QMU Open Journal System (Queen Margaret University)
Not a member yet
583 research outputs found
Sort by
The 4th International Conference of the International Association for Music and Medicine (IAMM)
The 4th International Conference of the International Association for Music and Medicine (IAMM) | 11-13 June 2016 | Beijing, Chin
Dalcroze Eurhythmics in music therapy and special music education
Η Ρυθμική Dalcroze
Οι μουσικοθεραπευτές, οι μουσικοπαιδαγωγοί και οι μουσικοί της κοινότητας θα είναι εξοικειωμένοι με την πρωτεύουσα σημασία που έχει η αναζωογόνηση της μουσικής συνείδησης για τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζονται: τους πελάτες, τους ασθενείς, τους μαθητές, τους απλούς συμμετέχοντες ή τους συναδέλφους μουσικούς. Μέσω μιας τέτοιας συνείδησης μπορούν να αναπτυχθούν κι άλλοι τύποι επίγνωσης –του εαυτού και του άλλου, του χρόνου, του χώρου και της ενέργειας, καθώς και του περιβάλλοντος κάποιου– ενώ παράλληλα μπορούν να εδραιωθούν και να βαθύνουν οι διαπροσωπικές συνδέσεις και οι σχέσεις ενός ατόμου με τη μουσική. Η μουσική που χρησιμοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται ένα ευπροσάρμοστο εργαλείο, μια γέφυρα, ένα μέσο για κάποιο είδος μεταμόρφωσης, είτε αυτή γίνεται κατανοητή θεραπευτικά είτε εκπαιδευτικά είτε –πιο σφαιρικά– παιδαγωγικά. Ένα τέτοιο εργαλείο είναι η Ρυθμική Dalcroze, η οποία φέρνει στο προσκήνιο τόσο τον ρόλο της κίνησης στη μουσική δραστηριότητα και κατανόηση, όσο και τη χρησιμότητα της εξερεύνησης και της αξιοποίησης των σχέσεων κίνησης-μουσικής στην παιδαγωγική, τη θεραπεία και τις παραστατικές τέχνες.
Ο Émile Jaques-Dalcroze (1865-1950) που δημιούργησε και έδωσε το όνομά του σε αυτήν την προσέγγιση έγραψε: «Η μουσική συνείδηση είναι το αποτέλεσμα της σωματικής εμπειρίας» (Jaques-Dalcroze 1921/1967: 39). Ο ίδιος έδωσε έμφαση σε κάτι που θεωρούσε καλά κρυμμένο μυστικό της μουσικής και το οποίο, κρίνοντας από τις εφαρμογές που είδε γύρω του στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν γινόταν κατανοητό, δεν αναγνωριζόταν και δεν αξιοποιούνταν πλήρως: την κίνηση της μουσικής και κατά συνέπεια τον ρόλο της κίνησης στη μουσική αντίληψη. Επομένως, ο Jaques-Dalcroze και οι συνεργάτες του κράτησαν μια μεταρρυθμιστική στάση απέναντι στην παιδαγωγική, τον χορό και τη μουσική δημιουργία, μέσα από τον πειραματισμό τους με καταστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι μπορούσαν να είναι η μουσική μέσω της σωματικής έκφρασης της μουσικής τους συνείδησης και άρα μέσω της ταυτόχρονης σχέσης σκέψης, συναισθήματος, δράσης και δημιουργικότητας με έναν ψυχοσωματικό τρόπο έκφρασης. Ο Jaques-Dalcroze ανέπτυξε τη φιλοσοφία του και την πρακτική του κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, με τα πρώτα σχολεία Dalcroze που άρχισαν να αναπτύσσονται στην Ευρώπη λίγο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Το να παρακολουθήσει κανείς μια συνεδρία Dalcroze είναι ένα πράγμα. Συνήθως κάποιος θα δει μια ομάδα ανθρώπων σε έναν μεγάλο χώρο να κινούνται ξυπόλυτοι με τη μουσική, είτε σύμφωνα με τον αυτοσχεδιασμό ενός δασκάλου στο πιάνο είτε με μια ηχογράφηση είτε περιστασιακά με ένα άλλο όργανο, όπως ένα τύμπανο. Οι συμμετέχοντες θα ανταποκρίνονται στη μουσική με τους δικούς τους όρους ή ακολουθώντας τις οδηγίες του δασκάλου/επαγγελματία. Θα επικοινωνούν μη-λεκτικά καθώς θα έρχονται σε επαφή με τους άλλους μέσω της όρασης, της αφής ή μέσω ενός αντικειμένου όπως είναι μια μπάλα, ένα ραβδί, ένα στεφάνι, ένα σχοινί ή ένα κομμάτι λάστιχο, συγχρονίζοντας καθ’ όλη τη διάρκεια τις κινήσεις τους, ρυθμίζοντας την ενέργειά τους και χρησιμοποιώντας τον χώρο ανάλογα με την κίνηση της μουσικής. Κάποιες στιγμές θα υπάρχει τραγούδι ή άλλες μορφές φωνητικής έκφρασης, αυθόρμητης ή μη. Άλλες στιγμές οι συμμετέχοντες μπορεί να ασχολούνται με κάποια δημιουργική ομαδική εργασία ώστε να σχεδιάσουν μια ακολουθία κινήσεων ανταποκρινόμενοι σε ένα μουσικό κομμάτι. Μπορεί κανείς να αισθανθεί μια βαθιά σύνδεση μεταξύ της μουσικής και των ανθρώπων που κινούνται, ίσως ακόμα και την επιθυμία να συμμετάσχει και ο ίδιος.
Ωστόσο, το να βιώσει κανείς μια συνεδρία Dalcroze είναι άλλο πράγμα. Ως συμμετέχων, και όχι ως παρατηρητής, θα κληθεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρο τον εαυτό του δημιουργικά για την ανάλυση και επίλυση προβλημάτων, για την έκφραση σκέψεων ή διαθέσεων και για την αντίδραση σε μουσικές προκλήσεις. Το αισθητικοκινητικό του σύστημα σταδιακά θα αναζωογονηθεί μέσα από τις προπαρασκευαστικές ασκήσεις εντάσσοντας την όραση, την ακοή, την αφή και τη φωνή καθώς και όλο το αιθουσαίο σύστημα, την κιναισθησία, τη χωρική αίσθηση και το προσωπικό βίωμα του εαυτού του ή τη «φόρμα του σώματός» του. Με την πάροδο του χρόνου, θα αντιληφθεί τους άλλους στον χώρο ως συμμετέχοντες που κινούνται και σχετίζονται μεταξύ τους. Η κίνησή του –που εστιάζει σε ένα μέρος του σώματος ή στο σύνολό του– σε κάποιο βαθμό θα παρασύρεται από τη μουσική.Η ατομική ή ομαδική του αντίδραση προς τη μουσική μπορεί είτε να επικεντρωθεί σε μία παράμετρο –στο μέτρο, στη μελωδική φράση, στην αρμονία– είτε να είναι πιο σφαιρική.
Από αυτές τις περιγραφές μπορεί κανείς να εκτιμήσει τα είδη μάθησης που είναι τυπικά στο πλαίσιο της Ρυθμικής Dalcroze, καθώς και την πολύπλευρη, ολιστική φύση των εμπειριών που έχουν οι συμμετέχοντες που συνδέουν το προσωπικό με το κοινωνικό και το σωματικό με το νοητικό.Θα μπορούσε επίσης να είναι προφανές ότι ένας τέτοιος τρόπος αλληλεπίδρασης μπορεί να έχει περισσότερα από αμιγώς μουσικά οφέλη. Όπως έγραψε ο Jaques-Dalcroze: «Μυαλό και σώμα, ευφυΐα και ένστικτο πρέπει να συνδυάζονται για να επανεκπαιδεύουν και να αναζωογονούν το σύνολο της φύσης» (Jaques-Dalcroze 1930: vii). Πράγματι, το ενδιαφέρον του για το άτομο ως όλο οδήγησε τους επαγγελματίες να χρησιμοποιήσουν από νωρίς τη μέθοδο αυτή τόσο στη γενική εκπαίδευση όσο και στη διδασκαλία των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.Ένα από τα πρώτα παραδείγματα είναι αυτό του Joan Llongueres, ενός Καταλανού δασκάλου της μεθόδου Dalcroze, ο οποίος την προσάρμοσε για να δουλέψει με τυφλά παιδιά (Jaques-Dalcroze 1930). Σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις εκπαιδευτικών, η Ρυθμική Dalcroze φάνηκε να είναι «ένας τρόπος να δουλεύει κανείς εν μέρει παιδαγωγικά και εν μέρει θεραπευτικά» (Van Deventer 1981: 28) ή ήταν «πάντα μια θεραπευτική εμπειρία» (Tingey 1973: 60).[1] Ως εκ τούτου, μπορεί να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μόλις τώρα εμφανίζεται ένα ειδικό τεύχος περιοδικού αφιερωμένο στο θέμα αυτό. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν μερικές εξαιρετικές μελέτες που επιχειρηματολογούν για τη θέση της Ρυθμικής Dalcroze στην προληπτική ιατρική, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους με κίνδυνο πτώσης, και οι οποίες αποτελούν το υπόβαθρο του παρόντος τεύχους (Kressig et al. 2005· Trombetti et al. 2010).
Η Ρυθμική Dalcroze στον 21ο αιώνα είναι μια πρακτική με μακρά ιστορία και ευρεία γεωγραφική εμβέλεια. Ενώ ο Jaques-Dalcroze χρησιμοποίησε τη λέξη «μέθοδος» (Jaques-Dalcroze 1906), η Ρυθμική Dalcroze δεν είναι «μεθοδική» με την έννοια ότι οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές ακολουθούν μια σειρά από συγκεκριμένες δραστηριότητες που έχουν κωδικοποιηθεί σε βιβλία. Παρ’ όλα αυτά, στα χέρια των ερμηνευτών της διατηρούνται ορισμένες θεμελιώδεις αρχές καθώς και μια αίσθηση ακρίβειας που δίνουν τον χαρακτήρα μεθόδου. Μια άλλη λέξη που χρησιμοποιείται συχνά είναι η «προσέγγιση», μια λέξη στην οποία αντηχεί και το όνομα του παρόντος περιοδικού. Η επιλογή στο πλαίσιο αυτό είναι εύστοχη, μιας και τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ περιγράφουν ποικίλες προσεγγίσεις για τη χρήση των αρχών της Ρυθμικής Dalcroze σε διαφορετικές ομάδες με διαφορετικές ανάγκες. Αυτή η προσαρμοστικότητα, που ενυπάρχει στη λέξη «ευρυθμία»[2] έγινε κατανοητή από τον Percy Broadbent Ingham, ο οποίος το 1913 –μαζί με τη σύζυγό του Ethel Haslam Ingham– ίδρυσε τη Σχολή της Ρυθμικής Dalcroze του Λονδίνου (London School of Dalcroze Eurhythmics). Ο Ingham, ένας από τους στενούς φίλους και διαμεσολαβητές του Jaques-Dalcroze, έγραψε στην τελευταία επιστολή προς τους μαθητές του: «Προσπαθήστε να σκεφτείτε τη Ρυθμική Dalcroze όχι τόσο ως μέθοδο όσο ως αρχή» (Ingham1930: 3).
΄Οπως κι αν αντιλαμβανόμαστε τη Ρυθμική Dalcroze, είναι γεγονός ότι σε όλη της την ιστορία η πρακτική έχει προσαρμοστεί και έχει αναδιαμορφωθεί εξυπηρετώντας διάφορους σκοπούς, και αυτή η διαδικασία προσαρμογής συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Jaques-Dalcroze μίλησε για τα πέντε δάχτυλα της Ρυθμικής: «Μουσική, κίνηση, θέατρο, τέχνες στην εκπαίδευση και θεραπεία» (Tingey 1973: 60). Αυτή η διεπιστημονικότητα απορρέει τόσο από τις ρίζες που έχει η Ρυθμική Dalcroze σε οργανισμούς όπου οι πειραματισμοί στην ολιστική παιδαγωγική και στις παραστατικές τέχνες ήταν βαθιά συνυφασμένοι –οργανισμοί όπως το Ωδείο της Γενεύης και το πρώτο σχολείο που ίδρυσε για τον σκοπό αυτό (το Bildungsanstalt Jaques-Dalcroze στο Hellerau, κοντά στη Δρέσδη)– όσο και από το προσωπικό ενδιαφέρον του Jaques-Dalcroze για την ψυχολογία και τη φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Σε αντίθεση με τον Carl Orff, ο οποίος δεν είχε φανταστεί ότι η μέθοδός του μπορεί να έχει θεραπευτική εφαρμογή (Voigt 2013: 97), για τον Jaques-Dalcroze η μέθοδός του «ήταν πάντα κάτι παραπάνω από μια εκπαίδευση μέσω και διά της μουσικής ή μια απλή προετοιμασία για καλλιτεχνική εργασία. Αντιθέτως, ως πυρήνα της είχε την ευεξία» (Habron 2014: 105).
Αρχικά γνωστή ως «les pas Jaques» («τα βήματα του Jaques»), οι όροι «Gymnastique Rythmique» (ρυθμική γυμναστική) και «la Méthode Jaques-Dalcroze» [η μέθοδος Jaques-Dalcroze] έγιναν σύντομα συνώνυμοι και χρησιμοποιήθηκαν στις δημοσιεύσεις του Jaques-Dalcroze. Νωρίτερα στην ιστορία της μεθόδου, ο John W. Harvey –που τον απασχολούσε το να διαδοθεί η μέθοδος στη Βρετανία– επινόησε τη «Ρυθμική» ως όρο που ταιριάζει καλύτερα σε μια πιο ολιστική πρακτική από εκείνη που πρότεινε η «ρυθμική γυμναστική» (Ingham 1914). Μετέπειτα ο καθηγητής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Leeds και ένας από τους πρώτους Άγγλους υποστηρικτές τού Jaques-Dalcroze, ο Harvey, δήλωσε ότι η «Ρυθμικήτού Jaques-Dalcroze» δεν ήταν «ούτε μια απλή βελτίωση του χορού, ούτε μία βελτιωμένη μέθοδος της μουσικής παιδαγωγικής, αλλά μια αρχή που πρέπει να επιδρά σε κάθε μέρος της ζωής» (Harvey 1912: 5). Αυτό το ευρύτερο όραμα της Ρυθμικής αντανακλάται μερικά χρόνια αργότερα στην άποψη του Jaques-Dalcroze για τις ικανότητες που πρέπει να έχει ένας επαγγελματίας: «Ένας αληθινός δάσκαλος θα πρέπει να είναι και ψυχολόγος, και φυσιολόγος και καλλιτέχνης» (Jaques-Dalcroze 1930: 59), μια περιγραφή που θα έχει απήχηση σε πολλούς αναγνώστες, και η οποία υπογραμμίζει την πολύπλευρη φύση της παιδαγωγικής και της θεραπείας, καθώς και τα σημεία στα οποία αυτές συνυφαίνονται.
Η έρευνα
Η ανησυχία του Jaques-Dalcroze για μια συνολική ανάπτυξη του ατόμου διαποτίζει τα γραπτά του, όπως διατυπώνει η Ana Navarro Wagner στο παρόν ειδικό τεύχος η οποία υποστηρίζει ότι, ενώ το επάγγελμά του ήταν η μουσική, «η ενασχόλησή του ήταν το ανθρώπινο ον». Δηλαδή, παρ’ όλο που οι πειραματισμοί του Jaques-Dalcroze στην παιδαγωγική ξεκίνησαν με την επίλυση προβλημάτων όπως είναι η εκφραστικότητα, η τήρηση του ρυθμού και ο τρόπος που οι μαθητές χρησιμοποιούσαν τα σώματά τους κατά τη μουσική εκτέλεση, η σκέψη και η πρακτική του εξελίχθηκαν ώστε να περιλαμβάνουν μια ευρύτερη κατανόηση του ρόλου της μουσικής στην ανθρώπινη και κοινωνική ανάπτυξη. Με τον τρόπο αυτό και μέσα από τη δική του εμπειρική προσέγγιση της διδασκαλίας και της μάθησης, προσδοκούσε από τις επόμενες γενιές κάποιες σημαντικές θεωρίες στην εθνομουσικολογία, τη μουσική ψυχολογία, τη μουσικοθεραπεία και τη μουσική παιδαγωγική, όπως είναι η θεωρία της μουσικοτροπίας [musicking] (Small 1998)[3] και η έννοια της επικοινωνιακής μουσικότητας [communicative musicality] (Malloch & Trevarthen 2009). Πρόσφατα, η Ρυθμική Dalcroze κινήθηκε θεωρητικά προς τις έννοιες αυτές (Habron 2014) και το άρθρο της Navarro Wagner αναπτύσσει αυτή τη γραμμή σκέψης σε σχέση με την ευημερία των παιδιών και των νέων στο πλαίσιο της Ρυθμικής Dalcroze.
Μια διαφορετική προοπτική έχει διερευνηθεί σε σχέση με τη Νευρολογική Μουσικοθεραπεία από τον Eckart Altenmüller και τον Daniel Scholz, οι οποίοι περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους οι ανακαλύψεις του Jaques-Dalcroze σχετικά με την αισθητικοκινητική ένταξη προεικονίζουν σύγχρονες θεωρίες στη νευρολογία καθώς και την τρέχουσα πρακτική στην αποκατάσταση νευρολογικών παθήσεων χρησιμοποιώντας τη μουσική και την κίνηση. Με πολλούς τρόπους, οι νευρολογικές βάσεις της Ρυθμικής είχαν κρυφτεί από την κοινή θέα για πολλά χρόνια, αλλάγνωρίζουμε ότι ο Jaques-Dalcroze ήταν σε διαρκή επικοινωνία με γιατρούς και ψυχολόγους, όπως ο Édouard Claparède, και επηρεάστηκε από αυτούς ως προς τη χρήση ιατρικής ορολογίας και την κατανόηση της σχέσης σώματος-νου.[4] Χρειάστηκαν 110 χρόνια για να ανακτηθεί το ενδιαφέρον από εκεί που το άφησε ο Claparède το 1906 όταν έγραψε στον Jaques-Dalcroze:
«έστω και με διαδρομές εντελώς διαφορετικές από εκείνες της ψυχολογίας που εστιάζει στη φυσιολογία, έχεις φτάσει στην ίδια αντίληψη της ψυχολογικής σημασίας της κίνησης ως υποστήριξης των νοητικών και συναισθηματικών φαινομένων» (Bachmann 1991: 17).
Η Sanna Kivijärvi, η Katja Sutela και η Riikka Ahokas παρέχουν μια εννοιολογική μελέτη του ρόλου της ενσωμάτωσης στη μουσική και την εκπαίδευση που βασίζεται στην κίνηση για παιδιά και νέους με σωματικές ή διανοητικές αναπηρίες. Με τον τρόπο αυτό, χρησιμοποιούν τη Ρυθμική Dalcroze ως παράδειγμα πρακτικής. Αυτό ανοίγει μια περιοχή φιλοσοφικής αναζήτησης που είναι νέα στις Σπουδές Dalcroze και ώριμη για περαιτέρω εξερεύνηση, ιδίως γύρω από αξιακές έννοιες που αφορούν «το ανάπηρο σώμα» και το πώς κατανοούμε τη φύση της ενσωματωμένης νόησηςγια τους ανθρώπους με αναπηρίες.
Οι υπόλοιπες μελέτες σε αυτό το τεύχος είναι εμπειρικές και στηρίζονται σε ποιοτικά και/ή ποσοτικά δεδομένα. Ο χώρος δεν επιτρέπει λεπτομερείς εισαγωγές και τα άρθρα θα μιλήσουν από μόνα τους. Αξιοσημείωτη είναι η συνεχής αναπροσαρμογή της Ρυθμικής ώστε να περιλαμβάνει ομάδες από κάθε ηλικιακό φάσμα και να εφαρμόζεται σε μια σειρά από διαφορετικά πλαίσια: εκπαιδευτικά, ιατρικά και εντός της κοινότητας. Αυτά τα ερευνητικά άρθρα προσφέρουν λεπτομέρειες σχετικά με τις δραστηριότητες που σχεδιαζονται για τις εν λόγω ηλικιακές ομάδες και είτε παρέχουν αδιάσειστες αποδείξεις για τη χρήση της Ρυθμική Dalcroze στη μουσικοθεραπεία και την ειδική μουσική παιδαγωγική είτε προετοιμάζουν το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να βασιστούν περαιτέρω μελέτες.
Οι φωνές της εμπειρίας
Εκτός από τα ερευνητικά άρθρα, αυτό το ειδικό τεύχος περιλαμβάνει συνεντεύξεις με δύο γηραιότερες επαγγελματίες της Ρυθμικής, τη Marie-Laure Bachmann και την Eleonore Witoszynskyj. Και οι δύο εργάστηκαν στον τομέα της ειδικής μουσικής παιδαγωγικής και μαθήτευσαν κοντά σε σημαντικές προσωπικότητες στην ιστορία της μουσικοθεραπείας: την Claire-Lise Dutoitκαι τη MimiScheiblauer αντίστοιχα. Η Bachmann και η Witoszynskyj εκτός από την πρακτική τους στη Ρυθμική έκαναν κι άλλες σπουδές επιδεικνύοντας πώς η πρακτική τους σοφία έχει αναπτυχθεί παράλληλα με μια δέσμευση απέναντι στη διά βίου μάθηση. Μαζί ενσαρκώνουν τις διαφορετικές παραδόσεις πρακτικής της Ρυθμικής που αναδύθηκαν από τον Jaques-Dalcroze και τον Hellerau και που παρακινήθηκαν ακούσια από τη «διασπορά Dalcroze» η οποία προκλήθηκε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και το κλείσιμο της Σχολής Jaques-Dalcroze (Bildungsanstalt Jaques-Dalcroze). Σε γενικές γραμμές, μία από αυτές τις παραδόσεις έγινε η Ρυθμική Dalcroze (Bachmann) και η άλλη, στις γερμανόφωνες χώρες, έγινε η Rhythmik (Witoszynskyj).[5] Στις συνεντεύξεις, οι δύο γυναίκες μοιράζονται τις απόψεις τους για αυτές τις καταβολές καθώς και τις πολύχρωμες και λεπτομερείς αναμνήσεις τους από τους εκπαιδευτικούς και τους μέντορές τους.
Κατά τη διάρκεια αυτών των συνεντεύξεων υπήρξαν φορές που οι λέξεις σαφώς δεν επαρκούσαν και η Bachmann και η Witoszynskyj χρειάστηκε να κινηθούν ή να τραγουδήσουν ή αλλιώς να δείξουν τι εννοούσαν. Αυτές οι στιγμές αναφέρονται στα κείμενα και χρησιμεύουν ως υπενθύμισεις για το ότι όσο γραπτό υλικό κι αν προκύπτει για τηνεπιδίωξη της γνώσης, η τεχνογνωσία των εκπαιδευτικών και των θεραπευτών σε μεγάλο βαθμό μεταφέρεται και κληροδοτείται (ή όχι) μέσω μιας παιδαγωγικής διαδικασίας. Η Bachmann και η Witoszynskyj είναι, όπως όλοι μας, ζωντανά αρχεία που στεγάζουν πολύτιμες αποθήκες μνήμης τόσο της δράσης όσο και των γεγονότων στα οποία μπορούμε να έχουμε πρόσβαση μέσα από προφορικές ιστορίες όπως αυτές. Το βιβλίο της Kessler-Κακουλίδη για την AmélieHoellering (1920-1995), του οποίου την κριτικήκάνει εδώ o Ludger Kowal-Summek, είναι μια ακόμα ευπρόσδεκτη προσθήκη στην κατασκευή της ιστορίας του θεραπευτικού έργου που είναι εμπνευσμένο από τον Dalcroze. Στο σύνολό τους όλες αυτές οι ιστορίες δείχνουν μια παράλληλη ιστορία της μουσικοθεραπείας, η οποία μόλις τώρα αρχίζει να διερευνάται, μαζί με αυτή των πιο γνωστών προσωπικοτήτων όπως είναι ο Altshuler, η Alvin, ο Gaston, ο Nordoff, η Priestley και ο Robbins.
Σπουδές Dalcroze και ανοικτή πρόσβαση
Το ραγδαία αναπτυσσόμενο πεδίο των Σπουδών Dalcroze είναι διεπιστημονικό, όπως αποδεικνύεται από το ευρύ φάσμα μελετητών, καλλιτεχνών και άλλων επαγγελματιών που παρουσιάζουν το έργο τους στο Διεθνές Συνέδριο των Σπουδών Dalcroze (International Conference of Dalcroze Studies, www.dalcroze-studies.com), το οποίο πραγματο-ποιείται τώρα για τρίτη φορά.[6] Αυτό το ειδικό τεύχος αποτελεί μέρος αυτής της ανάπτυξης και, κατά παρόμοιο τρόπο, προκύπτει από ένα ευρύ φάσμα δραστηριότητας ανά τον κόσμο και από όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής εμπειρίας: από διδακτορικούς φοιτητές μέχρι επιφανείς νευροεπιστήμονες, κι από τους φοιτητές που εφαρμόζουν τις αρχές του Dalcroze μέχρι τους εξαιρετικά έμπειρους επαγγελματίες. Ένα τόσο εκτεταμένο έργο, που εξασκείται μέσα από την πρακτική και την έρευνα τόσων ανθρώπων, είναι μια ένδειξη της υγείας των Σπουδών Dalcroze και της Ρυθμικής Dalcroze ως ζωντανής πρακτικής. Αυτό το ειδικό τεύχος υπογραμμίζει επίσης τη δύναμη της συνεργασίας μεταξύ των επαγγελματιών και των ειδικών από διαφορετικούς τομείς, μέσα από μελέτες που παρέχουν ιδέες που θα μπορούσαν να προκύψουν μόνο από τη διεπιστημονική έρευνα.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί και να τονιστεί το γεγονός ότι το Approaches είναι ένα διαδικτυακό περιοδικό ανοικτής πρόσβασης. Πολλοί από αυτούς που ασκούν διάφορες πρακτικές Dalcroze ή τη Ρυθμική [Rhythmics] δεν ανήκουν σε ακαδημαϊκά ιδρύματα με πρόσβαση σε άρθρα επιστημονικών περιοδικών μέσω βάσεων δεδομένων που προαπαιτούν κωδικό πρόσβασης. Με αυτή την έννοια, το Approaches είναι ένα δώρο. Στο ίδιο πνεύμα προσφέρουμε και αυτό το ειδικό τεύχος ελπίζοντας ότι θα είναι χρήσιμο και διαφωτιστικό και ότι θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης όχι μόνο για τους επαγγελματίες και τους επιστήμονες των πρακτικών Dalcroze αλλά και για τους μουσικοθεραπευτές, τους μουσικούς της κοινότητας και τους μουσικο-παιδαγωγούς που εξερευνούν τις ατελείωτες πηγές του πλέγματος μουσικής και κίνησης στην προσπάθειά τους να επιφέρουν θετικές αλλαγές στις ζωές των ατόμων, των τοπικών κοινοτήτων τους και της ευρύτερης κοινωνίας.
Ευχαριστίες
Τις ευχαριστίες μου προς τη Δρα Selma Landen Odom (επίτιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου York στο Τορόντο) και τη Δρα Liesl Van der Merwe (ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του North-West στο Potchefstroom) για την ανάγνωση και το σχολιασμό που έκαναν σε ένα προσχέδιο αυτού του άρθρου.
Βιβλιογραφία
Bachmann, M-L. (1991). Dalcroze Today. Oxford: Oxford University Press.
Habron, J. (2014). ‘Through music and into music’ – through music and into wellbeing: Dalcroze Eurhythmics as music therapy. TD: The Journal for Transdisciplinary Research in Southern Africa, Special Edition 10(2), 90-110.
Harvey, J. W. et al. (1912). The Eurhythmics of Jaques-Dalcroze. London: Constable.
Ingham, P.B. (1914). ‘The Word ‘Eurhythmics’’.The School Music Review (March 1 1914) 22 (262), 215.
Ingham, P.B. (1930). Mr Ingham’s last letter.Journal of the Dalcroze Society, November 1930, 3.
Jaques-Dalcroze, E. (1906). Gymnastique rythmique (Rhythmic gymnastics), Vol. 1 of Méthode Jaques-Dalcroze: pour le développement de l’instinct rythmique, du sens auditif et du sentiment tonal [Jaques-Dalcroze Method: For the Development of the Rhythmic Instinct, Auditory Sense and Tonal Feeling]. Neuchâtel: Sandoz, Jobin.
Jaques-Dalcroze, E. (1921/1967).Rhythm, Music and Education (Revised edition, translated by H. Rubinstein). London: The Dalcroze Society Inc.
Jaques-Dalcroze, E. (1930). Eurhythmics, Art and Education, (Edited by C. Cox, translated by F. Rothwell). London: Chatto & Windus.
Kressig, R. W., Allali, G., & Beauchet, O. (2005). Long-term practice of Jaques-Dalcroze Eurhythmics prevents age-related increase of gait variability under a dual task. Journal of the American Geriatrics Society, 53(4), 728-729.
Malloch, S., & Trevarthen, C. (Eds.). (2009). Communicative Musicality: Exploring the Basis of Human Companionship. Oxford: Oxford University Press.
Small, C. (1998).Musicking: The Meanings of Performing and Listening. Middletown, CT: Wesleyan University Press.
Small, C. (2010). Μουσικοτροπώντας: Τα Νοήµατα της Μουσικής Πράξης (µτφρ. ∆. Παπασταύρου & Σ. Λούστας). Αθήνα: Ιανός.
Tingey, N. (Ed.). (1973). Emile Jaques-Dalcroze: A Record of the London School of Dalcroze Eurhythmics and its Graduates at Home and Overseas 1913-1973. London: Dalcroze Teachers Union.
Trombetti, A., Hars, M., Herrmann, F. R., Kressig, R. W., Ferrari, S., & Rizzoli, R. (2011). Effect of music-based multitask training on gait, balance, and fall risk in elderly people. Archives of Internal Medicine, 171(60), 525-533. Retrieved from http://www.sbms.unibe.ch/meeting_11/Trombetti2011.pdf
Τσίρης, Γ., & Παπασταύρου, ∆. (2011). Μουσικοτροπώντας: Η µουσική πράξη ως υγεία και θεραπεία µέσα από µια διεπιστηµονική προοπτική. Approaches: Μουσικοθεραπεία & Ειδική Μουσική Παιδαγωγική, 3(2), 91-107. Ανακτήθηκε από το https://approaches.gr/wp-content/uploads/2015/09/Approaches_322011_Tsiris-Papastavrou_Article.pdf
Van Deventer, A. (1981). Annie van Deventer: The Hague. In H. Van Maanen (Ed.), La Rythmique Jaques-Dalcroze: Yesterday and Today (pp. 24-28). Geneva: FIER.
Voigt, M. (2013). Orff Music Therapy: History, principles and further development. Approaches:
Flow as a mechanism of change in music therapy: Applications to clinical practice
Λόγω των δημιουργικών και σκόπιμων εφαρμογών της μουσικής εντός ενός θεραπευτικού πλαισίου, οι μουσικοθεραπευτές ίσως βρίσκονται σε μοναδική θέση σχετικά με την προώθηση εμπειριών που βασίζονται στη ροή [flow] για τους ανθρώπους που έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες τους – οι οποίοι αναφέρονται εδώ ως «χρήστες». Η ροή, καθώς συνδέεται με πολλούς θετικούς παράγοντες, μπορεί να είναι ιδανική για την ενθάρρυνση και την ενίσχυση μαθησιακών και θεραπευτικών αλληλεπιδράσεων κατά τη διάρκεια της μουσικοθεραπείας. Στόχος αυτού του άρθρου είναι να περιγράψει τη ροή, να προσφέρει ένα πλαίσιο για την κατανόηση της ροής στην μουσικοθεραπευτική κλινική πρακτική και ως έναν πιθανό μηχανισμό αλλαγής ο οποίος θα μπορούσε να εξηγήσει τα αποτελέσματα που παρατηρούνται στην έρευνα με τους χρήστες. Με σκοπό την ενσωμάτωση της βιβλιογραφίας που αφορά τη ροή στη μουσικοθεραπεία, συζητούμε τη σημασία της ροής ως προς τις δεκτικές και τις ενεργητικές μουσικοθεραπευτικές παρεμβάσεις και τις εφαρμογές της ροής στην κλινική πρακτική και την έρευνα. Προτείνουμε τη ροή ως ένα αμφίδρομο κατασκεύασμα στη μουσικοθεραπεία και, βάσει του μοντέλου προσαρμογής ατόμου-δραστηριότητας [person-activity fit model], προσφέρουμε ένα διάγραμμα που ενσωματώνει την δεξιότητα του θεραπευτή με την πρόκληση της παρέμβασης σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της μουσικοθεραπευτικής εκπαίδευσης και της κλινικής πρακτικής. Επιπλέον, η ροή μπορεί να αντιπροσωπεύει μια θετικά πλαισιωμένη και λιγότερο παρεμβατική μέθοδο για τη μέτρηση των αντιλήψεων που έχουν οι χρήστες για τα θεραπευτικά αποτελέσματα. Υποστηρίζεται η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα που να αξιοποιεί όλες τις πιθανές ερευνητικές προσεγγίσεις με σκοπό την καλύτερη κατανόηση τόσο της έννοιας της ροής όσο και των συνακόλουθων θεραπευτικών επιπτώσεων.Due to the creative and purposeful applications of music in a therapeutic context, music therapists may be uniquely able to foster flow-based experiences for the people who access their services – herein “users”. As flow has been linked with a number of positive factors, it may be ideal for encouraging and enhancing learning and therapeutic encounters during music therapy. The purpose of this paper is to describe flow and provide contextualisation of flow in music therapy clinical practice and as a possible mechanism of change that might explain outcomes observed in research with users. To integrate the flow-based literature into music therapy research, we discuss flow in receptive and active music therapy interventions and applications of flow in clinical practice and research. We propose flow as a bi-directional construct in music therapy and, based upon the person-activity fit model, offer a figure integrating skill of the therapist with the challenge of the intervention in an attempt to enhance music therapy education and clinical practice. Moreover, flow may represent a positively framed and less invasive method for measuring users’ perceptions of the therapeutic outcomes. Future research utilising all paradigms is warranted to best understand this concept and resultant therapeutic implications
A tribute to Oliver Sacks (9 July 1933 – 30 August 2015)
Suggested links & Videos
Quotes by Oliver Sacks on the power of music: http://mic.com/articles/111150/11-beautiful-oliver-sacks-quotes-that-capture-the-power-of-music#.5udHkwrDj
Forever Young: 1991 Senate hearings for the Older American’s Act – Oliver Sacks Testimony: https://youtu.be/53gsB81Z6qc
Oliver Sacks’ acceptance speech at the 2006 Music Has PowerTMAwards: https://www.youtube.com/watch?v=qF4PwtU7y3I%20
Dustin Hoffman presents Music Has Power Award to Dr Sacks: https://www.youtube.com/watch?v=vtHyj3BXgM0
“Partnerships in Care: Uses of Music Therapy in Medical Settings”; video of Sacks and Tomaino at work included in the video from AMTA: https://www.youtube.com/watch?v=jVEhwmq_jF4
 
An exploratory study of flow and enjoyment in a Dalcroze Eurhythmics-based intervention for seniors in Mexico
Κατά την τελευταία δεκαετία, στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζεται μια αυξανόμενη ζήτηση για συνεδρίες Ρυθμικής Dalcroze που αφορούν ηλικιωμένους ανθρώπους. Ωστόσο, στη Λατινική Αμερική επί του παρόντος δεν υπάρχει κάποιο καθιερωμένο πρόγραμμα γι’ αυτήν την πληθυσμιακή ομάδα. Κατά τη διάρκεια τριών εβδομάδων, αξιολογήθηκε η επίδραση που είχαν έξι συνεδρίες παρέμβασης βασισμένες στη Ρυθμική Dalcroze σε μια ομάδα εννέα ατόμων (έξι γυναικών και τριών ανδρών) με μέσο όρο ηλικίας 69,8 ετών. Στις συνεδρίες χρησιμοποιήθηκαν αντιπροσωπευτικές ασκήσεις της Ρυθμικής Dalcroze με σκοπό να αξιολογηθεί η «κατάσταση της ροής» [state of flow], όπως περιγράφεται από τον Csikszentmihalyi χρησιμοποιώντας μια ισπανική έκδοση της κλίμακας SFSS, και το επίπεδο της απόλαυσης της φυσικής δραστηριότητας σύμφωνα με την κλίμακα PACES των Kendzierski και DeCarlo (σε συντετμημένη έκδοση). Το σχέδιο μίας ομάδας αξιολόγησε όλες τις μεταβλητές μετά την πρώτη συνεδρία και μετά την παρέμβαση. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από όλους τους δείκτες της κλίμακας PACES ήταν πανομοιότυπα τόσο μετά την πρώτη συνεδρία όσο και στο τέλος της παρέμβασης. Αντιθέτως, τα αποτελέσματα τριών από τις εννέα συνιστώσες της κλίμακας SFSS απέκλιναν ελαφρώς από εκείνα που προέκυψαν μετά την παρέμβαση. Τα αποτελέσματα των υπόλοιπων έξι συνιστωσών δεν απέκλιναν. Συνολικά, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι είναι απαραίτητη η επανεξέταση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας διαχείρισης κλιμάκων.In the past decade there has been an increasing demand for Dalcroze Eurhythmics sessions for seniors in Europe and the United States. However, in Latin America there is currently no established programme for this population. The effect of six sessions of a Dalcroze Eurhythmics-based intervention during three weeks was evaluated with a group of nine people (six women and three men), with a mean age of 69.8, using representative exercises of Dalcroze Eurhythmics to assess the ‘state of flow’, as described by Csikszentmihalyi using a Spanish version of the SFSS scale, and the level of enjoyment of the physical activity according to the PACES scale by Kendzierski and DeCarlo (abbreviated version). A single-group design assessed all variables following the first session and after the intervention. The results obtained from all the indicators of the PACES were identical after session 1 and at the end of the intervention. In contrast, the results of the measurement of three of the nine components of the SFSS vary slightly after session 1 compared to those post-intervention. The results of the remaining six components do not vary. Overall, the results suggest there is a need to review the effectiveness of the administration procedure of the scales
Dalcroze Eurhythmics as a psychomotor education for children with special educational needs: An interview with Marie-Laure Bachmann
Σ’ αυτή τη συνέντευξη, η Bachmann διηγείται τις εμπειρίες της παιδικής της ηλικίας και της κατάρτισής της στη Ρυθμική Dalcroze. Περιγράφει τις πανεπιστημιακές της σπουδές στη Γενεύη, συμπεριλαμβανομένων των διαλέξεων του Jean Piaget, και το πώς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη θεραπευτική χρήση της μεθόδου Dalcroze. Μεταξύ άλλων, η Bachmann μοιράζεται τις αναμνήσεις της από την εργασία της με κωφά παιδιά και τα όσα έμαθε από τη δασκάλα και μέντορά της Claire-Lise Dutoit. Η Bachmann μιλά επίσης για τις θεωρητικές και πρακτικές πτυχές της μεθόδου Dalcroze, αντλώντας αναφορές από την πολυετή εμπειρία της ως επαγγελματία και εκπαιδεύτριας δασκάλας. Τέλος, αναστοχάζεται σχετικά με τη θέση που κατέχει η πρακτική Dalcroze εντός των ευρωπαϊκών παραδόσεων της Ρυθμικής και της μουσικοθεραπείας. Αυτή η συνέντευξη θα έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για εκείνους που θέλουν να κατανοήσουν τις προσεγγίσεις Dalcroze σχετικά με τη μουσικοτροπία της υγείας στην πράξη και τη θεωρία, αλλά και για τους ιστορικούς της μουσικής παιδαγωγικής και της μουσικοθεραπείας που επιθυμούν να συνδέσουν τους επαγγελματίες της μεθόδου Dalcroze με τους επαγγελματίες του χώρου της υγείας, ειδικά στη Γενεύη κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.In this interview, Bachmann recounts experiences of her childhood and training in Dalcroze Eurhythmics. She describes her university studies in Geneva, including her lectures with Jean Piaget, and how she became interested in using the Dalcroze method therapeutically. Amongst others, Bachmann shares memories about working with deaf children and what she learnt from her teacher and mentor Claire-Lise Dutoit. Bachmann also discusses the theoretical and practical aspects of the Dalcroze method, drawing on many years’ experience as a practitioner and teacher trainer. Finally, she reflects on the place of Dalcroze practice within European traditions of Rhythmics/Eurhythmics and music therapy. This interview will be of interest not only to those wanting to understand Dalcrozian approaches to health musicking in practice and theory, but also to historians of music education and music therapy wishing to piece together the connections between Dalcroze practitioners and medical professionals, especially in Geneva during the second half of the twentieth century
The combined arts therapies team: Sharing practice development in the National Health Service in England
Η σύνθετη φύση πολλών θεραπευτικών παρεμβάσεων μέσω τεχνών υποδηλώνει έναν πλούτο στην ανάπτυξη πρακτικών καθώς και στον αριθμό των πιθανών εφαρμογών τους στον κλινικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τομέα. Σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη ευκαιρία για μελέτη της αλληλοεπικάλυψης των κοινών μοντέλων, δεξιοτήτων, τεχνικών και προσεγγίσεων στις θεραπείες μέσω τεχνών, και σε μια ενοποιημένη ομάδα θεραπειών μέσω τεχνών στην Εθνική Υπηρεσία Υγείας (NHS) έχουν προκύψει μερικά πρώτα παραδείγματα κοινών διεπιστημονικών πρακτικών. Μια σειρά παραδειγμάτων βασισμένων στην πράξη χρησιμοποιούνται για να απεικονίσουν το έργο μιας ενοποιημένης ομάδας θεραπειών μέσω τεχνών στο NHS της Αγγλίας. Περιγράφονται εξελίξεις κοινών πρακτικών συμπεριλαμβανομένων κοινών θεραπευτικών επιπέδων, κοινών παρατηρήσεων, κοινών τεχνικών και κοινού θεραπευτικού έργου. Ευελπιστώ ότι αυτές οι περιοχές κοινής ανάπτυξης εντός ενός κλινικού πλαισίου θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη πρακτικών που υποστηρίζουν βελτιωμένα αποτελέσματα για τους πελάτες.The complex nature of many arts therapies interventions indicates a richness in practice development and the number of potential applications in the clinical, social and cultural sectors. There is greater opportunity to consider the overlap of shared models, skills, techniques and approaches in the arts therapies, and in a combined arts therapies team in the National Health Service (NHS) some early examples of interdisciplinary practice sharing have emerged. A number of practice-based examples are used to illustrate the work of a combined arts therapies team in the NHS in England. Combined practice developments are described, including shared therapeutic levels, shared observations, shared techniques and shared therapeutic work. It is hoped that these areas of shared development within a clinical context will lead to practice developments that support improved outcomes for clients
Mindfulness and the Arts Therapies: Theory and Practice (Laury Rappaport, Editor)
This is a review of the book "Mindfulness and the Arts Therapies: Theory and Practice" edited by Laury Rappaport.
Title: Mindfulness and the Arts Therapies: Theory and Practice | Editor: Laury Rappaport | Year: 2014 | Publisher: Jessica Kingsley | Pages: 343 | ISBN: 978-1-84905-909-
Soundscapes of Wellbeing in Popular Music (Gavin J. Andrews, Paul Kingsbury & Robin Kearns, Eds.)
This is a review of the book "Soundscapes of Wellbeing in Popular Music" edited by Gavin J. Andrews, Paul Kingsbury and Robin Kearns.
Title: Soundscapes of Wellbeing in Popular Music | Editors: Gavin J. Andrews, Paul Kingsbury & Robin Kearns | Publication year: 2014 | Publisher: Ashgate | Pages: 320 | ISBN: 978-193744053
Mapping resilience: Analyses of measures and suggested uses in music therapy
Η ψυχική ανθεκτικότητα [resilience] –η οποία αποτελεί μια διαδικασία και μια ικανότητα προσαρμογής στις δυσμενείς συνθήκες ζωής ή στο άγχος που συσσωρεύεται– φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους μουσικοθεραπευτές. Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση της ψυχικής ανθεκτικότητας παρουσιάζονται διάφορες προκλήσεις. Ελέγξαμε μια σειρά από πηγές (n = 307) και προσδιορίσαμε επτά κλίμακες που παρέχουν ποσοτική μέτρηση του βαθμού ανθεκτικότητας: την κλίμακα ανθεκτικότητας Connor-Davidson (ConnorDavidson Resilience Scale; CD-RISC), την κλίμακα για τη μέτρηση της ανθεκτικότητας παιδιών και νέων (Child and Youth Resilience Measure; CYRM), την κλίμακα Devereux για την αξιολόγηση της νηπιακής ηλικίας (Devereux Early Childhood Assessment; DECA), την κλίμακα για την προδιάθεση στην ανθεκτικότητα (Dispositional Resilience Scale; DRS), την κλίμακα ανθεκτικότητας (Resilience Scale; RS), την κλίμακα ανθεκτικότητας για ενήλικες (Resilience Scale for Adults; RSA) και την κλίμακα ανθεκτικότητας για εφήβους (Resilience Scale for Adolescents; READ). Εξετάσαμε κάθε κλίμακα, εντοπίσαμε τις κυριότερες ψυχομετρικές ιδιότητες και καταλήξαμε σε συμπεράσματα σχετικά με τις πρακτικές χρήσεις τους στη μουσικοθεραπεία (την ανίχνευση [screening], τη σκιαγράφηση ενός προφίλ για την οργάνωση σχετικών παρεμβάσεων και τη μέτρηση των αποτελεσμάτων της θεραπείας). Οι μουσικοθεραπευτές πασχίζουν να προωθήσουν την ευημερία των πελατών τους, και τα μέσα μέτρησης της ψυχικής ανθεκτικότητας μπορούν να παρέχουν έναν τρόπο αξιολόγησης, έναν τρόπο σκιαγράφησης ενός προφίλ με στόχο την παρέμβαση ή έναν τρόπο εγκαθίδρυσης συγκεκριμένων ερευνητικών πρωτοκόλλων που εστιάζουν στις ικανότητες που βασίζονται στην αντοχή. Αυτά τα μέτρα αξιολόγησης ωστόσο μπορούν να δώσουν μόνο ένα στιγμιότυπο των συνολικών μεταβλητών που είναι σε θέση να επηρεάσουν τις ανταποκρίσεις στη θεραπεία, αφού η προσαρμογή είναι σχετική μόνο εντός των ευρέων κοινοτικών συστημάτων στα οποία ανήκει το κάθε άτομο.Resilience – which is a process and capacity for adaptation when experiencing adverse life circumstances or cumulative stress – seems to be a particularly relevant for music therapists. However, there are challenges when assessing resilience. We screened sources (N=307) and identified seven scales that provide a quantitative measure of the degree of resilience: Connor-Davidson Resilience Scale (CD-RISC), Child and Youth Resilience Measure (CYRM), Devereux Early Childhood Assessment (DECA), Dispositional Resilience Scale (DRS), Resilience Scale (RS), Resilience Scale for Adults (RSA), Resilience Scale for Adolescents (READ). We reviewed each scale, identified salient psychometric properties, and drew conclusions about practical uses in music therapy (screening, profiling for intervention, and measuring effects of treatment). Music therapists strive to promote clients’ wellbeing and resilience measurement instruments may provide a way of screening, profiling for intervention, or establishing specific research protocols that target strength-based competencies. These measures, however, may only provide a snapshot of the total variables that may affect responses to treatment since adaptation is only relevant within the broad community systems in which each individual belongs