Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    49308 research outputs found

    Διερεύνηση του ρόλου των ενδοκυτταρικών οδών απομάκρυνσης του αμυλοειδούς βήτα στα εγκεφαλικά ενδοθηλιακά κύτταρα ως προστατευτικού μηχανισμού κατά της νόσου του Αλτσχάιμερ

    No full text
    Alzheimer’s disease is a neurodegenerative disease characterized by progressive memory loss and cognitive decline. The neuropathological hallmark of this condition is the accumulation of amyloid-β (Αβ) plaques and neurofibrillary tangles in the brain. Αβ deposition results primarily from impaired clearance of Αβ from the brain, a process that is largely facilitated by the brain endothelial cells (BECs) of the blood-brain barrier (BBB). It is already known that BECs utilize clathrin-mediated endocytosis to internalize Αβ and transport it across the BBB into the bloodstream. Since endothelial cells employ several distinct endocytosis pathways to uptake extracellular cargo, our focus shifted to exploring the previously uncharacterized endocytic pathways that may facilitate Αβ uptake and clearance by BECs, with particular emphasis on macropinocytosis. In parallel, another aim of the study was to establish a robust human in vitro BBB model using induced pluripotent stem cells (iPSCs), as a tool to investigate the endocytic pathways of BECs. In the first part of the study, we utilized primary BECs to investigate the role of macropinocytosis in Αβ42 uptake. Inhibition of this endocytic pathway through siRNAs targeting known modulators of macropinocytosis resulted in a significant reduction in Αβ42 internalization. To further validate this finding in an in vivo system, we employed 5XFAD transgenic mice as an AD model, which exhibits early accumulation of Αβ plaques in the brain. Inhibition of macropinocytosis in this model using the chemical inhibitor EIPA led to increased accumulation of Αβ in the brain, highlighting the significant role of macropinocytosis in Αβ clearance. However, because EIPA inhibits macropinocytosis in multiple cell types rather than exclusively targeting BECs, it was not possible to precisely determine the specific contribution of impaired macropinocytosis in BECs in the observed effect. In the second part of the study, we established an in vitro human BBB model using iPSCs derived from a healthy individual (WT) and from an AD patient carrying the ApoE ε4/ε4 genotype. To achieve this, we differentiated the iPSC lines into a mature and homogeneous population of BECs with a robust BBB phenotype, using a facile, reproducible and highly efficient differentiation protocol with fully defined components. The success of differentiation and acquisition of BBB properties was confirmed by the expression of tight and adherens junction proteins, endothelial markers and increased TEER values (>1000 Ωxcm2). The successful differentiation of both healthy- and patient-derived iPSCs into BECs provides a scalable and robust in vitro transwell BBB model for the investigation of endocytic pathways of BECs under physiological and diseased conditions. To further improve the model and enhance its physiological relevance, it is highly recommended to incorporate additional cellular components of the neurovascular unit into the transwell model in a coculture with iPSC-derived BECs. Moreover, iPSC-derived neurons with amyloidogenic properties can be utilized in this transwell setup to investigate Αβ transcytosis across BECs. Overall, comparing BECs derived from healthy individuals and AD patients can reveal cellular phenotypes associated with BBB dysfunction in AD, as well as potential endocytic abnormalities that contribute to impaired Aβ clearance across the BBB.Η νόσος Αλτσχάιμερ (ΝΑ) είναι μια νευροεκφυλιστική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από προοδευτική απώλεια μνήμης και γνωστική έκπτωση. Το νευροπαθολογικό χαρακτηριστικό της πάθησης είναι η συσσώρευση πλακών βητα αμυλοειδούς (Aβ) και νευροϊνιδιακών δεματίων στον εγκέφαλο. Η συσσώρευση του Αβ προκύπτει κυρίως από τη μειωμένη κάθαρση του από τον εγκέφαλο —μια διαδικασία που μεσολαβείται σε μεγάλο βαθμό από τα ενδοθηλιακά κύτταρα του αιματεγκεφαλικού φραγμού (ΑΕΦ). Είναι ήδη γνωστό ότι τα ενδοθηλιακά κύτταρα χρησιμοποιούν την ενδοκυττάρωση μέσω κλαθρίνης για την πρόσληψη του Αβ και τη μεταφορά του διαμέσου του ΑΕΦ προς την κυκλοφορία του αίματος. Δεδομένου ότι τα ενδοθηλιακά κύτταρα χρησιμοποιούν διάφορες διακριτές οδούς ενδοκυττάρωσης για την πρόσληψη εξωκυττάριων μορίων, η έρευνά μας επικεντρώθηκε στη διερεύνηση άλλων, μέχρι τώρα μη χαρακτηρισμένων, ενδοκυτταρικών οδών που μπορεί να διευκολύνουν την πρόσληψη και κάθαρση του Αβ από τα ενδοθηλιακά κύτταρα, με ιδιαίτερη έμφαση στη μακροπινοκυττάρωση. Παράλληλα, ένας ακόμη στόχος της μελέτης ήταν η δημιουργία ενός αξιόπιστου ανθρώπινου in vitro μοντέλου του BBB, χρησιμοποιώντας επαγόμενα πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα (iPSCs), ως εργαλείο για τη μελέτη των ενδοκυτταρικών οδών των ενδοθηλιακών κυττάρων. Στο πρώτο μέρος της μελέτης, χρησιμοποιήθηκαν πρωτογενή εγκεφαλικά ενδοθηλιακά κύτταρα για τη διερεύνηση του ρόλου της μακροπινοκυττάρωσης στην πρόσληψη του Αβ42. Η αναστολή αυτής της οδού ενδοκυττάρωσης μέσω siRNAs που στοχεύουν γνωστούς ρυθμιστές της μακροπινοκυττάρωσης οδήγησε σε σημαντική μείωση της πρόσληψης του Αβ42. Για την περαιτέρω επιβεβαίωση του ευρήματος αυτού in vivo, χρησιμοποιήθηκαν διαγονιδιακά ποντίκια 5XFAD ως μοντέλο της NA, το οποίο εμφανίζει πρώιμη συσσώρευση πλακών αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Η αναστολή της μακροπινοκυττάρωσης σε αυτό το μοντέλο με τη χρήση του χημικού αναστολέα EIPA οδήγησε σε αυξημένη συσσώρευση Αβ στον εγκέφαλο, γεγονός που υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο της μακροπινοκυττάρωσης στην κάθαρση του Αβ. Ωστόσο, δεδομένου ότι το EIPA αναστέλλει τη μακροπινοκυττάρωση σε πολλούς τύπους κυττάρων και όχι αποκλειστικά στα ενδοθηλιακά, δεν ήταν εφικτό να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο βαθμός συμβολής της αναστολής της μακροπινοκυττάρωσης στα ενδοθηλιακά κύτταρα στο παρατηρούμενο αποτέλεσμα. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης, εγκαθιδρύσαμε ένα in vitro ανθρώπινο μοντέλο του ΑΕΦ χρησιμοποιώντας iPSCs που προέρχονται από ένα υγιές άτομο (WT) και από έναν ασθενή με ΝΑ που φέρει το γονότυπο ApoE ε4/ε4. Για την επίτευξη αυτού, διαφοροποιήσαμε τα iPSCs σε έναν ώριμο και ομοιογενή πληθυσμό εγκεφαλικών ενδοθηλιακών κυττάρων με ισχυρό φαινότυπο ΑΕΦ, χρησιμοποιώντας ένα απλό, αναπαραγώγιμο και υψηλής απόδοσης πρωτόκολλο διαφοροποίησης με πλήρως καθορισμένα συστατικά. Η επιτυχία της διαφοροποίησης και η απόκτηση χαρακτηριστικών του ΑΕΦ επιβεβαιώθηκαν από την έκφραση πρωτεϊνών στενών συνδέσεων, ενδοθηλιακών δεικτών, καθώς και από αυξημένες τιμές TEER (>1000 Ωxcm²). Η επιτυχής διαφοροποίηση τόσο των υγιών όσο και των προερχόμενων από ασθενή iPSCs προς ενδοθηλιακά κύτταρα παρέχει ένα επεκτάσιμο και αξιόπιστο in vitro μοντέλο του ΑΕΦ για τη μελέτη των ενδοκυτταρικών οδών των ενδοθηλιακών κυττάρων υπό φυσιολογικές και παθολογικές συνθήκες. Για τη βελτίωση του μοντέλου και την ενίσχυση της φυσιολογικής του συνάφειας, συνιστάται έντονα η ενσωμάτωση επιπλέον κυτταρικών συστατικών της νευροαγγειακής μονάδας σε συνεκκαλλιέργεια με τα ενδοθηλιακά κύτταρα που προέρχονται από iPSCs. Επιπλέον, νευρώνες που προέρχονται από iPSCs και διαθέτουν αμυλοειδογενείς ιδιότητες μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο ίδιο σύστημα για τη μελέτη της διακυττάρωσης του Αβ μέσω των ενδοθηλιακών κυττάρων. Συνολικά, η σύγκριση ενδοθηλιακών κυττάρων που προέρχονται από υγιή άτομα και από ασθενείς με ΝΑ μπορεί να αποκαλύψει κυτταρικούς φαινοτύπους που σχετίζονται με τη δυσλειτουργία του ΑΕΦ στη νόσο, καθώς και δυσλειτουργίες μονοπατιών ενδοκυττάρωσης που συμβάλλουν στη μειωμένη κάθαρση του Αβ διαμέσου του ΑΕΦ.6

    Η διδασκαλία της ποντιακής λύρας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

    Full text link
    Η ποντιακή λύρα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και εμβληματικά μουσικά όργανα του ποντιακού ελληνισμού, διατηρώντας μέσα στους αιώνες όχι μόνο την ηχητική του ταυτότητα, αλλά και τη βαθιά του σχέση με τον πολιτισμό, την προφορικότητα και την κοινότητα. Η μετάβασή της από την παραδοσιακή βιωματική μάθηση –όπως αυτή καλλιεργήθηκε στο πλαίσιο των ποντιακών οικογενειών και κοινοτήτων– προς ένα πιο συστηματοποιημένο μοντέλο διδασκαλίας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της τυπικής εκπαίδευσης, αποτελεί μια σύνθετη και πολυδιάστατη διαδικασία. Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στη μελέτη της διδασκαλίας της ποντιακής λύρας στο πλαίσιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Εξετάζονται οι διαφορετικές μορφές άτυπης και τυπικής μάθησης, τα παιδαγωγικά συστήματα που υιοθετούνται, τα προβλήματα που εντοπίζονται στην εκπαιδευτική πράξη, καθώς και η εν γένει παρουσία του οργάνου στην επίσημη εκπαιδευτική πολιτική. Μέσα από βιβλιογραφική ανάλυση και πρωτογενές ερευνητικό υλικό που περιλαμβάνει συνεντεύξεις με εκπαιδευτικούς και ερμηνευτές του οργάνου, αποτυπώνονται οι σύγχρονες προσεγγίσεις στη διδασκαλία, οι υφολογικές προσεγγίσεις του ρεπερτορίου, καθώς και η ανάγκη για θεσμοθετημένο πρόγραμμα σπουδών. Τέλος, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα της έρευνας και προτείνονται κατευθύνσεις για το μέλλον της εκπαίδευσης της ποντιακής λύρας στα ελληνικά πανεπιστήμια.8

    Μελέτη Βιοπροσβασιμότητας Πολυφαινολών και Θρεπτικών Συστατικών σε Φρούτα και Χυμούς μέσω Εξωσωματικής Προσομοίωσης της Ανθρώπινης Πέψης

    Full text link
    Η εκτίμηση της βιοπροσβασιμότητας των αντιοξειδωτικών στον ανθρώπινο οργανισμό απασχολεί ολοένα και περισσότερα τα τελευταία χρόνια επιστήμονες και καταναλωτές, λόγω των θετικών επιδράσεων των αντιοξειδωτικών στην υγεία. Για τον σκοπό αυτό έχουν αναπτυχθεί τόσο in vivo όσο και in vitro μέθοδοι, με τις τελευταίες να προτιμώνται όχι μόνο λόγω ευκολίας και χαμηλού κόστους αλλά κυρίως λόγω συμμόρφωσης στην επιστημονική ηθική αφού δεν απαιτούν την χρήση πειραματόζωων. Στην παρούσα επιστημονική εργασία χρησιμοποιήθηκε η εξωσωματική μέθοδος UBM για τον προσδιορισμό της απελευθέρωσης αντιοξειδωτικών από χυμούς και φρούτα κατά την γαστρική και γαστρεντερική πέψη. Πιο συγκεκριμένα, από την UBM προέκυψαν γαστρικά και γαστρεντερικά εκχυλίσματα, στα οποία προσδιορίστηκε η περιεκτικότητα φαινολικών και φλαβονοειδών και η αντιοξειδωτική ικανότητα με τις μεθόδους Folin-Ciocalteu, TFC και Cuprac αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα αυτά συσχετίστηκαν με τα αντίστοιχα στα αρχικά δείγματα προ πέψης και έδειξαν ότι στα φρούτα και στο χυμό μπανάνας τόσο τα φανολικά όσο και η αντιοξειδωτική ικανότητα αυξάνονται μετά την πέψη με μεγαλύτερη αύξηση στην εντερική φάση, ενώ τα φλαβονοειδή είναι ασταθή μετά την πέψη. Όσον αφορά τους υπόλοιπους χυμούς, παρατηρήθηκε μείωση των φαινολικών και της αντιοξειδωτικής ικανότητας μετά την πέψη σε σύγκριση με τα αρχικά δείγματα. Ωστόσο, τα φαινολικά μειώθηκαν ακόμα περισσότερο στην εντερική φάση, ενώ η αντιοξειδωτική ικανότητα μειώθηκε αρχικά στην γαστρική φάση και αυξήθηκε ξανά στην εντερική. Τα παραπάνω δεδομένα επιβεβαιώθηκαν μετά από μη στοχευμένη ανάλυση NMR, μέσω της οποίας αναδείχθηκαν επίσης αλλαγές στην σύσταση των μεταβολιτών και ειδικότερα των σακχάρων, του κιτρικού και μηλονικού οξέος κατά την πέψη.The assessment of antioxidant bioaccessibility in the human body has become an increasingly important focus for both scientists and consumers in recent years, due to the beneficial effects of antioxidants on health. For this purpose, both in vivo and in vitro methods have been developed, with the latter being preferred not only for their simplicity and low cost but chiefly for their compliance with scientific ethics, since they do not require the use of experimental animals. In the present study, the in vitro UBM method was employed to determine the release of antioxidants from juices and fruits during gastric and gastrointestinal digestion. Specifically, gastric and gastrointestinal extracts were obtained through UBM, in which the total phenolic and flavonoid contents as well as the antioxidant capacity were determined using the Folin–Ciocalteu, TFC, and CUPRAC methods, respectively. These results were compared with those of the initial, pre-digestion samples and revealed that in fruits and banana juice both phenolic compounds and antioxidant capacity increased following digestion, with a greater rise observed in the intestinal phase, whereas flavonoids appeared to be unstable after digestion. Regarding the other juices, a decrease in phenolic content and antioxidant capacity was observed post-digestion compared with the initial samples. However, phenolics were further reduced during the intestinal phase, while antioxidant capacity initially decreased in the gastric phase and subsequently increased in the intestinal phase. These findings were corroborated through untargeted NMR analysis, which also indicated compositional changes in metabolites, particularly in sugars, citric acid, and malic acid during digestion.8

    Recording and evaluation of anaphylaxis incidents in Pediatric Departments /Clinics of Greece for a two-year period

    No full text
    Σκοπός: Η αναφυλαξία αποτελεί σοβαρή αλλεργική αντίδραση που απαιτεί άμεση αναγνώριση και επιθετική αντιμετώπιση, ενώ πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα αναφέρουν αύξηση των περιστατικών αναφυλαξίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Εντούτοις, υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τα περιστατικά αναφυλαξίας στον παιδιατρικό πληθυσμό της Ελλάδας. Ο πρωταρχικός στόχος της μελέτης ήταν να εντοπιστούν ελλείψεις στη διάγνωση και διαχείριση των αναφυλακτικών επεισοδίων και, επίσης, να αξιολογηθεί εάν υπήρξε κάποια βελτίωση στις παραπάνω μεταβλητές, πριν και μετά από μια ενημερωτική παρέμβαση. Δευτερεύων στόχος της μελέτης μας ήταν η ευαισθητοποίηση των επαγγελματιών υγείας στην Ελλάδα σχετικά με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες που αφορούν τη διάγνωση και την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της αναφυλαξίας, συμβάλλοντας έτσι στην ορθή και ολοκληρωμένη φροντίδα του παιδιατρικού πληθυσμού της χώρας. Υλικό και μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν παιδιά ηλικίας έως 16 ετών, που διαγνώσθηκαν με αναφυλαξία στα 10 συμμετέχοντα Παιδιατρικά Τμήματα της Ελλάδας για χρονικό διάστημα δύο ετών, ενώ για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν ερωτηματολόγια (Α και Β). Η μελέτη διαρθρώθηκε ως εξής: για χρονικό διάστημα 10 μηνών, τα περιστατικά αναφυλαξίας καταγράφηκαν χρησιμοποιώντας το Ερωτηματολόγιο Α (Στάδιο 1). Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια μονοήμερης συνάντησης με εκπροσώπους των συμμετεχόντων Παιδιατρικών Τμημάτων, παρουσιάστηκαν τα δεδομένα που συλλέχθηκαν στο Στάδιο 1, συζητήθηκαν τυχόν δυσκολίες ή προβληματισμοί που προέκυψαν κατά τη συλλογή των δεδομένων. Ταυτόχρονα, οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν για τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη διάγνωση και αντιμετώπιση της αναφυλαξίας στον παιδιατρικό πληθυσμό (Στάδιο 2-παρέμβαση). Τέλος, συνεχίστηκε η καταγραφή των περιστατικών αναφυλαξίας για 12 ακόμη μήνες, χρησιμοποιώντας παρόμοιο ερωτηματολόγιο, το Ερωτηματολόγιο Β (Στάδιο 3). Αποτελέσματα: Κατά τη διάρκεια της διετούς μελέτης καταγράφηκαν 127 περιστατικά αναφυλαξίας. Η μέση ηλικία εκδήλωσης ήταν τα 6,45 έτη και υπήρξε σαφής υπεροχή των αγοριών σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. H πλειοψηφία των παιδιών (64,5%) είχε ιστορικό ατοπίας, κυρίως τροφική αλλεργία (62,2%), ενώ σε 23 από τα 127 (18%) περιστατικά αναφέρεται τουλάχιστον ένα προηγούμενο επεισόδιο αναφυλαξίας. Ο συχνότερος εκλυτικός παράγοντας ήταν η τροφή (55,1%), ενώ οι δερματικές εκδηλώσεις ήταν παρούσες στη συντριπτική πλειοψηφία (91,3%) των περιστατικών αναφυλαξίας. Η επινεφρίνη χορηγήθηκε στους μισούς σχεδόν ασθενείς (51,2%), κυρίως μέσω της ενδομυϊκής οδού (88,5%), ενώ η πλειοψηφία των παιδιών έλαβε αντισταμινικά (92,9%) και κορτικοστεροειδή (70,1%). Κατά την έξοδο από το νοσοκομείο, στο 66,9% των ασθενών συνταγογραφήθηκε συσκευή αυτοενιέμενης επινεφρίνης. Πληροφορίες μακροχρόνιας παρακολούθησης ήταν διαθέσιμες για τα 118 από τα 127 (92,9%) ασθενείς στη μελέτη, με τους περισσότερους από αυτούς (76,3%) να παραπέμπονται σε αλλεργιολόγο. Ποσοστό 63,6% των ασθενών εκτιμήθηκε από αλλεργιολόγο και στους 40 (53,3%) από αυτούς ταυτοποιήθηκε υπεύθυνο αλλεργιογόνο. Τέλος, δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές, πριν και μετά την παρέμβαση, όσον αφορά την αντιμετώπιση των περιστατικών αναφυλαξίας. Συμπεράσματα: Η πανελλαδική αυτή μελέτη επιβεβαιώνει την τρέχουσα βιβλιογραφία σχετικά με τις ελλιπείς πρακτικές διαχείρισης που εφαρμόζονται στα παιδιά που έχουν διαγνωσθεί με αναφυλαξία στα Παιδιατρικά Τμήματα της Ελλάδας. Η αντιμετώπιση του οξέος αναφυλακτικού επεισοδίου υπήρξε κατώτερη των προσδοκιών, καθώς διαπιστώθηκε ότι η επινεφρίνη δεν χρησιμοποιήθηκε σε όλους τους ασθενείς με αναφυλαξία ενώ αντίθετα καταγράφηκε υπερβολική χρήση θεραπευτικής αγωγής δεύτερης γραμμής, όπως αντιισταμινικά και κορτικοστεροειδή. Ωστόσο, τα ποσοστά συνταγογράφησης ΕΙΑ κατά το εξιτήριο υπήρξαν ικανοποιητικά και η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών μας παραπέμφθηκαν σε ειδικό αλλεργιολόγο για περαιτέρω αξιολόγηση. Τονίζουμε την ανάγκη για αυξημένη ευαισθητοποίηση σε ότι αφορά τη θεραπεία της αναφυλαξίας και τη φροντίδα των ασθενών μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο, μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνουν την κατάλληλη εκπαίδευση ώστε όχι μόνο να αντιμετωπίζουν εγκαίρως τα οξέα επεισόδια αλλά και να παρέχουν τη σωστή καθοδήγηση για αποφυγή πιθανής μελλοντικής υποτροπής.Backgrounds and Objectives: Anaphylaxis is a serious allergic reaction that requires immediate recognition and aggressive treatment, while recent epidemiological data report an increase in the incidence of anaphylaxis worldwide. However, there are limited data about anaphylaxis in the pediatric population of Greece. The primary objective of the study was to identify deficiencies in diagnosis and management of anaphylactic episodes and, also, to evaluate if there was any improvement to the above variables, before and after an informative intervention. Secondary objective of our study was to increase awareness of international guidelines in terms of diagnosis and appropriate management of anaphylaxis among healthcare professionals in Greece, thus contributing to the proper and comprehensive care of the pediatric population of the country. Materials and Methods: The participants of this study were children aged up to 16 years, who were diagnosed with anaphylaxis in the 10 participating Pediatric Departments of Greece, over a 2-year period, while questionnaires (A and B) were used for data collection. The study was structured as follows: for a 10-months period, the anaphylaxis cases were recorded using Questionnaire A (Stage 1). Then, during one-day meeting with pediatricians from the participating Departments, we presented the data collected from Stage 1 and discussed with the participants about difficulties or concerns that occurred during the collection of data. At the same time, the participants were informed of the current international guidelines regarding anaphylaxis diagnosis and management in the pediatric population (Stage 2-intervention). Finally, the record of anaphylaxis cases continued for 12 more months, using a similar questionnaire, Questionnaire B (Stage 3). Results: During the 2-year period, 127 cases of anaphylaxis were identified. The median age was 6.45 years, with a male predominance in all age groups. The majority of children (64.5%) had a personal history of atopy, mostly food allergy (62.2%), and 23 out of 127 cases (18%) reported at least one previous episode of anaphylaxis. The most common elicitor was food (55.1%) and cutaneous manifestations were present in the vast majority of anaphylaxis cases (91.3%). Epinephrine was administered approximately in half of the cases (51.2%), predominantly via the intramuscular route (88.5%), while the majority of the children received antihistamines (92.9%) and corticosteroids (70.1%). At discharge, an epinephrine auto-injector (EAI) had been prescribed in 66.9% of the patients. Follow-up information was available for a total of 118 among 127 (92.9%) patients and most of them (76.3%) were referred to an allergist. 63.6% of them had a documented allergy follow-up, which identified a causative allergen in 53.3% of these cases. No statistically significant differences were found, before and after the intervention, regarding anaphylaxis management. Conclusions: This nationwide study reaffirms current literature regarding suboptimal management practices in children diagnosed with anaphylaxis in the Pediatric Departments of Greece. Acute management of anaphylactic episodes fell short of expectations as epinephrine was found to be underutilized and overuse of second-line treatments, such as antihistamines and corticosteroids, was reported. However, there were satisfactory rates of EIA prescription at discharge and the vast majority of our patients were referred to an allergy specialist for further assessment. We stress the need for increased awareness of anaphylaxis treatment and post-discharge care among health professionals, who should receive appropriate education in order not only to promptly manage acute episodes but also to provide the correct guidance for prevention of a possible future recurrence.12

    Ο καγκελάρης (διπροκάγκελο) Μελισσουργών και Θεοδώριανων του Νομού Άρτας

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει τον Καγκελάρη (ή Διπλοκάγκελο) ως ένα πολυεπίπεδο μουσικοχορευτικό δρώμενο που τελείται στα χωριά Μελισσουργοί και Θεοδώριανα του Νομού Άρτας. Αντικείμενό της αποτελεί η διερεύνηση του χορού αυτού όχι μόνο ως επιτελεστική παράδοση αλλά και ως ζωντανή κοινοτική πρακτική που αποτυπώνει στοιχεία ταυτότητας, συλλογικής μνήμης, ιεραρχίας, θρησκευτικής εμπειρίας και πολιτισμικής μεταβολής. Η μελέτη φιλοδοξεί να συνεισφέρει στην αποτύπωση της διαχρονικής λειτουργίας του Καγκελάρη τόσο μέσα από μια ιστορικό-λαογραφική όσο και μια ανθρωπολογική προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση της ελληνικούς και διεθνούς βιβλιογραφίας, καθώς και ποιοτική ανάλυση αρχειακού και επιτόπιου υλικού, κυρίως μέσα από κείμενα περιοδικών, μαρτυρίες, φωτογραφίες και τοπικές εκδόσεις. Επιπλέον, αξιοποιήθηκαν συγκριτικά στοιχεία από την ανάλυση του τρόπου τέλεσης του Καγκελάρη στις δύο κοινότητες (Μελισσουργοί και Θεοδώριανα), εστιάζοντας στις μορφολογικές διαφοροποιήσεις του χορού, στα μουσικά χαρακτηριστικά, στους στίχους, στον ρόλο του φύλου και της ηλικίας, καθώς και στην παρουσία ή απουσία μουσικών οργάνων. Παράλληλα, εξετάστηκε η σύγχρονη σκηνική αναπαράσταση του εθίμου και η ερμηνεία του από τις νεότερες γενιές. Τα κύρια ευρήματα δείχνουν ότι, ενώ ο χορός έχει διατηρήσει τον βασικό του πυρήνα ως κοινοτικό τελετουργικό, έχει δεχθεί σημαντικές επιδράσεις από την τουριστική προβολή και τη φολκλορική αναπαραγωγή. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της φωνής ως βασικού φορέα της μνήμης και της συγκίνησης, καθώς και η έντονη συμβολική διάσταση της χωροταξικής διάταξης των χορευτών. Η συγκριτική θεώρηση φανερώνει τόσο κοινά μοτίβα όσο και τοπικές ιδιαιτερότητες, αναδεικνύοντας τον Καγκελάρη ως ένα πολιτισμικό μορφότυπο με δυναμική ταυτότητα. Η εργασία καταλήγει στη διατύπωση προτάσεων για τη διαφύλαξη του εθίμου, μέσα από την ενσωμάτωσή του σε εκπαιδευτικά προγράμματα, την ενίσχυση της διαγενεακής μετάδοσης και τη βιωματική ενεργοποίηση των κοινοτήτων. Ο Καγκελάρης δεν αποτελεί απλώς ένα κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά έναν ενεργό και διαρκώς εξελισσόμενο τρόπο κοινωνικής συμμετοχής και πολιτισμικής συνέχειας.The present study examines the Kagkelaris (or Diplokagkelo), a multi-layered musical and dance ritual performed in the villages of Melissourgoi and Theodoriana in the Arta Prefecture. The focus lies not only on its performative tradition but also on its role as a living communal practice that expresses elements of identity, collective memory, hierarchy, religious experience and cultural transformation. The research aspires to contribute to the documentation of the diachronic function of the Kagkelaris through both historical-folkloric and anthropological approaches. Within this framework, a thorough review of Greek and international literature was conducted, accompanied by a qualitative analysis of archival and field material, primarily drawn from magazine texts, testimonies, photographs and local publications. Comparative data were also utilized to analyze the performance of the Kagkelaris in the two communities (Melissourgoi and Theodoriana), with attention to morphological differences in the dance, musical characteristics, lyrics, the role of gender and age and the presence or absence of musical instruments. Furthermore, the study explores the contemporary stage representation of the ritual and how it is interpreted by younger generations. The main findings indicate that while the dance has preserved its core function as a community ritual, it has been significantly influenced by tourism and folkloric reproduction. Moreover, the importance of the voice as a carrier of memory and emotion is highlighted, as well as the symbolic dimension of the spatial arrangement of dancers. The comparative approach reveals both shared patterns and local specificities, positioning the Kagkelaris as a cultural form with a dynamic identity. The thesis concludes with proposals for the safeguarding of the tradition through its integration into educational programs, the reinforcement of intergenerational transmission and the experiential activation of communities. The Kagkelaris is not merely a relic of the past, but an active and ever-evolving mode of social participation and cultural continuity

    Big data analysis in the study of religious portable icons USING X-RAY fluorescence imaging spectroscopy

    Full text link
    Η παρούσα μελέτη αντιμετωπίζει την πρόκληση της ανάλυσης των πολύπλοκων, υψηλής διαστατικότητας δεδομένων που προκύπτουν από τη Φασματοσκοπία Απεικόνισης Φθορισμού Ακτίνων-Χ (MA-XRF) σε θρησκευτικές φορητές εικόνες. Για τον σκοπό αυτό, αναπτύχθηκε ένα εξειδικευμένο λογισμικό και μια ολοκληρωμένη χημειομετρική μεθοδολογία. Η κεντρική προσέγγιση βασίζεται σε μια υβριδική στρατηγική Ανάλυσης Κύριων Συνιστωσών και Μη-Αρνητικής Παραγοντοποίησης Πινάκων (NMF-PCA) για την αποτελεσματική μείωση της διαστατικότητας και την εξαγωγή φυσικά ερμηνεύσιμων φασματικών υπογραφών. Τα αποτελέσματα αυτά τροφοδοτούν τον αλγόριθμο συσταδοποίησης K-Means (DBScan, TSNE, Spectral, GMM) για την παραγωγή θεματικών χαρτών στοιχείων υψηλής ευκρίνειας. Η μεθοδολογία εφαρμόστηκε επιτυχώς σε βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες, επιτυγχάνοντας έναν ανώτερο διαχωρισμό των υλικών της παλέτας, συμπεριλαμβανομένου του υποστρώματος gesso, των γήινων χρωστικών, του κιννάβαρι, του λευκού του μολύβδου και της επιχρύσωσης. Επιπλέον, η δυνατότητα ιεραρχικής ανάλυσης (sub-clustering) σε περιοχές ενδιαφέροντος επέτρεψε την αποκάλυψη της καλλιτεχνικής τεχνικής, αναδεικνύοντας τη λεπτομερή στρωματογραφία των υλικών (π.χ. προπλασμός, φωτίσματα, σκιές) και τις μεμονωμένες πινελιές. Η εργασία αυτή καταδεικνύει ότι ο συνδυασμός MA-XRF με προηγμένες, μη-επιβλεπόμενες μεθόδους μηχανικής μάθησης αποτελεί ένα πανίσχυρο εργαλείο για την εις βάθος, μη-καταστροφική μελέτη της υλικής ιστορίας και τεχνολογίας των πολιτιστικών αγαθών.This study addresses the challenge of analyzing complex, high-dimensional data generated by Macro X-ray Fluorescence (MA-XRF) imaging of religious portable icons. For this purpose, a specialized software and an integrated chemometric methodology were developed. The core approach is based on a hybrid Principal Component Analysis and Non-negative Matrix Factorization (NMF-PCA) strategy for effective dimensionality reduction and the extraction of physically interpretable spectral signatures. These results are then used as input into the K-Means (DBScan, TSNE, Spectral, GMM) clustering algorithm to generate high-definition elemental distribution maps. The methodology was successfully applied to Byzantine and post-Byzantine icons, achieving superior separation of palette materials, including the gesso ground, earth pigments, vermilion, lead white, and gilding. Furthermore, the capability of hierarchical analysis (sub-clustering) on regions of interest allowed for the revelation of the artistic technique, highlighting the detailed stratigraphy of materials (e.g., proplasmos, highlights, shadows) and individual brushstrokes. This work demonstrates that the combination of MA-XRF with advanced unsupervised machine learning methods constitutes a powerful tool for the in-depth, non-destructive study of the material history and technology of cultural heritage objects.27

    he role of biomarkers in predicting complications and prognosis in patients with traumatic brain injury

    No full text
    Η αξιολόγηση της βαρύτητας και της πρόγνωσης των ασθενών με κρανιοεγκεφαλική κάκωση (ΚΕΚ) αποτελεί σημαντική παράμετρο για την έγκαιρη και κατάλληλη λήψη κλινικών αποφάσεων. Η μελέτη είχε ως σκοπό την διερεύνηση του ρόλου των κλινικών καθώς και των εργαστηριακών παραμέτρων ρουτίνας που λαμβάνονται από το περιφερικό αίμα, ως πιθανούς βιοδείκτες ΚΕΚ. Στην μελέτη έλαβαν μέρος 137 ασθενείς με ΚΕΚ. Η διάρκεια της μελέτης ήταν 3-έτη. Η σύγκριση των ασθενών με ήπια ΚΕΚ έναντι αυτών με μέτρια/σοβαρή ΚΕΚ ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές σε πολλαπλές εργαστηριακές παραμέτρους συμπεριλαμβανομένου της γλυκόζης καθώς και του απόλυτου αριθμό ουδετερόφιλων, λεμφοκυττάρων, αλλά και σε κλινικές παραμέτρους όπως η βαρύτητα του μηχανισμού κάκωσης. Η διάκριση μεταξύ ασθενών με ήπια ΚΕΚ που είχαν θετικά ευρήματα στην αξονική τομογραφία και αυτών με αρνητικά ευρήματα κατέδειξε ότι στατιστικά σημαντική συσχέτιση εμφάνισαν μόνο ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων, ενώ μετά τον αποκλεισμό ασθενών με ακραίες τιμές γλυκόζης ή ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη ,προστέθηκε και η γλυκόζη. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, o απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων παρέμεινε ανεξάρτητος δείκτης. Από τους δευτερογενείς δείκτες, υψηλές τιμές Neutrophile to Lymphocyte Ratio (NLR), Platelet to Lymphocyte Ratio (PLR) και Glucose to Potassium Ratio (GPR) σχετίστηκαν με θετική ΑΤ. Η ανάγκη για επείγουσα χειρουργική παρέμβαση συσχετίστηκε κλινικά με χαμηλή κλίμακα Γλασκώβης, λήψη αντιπηκτικών και ανισοκορία. Από τους εργαστηριακούς δείκτες, η γλυκόζη, το INR και τα ουδετερόφιλα παρέμειναν ανεξάρτητοι προγνωστικοί δείκτες κατά την πολυπαραγοντική ανάλυση. Το μοντέλο εμφάνισε υψηλή ειδικότητα αλλά περιορισμένη ευαισθησία. Οι δευτερογενείς δείκτες NLR, PLR, GPR συσχετίστηκαν ισχυρά με την ανάγκη για χειρουργείο, με υψηλή αρνητική προγνωστική αξία αλλά μέτρια ευαισθησία. Η τελική έκβαση (επιβίωση/θάνατος) των ασθενών κατά το εξιτήριο συσχετίστηκε την ηλικία, το μέγεθος του υποσκληριδίου αιματώματος, και εργαστηριακές παραμέτρους όπως την συγκέντρωση της γλυκόζης, τους χρόνους πήξης, τις ημέρες νοσηλείας σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής. Για την πρόβλεψη σοβαρής ενδονοσοκομειακής επιπλοκής ή θανάτου στις 15 ημέρες η γλυκόζη και το NLR εμφάνισαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Η ανάλυση της λειτουργικής έκβασης στους 6 μήνες έδειξε ότι η καλή πρόγνωση σχετιζόταν με την απουσία υπαραχνοειδούς και υποσκληριδίου αιμορραγίας, ενώ η δυσμενής έκβαση συσχετίστηκε με διασωλήνωση κατά την εισαγωγή, λήψη αντιαιμοπεταλιακών, και την μεγαλύτερη ηλικία. Οι δευτερογενείς δείκτες (NLR, PLR, SII) εμφάνισαν υψηλότερες τιμές σε ασθενείς με φτωχότερη έκβαση.The prediction of the severity and prognosis of patients with traumatic brain injury (TBI) is crucial for timely and appropriate clinical decision-making. In the present study, we sought to investigate whether clinical factors and routine laboratory parameters obtained from the peripheral blood of patients with TBI presented to the emergency department (ED) can be utilized as potential TBI biomarkers. The duration of the study was three years and included a total of 137 patients.Univariate analysis between patients with mild TBI and moderate/severe TBI revealed statistically significant differences in several laboratory biomarkers, including glucose and the absolute number of neutrophils and lymphocytes, as well as in clinical parameters including the severity of the mechanism of injury. Regarding the role of laboratory parameters as diagnostic biomarkers of traumatic intracranial injury in patients with mild traumatic brain injury (mTBI), statistically significant differences were only observed for the absolute neutrophil count (ANC). However, after excluding patients with extreme glucose values or known history of diabetes mellitus (DM), glucose was also found to be a significant factor. Additionally, higher values of neutrophil-to-lymphocyte ratio (NLR), platelet-to-lymphocyte ratio (PLR) and glucose-to-potassium ratio (GPR) were correlated with positive CT findings.In patients requiring urgent neurosurgical intervention, risk factors were found to be low Glasgow Coma Scale (GCS), use of anticoagulants, and anisocoria. Among the laboratory parameters, the NLR, PLR, GPR, and SII were significantly associated with neurosurgical intervention, with high negative predictive value but moderate sensitivity.Patients’ fatal outcome at discharge was associated with increased age, size of subdural hematoma, glucose levels, prolonged coagulation times, days of intensive care unit (ICU) hospitalization, and days of mechanical ventilation. For the prediction of major complication or death within 15 days, glucose and NLR showed a statistically significant correlation. Finally, factors related to poor functional outcome at 6 months included the presence of subarachnoid or subdural hemorrhage, intubation at admission, use of antiplatelets, and increased age. Secondary parameters, including NLR, PLR, and SII, had significantly higher values in patients with poorer outcomes.ΕΙΣΑΓΩΓΗ………………………………………………………………………………9-66 ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ………………………………………………………………68 ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ………………………………………………………………69-74 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ……………………………………………………………………75-115 ΣΥΖΗΤΗΣΗ……….…………………………………………………………………116-127 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ…………………………………………………………………..128-129 ΠΕΡΙΛΗΨΗ…………………………………………………………………………...130-131 ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ………………………………………………………...132-133 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ……………………………………………………………………...134-151 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ-ΒΡΑΒΕΙΑ………………………………………………………..152-15315

    Ιστορία της Αρχιτεκτονικής του Τοπίου. Αρχιτεκτονική του Τοπίου στην Ελλάδα -Ευρωπαϊκή Πραγματικότητα – Ανασκόπηση και Μελέτη Περίπτωσης

    No full text
    Ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν εν γένει είχε υπάρξει μια προσπάθεια αναφορικά με την διαμόρφωση του τοπίου διαφόρων περιοχών, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες των ανθρώπων. Κάτι τέτοιο, από την μια μεριά μπορεί να είχε υπάρξει συναφές με κάποιους πρακτικούς λόγους (όπως η δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων, η εκκαθάριση κάποιων εκτάσεων γης, για την οικοδόμηση κτηρίων διαφόρων χρήσεων, κατοικιών κλπ.). Την ίδια στιγμή όμως, είναι ενδεικτικό εδώ και το ότι μια τέτοια διαδικασία ανέκαθεν είχε να κάνει και με την προσπάθεια των ανθρώπων να προωθήσουν την διάσταση περί αισθητικής απόλαυσης και ομορφιάς. Αυτό, για παράδειγμα, ακόμα κι από την αρχαιότητα, είχε συνδεθεί εν πολλοίς με στοιχεία, όπως η δημιουργία κήπων και αλσών σε περιοχές, στις οποίες μπορεί να υφίσταντο ανακτορικά συγκροτήματα, κατοικίες μελών των κοινωνικών ελίτ κάθε εποχής κλπ. Όμως, η αρχιτεκτονική τοπίου, θα έλεγε κάποιος το ότι επρόκειτο να αποκτήσει δυναμική και να καταστεί ακόμα και ένα είδος εξειδικευμένου επιστημονικού πεδίου και τομέα στην διάρκεια του εικοστού αιώνα. Κάτι τέτοιο πρόκυψε εξάλλου μέσα από την ανάδειξη παράλληλα και της σημασίας ορισμένων όρων, όπως αυτός περί βιώσιμης ανάπτυξης ή της σημασίας, περί προστασίας του περιβάλλοντος. Τα παραπάνω στοιχεία, πάντα αναφορικά με την αρχιτεκτονική τοπίου, είναι ενδεικτικό συγχρόνως εξάλλου και το ότι συνδυάζονται με την ακόλουθη βασική αρχή: την προώθηση αρχιτεκτονικών λύσεων μέσω των οποίων θα υφίσταται το όσο το δυνατόν μικρότερο αποτύπωμα στο γύρω φυσικό περιβάλλον. Οι όποιες παρεμβάσεις, σε αυτό το είδος αρχιτεκτονικής μάλιστα, θεωρείται, πως θα πρέπει πάντα να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο εναρμονισμένες και με το φυσικό τοπίο όσο επίσης όμως και με το παραδοσιακό αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό στυλ μιας περιοχής.Even thousands of years ago there had already been an attempt to shape the landscape of various areas according to the needs of the people. This, on the one hand, may have been related to certain practical reasons (such as the creation of arable land, the clearing of certain areas of land for the construction of buildings of various uses, dwellings, etc.). At the same time, however, it is indicative here that such a process has always had to do with people's efforts to promote the dimension of aesthetic pleasure and beauty. This, for example, even in antiquity, was largely associated with elements such as the creation of gardens and threshing floors in areas where there may have been palatial complexes, residences of members of the social elite of each era, etc. However, landscape architecture, one could argue that it was to gain momentum and even become a kind of specialized discipline and field during the twentieth century. This was also the result of the emergence of the importance of certain terms, such as sustainable development or the importance of environmental protection. The above elements, always in relation to landscape architecture, are also indicative of the fact that they are combined with the following basic principle: the promotion of architectural solutions through which the smallest possible footprint on the surrounding natural environment is achieved. Any interventions in this type of architecture should always be as harmonious as possible with the natural landscape and with the traditional architectural and cultural style of the area

    Στατιστική μελέτη για την αποδοχή κρυπτογραφικών μελετών στις σύγχρονες ηλεκτρονικές υπηρεσίες

    Full text link
    Η ασφάλεια ενός χρήστη, όσον αφορά την πρόσβαση σε ένα σύστημα, βασίζεται σε ισχυρούς κωδικούς πρόσβασης. Όσο πιο τυχαίοι είναι αυτοί οι κωδικοί τόσο πιο ασφαλή καθιστούν την αυθεντικοποίηση του χρήστη. Η βιομετρία προσφέρει ένα σαφές πλεονέκτημα για τη δημιουργία τέτοιων κωδικών. Ωστόσο, η μετάδοση και η αποθήκευσή τους αποτελούν σημαντικά ζητήματα καθώς τα βιομετρικά δεδομένα είναι στενά συνδεδεμένα με την ταυτότητα του χρήστη και γι’ αυτό θα πρέπει να διασφαλιστεί το απόρρητο της πληροφορίας που φέρουν. Η ανάπτυξη της πληροφορικής έχει οδηγήσει σε διάφορες καινοτομίες σε διάφορους τομείς. Αυτές οι καινοτομίες έχουν φέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ζωής, εργασίας και επικοινωνίας. Δεν είναι περίεργο που αυτές οι αλλαγές έχουν οδηγήσει σε έναν ψηφιακό τρόπο ζωής. Όμως όλες αυτές οι αλλαγές απαιτούν και μέτρα προστασίας στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες με κρυπτογραφικά και μη συστήματα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να αναπτύξουμε ένα ερωτηματολόγιο που μετρά τις γνώσεις, τη στάση και τη συμπεριφορά για το απόρρητο και την ασφάλεια σε ένα ευρύ επίπεδο με ένα ευρύ φάσμα θεμάτων όπως έλεγχος ταυτότητας, παρακολούθηση ιστού, λειτουργικά συστήματα, κινητές συσκευές, ανταλλαγή άμεσων μηνυμάτων και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα μπορούσαν να είναι κάποια βασικά σημεία της έρευνας μας. Αρχικά θα αξιολογήσουμε ορισμένες μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν σε παρόμοιες μελέτες για την κρυπτογραφία σε ψηφιακά πορτοφόλια και γενικά ψηφιακά εργαλεία σε τράπεζες καθώς επίσης και για ένα κακόβουλο λογισμικό και πως αντιμετωπίστηκε. Επίσης θα αναλύσουμε και ορισμένες βασικές της έννοιες, τεχνικούς όρους καθώς και διάφορους αλγόριθμους (συμμετρικούς και ασύμμετρους) που έχουν αναπτυχθεί ιστορικά, κατά το πέρασμα των χρόνων.A user's security in accessing a system relies on strong passwords. The more random these codes are, the more secure they make user authentication. Biometrics offer a clear advantage for creating such codes. However, their transmission and storage are important issues as biometric data is closely linked to the user's identity and therefore the privacy of the information they carry should be ensured. The development of IT has led to various innovations in various fields. These innovations have brought significant changes in the way we live, work and communicate. It is no wonder that these changes have led to a digital lifestyle. But all these changes also require protection measures in electronic services with cryptographic and non-cryptographic systems to better serve citizens. The aim of this paper is to develop a questionnaire that measures privacy and security knowledge, attitude and behavior at a broad level with a wide range of topics such as authentication, web tracking, operating systems, mobile devices, instant messaging and social media, could be some key points of our research. First we will evaluate some methods used in similar studies for cryptography in digital wallets and general digital tools in banks as well as for a malware and how it was treated. We will also analyze some of its basic concepts, technical terms as well as various algorithms (symmetric and asymmetric) that have been developed historically, over the years

    Between earth and sky

    No full text
    Η εργασία αυτή επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στον ναό, στο όχημα και τελικά τον άνθρωπο. Σήμερα, που ο ήχος της καμπάνας και ο άλλοτε ψηλός τρούλος χάνονται πίσω από τον ακουστικό και οπτικό θόρυβο της πόλης, ο ναός και το σύγχρονο όχημα μοιάζουν σαν να έχουν βγει από δυο διαφορετικούς κόσμους. Μέσα από ιστορικά όμως παραδείγματα αποδεικνύεται πως δεν ήταν πάντα στατικός ο ναός ούτε και εν αρχή συνδεδεμένος με τα μεγαλοπρεπή κτίρια. Εκεί έγκειται και η διαφορά της έννοιας του ναού και της εκκλησίας. Ο ναός βγαίνει από το ρήμα ναίει και σημαίνει ο τόπος που κατοικεί ο Θεός. Επειδή αρχικά ο όρος αυτός είχε συνδεθεί με την ειδωλολατρία και τον χώρο που στεγάζει το άγαλμα, προτιμήθηκε η εκκλησία. Ωστόσο η εκκλησία δεν είναι απλώς τόπος συγκεντρώσεως των πιστών, αλλά τόπος λατρείας του Θεού, δηλαδή οίκος Θεού, δηλαδή ναός. 1 Άρα όπως και ο όρος του ναού ενώ προέρχεται από το ειδωλολατρικό παρελθόν, έλαβε χριστιανική ερμηνεία έτσι και εδώ ενώ χρησιμοποιούνται πολλά διαφορετικά σχέδια ναών το θέμα επικεντρώνεται στην ορθόδοξη εκκλησία. Όπως επομένως κατά τα πρωτοχριστιανικά χρόνια ο χριστιανικός ναός υιοθέτησε πολλά εθνικά στοιχεία και τα έκανε δικά του, έτσι και σήμερα γεννιέται η ανάγκη να δούμε το μέλλον μέσα από το παρελθόν. Έπειτα ο ναός αποτελεί και κατά μεταφορική έννοια όχημα, καθώς δημιουργεί το αίσθημα της ανύψωσης και συνδέει τη γη με τον ουρανό. Η σύνδεση αυτή ουρανού και γης αποτελεί τον κεντρικό άξονα αναζήτησης στα έργα που προτείνονται εδώ και ξεκινάει από τα υλικά, επεκτείνεται στα εναέρια οχήματα, στο δίκτυο και τελικά στους θόλους και τον έναστρο ουρανό.Όλα αυτά λειτουργούν ως υπόμνηση, ως κάλεσμα να στραφεί η προσοχή από τα επίγεια και φθαρτά προς τα πνευματικά και ουράνια.Έτσι, τελικά, από τον ναό περνάμε στον άνθρωπο· σε εκείνον που καλείται, αν το επιθυμεί, να εισέλθει υπό τη σκέπη των θόλων, να συμπληρώσει νοητά τα σπαράγματα και να αναρωτηθεί πώς θα ετοιμάσει τον εσωτερικό ναό της ψυχής του

    4,452

    full texts

    49,308

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇