1696 research outputs found
Sort by
Ανάπτυξη μοντέλου και αντιρυπαντικών τεχνολογιών για μείωση εκπομπών καυσαερίων σε κινητήρες οχημάτων
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.-------Environmental degradation began in prehistoric times and took alarming proportions after the
industrial revolution, which was accompanied by the rapid development of technology.
Humans aimingatsociety evolution, led to overexploitation and wasteful use of natural
resources, pollution and the degradation and destruction of healthy living conditions and
evolution of the human species on planet Earth thus becomes more imperative to ensure
environmental sustainability. The future of clean air and the depleted ozone by emissions is a
huge threat for the future, and must now find solutions for the sustainability of our future
generations.
The environmental sensitivity, awareness of climate change and depletion of energy resources
increasingly leads to finding alternative energy sources, and especially renewables. Reducing
emissions in existing motor vehicles and more generally the transport, is a key challenge in
moving towards sustainable development and a safeguarding of the public and social interest,
and compliance with environmental regulations.
The rapid and growing spread of cars with internal combustion engines in recent decades has
contributed largely to two particularly important problems requiring solution anyway. In the
spirit of the new data and based on European policy on performance standards for emissions
from new passenger cars and the Community's integrated approach to reduce CO2 emissions
from light-duty vehicles, has introduced stricter limits on pollutant emissions from light road
vehicles with the entry into force of the standard Euro 6.
The Euro 6 standard implemented by September 1, 2014 and the approval for implementation
by September 1, 2015, regarding the registration and sale of new types of vehicles. Therefore,
vehicle manufacturers led the design and manufacture of electric vehicles, while last intensify
their efforts for mass production and promotion of electric vehicles. However, in light of the
economic crisis possible new vehicle market that covers this standard is ominous for a median
household. Therefore modifications and alternative technologies to existing traffic vehicles
giving solution with reduced implementation costs, reduced emissions and reduced fuel
consumption, which on average is depreciated over a year.
Therefore, the objective of this thesis is to investigate whether combined antipollution
technologies and alternative fuels could be implemented in petrol cars and diesel engines
retrospectively to further reduce emissions on the one hand and reduce fuel consumption on
the other hand.
Specifically, antifouling technologies are separated and combined in existing motor vehicles,
depending on the type of fuel used in gasoline and diesel. Implementation and explanation of
the technologies in two vehicle types, using dual fuel is conducted and exhaust emissions are
studied experimentally after a road trip of 100km in the city of Nicosia.
The aim of this experimental research is to combine the production of HHO in a customizable
interface and channeled it into the fuel supply system with booster combustion and reduces
exhaust emissions to the simple process of chemical electrolysis, without the need for
additional storage tanks in the car. In extension of this experimental research the dual fuel
operation in four-cylinder turbocharged engine (CI) and (SI) with indirect injection gas as
tertiary source is also explored. In this experiment we investigated the use of 40% of the
9
mixture of gas composed of hydrogen (in a ratio of 70:30) as the tertiary fuel and hydrogen
flow rate of 1.2 L / min and mixed with diesel fuel and gasoline. Further installation systems
such as stop / start and telematics Mobile-eye correcting driving behavior of the driver is
explored which also contribute to reducing emissions.
Decreased emissions were observed with the help of Mobile-Eye because of the sudden
dropped accelerations, the control of exceeding the optimal speed, the excess idling stationary
as well as the stability of the vehicle to the driving line without deviating left and right.
Further in both vehicles technology was placed stop / start. The extracted measurement results
shows of both vehicles were compared to the manufacturer's measurements. Finally a further
comparison was conducted of the final development of the gasoline model with a hybrid
vehicle PRIUS 2 in terms of CO2 emissions.
The future assessment shows that hybrid systems will be the first choice of consumers up to
2020. By reducing the price of the batteries which should contribute so significantly and the
EU with new vehicle purchase grants of this type, the reduction of marketing authorization
will become the first choice market in connection with the upward price of hydrocarbons.
Additionally for the future potential of electric mobility, the EU should release funds for
infrastructure requirements needed for each vehicle type with zero emissions.
From a purely technical perspective electrification / hybridization of the drive system is an
effective measure to reduce energy consumption and greenhouse gas emissions from vehicles.
However, the power supply means and a higher investment cost of the motor. The maximum
degree of power depends on the cost of the basic elements and the specific economic and
political conditions (country of manufacture). The cost of buying a full electric vehicle is
advantageous for damping when gasoline prices are higher than 2 € per liter so as to
consumers to respond.
The earth is a system that miraculous balance and harmony is disturbed by man and his
activities. Once he prevailed on the earth ecosystem as a dominant species and began to
intervene in this disrupting the natural balance of activities and projects, problems began to be
created. The big question is, will the current generation be able to "prevent" to provide a
sustainable environment without compromising the ability of future generations to meet their
own needs..
Προσδιορισμός περιβαλλοντικού και υδατικού αποτυπώματος και αξιολόγηση των προτεινόμενων μεθόδων αποκατάστασης λατομείων σε νησιωτικές περιοχές
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο εξορυκτικός τομέας κατά τη σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από την εντατικοποίηση της παραγωγής ορυκτών, με σκοπό την ικανοποίηση των συνεχώς αυξανόμενων ανθρώπινων αναγκών, επιφέροντας όμως σημαντικές αλλοιώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Παράλληλα, η παγκόσμια κοινότητα προβληματίζεται για ζητήματα έντονης περιβαλλοντικής υποβάθμισης, που έχουν προκύψει, ως αποτέλεσμα της υπέρμετρης ανάπτυξης των οικονομικών δραστηριοτήτων. Για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας της εξορυκτικής δραστηριότητας επιβάλλεται η συστηματική προσέγγιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που την συνοδεύουν και η αναζήτηση καινοτόμων τεχνικών για τον έλεγχο τους, με στόχο την διατήρηση της οικονομικής και συγχρόνως της οικολογικής σταθερότητας.
Η εγκατάσταση και λειτουργία ενός λατομείου περιλαμβάνει πολύπλοκες διεργασίες που δύναται να επηρεάσουν αρκετές περιβαλλοντικές παραμέτρους. Σκοπός της μεταπτυχιακής διατριβής είναι να εντοπίσει και να εκτιμήσει το περιβαλλοντικό και το υδατικό αποτύπωμα από την λειτουργία ενός λατομείου, διερευνώντας τις πτυχές που τα προσδιορίζουν, όπως η ενέργεια, τα απόβλητα, οι αέριες εκπομπές και το νερό. Παράλληλα, εξετάζονται οι μέθοδοι που εφαρμόζονται για την αποκατάσταση των διαταραγμένων λατομικών εκτάσεων.
Η μεθοδολογία προσέγγισης του θέματος περιλαμβάνει την εφαρμογή των διεθνών προτύπων ISO 14064 και ISO 14046, τα οποία βασίζονται στην τεχνική της Ανάλυσης του Κύκλου Ζωής, ελέγχοντας τις εισροές και εκροές του υπό εξέταση συστήματος. Επιπλέον, για την αξιολόγηση των μεθόδων αποκατάστασης που εφαρμόζονται σε λατομεία, χρησιμοποιείται η πολυκριτηριακή μέθοδος. Για την συλλογή των απαιτούμενων δεδομένων προς ανάλυση πραγματοποιήθηκε διανομή ερωτηματολογίου σε λατομικές εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στην ν. Μήλο.
Από τα αποτελέσματα της διατριβής προκύπτουν δείκτες, που αφορούν στην κατανάλωση ενέργειας, στην παραγωγή αποβλήτων, στις προκαλούμενες αέριες εκπομπές και στην κατανάλωση νερού, οι οποίοι προσδιορίζουν την πίεση που ασκείται στο περιβάλλον από την λειτουργία ενός λατομείου και εν μέρει το Περιβαλλοντικό και Υδατικό Αποτύπωμα. Επιπροσθέτως, από τις μεθόδους αποκατάστασης, που εφαρμόζονται σε λατομεία της περιοχής μελέτης, μέσω της πολυκριτηριακής ανάλυσης, προκύπτει πως η μέθοδος της φύτευσης σε συνδιασμό με την εφαρμογή υδροσποράς χωρίς επιπλέον χρήση νερού για ποτίσματα και συντήρηση της αποκατάστασης εμφανίζεται ως ιδανικότερη επιλογή, κυρίως γιατί επιτρέπει στα φυτά να αναπτυχθούν στις τοπικές συνθήκες, ώστε να είναι περισσότερο ανθεκτικά και να επιτυγχάνεται βέλτιστη ανάπλαση των διαταρασσόμενων εκτάσεων.In order to meet the growing human needs of modern times, the mining sector is characterized by intensification of mineral production, while bringing significant distraction of the natural environment. At the same time, the world community is concerned about the intense environmental degradation issues, resulting from the excessive development of economic activities. The mining activity sustainability can be ensured through a systematic approach to the environmental impacts and the search for innovative techniques to control them, in order to maintain both economic and ecological stability. The establishment and the operation of a mine involve complex processes that may affect several environmental parameters. The purpose of the master thesis is to identify and assess the environmental and water footprint out of the operation of a quarry, investigating the determining aspects, such as energy, waste, air emissions and water. At the same time, it examines the methods used to restore disturbed mine land. The methodology includes the application of international standards ISO 14064 and ISO 14046, which are based on the technique of Life Cycle Assessment, controlling the inputs and outputs of the system under consideration. Furthermore, for the evaluation of rehabilitation methods applied in mines, the multi-criteria method is used. For the collection of data required for analysis, a questionnaire was distributed to mining companies operating on the island of Milos, Greece. From the results of the thesis are derived indicators concerning energy consumption, waste production, induced air emissions and water consumption, which determine the pressure on the environment from the operation of a mine and partially from the Environmental and Water Footprint. In addition, from the rehabilitation methods applied in the mines of the studied area, through multi- criteria analysis, it is concluded that the planting method in combination with hydro- seeding without any additional watering together with the maintenance of the restored areas is the perfect choice, especially because it allows plants to become more durable by growing to local conditions and thus achieve the optimal regeneration of distracted areas
Επίδραση της ελληνικής γεωργίας στο φαινόμενο της διάβρωσης των εδαφών
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Οι λειτουργίες του εδάφους, το καθιστούν ένα πολύτιμο οικολογικό, κοινωνικό και οικονομικό
πόρο και εν γένει είναι αυτές που προσδιορίζουν την αναγκαιότητα για διαφύλαξή του. Το βασικό
μειονέκτημα του εδάφους, είναι ο αργός μηχανισμός δημιουργίας του, γεγονός που το καθιστά
πρακτικά μη ανανεώσιμο πόρο και επομένως συνίσταται ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά στην
υποβάθμισή του.
Η διάβρωση του εδάφους αποτελεί ένα φυσικό – γεωλογικό φαινόμενο κατά το οποίο λαμβάνει
χώρα η απομάκρυνση της επιφανειακής στρώσης της γης και η μεταφορά της σε άλλα σημεία υπό
τη δράση του νερού ή του αέρα. Η υποβάθμιση του εδάφους εξαιτίας της διάβρωσης εντείνεται με
τις ανθρωπογενείς επιδράσεις μέσω ακατάλληλων εφαρμοζόμενων γεωργικών πρακτικών όπως η
υπερεκμετάλλευση των γεωργικών εκτάσεων, ο τρόπος άροσης, ο τρόπος συγκομιδής, η συμπίεση
από βαριά μηχανήματα, οι πρακτικές εντατικής μονοκαλλιέργειας, η καθώς και η εντατική χρήση
λιπασμάτων και συστημάτων άρδευσης.
Η καταγραφή της κατάστασης των διαβρωτικών φαινομένων του εδάφους από ανθρωπογενείς
παράγοντες, σε συνδυασμό με τους φυσικούς, στην Ελλάδα και στην Κύπρο αλλά και σε
ευρωπαϊκό επίπεδο γενικά, είναι αναγκαία για τη λήψη κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισής τους. Η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της Θεματικής Στρατηγικής για το Έδαφος (Soil Thematic Strategy,
COM/2006/231) και της Οδηγίας Πλαίσιο για το Έδαφος (Soil Framework Directive,
COM/2006/232)) προωθεί κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής και τεχνολογίες απορρύπανσης και
προστασίας των εδαφών.
Ο σκοπός της παρούσας διατριβής πλαισιώνεται από τους εξής βασικούς θεματικούς άξονες:
η κατανόηση της οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής σημασίας τους εδάφους,
η παρουσίαση της διαδικασίας διάβρωσης του εδάφους από γεωργικές πρακτικές,
η αποτύπωση της κατάστασης των διαβρωτικών φαινομένων από γεωργικές πρακτικές, στην
Ελλάδα, στην Κύπρο και στην Ευρώπη γενικότερα,
η καταγραφή της στρατηγικής για το έδαφος που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από
κώδικες ορθής γεωργικής και καλλιεργητικής πρακτικής και τεχνολογίες απορρύπανσης και
προστασίας εδαφών.
Στην Ελλάδα, οι πρακτικές διαχείρισης και διατήρησης των εδαφών είναι αυτές που εντείνουν τα
φαινόμενα υδατικής και αιολικής διάβρωσης που οφείλονται στους εξής παράγοντες:
Τις βροχοπτώσεις μικρής συχνότητας και μεγάλης έντασης σε συνδυασμό με το ξηρό κλίμα.
Το γεωμορφολογικό και τοπογραφικό ανάγλυφο των ορεινών ελληνικών εδαφών με τις
απότομες κλίσεις που υπάρχουν.
Τα ψαθυρά γεωλογικά υλικά που απαρτίζουν τα περισσότερα ελληνικά εδάφη.
Το χαμηλό ποσοστό οργανικής ουσίας των ελληνικών εδαφών που εντείνει τη διαβρωσιμότητά
τους.
Ειδικότερα η Ελλάδα στις περισσότερες περιοχές της, έχει ετήσια απώλεια εδάφους μέχρι και 2 t
ha-1, ενώ παρουσιάζονται και περιοχές της με ετήσια απώλεια εδάφους πάνω από 10 t ha-1.Οι
περιοχές υψηλού κινδύνου διάβρωσης είναι η δυτική Στερεά Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, η ορεινή ζώνη των Ιονίων νήσων, η Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, η Εύβοια και μέρος της Ηπείρου, Θεσσαλίας και Θράκης.Soil is a valuable ecological and socio-economic resource according its functions, which identify
the need for its protection and preservation. Soil’s main disadvantage, is the slow rate of its
creation, which makes it practically non-renewable source and therefore special caution with regard
to its degradation is needed.
Soil erosion is a natural - geological phenomenon in which the dissociation of the earths surface
layer and its transference under the pressure of water or wind, takes place. Soil degradation due to
erosion is exacerbated by anthropogenic influences through improper applied agricultural practices
such as over-exploitation of the agricultural land, the way of tillage, the harvesting methods, the
compaction from heavy machines, the intensive monoculture practices and the intensive use of
fertilizers and irrigation systems.
Recording this situation of soil corrosive phenomena, resulting from human activities combined
with physical agents, in Greece, Cyprus and even broadly in the European Union, is required in
order to obtain the appropriate countermeasures. The European Commission through the Thematic
Strategy on Soil (COM / 2006/231) and the Framework Directive on Soil (COM / 2006/232)
promotes codes and principles of proper agricultural practices and remediation technologies for the
protection of soil.
The purpose of this research is stated on the following fundamental pillars:
the understanding of the economic, social and ecological importance of soil
the description of the soil erosion procedures on account of agricultural practices
the appraisal of the current situation of soil corrosive phenomena, resulting from human
activities combined with physical agents, in Greece, Cyprus and even broadly in Europe,
through maps
the strategy promoted by the European Union through codes and principles of proper
agricultural and cultivation practices and remediation technologies for soil protection.
In Greece, the agricultural and conservation practices are those that intensify the effects of water
and wind erosion due to the following:
11
The low frequency and high intensity rainfall along with the dry climate.
The steep slopes in the mountainous Greek lands.
The brittle geologic materials on the Greek territories.
The low percentage of organic substance of Greek territories that intensify their corrosivity.
Specifically in Greece’s most regions the annual soil loss is up to 2 t.ha-1, while others score
annual soil loss more than 10 t.ha-1. The high erosion risk areas are considered to be the Western
Central Greece, the biggest part of the Peloponnesus, the mountainous zone of the Ionian Islands,
Crete Island, the Aegean Islands, Evia and part of Epirus, Thessaly and Thrace
Η αποτελεσματικότητα και το οικονομικό όφελος απο τη χρήση της υποκλασματοποιημένης ακτινοθεραπείας στον καρκίνο του μαστού
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Σκοπός: Ο στόχος της παρούσας διατριβής είναι διττός. Αρχικά ο προσδιορισμός του κόστους αλλά και της ασφάλειας - αποτελεσματικότητας της χρήσης της υποκλασματοποιημένης ακτινοθεραπείας στον καρκίνο του μαστού στην Κύπρο. Είναι η πρώτη έρευνα στην Κύπρο που ασχολείται με την υποκλασματοποίηση της ακτινοθεραπείας στον καρκίνο του μαστού και τον υπολογισμό του κόστους θεραπείας, σε σχέση με τη συμβατική τεχνική καθώς και το εάν θα μπορούσε να είναι μια αποδεκτή θεραπεία από τους ακτινοθεραπεύτες που εργάζονται στην Κύπρο. Η διατριβή έχει ως στόχο να συμβάλει στη διεύρυνση της γνώσης, τόσο στο τομέα της κοστολόγησης της ακτινοθεραπείας του μαστού, όσο και γενικότερα στο τομέα των Οικονομικών της Υγείας, ώστε να εμπλουτίσει την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία και να καλύψει τα όποια κενά υπάρχουν.
Μεθοδολογία: Αναζητήθηκαν από το Εθνικό Αρχείο Καρκίνου αναδρομικά οι ιστολογικές εκθέσεις των ασθενών που είχαν ιστολογική επιβεβαίωση για καρκίνο μαστού και είχαν υποβληθεί σε ογκεκτομή ή μαστεκτομή, λεμφαδένα φρουρό ή λεμφαδενικό καθαρισμό. Στη συνέχεια αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις διεθνείς ενδείξεις και θεραπευτικές οδηγίες ποιες από τις αυτές τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού θα μπορούσαν να υποβληθούν σε υποκλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία, εάν αυτές συμφωνούσαν ή εάν το σχήμα ΑΚΘ χρησιμοποιείτο στην Κύπρο. Υπολογίστηκε το κόστος της ακτινοθεραπείας που έλαβαν οι γυναίκες σύμφωνα με το καθορισμένο πρωτόκολλο, για το κόστος της κάθε συνεδρίας ακτινοθεραπείας. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε ο ίδιος αριθμός γυναικών –πληθυσμός εάν ήταν εφικτό να υποβληθούν σε ακτινοθεραπεία με την υποκλασματοποιημένη τεχνική –ποια θα ήταν η κοστολόγηση της θεραπείας τους. Υπολογίστηκε το κόστος σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα μιας και δεν υπάρχουν σαφείς κοστολογήσεις στην Κύπρο. Συμπληρωματικά δόθηκαν ερωτηματολόγια στους Ακτινοθεραπευτές-Ογκολόγους της Κύπρου εάν συμφωνούν με αυτή την τεχνική και εάν θα ήταν εφικτό να τη χρησιμοποιηθεί. Εάν εκτιμούν ότι θα συνέβαλλε στην ποιότητα ζωής τόσο των ασθενών όσο και στην παροχή υπηρεσιών αφού θα ήταν λιγότερες οι μέρες θεραπείας.
Αποτελέσματα: Από το 1090 περιστατικά των γυναικών με καρκίνο του μαστού, σύμφωνα με τις απολυτές ενδείξεις που ανασυρθήκαν από τις διεθνείς οδηγίες θα μπορούσαν να λάβουν το βραχυχρόνιο σχήμα θεραπείας (υποκλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία) οι 138 ασθενείς. Το άμεσο κόστος που υπολογίστηκε από τη χρήση 6
της συγκεκριμένης τεχνικής σε σύγκριση με τη συμβατική ακτινοθεραπεία ήταν σημαντικά μικρότερο. Όσον αφορά τις απαντήσεις που λάβαμε από τα ερωτηματολόγια οι Ακτινοθεραπείες -Ογκολόγοι της Κύπρου δείχνουν να εμπιστεύονται τη συγκεκριμένη τεχνική να γνωρίζουν τις πιθανές παρενέργειες της αλλά και το ποσό σημαντικό είναι το οικονομικό όφελος για τον κρατικό μηχανισμό αλλά και για τις ιδίες τις άρρωστες.
Συμπεράσματα: Με την ανάλυση των δεδομένων επιδιώκεται να τεκμηριωθεί αφενός η αποτελεσματικότητα της θεραπείας αλλά και το χαμηλότερο κόστος αυτής της τεχνικής ακτινοθεραπείας για συγκεκριμένο αριθμό ασθενών με καρκίνο του μαστού, δεδομένου ότι η ακτινοθεραπεία αποτελεί θεραπευτική επιλογή του 70% των καρκινοπαθών. Ουσιαστικά η παρούσα διατριβή, αποτελεί την πρώτη μελέτη στην Κύπρο η διερεύνησε την ύπαρξη μειωμένης κοστολόγησης για την Ακτινοθεραπεία του μαστού σε όσες γυναίκες έχει ένδειξη. Επιπρόσθετα, η διατριβή αυτή, είναι η πρώτη στον ευρύτερο ελληνικό χώρο η οποία θα εξετάσει συγκεκριμένους νοσολογικούς / ιατρογενείς παράγοντες οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν το λειτουργικό άμεσο κόστος των Νοσοκομείων. Τέλος, αποτελεί την πρώτη μελέτη, η οποία ρώτησε την γνώμη των ειδικών για την υποκλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία. Το βασικότερο συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει από τη παρούσα διατριβή, είναι το γεγονός ότι πλέον τόσο η διοίκηση του Υπουργείου Υγείας, άλλα και οι διάφορες διοικήσεις των Νοσοκομείων είναι σε θέση να προσδιορίσουν το λειτουργικό κόστος. Επίσης, έχουν την δυνατότητα της άμεσης πληροφόρησης για τους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος και με τους απαραίτητους χειρισμούς και τις κατάλληλες αποφάσεις, μπορούν να προβούν σε μειώσεις του κόστους αυτού. Η ραγδαία αύξηση του κόστους για την αντιμετώπιση του καρκίνου και η συμβολή της αύξησης αυτής στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό των χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί στην ανάγκη για μείωση του κόστους θεραπείας χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται ελάττωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας που θα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των ασθενών. Σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης, ύφεσης, αλλά και περικοπής των δημοσίων δαπανών, επιτακτική είναι η ανάγκη συγκράτησης του κόστους σε όλους τους δημόσιους φορείς.Objective: The objective of this thesis is twofold. Initially the determination of cost, safety and effectiveness of the use of hypofractionated radiotherapy in breast cancer patient in Cyprus. It is the first survey in Cyprus dealing with hypofractionated radiotherapy in breast cancer and estimating the cost of treatment, compared it with the conventional technique. The thesis aims to contribute to the expansion of knowledge, both in the area of cost of breast radiation, and more generally in the field of Health Economics to enrich the existing literature and fill any gaps that exists.
Methods: We did retrospective research from Sought the National Cancer Registry the histological reports of patients who had histological confirmation of breast cancer and had undergone lumpectomy or mastectomy, sentinel lymph node or axillary lymph node clearance. Were then evaluated according to international guidelines and evidenced based medicine which of these women with breast cancer could undergo hypofractionated radiotherapy if they agree or if this treatment could be offered in in Cyprus. The the cost of radiotherapy-treated women was estimated, , the cost of each session of radiotherapy and the cost of the whole treatment delivered. Then we evaluated the same number of women if it was possible to undergo hypofractionated radiotherapy technique, which would be the cost of their treatment. Estimated costs according to European standards since there are no clear costings in Cyprus. Additional questionnaires were given to Radiotherapists-Oncologists working in Cypriot Public Hospitals, to report whether they agree with this technique and whether it would be feasible to use. Another part of the questionnaire was if they believe that this technique would contribute to the quality of life of both patients and the provision of services as would be fewer days of treatment.
Results: The cohort of patients that were retrieved from the National Cancer Registry for the years 2010-2011 were 1090 cases of women with breast cancer. The number of patient that could receive the hypofractionated radiotherapy were 138 women, according to absolute evidence retrieved from international guidelines. The direct cost calculated by the use of this technique as compared to conventional radiation therapy was significantly less. As regards the answers received from the questionnaires seem to think that this technique is safe for the patient in the terms of acute and long-term side-effects. Furthermore, the doctors seem to understand the importance of the economic 8
benefit from hypofractionated radiotherapy as far as the public expenditure are concerned.
Conclusion: By analyzing the data sought to be established on the one hand the effectiveness of the treatment and the low cost of this technique radiotherapy for a number of patients with breast cancer , since the radiation therapy is a therapeutic option in 70 % of cancer patients. Essentially the present study is the first study in Cyprus investigated the existence of reduced cost for breast radiation in women with breast cancer.
Additionally, this thesis is the first which addresses that choices in therapeutic factors may affect the operating direct costs of hospitals. Finally, it is the first study, which asked the opinion of experts to Hypofractionated radiotherapy. The main conclusion which results from the present study is the fact that now both the administration of the Ministry of Health, but also the various administrations of the Hospital is able to identify the operating costs.
They also have the possibility of direct information about the factors that affect the cost so as to able in the future to take the appropriate decisions that would lead to cost reductions. The rapid increase in costs for the treatment of cancer and its contribution to this increase in medical costs spent of countries worldwide, leads to the need to reduce the cost of treatment, without compromising with safety and the quality of the offered treatments. In an environment of economic crisis, recession, and cut public spending, there is an urgent need to contain costs in health sectors
Αντιλήψεις και πρακτικές των Ελληνοκυπρίων εκπαιδευτικών για την καλλιέργεια "προσφυγικής συνείδησης" στο δημοτικό σχολείο
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να διερευνήσει τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των Ελληνοκύπριων εκπαιδευτικών για την καλλιέργεια της «προσφυγικής συνείδησης» στο Δημοτικό Σχολείο. Στα πλαίσια του ίδιου σκοπού, εξετάστηκε παράλληλα ο ρόλος της προσφυγικής ταυτότητας και του κοινωνικού φύλου των εκπαιδευτικών σε αυτή τη διαδικασία. Το θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας περιλάμβανε τη θεωρία της διατομής και τη μεταμοντέρνα κριτική θεωρία.
Συγκεκριμένα, η έρευνα εστίασε σε τέσσερα ερωτήματα. Το πρώτο αφορούσε στον τρόπο με τον οποίο οι Ελληνοκύπριοι εκπαιδευτικοί και μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης αντιλαμβάνονται την έννοια του «πρόσφυγα» στο συγκείμενο της Κύπρου. Με το δεύτερο διερευνήθηκαν οι πρακτικές διδασκαλίας που χρησιμοποιούνται στη δημοτική εκπαίδευση όσον αφορά στην καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης στους μαθητές και ταυτόχρονα, εξετάστηκαν τυχόν διαφορές στις πρακτικές ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς πρόσφυγες και μη. Το τρίτο ερώτημα, επικεντρώθηκε στο ρόλο που διαδραματίζει το κοινωνικό φύλο των Ελληνοκύπριων εκπαιδευτικών στις διαδικασίες αυτές. Τέλος, εξετάστηκαν οι αντιλήψεις των συμμετεχόντων για τις παιδαγωγικές προσεγγίσεις που μπορούν να αναπτυχθούν, οι οποίες θα σέβονται αφενός την προσφυγική συνείδηση, ενώ αφετέρου θα δημιουργούν ευκαιρίες για υπέρβαση της περιοριστικής υποκειμενικότητας του πρόσφυγα.
Χρησιμοποιήθηκε ποιοτική μεθοδολογία· συγκεκριμένα, ως μέθοδοι συλλογής δεδομένων αξιοποιήθηκαν συνεντεύξεις και μελέτες περίπτωσης. Στην πρώτη φάση, πραγματοποιήθηκαν σαράντα συνεντεύξεις Ελληνοκύπριων εκπαιδευτικών και μαθητών δημοτικής εκπαίδευσης (είκοσι συνεντεύξεις από την κάθε ομάδα). Για την έρευνα επιλέγηκε ο τύπος της ημιδομημένης συνέντευξης με τη μορφή της προφορικής ιστορίας και η επιλογή των ατόμων έγινε με τυχαία δειγματοληψία και δειγματοληψία χιονοστιβάδας. Στη δεύτερη φάση, έγινε επιλογή πέντε εκπαιδευτικών με σκόπιμη δειγματοληψία στους οποίους πραγματοποιήθηκαν από τέσσερις μη συμμετοχικές παρατηρήσεις της διδασκαλίας τους. Οι περιορισμοί της έρευνας σχετίζονται με την επιλογή των συμμετεχόντων, τις μεθόδους συλλογής των δεδομένων και το θέμα το οποίο διερευνήθηκε.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν την οικοδόμηση της έννοιας του πρόσφυγα στο σχολείο και τη σύνδεση της με συναισθήματα πένθους και απώλειας. Στο πλαίσιο αυτό, φάνηκε η συγκειμενοποίηση της έννοιας από τους συμμετέχοντες, με βάση τα χαρακτηριστικά των Ελληνοκύπριων προσφύγων. Παράλληλα, διαπιστώθηκε μεταφορά της προσφυγικής ταυτότητας από την πρώτη στη δεύτερη και τρίτη γενιά. Αν και η παρουσία προσφυγικής συνείδησης στη δεύτερη γενιά εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό, στην τρίτη γενιά εμφανίζεται μειωμένη. Διαπιστώθηκε, δηλαδή, μείωση στη συχνότητα παρουσίας στοιχείων προσφυγικής συνείδησης στην τρίτη γενιά.
Τα αποτελέσματα, επίσης, έδειξαν το ρόλο των εκπαιδευτικών στην καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό πως πολλές από τις πρακτικές διδασκαλίας που χρησιμοποιούνται από τους συμμετέχοντες αποτελούν μια λογοτεχνίζουσα προσέγγιση, η οποία επιτυγχάνει περισσότερο συναισθηματοποίηση παρά ενσυναίσθηση στους μαθητές. Η πρακτική «ανθρώπινες μαρτυρίες», αν και δεν χρησιμοποιείται συχνά από τους συμμετέχοντες εκπαιδευτικούς, εντούτοις ξεχώρισε ως η καταλληλότερη πρακτική που θα επέλεγαν για καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης. Επιπρόσθετα, μέσα από την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας, διαπιστώθηκε, πως δε γίνεται ικανοποιητική προσπάθεια από τους συμμετέχοντες για σύνδεση της περίπτωσης των Ελληνοκύπριων προσφύγων με άλλα προσφυγικά ζητήματα. Αποτέλεσμα είναι η προβολή της διήγησης των Ελληνοκύπριων προσφύγων από τους εκπαιδευτικούς ως μια αντικειμενική και μοναδική ιστορία.
Παράλληλα, διαπιστώθηκε ο ρόλος της προσφυγικής ταυτότητας των εκπαιδευτικών στις διαδικασίες διδασκαλίας του «Δεν Ξεχνώ» για καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης. Η διάθεση των εκπαιδευτικών αυτών, η διήγηση των προσωπικών τους βιωμάτων και η εξωτερίκευση των συναισθημάτων τους είναι στοιχεία τα οποία φαίνεται πως κατασκευάζουν συγκεκριμένο πλαίσιο μάθησης για τα θέματα αυτά. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε η διαφοροποίηση στις πρακτικές διδασκαλίας από τις γυναίκες εκπαιδευτικούς σε σύγκριση με τους άντρες εκπαιδευτικούς. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε διαφοροποίηση ως προς τρεις παραμέτρους, όσον αφορά στο ύφος της προσέγγισης, στην επιλογή της μεθοδολογίας και στην επιλογή θεματολογίας. Η επιρροή του ρόλου της «μητέρας» συζητήθηκε ως επιπρόσθετο επιμέρους χαρακτηριστικό που είναι δυνατόν να επηρεάσει τη διδασκαλία.
Η συνεισφορά της έρευνας προσδιορίζεται σε θεωρητικό και ταυτόχρονα εμπειρικό επίπεδο. Η θεωρητική συνεισφορά συνοψίζεται στην επέκταση της θεωρίας όσον αφορά στην προσφυγική συνείδηση. Ουσιαστικά, η έρευνα αυτή παρουσιάζει για πρώτη φορά συγκεντρωτικά αποτελέσματα για την καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης των Ελληνοκυπρίων από τους εκπαιδευτικούς στη δημοτικό σχολείο. Επίσης, η έρευνα αυτή συνέβαλε στην αποκάλυψη του ρόλου του φύλου και της προσφυγικής ταυτότητας των εκπαιδευτικών στις πρακτικές καλλιέργειας της προσφυγικής συνείδησης. Στη μέχρι τώρα διεθνή βιβλιογραφία δεν υπάρχει κάποια έρευνα που να επιδιώκει αυτή την επέκταση.
Όσον αφορά στην εμπειρική συνεισφορά, τα αποτελέσματα της έρευνας αναμένεται ότι θα βοηθήσουν τους εκπαιδευτικούς στην καθημερινή τους πρακτική σε θέματα διαχείρισης της προσφυγικής συνείδησης. Τα αποτελέσματα αποτελούν μια ευκαιρία γνωριμίας των εκπαιδευτικών με τις διαστάσεις και διαδικασίες καλλιέργειας της προσφυγικής συνείδησης στο σχολικό χώρο. Μέσα από αυτά, αναδεικνύεται η ανάγκη οι εκπαιδευτικοί να είναι περισσότερο (ανα)στοχαστικοί όσον αφορά στις πρακτικές διδασκαλίας που χρησιμοποιούν στα πλαίσια του «Δεν Ξεχνώ» και στις παιδαγωγικές συνέπειες των επιλογών τους για την καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης. Επιπλέον, η έρευνα αυτή αποτελεί σημαντική ανατροφοδότηση για όσους φορείς ενδιαφέρονται για τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό και την εκπαιδευτική πολιτική. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας παρέχουν, τέλος, ενδείξεις για την ανάγκη διεξαγωγής περαιτέρω έρευνας σε σχέση με την καλλιέργεια της προσφυγικής συνείδησης και τις επιπτώσεις για τα αναλυτικά προγράμματα και τη διδασκαλία.The aim of the present dissertation is to investigate the perceptions and practices of Greek Cypriot teachers for the cultivation of “refugee consciousness” at the primary school level. The role of teachers’ gender and teachers’ refugee identity in the procedure has been also examined. The theoretical framework of the study included intersectionality theory and postmodern critical theory.
The research study focused on four questions. The first question investigated the way Greek Cypriot teachers and students of Primary Education perceive the idea of «refugee» in the context of Cyprus. The second question examined the practices adopted in primary education to retain refugee consciousness. At the same time, possible differences on practices among refugee and non refugee teachers were examined. The third question focused on the role of Greek Cypriot teachers’ gender on these practices. Finally, the research study examined the participants’ perceptions on pedagogical approaches that respect refugee consciousness, while creating possibilities for overshooting the restrictive subjectivity of the refugee.
Qualitative methodology was used; specifically, semi-structured interviews with oral history approach characteristics and case studies were utilized as methods of data collection. The research was conducted in two phases. During the first phase, forty interviews were carried out with twenty Greek Cypriot teachers and twenty Greek Cypriot students of primary school. The sampling was a result of a randomly and a snowball selection of the participants. During the second phase, five teachers were selected using deliberate sampling selection and four non-participatory observations of their teaching practice were conducted for each one. Research limitations involved the selection of participants, the methods of data collection and the scope of the issue investigated.
The findings show the construction of the term «refugee» at school based on feelings of mourning and loss. In this context, data show the contextualization of the term that participants’ attain; based on the Greek Cypriots refugees’ characteristics. Moreover, in light of the research results, refugee identity seems to be transferred from the first generation to the second and third in a diminishing manner.
Evidence, also, showed the role of teachers in forging refugee consciousness. The results confirm that many of the teaching practices used constitute a non experiential approach which finally achieves emotionalization rather than empathy. Although bringing “authentic voices” was not one of the practices frequently used at school, this practice was selected by the participants as the best one in forging refugee consciousness. In addition, results show that participants did not make a big effort connecting the case of Greek Cypriot refugees with other refugee issues. As a result, the story of Greek Cypriot refugees is seen as an objective and unique narration.
The analysis of data showed the influence of teachers’ refugee identity in the process of teaching “I don’t forget” at school. The will of the teachers, the narration of their personal experience as well as the expression of their personal sentiments created a certain context of learning. Moreover, a differentiation in the practices of teaching of female teachers was shown in comparison to male teachers. Specifically, difference was seen in three parameters: the teaching approach, the methodology and the selection of issues examined. The influence of their role as “mothers” was also discussed as an additional characteristic.
The contribution of the research is both theoretical as empirical. The theoretical contribution lies in the expansion of theory regarding refugee consciousness. Actually, this research presents for the first time results on cultivating refugee consciousness of Greek Cypriots at the elementary school. Also, this study has contributed to the delineation of the role that gender and refugee identity of teachers play in these teaching practices. According to international literature, there is no evidence so far of a study seeking the entanglement of these identities with the procedures of refugee consciousness.
As far as the empirical contribution is concerned, the results are expected to help teachers in their daily practice at school on issues on navigating through issues of refugee consciousness. The results give a valuable opportunity to teachers to get familiar with the dimensions and processes of refugee consciousness that take place at school. The need for teachers to be reflective regarding practices of refugee consciousness is shown. Moreover, this research gives important feedback to those interested in educational practice, curriculum as well as, educational policy. Finally, the results of this study indicate the need for further research concerning refugee consciousness and the implications for curriculum and teaching
Τραπεζική λογιστική-ανάλυση του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Τραπεζών και εφαρμογή του στην Κίνηση Κεφαλαίων μεταξύ τραπεζών
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Ο σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να παρουσιάσει το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο των
Τραπεζών (ΚΛΣΤ) και την εφαρμογή του στις εργασίες Κίνησης Κεφαλαίων μεταξύ
Τραπεζών.
Θα γίνει παρουσίαση της δομής και της διάθρωσης του ΚΛΣΤ αλλά και των γενικών Αρχών
που διέπουν την χρήση του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου.
Θα παρουσιαστούν συνοπτικά όλες οι τραπεζικές εργασίες και θα γίνει αναλυτική
παρουσίαση των εργασιών της Κίνησης Κεφαλαίων μεταξύ τραπεζών και η λογιστική
απεικόνισης τους.
Αναλύονται έννοιες σχετικές και απαραίτητες για την κατανόηση του κυκλώματος της
Κίνησης Κεφαλαίων, όπως οι Ανταποκρίτριες Τράπεζες και τα διάφορα συστήματα που
εξυπηρετούν τη κίνηση Κεφαλαίων.
Τέλος μέσα από την ανάλυση των στατιστικών στοιχείων που παρουσιάζονται δίνονται
απαντήσεις στα παρακάτω βασικά ερωτήματα:
Τι εργασίες πραγματοποιούν τα τραπεζικά ιδρύματα για την εξυπηρέτηση της μεταφοράς
κεφαλαίων;
Ποιος είναι ο όγκος αυτών των εργασιών;
Ποια είναι τα κανάλια που επιλέγονται για την διενέργεια αυτών των συναλλαγών και
τέλος
Πως διεκπεραιώνονται αυτές οι εργασίες από το δίκτυο των καταστημάτων και πως
απεικονίζονται οι εργασίες αυτές με τη βοήθεια του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου των
ΤραπεζώνThe purpose of this thesis is the presentation of the Banking Sector Chart of Accounts and its
application to the Funds Transfer.
We will present the structure of the Banking Sector Chart of Accounts as well as the general
rules that apply to the Banking Sector Chart of Accounts
We will briefly present all provided banking services and we will explicitly describe the
services of Funds Transfer and their display through accounting data.
We will analyze relevant and crucial concepts regarding the comprehension of Fund Transfer
channel, such as Correspondent Banks and the array of systems that accommodate the Funds
Transfer.
Finally, through analysis of the presented statistical data we will provide answers to the
following basic queries:
What kind of transactions banks carry out in order to accommodate Funds Transfer?
How large is the range of these transactions?
Which channels are implemented for these transactions, and finally
How are these transactions processed through bank branches and how they are represented
via the Banking Sector Chart of Account
Το Green Marketing στον κλάδο της Κλωστοϋφαντουργίας: Η πράσινη επιχειρηματική φιλοσοφία συνυφασμένη με την κερδοφορία
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η εξέλιξη του Πράσινου Μάρκετινγκ οφείλεται στο ενδιαφέρον για ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην πρακτική και τις αρχές του μάρκετινγκ, από τη δεκαετία του 1970. Παρόλο που το μάρκετινγκ, έχει κατηγορηθεί ως το κύριο κακό για το ρόλο του στην προώθηση της ζήτησης και της κατανάλωσης σε μη βιώσιμα επίπεδα, θεωρείται ως ο πιθανός σωτήρας για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και περιβαλλοντολογικών προβλημάτων. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια του κύκλου ζωής των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του προϊόντος, τόσο περισσότερο εφαρμόσιμο τείνει να είναι το μίγμα πράσινου μάρκετινγκ στη μεταποιητική βιομηχανία, κυρίως λόγω της μετάλλαξης του παγκόσμιου ανταγωνιστικού τοπίου.
Καθώς τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα κατατάσσονται στην τέταρτη θέση της κατηγορίας των προϊόντων που προκαλούν τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις , ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας, είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένος με τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και δημόσια διοικητικά θέματα. Έτσι, μέσα από την εξερεύνηση και αξιολόγηση των συμβιβασμών, μεταξύ των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων (π.χ. η «τριπλής προσέγγισης» ανησυχία της βιωσιμότητας), ο σκοπός αυτής της έρευνας επικεντρώνεται στην εξεύρεση ενδείξεων για σημαντικές ανταμοιβές, μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων πράσινου μάρκετινγκ από τους έλληνες κλωστοϋφαντουργούς. Πιο συγκεκριμένα, ο κύριος στόχος αυτής της μελέτης, είναι να καταδείξει, αν – στις δεδομένες σημερινές συνθήκες – το πράσινο μίγμα μάρκετινγκ μπορεί να ενισχύσει τη χρηματοοικονομική επίδοση, καθώς επίσης κι αν είναι σε θέση να δημιουργήσει επιπρόσθετα επιχειρηματικά πλεονεκτήματα, κι εάν ισχύουν τα παραπάνω, να ρίξει φως στις βέλτιστες εφαρμόσιμες τακτικές και εργαλεία.
Η ανάλυσή μας της ποσοτικής έρευνας (έρευνα με ερωτηματολόγιο), διακρίνει τους βασικούς άξονες πράσινου μάρκετινγκ που επηρεάζουν την Ελληνική Κλωστοϋφαντουργία στο επιχειρηματικό, εμπορικό και οικονομικό κομμάτι των επιδόσεων. Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη περιβαλλοντικών προγραμμάτων μάρκετινγκ – τόσο στη στρατηγική διάσταση, όσο και στην αντίστοιχη των επιδέξιων τακτικών – αναπαράγουν μια σημαντική ευεργετική αλλαγή σ’ ολόκληρο τον οργανισμό, παρά την έλλειψη σε «βαριές» τεχνολογικές επενδύσεις. Εν τέλει, παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκουμε αποδείξεις θετικής συσχέτισης μεταξύ του πράσινου μάρκετινγκ και των οικονομικών αποδόσεων – το οποίο και αποτελεί τη μοναδική ανυπόστατη υπόθεση, η μελέτη δέχεται την εφαρμογή των πράσινων προγραμμάτων μάρκετινγκ, ως τη μόνη εποικοδομητική διέξοδο για να διατηρήσει η εγχώρια κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία την ανταγωνιστική της θέση στην παγκόσμια αγορά των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, η οποία αντιμετωπίζει την πιεστική πρόκληση του χαμηλού κόστους, της υψηλής ποιότητας και των καλοπροαίρετων περιβαλλοντολογικών προθέσεων στην παραγωγή.The evolution of Green Marketing is due to the concern about the environment into the practice and principles of marketing, since the 1970s. Although marketing has been cast as a major villain for its role in stimulating unsustainable levels of demand and consumption, it is believed as a potential savior to tackle with social and environmental problems. The greater the life-cycle environmental impact of the product, the more applicable the green marketing mix tends to be in the manufacturing industry, mainly, because of the transformation of the global competitive landscape.
As textiles come fourth in the ranking of product category which cause the greatest environmental impact , textile industry is heavily intertwined with environmental, social and governance issues. So, through the exploration and evaluation of the trade-offs among economic, environmental and social impacts (i.e. “triple bottom line” concerns of sustainability), the aim of this research is concentrating at finding evidence of significant payoffs from the implementation of green marketing programs by Greek textile manufacturers. More specific, the major objective of this study is to demonstrate, whether - at the given circumstances of today – the green marketing mix can boost financial performance as well as, is able to create other business advantages and if so, to shed light on the best tactics and tools implemented.
Our analysis of quantitative research (questionnaire survey), distinguish the main green marketing drivers that influence the Greek Textile Industry on the domain of business, commercial and economic performance. Specifically, the results prove that the deployment of environmental marketing programs – in both strategic and tactical dimension – generate a significant beneficial change in the whole organization, despite the shortage in heavy technological investments. At last, despite the fact that we do not find evidence of positive link between green marketing and firms’ economical returns-which is the sole unsupportive hypothesis, the study accepts the implement of green marketing programs as the only helpful way for the domestic textile industry to sustain its competitive position in the global textile market which faces a pressing challenge of low cost, high quality and environmentally benign production
Παρουσίαση διοικητικού μοντέλου λειτουργίας υπηρεσιών αιμοδοσίας την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Η μελέτη εξετάζει τα συστήματα των υπηρεσιών αιμοδοσίας σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, ώστε να προκύψουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του κάθε συστήματος. Η οργανωτική δομή της Ελλάδας έχει ένα αποκεντρωμένο μοντέλο υπηρεσιών αιμοδοσίας, πολύ μεγάλο αριθμό υπηρεσιών με βάση το μέγεθος και τον πληθυσμό της και όλες έχουν πλήρεις αρμοδιότητες. Αναγκαία κρίνεται η αναδιοργάνωση σε πιο συγκεντρωτικό μοντέλο το οποίο παρουσιάζεται αναλυτικά που όχι μόνο θα είναι πιο οικονομικά αποδοτικό αλλά θα συμβάλει περισσότερο στη διασφάλιση της επάρκειας, της ποιότητας και της ασφάλειας του αίματος.
ΜΕΘΟΔΟΣ : Χρησιμοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση (ιστορική αναδρομή για το διοικητικό μοντέλο της αιμοδοσίας στην χώρα μας μέχρι σήμερα) και συγκριτική αξιολόγηση της ελληνικής πραγματικότητας με μοντέλα άλλων χωρών.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ: Στον κατακερματισμό των υπηρεσιών αιμοδοσίας οφείλεται κατά κύριο λόγο το υψηλό κόστος του αίματος, η ανεπάρκεια σε αίμα και παράγωγα αίματος η ανυπαρξία ενός ενιαίου εθνικού σχεδίου για την ποιότητα και την ασφάλεια του αίματος, έλλειψη ενός ενιαίου συστήματος μηχανοργάνωσης αλλά και οι δυσλειτουργίες που σχετίζονται με διαδικασίες που αφορούν αιμοδότες και χρήστες αίματος. Η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών αιμοδοσίας με υιοθέτηση του συγκεντρωτικού μοντέλου στην Ελλάδα θα δώσει άμεσες λύσεις σε πολλά προβλήματα του υπάρχοντος συστήματος.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Τα συστήματα αιμοδοσίας επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τις ξεχωριστές ανάγκες κάθε χώρας, οπότε για την επιλογή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε μιας. Το συγκεντρωτικό σύστημα που προτείνεται για την Ελλάδα θα συντελέσει στην καλύτερη εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών, θα συμβαδίζει με τις τρέχοντες επιστημονικές εξελίξεις, θα παράγει υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες τόσο για τους ασθενείς αλλά και για τους αιμοδότες που με την σειρά τους πρέπει να βοηθήσουν στην εξασφάλιση της επάρκειας και της ασφάλειας του αίματος στο ταξίδι του αίματος που ξεκινά από τον αιμοδότη και καταλήγει στο λήπτη.INTRODUCTION: The study examines the systems in blood services in several countries of Europe and America, so as to detect the advantages and disadvantages of each system. The organizational structure of Greece has a decentralized model of blood donation services in addition to a very large number of services based on its size and population and they all have full competences. It is necessary to reorganize into a more centralized model presented in detail, which will be not only more cost-effective but also more conducive to ensuring the adequacy, quality and safety of blood.
METHOD: Bibliographic review (historical retrospective to the administrative model of blood in our country to date) and benchmarking of the Greek reality with models from other countries have been used.
RESULT: The high cost of blood, the inadequacy of blood and blood products, the lack of a single national plan for the quality and safety of blood, the lack of a single IT system and the malfunctions associated with procedures involving blood donors and blood users result primarily from poor organization and fragmentation of blood services. The reorganization of the blood services in Greece by adopting the centralized model will give immediate solutions to many problems in the existing system.
CONCLUSION: The blood donation systems seek to satisfy the individual needs of each country, therefore their particular characteristics should be taken into consideration. The centralized system proposed for Greece will contribute to the better implementation of the European directives in line with current scientific developments and it will produce high quality medical services not only for patients but also for donors, who in turn should help to ensure the adequacy and safety of blood in its journey from the donor and to the recipient
Συγκριτική μελέτη του κόστους νοσηλείας μεταξύ ΚΕΝ και Ημερήσιου Νοσηλίου στο Γ. Ν Αλεξάνδρας
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Η παρούσα εργασία μελετά την επίδραση του συστήματος των Κλειστών Ενοποιημένων Νοσηλίων (Κ.Ε.Ν.) στη λειτουργία των Κρατικών Ιδρυμάτων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και τη συμπεριφορά των λεχώνων στο Γενικό Νοσοκομείο Αλεξάνδρας, κατά τη διάρκεια των ετών 2011 και 2014. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η εφαρμογή των Κεντρικών Ενοποιημένων Νοσηλίων οδήγησε σε αύξηση του ημερήσιου κόστους νοσηλείας των λεχώνων, ανεξαρτήτως του τύπου του τοκετού τους. Στις περιπτώσεις του φυσιολογικού τοκετού, παρατηρείται ότι εντός του 2011 το μέσο συνολικό νοσήλιο ανερχόταν σε 293,63€ (±119,43) ενώ κατά το 2014 σε 617,46€ (±107,69). Όσον αφορά στις περιπτώσεις του τοκετού με βρεγματική προβολή, το μέσο συνολικό κόστος τους κατά το 2011 ανερχόταν σε 256,80€ (±42,36), ενώ κατά το 2014 σε 814,44€ (±32,79). Το μέσο συνολικό κόστος του τοκετού με καισαρική τομή ανέρχεται σε 393,41€ (±445,82) για το 2011 και αυξάνεται σε 1.028,16€ (±121,74) για το 2014. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των ασθενών, διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή των Κεντρικών Ενοποιημένων Νοσηλίων οδήγησε σε αύξηση τη μέση διάρκειας νοσηλείας των περιπτώσεων του φυσιολογικού τοκετού και του τοκετού με καισαρική τομή. Τέλος, από την έρευνα προκύπτει ότι τα ΚΕΝ επέδρασαν σημαντικά στη μεταβολή της προτίμησης θέσης των λεχώνων, καθώς διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή των Κεντρικών Ενοποιημένων Νοσηλίων οδήγησε σε αύξηση της προτίμησης των χαμηλότερων θέσεων σε βάρος των υψηλότερων θέσεων νοσηλείας και σε σταθερότητα των προτιμήσεων των λεχώνων.The study examines the effect of the system of Diagnosis Related Groups (DRG-K.E.N.) in the functioning of state hospitals and the behavior of new mothers in the General Hospital Alexandra, during the years 2011 and 2014. The analysis showed that the application of the DRG-KEN led to an increase of the daily cost of hospitalization of mothers, irrespective of the type of their labor. In cases of normal childbirth, it is noted that in 2011 the average total hospital expense amounted to 293,63 € (± 119,43) and in 2014 to 617,46 € (± 107,69). With regard to cases of childbirth with parietal view, their average total costs in 2011 amounted to 256,80 € (± 42,36), while in 2014 at 814,44 € (± 32,79). The average total cost of childbirth by caesarean section was 393,41 € (± 445,82) for 2011 and increased to 1.028,16 € (± 121, 74) for 2014. Regarding the behavior of patients, it was found that the application of the DRG-KEN led to an increase in the average length of stay of cases of vaginal delivery and delivery by caesarean section. Finally, the survey shows that the KEN impacted significantly to change position preference of mothers, and it was found that the implementation of DRG-KEN led to an increase in preference to lower positions at the expense of higher nursing positions and stability of the preferences of mothers
Η απελευθέρωση της αγοράς στον κλάδο της βιομηχανίας τυχερών παιχνιδιών. Διαδικτυακές πωλήσεις τυχερών παιχνιδιών & Επίγειο δίκτυο πωλήσεων. Τι αλλάζει, η περίπτωση της ΟΠΑΠ
Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπές.Με την παρούσα διατριβή προσπάθησα να διερευνήσω πόσο και αν θα επηρεάσει την ελληνική αγορά η απελευθέρωση της αγοράς τυχερών παιχνιδιών με την είσοδο των διαδικτυακών εταιρειών στοιχήματος. Η έρευνα στηρίχθηκε σε μελέτη των διεθνών και ευρωπαϊκών αγορών τυχερών παιγνίων καθώς και στην μελέτη της περίπτωσης της ΟΠΑΠ. Επίσης, για την εκπόνηση της εργασίας διεξήγαγα έρευνα με την χρήση ερωτηματολογίου, όπου πράκτορες του επίγειου δικτύου πωλήσεων εξέφρασαν την άποψή τους. Τα αποτελέσματα της έρευνας αλλά και η συνολική μελέτη των περιπτώσεων, με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πλέον το τοπίο της ελληνικής αγοράς παιχνιδιών αλλάζει και ως ένα βαθμό θα επηρεάσει το υφιστάμενο επίγειο δίκτυο. Συμπεράσματα και προτάσεις ακολουθούν.With this thesis I tried to explore how the Greek market liberalization of the gaming market will be affected or not, with the entrance of online betting companies. The survey was based on a study of International and European gaming markets and the study of the case of OPAP. Also for the preparation of the work I conducted research using questionnaire where the agents of the terrestrial network of sales expressed their opinion. The survey results and the comprehensive study of cases, led me to the conclusion that from now on the landscape of Greek gaming market is changing and to some extent it will affect the existing terrestrial network.
Conclusions and recommendations are following