Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    49308 research outputs found

    Μεταβυζαντινές κτιτορικές επιγραφές των θρησκευτικών μνημείων του Δήμου Ζίτσας

    No full text
    Η εργασία επικεντρώνεται στη μελέτη των κτιτορικών και συναφών επιγραφών των μεταβυζαντινών ναών και μονών που βρίσκονται στον σημερινό Δήμο Ζίτσας. Το κύριο ερευνητικό αντικείμενο αφορά στη μεταγραφή και ανάλυση τριάντα εννέα επιγραφικών τεκμηρίων που εντοπίζονται σε δεκατρία μνημεία της περιοχής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις κτιτορικές επιγραφές, οι οποίες αποτελούν πρωτογενές τεκμήριο για τη χρονολόγηση, την ταυτότητα των κτιτόρων, των ζωγράφων, αλλά και την ιστορική πορεία των μνημείων. Μέσα από την ανάλυση αυτή, η εργασία συμβάλλει στην καταγραφή και ερμηνεία της μεταβυζαντινής θρησκευτικής γραμματείας της ευρύτερης περιοχής της Ζίτσας, «φωτίζοντας» πτυχές της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής της Ηπείρου κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο.18

    Κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά και αυτοεκτίμηση ατόμων με διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) μέσα από την ψυχοκινητική αδεξιότητα.

    No full text
    Σκοπός: H διερεύνηση της κοινωνικοσυναισθηματικής συμπεριφοράς και αυτοεκτίμησης ατόμων με διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) μέσα από την ψυχοκινητική αδεξιότητα, εξετάζοντας τις αντιλήψεις εκπαιδευτικών που εργάζονται σε σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής. Μεθοδολογία: Διεξήχθη μία πρωτογενής, προβλεπτική συγχρονική έρευνα, με χρήση των σταθμισμένων εργαλείων του Rosenberg για την αυτοεκτίμηση, του Movement Assesment Battery για την ψυχοκινητική αδεξιότητα και του UVA-APE για την κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά. Στην έρευνα συμμετείχαν 153 εκπαιδευτικοί, μέσης ηλικίας 36,5 ετών, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, με μεταπτυχιακό που κατοικούν σε αστικό κέντρο. Πρόκειται κυρίως για εκπαιδευτικούς με έως 10 έτη υπηρεσίας στην ειδική αγωγή και έως 15 συνολικά οι οποίοι εργάζονται σε σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής. Τα παιδιά με αυτισμό είναι κυρίως αγόρια, 8-14 ετών, που προτιμούν το ατομικό παιχνίδι, είναι δεξιόχειρες, πραγματοποιούν φυσική δραστηριότητα εντός και εκτός σχολείου, έχουν φυσιολογικό βάρος και ασκούνται για περισσότερο από 15 λεπτά 1-2 φορές την εβδομάδα. Η ανάλυση των δεδομένων έγινε σε στάθμη σημαντικότητας 5% χρησιμοποιώντας διμεταβλητούς μη παραμετρικούς ελέγχους και πολυμεταβλητά μοντέλα γραμμικής παλινδρόμησης. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω δειγματοληψίας κατά συστάδες σε σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής από τον Μάιο του 2023 έως τον Φεβρουάριο του 2024. Η έρευνα έλαβε δεοντολογική έγκριση από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στις 24/4/2023. Αποτελέσματα: Η κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά και η αυτοεκτίμηση βαθμολογήθηκαν μέτρια. Τα παιδιά με αυτισμό πρώτα χρησιμοποιούν την ανίχνευση, μετά την παράλληλη συμπεριφορά, την συνεργασία και την αυτιστική συμπεριφορά και λιγότερο επικοινωνούν με άλλα παιδιά. Παρατηρήθηκαν μέτρια επίπεδα ψυχοκινητικής αδεξιότητας. Τα παιδιά δυσκολεύτηκαν περισσότερο σε δοκιμασίες που ήταν ακίνητα και το περιβάλλον μεταβαλλόμενο, ακολούθησαν οι δοκιμασίες όπου τα παιδιά κινούνται και καλύτερη επίδοση παρατηρήθηκε σε δοκιμασίες όπου τα παιδιά είναι ακίνητα και το περιβάλλον σταθερό. Η χαμηλότερη λειτουργικότητα αυτισμού συνδέθηκε με υψηλότερη ψυχοκινητική αδεξιότητα η οποία δημιούργησε αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά και στην αυτοεκτίμηση των παιδιών. Το ομαδικό παιχνίδι ήταν ευεργετικό στην βελτίωση των ψυχοκινητικών δεξιοτήτων και της κοινωνικοσυναισθηματικής συμπεριφοράς. Η σωματική άσκηση και η φυσική δραστηριότητα αναμένεται να βελτιώσουν την αυτοεκτίμηση και την κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά των παιδιών με αυτισμό. Η γνώση και η εμπειρία αλληλεπίδρασης επηρεάζουν τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών κατά την αξιολόγηση της κοινωνικοσυναισθηματικής συμπεριφοράς των παιδιών με αυτισμό. Συμπεράσματα: Διαφαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης της ψυχοκινητικής αδεξιότητας των παιδιών προκειμένου να ενισχυθεί η αυτοεκτίμηση και η κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά των παιδιών με αυτισμό, με χρήση ασκήσεων χαμηλής δυσκολίας όπου τα παιδιά θα είναι ακίνητα και το περιβάλλον σταθερό. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί σε παιδιά με χαμηλή λειτουργικότητα αυτισμού. Το ομαδικό παιχνίδι προτείνεται για την βελτίωση των ψυχοκινητικών δεξιοτήτων και της κοινωνικοσυναισθηματικής συμπεριφοράς. Η σωματική άσκηση προτείνεται για την βελτίωση της κοινωνικοσυναισθηματικής συμπεριφοράς και της αυτοεκτίμησης των παιδιών με αυτισμό. Λέξεις κλειδιά: Ψυχοκινητική αδεξιότητα, Αυτοεκτίμηση, Κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά, Παιδιά με αυτισμό, Εκπαιδευτικοί.Aim: To investigate the socio-emotional behavior and self-esteem of individuals with autism spectrum disorder (ASD) through psychomotor clumsiness, examining the perceptions of teachers working in special education schools. Methodology: A primary cross-sectional survey was conducted using Rosenberg's weighted instruments for self-esteem, the Movement Assessment Battery for psychomotor clumsiness, and the UVA-APE for socioemotional behavior. 153 teachers, average age 36.5 years old, mostly women, with a master's degree who live in an urban center participated in the research. These are mainly teachers with up to 10 years of service in special education and up to 15 in total who work in special education school units. Children with autism are mostly boys, 8-14 years old, who prefer individual play, are right-handed, do physical activity inside and outside of school, have a normal weight and exercise for more than 15 minutes 1-2 times a week. Data were analyzed at a 5% significance level using bivariate nonparametric tests and multivariate linear regression models. Data collection was carried out through cluster sampling in special education school units from May 2023 to February 2024. The research received ethical approval from the University of Ioannina on 4/24/2023. Results: Socioemotional behavior and self-esteem were moderately rated. Children with autism first use detection, then parallel behavior, cooperation and autistic behavior and communicate less with other children. Moderate levels of psychomotor clumsiness were observed. Children had more difficulty in tests where the children were still and the environment changed, followed by tests where the children were moving and better performance was observed in tests where the children were still and the environment was stable. Lower autism functioning was associated with higher psychomotor awkwardness which created negative effects on children's socioemotional behavior and self-esteem. Group play was beneficial in improving psychomotor skills and socioemotional behavior. Physical exercise and physical activity are expected to improve the self-esteem and socio-emotional behavior of children with autism. Interaction knowledge and experience influence teachers' perceptions when assessing the socioemotional behavior of children with autism. Conclusions: The need to strengthen the psychomotor skills of children is evident in order to strengthen the self-esteem and socio-emotional behavior of children with autism, using exercises of low difficulty where the children will be still and the environment stable. Special emphasis should be given to children with low functioning autism. Group play is recommended to improve psychomotor skills and socio-emotional behavior. Physical exercise is recommended to improve the socio-emotional behavior and self-esteem of children with autism. Key words: Psychomotor clumsiness, Self-esteem, Socio-emotional behavior, Children with autism, Teachers251 σ

    Αλγόριθμοι τρισδιάστατης ανακατασκευής μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς

    No full text
    Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο την εις βάθος μελέτη και πρακτική αξιολόγηση τεχνικών και αλγορίθμων τρισδιάστατης ανακατασκευής, με έμφαση στη χρήση τους για την τεκμηρίωση και διατήρηση μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ανάγκη για ψηφιακή διατήρηση πολιτισμικών αγαθών έχει ενταθεί τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς η τρισδιάστατη αναπαράσταση αντικειμένων, κτιρίων και χώρων επιτρέπει τη δημιουργία ακριβών ψηφιακών αποτυπώσεων, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν σε περιβάλλοντα εικονικής περιήγησης, ψυχαγωγίας, εκπαίδευσης και επιστημονικής μελέτης, καθώς και σε διαδικασίες αποκατάστασης. Η εργασία ξεκινά με την παρουσίαση του θεωρητικού υπόβαθρου που διέπει την τρισδιάστατη ανακατασκευή, συμπεριλαμβανομένων βασικών εννοιών, ορολογίας, και την κατηγοριοποίηση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται. Στη συνέχεια, εξετάζονται συγκεκριμένοι αλγόριθμοι όπως οι Structure from Motion (SfM), Multi View Stereo (MVS), Neural Radiance Fields (NeRF) και Gaussian Splatting, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν διαφορετικές προσεγγίσεις και τεχνολογικές εξελίξεις στον χώρο. Ακολουθεί η εφαρμογή των αλγορίθμων αυτών σε επιλεγμένα σύνολα δεδομένων (datasets) που αφορούν πραγματικά μνημεία, με χρήση υπαρχόντων εργαλείων λογισμικού όπως COLMAP, MicMac, Instant-NGP και άλλα. Στην πορεία, καταγράφονται και αναλύονται τα αποτελέσματα κάθε ανακατασκευής με βάση τόσο ποσοτικά κριτήρια (πυκνότητα, χρόνος εκτέλεσης, ακρίβεια ως προς ground truth όπου είναι διαθέσιμος), όσο και ποιοτικά (οπτική πληρότητα, ανακατασκευή μικρών λεπτομέρειων, κάλυψη). Σκοπός της εργασίας είναι όχι μόνο η αξιολόγηση των επιδόσεων κάθε τεχνικής σε πρακτικά σενάρια, αλλά και η ανάδειξη της χρησιμότητάς τους ως εργαλεία για την προστασία και μελέτη της πολιτιστικής κληρονομιάς.This work aims at the in-depth study and practical evaluation of three-dimensional reconstruction techniques and algorithms, with emphasis on their use for the archival and maintenance of cultural heritage monuments. The need for digital preservation of cultural points of interest has been amplified in the recent decades, since three-dimensional reconstruction of objects, buildings and spaces allows for the creation of exact digital replicas, which can be utilised in virtual environments for guided tours, entertainment, training and scientific research, as well as preservation efforts. The essay starts with the presentation of the theoretical background that accompanies three-dimensional reconstruction, including basic concepts, terminology and the classification of the methods that are used. Afterwards, specific algorithms like Structure from Motion (SfM), Multi View Stereo (MVS), Neural Radiance Fields (NeRF) and Gaussian Splatting are examined, which represent different approaches and technological advancements in the field. Following is the application of these algorithms in specific datasets of real life monuments, using existing software such as COLMAP, MicMac, Instant-NGP and others. The results of each reconstructions are recorded and analysed, focusing on quantitative criteria (density, runtime, accuracy compared to ground truth when applicable) as well as qualitative criteria (visual faithfulness, replication of fine detail, coverage). The goal of the work is to not only evaluate the performance of each technique on practical scenarios but also the demonstration of their usefulness for the protection and study of cultural heritage

    Αξιολόγηση οστικής ποιότητας υγιών και παθολογικών οστών με τεχνικές δονητικής φασματοσκοπίας, περίθλασης νετρονίων και πολυπαραμετρικής ανάλυσης

    No full text
    Osteoporosis, a metabolic bone disorder characterized by reduced bone mass and compromised microarchitecture, presents a significant challenge due to its association with increased fracture risk. This thesis investigates the molecular and structural changes in bone associated with osteoporosis using a multidisciplinary approach, combining Raman spectroscopy, neutron powder diffraction, and an inflammation-mediated osteoporosis (IMO) model. These methods collectively provide insights into the compositional, and crystallographic properties of bone, enabling a comprehensive evaluation of bone quality.Bone samples, including healthy and osteoporotic specimens generated using the IMO model, were analyzed across multiple skeletal sites—tibia, humerus, femur, and rib. Raman spectroscopy was employed to explore bone quality-specific spectral regions, such as phosphate, carbonate, amide I, and collagen-related bands, using advanced preprocessing techniques and computational tools. Custom software developed for this thesis facilitated multivariate analyses, including Principal Component Analysis (PCA), Partial Least Squares Discriminant Analysis (PLS-DA), as well as band deconvolution. Quantitative bone quality parameters, including mineral crystallinity, mineral-to-matrix ratio, collagen maturity, and carbonate substitution, were calculated to reveal site-specific and systemic changes.Neutron powder diffraction complemented these findings by providing detailed information on the crystallographic structure of bone mineral. This technique offered valuable insights into the atomic arrangement and phase composition of hydroxyapatite, enhancing the understanding of structural alterations associated with osteoporosis.The results reveal significant trends and variations in molecular composition and crystallographic properties across skeletal sites, underscoring the impact of inflammation-induced osteoporosis. By combining Raman spectroscopy, neutron diffraction, and the IMO model, this work establishes a robust analytical framework for studying skeletal health. Furthermore, the custom software developed as part of this research advances the precision and reproducibility of Raman spectral analysis and provides another tool for spectroscopic analyses to the scientific community.Η οστεοπόρωση, μια μεταβολική διαταραχή των οστών που χαρακτηρίζεται από ελαττωμένη οστική μάζα και εξασθενημένη μικροαρχιτεκονική, αποτελεί σημαντική πρόκληση λόγω της συσχέτισής της με αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων. Η παρούσα διατριβή ερευνά τις μοριακές και δομικές αλλαγές που σχετίζονται με την οστεοπόρωση χρησιμοποιώντας μια διεπιστημονική προσέγγιση, συνδυάζοντας τη φασματοσκοπία Raman, την περίθλαση νετρονίων σε σκόνη, και ένα μοντέλο οστεοπόρωσης που προκαλείται από φλεγμονή. Συνολικά οι μέθοδοι αυτές παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση και τις κρυσταλλογραφικές ιδιότητες του οστού, επιτρέποντας μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση της οστικής ποιότητας.Αναλύθηκαν δείγματα οστών που ελήφθησαν από διαφορετικές περιοχές (κνήμη, βραχίονα, μηρό, και πλευρό) υγιών ζώων και ζώων στα οποία προκλήθηκε οστεοπόρωση μέσω φλεγμονής. Η φασματοσκοπία Raman χρησιμοποιήθηκε για τη διερεύνηση φασματικών περιοχών που σχετίζονται με την οστική ποιότητα, όπως οι περιοχές των φωσφορικών και ανθρακικών ιόντων, του αμιδίου Ι, και περιοχές που σχετίζονται με το κολλαγόνο, χρησιμοποιώντας προηγμένες τεχνικές προεπεξεργασίας και υπολογιστικά εργαλεία. Εξειδικευμένο λογισμικό που αναπτύχθηκε για την παρούσα διατριβή διευκόλυνε την εφαρμογή μεθόδων πολυπαραμετρικής ανάλυσης, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (Principal Component Analysis; PCA), της ανάλυσης διάκρισης μερικών ελαχίστων τετραγώνων (Partial Least Squares Discriminant Analysis; PLS-DA), καθώς και την αποσυνέλιξη κορυφών. Πραγματοποιήθηκε ποσοτικός προσδιορισμός των παραμέτρων της οστικής ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων της κρυσταλλικότητας του υδροξυαπατίτη, του λόγου του ανόργανου μέρους του οστού προς το οργανικό, η ωριμότητα του κολλαγόνου, και η ανθρακική υποκατάσταση, με σκοπό τον προσδιορισμό συστημικών αλλαγών και αλλαγών που οφείλονται στη θέση του οστού.Η περίθλαση νετρονίων σε σκόνη παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες για την κρυσταλλογραφική δομή του ανόργανου τμήματος του οστού. Η τεχνική αυτή προσέφερε πολύτιμες πληροφορίες για την ατομική διάταξη και τη σύνθεση των φάσεων του υδροξυαπατίτη, ενισχύοντας την κατανόηση των δομικών μεταβολών που σχετίζονται με την οστεοπόρωση.Τα αποτελέσματα κατέδειξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στη μοριακή σύνθεση και τις κρυσταλλογραφικές ιδιότητες σε όλες τις σκελετικές περιοχές, υπογραμμίζοντας τον αντίκτυπο της οστεοπόρωσης που προκαλείται από φλεγμονή. Με τον συνδυασμό της φασματοσκοπίας Raman, της περίθλασης νετρονίων και του μοντέλου προκλητής οστεοπόρωσης μέσω φλεγμονής, η εργασία αυτή δημιουργεί ένα αναλυτικό πλαίσιο για τη μελέτη της υγείας του σκελετού. Επιπλέον, το εξειδικευμένο λογισμικό που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο αυτής της έρευνας συμβάλλει στην ακρίβεια και την αναπαραγωγιμότητα αναλύσεων φασματοσκοπίας Raman και παρέχει ένα ακόμη εργαλείο για φασματοσκοπικές αναλύσεις στην επιστημονική κοινότητα.23

    Successful leadership styles and student academic performance: the case of the holistic leadership model in the greek context

    No full text
    Η εκπαιδευτική ηγεσία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία μελέτης στον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των σχολικών μονάδων και την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων. Οι διευθυντές των σχολείων διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην αποτελεσματική διοίκηση και ηγεσία των σχολείων τους και κατ’ επέκταση στη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, το Ολιστικό Μοντέλο Hγεσίας προσφέρει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στη διοίκηση και ηγεσία των εκπαιδευτικών οργανισμών. Η παρούσα διατριβή εξετάζει το πεδίο της εκπαιδευτικής ηγεσίας, εστιάζοντας στη σημασία του Ολιστικού Μοντέλου Ηγεσίας και των ηγετικών στυλ που αυτό ενσωματώνει επιχειρώντας να διερευνήσει την επίδρασή τους στην εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των ηγετικών στυλ και των μαθησιακών αποτελεσμάτων, με στόχο να αναδειχθεί ο ρόλος της ηγεσίας στην ενίσχυση της σχολικής επίδοσης των μαθητών και της συνολικής λειτουργίας του εκπαιδευτικού οργανισμού. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνήσει τον ρόλο που διαδραματίζει η ηγεσία του/της διευθυντή/ντριας της σχολικής μονάδας στην βελτίωση της σχολικής αποτελεσματικότητας και ιδιαίτερα στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα όπως η ακαδημαϊκή επίδοση των μαθητών. Ειδικότερα, αφού εγκυροποιείται το Ολιστικό Μοντέλο στο οικείο συγκείμενο, εξετάζεται η συχνότητα υιοθέτησης των ηγετικών στυλ του Ολιστικού Μοντέλου από τους/τις διευθυντές/ντριες του δείγματος, οι ηγετικές πρακτικές που αξιοποιούνται από τους/τις ίδιους/ες και η διαφοροποίησή τους σε σχέση με την αστική ή την ημιαστική φύση του σχολείου. Τα παραπάνω διερευνώνται και σε σχέση με την ακαδημαϊκή επίδοση των μαθητών/τριών. Ακόμη, μελετάται η σύγκλιση των απόψεων διευθυντών και εκπαιδευτικών και η πιθανή διαφοροποίηση των απόψεων των τελευταίων σε σχέση με τα δημογραφικά τους χαρακτηριστικά. Για τη συλλογή των δεδομένων εφαρμόστηκε ερευνητικό σχέδιο μεικτών μεθόδων. Το ερευνητικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε στην ποσοτική έρευνα ήταν το ερωτηματολόγιο και στην ποιοτική, η ημιδομημένη συνέντευξη. Δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 10 σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Περιφέρειας Ηπείρου. Ειδικότερα, στην ποσοτική έρευνα συμμετείχαν 155 εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ενώ στην ποιοτική 10 Διευθυντές/τριες Δημοτικών Σχολείων. Παράλληλα, για την μέτρηση της ακαδημαϊκής επίδοσης των μαθητών των σχολείων που συμμετείχαν στην έρευνα συμμετείχαν 270 μαθητές της Στ τάξης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Μάιο έως τον Ιούνιο του 2022. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει η εγκυροποίηση του Ολιστικού Μοντέλου Ηγεσίας στα σχολεία του δείγματος μιας που οι διευθυντές/ντριες τους αξιοποιούν όλα τα ηγετικά στυλ που αυτό ενσωματώνει. Αποδείχθηκε, δε, ότι καθένας από τους/τις διευθυντές/ντριες αξιοποιεί σε διαφορετικό βαθμό κάθε ηγετικό στυλ αν και το Δομικό στυλ ηγεσίας υπερίσχυσε των υπολοίπων στα σχολεία υψηλότερων επιδόσεων. Οι απόψεις των εκπαιδευτικών δεν φάνηκε να επηρεάζονται από τα δημογραφικά τους χαρακτηριστικά αν εξαιρέσουμε τα έτη προϋπηρεσίας τους. Συνολικά, οι διευθυντές/ντριες του δείγματος δίνουν προτεραιότητα σε ηγετικές πρακτικές που εστιάζουν στη βελτίωση της ποιότητας διδασκαλίας και μάθησης, στην ενίσχυση της ελευθερίας και αυτονομίας των εκπαιδευτικών, στην αναγνώριση της ξεχωριστής συνεισφοράς των συναδέλφων τους, στη συλλογική λήψη αποφάσεων, στο άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία καθώς και στον οργανωμένο συντονισμό του σχολικού οργανισμού από την πλευρά τους.Educational leadership is one of the most important fields of study in education, as it is directly linked to the operation of school units and the achievement of educational goals. School principals play a central role in the effective administration and leadership of their schools and, therefore, in the improvement of learning outcomes. In this context, the Holistic Leadership Model offers a comprehensive approach to the leadership of educational organizations. This thesis examines the field of educational leadership, focusing on the importance of the Holistic Leadership Model and the leadership styles it incorporates, attempting to explore their impact on educational effectiveness. Particular emphasis is given to the investigation of the relationship between leadership styles and learning outcomes, with the aim of highlighting the role of leadership in enhancing student performance and the overall functioning of the educational organization. The purpose of this study is to investigate the role played by the leadership of the school principal in improving school effectiveness and particularly the impact that this subsequently has on the educational outcomes such as the students’ academic performance. Specifically, after validating the Holistic Leadership Model in the Greek context the study investigates what is the most commonly adopted leadership style by the principals and how they incorporate this into their daily leadership practice. The factor of urban or semi-urban school is also examined and all the aforementioned are investigated in relation to the student performance of each school. In addition, the convergence of the views of principals and teachers and the possible differentiation of the views of the latter in relation to their demographic characteristics are studied. A mixed methods research design was applied to collect data. The research tool used in the quantitative research was the questionnaire and in the qualitative research, the semi-structured interview. The sample of the research was 10 Primary Education schools of the Epirus Region. In more detail, 155 Primary Education teachers participated in the quantitative research while 10 Primary School Principals participated in the qualitative research. At the same time, 270 6th grade students participated in measuring the academic performance of the students of the schools participating in the research. The research was carried out from May 2022 to June 2022. The results of the research validate the Holistic Leadership Model as the school principals utilize all the leadership styles it incorporates. It was established that each principal utilizes each leadership style to a different extent, although the Structural leadership style stood out in the high performing schools. Teachers' views did not appear to be influenced by their demographic characteristics, except for their years of service. Overall, the principals in the sample prioritize leadership practices that focus on the quality improvement of teaching and learning, the enhancement of teachers' freedom and autonomy together with the recognition of the unique contribution of their colleagues, the collective decision-making, the opening of the school to the society, and finally on the efficient organizational coordination of the school on their part.279 σ

    The impact of informal learning experiences on secondary school students' attitudes, beliefs, and interest in the natural sciences

    Full text link
    Η άτυπη μάθηση στις Φυσικές Επιστήμες αναφέρεται στις εμπειρίες επιστημονικής μάθησης που λαμβάνουν χώρα εκτός του επίσημου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος. Αυτές οι εμπειρίες είναι καθοριστικής σημασίας για την ενίσχυση της δια βίου μάθησης και την δημόσια κατανόηση της επιστήμης. Η άτυπη επιστημονική μάθηση πραγματοποιείται με ποικίλους τρόπους και μέσα, στον ελεύθερο χρόνο και τις κοινωνικές συναναστροφές, στο σπίτι και στην οικογένεια, σε μουσεία και επιστημονικά κέντρα, σε κοινωνικές εκδηλώσεις επιστήμης αλλά και κατά την επαφή με τη φύση. Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης διερευνήθηκε η συμβολή της άτυπης επιστημονικής μάθησης στις στάσεις, τις πεποιθήσεις και το ενδιαφέρον των μαθητών και μαθητριών γυμνασίου για τις Φυσικές Επιστήμες. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ενός ερωτηματολογίου με τέσσερις διακριτές υποκλίμακες: τις προηγούμενες εμπειρίες άτυπης επιστημονικής μάθησης, τον θαυμασμό της επιστήμης, την αξία της επιστήμης και τις πεποιθήσεις των μαθητών για τις επιστημονικές τους ικανότητες. Η παραγοντική ανάλυση ανέδειξε τρεις διαστάσεις στις προηγούμενες εμπειρίες άτυπης μάθησης στις Φυσικές Επιστήμες που αφορούν την ατομική/προσωπική αναζήτηση, τη συμμετοχή σε μη-τυπικές επιστημονικές δράσεις και τις μουσειακές επισκέψεις. Ο στατιστικός έλεγχος των κατανομών των απαντήσεων των συμμετεχόντων έδειξε μικρές διαφορές μεταξύ των φύλων, με τα κορίτσια να δίνουν περισσότερο θετικές απαντήσεις σε σχέση με τα αγόρια για τις μουσειακές επισκέψεις και την αξία της επιστήμης. Τα ευρήματα των διαφορών ανάλογα με την τάξης φοίτησης ήταν πιο σαφή, με τους συμμετέχοντες της Δευτέρας τάξης να δίνουν περισσότερο θετικές απαντήσεις για την προσωπική αναζήτηση και της Τρίτης τάξης λιγότερο θετικές απαντήσεις για την αξία της επιστήμης. Γενικά, σε όλες τις υποκλίμακες των στάσεων και των πεποιθήσεων οι συμμετέχοντες της Τρίτης Γυμνασίου τείνουν να δίνουν λιγότερες θετικές απαντήσεις σε σχέση με τις άλλες τάξεις. Η ανάλυση πολλαπλής παλινδρόμησης έδειξε ότι από τις διαστάσεις των εμπειριών άτυπης μάθησης που ανιχνεύτηκαν, αυτή που φαίνεται να έχει την μεγαλύτερη επίδραση στις στάσεις και τις πεποιθήσεις των συμμετεχόντων, όπως αποκάλυψαν τα μοντέλα που προέκυψαν, είναι η προσωπική αναζήτηση σε θέματα Φυσικών Επιστημών.Informal Learning in Science Education refers to scientific learning experiences that occur outside the formal educational environment. These experiences are crucial for promoting lifelong learning and enhancing public understanding of science. Informal science learning takes place in a variety of ways and settings—during leisure time and social interactions, at home and within the family, in museums and science centers, at science-related public events, and through engagement with nature. This study investigates the contribution of informal science learning to the attitudes, beliefs, and interest of lower secondary school students toward science. Data collection was conducted through a questionnaire consisting of four distinct subscales: prior experiences of informal science learning, science fascination, perceived value of science, and students’ beliefs about their scientific abilities. Factor analysis identified three dimensions of previous informal science learning experiences: individual/personal exploration, participation in non-formal science activities, and museum visits. Statistical analysis of participants’ response distributions revealed minor gender differences, with girls providing more positive responses than boys regarding museum visits and the value of science. Differences by grade level were more pronounced: second-grade students responded more positively regarding personal exploration, while third-grade students showed fewer positive views about the value of science. Overall, across all subscales related to attitudes and beliefs, third-grade students tended to give fewer positive responses compared to students in the earlier grades. Multiple regression analysis showed that among the dimensions of informal learning experiences identified, the one with the greatest influence on participants’ attitudes and beliefs—according to the resulting models—was personal exploration in the field of science123 σ

    4,452

    full texts

    49,308

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇