1696 research outputs found
Sort by
Chapter 01 - Cyprus in Antiquity
The strategic location of Cyprus in the north-eastern corner of the Mediterranean Sea has always
played a significant role in its history. At the crossroads between East and West, and facing the fertile
valley of the Nile, the island in antiquity was in close proximity to the great civilizations of the Syro-
Palestinian coast, while it was also linked to areas of the Aegean and Asia, through intense interactions
and exchanges. As a consequence, Cyprus attracted the attention of several great Empires of the
antiquity such as the Assyrians, the Persians, the Macedonians and the Romans. The control of the
island – the third largest island in the Mediterranean basin after Sicily and Sardinia – was of a crucial
importance for the political, economic and strategic interests of these major Empires.
Cyprus was exalted for its important geographical position, but mainly for its legendary wealth,
already in antiquity. The Greek geographer Strabo (63BC – AD21) wrote in 23 BC:
« In fertility Cyprus is not inferior to any one of the islands, for it produces both good wine and good
oil, and also a sufficient supply of grain for its own use. And at Tamassus there are abundant mines
of copper, in which is found chalcanthite and also the rust of copper, which latter is useful for its
medicinal properties. Eratosthenes says that in ancient times the plains were thickly overgrown with
forests, and therefore were covered with woods and not cultivated; that the mines helped a little
against this, since the people would cut down the trees to burn the copper and the silver, and that the
building of the fleets further helped, since the sea was now being navigated safely, that is, with naval
forces, but that, because they could not thus prevail over the growth of the timber, they permitted
anyone who wished, or was able, to cut out the timber and to keep the land thus cleared as his own
property and exempt from taxes ».
Rich, fertile meadows, abundant fresh water, dense forests that covered the mountains of Troodos
and the Kyrenia mountain range, olives, vines, fruit and nuts, figs, almonds and pistachios, carobs,
pomegranates, palms and lotus, wild animals like moufflon, wild pig, fox, also domesticated animals
like, pigs, goats, sheep, dogs and cats composed the Cypriot environment of the ancient times.
The ancient Cypriot environment was composed by rich, fertile meadows, abundant fresh water, and
dense forests that covered the mountains of Troodos and the Kyrenia mountain range. The flora of
the island was rich with products, such as olives, vines, fruit, figs, almonds and pistachios, carobs,
pomegranates, palms and lotus. The fauna consisted of wild animals, such as the moufflon, wild pig,
and the fox, while domesticated animals included pigs goats, sheep, and cats.
Ancient Cyprus was particularly famous for its copper resources. Due to the discovery and mining of
copper ores the island became infamous for the production and trading of raw material and metal
objects. The principal copper ores are on the north and northeast slopes of the Troodos mountains.Open University of Cyprus, Ministry of Foreign Affairs (Republic of Cyprus
Chapter 07 - Post-war Cyprus, 1945-1960: social, political and economic development
This chapter aims to discuss internal developments, political, economic and social, in Cyprus from the end of the Second World War until the establishment of the Cyprus Republic in 1960. The analysis will also include the demographic reality in the island, education, and the effect of the anti-colonial movement on social structures.Open University of Cyprus, Ministry of Foreign Affairs (Republic of Cyprus
Chapter 10 - The Turkish invasion: the international community response
This chapter aims to present the response of the main international and european organizations on the Turkish invasion in Cyprus in 1974. Special reference will be made of the international community response on the consequences of the Turkish invasion, such as the issues of the missing persons, the refugees, the enclaved persons and the settlers. At the same time the chapter touches on the United States and the (then) Soviet Union response on the Turkish agression against Cyprus in 1974.Open University of Cyprus, Ministry of Foreign Affairs (Republic of Cyprus
Συσχέτιση άγχους στα εργασιακά πλαίσια με τους πέντε παράγοντες της προσωπικότητας και με την επαγγελματική ικανοποίηση στο νοσηλευτικό προσωπικό στην Ελλάδα σε στιγμές κρίσης
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα έρευνα εξέτασε το παροδικό άγχος στην εργασία σε συνδυασμό με Πέντε Παράγοντες της Προσωπικότητας και με την Επαγγελματική Ικανοποίηση σε νοσηλευτές στην Ελλάδα σε στιγμές κρίσης. Ο σκοπός της έρευνας ήταν να διαπιστώσει ποιοι τύποι προσωπικότητας είναι πιο επιρρεπείς στο άγχος και να συσχετίσει την Επαγγελματική Ικανοποίηση, τόσο με το άγχος στα εργασιακά πλαίσια, όσο και με τους Πέντε Παράγοντες της Προσωπικότητας.
Χρησιμοποιήθηκαν τρία ερωτηματολόγια, που έχουν χρησιμοποιηθεί στην Ελλάδα ξανά. Ονομαστικά, είναι το State anxiety inventory (Spielberger, 1984, Σταλίκας, Τριλίβα, και Πάτζια, 2002), το Adjective Check List (Georgas και συν, 2006) και το «Επαγγελματική Ικανοποίηση» (Νικολαίδου, 2010). Έγινε ανάλυση αξιοπιστίας, που έδειξε θετικά αποτελέσματα για το πρώτο και το τρίτο αλλά όχι για το ACL, το οποίο όπως και σε προηγούμενες έρευνες, εμφάνισε χαμηλή αξιοπιστία (Cronbach’s Alpha). Επίσης, έγινε παραγοντική ανάλυση στο ερωτηματολόγιο επαγγελματικής ικανοποίησης, που έδειξε 7 παράγοντες αντί για 8, όπως πρότειναν οι ερευνητές του.
Το δείγμα αποτέλεσαν 119 νοσηλευτές και νοσηλεύτριες από το Γενικό Νοσοκομείο Θήβας και από το Θριάσιο Νοσοκομείο Αττικής. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν πλήρως τις υποθέσεις της έρευνας. Βρέθηκε ότι, το δείγμα έχει χαμηλή Νευρωτική και Εσωστρεφή διάσταση, ενώ έχει υψηλή διάσταση Ευσυνειδησίας, Δεκτικότητας, και Προσήνειας. Έχει χαμηλά επίπεδα άγχους, και μόνο το 23% έχει υψηλά επίπεδα παροδικού άγχους. Γενικά, οι συμμετέχοντες φάνηκαν να έχουν μεσαία εργασιακή ικανοποίηση. Επίσης, αντλούν εργασιακή ικανοποίηση από τους συναδέλφους και τους προϊστάμενους, είναι όμως αρκετά δυσαρεστημένοι από την αμοιβή τους.
Οι παλινδρομήσεις έδειξαν, ότι η επαγγελματική ικανοποίηση μπορεί να προβλεφθεί επιτυχώς από τους 5π, όσο και από το παροδικό άγχος, όπως επίσης, το παροδικό άγχος από τους 5π και τις επαγγελματικές/εργασιακές ικανοποιήσεις. Τα Τ-test έδειξαν, ότι οι νοσηλευτές που ήταν δικιά τους επιλογή η τωρινή θέση εργασίας, είχαν στατιστικά σημαντικά καλύτερα επίπεδα εργασιακής ικανοποίησης, από τους νοσηλευτές που δεν είχαν επιλέξει τη θέση αυτή.The present project researched State anxiety in workplace, big five factors of personality, and job satisfaction in Greek nurses in moments of economic crisis. The aim was to find which personality is more prone to state anxiety and to correlate job satisfaction with anxiety in workplace as well with types of personality.
Three questionnaires were used that have been used again in Greek projects. They were State anxiety inventory (Spielberger, 1984 - Σταλίκας, Τριλίβα, and Πάτζια, 2002), Adjective Check List (Georgas συν, 2006) and «Job satisfaction» (Νικολαίδου, 2010). The reliability analysis showed positive results for the former and the latter questionnaire but not for the ACL. ACL had low reliability almost in all factors. However, all factors of ACL participated to statistical analysis with caution. Moreover, a factor analysis run for the job satisfaction questionnaire which showed 7 factors instead of 8 as it was proposed by the original paper.
The sample was 119 nurses from Greek hospitals in Chalkida and Salamina. The results confirmed the stated hypothesis. It was found that Greek nurses had low Neuroticism and Introverted dimensions but high dimensions on Conscientiousness, Openness to new experiences, and Agreeableness. Also, they had low levels of anxiety, only 23% of nurses had high levels of State anxiety. Generally, they were neither satisfied nor dissatisfied from their job, but they were well satisfied by their Colleagues and Staff managers but they were not satisfied by their incomes.
Regression showed that job satisfaction can be predicted successfully by 5f and State anxiety as well State anxiety by 5f and job satisfaction. T-test comparisons showed that nurses that were working in a job position of their choice they had statistically significant higher levels of job satisfaction than nurses that were working in a job position that was not of their choice
Μελέτη παραγόντων για την υιοθέτηση των διαδραστικών κοινωνικών μέσων/Δικτύων στην εκπαιδευτική διαδικασία
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής είναι να εξεταστούν οι παράγοντες που
προάγουν την υιοθέτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) ως μια νέα
τεχνολογική και οργανωσιακή υποδομή προκειμένου να ενταχθεί αποτελεσματικά στην
εκπαιδευτική διαδικασία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Έμφαση δόθηκε σε ένα
συγκεκριμένο μέσο, στην προκειμένη περίπτωση το Facebook, και στην υιοθέτησή του
στην εκπαιδευτική διαδικασία των Τριτοβάθμιων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
Το βασικό ερευνητικό ερώτημα είναι το εξής: Ποια είναι τα εμπόδια και ποιοι οι ενισχυτικοί
παράγοντες που σχετίζονται με την υιοθέτηση ενός κοινωνικού μέσου στην εκπαιδευτική
διαδικασία;
Αρχικά, γίνεται μια γενική παρουσίαση των πιο γνωστών κοινωνικών μέσων. Ακολούθως,
παρουσιάζεται η μελέτη των παραγόντων (θετικών και αρνητικών) που επηρεάζουν την
υιοθέτηση ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης στην εκπαιδευτική διαδικασία. Έπειτα,
επιλέγεται το Facebook, μετά από μια σύγκριση με τα υπόλοιπα μέσα κοινωνικής
δικτύωσης, ως το πιο κατάλληλο μέσο για να μελετηθεί ως προς την υιοθέτησή του στην
εκπαιδευτική διαδικασία. Εν συνεχεία, αναλύονται οι στρατηγικές εκείνες οι οποίες θα
μπορούσαν να καταστήσουν τη χρήση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης που επιλέχθηκε,
τη βέλτιστη δυνατή, στο πλαίσιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι στρατηγικές που
επιλέχθηκαν με βάση τη βιβλιογραφική έρευνα που προηγήθηκε, τέθηκαν προς αξιολόγηση
από καθηγητές διάφορων Τριτοβάθμιων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, με τη μορφή
ερωτήσεων. Οι σχετικές ερωτήσεις απαρτίζουν το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε
ως εργαλείο για τη συγκέντρωση των δεδομένων της έρευνας. Η στατιστική μέθοδος που
επιλέχθηκε για την ανάλυση και την αξιολόγηση των δεδομένων είναι η ποσοτική ανάλυση.
Εν συνεχεία αναλύονται τα αποτελέσματα του ερωτηματολογίου, με σαφή και απτό τρόπο
και συντίθεται συγκεντρωτικοί πίνακες αποτελεσμάτων. Τελικά παρουσιάζονται ποιες
στρατηγικές αναδεικνύουν τους ενισχυτικούς παράγοντες και ποιες εξαλείφονται τα
εμπόδια ώστε το Facebook να υιοθετηθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία των Τριτοβάθμιων
Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ενώ παράλληλα προτείνονται θέματα για μελλοντική έρευνα.The aim of the present MSc Thesis is to examine the factors that promote the adoption of social media
as a new technological and organizational infrastructure to be integrated effectively in the educational
process. Emphasis will be given to a particular social media, namely, Facebook, and to its adaptation
to the educational process in the context of higher education.
The basic research question to be answered is: What are the obstacles on the one hand, and
the contributory factors on the other, that are relevant to the adoption of a social media in
the educational process?
Initially, there is an overview of the most well‐known social media. Afterwards, the study of
the factors (both positive and negative) that affect the adoption of a social networking tool
in the educational procedure is presented. Then, after a comparison with other social
media, Facebook is selected as the most suitable means for study, regarding its
implementation in the educational process. Next, the strategies, which could make the
selected social media optimal in the context of higher education, are analyzed. The
strategies selected on the basis of the bibliographical research that preceded it, were set for
evaluation by teachers of various higher education institutions, in the form of questions.
The relevant questions constitute the questionnaire used as the tool for gathering research
data. The statistical method chosen for the analysis and evaluation of data is quantitative
analysis. Then, the results of the questionnaire are analyzed in a clear and tangible way, and
aggregate tables with results are composed. Finally, what follows is a presentation of the
strategies highlighting the reinforcing agents and the strategies eliminating the obstacles,
so that Facebook can be adopted in the educational process of higher education institutes,
whereas simultaneously, topics for further research are suggested
Ψηφιακός φάκελος εργασιών (ePortfolio Assessment)
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα διπλωματική εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Ειδίκευση στα Πληροφοριακά Συστήματα» του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, υπό την επίβλεψη του καθηγητή κ. Αθανάσιου Χατζηλάκου.
Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε ο Ψηφιακός Φάκελος Εργασιών (ePortfolio Assessment) και συγκεκριμένα ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός πληροφοριακού συστήματος που θα παρέχει τη δυνατότητα στον/στη μαθητή/τρια, αφού καταχωρήσει τα προσωπικά του στοιχεία και εγκριθεί, να οργανώνει ψηφιακά τα αντικείμενα των διαφόρων εργασιών του, με τα οποία θα επιδεικνύει τα επιτεύγματά και τους στόχους του/της. Ο/η μαθητής/τριας θα μπορεί να σχολιάζει την πορεία εκμάθησής του/της. Επίσης, το σύστημα θα παρέχει τη δυνατότητα στον/στην εκπαιδευτικό, αφού καταχωρήσει τα προσωπικά του/της στοιχεία και εγκριθούν, να έχει πρόσβαση για επισκόπηση του eportfolio του/της μαθητή/τριας και να μπορεί να προσθέτει σχόλια στα διάφορα αντικείμενα.
Αφορμή για την παρούσα έρευνα στάθηκαν οι αναφορές στο νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα της Κύπρου για το Γλωσσικό μάθημα όσον αφορά την αξιολόγηση του μαθητή/τριας, που ως μέσο αξιολόγησης προτείνεται η χρήση του Φακέλου Εργασιών.------
Σχεδιασμός και ανάπτυξη συστήματος Conditional Access σε συστήματα IPTV
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Το περιβάλλον IPTV παρουσιάζει ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον από μια συμβατική
τηλεόραση. Βασική προϋπόθεσή είναι η ύπαρξη μιας persistant σύνδεσης μεταξύ του τελικού
χρήστη και του παραγωγού των υπηρεσιών. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί πολλές νέες
δυνατότητες για αυτό που μέχρι σήμερα ονομάζουμε τηλεόραση. Παράλληλα πρέπει να
εξασφαλιστούν και κάποια βασικά θέματα όπως η χρήση του περιεχομένου των υπηρεσιών να
παραμένει στα όρια που έχουν οριστεί από τον παραγωγό δηλαδή ασφάλεια από κλοπή και
πειρατεία, η προστασία της ιδιωτικότητας κάθε τελικού χρήστη, όπως επίσης το δίκτυο μέσω
του οποίου θα γίνεται η μετάδοση των υπηρεσιών θα πρέπει να είναι ασφαλές και να μην μπορεί
να δεχθεί κακόβουλες επιθέσεις πχ DoS.
Σκοπός της διατριβής είναι να σχεδιαστεί και να αναπτυχθεί μηχανισμός ασφαλείας για
υπηρεσίες IPTV και να συγκριθούν οι διάφοροι τρόποι κρυπτογράφησης για να εξαχθούν
συμπεράσματα για τον τρόπο και το είδος της κρυπτογράφησης που απαιτείται.
H Κλιμακωτή Κωδικοποίηση Video (Scalable video coding) σκοπό έχει την κωδικοποίηση μιας
υψηλής ποιότητας ροής video (video bitstream) με τέτοιον τρόπο ώστε να περιέχει ένα ή
περισσότερα υποσύνολα ροών (επίπεδα ή layers), τα οποία να μπορούν να αποκωδικοποιηθούν
αυτόνομα, με πολυπλοκότητα και ποιότητα ανακατασκευής παρόμοιες με αυτές που θα
προέκυπταν εάν το κάθε υποσύνολο κωδικοποιούταν ξεχωριστά από τον αντίστοιχο μη
κλιμακωτό κωδικοποιητή (encoder- decoder). Το πρότυπο κωδικοποίησης H.264 θεωρείται σαν
το πιο ενδεδειγμένο και πλέον το πιο σύγχρονο για διαδικασίες streaming αφού παρέχει
εξαιρετικά αποτελέσματα συμπίεσης και ποιότητας.
Ένα σύστημα CAS (Conditional Access System) μπορεί να εγκατασταθεί αμέσως μετά τον
streamer και με την χρήση μεθόδων κρυπτογράφησης ιδιαίτερα διαδεδομένων όπως αυτός των
AES, DES, 3DES μπορεί να δώσει τα απαιτούμενα αποτελέσματα ασφαλείας χωρίς να δημιουργεί
μεγάλο overhead φορτίο κατά την μετάδοση των υπηρεσιών IPTV. Η δημιουργία ενός εξομοιωτή
μιας τέτοιας διαδικασίας ήταν απαραίτητη για την διερεύνηση της βιωσιμότητας του
συστήματος CAS που προτείνεται. Οι μετρήσεις στην ολική καθυστέρηση που δημιουργείται
έδειξαν ότι ένα τέτοιο σύστημα είναι ικανό να λειτουργήσει αξιόπιστα.The IPTV environment presents a completely different environment than a conventional TV. Basic
condition is a persistent connection between the client and the service provider. This creates new
possibilities for what we call TV, today. Furthermore, some basic issues have to be resolved like
the service security that must be according to provider needs, protection from theft, piracy as well
as the client’s privacy. Finally, it is important the network the IPTV is broadcasting must stay
secure and protected from any attacks like DoS.
The purpose of this thesis is to design and develop a security mechanism for IPTV service and to
compare the different cryptography ways in order to come to conclusions regarding the
development of a CAS system.
The Scalable Video Coding (SVC) is a way coding a high quality bitstream video in a way that
contains subsets of video streaming in layers that can be decoded separately in complexity and
quality similar to a conventional way. The H.264 coding is considered appropriate and modern
tool for video encoding since it offers exceptional results in quality and video compression.
Α CAS can be installed after the streamer and with popular cryptography methods like AES, DES,
DES3 can give the nesecery security results without high overhead load during the IPTV
broadcasting. The creation of a simulator of a CAS is needed to explore the viability of the
proposed system. The final results on the total video delay show that this CAS system can work
with high reliability
Οικονομική διαχείριση στο δημοτικό σχολείο του μέλλοντος στην Κύπρο: Αποκέντρωση, προβλήματα και μέτρα στήριξης
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η εργασία αυτή μελετά σε βάθος την αυτόνομη οικονομική διαχείριση (ΑΟΔ), αφορμώμενη από την παραδοχή ότι η σχολική αυτονομία αποτελεί μια κυρίαρχη τάση διεθνώς, σε μια προσπάθεια των εκπαιδευτικών συστημάτων να ανταποκριθούν καλύτερα στις ραγδαίες αλλαγές που επισυμβαίνουν στην ευρύτερη κοινωνία. Απώτερο σκοπό της έρευνας αποτελεί η αναγνώριση της πιο επιθυμητής εκδοχής της ΑΟΔ για τα σχολεία της Κύπρου και η διευκόλυνση της εφαρμογής αυτής της εκδοχής. Όπως αποκαλύπτεται από τη σχετική βιβλιογραφία, η συγκεκριμένη παράμετρος της σχολικής αυτονομίας αποτελεί μεν απαραίτητη αλλά όχι και επαρκή συνθήκη για την αποτελεσματική λειτουργία των αυτόνομων σχολείων. Ο λόγος για αυτό έγκειται στο ότι μια σειρά από προβλήματα, τα οποία συνδέονται με την ΑΟΔ, συχνά αποτελούν τροχοπέδη στην επιτυχημένη εφαρμογή της. Ως αποτέλεσμα, οι υπεύθυνοι για την εκπαιδευτική πολιτική καταπιάνονται με τη συνεχή αναζήτηση των κατάλληλων εκείνων μέτρων που μπορούν να αντιμετωπίσουν τα εν λόγω προβλήματα και να στηρίξουν το έργο του σχολείου.
Θεωρώντας ως δεδομένο ότι το κυπριακό σχολείο θα καταστεί πιο αυτόνομο σε μερικά χρόνια από σήμερα, η έρευνα αρχικά προχωρεί στην πρόγνωση των αποφάσεων οικονομικής φύσης που θα διαχειρίζεται το σχολείο του μέλλοντος, στην αναγνώριση των προβλημάτων που ενδέχεται να παρουσιαστούν καθώς και στην αναζήτηση των ενδεδειγμένων μέτρων στήριξης. Τα ενδεχόμενα που αφορούν στο μέλλον αξιολογούνται τόσο ως προς το βαθμό πιθανότητας όσο και ως προς το βαθμό επιθυμίας πραγματοποίησης που αυτά συγκεντρώνουν, επιτυγχάνοντας τον εντοπισμό εκείνων των περιπτώσεων όπου καταγράφεται απόκλιση μεταξύ πιθανού και επιθυμητού μέλλοντος. Στη συνέχεια, αναζητούνται οι λόγοι που φαίνεται να προκαλούν τη συγκεκριμένη απόκλιση καθώς και οι τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να καταστεί πιο πιθανή η σύγκλιση μεταξύ ευκταίου και εφικτού.
Χαρακτηριστικό της έρευνας είναι ότι συλλέγει και αξιοποιεί τις απόψεις εξεχόντων μελών της κυπριακής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, διάφοροι εκπρόσωποι της εκπαιδευτικής, επιχειρηματικής, ακαδημαϊκής και κοινωνικής ελίτ του τόπου παραθέτουν τις απόψεις τους, οι οποίες συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται με τη χρήση της μεθόδου Delphi, επιτυγχάνοντας τη συλλογή του αποστάγματος της συνολικής σοφίας και εμπειρογνωμοσύνης των συμμετεχόντων. Η ποιότητα των ειδικών, οι οποίοι συντελούν στην ολοκλήρωση της έρευνας, αποτελεί εγγύηση για τη συνολική ποιότητα των ερευνητικών ευρημάτων καθώς και των συμπερασμάτων που εξάγονται από αυτά. Βέβαια, την ίδια στιγμή δεν παραγνωρίζονται οι ενέργειες στις οποίες οφείλει να προβαίνει ο ερευνητής για την, όσο το δυνατό μεγαλύτερη, διασφάλιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών μιας έρευνας: της εγκυρότητας, της αξιοπιστίας και της γενικευσιμότητας.
Σε ότι αφορά στην ερευνητική διαδικασία, διενεργήθηκαν τέσσερις γύροι συλλογής δεδομένων. Με τις αρχικές ατομικές συνεντεύξεις επιχειρήθηκε η ιχνηλάτηση του μέλλοντος και η καταγραφή όλων των ενδεχομένων που είναι δυνατό να αφορούν στην λειτουργία του σχολείου, μέχρι το έτος 2025. Στη συνέχεια, μέσω των δύο ερωτηματολογίων, τα ενδεχόμενα αυτά αξιολογήθηκαν και κατατάχθηκαν ως προς το βαθμό επιθυμίας και ως προς το βαθμό πιθανότητας πραγματοποίησής τους. Τέλος, με τις τελικές συνεντεύξεις, τα αρχικά ευρήματα αξιοποιήθηκαν περαιτέρω, με στόχο τον εντοπισμό των αιτιών που φαίνονται να αποτρέπουν την πραγματοποίηση κάποιων πολύ επιθυμητών ενδεχομένων και την εξεύρεση τρόπων με τους οποίους τα ενδεχόμενα αυτά μπορούν να καταστούν πιο πιθανά. Η ανάλυση των ερευνητικών δεδομένων ήταν τόσο συντρέχουσα όσο και τελική, με τα δεδομένα κάθε γύρου συλλογής δεδομένων να αναλύονται αξιοποιώντας τις κατάλληλες ποιοτικές ή ποσοτικές προσεγγίσεις.
Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι οι συμμετέχοντες ειδικοί επιθυμούν αποκέντρωση της διαχείρισης αρκετών αποφάσεων οικονομικής φύσης, από το κεντρικό στο τοπικό επίπεδο. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν κυρίως (α) στη διεκπεραίωση της καθημερινής διοίκησης και λειτουργίας του σχολείου καθώς και (β) στην ανάπτυξη του προσωπικού και των μαθητών του σχολείου. Συμπληρωματικά, παρουσιάζεται να επιζητείται επίσης κάποια αυτονομία (γ) σε συγκεκριμένες αποφάσεις που αφορούν στην εξεύρεση πρόσθετων πόρων, έτσι που να στηρίζονται οι ενέργειες του σχολείου στους δύο προαναφερθέντες κύριους τομείς. Εξετάζοντας τις αποφάσεις αυτές διαφαίνεται ότι στην περιοχή της ανάπτυξης του προσωπικού και των μαθητών του σχολείου παρατηρείται, σε αρκετές περιπτώσεις, απόκλιση ανάμεσα στο επιθυμητό και στο πιθανό μέλλον. Στοχεύοντας στον περιορισμό της παρατηρούμενης απόκλισης αναζητούνται και εντοπίζονται τρόποι με τους οποίους το επιθυμητό μέλλον θα μπορούσε να καταστεί πιο πιθανό.
Εξάλλου, επιβεβαιώνοντας τη σχετική βιβλιογραφία, εντοπίζεται ότι η εισαγωγή της ΑΟΔ ενδεχομένως να οδηγήσει στην εμφάνιση ενός αριθμού προβλημάτων. Τα σοβαρότερα από αυτά τα προβλήματα κατατάσσονται στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: (α) την επιβάρυνση των σχολικών ηγετών, (β) την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων καθώς και (γ) την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων. Λόγω του ότι ένας αριθμός σοβαρών προβλημάτων συγκεντρώνει αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης στο σχολείο του μέλλοντος, η έρευνα αναζητεί τρόπους με τους οποίους τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν. Επιπλέον, υιοθετώντας τη λογική ότι η εισαγωγή συγκεκριμένων μέτρων στήριξης θα μπορούσε, αφενός, να βοηθήσει τα σχολεία στην αντιμετώπιση των προαναφερθέντων προβλημάτων και, αφετέρου, να υποβοηθήσει τη γενικότερη λειτουργία και αποτελεσματικότητα των σχολείων, στην παρούσα εργασία εντοπίζονται και παρουσιάζονται κατάλληλα σχετικά μέτρα, ομαδοποιημένα σε έξι επιμέρους κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν: (α) στην εξισορρόπηση μεταξύ αποκέντρωσης και συγκεντρωτισμού, (β) στην αποτελεσματική λογοδοσία των σχολείων, (γ) στη στήριξη των σχολικών ηγετών, (δ) στην επικέντρωση στη μαθησιακή διαδικασία, (ε) στη δικτύωση των σχολείων και, τέλος, (στ) στην εισαγωγή μιας κατάλληλης δομής λήψης και διαχείρισης αποφάσεων. Σε κάθε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες πιθανών μέτρων, εντοπίζονται οι περιπτώσεις όπου το επιθυμητό μέλλον παρουσιάζεται να απέχει από το πιθανό μέλλον και αναζητούνται οι κατάλληλοι τρόποι σύγκλισης των δύο.
Η παρούσα έρευνα συνεισφέρει ποικιλοτρόπως στην ενίσχυση της θεωρίας και της πράξης. Σε διεθνές επίπεδο (α) συντελεί στη συμπλήρωση της θεωρίας σχετικά με τη διαχείριση οικονομικών πόρων, εστιάζοντας στο επίπεδο του σχολείου, ένα πεδίο όπου παρατηρείται μειωμένη ερευνητική κάλυψη. Επιπλέον, η έρευνα (β) ενισχύει θεωρητικά και πρακτικά τόσο τον επιστημονικό κλάδο των Επιστημών του Μέλλοντος, όσο και αυτόν της Εκπαιδευτικής Διοίκησης. Αναλυτικότερα, η διασύνδεση του επιθυμητού μέλλοντος με πρακτικές υποβοήθησης της εφαρμογής του, επιχειρείται και επιτυγχάνεται για πρώτη φορά στη διεθνή βιβλιογραφία και δύναται να αποτελέσει πρότυπο για μια σειρά από έρευνες, σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών των Επιστημών του Μέλλοντος. Επιπρόσθετα, ο όλος ερευνητικός σχεδιασμός προσφέρει ένα πρωτότυπο και πρακτικό τρόπο διερεύνησης, οριοθέτησης και στοχευμένης υλοποίησης εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, αποτελώντας ένα χρήσιμο εργαλείο στο χώρο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης.
Σε τοπικό επίπεδο, η έρευνα (α) συνεισφέρει στη διαμόρφωση του επιθυμητού μέλλοντος για το αυτόνομο σχολείο της Κύπρου και (β) προσφέρει χρήσιμες και πρακτικές πληροφορίες και εισηγήσεις, σε μια περίοδο που λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις, στα πλαίσια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Επιπλέον, η έρευνα (γ) συνδέει την αυτόνομη οικονομική διαχείριση με την αγορά εργασίας, ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή των εργοδοτών στη διαμόρφωση του πλαισίου προετοιμασίας του μελλοντικού ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, (δ) συμβάλλει στην καλύτερη προετοιμασία και επιμόρφωση των σχολικών ηγετών, (ε) εξετάζει και προτείνει τρόπους αντιμετώπισης πιθανών προβλημάτων των αυτόνομων σχολείων, και τέλος, (στ) ενθαρρύνει την επίτευξη συναίνεσης μεταξύ των εμπλεκομένων στη σχολική λειτουργία, συντείνοντας στην επιτυχημένη εφαρμογή της σχολικής αυτονομίας.
Εξάλλου, σε ότι αφορά σε μελλοντικές έρευνες, η εργασία αυτή (α) αποτελεί οδηγό για αξιοποίηση των αρχικών ευρημάτων, με σκοπό την αμεσότερη διασύνδεση θεωρίας και πράξης. Επιπλέον, παράδειγμα για επόμενες έρευνες αποτελεί και η πρακτική διεύρυνσης της προοπτικής εξέτασης του ερευνητικού θέματος, αφού η παρούσα έρευνα (β) επιδεικνύει ότι η υιοθέτηση πολλαπλών φακών εστίασης και προοπτικών εξέτασης μπορεί να οδηγήσει σε πιο σφαιρική και εκτεταμένη κατανόηση των διαφορετικών πτυχών που συνθέτουν ένα ερευνητικό θέμα, να εμπλουτίσει την τράπεζα παραγόμενων ιδεών και να οδηγήσει σε προσεγγίσεις που εναρμονίζουν την εκπαίδευση με τα ευρύτερα κοινωνικά δεδομένα. Επιπρόσθετα, η παρούσα έρευνα (γ) ανοίγει το δρόμο σε μια σειρά από έρευνες που θα μπορούσαν να προεκτείνουν τα ερευνητικά ευρήματα εξετάζοντας: (i) εάν οι απόψεις των ειδικών μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου και υπό την επίδραση των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων, (ii) το κόστος των διάφορων ενδεχομένων που σχετίζονται με το επιθυμητό μέλλον, ούτως ώστε να διαφανεί η πραγματική δυνατότητα αποκέντρωσης συγκεκριμένων αποφάσεων ή λήψης συγκεκριμένων μέτρων, (iii) το βαθμό στον οποίο τα ευρήματα της έρευνας είναι αντιπροσωπευτικά των απόψεων του συνόλου των πληθυσμών που εκπροσωπούν οι συμμετέχοντες ειδικοί, (iv) το βαθμό στον οποίο το προτεινόμενο μοντέλο αυτόνομης οικονομικής διαχείρισης μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικό και κατάλληλο, μέσα από μια πιλοτική εφαρμογή του σε αριθμό σχολείων, καθώς και (v) εάν υπάρχει το περιθώριο αναγνώρισης και υποβοήθησης της πραγματοποίησης ενός διεθνώς επιθυμητού σχολικού μέλλοντος, μέσω της διενέργειας ανάλογων ερευνών σε χώρες του εξωτερικού.This dissertation examines autonomous financial management (AFM) for Cypriot primary schools with the ultimate objective of identifying the most desired version for its implementation. As the relevant bibliography shows, AFM is a necessary precondition for the effective operation of autonomous schools but it is far from being sufficient for school success. This is attributed to a number of negative effects that usually come along with financial autonomy and threaten its successful implementation. As a result, educational policy makers are continuously seeking for appropriate support measures that can address these negative effects and support autonomous schools in achieving their goals.
Taking into consideration that Cyprus is along the way to adopting a more decentralized decision making system for its schools, the study initially forecasts the areas of financial decisions that the school of the future might autonomously manage, identifies the obstacles that may appear along the way and seeks support measures that could enhance a school’s efficiency and effectiveness. The research process is based on the Delphi method, which explores various future-related statements that are assessed based on their likelihood and their desirability to prove true. These assessments are then used to identify cases where the probable and the desired future diverge. Moreover, the reasons behind these divergences, as well as ways in which to align the two possible futures, are sought.
One of the main characteristics of the study is the fact that it collects and utilizes the views of some of the most prominent members of Cypriot society. More specifically, various representatives from the educational, business, academic and social communities constitute a group of 49 experts whose views are combined and synthesized, in order to distill their collective wisdom and expertise. The group of experts’ quality serves as a guaranty for the quality of the findings and conclusions while, at the same time, the researcher fulfills all the necessary conditions required to strengthen the validity and reliability of the research.
The data gathering procedure was held in four rounds. During the initial individual interviews, the future was forecasted and every eventuality that might concern the functioning of the school of the future, by the year 2025, was marked down. Through the following two rounds of questionnaires, these eventualities were assessed and ranked based on their probability and their degree of desirability to become true. Finally, the initial findings were further utilized, during another round of interviews, in an effort to identify the reasons that appear to prevent the realization of a number of much desired eventualities as well as to discover ways that can increase the possibility of these eventualities becoming true. The data analysis is both ongoing and summative, with the data gathered from each round being analyzed using the appropriate qualitative or quantitative approaches.
The research findings reveal that the participants desire the decentralization of various financial decisions to the school level. These decisions mostly concern (a) the everyday management and functioning of the school, as well as (b) the professional development of students and teaching personnel. Some autonomy in (c) finding extra resources is also desired, but only in order to support the two main decision areas. A closer examination of the findings shows that, in the area of the students’ and teaching personnel’s professional development, there are many cases in which the probable and desired futures appear to deviate from each other. Aiming at closing the gap between what is desired and what is currently feasible, the study seeks ways to make the desired future more probable.
Moreover, verifying the current literature, it is found that AFM is likely to lead to severe negative effects. These effects may be grouped into three main categories: (a) an increase in the school leaders’ work load, (b) an increase in social inequalities and (c) a worsening in stakeholders’ relations. Due to the fact that a number of severe negative effects enjoy an increased probability of appearing in the school of the future, the study seeks ways in which these effects could be timely prevented or dealt with. Furthermore, adopting the belief that the introduction of specific support measures could help schools in dealing with the above mentioned issues as well as improve the school’s operation and effectiveness, the study also identifies and presents some potential support measures. These measures are grouped into six categories which concern: (a) the balancing between centralization and decentralization, (b) the introduction of an appropriate school accountability scheme, (c) the support for school leaders, (d) a focus on the teaching process, (e) the establishment of a school network, and, finally, (f) the introduction of a suitable decision making and management structure. In each of these categories, the cases where the desired future deviates from the probable future are identified and ways of aligning the two futures are sought.
The present study contributes to relevant theory and praxis in various ways. At an international level (a) it informs resource management theory, focusing at the school level, an area where literature is not yet thorough and extensive. In addition, (b) the study strengthens the areas of Future Studies and Educational Management, both theoretically and practically. More specifically, the linkage of the desired future with actions that may facilitate its implementation has never been achieved before in international literature and may become a point of reference for a wide spectrum of future related studies that will follow. Furthermore, the research design offers an original and practical method of investigating, defining and carefully implementing educational reforms, providing a useful tool in the area of Educational Management.
At the local level the study (a) contributes towards the formation of a desired future state of being for Cypriot schools and (b) offers useful and practical information as well as suggestions, in a period when important decisions are made regarding the ongoing educational reform. Moreover, the study (c) links autonomous financial management with the labor market, by encouraging the participation of employers in the formation of the context within which the future work force will be educated, (d) contributes in designing improved leadership training programs, (e) examines and proposes ways to deal with some negative effects the autonomous schools may encounter, and, finally, (h) encourages the establishment of a consensus between the various stakeholders in the school operation, contributing to the successful implementation of school autonomy.
Moreover, as far as future research is concerned, this study may be used as (a) a guide towards further utilizing the initial research findings, in an effort to bridge the gap between theory and praxis. In addition, future studies may also adopt a wider perspective upon examining their research topic, since (b) the present study shows that a broader examination perspective, which is achieved through the inclusion of various subgroups in the group of experts, may lead to a more comprehensive and extensive understanding of the various aspects that compose a research topic, may enrich the research findings and may better align education with the surrounding society. Furthermore, this study (c) sets the way to a number of future studies that could extent the research findings by examining: (i) whether the experts’ views are modified as time goes by and as new socioeconomic developments evolve, (ii) the estimated cost of various eventualities that relate to the desired future, in order to reveal the actual feasibility of them being implemented, (iii) the extent in which the research findings represent the views of broader populations, from which the experts come from, (iv) the degree in which our proposed scheme of autonomous financial management will prove appropriate and effective, through its pilot implementation in a number of schools and, finally, (v) whether it is feasible to identify and support the implementation of an internationally desired future for schools, through similar studies that may be curried out in various countries.
Νομιμοποίηση εσόδων απο παράνομες δραστηριότητες (Money Laundering) - Τραπεζική πρακτική και προσέγγιση του ζητήματος τα τελευταία χρόνια
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της εν λόγω μεταπτυχιακής διατριβής είναι να σκιαγραφήσει πλήρως, με σαφή, επιστημονικό και εμπεριστατωμένο τρόπο, το θεσμοθετημένο νομοθετικό πλαίσιο της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ευρέως γνωστό ως «ξέπλυμα χρήματος», όπως αυτό ανακύπτει από τις επιταγές των ελεγκτικών αρχών σε διεθνές, κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, και παράλληλα να αναδείξει την τάση μεταστροφής του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα, προς μια εντατικότερη και αυστηρότερη τήρηση των πολιτικών καταπολέμησης του φαινομένου. Από μεθοδολογικής απόψεως, στο θεωρητικό σκέλος της διατριβής, παρατίθενται αρχικά οι εννοιολογικοί ορισμοί του «ξεπλύματος χρήματος», το ιστορικό του υπόβαθρο, οι εκτιμήσεις των ποσοτικών μεγεθών του σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και ο μικροοικονομικός και μακροοικονομικός αντίκτυπός του στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Εν συνεχεία, η διατριβή εμβαθύνει στα μοντέλα “money laundering”, που απαντώνται στη διεθνή βιβλιογραφία, με επίκεντρο τις τεχνικές και τις διαδικασίες του «Αμερικανικού Μοντέλου Τριών Φάσεων». Κατόπιν, παρατίθεται μία πλήρης και χρονολογικά δομημένη απεικόνιση του νομοθετικού πλαισίου της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, έχοντας ως αφετηρία τις διεθνείς και κοινοτικές δράσεις της τελευταίας 20ετίας, μέχρι την ενσωμάτωση των δράσεων αυτών στην ελληνική νομοθεσία και τη σταδιακή εναρμόνιση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα με τα νέα δεδομένα. Η εναρμόνιση αυτή, αναδεικνύεται εμφανώς και από τα ευρήματα της εμπειρικής μελέτης, η οποία επιβεβαιώνει την τάση μεταστροφής που αναφέρθηκε αρχικώς. Συμπερασματικά, αυτό που απορρέει από την εν λόγω διατριβή, είναι το γεγονός ότι το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική πολιτεία, παρά τη διστακτικότητα εφαρμογής της νομοθεσίας, που επέδειξαν κατά πρώτα χρόνια θέσπισής της, πιθανή απόρροια του ελληνικού ελλείμματος διακυβέρνησης, σήμερα πλέον δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ανεχθούν φαινόμενα, που εμπίπτουν στις διατάξεις του “money laundering”, κατανοώντας πλήρως την αναγκαιότητα τήρησης του κανονιστικού πλαισίου.The objective of this postgraduate thesis is to thoroughly outline the legislative framework of “money laundering” in an explicit, scientific and circumstantial manner, as it emerges from the dictates of the audit authorities on an international, EU and national level. Simultaneously, the thesis serves to highlight the shifting tendency of the Greek financial system towards a more intensive and rigorous compliance with the policies which intend to impugn the “money laundering” phenomenon. From a methodological aspect, the theoretical component of the thesis consists of the notional definitions of “money laundering”, its historical background, as well as the microeconomic and macroeconomic impact it has on globalized economy. Subsequently, the thesis thoroughly examines “money laundering” models which are found in international references, having the “American Model of Three Stages” as a focal point. Thereafter, a complete and chronologically structured depiction of the legislative framework is cited, having the international and EU actions of the last two decades as a starting point, up to the integration of set actions in Greek legislation and the gradual conformation of the Greek banking system with the new facts. This conformation is prominently highlighted by the findings of the case study, which confirms the shifting tendency previously mentioned. In conclusion, what derives from this case study is the fact that, nowadays, the Greek credit system and the State do not seem willing to connive at phenomena that come under the conditions of “money laundering”, fully comprehending the necessity of complying with the legislative framework, despite showing hesitation to implement the legislation in the first few years of its establishment, which is in all probability an outcome of the government shortcomings in Greece