Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    49308 research outputs found

    Τραγούδια του Μακεδονικού αγώνα στην Χωριστή Δράμας

    No full text
    Η συγκεκριμένη εργασία αναφέρεται μουσικολογικά στα τραγούδια του Μακεδονικού αγώνα στη Χωριστή Δράμας, δίνοντας έμφαση στην ανάλυση δυο τραγουδιών της περιόδου που περιγράφουν τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Επίσης, εξετάζονται και αναλύονται μουσικολογικά αυτά τα τραγούδια. Γίνεται αναφορά στα μουσικά μοτίβα, στις μουσικές φράσεις και στην ρυθμολογία των τραγουδιών του Μακεδονικού αγώνα από κατοίκους της Χωριστής καθώς και στην μουσική τους παιδεία. Παράλληλα, αναλύεται η θεματολογία των στίχων και ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται ο αγώνας γενικότερα, καθώς και τα μεμονωμένα συμβάντα που περιγράφουν τα τραγούδια. Τέλος, παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο τα τραγούδια αυτά έχουν επηρεάσει τη μουσική κουλτούρα της περιοχής μέχρι σήμερα.This study refers to the songs of the Macedonian Struggle in Choristi of Drama with emphasis on the analysis of two songs of the period that describe the events of that era. Also, these songs are examined and analyzed musically. Reference is made to the musical motifs, musical phrases and rhythmology of the songs of the Macedonian Struggle by the inhabitants of Choristi as well as to their musical education. At the same time, the themes of the lyrics and the way in which the struggle in general is presented, as well as the individual events described in the songs, are analyzed. Finally, the way in which these songs have influenced the musical culture of the region until today is presented.63 σ

    Body-Weight-Supported Treadmill Training as a Physical Therapy mean, to patients with Spinal Cord Injury

    No full text
    Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στη διερεύνηση της επίδρασης της προπόνησης βάδισης σε ηλεκτροκίνητο διάδρομο με υποστήριξη σωματικού βάρους (BWSTT) σε ασθενείς με βλάβη νωτιαίου μυελού (Ν.Μ.). Η έρευνα επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της κινητικότητας, της λειτουργικότητας, της σπαστικότητας, της ποιότητας ζωής, καθώς και στη μελέτη παραμέτρων όπως ο οστικός μεταβολισμός και η σωματική σύσταση. Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 26 ασθενείς με βλάβες Ν.Μ.. Η παρέμβαση διήρκεσε έξι εβδομάδες, με τρεις συνεδρίες BWSTT ανά εβδομάδα. Η αξιολόγηση των συμμετεχόντων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση έγκυρων εργαλείων: την Κλίμακα WISCI II για την εκτίμηση της ικανότητας βάδισης, τον Δείκτη Barthel για την εκτίμηση της λειτουργικότητας, την Τροποποιημένη Κλίμακα Ashworth (MAS) για την αξιολόγηση της σπαστικότητας και το ερωτηματολόγιο WHOQOL-BREF για την αξιολόγηση της ποιότητας ζωής. Χρησιμοποιήθηκε απορροφησιομετρία ακτινών Χ διπλής ενέργειας (DEXA) για την εκτίμηση της οστικής πυκνότητας και της σύστασης σώματος. Επιπλέον, καταγράφηκαν αιματικοί δείκτες οστικού μεταβολισμού, όπως η οστεοκαλσίνη, η παραθορμόνη (PTH), η καλσιτονίνη, η αλκαλική φωσφατάση οστικής προέλευσης (BAP) και οι βιταμίνες D (25-OH και 1,25(OH)₂). Τα δεδομένα συλλέχθηκαν πριν και μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης. Αποτελέσματα: Κινητικότητα: Παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική αύξηση της ταχύτητας βάδισης επάνω στον ηλεκτροκίνητο διάδρομο κατά 206,67% και της διανυόμενης απόστασης κατά 343,48%. Η τιμή του WISCI II παρουσίασε μέση αύξηση 1,50 ± 10,91, p: 0,011. Λειτουργικότητα: Ο Δείκτης Barthel κατέγραψε μέση αύξηση 8,66 ± 33,07, p: 0,001, υποδεικνύοντας αυξημένη αυτονομία στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής. Σπαστικότητα: Στη συγκεντρωτική ανάλυση της MAS, η μέση διαφορά πριν και μετά την παρέμβαση ήταν -1,42 ±1,07, p: 0.0008, υποδηλώνοντας στατιστικώς σημαντική μείωση της σπαστικότητας σε επιλεγμένους μυς. Οστικός Μεταβολισμός: Η μέση διαφορά στα επίπεδα οστεοκαλσίνης ήταν 4,22 ± 28,62ng/ml, p: 0,004, γεγονός που υποδηλώνει αυξημένη δραστηριότητα οστικού σχηματισμού. Οι υπόλοιποι δείκτες δεν κατέγραψαν στατιστικώς σημαντικές αλλαγές. Ποιότητα Ζωής: Αν και δεν διαπιστώθηκαν στατιστικώς σημαντικές μεταβολές στις βαθμολογίες του WHOQOL-BREF, παρατηρήθηκαν ενδείξεις βελτίωσης σε επιμέρους τομείς. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα της μελέτης καταδεικνύουν τη θετική επίδραση της BWSTT στην κινητικότητα, τη λειτουργικότητα και τον οστικό μεταβολισμό σε ασθενείς με βλάβη Ν.Μ., ενώ αναδεικνύουν τη δυνατότητα μείωσης της σπαστικότητας μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων. Ωστόσο, η απουσία σημαντικών βελτιώσεων στην οστική πυκνότητα και την ποιότητα ζωής ίσως να υπαγορεύει την ανάγκη για παρεμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας και έντασης. Η περαιτέρω διερεύνηση της αποτελεσματικότητας της BWSTT, ιδίως μέσω συγκριτικών μελετών με τη χρήση εξωσκελετών, αποτελεί κρίσιμο πεδίο μελλοντικής έρευνας, με στόχο την ολοκληρωμένη διαχείριση ασθενών με βλάβες Ν.Μ..The present study aims to investigate the effect of body weight supported treadmill (BWSTT) gait training in patients with spinal cord lesion or spinal cord injury (SCI). The research focuses on the restoration of mobility, functionality, spasticity, quality of life, and the study of parameters such as bone metabolism and body composition. Methods: 26 patients with spinal cord injuries participated in the study. The intervention lasted six weeks, with three BWSTT sessions per week. Participants were assessed using valid instruments: the WISCI II scale to evaluate walking ability, the Barthel Index to measure functional capacity, the Modified Ashworth Scale (MAS) to assess spasticity, and the WHOQOL-BREF questionnaire to estimate quality of life. Dual-energy X-ray absorptiometry (DEXA) was used to measure bone density and body composition. In addition, blood markers of bone metabolism, such as osteocalcin, parathyroid hormone (PTH), calcitonin, bone alkaline phosphatase (BAP) and vitamins D (25-OH and 1,25(OH)₂) were recorded. Data was collected before and after the intervention. Results: Mobility: There was a statistically significant increase in walking speed on the powered treadmill by 206.67% and distance travelled by 343.48%. The WISCI II value showed a mean increase of 1.50 ± 10.91, p: 0.011. Functionality: The Barthel Index recorded a mean increase of 8.66 ± 33.07, p: 0.001, indicating increased autonomy in activities of daily living. Spasticity: In the pooled analysis of MAS, the mean difference before and after intervention was -1.42 ± 1.07, p: 0.0008, indicating a statistically significant reduction in spasticity in selected muscles. Bone Metabolism: the mean difference in osteocalcin levels was 4.22 ± 28.62ng/ml, p: 0.004, suggesting increased bone formation activity. The other indices did not record statistically significant changes. Quality of Life: Although no statistically significant changes were found in the WHOQOL-BREF scores, evidence of improvement in individual domains was observed. Conclusions: The findings of this study demonstrate the positive effect of BWSTT on mobility, function and bone metabolism in patients with spinal cord injury and highlight the potential to reduce spasticity through targeted interventions. However, the absence of significant improvements in bone density and quality of life may dictate the need for interventions of longer duration and intensity. Further investigation of the efficacy of BWSTT, particularly through comparative studies using exoskeletons, is a critical area of future research, with the aim of integrated management of patients with spinal cord lesions.24

    Design and Development of a Virtual Reality System: Application in Small Boat Operator Training

    No full text
    Η ναυτική εκπαίδευση απαιτεί προηγμένες γνώσεις στη ναυσιπλοΐα, τη διαχείριση συμβάντων έκτακτης ανάγκης και τη λήψη αποφάσεων υπό πίεση. Οι παραδοσιακές μέθοδοι εκπαίδευσης, όπως η θεωρητική διδασκαλία και η εξάσκηση επί του σκάφους, έχουν περιορισμούς όσον αφορά την ασφαλή αναπαραγωγή ρεαλιστικών σεναρίων υψηλού κινδύνου. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και αξιολόγηση ενός προσομοιωτή ναυτικής εκπαίδευσης βασισμένου στην Εικονική Πραγματικότητα (Ε.Π.), ο οποίος έχει σχεδιαστεί για να ενισχύει την εκμάθηση κρίσιμων ναυτικών διαδικασιών μέσω διαδραστικών και καθηλωτικών σεναρίων. Ο προσομοιωτής περιλαμβάνει δύο βασικά εκπαιδευτικά σενάρια: (α) Διάσωση ανθρώπου στην θάλασσα (MOB), όπου οι χρήστες εξασκούνται στην αναγνώριση και τον χειρισμό καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, και (β) Πλοήγηση στην θάλασσα ακολουθώντας μια προκαθορισμένη διαδρομή, με στόχο τη βελτίωση της αντίληψης του χώρου και των δεξιοτήτων πλοήγησης. Η έρευνα ακολούθησε ποσοτική μεθοδολογία, με τη συμμετοχή είκοσι ατόμων και τη χρήση των ερωτηματολογίων ITQ και VRUSE για τη μέτρηση της εμβύθισης, της χρηστικότητας και της συνολικής εμπειρίας. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με περιγραφικά στατιστικά και μη παραμετρικούς ελέγχους (Spearman & Mann–Whitney). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν υψηλά επίπεδα αποδοχής του προσομοιωτή, με θετικές αξιολογήσεις στις διαστάσεις της ευχρηστίας, της καταλληλότητας και της διαισθητικότητας. Η προηγούμενη εμπειρία σε VR συνδέθηκε με αυξημένη άνεση στη χρήση και μειωμένα συμπτώματα ναυτίας, ενώ η προδιάθεση για εμβύθιση σχετίστηκε με θετικότερη αντιληπτή αποτελεσματικότητα. Συμπερασματικά, η μελέτη επιβεβαιώνει ότι η Εικονική Πραγματικότητα αποτελεί ασφαλές, ελκυστικό και αποτελεσματικό εργαλείο για τη ναυτική εκπαίδευση αρχαρίων, προσφέροντας ρεαλιστικά σενάρια εξάσκησης χωρίς φυσικούς κινδύνους.Maritime training calls for advanced knowledge in navigation, emergency management, and decision-making under pressure. Conventional training techniques, like classroom instruction and onboard practice, have limitations when it comes to safely simulating realistic, high-risk situations. In order to improve the learning of important maritime procedures through immersive and interactive scenarios, this study focuses on the development and assessment of a virtual reality (VR)-based maritime training simulator. Two primary training scenarios are included in the simulator: (a) Man Overboard (MOB), which allows users to practice identifying and responding to emergency situations, and (b) waypoint-based sea navigation, which enhances navigational skills and spatial awareness. The research followed a quantitative methodology with twenty participants, using the ITQ and VRUSE questionnaires to assess immersion, usability, and overall user experience. Data were analyzed using descriptive statistics and non-parametric tests (Spearman & Mann–Whitney). According to the results, the simulator was well-liked and received high marks for usability, appropriateness, and intuitiveness. Immersion tendencies were linked to more favorable opinions of effectiveness, while prior VR experience was linked to improved usability and decreased simulator sickness. In conclusion, the study confirms that VR is a safe, engaging, and effective tool for novice maritime training, offering realistic practice without physical risk.8

    Θερμοδυναμικά και Κινητικά Χαρακτηριστικά της Αντίδρασης της β-Σχάσης Ριζών: μιά Μελέτη με Υπολογιστικές Μεθόδους DFT

    Full text link
    'Ενα μονήρες ηλεκτρόνιο σε β-θέση από έναν δεσμό C-A( όπου Α=Η,CH3,NH2,OCH3,NMe2), μειώνει την ενέργεια διάσπασης δεσμού κατά 66-55kcal/mol. Την ενέργεια ενεργοποίησης την μειώνει κατά 63-50kcal/mol. Καθότι η β-σχάση έχει μικρές σταθερές ταχύτητας(k), ενδέχεται να καθίσταται ανταγωνιστική σε σύγκριση με τις άλλες αντιδράσεις ελευθέρων ριζών( χλωρίωση, διμερισμός, δυσανάλογη μεταφορά υδρογόνου). Η ανταγωνιστικότητα της β-σχάσης επηρεάζεται από την αλλαγή των υποκαταστατών και της αποχωρούσας ομάδαςΗ β-σχάση είναι μια θεμελιώδης αντίδραση που παρατηρείται σε διάφορες δομές ελευθέρων ριζών, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στους μηχανισμούς πυρόλυσης και καύσης. Η διαδικασία περιλαμβάνει τη διάσπαση δεσμών Cβ-Α σε ριζικά ενδιάμεσα, όπως R1R2Cα(•)-CR3R4-A (Α= H, CH3, NH2, OCH3, NMe2) Η δομή και η αποχωρουσα ομάδα Α της ελεύθερης ρίζας καθορίζουν την κινητική και θερμοδυναμική συμπεριφορά. Οι ιδιότητες και οι παράγοντες που επηρεάζουν τη β-σχάση παραμένουν λιγότερο κατανοητοί, ιδιαίτερα όταν η αποχωρούσα ομάδα δεν περιορίζεται στο υδρογόνο ή σε μεθύλιο. Αρχικός στόχος της παρούσας εργασίας είναι η εξαγωγή θερμοδυναμικών δεδομένων συγκρίσιμων με τη βιβλιογραφία και η επιλογή σωστών υπολογιστικών μεθόδων έπειτα από αξιολόγηση τους. Περαιτέρω, επιδιώκεται η ανάπτυξη ενός ενοποιημένου πλαισίου για την ερμηνεία των ενεργειακών φραγμάτων και η κατανόηση της επίδρασης διαφορετικών αποχωρουσών ομάδων στις ριζικές αντιδράσεις. Αρχικά, αποτιμήθηκε η επίδραση του β-φαινομένου σε επίπεδο ενέργειας δεσμού (BDE), βρίσκοντας σημαντική πτώση ~60 kcal-mol της ενέργειας σε σχέση με τα μητρικά μόρια (R1R2CαH-CβR3R4-A). Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στη κινητική διερεύνηση της β-σχάσης και προσδιορισμό της ενέργειας ενεργοποίησης (Eα) και της σταθεράς ταχύτητας (k). χρησιμοποιώντας σύγχρονες κβαντοχημικές υπολογιστικές μεθόδους, όπως CBS-QB3 και UB3LYP/6-31G(d,p). Επιπλέον, εξετάζονται γραμμικές σχέσεις, όπως η Evans-Polanyi-Semenov, καθώς και ο ρόλος πολικών παραγόντων. Η μελέτη αναδεικνύει μείωση των Εα ανάλογη με αυτή των BDE, η οποία ειναι μεγαλύτερη για αποχωρούσες ομαδες CH3 και NMe2. Διαπιστώθηκε αρκετά καλή συνάφεια των υπόλογιστικών μεθόδων σε σχέση με τα πειραματικά δεδομένα των ενεργειών ενεργοποίησης και των σταθερών ταχύτητας. Από τις δύο μεθόδους, η CBS-QB3 αποδίδει καλύτερα. Το σύνολο των υπολογισμών απέδωσε σχετικά χαμηλές σταθερές ταχύτητας στη θερμοκρασία δωματίου. Επιπλέον, αναδυκνύεται ότι η β-σχάση είναι εξαιρετικά ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες αντιδράσεις ελεύθερων ριζών, όπως ο διμερισμός και η δυσαναλογική μεταφορά υδρογόνου, σε υποστρώματα με αποχωρούσες ομάδες μεθυλίου Me και μεθοξυ MeO. Επιπλέον, η παρουσία διαφορετικών υποκαταστατών στις θέσεις α ή β επηρεάζει δραστικά τις ενεργειακές παραμέτρους, όπως η ενέργεια ενεργοποίησης (Eα) και η σταθερά ταχύτητας (k). Παρά το ότι η πλήρης κατανόηση της κινητικής συμπεριφοράς και των μηχανισμών της β-σχάσης παραμένει δύσκολη, η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να έχει δώσει μια ικανοποιητική ενοποιημένη εικόνα αυτών των συστημάτων σε σχέση τις ενέργειες δεσμού (BDE) και τις κινητικές παράμετρους (Eα και k). Όλα τα παράγωγα υπακούoυν σε μια ενιαία σχεση Evans-Polanyi-Semenov. Οι παραπάνω παρατηρήσεις και τα ευρήματα, δίνουν την αφορμή γιά περαιτέρω μελέτη του φαινομένου σε ανιονικά, κατιονικά και διεργερμένων καταστάσεων υποστρώματα.β-Fission (or Scission) is a fundamental reaction observed in various free radicals playing a key role in pyrolysis and combustion mechanisms. The process involves the cleavage of the bond Cβ-Α in radical intermediates, such as R1R2Cα(•)-CβR3R4-A (Α= H, CH3, NH2, OCH3, NMe2) The structure and leaving group A determines the kinetic and thermodynamic behavior. The properties and factors affecting β-cleavage remain less understood, particularly when the leaving group is not limited to hydrogen or methyl. The initial objective of this work is the extraction of data comparable to the literature and the selection of correct computational methods after their evaluation. Further, we aim to develop a unified framework for interpreting energy barriers Eα and understanding the effect of different leaving groups on radical reactions. First, the effect of the β-effect on the bond strength (BDE, Bond Dissociation Energy) was studied, finding a significant energy drop of ~60 kcal-mol compared to the parent molecules (R1R2CαH-CβR3R4-A). The present study focuses mainly on the kinetic investigation of β-scission, calculating activation energies Eα and rate constants k using modern quantum chemical computational methods such as CBS-QB3 and UB3LYP/6-31G(d,p). In addition, free linear relationships such as Evans-Polanyi-Semenov are examined, as well as the role of polar factors. The study highlights a drop in Eα similar to that of BDEs at the thermodynamic level, which is greater for CH3 and NMe2 leaving groups. Fairly good agreement of computational methods with experimental data of activation energies Eα and rate constants k was found. Of the two methods, CBS-QB3 performs better. All of the calculations yielded relatively low rate constants at room temperature. In addition, it emerges that β-cleavage is highly competitive with respect to other free radical reactions, such as dimerization and disproportionation of hydrogen transfer, on substrates with methyl Me and methoxy MeO leaving groups. Furthermore, the presence of different substituents at the α- or β-positions drastically affects the energetic parameters, such as the activation energy (Eα) and the rate constant (k). Although a complete understanding of the kinetic behavior and mechanisms of β-fission remains difficult, the present work hopes to have given a satisfactory unified picture of these systems at the level of bond energies (BDE) and kinetic values (Eα and k). All derivatives obey a single Evans-Polanyi-Semenov relation. The above observations and findings gives rise for further development of the phenomenon for anionic, cationic and excited state substrates.10

    Voice analysis in normal aging and in Alzheimer’s disease

    No full text
    Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση εξετάζει τη χρησιμότητα της ανάλυσης της φωνής στη φυσιολογική γήρανση και τη νόσο του Αλτσχάιμερ με σκοπό να διερευνηθεί η δυνατότητα του κατά πόσο μπορούν τα χαρακτηριστικά της γλώσσας και της ομιλίας να αποτελέσουν βιοδείκτες πρώιμης ανίχνευσης της γνωστικής έκπτωσης και της νευροπαθολογικής αλλοίωσης. Η μέθοδος αυτή μπορεί να αποτελέσει μία μη επεμβατική, οικονομική και αποτελεσματική τεχνική – εν αντιθέσει με τις υπάρχουσες χρονοβόρες και κοστοβόρες μεθόδους. Η αναζήτηση επιστημονικών δημοσιεύσεων πραγματοποιήθηκε σε βάσεις δεδομένων όπως PubMed, ScienceDirect, Frontiers και Google Scholar, επιλέγοντας μελέτες που εστιάζουν στη χρήση τεχνικών ακουστικής και γλωσσικής ανάλυσης, σε συνδυασμό με μοντέλα μηχανικής και βαθιάς μάθησης, για την ανίχνευση της ΝΑ και της ΗΓΔ. Τα ευρήματα των ερευνών δείχνουν ότι τα γλωσσικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν μεγαλύτερη ακρίβεια στην ανίχνευση της νόσου απ' ότι τα ακουστικά, ενώ ο συνδυασμός τους μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω την ακρίβεια των μοντέλων. Παρά την πρόοδο της τεχνολογίας, περιορισμοί όπως η μειωμένη διαθεσιμότητα μεγάλων και πολυγλωσσικών συνόλων δεδομένων, οι γλωσσικές διαφοροποιήσεις και η δυσκολία ερμηνείας των αποτελεσμάτων παραμένουν εμπόδια για την κλινική εφαρμογή. Ωστόσο, η ανάλυση της φωνής για την ανίχνευση της ΝΑ παραμένει μία πολλά υποσχόμενη μέθοδος καθώς έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει αλλαγές στα γλωσσικά και ακουστικά χαρακτηριστικά της φωνής, ακόμα και σε προκλινικό στάδιο, ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρει στην κλινική πρακτική ως μία καινοτόμα μέθοδος διότι είναι η οικονομικότερη, αποτελεσματικότερη, μη επεμβατική τεχνική με δυνατότητα εφαρμογής εξ αποστάσεως.This literature review examines the usefulness of voice analysis in normal aging and Alzheimer's disease in order to investigate the possibility of language and speech characteristics serving as biomarkers for the early detection of cognitive decline and neuropathological changes. This method can be a non-invasive, economical, and effective technique—in contrast to existing time-consuming and costly methods. The search for scientific publications was conducted in databases such as PubMed, ScienceDirect, Frontiers, and Google Scholar, selecting studies that focus on the use of acoustic and linguistic analysis techniques, in combination with machine learning and deep learning models, for the detection of AD and MCI. The research findings show that linguistic features are more accurate in detecting the disease than acoustic features, while combining them can further improve the accuracy of the models. Despite advances in technology, limitations such as the reduced availability of large, multilingual datasets, linguistic variations, and the difficulty of interpreting results remain obstacles to clinical application. However, voice analysis for AD detection remains a promising method as it has the potential to detect changes in the linguistic and acoustic characteristics of the voice, even at a preclinical stage, while also contributing to clinical practice as an innovative method because it is the most economical, effective, non-invasive technique with the possibility of remote application.84 σ

    Systematic evaluation of evidence on cost-effectiveness studies in the ICU

    No full text
    Εισαγωγή: Η εντατική θεραπεία αποτελεί τον πιο κρίσιμο πυλώνα των σύγχρονων συστημάτων υγείας, όπου συγκλίνουν η τεχνολογική καινοτομία, η εξειδικευμένη ιατρική γνώση και η ανάγκη για άμεση λήψη αποφάσεων υπό συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας. Ωστόσο, η λειτουργία των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας συνεπάγεται σημαντική οικονομική επιβάρυνση, αυξημένες απαιτήσεις σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους και έντονες ψυχολογικές επιπτώσεις για ασθενείς, οικογένειες και επαγγελματίες υγείας. Στο επίκεντρο των προκλήσεων αυτών βρίσκεται η ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ της αποτελεσματικής κλινικής φροντίδας, της ορθολογικής διαχείρισης των πόρων και της διατήρησης της ανθρώπινης διάστασης της φροντίδας σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Σκοπός: Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει τις οικονομικές και ψυχοκοινωνικές διαστάσεις της εντατικής θεραπείας μέσα από τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ερευνητικές ενότητες. Πρώτον, αποτιμάται η οικονομική επιβάρυνση της νοσηλείας ασθενών με COVID-19 στις ΜΕΘ, μέσω συστηματικής ανασκόπησης των μελετών κόστους. Δεύτερον, διερευνάται η σχέση κόστους–αποτελεσματικότητας παρεμβάσεων στη ΜΕΘ μέσα από συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση οικονομικών αξιολογήσεων, με στόχο τον προσδιορισμό στρατηγικών που συνδυάζουν βέλτιστα κλινικά και οικονομικά αποτελέσματα. Τρίτον, διερευνώνται οι μακροχρόνιες οικονομικές, επαγγελματικές, ψυχολογικές και πνευματικές επιπτώσεις για τους συγγενείς φροντιστές ασθενών που νοσηλεύτηκαν σε ΜΕΘ, ώστε να κατανοηθεί η πολυδιάστατη επιβάρυνση που βιώνουν μετά τη νοσηλεία. Μέθοδος: Οι δύο πρώτες ενότητες βασίστηκαν σε συστηματικές ανασκοπήσεις σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA. Πραγματοποιήθηκαν αναζητήσεις σε διεθνείς βάσεις δεδομένων και εφαρμόστηκαν πρότυπα ελέγχου ποιότητας. Οι οικονομικές εκτιμήσεις τυποποιήθηκαν σε δολάρια ΗΠΑ, και όπου ήταν εφικτό, πραγματοποιήθηκε μετα-ανάλυση. Η τρίτη ενότητα αποτέλεσε μελέτη παρακολούθησης πέντε ετών, με δείγμα 92 συγγενών φροντιστών από αρχικό πληθυσμό 189 ατόμων. Χρησιμοποιήθηκαν επικυρωμένα ψυχομετρικά εργαλεία (SCL-90-R, SpREUK, CD-RISC-10 κ.ά.) και εφαρμόστηκαν πολυμεταβλητά μοντέλα παλινδρόμησης και ανάλυση συστάδων (cluster analysis). Αποτελέσματα: Η ανάλυση των οικονομικών δεδομένων ανέδειξε σημαντική διεθνή διαφοροποίηση του κόστους νοσηλείας στις ΜΕΘ λόγω COVID-19, με τιμές από 2.985στηνTουρκιˊαεˊως2.985 στην Τουρκία έως 51.359 στην Πορτογαλία, γεγονός που αντικατοπτρίζει διαφοροποιήσεις στην οργάνωση και αποδοτικότητα των συστημάτων υγείας. Η μετα-ανάλυση των οικονομικών αξιολογήσεων ΜΕΘ κατέδειξε ευρεία μεταβλητότητα των αυξητικών δεικτών κόστους-αποτελεσματικότητας (ICERs), από 6.904εˊως6.904 έως 69.346 ανά έτος ζωής που κερδήθηκε. Οι προληπτικές και οι παρεμβάσεις βασισμένες σε πρωτόκολλα αναδείχθηκαν ως οικονομικά κυρίαρχες, ενώ οι φαρμακολογικές και τεχνολογικές θεραπείες παρουσίασαν μικτή αποτελεσματικότητα ανάλογα με το πλαίσιο εφαρμογής. Στην πρωτογενή έρευνα των συγγενών, η απώλεια εργασίας αναδείχθηκε ως ισχυρός προγνωστικός παράγοντας άγχους και εχθρότητας, ενώ η ανθεκτικότητα, η αναπλαισίωση και η συγχώρεση λειτούργησαν προστατευτικά. Η πνευματικότητα παρουσίασε διττό ρόλο, άλλοτε υποστηρικτικό, άλλοτε αντιδραστικό, ενώ η ανάλυση συστάδων εντόπισε τρεις διακριτές ομάδες φροντιστών, υψηλής, μέτριας και χαμηλής επιβάρυνσης. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα τεκμηριώνουν ότι η οικονομία της εντατικής θεραπείας εκτείνεται πέρα από τα όρια του νοσοκομείου, επηρεάζοντας το κοινωνικό και ψυχολογικό οικοσύστημα των ασθενών και των οικογενειών τους. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της διατριβής, από το μακροοικονομικό επίπεδο της δαπάνης, στο μεσοοικονομικό επίπεδο της αποδοτικότητας των παρεμβάσεων, έως το μικροκοινωνικό επίπεδο της εμπειρίας των φροντιστών, προσφέρει μια πολυδιάστατη θεώρηση της «αξίας» στη ΜΕΘ. Τα αποτελέσματα συμβάλλουν στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών, στη βελτιστοποίηση της χρήσης πόρων και στην ανάπτυξη παρεμβάσεων που ενσωματώνουν οικονομική αποδοτικότητα, ψυχολογική υποστήριξη και πνευματική φροντίδα.Introduction: Intensive care represents the most critical pillar of modern healthcare systems, where technological innovation, specialized medical expertise, and the need for rapid decision-making under conditions of high uncertainty converge. However, the operation of Intensive Care Units (ICUs) entails a substantial economic burden, increased demands on human and material resources, and significant psychological impacts on patients, families, and healthcare professionals. At the core of these challenges lies the need to balance effective clinical care, rational resource management, and the preservation of the human dimension of care in a highly demanding environment. Objective: This doctoral dissertation explores the economic and psychosocial dimensions of intensive care through three interrelated research sections. First, it assesses the economic burden of ICU hospitalization for COVID-19 patients through a systematic review of cost studies. Second, it investigates the cost-effectiveness of ICU interventions via a systematic review and meta-analysis of economic evaluations, aiming to identify strategies that optimally combine clinical and economic outcomes. Third, it examines the long-term economic, occupational, psychological, and spiritual consequences experienced by family caregivers of ICU patients, in order to better understand the multidimensional burden they face after hospitalization. Methods: The first two sections were based on systematic reviews conducted according to PRISMA guidelines. Searches were performed in international databases, and standardized quality assessment protocols were applied. Cost estimates were converted to U.S. dollars, and where feasible, meta-analysis was performed. The third section was a five-year follow-up study including 92 family caregivers from an initial cohort of 189 participants. Validated psychometric tools (SCL-90-R, SpREUK, CD-RISC-10, among others) were used, and multivariate regression models and cluster analysis were applied. Results: Analysis of the economic data revealed significant international variation in ICU hospitalization costs for COVID-19, ranging from 2.985inTurkeyto2.985 in Turkey to 51.359 in Portugal, reflecting differences in healthcare system organization and efficiency. The meta-analysis of ICU economic evaluations demonstrated wide variability in incremental cost-effectiveness ratios (ICERs), ranging from 6.904to6.904 to 69.346 per life-year gained. Preventive and protocol-based interventions emerged as economically dominant, whereas pharmacological and technological treatments showed mixed cost-effectiveness depending on the context of implementation. In the primary caregiver study, job loss was identified as a strong predictor of anxiety and hostility, while resilience, reframing, and forgiveness functioned as protective factors. Spirituality displayed a dual role, sometimes supportive, sometimes reactive, while cluster analysis identified three distinct caregiver groups: high-, moderate-, and low-burden. Conclusions: The findings demonstrate that the economics of intensive care extend beyond hospital boundaries, influencing the social and psychological ecosystem of patients and their families. The dissertation’s integrated approach, from the macroeconomic level of healthcare expenditure, to the mesoeconomic level of intervention efficiency, and the micro-social level of caregiver experience, offers a multidimensional perspective on the notion of “value” in intensive care. The results contribute to evidence-informed policymaking, optimization of resource allocation, and the development of interventions that integrate economic efficiency with psychological and spiritual care.16

    Investigation of the subjective relationship of dreams to the experience of a disease

    No full text
    Η ερμηνεία των ονειρικών αναπαραστάσεων καθώς και των ονειρικών σκέψεων είναι σημαντική για την κατανόηση των ψυχικών διεργασίών και των ασυνείδητων λειτουργειών του Εγώ . Ωστόσο η προβληματική του ονείρου συνιστά ένα ζήτημα όχι ιδιαίτερα οικείο μεταξύ των επαγγελματιών υγείας καθώς η προσοχή επικεντρώνεται σε εργαστηριακά ευρήματα και κλινικά χαρακτηριστικά της εν εγρήγορση ζωής. Σκοπός: Η μελέτη επιδιώκει να διερευνήσει διεξοδικά τους ψυχικούς μηχανισμούς που συμβάλουν στη δημιουργία των ονειρικών αναπαραστάσεων καθώς και την συσχέτιση τους με την εν εγρήγορση ζωή. Μέσα από τη διερεύνηση τόσο μεμονωμένων ονειρικών αναφορών όσο και των τυπικών ονείρων π.χ. όνειρα θανάτου ή επιδειξιομανίας μπορεί να γίνει κατανόηση τόσο των κινήτρων όσο και των επιθυμιών που μεταφράζουν το έκδηλο ονειρικό περιεχόμενο. Επίσης είναι σημαντικό να καθοριστεί ο μηχανισμός εκείνος που συμβάλει στην λησμονία του ονειρικού περιεχομένου με σκοπό την ανάπτυξη στρατηγικών και παρεμβάσεων για θεραπευτική προσέγγιση και την εξειδίκευση των επαγγελματιών υγείας. Υλικό και μέθοδος: Η παρούσα έρευνα πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Νοσηλευτική Φροντίδα Ενηλίκων», από τον Μάρτιο του 2025 έως τον Σεπτέμβριο του 2025. Το δείγμα της παρούσας μελέτης αποτέλεσαν άτομα από το γενικό πληθυσμό από την ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων. Ως ερευνητικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο με την μορφή Google Forms το οποίο συμπεριλάμβανε την συμπλήρωση κοινωνικό-δημογραφικών στοιχείων όπως ηλικία, καταγωγή, επάγγελμα και οικογενειακή κατάσταση. Για την μέτρηση κοινωνικών αναπαραστάσεων καταρτίστηκαν δομημένες-ημιδομημένες ερωτήσεις ανοιχτού-κλειστού τύπου σχετικά με το ονειρικό περιεχόμενο, οι οποίες ήταν διατυπωμένες έτσι ώστε να ενθαρρύνουν τον ελεύθερο συνειρμό και να εκφράσουν αβίαστα, χωρίς άμεση ή έμμεση καθοδήγηση τις εμπειρίες τους οι συμμετέχοντες, συνεπώς χωρίς να προσβληθεί η αξιοπιστία των απαντήσεων. Τέλος, εφαρμόστηκε Κλίμακα Πνευματικότητας και Θρησκευτικότητας με το τεστ SpREUK-sf-10 του Bussing από το Πανεπιστήμιο Witten/Herdecke (Bussing, 2005). Αποτελέσματα: Η έρευνα περιέλαβε 100 συμμετέχοντες, εκ των οποίων το 70% ήταν γυναίκες. Το 53% ήταν έγγαμοι και το 54% είχε παιδιά. Αναφορικά με την εκπαίδευση, το 30% ήταν απόφοιτοι ΑΕΙ και το 17% κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου. Το 80% δεν έπασχε από χρόνια σωματική νόσο, ενώ το 44% είχε επισκεφθεί ψυχολόγο. Όσον 3 αφορά τα όνειρα, το 67% ανέφερε ότι βλέπει όνειρα "μερικές φορές", το 34% τα περιέγραφε ως "ωραία" και το 18% ως "άσχημα". Σημαντικά, το 35% πίστευε ότι είχε όνειρο που συνδέθηκε αργότερα με ασθένεια, ενώ το 28% το θεώρησε "προφητικό". Η επαγωγική ανάλυση ανέδειξε στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ φύλου και αντίληψης των ονείρων ως προειδοποιητικών για την υγεία (p<0.05), καθώς και μεταξύ εκπαιδευτικού επιπέδου και απόδοσης προγνωστικού χαρακτήρα στα όνειρα. Συμπεράσματα: Η μελέτη κατέδειξε ότι τα όνειρα αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην ψυχολογική εμπειρία της ασθένειας, με τις γυναίκες και τα άτομα υψηλότερης εκπαίδευσης να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στο ονειρικό περιεχόμενο. Η σύνδεση ονείρων με την υγεία φαίνεται να επηρεάζεται από κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες. Τα ευρήματα υποδεικνύουν την ανάγκη ενσωμάτωσης της ονειρικής εμπειρίας στην ψυχολογική υποστήριξη και στη θεραπευτική προσέγγιση ασθενών

    Cannabidiol against stress and Alzheimer´s disease brain pathologies

    No full text
    Modern lifestyle increasingly exposes individuals to persistent psychological stress, an important risk factor contributing to the onset and progression of both stress-related neuropsychiatric disorders (e.g. anxiety and depression), as well as neurological diseases (e.g. Alzheimer´s disease; AD). Emerging evidence suggests that chronic stress is a linking factor between depression and AD, activating common neurobiological mechanisms in both disorders. Previous studies have shown that stress disrupts neuroplasticity, promotes neuroinflammation, and precipitates AD-related mechanisms such as Tau hyperphosphorylation and accumulation. Given the absence of effective disease-modifying therapies for AD and the limited efficacy of current antidepressants in a large proportion of depressed patients, these PhD studies monitor the impact of the phytocannabinoid, cannabidiol (CBD), against Stress and AD brain pathologies. The first part of these PhD studies demonstrates that CBD treatment in chronically stressed Tau transgenic male and female mice counteracts the precipitating effects of chronic stress on Tau pathology and related hippocampal malfunction, leading to attenuation of memory deficits. Using multiscale analytical tools of the brain, such as molecular, cellular, neurostructural, proteomic, and behavioral analyses, we demonstrate for the first time that CBD reduces stress-driven Tau hyperphosphorylation and accumulation as well as neurotoxic aggregation, in parallel to the prevention of neuronal dendritic atrophy and synaptic loss, thereby mitigating downstream memory deficits. Mechanistically, these PhD findings highlight the critical interplay between autophagy and inflammasome activity in mediating the beneficial effects of CBD on stress-exacerbated Tau pathology. The second part of these PhD studies in wild-type mice reveals that, similarly to the widely used antidepressant drug citalopram, CBD mitigates the detrimental impact of chronic stress on hippocampal and prefrontal cortex on plasticity and related behavior. Specifically, CBD blocked stress-induced dysregulation of the endocannabinoid system and also protected against stress-driven synaptic loss and neuronal atrophy, ameliorating anxious behavior and associated memory impairment. Moreover, despite the distinct primary pharmacological targets between CBD and citalopram, hippocampal proteomic analysis uncovers a notable similarity of the effect of both compounds on the hippocampal proteome under chronic stress, suggesting common pathways related to stress neuronal resilience. However, it appears that CBD beneficial effect against stress-evoked damage of neuroplasticity involves 2 the endocannabinoids as CBD, but not citalopram, attenuated the dysregulation of endocannabinoid system triggered by chronic stress, supporting the view that endocannabinoid manipulation may represent an alternative therapeutic target against stress-driven anxious and depressive brain pathology, adding to our current antidepressant drugs portfolio. In contrast to its protective role under pathological conditions, the third part of these PhD studies provides a detailed characterization of molecular mechanisms through which prolonged exposure of the healthy, disease/stress-free brain to CBD causes mild cognitive deficits due to synaptic, but not dendritic, atrophy leading to neuronal malfunction. Based on mice and C. elegans studies, we showed that prolonged CBD exposure induces overactivation of autophagy, disrupts mitochondrial function, leading to synaptic loss, mild memory deficits and increased anxiety levels. This cross-species evidence suggests that CBD action on the brain is highly context-dependent with beneficial effect on stressed brain but harmful impact on the healthy, stress-free brain. Despite that clinical validation of the the beneficial use of CBD in stress-driven depression and anxiety is largely missing, these PhD studies provide novel and multiscale preclinical evidence suggesting the beneficial effects of CBD treatment against the stress-driven damage of neuronal and synaptic integrity while warn about the uncontrolled and prolonged use of CBD by healthy individuals in the our society exhibiting an expanding and largely unregulated CBD market.Ο σύγχρονος τρόπος ζωής εκθέτει ολοένα και περισσότερα άτομα σε χρόνιο, ψυχολογικό στρες, το οποίο αναγνωρίζεται ως μείζων παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη νευροψυχιατρικών διαταραχών (π.χ. άγχος, κατάθλιψη), καθώς και νευρολογικών νοσημάτων, όπως η νόσος Alzheimer (ΝΑ). Πρόσφατα κλινικά και πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι το χρόνιο στρες δύναται να λειτουργήσει ως παθοφυσιολογικός σύνδεσμος μεταξύ κατάθλιψης και ΝΑ, ενεργοποιώντας κοινούς στρεσσοεπαγόμενους νευροβιολογικούς μηχανισμούς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η βλάβη της νευροπλαστικότητας του εγκεφάλου, η ενίσχυση της νευροφλεγμονής και η επιτάχυνση παθολογικών διεργασιών που σχετίζονται με την πρωτεΐνη Tau, όπως η υπερφωσφορυλίωση και η συσσώρευσή της. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία αποτελεσματικών θεραπειών για τη ΝΑ και τη μέτρια αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει την επίδραση του φυτοκανναβινοειδούς κανναβιδιόλη (cannabidiol, CBD), έναντι του επιβαρυντικού ρόλου του χρόνιου στρες στην νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου και την σχέση της με την παθολογία Τau. Το πρώτο μέρος της παρούσας διδακτορικής διατριβής χρησιμοποιεί αρσενικούς και θηλυκούς Tau διαγονιδιακούς μύες κάτω από συνθήκες χρόνιου στρες καταδεικνύοντας για πρώτη φορά ότι η κανναβιδιόλη προστατεύει ενάντια στην επιβαρυντική επίδραση του χρόνιου στρες στην παθολογία της Tau οδηγώντας σε αναστροφή των ελλειμμάτων μνήμης. Μέσω την χρήσης διαφορετικών τεχνικών μοριακής, κυτταρικής, νευροδομικής, πρωτεομικής και συμπεριφορικής ανάλυσης, η παρούσα διδακτορική διατριβή δείχνει ότι η κανναβιδιόλη μειώνει την επαγόμενη από το στρες υπερφωσφορυλίωση της Tau, περιορίζει τη συσσώρευση και τον τοξικό ολιγομερισμό της και ανακόπτει τη νευρωνική ατροφία και συναπτική απώλεια στον ιππόκαμπο. Περαιτέρω, τα μοριακά και πρωτεομικά ευρήματα προτείνουν τη συμμετοχή της αυτοφαγίας και τη μείωση της ενεργοποίησης του φλεγμονοσώματος ως βασικούς μηχανισμούς των νευροπροστατευτικών δράσεων της κανναβιδιόλης έναντι της στρεσσοεπαγόμενης παθολογίας Tau. Το δεύτερο μέρος της παρούσας διδακτορικής διατριβής εστιάζει στην μηχανιστική αποσαφήνιση και κατανόηση της ευεργετικής δράσης της κανναβιδιόλης ενάντια στο χρόνιο 4 στρες χρησιμοποιώντας ποντίκια αγρίου τύπου. Η χορήγηση κανναβιδιόλης αναστρέφει με τρόπο συγκρίσιμο προς το αντικαταθλιπτικό φάρμακο σιταλοπράμη, τις στρεσσοεπαγόμενες αλλαγές του πρωτεόματος του ιπποκάμπου επηρεάζοντας μονοπάτια σχετιζόμενα με την νευρωνική ανθεκτικότητα και συναπτική ομοιόσταση εμποδίζοντας τις νευροπλαστικές αλλαγές σε δενδριτές και συνάψεις νευρώνων του ιπποκάμπου μειώνοντας την αγχώδη συμπεριφορά και τα ελλείμματα μνήμης. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη σιταλοπράμη, μόνο η κανναβιδιόλη αποκαθιστά τη στρεσσοεπαγόμενη απορρύθμιση του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος, υποδηλώνοντας ότι το σύστημα αυτό ενδέχεται να αποτελεί εναλλακτικό και ιδιαίτερα υποσχόμενο θεραπευτικό στόχο έναντι της στρεσσοεπαγώμενης παθολογίας του εγκεφάλου και παθήσεις που συνδέονται με χρόνιο στρες. Το τρίτο μέρος της διατριβής εξετάζει τις επιδράσεις της παρατεταμένης χρήσης κανναβιδιόλης στον υγιή εγκέφαλο. Τα ευρήματα σε ποντίκια αγρίου τύπου και C. elegans καταδεικνύουν ότι, σε μη παθολογικές συνθήκες, η μακροχρόνια έκθεση σε κανναβιδιόλη μπορεί να βλάψει την νευρωνική λειτουργία και ομοιόσταση. Η υπερενεργοποίηση της αυτοφαγίας και η διαταραχή της μιτοχονδριακής λειτουργίας αναδεικνύονται ως κεντρικοί μηχανισμοί που οδηγούν σε συναπτική απώλεια και νευρωνική δυσλειτουργία καθώς και σε ήπια ελλείμματα μνήμης και αυξημένη αγχώδη συμπεριφορά. Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν ότι, παρά τις ενθαρρυντικές νευροπροστατευτικές ιδιότητες της κανναβιδιόλης σε καταστάσεις στρες, η παρατεταμένη έκθεση ενός υγιούς εγκεφάλου σε κανναβιδιόλη ενδέχεται να ενέχει κίνδυνους. Συνολικά, η παρούσα διδακτορική διατριβή παρουσιάζει πρωτότυπα και πολυεπίπεδα προκλινικά δεδομένα που τεκμηριώνουν τις θεραπευτικές δυνατότητες της κανναβιδιόλης έναντι της στρεσσοεπαγόμενης νευρωνικής και συναπτικής βλάβης, ενώ παράλληλα αναδεικνύει σημαντικές προκλήσεις και πιθανούς κινδύνους που σχετίζονται με την παρατεταμένη χρήση της σε υγιείς πληθυσμούς. Τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία δεδομένης της ραγδαίας αύξησης της ελεύθερης (μη συνταγογραφούμενης) διαθεσιμότητας προϊόντων κανναβιδιόλης και της περιορισμένης γνώσης μας σχετικά με τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στον εγκέφαλο της μακροχρόνιας μη ιατρικής χρήσης της.196 σ

    4,452

    full texts

    49,308

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇