Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    49308 research outputs found

    Emotional difficulties and Behavioral problems of students with Learning Difficulties.

    Full text link
    Η συναισθηματική κατάσταση και η συμπεριφορά των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες επηρεάζονται αρνητικά από καταστάσεις που βιώνουν στη καθημερινότητα τους, στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον. Η αδυναμία ανταπόκρισης στις σχολικές απαιτήσεις και η έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων εμποδίζουν την προσαρμογή τους στη σχολική ζωή και στην ανάπτυξη κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς. Η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στις μαθησιακές δυσκολίες και στις συναισθηματικές δυσκολίες είναι κρίσιμη για τη διαμόρφωση κατάλληλων παιδαγωγικών και υποστηρικτικών παρεμβάσεων. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύνδεση ανάμεσα στις μαθησιακές δυσκολίες, τα προβλήματα συμπεριφοράς και τις συναισθηματικές δυσκολίες σε μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Παρόλο που τα προβλήματα συμπεριφοράς των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης, δεν έχει υπάρξει επαρκής διερεύνηση του ρόλου του σχολικού και οικογενειακού περιβάλλοντος στην εμφάνιση και διαχείρισή τους. Στόχος της εργασίας είναι η διερεύνηση του βαθμού στον οποίο οι μαθησιακές δυσκολίες συσχετίζονται με προβλήματα συμπεριφοράς και συναισθηματικές δυσκολίες, καθώς και η καταγραφή των εμπειριών και των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών για τα αίτια και τη διαχείριση αυτών των δυσκολιών. Η έρευνα βασίστηκε στη μεικτή μεθοδολογική προσέγγιση, μέσω ερωτηματολογίων και ημιδομημένων συνεντεύξεων, με συμμετοχή 35 εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου έγινε αναφορά σε 72 περιπτώσεις μαθητών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων συμπεριφοράς, με τη συναισθηματική τους κατάσταση και το οικογενειακό περιβάλλον να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι χρειάζεται επικοινωνία και κοινό πλαίσιο οριοθέτησης ανάμεσα στο σχολείο και στην οικογένεια, γεγονός που συχνά δεν πραγματοποιείται. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένα προγράμματα παρέμβασης σε μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες για την βελτίωση της συμπεριφοράς και της συναισθηματικής τους κατάστασης.The emotional state and behavior of students with learning difficulties are negatively affected by everyday experiences in both their family and school environments. Their inability to meet academic expectations, combined with a lack of social skills, hinders their adaptation to school life and the development of socially acceptable behavior. Understanding the relationship between learning difficulties and emotional challenges is crucial for designing appropriate pedagogical and support interventions. This study examines the connection between learning difficulties, behavioral problems, and emotional challenges in primary school students. Although the behavioral problems of students with learning difficulties have been the subject of previous research, the role of the school and family environment in the emergence and management of these issues has not been remains underexplored. The aim of this study is to investigate the extent to which learning difficulties are associated with behavioral and emotional challenges and to record teachers’ experiences and perceptions regarding the causes and management of these difficulties. The research followed a mixed-methods approach, combining questionnaires and semi-structured interviews, involving 35 primary school teachers who reported on to 72 cases of students. The findings indicated that students with learning difficulties are at increased risk of developing behavioral problems, with their emotional state and family context playing a decisive role. Furthermore, the study highlights the importance of communication and the establishment of a shared framework of boundaries between school and family- an element that is often missing. The results underscore the necessity for targeted intervention programs aimed at improving the behavior and emotional well-being of students with learning difficulties.178 σ

    σχεδιάζοντας διευρυμένες χωρικές αισθητηριακές εμπειρίες

    Full text link
    Η ερευνητική εργασία επικεντρώνεται στις αισθήσεις, φέρνοντάς αυτές περισσότερο στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Εισάγει έννοιες όπως οι μεταβατικοί χώροι, η ρύθμιση και η ισορροπία.The research focuses on the senses, bringing them more to the forefront of design. It introduces concepts such as transitional spaces, modulation, and balance.Σε αυτήν την έρευνα θα πραγματοποιηθεί μια μελέτη για τον σχεδιασμό με επίκεντρο τα άτομα στο φάσμα του αυτισμού και γιατί ο σχεδιασμός με έμφαση σε άτομα με μια ιδιαίτερη διαταραχή, όπως ο αυτισμός, ωφελεί τόσο τα ίδια τα άτομα όσο και τους αρχιτέκτονες, αλλά και τον ανθρώπινο πληθυσμό γενικότερα. Αρχικά, θα γίνει μια σύντομη αναφορά στη σημασία του δομημένου περιβάλλοντος για την ψυχολογία του ανθρώπου και, στη συνέχεια, μια εισαγωγή για την κατανόηση του φάσματος του αυτισμού. Θα εξηγηθεί συνοπτικά ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες αυτών των ατόμων, πώς λειτουργεί η αισθητηριακή τους επεξεργασία και πώς αυτή τους επηρεάζει, τόσο σε επίπεδο υποευαισθησίας όσο και υπερευαισθησίας. Αφού επιτευχθεί μια βασική κατανόηση αυτών των ζητημάτων, θα αναλυθεί τι ακριβώς είναι ο σχεδιασμός για όλους, με βάση τις αρχές του Ronald Mace, και πώς αυτές οι αρχές προσαρμόζονται στον σχεδιασμό για άτομα στο φάσμα του αυτισμού, που επικεντρώνεται κυρίως στη διαμόρφωση χώρων με βάση τις αισθήσεις. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν παραδείγματα χώρων που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για άτομα στο φάσμα του αυτισμού. Αυτά περιλαμβάνουν, κυρίως, σχολεία, ειδικά διαμορφωμένα δωμάτια και εγκαταστάσεις σε πανεπιστημιακούς χώρους. Οι αναφορές αυτές βοηθούν στην κατανόηση του πώς ο σχεδιασμός, με βάση την αισθητηριακή εμπειρία, διαμορφώνει τους χώρους και παρέχει στα άτομα τη δυνατότητα ελέγχου του περιβάλλοντός τους. Επιπλέον, θα γίνει μελέτη των αισθήσεων μεμονωμένα, δηλαδή πώς κάθε αίσθηση γίνεται αντιληπτή από ένα άτομο και πώς επηρεάζει τον χώρο. Τέλος, θα παρουσιαστούν κάποιες σχεδιαστικές προτάσεις και επισημάνσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την ανάγκη ισορροπίας σε όλη αυτή τη διαδικασία. Συμπερασματικά, θα αναδειχθεί το πώς, μέσω του σχεδιασμού για τα άτομα στο φάσμα του αυτισμού, δημιουργούνται περιβάλλοντα που ωφελούν ολόκληρη την κοινωνία.This research focuses on studying design centered around individuals on the autism spectrum and how designs that emphasize individuals with a specific condition, such as autism, benefit not only these individuals themselves but also architects and society as a whole. Initially, the study will briefly reference the significance of the built environment in human psychology, followed by an introduction to understanding the autism spectrum. A concise explanation will be provided regarding the particular characteristics of these individuals, how their sensory processing functions, and how it affects them in terms of both hyposensitivity and hypersensitivity. Once a fundamental understanding of these issues is established, an analysis will follow on what universal design is—based on the principles of Ronald Mace—and how these principles are adapted for individuals on the autism spectrum, with a primary focus on shaping spaces centered around sensory experiences. Next, examples of spaces specifically designed for individuals on the autism spectrum will be presented, including schools, specially designed rooms, and university facilities. These references will illustrate how design based on sensory experiences shapes spaces and provides individuals with the ability to control their environment Additionally, the study will examine the senses individually, exploring how each human sense is perceived by an individual on the spectrum and how it influences spatial experience. Finally, the research will present design proposals and key observations regarding the design process, emphasizing the need for balance in this approach. In conclusion, this study will highlight how designing for individuals on the autism spectrum leads to the creation of environments that benefit society as a whole.6

    Μελέτη παθητικών οπτικών δικτύων

    No full text
    Τα παθητικά οπτικά δίκτυα (PON) έχουν αρχίσει να γίνονται μια δημοφιλής λύση δικτύου πρόσβασης οπτικών ινών λόγω της διαφάνειας των υπηρεσιών, της αποδοτικότητας κόστους, της εξοικονόμησης ενέργειας και της υψηλότερης ασφάλειας που παρέχουν σε σχέση με άλλα δίκτυα πρόσβασης πληροφοριών. Τα PON χρησιμοποιούν παθητικά εξαρτήματα χαμηλής ισχύος που εξαλείφουν την ανάγκη για τροφοδοσία ισχύος στο δίκτυο διανομής των ινών. Στη συνέχεια θα παρουσιαστούν τρεις διαφορετικές γενιές PON που βασίζονται στα πρότυπα APON, BPON, PON Ethernet και Gigabit PON. Επίσης παρουσιάζεται η πρώτη γενιά του PON από την άποψη των φυσικών επιπέδων και των επιπέδων σύνδεσης δεδομένων που αποτελεί και τη βάση για συζήτηση σχετικά με τις διαφορετικές προσεγγίσεις που ακολουθούνται για το στάδιο 1 PON επόμενης γενιάς (NG-PON1). Επιπλέον, ο κύριος στόχος αυτής της μελέτης είναι η ανασκόπηση των τεχνολογιών που προτείνονται για το στάδιο 2 της επόμενης γενιάς PON (NG-PON2). επισημαίνοντας τη σημαντική συμβολή και τους περιορισμούς των αντίστοιχων τεχνολογιών. Οι υβριδικές προσεγγίσεις που συνδυάζουν πολλαπλές τεχνολογίες εισάγονται ως λύση για την εξάλειψη των σημαντικών περιορισμών και τη βελτίωση της συνολικής απόδοσης του συστήματος. Ωστόσο, το NG-PON2 εξακολουθεί να εμφανίζει μια σειρά μειονεκτημάτων, όπως το υψηλό κόστος, η περιορισμένη εμβέλεια, η χωρητικότητα και η κατανάλωση ενέργειας που συζητούνται στο τέλος αυτής της εργασίας. Τέλος θα παρουσιάσουμε και θα εξηγήσουμε την κατασκευή τέτοιου δικτύου στην πόλη της Άρτας από γνωστό τηλεπικοινωνιακό πάροχο.Passive optical networks (PONs) have started to become a popular fiber access network solution because of the service transparency, cost efficiency, energy savings and higher security they provide compared to other information access networks. PONs use low-power passive components that eliminate the need to feed power into the fiber distribution network. Three different generations of PONs based on APON, BPON, Ethernet PON and Gigabit PON standards will then be presented. It also presents the first generation of PON from the point of view of the physical and data link layers and forms the basis for a discussion of the different approaches taken for next-generation PON stage 1 (NG-PON1). Furthermore, the main objective of this study is to review the technologies proposed for next generation PON stage 2 (NG-PON2). highlighting the important contribution and limitations of the respective technologies. Hybrid approaches that combine multiple technologies are introduced as a solution to eliminate significant limitations and improve overall system performance. However, NG-PON2 still exhibits a number of disadvantages, such as high cost, limited range, capacity, and power consumption, which are discussed at the end of this paper. Finally, we will present and explain the construction of such a network in the city of Arta by a well-known telecommunications provider

    Decoding the etiological map of celiac disease

    No full text
    Ο πρώτος στόχος της διατριβής ήταν να χαρτογραφηθούν οι μη γενετικοί παράγοντες κινδύνου της κοιλιοκάκης και να αξιολογηθεί η ισχύς των τεκμηρίων τους. Το εύρος και η εγκυρότητα των συσχετίσεων των μη γενετικών παραγόντων κινδύνου με την κοιλιοκάκη είναι ασαφείς στη βιβλιογραφία. Αξιολογήσαμε ποιες από αυτές τις συσχετίσεις έχουν ισχυρή επιδημιολογική αξιοπιστία και την παρουσία και έκταση πιθανών συστηματικών σφαλμάτων στη βιβλιογραφία σε μια ανασκόπηση τύπου ομπρέλα. Ο δεύτερος στόχος ήταν να διερευνηθεί η γενετική συσχέτιση της κοιλιοκάκης και της ανθεκτικής κοιλιοκάκης με άλλα νοσήματα χρησιμοποιώντας γονιδιακά σκορ κινδύνου από τη βιοτράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η κοιλιοκάκη έχει συνδεθεί στη βιβλιογραφία με διάφορα νοσήματα. Υπολογίσαμε τον πολυγονιδιακό κίνδυνο κοιλιοκάκης και είδαμε τη συσχέτιση του με διάφορες ασθένειες σε μια μελέτη φαινοτυπικής συσχέτισης ευρείας κλίμακας στη βιοτράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ανθεκτική κοιλιοκάκη τύπου II είναι η πιο δυσμενής μορφή κοιλιοκάκης, ωστόσο παραμένει σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με τη σχέση της με άλλες αυτοάνοσες ασθένειες. Υπολογίσαμε τον πολυγονιδιακό κίνδυνο ανθεκτικής κοιλιοκάκης τύπου II και είδαμε τη συσχέτιση του με διάφορες αυτοάνοσες ασθένειες σε μια μελέτη φαινοτυπικής συσχέτισης ευρείας κλίμακας στη βιοτράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο τρίτος στόχος ήταν να αξιολογηθεί η συσχέτιση της κοιλιοκάκης με μια σειρά άλλων παθολογικών καταστάσεων, ώστε να αποσαφηνιστεί η ενδεχόμενη παθογενετική ενοχοποίηση της στην πρόκληση νοσημάτων και συν-νοσηροτήτων που συχνά συνυπάρχουν με την κοιλιοκάκη. Αξιολογήσαμε την αξιοπιστία και τη βεβαιότητα των συσχετισμών μεταξύ της κοιλιοκάκης και των εκβάσεων υγείας σε μια ανασκόπηση τύπου ομπρέλα.The first aim of the PhD was to map the non-genetic risk factors of celiac disease and evaluate the strength of their evidence. The extent and validity of associations of non-genetic risk factors with celiac disease are unclear in the literature. We assessed which of these associations have strong epidemiological validity and the presence and extent of potential biases in the literature in an umbrella review. The second aim was to investigate the genetic association of celiac disease and refractory celiac disease with other diseases using genetic risk scores from the UK Biobank. Celiac disease has been linked to several diseases in the literature. We estimated the polygenic risk score of celiac disease and its association with several diseases in a phenome-wide association study in the UK Biobank. Refractory celiac disease type II is the most adverse form of celiac disease, however significant uncertainty remains regarding its relationship to other autoimmune diseases. We estimated the polygenic risk of refractory celiac disease type II and its association with various autoimmune diseases in a phenome-wide association study in the UK Biobank. The third aim was to evaluate the association of celiac disease with other pathological conditions, in order to clarify its possible pathogenetic involvement in causing diseases and comorbidities that often coexist with celiac disease. We assessed the reliability and certainty of associations between celiac disease and health outcomes in an umbrella review.12

    Χρήση της τεχνολογίας blockchain για την αποθήκευση και ανάκτηση εγγράφων εκπαιδευτικού φορέα

    No full text
    Η τεχνολογία Blockchain επιτρέπει τη δημιουργία ενός κατανεμημένου συστήματος καταγραφής δεδομένων (distributed ledger) σε μορφή αλυσίδας. Τα δεδομένα προστίθενται στην αλυσίδα αυτή υπό τη μορφή ψηφιακών blocks δεδομένων. Τα νέα blocks δεδομένων προστίθενται με ασφαλή τρόπο στο τέλος της αλυσίδας και ταυτόχρονα, κάθε νέο block επαληθεύει τη γνησιότητα του προηγούμενου block, εξασφαλίζοντας έτσι ότι τα δεδομένα των προηγούμενων blocks δεν έχουν τροποποιηθεί ή καταστραφεί με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν είναι επομένως δυνατή η εκ των υστέρων τροποποίηση ή κακοπροαίρετη αλλοίωση των δεδομένων τα οποία αποθηκεύονται στην αλυσίδα, εξασφαλίζοντας έτσι την ακεραιότητα των δεδομένων. Ο τρόπος αυτός λειτουργίας ενός συστήματος που βασίζεται στην τεχνολογία Blockchain προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διάφορους τομείς, όπως είναι η Εκπαίδευση. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας Blockchain μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα καταγραφής και ανάκτησης ακαδημαϊκών τίτλων, η γνησιότητα των οποίων μπορεί να επιβεβαιωθεί οποιαδήποτε στιγμή από κάθε ενδιαφερόμενο. Τα τελευταία χρόνια έχουν προταθεί διάφορα συστήματα για τον χώρο της Εκπαίδευσης και της επαλήθευσης της απόκτησης ακαδημαϊκών τίτλων. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν πολλά βήματα τα οποία πρέπει να γίνουν και αρκετές δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν για την καθολική χρήση της τεχνολογίας αυτής από το σύνολο των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται μία μελέτη των χαρακτηριστικών της τεχνολογίας Blockchain, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν για την αξιόπιστη αποθήκευση δεδομένων που αφορούν ακαδημαϊκούς τίτλους. Παρουσιάζονται επίσης διάφορες ερευνητικές προσπάθειες οι οποίες αφορούν την χρήση της τεχνολογίας Blockchain στον χώρο της Εκπαίδευσης. Επιπρόσθετα, αναπτύσσεται και μία εφαρμογή η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταχώρηση ακαδημαϊκών τίτλων με τη βοήθεια της πλατφόρμας HyperLedger Fabric.Blockchain technology allows the creation of a distributed ledger system in the form of a “chain”. The available data is added to this chain in the form of digital blocks. Each new added block is securely placed at the end of this chain while simultaneously verifying the authenticity of the previous block. This process enhances the fidelity of the previous block by ensuring it has not been modified or destroyed. Therefore, it is not possible to subsequently modify or maliciously alter the data stored in the chain. Through this process the integrity of the data set is ensured. The nature of a blockchain system offers significant advantages and applications that can be integrated and utilized in various fields such as the educational system. In fact, the utilization of blockchain technology in education can enhance and upgrade the process of academic title recording and retrieval. The last years, various systems have been proposed for the verification of the acquisition of academic titles in the field of education. However, many “steps” need to be taken, and several difficulties need to be overcome for the universal use of this technology by all academic institutions. The present paper presents a study of the characteristics of blockchain technology and the ways it can help in the reliable storage of data related to academic titles. Various research efforts are also presented regarding the use of blockchain technology in the field of education. In addition, an application is developed that can be used for the registration of academic titles with the help of the HyperLedger Fabric platform

    Tests for equivalence or non-inferiority of diagnostic tests

    No full text
    Η διάγνωση, όπως και η θεραπεία, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της κλινικής πρακτικής, και στατιστικές μελέτες στον χώρο της ιατρικής διεξάγονται με στόχο την ενίσχυση των διαγνωστικών μεθόδων. Διαγνωστικοί έλεγχοι (diagnostic tests) ονομάζονται διάφοροι ιατρικοί έλεγχοι που γίνονται με σκοπό τον εντοπισμό και την πρόληψη ασθενειών. Ενδεικτικά παραδείγματα διαγνωστικών ελέγχων είναι οι αιματολογικές εξετάσεις, το τεστ Παπανικολάου, η μαστογραφία, ο υπέρηχος άνω και κάτω κοιλίας κ.ά. Σκοπός της διενέργειας των διαγνωστικών ελέγχων είναι ο εντοπισμός ασθενειών που δεν μπορούν να φανούν με άλλον τρόπο ή ο εντοπισμός της νόσου σε πρώιμο στάδιο, δηλαδή πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων, ώστε να αντιμετωπιστεί εγκαίρως και αποτελεσματικά. Κοινό χαρακτηριστικό των διαγνωστικών ελέγχων είναι ότι η εμφάνιση θετικού αποτελέσματος σημαίνει ότι είναι πιθανό το άτομο που υποβλήθηκε στον έλεγχο να έχει την υπό εξέταση νόσο και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υποβληθεί σε εξετάσεις μεγαλύτερης ακρίβειας ή ακόμη και κατευθείαν σε θεραπεία. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η χρησιμότητα ενός διαγνωστικού ελέγχου προσδιορίζεται μεταξύ άλλων από την ακρίβεια με την οποία διακρίνει τα άτομα σε αυτά με ή χωρίς το υπό διερεύνηση νόσημα. Είναι φανερό ότι προϋπόθεση για την αξιολόγηση της διακριτικής ικανότητας ενός ελέγχου είναι η σίγουρη γνώση της ομάδας ασθενών, η οποία γνώση εξασφαλίζεται μέσω των αποτελεσμάτων σε μία διαγνωστική μέθοδο που θεωρείται σημείο αναφοράς (gold standard) και η οποία αποκαλύπτει την πραγματική κλινική κατάσταση του ασθενή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μεθόδου αναφοράς είναι η βιοψία. Στη σημερινή εποχή είναι όλο και πιο δύσκολο να αναπτυχθούν νέοι διαγνωστικοί έλεγχοι με μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα από τη μέθοδο αναφοράς. Επιπρόσθετα, οι μέθοδοι αναφοράς τις περισσότερες φορές είτε έχουν υψηλό κόστος ή είναι χρονοβόρες και δεν είναι εύκολες στην εφαρμογή τους. Αυτό έχει οδηγήσει να εισαχθούν στη βιβλιογραφία στατιστικοί τρόποι ελέγχου ότι μία διαγνωστική μέθοδος έχει ισοδύναμη ή μη κατώτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με μία υπάρχουσα καθιερωμένη.Η παρουσίαση των παραπάνω στατιστικών ελέγχων όταν τα διαθέσιμα δεδομένα είναι εξαρτημένα δίτιμα (ασθενής-όχι ασθενής) αποτελεί το βασικό αντικείμενο μελέτης αυτής της μεταπτυχιακής διατριβής. Στο παραπάνω πλαίσιο, η διάρθρωση του υπολοίπου της διατριβής έχει ως εξής. Στο Κεφάλαιο 1 (Εισαγωγή) παρουσιάζονται οι έννοιες της ισοδυναμίας και της μη κατωτερότητας μεταξύ δύο διαγνωστικών ελέγχων, καθώς και η πρακτική αξία τους στους διάφορους κλάδους της ιατρικής. Τα Κεφάλαια 2 έως 4 περιλαμβάνουν μια ανασκόπηση των βασικών μεθόδων που προτάθηκαν στη βιβλιογραφία για την αξιολόγηση της ισοδυναμίας ή της μη κατωτερότητας μιας νέας διαγνωστικής μεθόδου, σε σύγκριση με μια αποδεδειγμένα αποτελεσματική και ευρέως χρησιμοποιούμενη μέθοδο. Ειδικότερα, οι μέθοδοι ταξινομούνται στα τρία αυτά κεφάλαια ως προς την παράμετρο που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση της απόδοσης των διαγνωστικών ελέγχων (διαφορά πιθανοτήτων, λόγος πιθανοτήτων κ.ο.κ.). Στο Κεφάλαιο 5 (Συγκριτικές μελέτες) παρατίθενται και αναλύονται τα αποτελέσματα των συγκριτικών μελετών, που έχουν εμφανιστεί στη βιβλιογραφία με σκοπό την αξιολόγηση και τη σύγκριση της επίδοσης των υπό εξέταση μεθόδων. Στο Κεφάλαιο 6 (Επίλογος) συνοψίζονται τα συμπεράσματα αυτής της μεταπτυχιακής διατριβής και δίνονται προτάσεις για περαιτέρω έρευνα. Τέλος, η μεταπτυχιακή διατριβή ολοκληρώνεται με τη Βιβλιογραφία.Diagnosis of a disease is a critical element of clinical practice, and medical statistical studies are conducted to enhance diagnostic methods. Various medical tests performed for the purpose of disease detection and prevention are called diagnostic tests. Examples of diagnostic tests include blood tests, the Pap test, mammography, upper and lower abdominal ultrasound, etc. The purpose of carrying out diagnostic tests is either the identification of a disease that cannot be detected in any other way or the detection of a disease at an early stage. A positive result in a diagnostic test typically indicates a possible presence of the disease, suggesting the need for further testing or the initiation of treatment. he usefulness of a diagnostic test is determined, among other factors, by its accuracy in distinguishing between individuals with and without the disease. It is clear that evaluating the discriminative power of a test requires reliable knowledge of the patient’s disease status, which is typically established using a reference (gold standard) diagnostic method, such as a biopsy. Today, it is increasingly difficult to develop new diagnostic tests with a higher discriminative power than the reference method. In addition, reference methods are most often either expensive or time-consuming and not easy to implement. This prompted the introduction of statistical techniques of examining whether a diagnostic method has equivalent or non-inferior efficacy to an existing established method. The presentation of the available statistical methodology when the available data are paired binary (patient- non patient) is the main objective of the study in this master's thesis. In the above context, the structure of the remainder of the thesis is as follows. Chapter 1 (Introduction) gives an initial idea of the concepts of equivalence and non-inferiority between two diagnostic tests, and their practical value in different branches of medicine. Chapters 2-4 include a review of the main methods proposed in the literature for assessing the equivalence or non-inferiority of a new diagnostic method, compared with a proven and widely used method, classified according to the parameter of evaluation used. Chapter 5 analyses the results of the comparative studies to evaluate the performance of the methods presented in the previous chapters. Chapter 6 summarizes the conclusions of this thesis and provides suggestions for further research. Finally, the thesis concludes with the Bibliography.97 σ

    The transformation of OTE - COSMOTE Group of companies from a public to a private enterprise

    Full text link
    Η διπλωματική εργασία με τίτλο «Ο μετασχηματισμός του Ομίλου Ο.Τ.Ε. - COSMOTE από δημόσια σε ιδιωτικού χαρακτήρα επιχείρηση» αναλύει τη μετάβαση του Ομίλου ΟΤΕ από έναν κρατικό οργανισμό σε μια ιδιωτική εταιρεία. Εξετάζει τη στρατηγική μετασχηματισμού, τις οικονομικές και οργανωτικές αλλαγές, καθώς και τον ρόλο της καινοτομίας και των συγχωνεύσεων στο πεδίο της βιώσιμης ανάπτυξης εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και της τεχνολογίας.The diploma thesis entitled “The Transformation of the OTE - COSMOTE Group from a Public to a Private Enterprise” analyzes the transition of the OTE Group from a state- owned organization to a private company. It examines the transformation strategy, financial and organizational changes, as well as the role of innovation and mergers in the field of sustainable development of companies operating in the telecommunications and technology industry.10

    Χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη μελέτη των κορφιάτικων ιστοριών του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

    No full text
    Παρουσίαση ανακοίνωσης: Πουλή, ΜαρίαΗ μικρή συλλογή των δέκα διηγημάτων του Κωνσταντίνου Θεοτόκη έχουν ως κοινό τοπικό προσδιορισμό την Κέρκυρα και περιγράφουν ιστορίες από το νησί με έντονες κοινωνικές προεκτάσεις. Πρόκειται για δέκα ανισομερείς σε έκταση ιστορίες, χρονικά τοποθετημένες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η παρούσα εργασία εστιάζει στην ψηφιακή ανάλυση των διηγημάτων αυτών με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, αναδεικνύοντας τη συμβολή των υπολογιστικών μεθόδων στην ερμηνευτική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Συγκεκριμένα, στη ψηφιοποιημένη μορφή του σώματος των κειμένων εφαρμόζονται τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης για την αναγνώριση γλωσσικών, θεματικών και αφηγηματικών μοτίβων. Επίσης, γίνεται χρήση εργαλείων για την αναγνώριση οντοτήτων (π.χ., ονόματα, τοπωνύμια, επαγγέλματα) ανάλυση συναισθήματων, καταγραφή συχνότητας λέξεων και εντοπισμό διαλεκτικών ιδιωματισμών του κερκυραϊκού ιδιώματος. Παράλληλα, η θεματολογική ανάλυση υποστηρίζεται από τεχνικές μοντελοποίησης θεμάτων (topic modeling), με στόχο την ανάδειξη κεντρικών εννοιών που χρησιμοποιούνται στα παραπάνω κείμενα. Επίσης, γίνεται χρήση αλγόριθμων αυτόματης εξαγωγής περιλήψεων, έτσι ώστε να εντοπιστούν τα βασικά γεγονότα κι οι κυρίαρχες θεματικές ενότητες, γεγονός που διευκολύνει τη συστηματική ερμηνεία και την ταυτόχρονη σύγκριση των κειμένων σε μακρο- και μικρο-επίπεδο. Η συγκεκριμένη εργασία αποσκοπεί στην ανάδειξης της δυναμικής που προσφέρουν τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην ερμηνεία της λογοτεχνίας, χωρίς να υποκαθιστούν τη φιλολογική, γλωσσολογική και ιστορική κρίση, αλλά λειτουργώντας ως υποστηρικτικά εργαλεία της νέας γενιάς για τις ανθρωπιστικές επιστήμες.31ο Συνέδριο Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκώ

    Βιοδράσεις και πτητικές ενώσεις ελληνικών μελιών

    No full text
    Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής εργασίας ήταν αφενός η αποτίμηση της αντιοξειδωτικής δράσης, των βιοδράσεων εκκαθάρισης ριζών υδροξυλίου και αντιφλεγμονώδους δράσης, και ο προσδιορισμός των επιπέδων πρωτεϊνών, διαφορετικών μελιών της Ελληνικής υπαίθρου με in vitro μεθόδους, και αφετέρου ο ημιποσοτικός προσδιορισμός των πτητικών ενώσεων τους με την τεχνική Μικροεκχύλισης Στερεάς Φάσης (SPME) με Αέρια Χρωματογραφία Μάζας (GC-MS). Πιο συγκεκριμένα τα είδη μελιών που επιλέχθηκαν ήταν μέλια ερείκης, θυμαρίσια μέλια, μέλια ανθέων-κουμαριάς, μέλια γκιούλμπερι, ανθόμελα (πολυανθικά ανθόμελα), μέλια ελάτης, βελανιδιάς, πεύκου, μέλια μελιτωμάτων αλλά και οι τρεις ΠΟΠ ελληνικές ποικιλίες μελιών ελάτης Μαινάλου-βανίλια, πευκο-θύμαρο Κρήτης και κισσούρι Καρυστίας. Η επιλογή των συγκεκριμένων ειδών βασίστηκε σε συστηματική ανασκόπηση της εθνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας γύρω από τα διαφορετικά είδη μελιού ως προς την αντιοξειδωτική τους δράση, με στόχο τη σύγκριση με προϋπάρχοντα αποτελέσματα, καθώς και την παρουσίαση δεδομένων για είδη μελιού που δεν έχουν ακόμη αναφερθεί στη βιβλιογραφία. Τα μέλια που αναλύθηκαν παρουσίασαν σημαντικά επίπεδα αντιοξειδωτικής δράσης και βιοδράσεων που αντανακλούν στα συστατικά των μελιών πλην των σακχάρων. Επιπλέον παρουσίασαν σημαντικά επίπεδα πρωτεϊνών. Για τα παραπάνω δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ανθόμελων και των μελιών μελιτωμάτων. Η περαιτέρω σύγκριση μεταξύ των τεσσάρων ειδών ανθόμελων (μέλια ερείκης, θυμαρίσια, κισσούρι και ανθέων-κουμαριάς), έδειξε ότι τα θυμαρίσια μέλια προκύπτει να έχουν μικρότερη αντιοξειδωτική δράση (μέθοδοι Folin και FRAP) από τα υπόλοιπα τρία είδη. Επιπλέον τα μέλια κισσούρι παρουσίασαν την μεγαλύτερη εκκαθάριση ριζών υδροξυλίου, ενώ δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην αποτίμηση της αντιφλεγμονώδης δράσης και των επιπέδων πρωτεϊνών. Αντίστοιχα στην διερεύνηση των τεσσάρων ειδών μελιών μελιτώματος (μέλια βελανιδιάς, ελάτης, έλατο-βανίλια και πεύκου), παρατηρήθηκαν επί μέρους διαφορές για όλες τις παραπάνω δράσεις, με τα μέλια βελανιδιάς να παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδα αντιοξειδωτικής δράσης. Κατά τον προσδιορισμό των πτητικών ενώσεων, τα μέλια ανθέων και μελιτωμάτων που μελετήθηκαν παρουσίασαν ομοιότητες και διαφορές στο προφίλ των πτητικών ενώσεων. Εμφάνισαν αρκετές κοινές πτητικές ενώσεις που βρίσκονται γενικά στο μέλι όπως οι heptane, nonane και η 1,5,7-Octatrien-3-ol, 3,7-dimethyl- / Hotrienol. Τα ανθόμελα παρουσιάζουν πιο πλούσιο προφίλ πτητικών ενώσεων σε σχέση με τα μέλια μελιτωμάτων. Αρκετές ενώσεις όπως οι furfural, benzaldehyde, trans linalool oxide και benzyl nitrile, προέκυψε να παρουσιάζονται σε υψηλότερα επίπεδα στα ανθόμελα. Από την άλλη πλευρά κάποιες ενώσεις όπως οι 3-Buten-1-ol, 3-methyl-, octane και η 1- nonanol, προέκυψε να παρουσιάζονται σε υψηλότερα επίπεδα στα μέλια μελιτωμάτων από ότι στα ανθόμελα. Ο προσδιορισμός της βοτανικής προέλευσης μονοποικιλιακών μελιών μέσω πτητικών ενώσεων «δεικτών» φαίνεται να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, καθώς κάθε είδος μελιού παρουσιάζει υψηλότερα επίπεδα κάποιων ενώσεων. Κάποιες από τις ενώσεις που παρατηρήθηκαν σε υψηλότερα επίπεδα στα διαφορετικά είδη είναι η Phenol, 3,4,5-trimethyl-, η Isophorone και τα παράγωγα της για τα μέλια ανθέων- κουμαριάς, για τα θυμαρίσια μέλια οι Isobutyronitrile, Butanenitrile, 3-methyl-, Benzaldehyde, Benzeneacetaldehyde και η Phenylethyl alcohol. Για τα μέλια ερείκης οι ενώσεις isophorone και furfural, για τα μέλια κισσούρι η Furfural, Ethanone, 1-(2- furanyl)-, Benzeneacetaldehyde, Hotrienol, για τα μέλια βελανιδιάς οι ενώσεις 2,3- Butanediol, cis-Linalool oxide (furanoid), 1-Nonanol. Για τα μέλια ελάτης το 1-Octene, η Bicyclo[2.2.1]hept-2-ene, 2,3-dimethyl-, Bicyclo[3.1.0]hexane, 6-isopropylidene- και η Nonanal. Για τα μέλι έλατο-βανίλια οι πτητικές ενώσεις που προσδιορίστηκαν ήταν παρόμοιες με των μελιών ελάτης ενώ επίσης είχαν τις λιγότερες πτητικές ενώσεις σε σχέση με τα υπόλοιπα δείγματα και συγκεκριμένα ήταν οι 2,3-Butanedione, Bicyclo[2.2.1]hept-2-ene, 2,3-dimethyl-, Nonanal και Nonanoic acid. Τέλος για τα μέλια πεύκου ορισμένες από αυτές ήταν οι Octane, Benzaldehyde, alpha.-Pinene και η 1-Nonanol.The aim of this master’s thesis was twofold: first, to evaluate the antioxidant activity, hydroxyl radical scavenging activity, and anti-inflammatory effects, as well as to determine the total protein content of different types of honey from the Greek countryside using in vitro methods; and second, to semi-quantitatively identify their volatile organic compounds using the Solid-Phase Microextraction (SPME) technique combined with Gas Chromatography-Mass Spectrometry (GC-MS). Specifically, the honeys selected were heather honey, thyme honey, arbutus-floral honey, gioulmperi honey, multifloral honeys, fir honey, oak honey, pine honey, honeydew honey, and three Greek PDO (Protected Designation of Origin) varieties: Mainalo fir vanilla honey, pine-thyme honey from Crete, and kissouri honey from Karystia. The selection of these samples was based on a systematic review of national and international literature on the antioxidant properties of different honey types, aiming to compare findings with existing data while also presenting novel insights on honey varieties that have not been previously reported. The analyzed honeys exhibited significant levels of antioxidant activity and bioactivities, which reflect the components of the honeys other than sugars. Additionally, they showed considerable protein levels. No statistically significant difference was observed between blossom and honeydew honeys in the above parameters. Further comparison among the four types of floral honeys (heather, thyme, kissouri, and arbutus-floral honeys) revealed that thyme honeys exhibited lower antioxidant activity (as measured by the Folin and FRAP methods) compared to the other three types. Moreover, kissouri honeys demonstrated the highest hydroxyl radical scavenging activity, while no statistically significant difference was observed in the assessment of anti-inflammatory activity and protein content. Similarly, in the investigation of the four types of honeydew honeys (oak, fir, fir- vanilla, and pine honeys), distinct differences were noted for all the above activities, with oak honeys presenting the highest levels of antioxidant activity. In the determination of volatile compounds, both blossom and honeydew honeys displayed similarities and differences in their volatile profiles. They shared several common volatile compounds typically found in honey, such as heptane, nonane, and 1,5,7-Octatrien-3-ol, 3,7-dimethyl- (Hotrienol). Blossom honeys exhibited a richer volatile profile compared to honeydew honeys. Several compounds, such as furfural, benzaldehyde, trans-linalool oxide, and benzyl nitrile, were found in higher levels in blossom honeys. On the other hand, some compounds, such as 3-Buten-1-ol, 3-methyl- , octane, and 1-nonanol, were present at higher levels in honeydew honeys compared to blossom honeys. The identification of botanical origin through “marker” volatile compounds appears to be a useful tool, as each type of honey exhibits higher levels of certain compounds. Some of the compounds observed at elevated levels in the different honey types include Phenol, 3,4,5-trimethyl-, Isophorone, and its derivatives for arbutus-floral honey; Isobutyronitrile, Butanenitrile, 3-methyl-, Benzaldehyde, Benzeneacetaldehyde, and Phenylethyl alcohol for thyme honey; Isophorone and Furfural for heather honey; Furfural, Ethanone, 1-(2-furanyl)-, Benzeneacetaldehyde, and Hotrienol for kissouri honey; and 2,3-Butanediol, cis-Linalool oxide (furanoid), and 1-Nonanol for oak honey. For fir honey, the markers included 1-Octene, Bicyclo[2.2.1]hept-2-ene, 2,3- dimethyl-, Bicyclo[3.1.0]hexane, 6-isopropylidene-, and Nonanal, while Mainalo fir vanilla honey had a similar profile to fir honey, with fewer volatile compounds detected, specifically 2,3-Butanedione, Bicyclo[2.2.1]hept-2-ene, 2,3-dimethyl-, Nonanal, and Nonanoic acid. Finally for pine honey, some of them were Octane, Benzaldehyde, alpha-Pinene, and 1-Nonanol.15

    Oxidative Cycloadditions of Phenols with Alkenes. Synthesis of linear anti-benzodifurans

    No full text
    Κυρίαρχο ρόλο στην οργανική σύνθεση έχει ο σχηματισμός διϋδροφουρανικών, φουρανικών και διφουρανικών παραγώγων από την οξείδωση των αντίστοιχων αρχικών φαινολών με το δις (τριφθοροακετοξυ) ιωδοβενζόλιο 6 ως ένα ισχυρό οξειδωτικό αντιδραστήριο, αφού κατά αυτόν τον τρόπο συντίθενται φυσικά προϊόντα με αξιόλογη βιολογική δράση. Στην παρούσα μεταπτυχιακή εργασία, για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού χρησιμοποιήθηκαν διάφορες π-υποκατεστημένες φαινόλες οι οποίες είτε ήταν εμπορικά διαθέσιμες (σισαμόλη 191, π-μεθοξυφαινόλη 214, π-φαινοξυφαινόλη 217, π-φαινυλοφαινόλη 220) είτε συντέθηκαν εργαστηριακά (π-αλλυλοξυφαινόλη 183, π-βενζυλοξυφαινόλη 185). Επιπρόσθετα, η 5-υδροξυ-βενζοδιϋδροφουρανόλη 228α παρασκευάστηκε από την αντίδραση της π-βενζοκινόνης με την trans-ανεθόλη 239 παρουσία του BF3OEt2 σε THF στους -10 °C. Οι περισσότερες φαινόλες οξειδώθηκαν με το PIFA 6 παρουσία περίσσειας αλκενίων οδηγώντας στα βενζοδιϋδροφουρανικά παράγωγα 211α-211γ, 213α-213στ, 216α-216γ, 219 και 221. Ενώ η 228α αντέδρασε με α) το κινναμωμικό οξύ 188, β) το προπιονυλοχλωρίδιο 230 και γ) το φαινυλο-ακετυλοχλωρίδιο 232 σχηματίζοντας τα διϋδροφουρανικά παράγωγα 229, 230 και 233, αντίστοιχα. Τα βενζοδιϋδροφουράνια 213α και 213β μπορούν μέσω DDQ σε ακετονιτρίλιο να αρωματοποιηθούν προς τα βενζοφουράνια 235α, 235β. Οι βενζοδιϋδροφουρανόλες 236α-237β και οι βενζοφουρανόλες 238α και 238β που δημιουργήθηκαν στο εργαστήριο προήλθαν από τη μετάθεση Claisen των αντίστοιχων προστατευμένων βενζοδιϋδροφουρανίων 213α, 213β και βενζοφουρανίων 235α, 235β στους 195-200 °C. Για τη σύνθεση των τετραϋδροβενζοφουρανίων 240 και 241, πρέπει να πραγματοποιηθεί μία περαιτέρω οξειδωτική κυκλοπροσθήκη των αρχικών φαινολών 228α και 236α αντίστοιχα με την trans-ανεθόλη 239. Τέλος, ο σχηματισμός βενζοφουρανίων και βενζοδιφουρανίων μπορεί να επιτευχθεί και μέσω αντιδράσεων με τα β-νιτροστυρένια 206, 207. Το π-μεθοξυ-β-μεθυλο-νιτροστυρένιο 206 οδηγεί στα βενζοφουράνια 242α-242δ. Ενώ το π-μεθυλο-β-μεθυλο-νιτροστυρένιο 207 οδηγεί στα βενζοφουρανικά παράγωγα 243α-243δ. Η βενζοδιϋδροφουρανόλη 228α αντιδρά με το 206 παρουσία ανθρακικού κεσίου σε ακετονιτρίλιο σχηματίζοντας το βενζοδιφουράνιο 244.The formation of dihydrofuran, furan and difuran derivatives from the oxidation of the corresponding primary phenols with bis (trifluoro acetoxy) iodobenzene 6 as a strong oxidizing reagent plays a dominant role in organic synthesis, since in this way natural products with remarkable biological activity are synthesized. In the present postgraduate thesis, various p-substituted phenols which were either commercially available (sesamol 191, p-methoxyphenol 214, p-phenoxy phenol 217, p-phenylphenol 220) or laboratory synthesized (p-allyloxy phenol 183, p-benzyloxy phenol 185) were used to achieve the above purpose. In addition, 5-hydroxy-benzodihydrofuranol 228a was prepared by the reaction of p-benzoquinone with trans-anethole 239 in the presence of BF3OEt2 in THF at -10 °C. Most phenols were oxidized with PIFA 6 in the presence of excess alkenes leading to benzo dihydrofuran derivatives 211a-211c, 213a-213f, 216a-216c, 219 and 221. While 228a reacted with a) cinnamic acid 188, b) propionyl chloride 230 and c) phenyl acetyl chloride 232 to form dihydrofuran derivatives 229, 230 and 233, respectively. Benzo dihydrofurans 213a and 213b can be aromatized via DDQ in acetonitrile to benzofurans 235a, 235b. Benzo dihydrofuranols 236a-237b and benzofuranols 238a and 238b generated in the laboratory were obtained by Claisen transposition of the corresponding protected benzo dihydrofurans 213a, 213b and benzofurans 235a, 235b at 195-200 °C. For the synthesis of tetrahydro benzofurans 240 and 241, a further oxidative cycloaddition of the starting phenols 228a and 236a respectively with trans-anethole 239 has to be carried out. Finally, the formation of benzofurans and benzo difurans can also be achieved through reactions with beta-nitrostyrenes 206, 207. The p-methoxy-beta-methyl-nitrostyrene 206 leads to benzofurans 242a-242d. While p-methyl-β-methyl-nitrostyrene 207 leads to the benzofuran derivatives 243a-243d. Benzodihydrofuranol 228a reacts with 206 in the presence of cesium carbonate to acetonitrile to form benzodifuran 244.18

    4,452

    full texts

    49,308

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇