1696 research outputs found
Sort by
Ο εσωτερικός και εξωτερικός έλεγχος ως μέσο για την αποτελεσματική λειτουργία των επιχειρήσεων προς όφελος όλων των ενδιαφερόμενων μερών τους
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Το δυναμικό περιβάλλον στο οποίο καλούνται οι σύγχρονες επιχειρήσεις να επιβιώσουν και να κερδοφορήσουν, τις ωθεί συχνά στην εφαρμογή σύνθετων οικονομικών πολιτικών και περίπλοκων διαδικασιών. Στην εφαρμογή αυτή εμπεριέχονται αρκετοί επιχειρηματικοί κίνδυνοι και η έγκαιρη αντιμετώπιση τους θεωρείται επιβεβλημένη. Ο τακτικός έλεγχος, εσωτερικός κυρίως αλλά και εξωτερικός, είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται από αρκετές επιχειρήσεις του εξωτερικού για την διαφύλαξη της ορθής τους λειτουργίας.
Οι κυπριακές επιχειρήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές και προκατειλημμένες όσον αφορά τον έλεγχο τους. Η πλειοψηφία των επιχειρήσεων, πιστεύει το κόστος από τον έλεγχο δεν επιφέρει τα ανάλογα οφέλη στην επιχείρηση. Για τον λόγο αυτό, ήταν αναγκαία η σύγκριση των επιχειρήσεων με συστηματικό έλεγχο, από ανεξάρτητους ελεγκτές, έναντι των επιχειρήσεων που η επιθεώρηση των συστημάτων του εσωτερικού τους ελέγχου περιορίζεται τυπικά στη μια φορά ετησίως, από εξαρτημένο από την επιχείρηση υπάλληλο.
Η σύγκριση έδειξε ότι οι επιχειρήσεις με συστηματικό έλεγχο, έχουν καλύτερες αποδόσεις και δείχνουν σημάδια ανάκαμψης παρά την οικονομική ύφεση. Η δεύτερη ομάδα επιχειρήσεων, δεν έδειξε τα ίδια σημάδια ανάκαμψης και αποδοτικότητας.
Συμπερασματικά, ο συστηματικός έλεγχος των επιχειρήσεων, βοηθά στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, μειώνει τον χρόνο και το κόστος των διαδικασιών και βοηθά την επιχείρηση να γίνει πιο παραγωγική και αποδοτική. Επιπρόσθετα, μειώνει τις πιθανότητες να διαπραχθούν απάτες και περιστατικά κατάχρησης εξουσίας εντός της επιχείρησης. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται η καλή σχέση μεταξύ υφιστάμενων και προϊστάμενων, μεταξύ διοικητικών συμβούλων και ιδιοκτητών καθώς και η σχέση μεταξύ της εταιρίας και όλων των ενδιαφερόμενων μερών αυτής.The dynamic environment in which modern companies are invited to survive and become profitable, often forces them to implement a series of complex economic policies and complex procedures. These policies and procedures presuppose several business risks, whose prevention is considered to be essential. Regular inspection, both internal and external, is a measure adopted by several foreign companies as a mean of maintaining their proper functioning.
Cypriot companies are often cautious and biased when it comes to auditing issues. The majority of businesses believe that the audit cost will not bring about any significant benefits to the company. For this reason, it was necessary to compare companies monitored by independent auditors, with companies whose internal control systems were typically inspected to once a year, by a company official.
The comparison showed that companies undergoing constant monitoring were more likely to succeed and, therefore, showed encouraging signs of recovery despite the economic downturn. The second business group did not, however, show the signs of recovery and efficiency.
In conclusion, the systematic control of businesses is a tool that helps to modernize the internal control systems, reducing the time and cost of procedures and helping the business to become more productive and efficient. Additionally, it reduces the chances of fraud as well as in-house power abuse. In this way, a good relationship maintained between employees and their directors, between CEOs and owners and also between the firm and its stakeholders
Αξιολόγηση της διδακτικής μεθοδολογίας του σχολικού εγχειριδίου Αρχαία Ελληνική Γλώσσα της Γ' Γυμνασίου
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η αξιολόγηση της διδακτικής μεθοδολογίας του σχολικού εγχειριδίου "Αρχαία Ελληνική Γλώσσα" της Γ' Γυμνασίου. Ειδικότερα, θα ασχοληθούμε με το πρώτο μέρος κάθε ενότητας το οποίο αποτελείται απο εισαγωγικό σημείωμα, κείμενο ερμηνευτικά σχόλια, γλωσσικά σχόλια και ερωτήσεις κατανόησης. Στόχος της εργασίας είναι να εξακριβώσουμε κατά πόσο το πρώτο μέρος απο τις δώδεκα συνολικά ενότητες είναι κατάλληλο διδακτικά. Προς αυτή την κατεύθυνση, θα εξετάσουμε το βαθμό στον οποίο οι διδακτικές πρακτικές του παρόντος εγχειριδίου είναι συμβατές τόσο με τη σύγχρονη όσο και με την παραδοσιακή μεθοδολογία που ακολουθείται στη διδασκαλία των κλασικών γλωσσών και κατά πόσο αυτές οι πρακτικές συμβάλλουν σε μια αποτελεσματική επαφή των μαθητών με την αρχαία ελληνική γλώσσα. Η μεθοδολογία που ακολουθείται είναι η εξής: Ελέγχουμε α) αν η τακτική του βιβλίου ανταποκρίνεται στις αρχές του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών, β) αν όσα υπάρχουν στο βιβλίο λαμβάνουν υπόψη το γνωστικό υπόβαθρο των μαθητών, και γ) την καταλληλότητα διασύνδεσης των επιμέρους τμημάτων του Α' μέρους. Σύμφωνα λοιπόν με την παραπάνω μελέτη, συμπεραίνουμε ότι το Α' μέρος του εγχειριδίου δεν υπηρετεί παρά μόνο περιστασιακά τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που καταδεικνύουν οτι δεν ακολουθείται η κειμενοκεντρική μέθοδος και δεν έχουμε ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, ενώ για πολλά γραμματικά και συντακτικά φαινόμενακατά τη διδασκαλία του κειμένου το βιβλίο δε φαίνεται να λαμβάνει υπόψη το γνωστικό υπόβαθρο των μαθητών.Das Ζiel der vorliegenden Dissertation ist die Auswertung der Unterrichtsmethode vom Lehrbuch “Altgriechische Sprache der dritten Klasse des griechischen Gymnasiums“. Insbesondere beschäftigen wir uns mit dem ersten Teil jeder Lektion. Dieser Teil besteht aus Vorrede, Text, Kommentare, sprachliche Anmerkungen und Fragen zu dem Inhalt der Texte. Die Bedeutung dieser Arbeit ist zu überprüfen, ob der erste Teil der gesamten zwölf Module für die Lehre geeignet ist. Zu diesem Zweck stellen wir fest, inwiefern die Unterrichtspraktiken in diesem Handbuch sowohl der modernen als auch der traditionellen Methode, die bei der Lehre der klassischen Sprachen benutzt wird, entsprechen. Zusätzlich stellen wir fest, ob diese Lernmethoden zu einem effizienten Kontakt der Schüler zu der altgriechischen Sprache beitragen. Die Methode ist folgende: Wir stellen fest a) ob die Unterrichtsmethode dem offiziellen Lehrplan entspricht, b) ob die bisherigen Kenntnisse der Schüler berücksichtigt werden, und c) wie alle Teile des ersten Abschnittes der Lektion verbunden sind. Nach dieser Studie, die durchgeführt wurde, kommen wir zum Schluss, dass der erste Teil des Handbuches in mehreren Fällen die Lehre der altgriechischen Sprache nicht dient. Es gibt viele Fälle, in denen kein groβer Wert auf den Text gelegt wird und es keine Entwicklung des kritischen Denkens gibt, während das Buch, bei der Lehre des Textes, zu den vielen grammatischen und syntaktischen Phänomenen den kognitiven Hintergrund der Schüler nicht zu berücksichtigen scheint
Ικανοποίηση και προσέλκυση αιμοδοτών: Δημιουργία ιστοσελίδας του κέντρου αίματος
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Το αίμα και τα προϊόντα του δεν παράγονται ούτε αντικαθιστώνται με κανένα τρόπο. Οι παγκόσμιοι οργανισμοί υγείας στηρίζονται στην εθελοντική μη αμειβόμενη αιμοδοσία έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη ζήτηση του αίματος. Στην Κύπρο, το Κέντρο Αίματος είναι υπεύθυνο για την όλη διαδικασία της αιμοδοσίας και διασφαλίζει ώστε η προσφορά αίματος να μπορεί να φτάσει τα επίπεδα της ζήτησης. Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας είναι οι τρόποι επικοινωνίας που χρησιμοποιεί ώστε να προσελκύει νέους αιμοδότες και να παρακινεί τους υφιστάμενους αιμοδότες να δίνουν αίμα πιο συχνά. Στις μέρες μας, τα ψηφιακά μέσα (ιστοσελίδες, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κλπ) είναι αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε επικοινωνιακής εκστρατείας. Ο πρωταρχικός στόχος της παρούσας μελέτης είναι να αξιολογήσει, μέσω μιας έρευνας με τη χρήση ερωτηματολογίου, αν η δημιουργία μιας ιστοσελίδας για την αιμοδοσία θα μπορούσε να υποστηρίξει τις προσπάθειες που καταβάλλονται από το Κέντρο Αίματος της Κύπρου να ενημερώνει, να προσελκύει νέους αιμοδότες και να διατηρεί τους υφιστάμενους εθελοντές αιμοδότες. Επιπλέον προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε τις παραμέτρους που επηρεάζουν τις αποφάσεις των ατόμων για να δώσουν αίμα με σκοπό να διαπιστώσουμε τι είδους πληροφορίες πρέπει να παρέχονται μέσω της ιστοσελίδας. Το ερωτηματολόγιο διανεμήθηκε σε 500 άτομα εκ των οποίων τα 280 το επέστρεψαν πίσω συμπληρωμένο. Τα αποτελέσματα της είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά ως προς τη δημιουργία ιστοσελίδας για την αιμοδοσία. Διαπιστώνουμε ότι άτομα υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου ή/και νεαρότερης ηλικίας είναι πιο θετικά ως προς την δημιουργία ιστοσελίδας. Η έρευνα επίσης καταδεικνύει ότι οι στάσεις και απόψεις ως προς την αιμοδοσία διαφέρουν ανάμεσα σε αιμοδότες και μη αιμοδότες. Περαιτέρω, έχουμε διαπιστώσει ότι οι ανάγκες πληροφόρησης των δύο αυτών τμημάτων πληθυσμού είναι διαφορετικές. Στους υφιστάμενους αιμοδότες τα κίνητρα για αιμοδοσία περιστρέφονται γύρω από αισθήματα αλτρουισμού. Η βολικότητα του τόπου και χρόνου αλλά και η βελτίωση του τρόπο οργάνωσης αιμοδοσιών δύναται να οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας με την οποία προσφέρουν αίμα. Από την έρευνα μας διαπιστώνουμε ότι η εισαγωγή μοντέρνων τεχνολογιών επικοινωνίας, περιλαμβανομένης της ιστοσελίδας και μιας βάσης δεδομένων, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στις προσπάθειες που καταβάλλονται από το Κέντρο Αίματος. Όσο αφορά στους μη αιμοδότες, είναι ενθαρρυντικό ότι ένας στους δύο είναι i
θετικός ως προς το ενδεχόμενο να προσφέρει αίμα. Φαίνεται όμως να έχουν πιο εγωκεντρική προσέγγιση προς την αιμοδοσία και θα αιμοδοτούσαν αν κάποιος δικός τους το είχε ανάγκη. Για το λόγο αυτό καταλήγουμε ότι τα μηνύματα για προσέλκυση μη αιμοδοτών πρέπει να είναι διαφορετικά. Τέλος, το είδος πληροφοριών που χρειάζονται οι μη αιμοδότες είναι διαφορετικό. Ως εκ τούτου εισηγούμαστε όπως η ιστοσελίδα περιέχει δύο μέρη, ένα που αποτείνεται σε αιμοδότες και ένα σε μη αιμοδότες. Το περιεχόμενο των δύο αυτών μερών να είναι διαφορετικό.There are no substitutes to blood and blood cannot be produced in any way. Health organizations across the world rely on voluntary non-paid individuals to donate blood in order to meet the increasing demand for blood. In Cyprus, the Blood Centre is responsible to manage the entire blood donation process and ensure that there is sufficient supply of blood (and blood products) to meet the demand. A significant part of that process is communication to attract new blood donors but also to maintain existing donors but also get them to donate more often. In our days, digital media (websites, social media, etc) are becoming an integral part of any communications campaign and the primary objective of this report is to assess, by means of primary research through the use of a questionnaire, whether the creation of a website for blood donation could support to the efforts made by the blood centre of Cyprus to educate, attract new and preserve existing donors. Even more, we attempt to understand the parameters that influence individuals' decisions to donate blood and conclude on the information that needs to be made available online. The questionnaire was handed over to 500 individuals of which 280 responded back. The results are extremely encouraging with regards to the creation of a website for blood donation. In fact, individuals of higher educational level and/or younger age are more positive towards the creation of this website. Our survey findings have revealed that the views and attitudes towards blood donation vary significantly between donors and non-donors. Even more, we conclude that the needs for information between these two groups are different.. Blood donors exhibit higher social sensitivity and altruism. Convenience of location and time and improved ways of organizing blood donations can lead to increase in the frequency they donate blood with. Our findings lead us to the conclusion that the introduction of digital communication technologies, including a website with a database for blood donors, can be beneficial to the efforts of the Cyprus Blood Centre. As far as non-donors are concerned, it is encouraging that one in two said that they are positive towards donating blood. However, it appears that non-donors have a more self-centric attitude and will only donate if someone close to them is in need. We therefore conclude that the messages used to reach and appeal to non-donors need to be different. Even more, the type of information that needs to be made available on the non-donor section is different. As such, we strongly
recommend that the website consists of two sections. One that addresses existing blood donors and one for non-donors. The content of each section must be differen
Μορφές θυληκότητας στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα μελέτη σκοπό έχει να εξετάσει μορφές θηλυκότητας στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης διακρίνεται για την ενασχόλησή του με γυναικείους χαρακτήρες που απηχούν την κοινωνική και εθιμική συνθήκη της ζωής των γυναικών στο τέλος του 19ου - αρχές του 20ού αι. Προκειμένου να δειχθεί η ποικιλία αλλά και η εξέλιξη των τύπων γυναικών στο έργο του Παπαδιαμάντη αξιοποιείται η θεωρία του Μπαντιού ο οποίος ασχολήθηκε με τη θέση και το ρόλο των γυναικείων μορφών από τον παραδοσιακό μέχρι το συγκαιρινό κόσμο. Οι θεωρίες του για τους τύπους γυναικών συνάδουν με την εξερεύνηση του κοινωνικού ρόλου και του ψυχολογικού βάθους των τύπων θηλυκότητας που αναπαριστά ο Παπαδιαμάντης στο έργο του. Ακολουθώντας τις επιταγές του διαγωνισμού του περιοδικού Εστία το 1883, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της ελληνικής ηθογραφίας και στοχεύοντας στην «περιγραφήν σκηνών του βίου του ελληνικού εν οιαδήποτε των περιόδων της ιστορίας αυτού» (Beaton 1996: 104), ο Παπαδιαμάντης αναπαριστά τη γυναίκα κατά «τα χρηστά ήθη της ελληνικής υπαίθρου» (Αθανασόπουλος 2003: 24-26) διαγράφοντας την ψυχολογία της μέσα και έξω από την ηθογραφική-ρεαλιστική ανθρώπινη κοινωνία (Πολίτης 1998: 205-206).
Ο Μπαντιού δημοσίευσε στο περιοδικό Αληthεια την Άνοιξη του 2013 τη μελέτη του η οποία επεδίωκε να δείξει τον αυξανόμενο ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία. Για το σκοπό αυτό διέκρινε τις εξής τέσσερις μορφές: την Οικόσιτη, τη Γόησσα, την Ερωτευμένη και την Αγία καταδεικνύοντας επίσης ότι καθώς η μία είναι αλληλένδετη με την άλλη, δημιουργούν το «παραδοσιακό θηλυκό τετράγωνο». Ο Μπαντιού θεωρεί ότι η πιο σημαντική απ’ όλες, που θεωρείται και η βάση για την ύπαρξη των άλλων τριών, είναι ο τύπος της Οικόσιτης, ενώ συχνά ένας γυναικείος χαρακτήρας έχει διττά χαρακτηριστικά κι εκπροσωπείται με ένα δίπολο τύπων π.χ. Οικόσιτη- Αγία κ.λπ..
Η μελέτη εστιάζει σε μέρος της διηγηματογραφίας και στο μυθιστόρημα Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ακολουθώντας τη θεωρία του Αλαίν Μπαντιού, θα δειχθεί ότι στα υπό εξέτασιν έργα, τα οποία απηχούν το ηθογραφικό πλαίσιο της μετάβασης από το 19ο στον 20ο αιώνα, η κυριότερη μορφή θηλυκότητας είναι αυτή που κατά τον Μπαντιού θεωρείται η βάση όλων των άλλων τύπων, ο τύπος της Οικόσιτης της προορισμένης να παράγει και να αναπαράγει, που ανταποκρίνεται περισσότερο και στο ηθογραφικό πλαίσιο της περιόδου. Η μελέτη εκκινεί από το «Όνειρο στο κύμα» όπου εξετάζεται η μορφή της γυναίκας Ερωτικής-Οικόσιτης, συνεχίζει με το «Η θητεία της πενθεράς» και την εξέταση του τύπου Οικόσιτης-Αγίας, στο «Χριστόψωμο» με τον τύπο της Οικόσιτης-Γόησσας που αποκτά εγκληματική μορφή και ολοκληρώνει με τη Φόνισσα όπου εξετάζει πληθώρα γυναικείων μορφών με τους τύπους Οικόσιτης-Αγίας-Γόησσας, με αποκορύφωμα τον κεντρικό χαρακτήρα Φραγκογιαννού ή Χαδούλα που εξετάζεται ως ο τύπος της Οικόσιτης-Γόησσας που εκδηλώνεται ως μοχθηρή-πανούργα-παράλογη γυναίκα. Η Φραγκογιαννού εξετάζεται ως κορυφαία έκφραση της μετεξέλιξης των γυναικείων τύπων που διερευνούνται.
Η εξέταση των γυναικών στα προαναφερθέντα κείμενα αφορά στην αναπαράστασή τους στα κείμενα καθώς και στον τρόπο κατονομασίας τους από τον συγγραφέα. Η αναπαράσταση του γυναικείου φύλου εξετάζεται με βάση τη σύγχρονη ηθογραφική πραγματικότητα της εποχής του Παπαδιαμάντη. Η κριτική έχει χαρακτηρίσει το έργο του Παπαδιαμάντη ρεαλιστικό διακρίνοντας όμως και μια «ποιητικότητα»-«λυρικότητα» που συνήθως προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα της εποχής του (Beaton 1996: 112-115). Σύμφωνα με τον Παλαμά «ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι ένα περιβόλι που θαρρείς το εξουσιάζει» και η ηθογραφική δύναμή του χρησιμοποιείται «για ξετύλιγμα κοινωνικών θεμάτων και καυτηρίασμα της ανθρώπινης ασχήμιας» (Παλαμάς 2005: 60, 67). Εξίσου σημαντικό ρόλο στον τρόπο αναπαράστασης των γυναικών κατέχει ο τρόπος κατονομασίας τους από τον αφηγητή. Το κύριο όνομα της κάθε ηρωίδας στα υπό εξέταση έργα αποδίδει μετωνυμικά ιδιότητες του χαρακτήρα της, ενώ χρησιμοποιείται «για να σημάνει όχι ένα πρόσωπο», αλλά να υποδηλώσει μιαν ιστορία ή «μια αφήγηση» (Holquist 2014: 222). Κάθε γυναικείο όνομα δηλαδή κρύβει μια ιστορία που συσχετίζεται με τον τρόπο αναπαράστασης, τη στάση και τη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τις πράξεις κάθε γυναίκας μέσα στα υπό εξέταση έργα.
Η μελέτη αποδεικνύει ότι οι τύποι θηλυκότητας στον Παπαδιαμάντη ανταποκρίνονται στο «παραδοσιακό θηλυκό τετράγωνο» του Μπαντιού και τους τέσσερις βασικούς τύπους του που απηχούν τη μετεξέλιξη της γυναίκας στην κοινωνική συνθήκη της μετάβασης από το 19ο στον 20ό αι.The present study attempts to investigate the female figure in Papadiamanti’s prose. He is known for his preoccupation with female characters who echo the social and customary code, relating to women’s lives at the end of the 19th - beginning of the 20th century. In order to show not only the variety but also the evolution of the feminine character in Papadiamanti’s work, the theory of Bandiou, who examined the status and the role of women from the traditional to the present world, is put into use.
His theories about the types of women are consistent with the investigation of the social role and the psychological depth of female figures which Papadiamantis portrays in his work. Following the terms of the competition that had been organized by the journal Estia in 1883, which actually had set the foundations of the Greek ‘study of manners’, and aiming at ‘the description of scenes from the Greek daily life in any period of its history’ (Beaton 1996: 104), Papadiamantis portrays women according to the ‘customs of the Greek countryside’ (Athanasopoulos 2003:24-26) outlining her psychology in and out of the realistic-like study of manners.
In the spring of 2013, Badiοu published in the journal Αληthεια his study with which he wanted to show the rising role of women in society. He distinguished the following four figures: the Domestic, the Enchantress, the Amorous and the Saint showing in addition,that the four figures are interconnected, creating in this way the ‘traditional feminine square’. Badiu believes that the most important of all the figures, which is also considered to be the basis for the existence of the other three types is the Domestic. Quite often though a female character has double characteristics and is represented by a bipolar character the Domestic-Saint type, for example.
The study focuses on some of Alexandros Papadiamantis’ short stories and on his novel The Murderess. Following Alain Badiou’s theory we will show that his work examined in the present study, echoes the transition of manners and customs from the 19th to the 20th century. Within this frame the main figure according to Badiou is the one that is considered to be the basis of all other types, the Domestic, which is destined to produce and reproduce.
The study begins with ‘Dream on the Waves’ in which we examine the figure of the Amorous-Domestic and is followed by ‘The Mother-in-Law’s Period of Service’ with the figure of the Domestic-Saint. In the ‘Christmas Bun’ we investigate the figure of the Domestic-Enchantress in which she adopts felonious qualities. The study finishes with The Murderess in which a plethora of female figures are examined. The character of the Domestic-Saint-Enchantress reaches a peak with the main character of Frangoyiannou or Hadoula. She is examined as the character of the Domestic- Enchantress and is expressed as a mean-cunning-irrational woman. Frangoyiannou is examined as the peak point in the development of the female characters under investigation.
The study of women in the above mentioned short stories and novels refers to their representation in the stories as well as the names they are given by the writer. The portrayal of the female sex is examined based on Papadiamantis’ contemporary reality of ethography. Critical reviews have placed Papadiamantis’ work as realistic, distinguishing at the same time a ‘poetic’- ‘lyric’ quality which usually crashes on the raw reality of his time (Beaton 1996:112-115). According to Palamas, ‘Papadiamantis’ world is like an orchard over which he exercises full power’ and the power he has as a writer of manners is used to ‘unfold social matters and condemn human ugliness’ (Palamas 2005: 60,67). Equally important to the way he portrays women are the names the narrator gives them. The main name of each heroine in his novels that are examined in the present study, echoes qualities of her character, while at the same time it is used ‘not just to represent a person’ but to indicate a story or ‘a narration’ (Holquist 2014: 222). In other words each female name hides behind it a story which is connected to the attitude, the behavior, the thoughts and the actions of each woman in the novels under investigation.
The study proves that the female characters in Papadiamantis work respond to Badiou’s ‘traditional female square’ and to the four basic types that echo the development of women in the social context during the transition from the 19th to the 20th century
Διερεύνηση της επιθυμίας και αναγκαιότητας για συνεχιζόμενη εκπαίδευση νοσηλευτικού προσωπικού δημόσιων μονάδων υγείας της 6ης υγειονομικής περιφέρειας. Η περίπτωση των νοσοκομείων της Πάτρας
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Εισαγωγή: Η Συνεχιζόμενη Νοσηλευτική Εκπαίδευση αφορά στη Συνεχιζόμενη και Διά Βίου Μάθηση και δηλώνει την προσπάθεια που καταβάλλουν οι διάφοροι φορείς αλλά και οι ίδιοι οι Επαγγελματίες Υγείας για απόκτηση νέων γνώσεων, σύμφωνα με τα επιστημονικά επιτεύγματα, την εξέλιξη της τεχνολογίας και την κοινωνία της Υγείας.
Η Συνεχιζόμενη Νοσηλευτική Εκπαίδευση οδηγεί στη συνεχή ανάπτυξη των δεξιοτήτων ικανοτήτων των εμπλεκόμενων με τη δυνατότητα απόκτησης πιστοποιημένων προσόντων που διασφαλίζουν την επάρκειά τους στο χώρο της Υγείας, και οδηγούν τις υπηρεσίες υγείας προς εκμετάλλευση αυτών των προσόντων των ανθρώπινων πόρων που διαθέτουν για αποτελεσματικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διατριβής ήταν η μελέτη της Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης των Επαγγελματιών Υγείας που εργάζονται στα Νοσοκομεία του νομού Αχαΐας και συγκεκριμένα στα Δημόσια Νοσοκομεία της Πάτρας και η διερεύνηση της συσχέτισής της με κοινωνικο-δημογραφικούς και επαγγελματικούς παράγοντες όπως η ηλικία, το εκπαιδευτικό επίπεδο, η οικογενειακή και επαγγελματική κατάσταση, τα έτη προϋπηρεσίας και η οικονομική ύφεση.
Υλικό-Μέθοδος: Στη συγκεκριμένη μεταπτυχιακή διατριβή συμμετείχαν 253 Επαγγελματίες Υγείας Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης οι οποίοι εργάζονταν σε δημόσια Νοσοκομεία της Πάτρας. Οι Λειτουργοί Υγείας εργάζονταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου, στο Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Καραμανδάνειο και στο Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος της 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας.
Ως εργαλείο μέτρησης της Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης των νοσηλευτών χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο το οποίο αποτελούνταν από τέσσερις ενότητες-άξονες.
Οι ενότητες αυτές αποτελούνταν από ερωτήσεις που αφορούσαν τη Συνεχιζόμενη Νοσηλευτική Εκπαίδευση, τη Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και το χώρο εργασίας, την εκπαίδευση Επαγγελματιών Υγείας ως Κόστος ή Επένδυση για τον Οργανισμό και κοινωνικο-δημογραφικά επαγγελματικά και επιμορφωτικά χαρακτηριστικά των νοσηλευτών.
Αποτελέσματα: Από τις κλίμακες της Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης που μετρήθηκαν υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στις απόψεις περί υποχρεωτικής Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης, στην ύπαρξη επιθυμίας και ανάγκης για επιμόρφωση, στη διαδικτυακή μάθηση,
12
στην αναγκαιότητα εμπλουτισμού επαγγελματικών γνώσεων, στην προσωπική πρωτοβουλία και χρηματοδότηση για επιμόρφωση, στην αναγκαιότητα ύπαρξης κινήτρων παρακολούθησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Από τις απαντήσεις του δείγματος αναδείχθηκε ότι η Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση είναι επένδυση για την υπηρεσία και ότι το κέρδος που αποκομίζει η υπηρεσία είναι η ποιότητα στην παροχή υπηρεσιών υγείας, από αναβαθμισμένους ανθρώπινους πόρους περιορίζοντας το κόστος για τις υπηρεσίες υγείας.
Επίσης η Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση σχετίζεται με κοινωνικο-δημογραφικούς και επαγγελματικούς παράγοντες όπως η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, τα έτη προϋπηρεσίας και το επαγγελματικό προφίλ που επηρεάζουν αρνητικά ή θετικά την επιθυμία των Επαγγελματιών Υγείας για Συνεχιζόμενη Νοσηλευτική Εκπαίδευση.
Συμπεράσματα: Οι Επαγγελματίες Υγείας οφείλουν να ανανεώνουν τις γνώσεις τους και να αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους σε ένα σύστημα υγείας που συνεχώς μεταβάλλεται και γίνεται πολυπλοκότερο και απαιτητικότερο.
Το δείγμα προσδιόρισε τόσο την επιθυμία και ανάγκη για Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση όσο και την επένδυση στους ανθρώπινους πόρους με συνεχή επιμόρφωση για προσωπική και επαγγελματική εξέλιξη, αλλά και τα προβλήματα που αφορούν στην ιεραρχική τους εξέλιξη που προέρχονται τόσο από την έλλειψη προσωπικού όσο και από την απουσία αξιολόγησης.Introduction: Continuing Nursing Education as part of Continuing Education & Lifelong Learning indicates the effort made by the various bodies and Healthcare Professionals themselves for acquiring new knowledge, in accordance with scientific achievements, the development of technology and the Health society. Continuing Nursing Education leads to skills development of the professionals involved making it possible for them to obtain qualifications and thus ensure their higher competency level; health services may take advantage of the qualified human resources available for the effective delivery of health services.
Purpose: The purpose of this master thesis was to study the Continuing Education of Health Professionals working in Hospitals located in the prefecture of Achaia and specifically in the Public Hospitals of Patras and to examine its association with sociodemographic and occupational factors such as age, educational level , marital and employment status, years of service and the economic recession & austerity.
Material and Method: 253 Health Professionals who studied either at the University or at a Technological Institute and worked in the public hospitals of Patras (the General Hospital of Patras, the Regional University Hospital of Rio, in Karamandanio General Hospital and the General Hospital of Thoracic Diseases of 6 Health Region) participated. Questionnaires were used consisting of four sections-axes, as the Continuing Nursing Education measurement tool.
These sections consisted of questions focusing on Continuing Nursing Education, Continuing Education and the Workplace, Health Professional Education as a Cost or Investment for the Agency as well as Sociodemographic and Educational characteristics of professional nurses.
Results: Of the Continuing Nursing Education scales measured, the highest rates were recorded in compulsory Continuing Nursing Education, the desire and need for
14
training, online learning, the need to enrich professional knowledge, personal initiative and funding for training, the necessity of monitoring incentives for educational programs.
According to the responses Continuing Nursing Education is an investment for the service, because the quality of health services and human resources are upgraded, while costs for health services are reduced.
Likewise, Continuing Nursing Education is associated with sociodemographic and occupational factors such as age, education level, years of service and professional profiles that affect negatively or positively the desire of Health Professionals for ContinuingNursingEducation. Conclusions: Health Professionals are required to update their knowledge and develop their skills in a health system that constantly changes and becomes more complex and demanding.
The desire and need for Continuing Nursing Education and the investment in human resources by continuous training for personal and professional growth, as well as problems related to the staff shortages and the lack of evaluation were determined
Το πολιτικό μάρκετινγκ και οι εκλογές του 2015 στην Ελλάδα
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η μεγάλη τιμωρία. Αυτός θα μπορούσε να ήταν ο εναλλακτικός τίτλος της παρούσας εργασίας καθώς αντανακλά την κατάρρευση των κυρίαρχων κομμάτων της μεταπολίτευσης όπως αποτυπώθηκε με ημερομηνία ορόσημο την 25η Ιανουαρίου 2015, ημέρα διεξαγωγής των πρόωρων εθνικών εκλογών στην Ελλάδα. Παρά τη διαπίστωση των ειδικών ότι τα ελληνικά πολιτικά κόμματα βρίσκονται σε παρακμή εντούτοις εφάρμοσαν το πολιτικό μάρκετινγκ. Το πολιτικό μάρκετινγκ βρίσκεται ακαδημαϊκά σε πολύ πρώιμο στάδιο στην Ελλάδα και αυτό αποδεικνύεται από την απουσία ελληνικής βιβλιογραφίας, εκτός από μια αξιόλογη μετάφραση και από ελάχιστες εργασίες που έχουν εκπονηθεί. Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα χρησιμοποίησαν τα εργαλεία του πολιτικού μάρκετινγκ στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, έστω και αν αυτή η χρήση έγινε αποσπασματικά, μη συστηματικά και σε κάποιες περιπτώσεις ερασιτεχνικά. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ήταν ήδη δύο κουρασμένα κόμματα. Οι αδυναμίες τους ήταν αυτές που τροφοδοτούσαν τη δυναμική του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Η σπουδαιότητα του πολιτικού μάρκετινγκ υπογραμμίζεται σε αυτή την εργασία όπως και η συμβολή του πολιτικού μάρκετινγκ στην ποιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος.The great punishment.This could have been the alternative title to this dissertation, a title that reflects the collapse of the ruling-since 1974- political parties in Greece. The landmark day of this collapse was set on the 25th of January, 2015- day for the early national elections. Despite the decline, political parties however, applied political marketing. The political marketing is academically in fetal situation in Greece and this is evident by the absence of Greek literature, except from a remarkable translation and a few dissertations. The Greek political parties used the tools οf political marketing on the elections of 25 January 2015, even though this usage was partial, not systematic, and in some cases amateur. New Democracy and PASOK were already two tired parties. Their weaknesses were those that provided input to the dynamic of Alexis Tsipras and SYRIZA party. The importance of political marketing is underlined in this dissertation along with political marketing’s contribution to the quality of democracy
Διερεύνηση - Μέτρηση του βαθμού ικανοποίησης και αφοσίωσης των πελατών στη λιανική τραπεζική σε σχέση με άλλες τράπεζες συνεργασίας. Μελέτη περίπτωσης: Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Στα πλαίσια του σύγχρονου ανταγωνιστικού περιβάλλοντος και της διαφοροποίησης των αγορών όπου ο ανταγωνισμός αυξάνεται και οι πελάτες γίνονται όλο και πιο απαιτητικοί, καθώς υπάρχει υπερπροσφορά προϊόντων και υπηρεσιών, η μάχη για τη διατήρηση και την εξασφάλιση μακροχρόνιων σχέσεων με τους πελάτες γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο σκληρή αποτελώντας μία κρίσιμη παράμετρο για τις επιχειρήσεις και τη βιωσιμότητά τους. Έτσι, η δημιουργία μίας ισχυρής πελατειακής βάσης, η διατήρηση και η επαύξηση αυτής στον υπό εξέταση τομέα της Πίστης Ιδιωτών της Λιανικής Τραπεζικής της Τράπεζας Πειραιώς A.E., είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, που διερευνάται μέσα από την εκπόνηση της παρούσας διατριβής.
Όπως αναφέρεται, είτε σε ακαδημαϊκές έρευνες είτε σε έρευνες στον επιχειρησιακό χώρο, η δημιουργία μίας ισχυρής πελατειακής βάσης εξαρτάται από την αφοσίωση των πελατών, η οποία πρέπει να διατηρείται σε υψηλό επίπεδο. Ένας από τους παράγοντες για τη «δημιουργία & διατήρηση» αφοσιωμένων πελατών είναι ο βαθμός ικανοποίησής τους.
Ο στόχος της παρούσας διατριβής συνοψίζεται στην εξής πρόταση:
«Η διερεύνηση – μέτρηση του βαθμού ικανοποίησης και αφοσίωσης των πελατών της Τράπεζας Πειραιώς στη Λιανική Τραπεζική σε σχέση με άλλες τράπεζες και ο εντοπισμός σημείων επιχειρησιακής βελτίωσης και προτάσεις για περαιτέρω ενέργειες από την Τράπεζα Πειραιώς».
Η προσέγγιση του θέματος για την επίτευξη του στόχου αυτού, αποτελείται από:
• Το θεωρητικό υπόβαθρο.
Το θεωρητικό υπόβαθρο το οποίο περιλαμβάνει, την περιγραφή του Τραπεζικού Συστήματος με εστίαση στην Πίστη Ιδιωτών, την περιγραφή της υπό εξέταση επιχείρησης (Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.), του κλάδου στον οποίο αυτή δραστηριοποιείται και τη θεωρητική επισκόπηση αναφορικά με την ικανοποίηση και την αφοσίωση του πελάτη, καθώς και τη διαχείριση των επιχειρησιακών διαδικασιών. Η υποδομή αυτή τεκμηριώνει όχι μόνο την έρευνα, αλλά και όλα τα βήματα της παρούσας διατριβής συμπεριλαμβανομένων της διεξαγωγής της έρευνας, την εξαγωγή συμπερασμάτων και της διαμόρφωσης των προτάσεων.
• Τη διεξαγωγή πρωτογενούς έρευνας.
Η πρωτογενής έρευνα αποτελείται από την ποιοτική έρευνα που διενεργήθηκε σε ανώτερα και ανώτατα στελέχη της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. και από την ποσοτική έρευνα στους πελάτες της Πίστης Ιδιωτών της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., από όπου προέκυψε ότι η Τράπεζα προσπαθεί να ενισχύει τον πελατοκεντρικό της χαρακτήρα, να διατηρεί ικανοποιημένους τους πελάτες της και ως ένα σημαντικό βαθμό το έχει καταφέρει. Ένα σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας αφορά στη γνώμη των πελατών της Τράπεζας σχετικά με την ταχύτητα και την ακρίβεια με την οποία η Τράπεζα ανταποκρίνεται στους πελάτες και αυτό έχει να κάνει με την αποδοτικότητα των διαδικασιών της.
Η πρόταση της παρούσας εστιάζει στο τελευταίο και σημαντικό συμπέρασμα το οποίο περιλαμβάνει την υιοθέτηση της φιλοσοφίας του Business Process Management (BPM) ως τον τρόπο με τον οποίο η Τράπεζα Πειραιώς μπορεί να έχει ευέλικτες διαδικασίες με αξιόλογα επίπεδα αποδοτικότητας (ταχύτητας και ποιότητας) που οδηγούν στην ικανοποίηση του πελάτη και ανταποκρίνονται στις αλλαγές του περιβάλλοντος.Within the modern competitive environment and diversification of markets where competition is growing and customers are becoming more demanding, as there is an oversupply of products and services, the battle for maintaining and ensuring long-term relationships with customers is day by day more tougher becoming a critical parameter for business and sustainability. Thus, the creation of a strong customer base, maintain and increase this in the sector of Consumer Credit Division of Retail Banking of Piraeus Bank SA, is a very important issue, which is investigated through the preparation of this thesis. .
As mentioned, either in academic research or in research in business area, the creation of a strong customer base depends on customer loyalty which must be maintained at a high level. One of the factors to "create & maintain" dedicated customer service is the degree of satisfaction. .
The objective of this study is summarized in the following sentence:
"The investigation - measure the satisfaction and loyalty of Piraeus Bank's customers in retail banking in relation to other banks and identifying operational improvement points and recommendations for further action by Piraeus Bank." .
The approach to achieve this objective, consisting of :
• The theoretical background.
The theoretical background which includes a description of the banking system focusing on faith particular a description of the company in question (Piraeus Bank SA), the industry in which it operates and theoretical overview regarding satisfaction and customer loyalty and managing business processes. This infrastructure documenting, not only the research but also all the steps of this study, including the survey, the conclusions and the formulation of proposals.
• Conducting of primary research.
Primary research consists of a qualitative survey among executives and senior executives of Piraeus Bank SA and quantitative research to its clients of Consumer Credit Division of Piraeus Bank SA, and found that the bank strives to enhance its customer-driven character, retain satisfied customers and a significant degree has succeeded. An important conclusion of the research concerns the opinion of the bank's clients on the speed and accuracy with which the Bank responds to clients and this has to do with the efficiency of its processes. .
The proposal focuses on this last and important conclusion which includes the adoption of the philosophy of Business Process Management (BPM) as the way in which the Piraeus Bank may have flexible procedures with remarkable levels of efficiency (speed and quality) leading to customer satisfaction and respond to environmental changes
The prospective local authority reform in Cyprus
Includes bibliographical references.Local Authority’s reform consists one of the major issues that are of concern to the State and the society. Following various researches and surveys carried out by Cypriot and foreign experts, the Ministry of Interior submitted a draft Law which proposes the establishment of “Secondary Bodies”.
In the framework of this master thesis, a theoretical approach of the various types of reforms that took place in other European countries is developed in order to raise a general awareness on European patterns of reforms. Furthermore, the various studies carried out in the framework of Local Authority’s reform in Cyprus are analyzed in order to present the alternative proposals.
This master thesis primarily aims to present the satisfaction level of both citizens and Mayors/Municipal Secretaries from the services provided by Local Authority and more precisely the municipalities. The next stage evaluates the effects of the perspective enactment of the draft Law from both groups, in order to clarify whether the draft Law introduces and promotes best practices for the improvement of the current situation and its assessment whether it constitutes the ideal reform form for the Local Authority in Cyprus.
For the purposes of the thesis, two online questionnaires were used as the research tool for the collection of empirical data. The first one addressed to citizens and the second one to Mayors/Municipal Secretaries.
According to the empirical and quantitative data of the research the main conclusions are as follows:
- The satisfaction level from services provided by Local Authority has been assessed as mediocre
- The bad economic status of municipalities which results from the decrease in revenues and the expenditures remaining at a constant level, and the financial dependency on Central Government
- Identification of problems impeding the Local Authority’s work, such as bureaucracy, red tape and political parties’ intervention
- The results from the enactment of the proposed draft Law are expected to turn slightly more positive in certain sectors and slightly negative in other sectors
- The relationship between citizens and Local Authority weakens
- Bureaucracy, red tape and political parties’ intervention continues indefinitely
- The draft Law is rejected in general by the respondents
- Inter-municipal cooperation (IMC) in the form of cluster is proposed as the optimal reformΗ μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα από τα μείζον θέματα που απασχολούν τη χώρα και την κοινωνία σήμερα. Μετά από διάφορες έρευνες και μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από Κύπριους και ξένους εμπειρογνώμονες, το Υπουργείο Εσωτερικών κατέθεσε προσχέδιο νομοσχεδίου το οποίο προτείνει τη δημιουργία “Δευτεροβάθμιων Οργάνων”.
Στα πλαίσια της διατριβής, γίνεται θεωρητική προσέγγιση των διαφόρων μορφών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες με σκοπό τη διαμόρφωση μιας γενικότερης αντίληψης στο θέμα των ευρωπαϊκών μεταρρυθμιστικών τάσεων. Επίσης, γίνεται ανάλυση των διάφορων μελετών που διεξάχθηκαν στα πλαίσια της μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης της Κύπρου με σκοπό την παρουσίαση των εναλλακτικών προτάσεων.
Σκοπός της διατριβής αυτής είναι να παρουσιάσει σε πρώτο επίπεδο το βαθμό ικανοποίησης τόσο των πολιτών όσο και των Δημάρχων/Δημοτικών Γραμματέων από την παροχή υπηρεσιών από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και πιο συγκεκριμένα τους Δήμους. Το επόμενο στάδιο αξιολογεί τα αποτελέσματα της ενδεχόμενης εφαρμογής του προτεινόμενου νομοσχεδίου και από τις δυο ομάδες με σκοπό να αποσαφηνισθεί κατά πόσο το νομοσχέδιο εισάγει και προάγει βέλτιστες πρακτικές βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης και την αξιολόγηση του και κατά πόσο αποτελεί την ιδανική μορφή μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Κύπρο.
Για τους σκοπούς της διατριβής, ερευνητικό εργαλείο αποτέλεσαν δυο ηλεκτρονικά ερωτηματολόγια για τη συλλογή εμπειρικών δεδομένων. Το πρώτο ερωτηματολόγιο απευθύνεται σε πολίτες και το δεύτερο σε Δημάρχους/Δημοτικούς Γραμματείς.
Σύμφωνα με τα εμπειρικά δεδομένα και ποσοτικά ευρήματα της έρευνας τα κύρια συμπεράσματα είναι τα ακόλουθα:
- Ο βαθμός ικανοποίησης από την παροχή υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι μέτριος
- Η άσχημη οικονομική κατάσταση των Δήμων η οποία προκύπτει από τη μείωση των εσόδων και το σταθερό επίπεδο εξόδων και την οικονομική εξάρτηση των Δήμων από το Κεντρικό Κράτος
- Εντοπίστηκαν προβλήματα τα οποία παρεμποδίζουν τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης όπως η γραφειοκρατία, το μέσον, και η παρέμβαση των πολιτικών κομμάτων
- Τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του προτεινόμενου νομοσχεδίου αναμένονται να είναι ελαφρώς πιο θετικά σε κάποιους τομείς και αρνητικά σε κάποιους άλλους
- Η σχέση μεταξύ δημότη και τοπικής αυτοδιοίκησης αποδυναμώνεται
- Τα προβλήματα της γραφειοκρατίας, του μέσου και της παρέμβασης των πολιτικών κομμάτων διαιωνίζεται
- Το προσχέδιο νομοσχεδίου απορρίπτεται από το σύνολο των ερωτηθέντων
- Οι διαδημοτικές συνεργασίες σε μορφή συμπλεγματοποιήσεων ως η βέλτιστη λύσ
Συστήματα ανάλυσης και περιγραφής εργασίας και αξιολόγηση διοικητικού προσωπικού σε ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σε μια πολύπλοκη εποχή, που όλα μεταβάλλονται, που το μέλλον είναι αβέβαιο και δύσκολα μπορεί να προβλεφθεί, που η ανασφάλεια κυριαρχεί εντός του εργασιακού πλαισίου και που η οικονομία περνάει μια από τις χειρότερες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, οι οργανισμοί που αναπτύσσονται μέσα στα όρια αυτού του αντιφατικού περιβάλλοντος, εντοπίζουν δύσκολα το δρόμο της επιτυχίας.
Η προσαρμογή και η ευελιξία ενός οργανισμού είναι απαραίτητα στοιχεία για την επιβίωση του και δεν εξαρτώνται μόνο από τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτει αλλά και από την ικανότητα των εργαζομένων του. Άλλωστε το Ανθρώπινο Δυναμικό ενός οργανισμού αποτελεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του έναντι των ανταγωνιστών του.
Τα τελευταία χρόνια οι οργανισμοί σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν αναθεωρήσει και βρίσκονται σε μια διαδικασία συνεχούς αλλαγής. Στα πλαίσια των αλλαγών αυτών, οι οργανισμοί προσπαθούν αν επιτύχουν τους στρατηγικούς τους στόχους με την εφαρμογή νέων επιχειρησιακών στρατηγικών, με τον επανασχεδιασμό των οργανωσιακών τους δομών και με τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων τους με τους εργαζομένους.
Τομείς όπως ο σχεδιασμός θέσεων εργασίας, η ανάλυση θέσεων εργασίας και η αξιολόγηση αποτελούν πεδία αδιάλειπτης έρευνας και αναζήτησης τρόπων βελτιστοποίησης τους για την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού (ΥΑΔ) κάθε οργανισμού που επιθυμεί να είναι βιώσιμος και ανταγωνιστικός. Η έμφαση στα παραπάνω ζητήματα είναι περισσότερο αναγκαία σε οργανισμούς που έχουν σαν κύριο αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών όπως οι οργανισμοί Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.In a complicated era where al alters and the future is uncertain and difficult to forecast, in which scene insecurity prevails within the labour frame, and where the economy goes through one of the worst crises in the last decades, organisms that develop in this contradictory environment, cannot easily spot the path to success.
The flexibility and adjustment of an organization is only dependent on the technological means it possesses; it also depends on the ability of its personnel. Besides, the workforce is the antagonistic advantage of an organization against its rivals. In the last years organisms on a planetary level, have been undergoing a reform and are undergoing a process of nonstop change. Within the frame of these changes, organizations are trying to fulfill their strategic aims by applying new operational strategies, by replanning their organizational structures, and by redefining their relations with their personnel.
Sectors like the one for employment-planning schemes, or analysis of work posts and the valuation are parts of an uninterrupted research and finding of ways of improvement for the workforce service of each organism which seeks to be viable and competitive. The focus on the above mentioned issues is more than necessary in organizations that offer services like the third degree educational organizations
Το αποτελεσματικό μοντέλο σχολικής αυτονομίας για την Κύπρο: Εξετάζοντας την επαγγελματική ικανοποίηση και το εργασιακό άγχος των διευθυντών στη δημοτική εκπαίδευση
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα έρευνα πραγματεύεται το θέμα της σχολικής αυτονομίας στην Κύπρο. Το θέμα αυτό μελετάται εδώ και αρκετές δεκαετίες στο διεθνή χώρο και έχουν γίνει πολλές σχετικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, σε αντίθεση με τη στασιμότητα και τον αυστηρό συγκεντρωτισμό που επικρατεί στον κυπριακό χώρο.
Σκοπός της έρευνας είναι ο σχηματισμός ενός μοντέλου αυτονομίας, το οποίο καθορίζει ποιες αποφάσεις (που αφορούν σε διάφορα διοικητικά, οικονομικά, ακαδημαϊκά, παιδαγωγικά θέματα καθώς και θέματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού) πρέπει να λαμβάνονται σε επίπεδο σχολείου, ποιες πρέπει να λαμβάνονται μερικώς από το σχολείο, με τον έλεγχο και την καθοδήγηση του Yπουργείου και ποιες πρέπει να λαμβάνονται αποκλειστικά από μία κεντρική αρχή, ώστε να ενισχύεται η σχολική αποτελεσματικότητα. Η σχολική αποτελεσματικότητα, στην έρευνα αυτή, μελετάται μέσα από την επαγγελματική ικανοποίηση και το εργασιακό άγχος των διευθυντών.
Η σύνδεση του θέματος με τη σχολική αποτελεσματικότητα, η έλλειψη επαρκούς έρευνας επί του θέματος και η ύπαρξη αντικρουόμενων ευρημάτων στη διεθνή βιβλιογραφία, καθιστούν τη μελέτη αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Η παρούσα έρευνα ακολουθεί ένα πρωτότυπο μεθοδολογικό σχεδιασμό, χρησιμοποιώντας σενάρια για τη μελέτη μίας υποθετικής κατάστασης. Ο μεθοδολογικός αυτός σχεδιασμός επιτρέπει τον έλεγχο και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων σχολικής αυτονομίας -που προτείνονται μέσα από την παρούσα διατριβή-, προτού καν αυτά εφαρμοστούν. Άλλα σημαντικά πλεονεκτήματα της μεθόδου των σεναρίων είναι η ενθάρρυνση των ερωτώμενων να ασκήσουν κριτική στην υπάρχουσα κατάσταση και να σκεφτούν τις εναλλακτικές επιλογές, η προετοιμασία τους για μια πιθανή εκπαιδευτική αλλαγή και η αποφυγή της αντίστασης εκ μέρους τους.
Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία έρευνα επισκόπησης όσον αφορά στο πρώτο της στάδιο, αυτό δηλαδή της αξιολόγησης της υπάρχουσας κατάστασης στην Κύπρο (σενάριο πολύ περιορισμένης/καμίας αυτονομίας) και της μελέτης της επαγγελματικής ικανοποίησης και του εργασιακού άγχους σε σχέση με τη σχολική αυτονομία. Η ιδιαιτερότητα όμως της έρευνας, έγκειται στο γεγονός ότι με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δεδομένων για τα σενάρια πλήρους και καμίας αυτονομίας, σχηματίζεται ένα μοντέλο σχολικής αυτονομίας (που φαίνεται να ενισχύει τη σχολική αποτελεσματικότητα, μέσω της αύξησης της επαγγελματικής ικανοποίησης και της μείωσης του εργασιακού άγχους των διευθυντών). Το μοντέλο αυτό δίνεται ξανά στους διευθυντές για να μετρηθούν εκ νέου οι δύο εξαρτημένες μεταβλητές (ικανοποίηση και άγχος), ώστε να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητά του.
Μέσα από τα πρώτα δύο ερωτηματολόγια φάνηκε ότι ο βαθμός επαγγελματικής ικανοποίησης των διευθυντών ήταν ψηλότερος στο σενάριο πλήρους αυτονομίας, ενώ το εργασιακό άγχος των διευθυντών ήταν περίπου το ίδιο στα δύο σενάρια. Κατά τη σύγκριση της επαγγελματικής ικανοποίησης και του εργασιακού άγχους των διευθυντών για κάθε απόφαση ξεχωριστά, φάνηκε ότι οι αποφάσεις στις οποίες οι διευθυντές χρειάζονται επιπλέον στήριξη και καθοδήγηση, αφορούν στην επιλογή του υλικού και εγχειριδίων διδασκαλίας, τις προσλήψεις του προσωπικού, τη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών, τις προαγωγές και τον πιθανό τερματισμό της συνεργασίας. Με βάση τα αποτελέσματα αυτά, δημιουργήθηκε το νέο σενάριο με το προτεινόμενο μοντέλο αυτονομίας, στο οποίο δίνεται πλήρης αυτονομία σε όλες τις αποφάσεις, εκτός από τις προαναφερόμενες όπου ενισχύονται τα μέτρα στήριξης, επιμόρφωσης και ελέγχου των διευθυντών. Τα αποτελέσματα από τα πρώτα δύο σενάρια πλήρους και καμίας αυτονομίας καταδεικνύουν την αναγκαιότητα για αλλαγή, αφού η περίπτωση καμίας σχολικής αυτονομίας (σενάριο που βρίσκεται πολύ κοντά στην υπάρχουσα κυπριακή πραγματικότητα) επέφερε τη λιγότερη επαγγελματική ικανοποίηση στους διευθυντές των δημοτικών σχολείων. Τα αποτελέσματα από το τρίτο ερωτηματολόγιο κατέδειξαν ότι το νέο σενάριο αυτονομίας επιφέρει μεγαλύτερη επαγγελματική ικανοποίηση και λιγότερο εργασιακό άγχος στους διευθυντές, σε σχέση με τα προηγούμενα δύο σενάρια, καθιστώντας το προτεινόμενο μοντέλο αυτονομίας πιο αποτελεσματικό από την παρούσα κατάσταση στον κυπριακό χώρο, αλλά και από την περίπτωση πλήρους αυτονομίας σε όλους τους εκπαιδευτικούς τομείς.
Η εφαρμογή του προτεινόμενου μοντέλου ενίσχυσης της σχολικής αυτονομίας στην Κύπρο πρέπει να γίνει με την ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων. Πιο συγκεκριμένα, είναι αναγκαία η σωστή προετοιμασία, επιμόρφωση και συμβουλευτική στήριξη των διευθυντών, ώστε να ενισχυθεί η ετοιμότητα και η αποτελεσματικότητά τους σε μια τέτοια εκπαιδευτική αλλαγή. Επίσης, είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός γενικού πλαισίου μέσα στο οποίο μπορούν να ληφθούν, εκ μέρους των διευθυντών, συγκεκριμένες αποφάσεις, με τη διατύπωση γενικών κατευθυντήριων γραμμών και οδηγιών που έχουν βοηθητικό και συμβουλευτικό σκοπό. Ταυτόχρονα πρέπει να δίνεται η ελευθερία στους διευθυντές να καινοτομήσουν, να συμβάλουν δίνοντας τις δικές τους ιδέες και απόψεις ανά πάσα στιγμή. Η ύπαρξη αρμόδιων επιτροπών για κάθε τομέα αποφάσεων (διοικητικό-οικονομικό, ακαδημαϊκό-παιδαγωγικό, διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού) και εξειδικευμένων συμβούλων που θα έχουν τύχει εκπαίδευσης και επιμόρφωσης με βάση τα διεθνή εκπαιδευτικά δεδομένα, θα βοηθήσει στην ενίσχυση της αυτονομίας του διευθυντή, δίνοντάς του την ευκαιρία να συζητήσει και να εφαρμόσει καινοτόμες ιδέες και πρακτικές. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην προτεινόμενη εκπαιδευτική αλλαγή είναι αυτό της στήριξης και βοήθειας των διευθυντών σε γραμματειακά θέματα και καθήκοντα. Σημαντική είναι ακόμα η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού δικτύου συνεργασίας μεταξύ των σχολείων, που μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως με τη δημιουργία διαδικτυακής πλατφόρμας, προκαθορισμένες συναντήσεις κλπ.
Όλες οι πιο πάνω προτάσεις που αφορούν στον κυπριακό χώρο μπορούν να εφαρμοστούν και διεθνώς. Μερικοί από τους τρόπους αυτούς ήδη τηρούνται στο εξωτερικό (όπως τα δίκτυα συνεργασίας σχολείων) και μέσα από την έρευνα αυτή υπερτονίζεται η αναγκαιότητά της συνέχισης και της βελτίωσης του έργου τους. Επίσης, προτείνεται η τήρηση αρχείου/καταλόγου εγκεκριμένων αποφάσεων και προτάσεων των σχολείων από την αρμόδια κεντρική αρχή, στον οποίο θα μπορούν να έχουν πρόσβαση όλοι οι διευθυντές, μέσα από τη δημιουργία μίας διαδικτυακής πλατφόρμας επικοινωνίας. Η εφαρμογή τέτοιων μέτρων θα μπορούσε να εξοικονομήσει σημαντικούς πόρους στο εκάστοτε εκπαιδευτικό σύστημα.
Οι αποφάσεις που αφορούν στην επιλογή του υλικού και εγχειριδίων διδασκαλίας, στις προσλήψεις του προσωπικού, τις προαγωγές και τον τερματισμό της εργασίας τους, θέματα τα οποία ανησυχούσαν περισσότερο τους διευθυντές στην παρούσα έρευνα, αξίζει να διερευνηθούν περαιτέρω, όχι μόνο στον κυπριακό χώρο, αλλά και διεθνώς. Η ανάγκη των διευθυντών της Κύπρου για περισσότερη καθοδήγηση, στήριξη και επιμόρφωση στα θέματα αυτά, ή ακόμη και για αυξημένο έλεγχο από μία εκπαιδευτική αρχή, πιθανόν να ισχύει και στην περίπτωση άλλων χωρών.
Στοιχείο κεντρικής σημασίας για την έρευνα είναι ότι η προτεινόμενη αλλαγή, που αφορά στην ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας στην Κύπρο, όχι μόνο μελετάται σε σχέση με την ίδια τη σχολική αποτελεσματικότητα, αλλά αξιολογείται και με βάση αυτήν. Η βαρύτητα και η αναγκαιότητα για μια τέτοια εκπαιδευτική αλλαγή γίνονται με τον τρόπο αυτό επιβεβαιωμένα εντονότερες. Η προσέγγιση του θέματος της σχολικής αυτονομίας μέσα από όλες τις πιθανές αποφάσεις που επηρεάζονται από σχετικά μέτρα, είναι ένα πρωτοποριακό χαρακτηριστικό της παρούσας έρευνας, δίνοντας τη δυνατότητα για υποστήριξη μίας ολοκληρωμένης πρότασης για το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα. Το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, καλείται πλέον να απομακρύνει τον συντηρητισμό και τη στασιμότητα και να ακολουθήσει τις διεθνείς τάσεις για ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας. Το μοντέλο σχολικής αυτονομίας που προτείνεται μέσα από την παρούσα διατριβή, αποτελεί μία αποτελεσματική πρόταση για το σχεδιασμό της αντίστοιχης εκπαιδευτικής αλλαγής.This dissertation addresses the issue of school autonomy in Cyprus. This subject has been under examination for several decades in the international educational arena and many related educational reforms have been implemented, contrary to the stagnation and strict centralization that characterize Cyprus.
The purpose of the study is to create a model of school autonomy that defines which decisions (related to various administrative, financial, academic, pedagogical and human resources matters) must be taken at school level, which decisions can be taken partly from the individual school (with a higher level of control and direction from the ministry) and which have to be taken exclusively by a central authority, in order to enhance school effectiveness. In the specific dissertation, school effectiveness is studied through headteachers’ job satisfaction and work-related stress.
Linking the subject under examination with school effectiveness makes this study especially important along with the lack of adequate research on the matter and the existence of conflicting opinions throughout the literature. This research follows an original methodological design, using scenarios to examine a hypothetical situation. This methodology allows the examination and evaluation of this study’s suggestions –related to school autonomy- before these are implemented. Other important advantages of this method is the encouragement of the respondents to criticize the status quo and consider alternatives, something that can help the preparation for a possible related educational reform and the avoidance of resistance to change.
The first part of the study has to do with the assessment of the current situation in Cyprus, using the first scenario of very limited/no autonomy in order to evaluate the headteachers’ job satisfaction and work-related stress. The important and unique characteristic of the study has to do with the fact that through the examination of the results from the scenarios of full and no autonomy, a new scenario is formed where the suggested model of school autonomy is described; this scenario is given to another group of headteachers in order to examine again the level of job satisfaction and work-related stress, thus retesting in this way the effectiveness of the model.
The results of the first two questionnaires, with the scenarios of full and no autonomy, showed that the level of headteachers’ job satisfaction is higher in the case of full autonomy, whereas the work-related stress was approximately the same. Comparing the level of job satisfaction and stress for each one of the educational decisions a headteacher has to take during his/her work, it can be said that the decisions where the headteachers need more support and guidance are the ones related to the selection of textbooks and teaching materials, the appointment of personnel, teachers’ salaries, promotions and possible dismissals. Based on these results, the new scenario was formed, in which full autonomy is given in all the decisions except from the above where the support measures, training, guidance along with control are enhanced. The results from the two scenarios of full and no autonomy indicate great need for change, since the case of no autonomy (a scenario presenting actually the existing situation in Cyprus) resulted to the lowest level of headteachers’ job satisfaction. The results of the third questionnaire showed that the new scenario and the suggested model of school autonomy causes the highest level of job satisfaction and the lowest level of work-related stress within all the three scenarios under examination.
The implementation of the suggested model of school autonomy has to be done under some important requirements. Specifically, the proper preparation, training and counselling of headteachers are necessary in order to enhance their readiness and effectiveness in a relevant educational reform. It is also important to form a general framework with guidelines and instructions which can help and advice headteachers to take the right decisions. At the same time, headteachers must have the opportunities to think freely, innovate and share their own opinions and ideas. The work of specialized consultants -who will be trained and educated on the basis of the international educational agenda- and advisory committees for each theme (administrative-financial, academic-educational, human resource etc.) can help a head teacher to discuss and implement innovative ideas and practices. Another point that has to be taken into consideration relates to the support and assistance of headteachers in secretarial tasks and workload. Additionally, it is essential to form an effective network of cooperation between schools, which can be supported with scheduled meetings and communication through a specific site or internet platform etc.
All of the above suggestions can be taken into consideration and applied not only in Cyprus, but also internationally. Some of these methods are already applied abroad (such as various forms of school networks) and the results of this study emphasize the necessity of continuing and improving their work. Also, keeping a record of the decisions which the educational authorities have already approved and giving the opportunity for the headteachers to easily access and study that list through an online platform or site, can help saving valuable resources and time.
According to the results of the study, there are some educational matters that have to be examined further. These matters relate to the decisions which caused increased stress to the headteachers of the study and concern the selection of textbooks and teaching material, staff appointments, promotions and termination of their employment. The need Cypriot headteachers showed for increased guidance, training, help or even control from the educational authorities in the above matters, may be true for headteachers in other countries as well. Thus, it is important for the international literature to include more studies examining these stressful parts of a headteacher’s job.
The educational change, suggested in the specific study, related to the increase of school autonomy level in Cyprus, not only has been studied in relation to school effectiveness but it has been also evaluated according to school effectiveness; this has been an essential characteristic of the dissertation. This evaluation confirms and emphasizes the need for change. The way school autonomy is approached, through all the possible decisions that may be affected by relevant measures, consists an innovative feature of the study, allowing the researcher to form a more comprehensive proposal for the educational system in Cyprus. The Cypriot educational system is called now to move away from conservatism, stagnation and strict centralization and to follow the international trends to enhance school autonomy. The school autonomy model suggested in this thesis, consists an effective proposal for designing the relevant educational change