Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
49308 research outputs found
Sort by
Conditional distribution function estimation and bandwidth selection for mixed categorical and continuous data
Με κίνητρο ένα σύνολο πραγματικών δεδομένων που περιγράφουν το ιατρικό προφίλ ασθενών υπό μια συγκεκριμένη θεραπεία, αναπτύσσουμε έναν μη παραμετρικό εκτιμητή της υπό συνθήκη συνάρτησης επιβίωσης που λαμβάνει υπ ́ όψιν συνεχείς και κατηγορικές συμμεταβλητές. Η ανάπτυξη γίνεται με τη μέθοδο των
πυρήνων σε συνδυασμό με τον εκτιμητή Kaplan-Meier για τυχαία λογοκριμένους από δεξιά χρόνους επιβίωσης. Οι ασυμπτωτικές ιδιότητες της παραγόμενης εκτίμησης μελετώνται και ποσοτικοποιούνται αναλυτικά. Η εφαρμογή του εκτιμητή στην πράξη γίνεται εφικτή με τη χρήση μιας μεθόδου επιλογής εύρους ζώνης, η υλοποίηση της οποίας βασίζεται μόνο στο διαθέσιμο δείγμα. Τέλος, εφαρμόζουμε τον εκτιμητή στα πραγματικά δεδομένα τα οποία αποτέλεσαν και το κίνητρο ανάπτυξης της συγκεκριμένης διατριβής και δείχνουμε τη χρησιμότητα του στη συγκεκριμένη και σε παρόμοιες καταστάσεις.Motivated by a real world data set which requires the estimation - conditional on a number of factors - of survival probabilities of patients under a certain treatment, we investigate in detail the kernel smoothing of the Kaplan–Meier estimate for random designs under the right censored data setting, in the presence of an arbitrary number of mixed continuous and categorical covariates. The asymptotic properties of the derived estimator are studied and quantified analytically, and its implementation is facilitated by a corresponding data driven bandwidth selector. Its application to the real data set illustrates its
practical usefulness.6
Ανάδειξη της χαρτογραφικής κληρονομιάς μέσω ψηφιακών τεχνολογιών στο CartoGeoLab ΑΠΘ : η υλοποίηση του ερευνητικού έργου DiLiMAPS στηνΒιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης του ΑΠΘ
Παρουσίαση ανακοίνωσης: Μπούτουρα, Χρυσούλα, Τσορλίνη, Αγγελική, Λιβιεράτος, ΕυάγγελοςΗ χαρτογραφική κληρονομιά και οι ιστορικοί χάρτες αποτελούν θεμελιώδη συνιστώσα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών έχει προσδώσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες νέα δυναμική στη μελέτη και ερμηνεία των ιστορικών χαρτογραφικών τεκμηρίων, ιδίως στο πεδίο των Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών. Η πλειονότητα των ιστορικών χαρτών, είτε πρόκειται για μεμονωμένα τεκμήρια είτε για ενσωματωμένους σε έντυπα έργα, όπως άτλαντες και βιβλία, διασώζονται σε βιβλιοθήκες οι οποίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο ως φορείς τεκμηρίωσης και υποδομές της ανθρωπιστικής έρευνας. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν ειδικά τμήματα χαρτών στις βιβλιοθήκες, τα οποία, ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία των συλλογών τους, απαιτούν την κατάλληλη τεχνογνωσία από το προσωπικό τους, στην Ελλάδα, σημαντικοί χάρτες που φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες, δεν έχουν ακόμη μελετηθεί και αξιοποιηθεί και παραμένουν άγνωστοι τόσο στην ακαδημαϊκή κοινότητα όσο και στο ευρύ κοινό.
Το ερευνητικό έργο DiLiMAPS (Ψηφιακό Περιβάλλον Χαρτών στη Βιβλιοθήκη) αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο Χαρτογραφίας και Γεωγραφικής Ανάλυσης του ΑΠΘ με στόχο την ανάδειξη και αξιοποίηση της χαρτογραφικής κληρονομιάς που φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σκοπός του έργου είναι η συστηματική συλλογή, τεκμηρίωση και διαχείριση του χαρτογραφικού αποθέματος της Βιβλιοθήκης μέσω της ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης και αναζήτησης σε χαρτογραφικά τεκμήρια τόσο από ερευνητές και φοιτητές όσο και από το προσωπικό της βιβλιοθήκης. Παράλληλα, λειτουργεί σε ειδικά διαμορφωμένο περιβάλλον, εξοπλισμένο με τα κατάλληλα μέσα για την ψηφιοποίηση, αρχειοθέτηση, ψηφιακή επεξεργασία και προβολή των χαρτών. Επιπλέον, υποστηρίζει τη διάχυση της χαρτογραφικής γνώσης στο ευρύ κοινό και την ανάδειξη του υλικού με βιώσιμο τρόπο, ενισχύοντας την αξιοποίηση της συλλογής και προάγοντας τη διεπιστημονική και πολιτιστική της σημασία.31ο Συνέδριο Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκώ
O ρόλος της εργαζόμενης μνήμης στη διαφοροδιάγνωση μεταξύ ειδικής μαθησιακής διαταραχής και αναπτυξιακής γλωσσικής διαταραχής
Η παρούσα πτυχιακή εργασία αποτελεί συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, με κεντρικό
στόχο τη διερεύνηση των γνωστικών και γλωσσικών διεργασιών που εμπλέκονται στη διαφορική διάγνωση
μεταξύ της Μαθησιακής Δυσκολίας (Learning Disorder) και της Γλωσσικής Διαταραχής (Developmental
Language Disorder/DLD). Πρόκειται για δύο ετερογενείς και διακριτές κλινικές οντότητες, οι οποίες,
ωστόσο, παρουσιάζουν σημαντική φαινομενολογική επικάλυψη, ιδίως σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις τους
στη γλωσσική ανάπτυξη και τη σχολική επίδοση του παιδιού. Κεντρική παράμετρος της παρούσας
διερεύνησης συνιστά ο ρόλος της εργαζόμενης μνήμης (working memory) ως γνωστικός μηχανισμός-κλειδί
για την κατανόηση των διαφορών μεταξύ των δύο διαταραχών. Η εργαζόμενη μνήμη, η οποία επιτελεί
κρίσιμες λειτουργίες επεξεργασίας και προσωρινής αποθήκευσης πληροφοριών, θεωρείται θεμελιώδης για
την εκτέλεση πολύπλοκων γλωσσικών και μαθησιακών εργασιών. Η παρούσα εργασία εστιάζει ειδικότερα
στη συμβολή της εργαζόμενης μνήμης στη διαγνωστική αποσαφήνιση των ορίων ανάμεσα σε LD και DLD,
αναδεικνύοντας τις διακριτές προφίλ ελλειμμάτων που δύνανται να εντοπιστούν μέσω της αξιολόγησης των
επιμέρους υποσυστημάτων της (π.χ. φωνολογικός βρόχος, κεντρική εκτελεστική λειτουργία). Η
ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας αποσκοπεί στην ανάδειξη της εργαζόμενης μνήμης όχι μόνο ως
γνωστικό δείκτη που διαφοροποιεί τις δύο διαταραχές, αλλά και ως εν δυνάμει διαγνωστικού εργαλείου με
εφαρμογή στην εκπαιδευτική και κλινική πράξη.
Μέθοδος: Κατά την αναζήτηση σχετικής βιβλιογραφίας σε διάφορες επιστημονικές βάσεις δεδομένων
όπως Pubmed, Google scholar, Francis online εντοπίστηκαν 145 δημοσιεύσεις από τις οποίες, οι 4
ανταποκρίνονται επαρκώς στα κριτήρια ένταξης στην παρούσα πτυχιακή εργασία.
Συμπέρασμα: Οι μαθησιακές δυσκολίες εκδηλώνονται σε πολύ νεαρή ηλικία και συνήθως ανιχνεύονται
όταν το παιδί φτάσει στην ηλικία της σχολικής φοίτησης . Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε ότι τα παιδιά
με Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή εμφανίζουν πρωτογενείς δυσκολίες στην κατανόηση και παραγωγή
του λόγου, χωρίς συνοδά ελλείμματα στη γλωσσική λειτουργία. Αντιθέτως, τα παιδιά με μαθησιακές
δυσκολίες παρουσιάζουν δυσκολίες στην ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά, συνήθως συνοδευόμενες από
διαταραχές στην εργαζόμενη μνήμη, την ταχύτητα επεξεργασίας και την εκτελεστική λειτουργία. Η ύπαρξη
διαφορών στην αιτιοπαθογένεια και στη λειτουργική απεικόνιση του εγκεφάλου, τεκμηριώνεται από
ευρήματα νευροαπεικονιστικών μελετών .The present undergraduate thesis constitutes a systematic literature review, with its central
objective being the investigation of the cognitive and linguistic processes involved in the differential
diagnosis between Learning Disorder (LD) and Developmental Language Disorder (DLD). These two
neurodevelopmental conditions represent distinct yet heterogeneous clinical entities that frequently exhibit
significant phenotypic overlap, particularly in terms of their impact on language development and academic
performance in children. A central parameter of this inquiry is the role of working memory as a core
cognitive mechanism that contributes critically to distinguishing between the two disorders. Working
memory, defined as the system responsible for the temporary storage and manipulation of information, is
considered fundamental for the execution of complex linguistic and learning-related tasks. This study
focuses particularly on the contribution of working memory to the diagnostic clarification of the boundaries
between LD and DLD, highlighting distinct deficit profiles that can be identified through the assessment of
its subsystems (e.g., phonological loop, central executive). The review of the international literature aims to
underscore the significance of working memory not only as a cognitive indicator capable of differentiating
between these disorders, but also as a potentially valuable diagnostic tool with practical applications in both
educational and clinical settings.
Method: During the literature search conducted across various scientific databases, including PubMed,
Google Scholar, and Francis Online, a total of 145 publications were initially identified. Of these, only four
studies were found to adequately meet the inclusion criteria established for this thesis.
Conclusion: Specific Learning Disorders typically manifest at a very early age and are most commonly
detected when the child enters formal schooling. The analysis of the data indicates that children with
Developmental Language Disorder primarily exhibit deficits in language comprehension and production,
without accompanying impairments in general cognitive functioning. In contrast, children with Specific
Learning Disorder demonstrate difficulties in reading, writing, and mathematics, which are often
accompanied by deficits in working memory, processing speed, and executive functioning. The existence of
etiopathogenesis and neurofunctional differences between the two conditions is further supported by
findings from neuroimaging studies.85 σ
Practical study and performance analysis of ultra-low taency networks: The case of 5G network.
Η παρούσα εργασία θα επιχειρήσει να προσεγγίσει το ζήτημα της πραγματικής χρήσης του τηλεπικοινωνιακού δικτύου 5G και να το συγκρίνει με τις θεωρητικές προδιαγραφές του δικτύου, όπως έχουν δημοσιευτεί επίσημα από το 3GPP. Συγκεκριμένα, θα εξεταστεί η χρήση του 5G δικτύου στην Ελλάδα [29], το οποίο λειτουργεί σε Non Standalone (NSA) μορφή, δηλαδή υποστηρίζεται από την υπάρχουσα υποδομή του 5G, τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης αυτής της μελέτης. Θα χρησιμοποιηθούν τρία διαφορετικά σενάρια χρήσης και θα εξαχθούν συμπεράσματα από τη σύγκριση της πραγματικής απόδοσης με τις θεωρητικές εκτιμήσεις. Επιπλέον, θα γίνει προσπάθεια αναπαραγωγής των ίδιων σεναρίων μέσω εφαρμογών προσομοίωσης, ώστε να παρουσιαστεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των αποτελεσμάτων.This study aims to address the issue of the real-world usage of 5G telecommunications networks and compare it with the theoretical specifications of the network as officially published by 3GPP. Specifically, the focus will be on the implementation of the 5G network in Greece, which operates in Non-Standalone (NSA) mode up until the date of this study's publication. Three scenarios will be analyzed, and conclusions will be drawn by comparing the actual performance with the theoretical projections. Additionally, an effort will be made to reproduce the same data using simulation applications to provide a more comprehensive view of the results.10
Επίπτωση, Αίτια, Κλινικά Χαρακτηριστικά και Συνυπάρχουσες Διαταραχές των Ηλεκτρολυτών και της Οξεοβασικής Ισορροπίας σε Ασθενείς που νοσηλεύονται με Υποφωσφαταιμία σε μία Παθολογική Κλινική
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της επίπτωσης, η αξιολόγηση της κλινικής εικόνας, η καταγραφή συνυπαρχουσών ηλεκτρολυτικών διαταραχών, η διαπίστωση διαταραχών οξεοβασικής ισορροπίας και η διερεύνηση της θνητότητας σε ασθενείς που εμφανίζουν υποφωσφαταιμία είτε κατά την εισαγωγή τους ή κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους.
Η επίπτωση της υποφωσφαταιμίας ανήλθε σε ποσοστό 4,3%, με την πλειοψηφία των ατόμων να παρουσιάζουν τη διαταραχή με την εισαγωγή τους (71,6%) και λιγότερους κατά τη νοσηλεία τους (28,4%), ειδικά την τρίτη ημέρα παραμονής τους στο νοσοκομείο (15,3%). Επίσης, η πλειονότητα των ατόμων παρουσίασε ήπια ένδεια φωσφόρου (72,2%), με τους υπόλοιπους ασθενείς να έχουν μέτρια ή σοβαρή υποφωσφαταιμία (27,8%).
Τα πιο συχνά αίτια υποφωσφαταιμίας στην παρούσα μελέτη ήταν η αναπνευστική αλκάλωση είτε ως αμιγής ή στα πλαίσια μικτής διαταραχής (48,3%),η λήψη διουρητικών (38,6%), η παρουσία υψηλού MUST SCORE (34,1%), η αγωγή με κορτικοστεροειδή (27,8%), και η παρουσία Σακχαρώδη Διαβήτη (25%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων με τη διαταραχή είχαν περισσότερα από δύο αίτια (75,6%).
Οι συχνότερες ηλεκτρολυτικές διαταραχές ήταν υπασβεστιαιμία (40,9%), υπονατριαιμία (38,6%), η υπομαγνησιαιμία (23,9%) και η υποκαλιαιμία (22,7%). Η συνηθέστερη διαταραχή οξεοβασικής ισορροπίας ήταν η αμιγής αναπνευστική αλκάλωση (38,2%), η μικτή αλκάλωση (16%) και η μεταβολική οξέωση με αναπνευστική αλκάλωση (10,7%).
Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση υποφωσφαταιμίας κατά την εισαγωγή αποτέλεσαν το ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ και στεφανιαίας νόσου, η λήψη αντιεπιληπτικών και οι χαμηλές τιμές καλίου και ασβεστίου.
Σχετικά με την υποφωσφαταιμία κατά τη νοσηλεία, βρέθηκε ότι το γυναικείο φύλο, η κατάχρηση αλκοόλ, η αυξημένη ηλικία, η υπέρταση, η απώλεια βάρους, η υπασβεστιαιμία και οι χαμηλές τιμές αιμοπεταλίων αποτέλεσαν παράγοντες κινδύνου για πτώση των επιπέδων φωσφόρου.
Η θνητότητα των υποφωσφαταιμικών ασθενών κατά τη νοσηλεία ήταν σημαντικά υψηλότερη (8,5%) συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό των ασθενών που νοσηλεύτηκε στην παθολογική κλινική το ίδιο χρονικό διάστημα (4,26 %) αλλά και των μη υποφωσφαταιμικών ασθενών (2,9%) που συμμετείχαν στη μελέτη. Το 8,1% των ατόμων με υποφωσφαταιμία που εξήλθαν από την κλινική απεβίωσαν εντός μήνα από τη νοσηλεία τους. Ως ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου για θνητότητα συνολικά των υποφωσφαταιμικών ασθενών διαπιστώθηκαν η αυξημένη ηλικία, το πρόσφατο χειρουργείο, η λοίμωξη ως αίτια εισόδου και η ενδονοσοκομειακή εμφάνιση του ελλείματος φωσφόρου.Purpose of the present study was to evaluate the prevalence, the clinical and
biochemical characteristics, the report of any concomitant electrolyte and acid-base
disturbances and the investigation of mortality of hypophosphatemia for patients
presenting the disorder on admission and during hospitalization.
The prevalence of hypophosphatemia was found to be 4,3%, with most patients
presenting the disorder upon admission (71,6%) and fewer during their hospital stay
(28,4%), especially at the third day of hospitalization (15,3%). Moreover, the majority
of hypophosphatemic patients had mild phosphate deficit (72,2%) and the rest had
moderate or severe (27,8%).
The most common causes of hypophosphatemia were respiratory alkalosis, either alone
or in mixed disorders 48,3%, the diuretics usage (38,6%), high MUST SCORE (34,1%),
corticosteroids intake (27,8%), and history of Diabetes Mellitus (25%). It is noteworthy
that the preponderance of patients had multifactorial hypophosphatemia (75,6%).
The most frequent electrolyte disorders were hypocalcemia (40,9%), hyponatremia
(38,6%), hypomagnesemia (23,9%) and hypokalemia (22,7%). The most repeated acid-
base disturbance was respiratory alkalosis (38,2%), mixed alkalosis (16%) and
metabolic acidosis with respiratory alkalosis (10,7%).
Alcohol abuse, history of coronary artery disease, the usage of anti-convulsants and low
calcium levels appeared to be risk factors for hypophosphatemia on admission.
As far as hypophosphatemia during hospitalization is concerned, females, alcohol
abuse, older age, history of hypertension, recent loss of weight, hypocalcemia and low
platelet levels were found to be independent risk factors for phosphate depletion.
The mortality of patients with hypophosphatemia during their hospital stay was
significantly higher (8,5%) compared to the mortality rate of the general population
hospitalized in our clinic at the same timeline (4,26%) and to the one of patients without
hypophosphatemia who participated in our study (2,9%). 8,1% died within one month
after their discharge. Older age, history of recent surgery within the last two months,
infection of any site as a cause of admission and phosphate depletion during
hospitalization were identified as major risk factors of mortality.34
Ανάπτυξη διαδικτυακή εφαρμογής για την αναφορά παραβιάσεων κώδικα οδικής κυκλοφορίας με χρήση του συστήματος διαχείρισης περιεχομένου Joomla
Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας ασχολειται με την εξασφάλιση της ασφάλειας και της απρόσκοπτης κυκλοφορίας των μηχανοκινήτων οχημάτων, των δικύκλων, των μοτοποδηλάτων, των ποδηλάτων, των πεζών και των ζώων στους δρόμους μιας χώρας. Ο ΚΟΚ έχει ως στόχο την ασφαλή και ομαλή κυκλοφορία όλων των χρηστών των οδών. Η πρωταρχική προτεραιότητα είναι η ασφαλής συνύπαρξη των διαφόρων μέσων μεταφοράς σε ένα περιβάλλον που είναι απρόβλεπτο και απαιτητικό, όπως οι οδικές αρτηρίες.
Στην εργασία μου αυτή, θα αναπτύξω τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας για την Ελλάδα. Θα εξετάσω κάποια προβλήματα του και προτάσεις βελτίωσής του. Θα αναφερθώ και θα αναλύσω τον όρο "τροχαίο ατύχημα", τους λόγους που οφείλονται τα τροχαία ατυχήματα σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και ειδικά στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα. Θα παρουσιάσω εικόνες και νούμερα με τον τρομακτικό αριθμό αυτών, οι οποίοι αντί να μειώνονται, αν όχι να μηδενίζονται, παραμένουνThe Traffic Code is concerned with ensuring the safety and unobstructed flow of motor vehicles, motorcycles, bicycles, pedestrians, and animals on the roads of a country. Its goal is to facilitate the safe and smooth movement of all road users. The primary priority is the safe coexistence of various modes of transportation in an environment that is unpredictable and demanding, such as road networks.
In my thesis, I will develop the Greek Traffic Code. I will examine some of its problems and propose improvements. I will also discuss and analyze the term "traffic accident," the reasons for traffic accidents on a global scale, but especially in Europe and primarily in Greece. I will present images and figures depicting the alarming number of these accidents, which instead of decreasing, if not being eradicated, remain constant over the years. Additionally, I will talk about some technologies that could contribute to reducing traffic accidents and enforcing penalties for offenders. Finally, we will present Content Management Systems (CMS), software capable of editing and managing websites and applications, along with how I organized and created on my website
Το γάλα γαϊδούρας και τα οφέλη του
Ο στόχος της παρακάτω πτυχιακής εργασίας είναι να αναδειχθεί η σπουδαιότητα του όνου σαν ζώο ανά τα χρόνια, καθώς και η ανάλυση του αναπαραγωγικού του συστήματος. Συγκεκριμένα η γαϊδούρα προσφέρει ένα φυσικό προϊόν άξιο θαυμασμού το οποίο είναι πολύ ωφέλιμο και ευεργετικό για την υγειά του ανθρώπου. Το προϊόν αυτό είναι το γάλα, το οποίο είναι παρόμοιο σε σύσταση με αυτό του μητρικού. Ακόμη και από τα αρχαία χρόνια είχαν αντιληφθεί τη σημαντικότητα του και το χρησιμοποιούσαν ως αντίδοτο σε πολλές ασθένειες καθώς και σαν προϊόν ομορφιάς. Στην σημερινή εποχή μέσω της εξελιγμένης επιστήμης έχει αναλυθεί η σύσταση του και έχουν ανακαλυφθεί οι ευεργετικές του ιδιότητες, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί αρκετά προϊόντα με βάση το γάλα γαϊδούρας όπως καλλυντικά και είδη τροφίμων. Σε αυτή την εκμετάλλευση μπορεί να επενδύσει κάποιος με σίγουρα κέρδη ωστόσο στην χωρά μας υπάρχουν λιγοστές εκτροφές όνωνThe goal of the following thesis is to highlight the importance of the donkey as an animal over the years, as well as to analyze its reproductive system. Specifically, the donkey offers a natural product worthy of admiration, which is highly beneficial for human health. This product is milk, which is similar in composition to human breast milk. Even in ancient times, people recognized its significance and used it as a remedy for many diseases as well as a beauty product. In today's era, through advanced science, its composition has been analyzed, and its beneficial properties have been discovered, resulting in the creation of several products based on donkey milk, such as cosmetics and food items. This exploitation can be a profitable investment; however, in our country, there are only a few donkey farms
Μελέτες υπογραφών για θεωρίες πέραν του καθιερωμένου προτύπου και ανάπτυξη νέων ανιχνευτικών συστημάτων για το πείραμα CMS στον επιταχυντή HL-LHC του CERN
This PhD Thesis concerns high-energy physics studies based on exploration for new signatures of electroweakinos in the context of MSSM (Minimal Supersymmetric Standard Model) and Split SUSY (Split Supersymmetry). The studies are carried out on 138 fb-1 of data with soft leptons and significant Missing Transverse Energy that are collected by the CMS experiment at CERN during the Run 2 period (2016-2018). This work focuses on suppressed phase-spaces, with very small mass-splitting (Δ = 2 − 1) between the LSP (Lightest Supersymmetric Particle) and the next heavier particle. Such small Δ introduces several challenges. It requires the reconstruction of very soft leptons, with the analysis excluding Neutralinos (2) up to 120 (320) GeV and 100 (230) GeV at Δ of 10 (1) GeV for Binos and Higgsinos respectively, profiting from the latest LowPtElectron reconstruction of the CMS. Also, for Neutralinos that become significantly long-lived, the analysis excludes up to 250-475 GeV and up to 200-350 GeV, depending on the (up to 10 cm), at Δ of 20 GeV for Binos and Higgsinos respectively. Additionally, we present HL-LHC projections of the study to 400 fb-1, 3000 fb-1, and 6000 fb-1, together with 2 more CMS analyses (arxiv:2309.16823 and CMS-SUS-24-012), covering completely the phase-space in the Higgsino interpretation to exclude Higgsinos with mass up to 260 GeV.Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή αφορά μελέτες στη φυσική υψηλών ενεργειών, με επίκεντρο την αναζήτηση νέων υπογραφών υπερσυμμετρικών φερμιονίων ηλεκτρασθενούς αλληλεπίδρασης (electroweakinos) στο πλαίσιο του Minimal Supersymmetric Standard Model (MSSM) και του Split SUSY (Split Supersymmetry). Οι μελέτες βασίζονται σε σύνολο δεδομένων 138 fb-1 με ανίχνευση λεπτονίων χαμηλής εγκάρσιας ορμής και σημαντικής ελλείπουσας εγκάρσιας ενέργειας, τα οποία συλλέχθηκαν από το πείραμα CMS του CERN κατά τη διάρκεια της περιόδου Run 2 (2016-2018). Η εργασία εστιάζει σε φασικούς χώρους με πολύ μικρή διαφορά μάζας (Δ = 2 −1) μεταξύ του ελαφρύτερου υπερσυμμετρικού σωματιδίου (LSP) και του επόμενου βαρύτερου. Η μικρή αυτή διαφορά Δ δημιουργεί προκλήσεις: απαιτείται η ανακατασκευή λεπτονίων ιδιαίτερης χαμηλής ορμής, με την ανάλυση να αποκλείοντας Neutralinos (2) μέχρι 120 (320) GeV και 100 (230) GeV σε Δ=10(1) GeV για Binos και Higgsinos αντίστοιχα, εκμεταλλευόμενη την καινούργια μέθοδο ανακατασκευής LowPtElectron του CMS. Επίσης, για Neutralinos τα οποία είναι σημαντικά μακρόβια, η ανάλυση αποκλείει μάζες μέχρι 250-475 GeV και μέχρι 200-350 GeV, ανάλογα την ιδιομήκης απόσταση διάσπασης (μέχρι 10 cm), σε Δ=20 GeV για Binos και Higgsinos αντίστοιχα. Επιπλέον, παρουσιάζονται προβλέψεις με την συγκεκριμένη ανάλυση για το HL-LHC με φωτεινότητα 400 fb-1, 3000 fb-1 και 6000 fb-1, μαζί με δύο ακόμη αναλύσεις του CMS (arxiv:2309.16823 και CMS-SUS-24-012), καλύπτοντας πλήρως τον φασικό χώρο για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων στα Higgsinos αποκλείοντας μάζες έως και 260 GeV.16
Η σορός του Μεγάλου Αλέξανδρου, η σημασία της για τους διαδόχους και η πρόσληψη της στους μεταγενέστερους
6
Ανάπτυξη πρότυπης μεθόδου απομόνωσης κοκκωδών κυττάρων από ωοθυλακικό υγρό με χρήση μαγνητικών νανοϋλικών μετά από διέγερση των ωοθηκαλίων
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στην ανάπτυξη μιας πρωτότυπης μεθόδου απομόνωσης κοκκωδών κυττάρων (GCs) από το ωοθυλακικό υγρό, χρησιμοποιώντας μαγνητικά νανοϋλικά, μετά από διέγερση των ωοθυλακίων. Η σημασία των κοκκωδών κυττάρων στην αναπαραγωγική βιολογία είναι θεμελιώδης, καθώς διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην ωρίμανση των ωαρίων, στην ορμονική ρύθμιση του αναπαραγωγικού κύκλου και στη συνολική ποιότητα των γαμετών. Η δυνατότητα αποτελεσματικής απομόνωσής τους είναι ζωτικής σημασίας τόσο για την κατανόηση των μηχανισμών της αναπαραγωγής όσο και για την κλινική αξιοποίηση των κυττάρων αυτών σε εφαρμογές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Το ερευνητικό έργο βασίζεται στη χρήση μαγνητικών νανοϋλικών για την εκλεκτική απομόνωση των κοκκωδών κυττάρων. Τα νανοϋλικά αυτά συντέθηκαν και τροποποιήθηκαν κατάλληλα ώστε να επιτυγχάνουν υψηλή εκλεκτικότητα και αποδοτικότητα δέσμευσης των στόχων κυττάρων. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκαν νανοσωματίδια οξειδίου του σιδήρου (Fe₃O₄), τα οποία επικαλύφθηκαν με διοξείδιο του πυριτίου (SiO₂) και στη συνέχεια λειτουργικοποιήθηκαν με υαλουρονικό οξύ (HA). Το υαλουρονικό οξύ επιλέχθηκε ως βιοσυμβατή και ειδική για τα κοκκώδη κύτταρα επιφάνεια προσκόλλησης, καθώς τα κύτταρα αυτά φέρουν υποδοχείς για τη συγκεκριμένη βιοπολυμερή ένωση.
Για την αξιολόγηση της μεθόδου, πραγματοποιήθηκαν πειράματα φυσικοχημικού χαρακτηρισμού των νανοϋλικών με τη χρήση τεχνικών όπως η φασματοσκοπία υπερύθρου μετασχηματισμού Fourier (FTIR) και η δυναμική σκέδαση φωτός (DLS) για τον καθορισμό του μεγέθους και της επιφανειακής φορτισής των νανοσωματιδίων. Παράλληλα, εξετάστηκε η εκλεκτική δέσμευση των κοκκωδών κυττάρων μέσω κυτταρομετρίας ροής και μικροσκοπικών απεικονίσεων, επιβεβαιώνοντας την επιτυχία της προσέγγισης.
Στο πειραματικό μέρος, πραγματοποιήθηκε σύγκριση της νέας μεθόδου με κλασικές τεχνικές απομόνωσης, όπως η φυγοκέντρηση διαβάθμισης πυκνότητας (Percoll/Ficoll) και η κυτταρομετρία ροής (FACS). Η νέα τεχνική εμφάνισε συγκριτικά πλεονεκτήματα,
188
καθώς οδήγησε σε αυξημένη καθαρότητα των απομονωμένων κυττάρων, διατηρώντας υψηλά επίπεδα βιωσιμότητας και μεταβολικής δραστηριότητας. Η τοξικότητα των νανοϋλικών αξιολογήθηκε μέσω δοκιμών κυτταρικής βιωσιμότητας (MTT assay), αποδεικνύοντας την ασφάλεια της χρήσης τους.
Η μελέτη επικυρώθηκε μέσω επαναλαμβανόμενων πειραμάτων, ενώ η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανέδειξε τη στατιστικά σημαντική υπεροχή της νέας μεθόδου έναντι των συμβατικών προσεγγίσεων. Η συγκριτική αξιολόγηση επιβεβαίωσε ότι η χρήση μαγνητικών νανοϋλικών προσφέρει μια καινοτόμο, αποδοτική και μη καταστρεπτική προσέγγιση για την απομόνωση κοκκωδών κυττάρων, διατηρώντας την ακεραιότητα και τη λειτουργικότητα των κυττάρων.
Συμπερασματικά, η διατριβή αυτή προσφέρει μια νέα μεθοδολογική προσέγγιση στην κυτταρική απομόνωση, η οποία μπορεί να βελτιώσει τις τεχνικές αξιολόγησης της ποιότητας των γαμετών και να βρει εφαρμογή σε κλινικά πρωτόκολλα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η ανάπτυξη αυτής της τεχνολογίας ανοίγει νέες προοπτικές στη χρήση μαγνητικών νανοϋλικών στην αναπαραγωγική βιολογία, προσφέροντας ταχύτερες και αποτελεσματικότερες λύσεις στην κυτταρική απομόνωση, με δυνατότητες εφαρμογής και σε άλλους τύπους κυττάρων του αναπαραγωγικού συστήματος.This doctoral dissertation focuses on the development of an innovative method for isolating granulosa cells (GCs) from follicular fluid using magnetic nanomaterials following follicular stimulation. Granulosa cells play a crucial role in reproductive biology, contributing to oocyte maturation, hormonal regulation of the reproductive cycle, and overall gamete quality. The ability to effectively isolate these cells is of paramount importance both for understanding reproductive mechanisms and for their clinical applications in assisted reproductive technologies.
The research is based on the use of magnetic nanomaterials for the selective isolation of granulosa cells. These nanomaterials were synthesized and modified to achieve high selectivity and efficient cell capture. Specifically, iron oxide (Fe₃O₄) nanoparticles were coated with silicon dioxide (SiO₂) and further functionalized with hyaluronic acid (HA). Hyaluronic acid was chosen as a biocompatible and highly specific adhesion surface for granulosa cells due to the presence of HA receptors on their surface.
To evaluate the method, physicochemical characterization of the nanomaterials was performed using techniques such as Fourier-transform infrared spectroscopy (FTIR) and dynamic light scattering (DLS) to determine the size and surface charge of the nanoparticles. Additionally, selective binding of granulosa cells was assessed through flow cytometry and microscopic imaging, confirming the efficiency of the approach.
In the experimental section, the new method was compared with conventional isolation techniques, such as density gradient centrifugation (Percoll/Ficoll) and fluorescence-activated cell sorting (FACS). The novel approach demonstrated significant advantages, yielding higher purity of the isolated cells while maintaining high levels of viability and metabolic activity. The cytotoxicity of the nanomaterials was evaluated using MTT viability assays, confirming their biocompatibility.
The study was validated through repeated experiments, and the analysis of the results highlighted the statistically significant superiority of the new method over conventional approaches. Comparative evaluation confirmed that the use of magnetic nanomaterials
190
provides an innovative, efficient, and non-destructive approach for granulosa cell isolation while preserving their integrity and functionality.
In conclusion, this dissertation presents a novel methodological approach to cell isolation that can improve gamete quality assessment techniques and be integrated into clinical protocols in assisted reproductive technologies. The development of this technology opens new prospects for the application of magnetic nanomaterials in reproductive biology, offering faster and more efficient solutions for cell isolation, with potential applications in other reproductive cell types.Πίνακας περιεχομένων
Πρόλογος ........................................................................................................................................ 1
Πίνακας περιεχομένων .................................................................................................................. 5
1. Εισαγωγή .................................................................................................................................. 15
1.1 Υπογονιμότητα .................................................................................................................... 15
1.1.1. Ορισμός και Ταξινόμηση της Υπογονιμότητας ........................................................... 15
1.1.2. Παράγοντες Υπογονιμότητας ...................................................................................... 18
1.1.2.1 Γυναικείος παράγοντας Υπογονιμότητας .............................................................. 18
1.1.2.2 Ανδρικός Παράγοντας Υπογονιμότητας ................................................................ 23
1.1.2.3 Γενετικοί Παράγοντες Υπογονιμότητας ................................................................. 26
1.1.2.4 Περιβαλλοντικοί Παράγοντες Υπογονιμότητας .................................................... 29
1.1.2.5 Ιδιοπαθής Υπογονιμότητα ..................................................................................... 32
1.1.3. Αξιολόγηση υπογονιμότητας – Η προσέγγιση του υπογόνιμου ζευγαριού ............... 35
1.1.3.1. Κλινική και εργαστηριακή προσέγγιση................................................................. 37
1.1.3.2. Εκτίμηση της λειτουργικότητας των ανατομικών στοιχείων της γυναίκας ......... 40
1.1.3.3. Εκτίμηση της Λειτουργικότητας των Ανατομικών Στοιχείων του Άνδρα ............. 43
1.1.4. Αντιμετώπιση της Υπογονιμότητας ............................................................................. 46
1.1.4.1. Τροποποίηση του τρόπου ζωής και συντηρητικές παρεμβάσεις ........................ 46
1.1.4.2. Φαρμακευτική αντιμετώπιση ............................................................................... 48
1.1.4.3. Χειρουργική αντιμετώπιση ................................................................................... 51
1.1.4.4. Τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής ......................................................... 54
1.1.5. Η διερεύνηση της γυναικείας υπογονιμότητας .......................................................... 58
1.2 Ορισμός και γενικά χαρακτηριστικά των κοκκωδών κυττάρων ......................................... 59
1.2.1 Ιστορική αναδρομή της μελέτης των κοκκωδών κυττάρων ......................................... 59
1.2.2 Σημασία των Κοκκωδών Κυττάρων στη Φυσιολογία του Θηλυκού Αναπαραγωγικού Συστήματος ........................................................................................................................... 61
1.2.2.1. Υποστήριξη της Ανάπτυξης και Ωρίμανσης των Ωοκυττάρων.............................. 62
1.2.2.2. Παραγωγή και Ρύθμιση Στεροειδών Ορμονών .................................................... 63
1.2.2.3. Ρύθμιση της Ωορρηξίας ........................................................................................ 63
1.2.2.4. Συμβολή στον Σχηματισμό και τη Διατήρηση του Ωχρού Σώματος ..................... 64
1.2.2.5. Δείκτης Ποιότητας των Ωοκυττάρων .................................................................... 65
1.2.3 Βιολογικός ρόλος και λειτουργία κοκκωδών κυττάρων .............................................. 65
1.2.3.1 Συμμετοχή των Κοκκωδών Κυττάρων στη Στήριξη και Ανάπτυξη του Ωοκυττάρου ... 65
1.2.3.2 Ενδοκρινικός και Παρακρινικός Ρόλος των Κοκκωδών Κυττάρων (Παραγωγή Ορμονών και Αυξητικών Παραγόντων) ............................................................................. 67
6
1.2.3.3 Διαφοροποίηση και Μοριακοί Μηχανισμοί Ρύθμισης των Κοκκωδών Κυττάρων68
1.2.4 Κοκκώδη Κύτταρα και Ωοθυλακική Ανάπτυξη ............................................................. 69
1.2.4.1 Ρόλος των Κοκκωδών Κυττάρων στα Διάφορα Στάδια της Ανάπτυξης του Ωοθυλακίου ....................................................................................................................... 69
1.2.4.2 Αλληλεπιδράσεις με τα Θυλακικά Κύτταρα και το Ωοκύτταρο ............................ 70
1.2.4.3 Ρυθμιστικοί Μηχανισμοί (FSH, LH, Αυξητικοί Παράγοντες) ................................. 71
1.2.5 Μεταβολικές και Μοριακές Ιδιότητες των Κοκκωδών Κυττάρων ............................... 72
1.2.5.1 Ενεργειακός μεταβολισμός και υποστήριξη του ωοκυττάρου ............................. 72
1.2.5.2 Γονιδιακή έκφραση και μοριακοί δείκτες ............................................................. 73
1.2.5.3 Σημαντικές πρωτεΐνες και σηματοδοτικά μονοπάτια ........................................... 74
1.2.6 Διαδικασία Διαφοροποίησης και Ενεργοποίησης των Προκοκκωδών Κυττάρων στην Ανάπτυξη των Ωοθυλακίων και τη Λειτουργία των Ωοθηκών. ............................................. 75
1.2.6.1 Εμβρυονικοί Προγεννήτορες ................................................................................. 75
1.2.6.2 Κυτταροκίνηση των Ωοθυλακίων .......................................................................... 76
1.2.6.3 Ενεργοποίηση Ανεξάρτητη από Γοναδοτροπίνες & Ενεργοποίηση της Ανάπτυξης .... 76
1.2.6.4 Πολλαπλασιασμός στο Προαντρικό Στάδιο .......................................................... 77
1.2.6.5 Διαφοροποίηση στο Προωρηκτικό Στάδιο ............................................................ 77
1.2.6.6 Ωοφόρα Κύτταρα και Στεροειδογένεση ................................................................ 77
1.2.6.7 Ωορρηξία και Τελική Διαφοροποίηση: Ωχρινοποίηση .......................................... 78
1.2.6.8 Γήρανση των Κοκκωδών Κυττάρων ....................................................................... 78
1.2.7 Σημασία των κοκκωδών κυττάρων στην αναπαραγωγική ιατρική .............................. 78
1.2.7.1 Ρόλος τους στην ποιότητα του ωοκυττάρου και στη γονιμοποίηση .................... 79
1.2.7.2 Συσχέτιση με τη γυναικεία γονιμότητα και τη θεραπεία υπογονιμότητας .......... 80
1.2.7.3 Δυνατότητες Εφαρμογών στη Βιοϊατρική και στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή .................................................................................................................... 81
1.2.8 Μεθοδολογικές Προσεγγίσεις για τη Μελέτη των Κοκκωδών Κυττάρων ................... 82
1.2.8.1 Κυτταρολογικές και ιστολογικές μέθοδοι ............................................................. 82
1.2.8.2 Γονιδιακή Ανάλυση και Ανάλυση Έκφρασης Γονιδίων.......................................... 84
1.2.8.3 Ανάλυση Προφίλ Πρωτεϊνών και Πρωτεομική Ανάλυση ...................................... 87
1.2.8.4 Κυτταρική καλλιέργεια και Πειράματα Κινητικότητας και Πολλαπλασιασμού ........ 90
1.2.8.5 Ανάλυση Ενδοκρινικής Δραστηριότητας και Σηματοδοτικών Μονοπατιών ......... 93
1.2.9 Τεχνικές απομόνωσης κοκκωδών κυττάρων ............................................................... 96
1.2.9.1 Μηχανική Απομόνωση (Mechanical Isolation) ...................................................... 96
1.2.9.2 Ενζυμική Απομόνωση ............................................................................................ 98
1.2.9.3 Ανάλυση με FACS ................................................................................................. 101
1.2.9.4 Μαγνητική απομόνωση ....................................................................................... 105
7
1.3 Νανοϋλικά ......................................................................................................................... 108
1.3.1 Χαρακτηριστικά νανοϋλικών ...................................................................................... 109
1.3.1 Διαχωρισμός νανοϋλικών με βάση το μέγεθος ......................................................... 112
1.3.2 Μαγνητικά νανοϋλικά ................................................................................................ 114
1.3.3 Εφαρμογές νανοϋλικών και μαγνητικών νανοϋλικών ............................................... 116
1.3.4 Νανοσωματίδια μαγνητίτη ........................................................................................ 120
2. Σκοπός της ερευνητικής εργασίας ......................................................................................... 125
3. Πειραματικό μέρος ................................................................................................................. 127
3.1 Αντιδραστήρια και διαλύτες ............................................................................................. 127
3.2 Υλικά και εξοπλισμός ........................................................................................................ 128
3.3 Πειραματικές πορείες ....................................................................................................... 129
3.3.1. Σύνθεση μαγνητικών νανοσωματιδίων Fe₃O₄ .......................................................... 129
3.3.2 Επικάλυψη μαγνητικών νανοσωματιδίων με SiO2 ..................................................... 129
3.3.3 Λειτουργικοποίηση νανοσωματιδίων με υαλουρονικό οξύ (HA) .............................. 130
3.3.5 Ασθενείς και συλλογή δειγμάτων .............................................................................. 130
3.3.6 Διαδικασία απομόνωσης κυττάρων ........................................................................... 131
3.3.7 Καταμέτρηση απομονωμένων κυττάρων .................................................................. 132
3.3.8 Καλλιέργεια κυττάρων ............................................................................................... 133
3.3.9 Βιωσιμότητα κυττάρων .............................................................................................. 133
3.3.10 Μέθοδος απομόνωσης λευκών και ερυθρών κυττάρων. ........................................ 134
3.3.11 Μέθοδος απομόνωσης κυττάρων με φικόλη. ......................................................... 135
3.3.12 Μέθοδος απομόνωσης κυττάρων με FACS. ............................................................. 136
3.3.13 Στατιστική ανάλυση .................................................................................................. 136
4. Αποτελέσματα και συζήτηση ................................................................................................. 139
4.1 Χαρακτηρισμός νανοσωματιδίων ..................................................................................... 139
4.1.1. Χαρακτηρισμός των νανοϋλικών μέσω FTIR ............................................................. 139
4.1.2. Χαρακτηρισμός του μεγέθους και του φορτίου των νανοϋλικών με DLS ................ 143
4.2 Βελτιστοποίηση μεθόδου απομόνωσης GCs .................................................................... 145
4.2.1 Βελτιστοποίηση φυγοκέντρησης και εκπλύσεων ...................................................... 145
4.2.2 Βελτιστοποίηση μοριακού βάρους ΗΑ ...................................................................... 147
4.2.3 Βελτιστοποίηση ποσότητας νανοϋλικών ................................................................... 150
4.2.4 Βελτιστοποίηση χρόνου επώασης ............................................................................. 152
4.2.5 Βελτιστοποίηση έντασης μαγνητικού πεδίου ............................................................ 154
4.2.6 Βελτιστοποίηση ποσότητας και χρόνου επώασης με υαλουρονιδάση ........................ 156
4.3 Μελέτη Εκλεκτικής δέσμευσης κυττάρων ........................................................................ 158
8
4.4 Μελέτη τοξικότητας νανοϋλικών ...................................................................................... 169
4.5 Μελέτη βιωσιμότητας απομονωμένων κυττάρων ........................................................... 172
4.6 Μελέτη μεταβολικής δραστηριότητας απομονωμένων κυττάρων .................................. 174
4.7 Επικύρωση της μεθόδου ................................................................................................... 176
4.8 Σύγκριση με υφιστάμενες μεθόδους ................................................................................ 178
5. Συμπεράσματα ....................................................................................................................... 183
6. Περίληψη ................................................................................................................................ 187
7. Abstract ................................................................................................................................... 189
8. Βιβλιογραφία ......................................................................................................................... 191209 σ