social or personal impacts as well as dealing with difficult cases. Surgeon education in such processes and psychological support for patients are valuable findings towards an evidence-based comprehensive process ethically responsible for best practice in the field of aesthetic rhinoplasty.58 σ

    Factors affecting job performance in remote work (work-from-home)

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 103-124Η ραγδαία εξάπλωση της τηλεργασίας τα τελευταία έτη έχει μεταβάλει σημαντικά τον τρόπο οργάνωσης και εκτέλεσης της εργασίας, αναδεικνύοντας νέα ψυχολογικά και οργανωσιακά ζητήματα που επηρεάζουν την απόδοση των εργαζομένων. Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός της παρούσας διπλωματικής διατριβής είναι η εμπειρική διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν την απόδοση στην εργασία στο περιβάλλον της τηλεργασίας, με έμφαση σε ψυχολογικές μεταβλητές όπως η επαγγελματική απομόνωση, το αίσθημα ψυχολογικής ασφάλειας, η εργασιακή ανασφάλεια, το εργασιακό άγχος, η συναισθηματική εξουθένωση και η καταθλιπτική διάθεση. Για την επίτευξη του ερευνητικού σκοπού αναπτύχθηκε ένα εννοιολογικό πλαίσιο και πραγματοποιήθηκε ποσοτική εμπειρική έρευνα μέσω δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο απευθύνθηκε σε εργαζομένους που απασχολούνται με τηλεργασία. Η ανάλυση των πρωτογενών δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της μεθόδου των Μοντέλων Δομικών Εξισώσεων, επιτρέποντας τον έλεγχο τόσο άμεσων όσο και έμμεσων σχέσεων μεταξύ των ερευνητικών μεταβλητών. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η εργασιακή ανασφάλεια αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την απόδοση στην εργασία, ενώ η επαγγελματική απομόνωση και το αίσθημα ψυχολογικής ασφάλειας ασκούν κυρίως έμμεση επίδραση μέσω της ενίσχυσης του εργασιακού άγχους και της συναισθηματικής εξουθένωσης των εργαζομένων. Η συνολική ερμηνευτική ισχύς του τελικού ερευνητικού μοντέλου κρίνεται ικανοποιητική, υποδηλώνοντας ότι το προτεινόμενο πλαίσιο αποτυπώνει με συνέπεια τις ψυχολογικές καταστάσεις που προκύπτουν στο πλαίσιο της τηλεργασίας. Τα ευρήματα της μελέτης προσφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα για τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού και τη διαμόρφωση αποτελεσματικών κατευθύνσεων διαχείρισης της εξ αποστάσεως εργασίας.The rapid spread of teleworking in recent years has significantly changed the way work is organized and performed, highlighting new psychological and organizational issues that affect employee performance. In this context, the purpose of this thesis is to empirically investigate the factors that influence work performance in a teleworking environment, with an emphasis on psychological variables such as professional isolation, sense of psychological security, job insecurity, work stress, emotional exhaustion, and depressive mood. To achieve the research objective, a conceptual framework was developed, and quantitative empirical research was conducted using a structured questionnaire, which was addressed to employees engaged in teleworking. The analysis of the primary data was performed using the Structural Equation Modeling method, allowing for the testing of both direct and indirect relationships between the research variables. The results of the study show that job insecurity is the only factor that directly affects work performance, while professional isolation and feelings of psychological security mainly have an indirect effect by increasing work-related stress and emotional exhaustion among employees. The overall interpretative power of the final research model is considered satisfactory, suggesting that the proposed framework consistently reflects the psychological situations that arise in the context of teleworking. The study's findings offer useful conclusions for human resource management and the formulation of effective guidelines for managing remote work.215 σ

    Epigenome editing as a therapeutic approach for the treatment of beta-hemoglobinopathies

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 45 - 56Οι β-αιμοσφαιρινοπάθειες είναι γενετικές ασθένειες που προκαλούνται από μεταλλάξεις οι οποίες διαταράσσουν την παραγωγή της ενήλικης β-αλυσίδας της αιμοσφαιρίνης. Έχει δειχθεί, πως η κλινική τους σοβαρότητα μειώνεται μέσω της επανενεργοποίησης της έκφρασης της εμβρυϊκής γ-σφαιρίνης. Έχουμε δείξει ότι μέσω της επεξεργασίας βάσεων (base editing, BE) στους υποκινητές της γ-σφαιρίνης σε αιμοποιητικά στελεχιαία/προγονικά κύτταρα (HSPCs) οδηγεί σε επανενεργοποίηση της γ-σφαιρίνης in vitro. Ωστόσο, πειράματα ξενομεταμόσχευσης έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα του BE σε μακρόβια βλαστικά κύτταρα αίματος είναι μειωμένη. Στη συγκεκριμένη εργασία, αναπτύξαμε μια στρατηγική για ex vivo ή in vivo επιλογή και εμπλουτισμό γενετικά τροποποιημένων κυττάρων μέσω της καταστολής του CD33, ενός υποδοχέα που εκφράζεται στα αιμοποιητικά στελεχιαία κύτταρα (HSCs) αλλά δεν είναι απαραίτητος για τη λειτουργία των αιμοποιητικών κυττάρων. Ο εμπλουτισμός επιτυγχάνεται με τη χρήση ενός αντισώματος–συζευγμένου με τοξίνη (antibody–drug conjugate) που στοχεύει το CD33, του Gemtuzumab Ozogamicin (GO), ώστε να επιλέγονται τα CD33-αρνητικά κύτταρα, τα οποία έχουν επίσης περισσότερες πιθανότητες να έχουν μετασχηματιστεί αποτελεσματικά με BE και να παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα επεξεργασίας στους υποκινητές της γ-σφαιρίνης. Η στόχευση του CD33 μέσω επιγενετικής τροποποίησης οδήγησε σε σημαντική μείωση της έκφρασης του CD33 σε κυτταρική σειρά και σε HSPCs. Στη συνέχεια, συνδυάσαμε τη στρατηγική αυτή με BE στους υποκινητές της γ-σφαιρίνης σε HSPCs. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν αποτελεσματική επανενεργοποίηση της γ-σφαιρίνης παράλληλα με καταστολή του CD33. Συλλογικά, αυτά τα ευρήματα παρέχουν μια μέθοδο για τη βελτίωση του θεραπευτικού δυναμικού των θεραπειών γονιδιακής επεξεργασίας για τις β-αιμοσφαιρινοπάθειες, μεγιστοποιώντας τη συχνότητα των διορθωμένων κυττάρων.β-hemoglobinopathies are genetic diseases caused by mutations disrupting the production of the adult β-globin chain. Their clinical severity is mitigated by the reactivation of the fetal γglobin expression. We previously reported that base editing (BE) of the γ-globin promoters in hematopoietic stem/progenitor cells (HSPCs) leads to γ-globin reactivation in vitro. However, xenotransplantation experiments showed that BE efficiency in long-term HSCs is reduced. Here, we developed a strategy for ex vivo or in vivo selection and enrichment of genetically modified cells by ownregulating CD33, a receptor expressed on HSCs but dispensable for hematopoietic cell activity. The enrichment is achieved by using an antibody–drug conjugate targeting CD33, Gemtuzumab Ozogamicin (GO), to select CD33-negative cells, which are also more likely to be well-transfected with BE and highly edited at the γ-globin promoters. Targeting CD33 by epigenome editing resulted in substantial CD33 knockdown in a cell line and in HSPCs. We then combined the strategy with BE of the γ-globin promoters in HSPCs. Our results showed efficient γ-globin reactivation along with CD33 downregulation.56 σ

    Water birth & alternative natural methods of analgesia during childbirth

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 73 - 81Ο τοκετός στο νερό αποτελεί µια εναλλακτική µαιευτική πρακτική µε ιστορικές αναφορές στη χρήση του υγρού στοιχείου για θεραπευτικούς σκοπούς. Στη σύγχρονη κλινική πράξη, η υδροθεραπεία εφαρµόζεται κυρίως για την ανακούφιση από τον πόνο και τη χαλάρωση κατά τον τοκετό, ενώ η γέννηση µέσα στο νερό προτείνεται ως επιλογή για γυναίκες χαµηλού κινδύνου. Η παρούσα εργασία βασίστηκε σε εκτενή ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας µε στόχο την αξιολόγηση των µητρικών και νεογνικών εκβάσεων, των περιγεννητικών επιπλοκών και της εφαρµογής του τοκετού στο νερό στην Ελλάδα. Τα αποτελέσµατα από συστηµατικές ανασκοπήσεις και µετανάλυσεις αναδεικνύουν πολλαπλά µητρικά οφέλη. Η εµβάπτιση στο νερό συνδέεται µε µείωση της ανάγκης για επισκληρίδιο αναισθησία και οπιοειδή, µικρότερα ποσοστά παρεµβάσεων (όπως τεχνητή ρήξη θυλακίου ή χορήγηση ωκυτοκίνης), λιγότερες ρήξεις περινέου και µικρότερη διάρκεια τοκετού. Παράλληλα, οι γυναίκες που γέννησαν στο νερό περιγράφουν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης και θετικότερη εµπειρία τοκετού, γεγονός που ενισχύει την ψυχολογική τους ενδυνάµωση και το αίσθηµα ελέγχου. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί σπάνιες επιπλοκές όπως αποκόλληση οµφάλιου λώρου και περιπτώσεις νεογνικής αναπνευστικής δυσχέρειας, χωρίς όµως να διαπιστώνεται συνολική αύξηση νεογνικού κινδύνου. Όσον αφορά στα νεογνικά αποτελέσµατα, οι περισσότερες µελέτες δεν καταγράφουν στατιστικά σηµαντικές διαφορές σε δείκτες όπως το Apgar score, η ανάγκη εισαγωγής σε µονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών ή οι λοιµώξεις. Συνολικά, τα δεδοµένα υποστηρίζουν ότι ο τοκετός στο νερό είναι ασφαλής για γυναίκες χαµηλού κινδύνου, εφόσον διεξάγεται υπό κατάλληλες συνθήκες, µε εκπαιδευµένο προσωπικό και τήρηση των κανόνων ασφάλειας και υγιεινής. Η ανακούφιση από τον πόνο στον τοκετό µπορεί να επιτευχθεί µε φαρµακευτικές και µη φαρµακευτικές µεθόδους. Στις φαρµακευτικές περιλαµβάνονται η επισκληρίδιος αναλγησία και τα ενδοφλέβια αναλγητικά. Στις µη φαρµακευτικές µεθόδους, εκτός από την εµβάπτιση στο νερό, συγκαταλέγονται η συσκευή διαδερµικής ηλεκτρικής διέγερσης νεύρων (Tens), η χρήση ρεφλεξολογίας, η αρωµατοθεραπεία, το hypnobirthing, η χοροθεραπεία, ηυποδόρια έγχυση αποστειρωµένου νερού, η χρήση µπάλας τοκετού και η ψυχολογική υποστήριξη της µητέρας. Ιδιαίτερα η υδροθεραπεία έχει αποδειχθεί ότι µειώνει την ένταση των συστολών και ευνοεί τη µυϊκή χαλάρωση µέσω της άνωσης και της θερµότητας του νερού. Στην ελληνική πραγµατικότητα, ο τοκετός στο νερό παραµένει περιορισµένος, κυρίως σε ιδιωτικές δοµές, λόγω έλλειψης θεσµικού πλαισίου, τυποποιηµένων πρωτοκόλλων και κατάλληλων υποδοµών. Παρά ταύτα, οι γυναίκες που είχαν τη δυνατότητα να τον επιλέξουν περιγράφουν την εµπειρία τους ως λιγότερο επώδυνη, πιο φυσική και ενδυναµωτική. Η θεσµοθέτηση της πρακτικής, η εκπαίδευση του προσωπικού και η ενίσχυση των µαιευτικών δοµών θα µπορούσαν να προσφέρουν στις γυναίκες περισσότερες επιλογές για έναν ασφαλή και θετικό τοκετό. Συµπερασµατικά, ο τοκετός στο νερό προσφέρει σηµαντικά οφέλη για τις γυναίκες χαµηλού κινδύνου, ενισχύοντας τη φυσιολογική εξέλιξη του τοκετού και βελτιώνοντας την εµπειρία της γέννας, χωρίς να αυξάνει τον κίνδυνο για το νεογνό. Η µέθοδος απαιτεί σωστή επιλογή επιτόκων, κατάλληλη κλινική παρακολούθηση και υιοθέτηση διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών.Waterbirth represents an alternative obstetric practice with historical references to the therapeutic use of water. In modern clinical settings, hydrotherapy is primarily applied for pain relief and relaxation during labor, while actual birth in water is recommended as option for low-risk women. This study is based on an extensive review of international literature, aiming to evaluate maternal and neonatal outcomes, perinatal complications, and the implementation of waterbirth in Greece. Findings from systematic reviews and meta-analyses highlight multiple maternal benefits. Immersion in water is associated with reduced need for epidural analgesia and opioids, lower rates of interventions (such as artificial rupture of membranes or oxytocin augmentation), fewer perineal tears, and shorter duration of labor. Moreover, women who gave birth in water reported higher levels of satisfaction and a more positive birth experience, which enhances psychological empowerment and a sense of control. Rare complications such as umbilical cord avulsion and cases of neonatal respiratory distress have been reported, but without evidence of an overall increase in neonatal risk. Regarding neonatal outcomes, most studies do not report statistically significant differences in indicators such as Apgar scores, admission to neonatal intensive care units, or infections. Overall, the evidence supports that waterbirth is safe for low-risk women, provided it takes place under appropriate conditions, with trained professionals, and strict adherence to safety and hygiene standards. Pain relief during childbirth can be achieved through pharmacological and non pharmacological methods. Pharmacological options include epidural analgesia and intravenous medications. Non-pharmacological methods, in addition to water immersion, include transcutaneous electrical nerve stimulation (TENS), reflexology, aromatherapy, hypnobirthing, dance therapy, subcutaneous sterile water injections, use of birthing balls, and psychological support for the mother. Hydrotherapy in particular has been shown to reduce contraction intensity and promote muscular relaxation through buoyancy and water warmth. In the Greek context, waterbirth remains limited, mainly in private facilities, due to the absence of regulatory frameworks, standardized protocols, and suitable infrastructure. Nevertheless, women who have had the opportunity to give birth in water describe their experience as less painful, more natural, and empowering. Establishing formal guidelines, training healthcare professionals, and strengthening maternity facilities could provide women with greater access to a safe and positive birthing option. In conclusion, waterbirth offers significant advantages for low-risk women, supporting the physiological course of labor and improving the birth experience without increasing neonatal risks. The method requires careful selection of candidates, appropriate clinical supervision, and adherence to international guidelines.81 σ

    The opinions of the Principals and Heads of Primary Education schools in Evros regarding the self-evaluation of the school unit

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 80-92Η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας αποτελεί ένα επίκαιρο θέμα στο χώρο της εκπαίδευσης και αφορμή για αυτό στάθηκε η έκδοση της τελευταίας Υπουργικής Απόφασης του 2021, με την οποία η αυτοαξιολόγηση απέκτησε ένα αυστηρότερο πλαίσιο εφαρμογής και όλες οι σχολικές μονάδες κλήθηκαν να την υλοποιήσουν υποχρεωτικά. Επίσης αποτελεί πεδίο συγκρούσεων στον εκπαιδευτικό κλάδο, καθώς πολλοί τάσσονται υπέρ της, ενώ άλλοι διατηρούν μια αρνητική στάση. Πράγματι η διαδικασία της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι παρουσιάζει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως για παράδειγμα το ότι αναδεικνύει τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία της σχολικής μονάδας με απώτερο σκοπό τη βελτίωση του εκπαιδευτικού της έργου. Από την άλλη όμως είναι λογικό να προκύπτουν και κάποια μειονεκτήματα τα οποία δυσχεραίνουν τη διαδικασία και αφορούν κυρίως το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Η εκπαιδευτική ηγεσία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, καθώς είναι αυτή που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τις προϋποθέσεις που συμβάλλουν στην αποτελεσματική εφαρμογή της διαδικασίας. Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο την παροχή υποστήριξης σε όλους τους παράγοντες της σχολικής μονάδας που συμμετέχουν στη διαδικασία της αυτοαξιολόγησης, ώστε να ενσωματωθεί σταδιακά στις εκπαιδευτικές μονάδες και να μην αντιμετωπίζεται με καχυποψία, φόβο και επιφυλακτικότητα. Το περιεχόμενο της εργασίας περιλαμβάνει το θεωρητικό μέρος σχετικά με την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας και εστιάζει κυρίως στις έννοιες αξιολόγηση, αυτοαξιολόγηση και εκπαιδευτική ηγεσία. Ακολούθως παρουσιάζεται το ερευνητικό μέρος της εργασίας, στο οποίο αναλύονται τα δεδομένα τα οποία συλλέχθηκαν από δώδεκα (12) εν ενεργεία Διευθυντές/ντριες και Προϊστάμενες των σχολικών μονάδων της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Έβρου. Από τα δεδομένα της έρευνας διαπιστώθηκε η στάση που διατηρούν οι συμμετέχοντες στη διαδικασία αυτή, τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα, τα εμπόδια που συναντώνται κατά την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας και τέλος ο ρόλος της εκπαιδευτικής ηγεσίας, ώστε αυτή να υλοποιείται αποτελεσματικά.The self-evaluation of the school unit constitutes a timely issue in the field of education, and the occasion for this was the issuance of the latest Ministerial Decision of 2021, with which self-evaluation acquired a stricter framework of implementation and all school units were called to implement it mandatorily. It also constitutes a field of conflicts in the educational sector, as many are in favor of it, while others maintain a negative stance. Indeed, the process of self-evaluation of the school unit can be argued to present several advantages, such as, for example, that it highlights the strengths and weaknesses of the school unit with the ultimate aim of improving its educational work. On the other hand, however, it is reasonable that some disadvantages also arise, which make the process difficult and mainly concern the existing legislative framework. Educational leadership plays a very important role, as it is the one that to a great extent shapes the conditions that contribute to the effective implementation of the process. The present paper aims at providing support to all the factors of the school unit that participate in the process of self-evaluation, so that it is gradually integrated into educational units and is not treated with suspicion, fear, and reservation. The content of the paper includes the theoretical part regarding the self-evaluation of the school unit and focuses mainly on the concepts of evaluation, self-evaluation, and educational leadership. Subsequently, the research part of the paper is presented, in which the data collected from twelve (12) active Principals/Directors and Heads of school units of Primary Education of the Prefecture of Evros are analyzed. From the data of the research, the stance maintained by the participants in this process was ascertained, the advantages, the disadvantages, the obstacles encountered during the self-evaluation of the school unit, and finally the role of educational leadership, so that it is implemented effectively.93 σ

    First Psychotic Episode in Adolescence and Early Intervention

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 81 - 89Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή εξετάζει το πρώτο ψυχωτικύ επεισόδιο στην εφηβεία και αναόεικνύει την πρώιμη παρέμβαση ως καθοριστικό παράγοντα για την πρόγνωση και τη μελλοντική πορεία της διαταραχής. Δίνεται έμφαση τόσο στην κλινική διάσταση όσο και στο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η ψύχωση, υπογραμμίζοντας ότι η εφηβεία αποτελεί μια ιδιαίτερα κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο. Η βιβλιογραφία δείχνει ότι η μικρή διάρκεια μη θεραπευόμενης ψύχωσης (DUP) συνδέεται με καλύτερα λειτουργικά αποτελέσματα και χαμηλότερα ποσοστά υποτροπής, ενώ η καθυστέρηση στη διάγνωση οδηγεί σε νευροβιολογική επιδείνωση και δυσμενέστερη πορεία. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η αναγνώριση των πρώιμων συμπτωμάτων είναι συχνά δύσκολη, καθώς συγχέονται με φυσιολογικές μεταβολές της εφηβείας. II εργασία αναδεικνύει επίσης το σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος της ψύχωσης, τον ρόλο του στίγματος και τη σημασία της οικογενειακής και σχολικής υποστήριξης. Τονίζεται η ανάγκη ανάπτυξης ολοκληρωμένων, πολυπαραγοντικών προγραμμάτων έγκαιρης παρέμβασης, ιδιαίτερα στην ελληνική πραγματικότητα, όπου οι σχετικές δομές παραμένουν περιορισμένες. Τελικός στόχος είναι η διαμόρφωση ενός προσαρμοσμένου μοντέλου παρέμβασης που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των εφήβων και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος.This master’s thesis examines the first psychotic episode in adolescence and highlights early intervention as a decisive factor for prognosis and the future course of the disorder. Emphasis is placed both on the clinical dimension and on the social context in which psychosis emerges, underlining that adolescence constitutes a particularly critical developmental period. The literature indicates that a shorter Duration of Untreated Psychosis (DUP) is associated with better functional outcomes and lower relapse rates, whereas delays in diagnosis lead to neurobiological deterioration and a more unfavorable course. At the same time, early recognition of symptoms is often challenging, as they may be confused with typical emotional and behavioral changes of adolescence. The thesis also emphasizes the significant social and economic burden of psychosis, the role of stigma, and the importance of family and school support. It underscores theneed for comprehensive, multi-component early intervention programs, particularly within the Greek context, where such services remain limited. The ultimate aim is to propose an adapted intervention model that responds to the needs of adolescents and their social environment.89 σ

    Integrated wildfire crisis management

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 67-70Η μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία διερευνά την ολοκληρωμένη διαχείριση κρίσεων από δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα, εστιάζοντας στην ανάλυση του υφιστάμενου νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου, την αξιολόγηση των σύγχρονων τεχνολογιών και την οικονομική αποτίμηση των επιπτώσεων. Αναγνωρίζοντας τις αυξανόμενες προκλήσεις που θέτουν οι δασικές πυρκαγιές λόγω της κλιματικής αλλαγής και των ανθρωπογενών παραγόντων, η μελέτη επιδιώκει να αναδείξει τις αδυναμίες και τις ευκαιρίες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης στη χώρα. Η έρευνα υιοθετεί μια πολυμεθοδολογική προσέγγιση, συνδυάζοντας ποιοτική ανάλυση (συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, ανάλυση εγγράφων για τη νομοθεσία και τις τεχνολογίες) και ποσοτική ανάλυση (οικονομική αποτίμηση άμεσων ζημιών και απώλειας υπηρεσιών οικοσυστήματος). Οι πηγές δεδομένων περιλαμβάνουν εθνικά νομοθετικά κείμενα, επιστημονικές δημοσιεύσεις, εκθέσεις κρατικών και διεθνών φορέων, καθώς και δημόσια διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, με αποκλειστική εστίαση στην ελληνική επικράτεια. Τα βασικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι, παρά την ύπαρξη ενός θεσμικού πλαισίου, η εφαρμογή του αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις λόγω γραφειοκρατίας, ελλιπούς συντονισμού και υποχρηματοδότησης των Δασικών Υπηρεσιών. Αναδεικνύεται το σημαντικό δυναμικό των σύγχρονων τεχνολογιών (GIS, drones) για την ενίσχυση της διαχείρισης, αλλά και οι προκλήσεις στην πλήρη ενσωμάτωσή τους. Η οικονομική αποτίμηση καταδεικνύει ότι το πλήρες κόστος των πυρκαγιών, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας υπηρεσιών οικοσυστήματος και των επιπτώσεων στη μελισσοκομία, είναι πολύ μεγαλύτερο από τις άμεσες ζημιές, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αυξημένες επενδύσεις στην πρόληψη. Η εργασία καταλήγει σε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής για την ενίσχυση της πρόληψης, τη βελτίωση του συντονισμού, την πλήρη αξιοποίηση της τεχνολογίας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κοινοτήτων, καθώς και σε προτάσεις για μελλοντική έρευνα που θα συμβάλει στην περαιτέρω κατανόηση και αντιμετώπιση του φαινομένου στην Ελλάδα.This Master’s thesis explores the integrated crisis management of forest fires in Greece, focusing on the analysis of the existing legislative and institutional framework, the evaluation of modern technologies, and the economic assessment of the impacts. Recognizing the increasing challenges posed by forest fires due to climate change and anthropogenic factors, the study seeks to highlight the weaknesses and opportunities for improving management effectiveness in the country. The research adopts a multi-methodological approach, combining qualitative analysis (systematic literature review, document analysis of legislation and technologies) and quantitative analysis (economic valuation of direct damages and loss of ecosystem services). Data sources include national legislative texts, scientific publications, reports from state and international organizations, as well as publicly available statistical data, focusing exclusively on the Greek territory. Key findings indicate that, despite the existence of an institutional framework, its implementation faces significant challenges due to bureaucracy, lack of coordination, and underfunding of the Forest Services. The significant potential of modern technologies (GIS, drones) to enhance management is highlighted, along with the challenges in their full integration. The economic assessment demonstrates that the full cost of fires, including the loss of ecosystem services and the impact on beekeeping, is much higher than the direct damages, underlining the need for increased investment in prevention. The thesis concludes with specific policy recommendations for strengthening prevention, improving coordination, fully utilizing technology, and enhancing community resilience, as well as suggestions for future research that will contribute to the further understanding and management of the phenomenon in Greece.70 σ

    Views of primary education teachers on differentiated instruction

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 103-115Οι σχολικές τάξεις σήμερα χαρακτηρίζονται από έντονη μαθητική ποικιλομορφία και ετερογένεια. Για την αντιμετώπιση αυτής της ετερογένειας που παρατηρείται στις σύγχρονες σχολικές τάξεις, είναι απαραίτητο να αξιοποιηθούν σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις οι οποίες ανταποκρίνονται σε όλες τις ανάγκες, διαφορές και ιδιαιτερότητες των μαθητών. Μια από αυτές τις διδακτικές προσεγγίσεις είναι η διαφοροποιημένη διδασκαλία. Η παρούσα έρευνα επιχειρεί να εξετάσει τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, καθώς και τον ρόλο και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή της διαφοροποίησης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με εργαλείο την ημι-δομημένη συνέντευξη σε δώδεκα εν ενεργεία εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Αλεξανδρούπολης και της Μυκόνου κατά τη σχολική χρονιά 2025-2026. Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί αναφέρουν πως οι βασικότερες διαφορές που παρατηρούν και εντοπίζουν στους μαθητές τους είναι το γνωστικό ή μαθησιακό επίπεδο και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρό τους. Επιπλέον, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί διαφοροποιούν τη διδασκαλία τους. Ακόμα, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δήλωσαν ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού, κατά τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας, είναι καθοδηγητικός. Αναφορικά με τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν κατά την εφαρμογή της διαφοροποίησης, οι περισσότεροι αναφέρουν πως είναι οι πολλοί μαθητές ανά τάξη, ο μεγάλος όγκος πληροφοριών και ο λίγος διδακτικός χρόνος. Περαιτέρω, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί ανέφεραν ότι η κατάρτιση και η επιμόρφωσή τους ήταν επαρκής, ωστόσο επιθυμούν οι επιμορφώσεις τους να είναι περισσότερο βιωματικές, να έχουν περισσότερα παραδείγματα από καθημερινές καταστάσεις, να μην διδάσκονται πολλή θεωρία και τέλος να είναι διαρκείς.School classes today are characterized by intense/immense student diversity and heterogeneity. To deal with this heterogeneity that is observed in contemporary school classrooms it is necessary to utilize contemporary didactic approaches that respond to all the needs, differences and uniqueness. One of those didactic approaches is differentiated instruction. The present paper attempts to examine the differentiated instruction, as well the role and edification of teachers for the implementation of differentiation. The research was carried out with the tool semi-structured interview in twelve in service teachers of Primary Education of Alexandroupolis and Mykonos in the during the 2025-2026 school year. According to the findings of the research, most teachers mention that the main differences that they observe and detect in their students are the cognitive or learning level and the socioeconomic background. Furthermore, most teachers differentiate their instruction. Moreover, most teachers stated that the teacher role, in differentiated instruction, is instructional. Regarding the obstacles that teachers face during the implementation of differentiation, most mention that a lot of students per classroom, the large volume of information and the little teaching time. Further, most teachers mentioned that their education and training were adequate, though they desire their trainings to be more experiential, to have more examples of everyday situations, to not be taught a lot of theory and finally to be continuous117 σ

    current data and challenges

    No full text
    Βιβλιογραφία : 64 - 106Η ρευματoειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) είναι μια χρόνια, αυτοάνοση και συστηματική νόσος, η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονη φλεγμονή των αρθρώσεων και προοδευτική καταστροφή τόσο του χόνδρου όσο και του οστού. Η παθογένεια της νόσου είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλoκης αλληλεπίδρασης γενετικών, ανοσoλογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, που οδηγούν στην παραγωγή αυτό-αντισωμάτων και στη συνεχή παραγωγή προ-φλεγμονωδών κυτοκινών. Ο κύριος σκοπός στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι η ύφεση ή η μείωση της εξέλιξης της νόσου, με αναστολή της φλεγμονής των αρθρώσεων και περιορισμό του πόνου. Στην πρώτη γραμμή θεραπείας βρίσκονται τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ-NSAIDs), στη δεύτερη γραμμή θεραπείας βρίσκονται τα αντιρρευματικά φάρμακα που τροποποιούν τη νόσο (DMARDs), ενώ τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στους βιολογικούς και στοχευμένους συνθετικούς παράγοντες (biologic και targeted synthetic DMARDs). Η ποικιλομορφία της ΡΑ όσον αφορά την κλινική εικόνα, το γενετικό υπόβαθρο, την ανοσοπαθολογία και τις συννοσηρότητες σημαίνει ότι, παρά τις εν λόγω θεραπευτικές εξελίξεις, η ανταπόκριση στη θεραπεία ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των ασθενών. Το 5-20% των ασθενών δεν ανταποκρίνεται σε διαφόρων ειδών φαρμακευτικές αγωγές. Μέσα από την ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία έχει σκοπό να παρουσιάσει τις νέες θεραπευτικές στρατηγικές που αφορούν κυρίως κυτταρικές θεραπείες, οι οποίες στοχεύουν στην αποκατάσταση της ανοσoλογικής ισορροπίας και στον περιoρισμό της καταστροφής των αρθρώσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει δοθεί στα μεσεγχυματικά αρχέγονα κύτταρα (MSCs), στη χρήση των οποίων έχει επικεντρωθεί και η παρούσα μελέτη. Άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις αποτελούν η χρήση των ρυθμιστικών Τκυττάρων και των CAR-T κυττάρων καθώς επίσης και παρεμβάσεις σε γονιδιακό επίπεδο, μέσω microRNAs και της τεχνολογίας CRISPR-Cas9. Ωστόσο, η κλινική εφαρμογή όλων των παραπάνω βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο: ζητήματα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας, μεταβλητότητα στην αποκρισιμότητα των κυττάρων, δυσκολίες τυποποίησης, παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα, ποιοτικού ελέγγχου, προβλήματα στο σχεδιασμό κλινικών δοκιμών, η έλλειψη αξιόπιστων δεικτών εκτίμησης της θεραπείας, καθώς και ηθικά ζητήματα αποτελούν κάπoιες από τις σημαντικότερες προκλήσεις. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει ότι οι κυτταρικές θεραπείες αποτελούν μία πολλά υποσχόμενη αλλά ακόμη αναπτυσσόμενη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της ΡΑ, απαιτώντας περαιτέρω έρευνα και καλύτερη κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών που διέπουν τη νόσo.Rheumatoid arthritis (RA) is a chronic, autoimmune, systemic disease characterized by persistent joint inflammation and progressive destruction of both cartilage and bone. Thepathogenesis of the disease is the result of a complex interaction of genetic, immunological, and environmental factors, leading to the production of autoantibodies and the continuous production of pro-inflammatory cytokines. The main goal in the treatment of rheumatoid arthritis is remission or reduction of disease progression, by inhibiting joint inflammation and reducing pain. First-line treatments are non-steroidal anti-inflammatory drugs (NSAIDs) and second-line treatments are disease-modifying antirheumatic drugs (DMARDs). Emphasis has been given recently in the use of biologic and targeted synthetic agents (biologic and targeted synthetic DMARDs). Nevertheless, patients’ response to treatments varies greatly due to the diversity that RA exhibits in terms of clinical manifestation, genetic background, immunopathological response and comorbidities. Moreover, 5-20% of patients do not respond to various types of drug treatments. The present study, aims to review recent literature and present new therapeutic strategies, mainly involving cell therapies, which aim to restore immune balance and limit joint destruction. Particular interest has been given to mesenchymal stem cells (MSCs), which is also the focus of this study. Other therapeutic approaches include the use of regulatory T-cells and CAR-T cells as well as interventions at the molecular level, such as microRNAs and CRISPR-Cas9 technology. However, the clinical application of these new therapeutic approaches is still unfeasible, since safety and efficacy issues, variability in cell responsiveness, difficulties in standardization, large-scale production, quality control, clinical trial design, the lack of reliable markers to assess treatment efficacy, as well as ethical issues are some of the most important challenges. Overall, the current study highlights that cell therapies are a promising but still developing approach for the treatment of RA, requiring further research and a better understanding of the biological mechanisms underlying the disease.106 σ

    innovative therapies and contemporary training methods. Bioethical Dilemmas

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 49-66Η ιστορία της Χειρουργικής είναι συνυφασμένη με την ιστορία της Ανθρωπότητας. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι και σήμερα τα ιστορικά βιβλία περιγράφουν χειρουργικές πράξεις να λαμβάνουν χώρα σε όλους τους πολιτισμούς. Έτσι, καταλήγουμε στη σύγχρονη εποχή όπου η είσοδος των τεχνολογιών στη χειρουργική αίθουσα έχουν αλλάξει ριζικά τα εργαλεία και την καθημερινότητα των ιατρών. Σε αυτό το πλαίσιο είναι πιο κρίσιμο από ποτέ να εξεταστεί πως αυτή η μετάβαση θα γίνει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της Βιοηθικής, ώστε ο άνθρωπος-ασθενής να παραμείνει στο επίκεντρο. Η επανάσταση ξεκίνησε με την εισαγωγή της έννοιας της Ελάχιστα Επεμβατικής Χειρουργικής (ΕΕΧ). Η ΕΕΧ προσφέρει σπουδαία πλεονεκτήματα για τον ασθενή, όπως οι μικρότερες τομές, ο περιορισμός των μετεγχειρητικών επιπλοκών και του μετεγχειρητικού πόνου και το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν εμφανίζει περιορισμούς δεδομένου ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσω μερικών οπών στο δέρμα και μιας οθόνης. Για να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί της ΕΕΧ, αναπτύχθηκε η Ρομποτική Χειρουργική. Πρόκειται για μια μέθοδο που άρχισε να καθιερώνεται όταν διενεργήθηκε η εγχείρηση «Lindbergh» και με την ανάπτυξη του ρομποτικού συστήματος da Vinci. Το σύστημα da Vinci κατάφερε να υπερνικήσει πληθώρα περιορισμών της ΕΕΧ και να βρει ευρεία εφαρμογή σε όλο το φάσμα των χειρουργικών ειδικοτήτων. Τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την είσοδο τους στη χειρουργική καθημερινότητα και πιο σύγχρονες τεχνολογίες όπως η Επαυξημένη Πραγματικότητα (AR), η Εικονική Πραγματικότητα (VR) και η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI). Αποτελούν τεχνολογίες που προσφέρουν πολλαπλές δυνατότητες στο χειρουργό τόσο προεγχειρητικά -στο κομμάτι της διάγνωσης και της προετοιμασίας του ασθενή- όσο και διεγχειρητικά. Όμως δεν αποτελούν πανάκεια, καθώς παρουσιάζουν και αυτές οι τεχνολογίες τους περιορισμούς τους όπως το υψηλό κόστος και τυχόν τεχνικές δυσλειτουργίες. Ο συνδυασμός των παραπάνω τεχνολογιών επιτρέπει την ανάπτυξη της Εξατομικευμένης Ιατρικής, ένα τομέα όπου η Τρισδιάστατη Εκτύπωση θριαμβεύει, καθώς παρέχει τη δυνατότητα για πλήρη εξατομίκευση των εμφυτευμάτων και υλικών που χρησιμοποιούνται στα χειρουργεία. Όλα τα προαναφερθέντα δε μετασχηματίζουν μόνο την κλινική πράξη αλλά και την εκπαίδευση της νέας γενιάς των χειρουργών. Τα παραδοσιακά μοντέλα εκπαίδευσης έχουν αρχίσει να θεωρούνται ξεπερασμένα και τη θέση τους έχουν αρχίσει να παίρνουν προσομοιωτές συνεπικουρούμενοι από τις νέες τεχνολογίες ώστε ο νέος χειρουργός να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος όταν έρθει σε πρώτη κλινική επαφή με τον ασθενή. Παράλληλα, προσφέρεται η δυνατότητα πιο έμπειροι χειρουργοί να καθοδηγούν νεότερους εξαλείφοντας πλήρως τη γεωγραφική απόσταση. Τέλος, οι νέες τεχνολογίες έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν και στην αξιολόγηση των νέων ιατρών για να μεγιστοποιηθεί η αντικειμενικότητα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα αντικατασταθεί η κρίση του εκπαιδευτή. Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών συνεπώς αλλάζει πλήρως την καθημερινότητα των ιατρών συμπεριλαμβανομένου και του ηθικού πλαισίου άσκησης του επαγγέλματος. Το υψηλό κόστος, η αυξημένη τεχνική δυσκολία στην εφαρμογή τους, το κενό ευθύνης που δημιουργείται, καθώς και ζητήματα που άπτονται της ιδιωτικότητας, της σχέσης ιατρού-ασθενούς και η τεχνολογική επιταγή οφείλουν να επιστήσουν την προσοχή της ιατρικής κοινότητας και να περιορίσουν την άκριτη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών.The history of Surgery is highly related to the history of Humanity. Since the 6th century B.C. till the present day, historical texts describe surgical practices taking place across every civilization. Thus, we arrive at the modern era, where the introduction of new technologies into the operating room has radically transformed both the tools and the daily routine of doctors. Within this context, is more crucial than ever to discuss how this transition will occur in accordance with the fundamental principles of bioethics, in order to ensure that the human-patient will remain at the center of attention. The revolution has started with the introduction of Minimally Invasive Surgery. MIS offers key benefits for the patient, such as smaller incisions, limitation of post-surgery complications and post-surgery pain, and better cosmetic outcome. All these do not imply that there are no limitations considering that the surgery takes place via some ports and a screen. To face the MIS limitations, robotic surgery has been developed. This concept began to be established following the “Lindbergh operation” and the development of the da Vinci robotic system. The da Vinci robot has managed to overcome the majority of MIS limitations and to be applied to the entire spectrum of surgical specialties. In recent years, newer technologies such as the Augmented Reality (AR), the Virtual Reality (VR) and the Artificial Intelligence (AI) have also been integrated into the daily surgical practice. They offer numerous benefits to the surgeon, both pre-operatively, i.e., at the time of diagnosis and of the patient preparation, and intra-operatively. However, they do not consist a panacea, as these technologies also present their own limitations, such as high costs and potential technical malfunctions. Their combination enables the development of Personalized Medicine, a field where 3D Printing truly excels, because it allows full customization of implants and materials used in surgeries. All the above do not solely transform the clinical practice, but also the training curricula of the new generation of surgeons. Traditional training models have started to be considered as outdated and their place is taken by technology-enhanced simulators in order to prepare sufficiently the younger surgeon before his first encounter with a patient. Simultaneously, there is the possibility that surgeons from around the world guide and mentor less-experienced surgeons from a distance. Finally, emerging technologies could participate in the evaluation of trainee doctors to maximize subjectivity but without replacing the judgement of the trainer. The introduction of emerging technologies greatly changes the everyday routine of medical professionals including the ethical framework of their practice. High costs, augmented technical challenges, liability gap, privacy issues, changes in doctor-patient relationship and technological imperative should draw the attention of the medical community and limit their blind implementation.66 σ

    137

    full texts

    21,326

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇