18777 research outputs found
Sort by
Η παιδαγωγική αξία της απτικής συμπεριφοράς στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση: απόψεις εκπαιδευτικών για τη διδακτική λειτουργία του αγγίγματος
Διδακτορική διατριβήΚατά τη διάρκεια μιας διδακτικής λειτουργίας για την πραγματοποίηση αρκετών δραστηριοτήτων απαιτείται η ανάπτυξη απτικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών. Οι απτικές αυτές αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται ως μέρος του καθημερινού προγράμματος της διδακτικής διαδικασίας. Η μελέτη της λειτουργίας, της πρόθεσης και της συμπεριφοράς του αγγίγματος του εκπαιδευτικού στο μαθητή, με το χέρι του κατά τη διδακτική διαδικασία, αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διδακτορικής διατριβής. Σκοπός της διατριβής είναι να παρουσιαστούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών γενικής αγωγής (ΠΕ70) δημοτικών σχολείων για τις παιδαγωγικές διαστάσεις του αγγίγματος, όταν αγγίζουν με το χέρι τους τους μαθητές κατά τη διδακτική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα διδακτορική διατριβή παρατηρείται το άγγιγμα του εκπαιδευτικού με το χέρι του στα δάχτυλα, την παλάμη, τον καρπό/πήχη, τον βραχίονα, τον ώμο, τον αυχένα, το κεφάλι/μαλλιά, την πλάτη και άλλα σημεία του σώματος των μαθητών/τριών, με συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και σκοπιμότητα, κατά τη διάρκεια μιας διδακτικής διαδικασίας. Το φυσικό (ή παιδαγωγικό) αυτό άγγιγμα, όπως ονομάζεται, χρησιμοποιείται συνήθως από τους εκπαιδευτικούς ως θετικό παιδαγωγικό μέσο, το οποίο ηρεμεί, φροντίζει, ενθαρρύνει, επιβραβεύει και καθοδηγεί τα παιδιά, δημιουργώντας σε αυτά συναισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης με θετικές επιπτώσεις στη συναισθηματική και κοινωνική τους ανάπτυξη, στον περιορισμό της επιθετικότητάς τους και στη δημιουργία καλών, διαπροσωπικών σχέσεων με τον/την εκπαιδευτικό τους.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια μιας διδακτικής διαδικασίας μπορεί να παρατηρηθεί και το αρνητικό άγγιγμα, το οποίο εφαρμόζεται από τον/την εκπαιδευτικό ως μέσο τιμωρίας ή επίπληξης μαθητών/τριών. Το αρνητικό αυτό άγγιγμα μπορεί να περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες, δρώντας ως πειθαρχικό μέσο ή ενδέχεται να εκλαμβάνεται ως στοιχείο σεξουαλικής παρενόχλησης στα παιδιά. Επίσης, μπορεί να δημιουργεί σε αυτά αισθήματα ανασφάλειας και φόβου, να προκαλεί τρόμο, αναστάτωση και άγχος, νευρικότητα και επιθετικότητα.
Τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία προκύπτουν μέσω των ερευνητικών μεθόδων και τεχνικών που εφαρμόστηκαν στην παρούσα διδακτορική διατριβή, δηλαδή του ερωτηματολογίου, της παρατήρησης και της ημιδομημένης συνέντευξης, αποκαλύπτουν ότι οι εκπαιδευτικοί πλησιάζουν τα παιδιά κατά τη διάρκεια της διδακτικής διαδικασίας και τα αγγίζουν με το χέρι τους, περισσότερο στον ώμο και στην πλάτη και λιγότερο στα δάχτυλα των χεριών τους, στο κεφάλι ή τα μαλλιά τους. Το άγγιγμα τις περισσότερες φορές είναι στιγμιαίο, δηλαδή χρονικής διάρκειας 1-2 δευτερολέπτων. Σκοπός του αγγίγματος του εκπαιδευτικού με το χέρι είναι κατά κύριο λόγο η φροντίδα, η επιβράβευση και η καθοδήγηση των παιδιών.
Σε μια εξελισσόμενη διαδικασία όπως είναι η διδακτική, παρατηρείται, επίσης, το άγγιγμα του παιδιού στον/στην εκπαιδευτικό. Σύμφωνα με τις απόψεις των εκπαιδευτικών το παιδί αγγίζει τον/την εκπαιδευτικό όταν είναι στενοχωρημένο, όταν χρειάζεται φροντίδα, όταν θέλει να νιώσει ασφάλεια και όταν χρειάζεται καθοδήγηση. Το άγγιγμα του εκπαιδευτικού με το χέρι του, δημιουργεί στα παιδιά συναισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, ωφελώντας κυρίως τη συναισθηματική τους ανάπτυξη, όπως επισημαίνεται στη διδακτορική διατριβή. Παράλληλα, συμβάλλει θετικά στην οικοδόμηση αμοιβαίας σχέσης μεταξύ του εκπαιδευτικού με τους μαθητές/τριές του.
Όπως διαπιστώνεται από την παρούσα έρευνα, οι απόψεις εκπαιδευτικών για το άγγιγμα ενός/μιας εκπαιδευτικού με το χέρι του/της κατά τη διδακτική διαδικασία διαφέρουν ανάλογα με την τάξη στην οποία διδάσκουν και το φύλο τους. Οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν στην Α΄ τάξη και οι γυναίκες εκπαιδευτικοί αποδέχονται το παιδαγωγικό άγγιγμα περισσότερο από τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν στην ΣΤ΄ τάξη και τους άνδρες εκπαιδευτικούς. Τέλος, δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές σε σχέση με την ηλικία των εκπαιδευτικών, τα χρόνια υπηρεσίας και το μορφωτικό τους επίπεδο
Εκτίμηση παραμέτρων στοχαστικών διαφορικών εξισώσεων και εφαρμογές
Στόχος αυτής της διπλωματικής είναι να παρουσιάσει την παραμετρική εκτίμηση των Στοχαστικών Διαφορικών Εξισώσεων. Πιο συγκεκριμένα, στόχος μας είναι η σύντομη ανασκόπηση της προαπαιτούμενης γνώσης που χρειάζεται για την βαθύτερη κατανόηση της παραμετρικής εκτίμησης. Για τον σκοπό αυτό θα βασιστούμε κυρίως στο βιβλίο του Iacus S. (2008) [133], σχετικά με στοχαστικές διαδικασίες και στατιστική, καθώς και το στοχαστικό λογισμικό. Στόχος μας είναι να παρουσιάσουμε κάποιες παραμετρικές οικογένειες στοχαστικών διαδικασιών. Θα περιορίσουμε την προσοχή μας κυρίως σε μονοδιάστατες, πραγματικές τυχαίες μεταβλητές και στοχαστικές διαδικασίες. Επίσης, περιορίζουμε την
προσοχή μας σε παραμετρικά μοντέλα με πολυδιάστατες παραμέτρους. Ποιο συγκεκριμένα θα παρουσιάσουμε μερικές από τις πιο γνωστές και ευρέως χρησιμοποιούμενες στοχαστικές διαδικασίες. Ειδικότερα θα επικεντρωθούμε σε τρεις στοχαστικές διαδικασίες, την διαδικασία των Ornstein-Uhlenbeck ή Vasicek, το μοντέλο Black-Scholes-Merton ή γεωμετρική κίνηση Brown και το μοντέλο των Cox-Ingersoll-Ross. Στην συνέχεια θα παρουσιάσουμε την συμπερασματολογία με βάση την ακριβή πιθανοφάνεια, η οποία είναι μια στατιστική διαδικασία που βασίζεται στη μεγιστοποίηση της πιθανοφάνειας για την εξαγωγή στατιστικών συμπερασμάτων. Τέλος θα εφαρμόσουμε την εκτίμηση μέγιστης πιθανοφάνειας σε προσωμοιωμένα και πραγματικά δεδομένα
Μη παραμετρική Μπεϋζιανή συμπερασματολογία σε στοχαστικά δυναμικά συστήματα
Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται μία υπολογιστική μέθοδος της μη παραμετρικής Μπεϋζιανής στατιστικής που στοχεύει τόσο στην εκτίμηση των διάφορων παραμέτρων, όσο και στην εκτίμηση πυκνότητας του θορύβου ενός στοχαστικού δυναμικού συστήματος. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στα μοντέλα μίξης της διαδικασίας Dirichlet.
Στο Κεφάλαιο 1, δίνονται κάποιες εισαγωγικές πληροφορίες για τη Μπεϋζιανή στατιστική, όπου και αναφέρονται οι βασικές διαφορές μεταξύ Κλασικής και Μπεϋζιανής στατιστικής. Στη συνέχεια, αναφέρεται ο ορισμός του στατιστικού μοντέλου, που αποτελεί θεμέλιο της στατιστικής συμπερασματολογίας, ενώ παράλληλα αναφέρεται και η έννοια της αβεβαιότητας και πως αυτή εκφράζεται με όρους πιθανοτήτων στη Μπεϋζιανή στατιστική. Μία ακόμα έννοια που έχει πρωταρχικό ρόλο στη χρήση της Μπεϋζιανής στατιστικής είναι αυτή της ανταλλαξιμότητας. Για το λόγο αυτό παρουσιάζονται ο ορισμός της, το διάσημο θεώρημα αναπαράστασης του de Finetti, καθώς και ένα παράδειγμα για την καλύτερη κατανόηση της.
Στο Κεφάλαιο 2, γίνεται αναφορά στις δύο κατηγορίες υπολογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται στην Μπεϋζιανή συμπερασματολογία, δηλαδή στις μεθόδους που βασίζονται στη μεταβολική συμπερασματολογία (Variational Inference) και στις μεθόδους Markov Chain Monte Carlo (MCMC). Λόγω του ότι η εργασία βασίζεται στην δεύτερη κατηγορία μεθόδων, δίνονται αναλυτικά οι αλγόριθμοι Metropolis-Hastings, Gibbs και Slice. Επιπλέον, γίνεται μια εισαγωγή στα πεπερασμένα Μπεϋζιανά μοντέλα μίξης, όπου με τη βοήθεια του αλγορίθμου Gibbs, πραγματοποιείται η εκτίμηση των παραμέτρων ενός πεπερασμένου μοντέλου μίξης κανονικών κατανομών. Ένα πρόβλημα που δημιουργείται κατά την εφαρμογή του αλγορίθμου είναι το Πρόβλημα Εναλλαγής Ετικέτας (Label Switching Problem), στο οποίο γίνεται αναφορά στο τέλος του κεφαλαίου.
Στο Κεφάλαιο 3, δίνεται ο ορισμός της διαδικασίας Dirichlet, καθώς και κάποιοι κατασκευαστικοί ορισμοί που προτάθηκαν για την αναπαράστασή της, όπως το Γενικευμένο Pólya urn, η διαδικασία Κινέζικου Εστιατορίου (Chinese Restaurant Process) και η αναπαράσταση Stick-Breaking. Έπειτα, γίνεται αναφορά τόσο στις περιθώριες, όσο και στις υπό συνθήκη υπολογιστικές μεθόδους συμπερασματολογίας, ενώ παράλληλα ακολουθεί μία εισαγωγή στα μη πεπερασμένα Μπεϋζιανά μοντέλα μίξης. Η παρούσα εργασία εστιάζει στα μη πεπερασμένα μοντέλα μίξης της διαδικασίας Dirichlet τα οποία χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση παραμέτρων και την εκτίμηση πυκνότητας. Ο Walker (2007) πρότεινε έναν αλγόριθμό για τη δειγματοληψία από αυτά τα μοντέλα, ο οποίος παρουσιάζεται στο κεφάλαιο αυτό και βασίζεται σε μία υποκατηγορία των υπό συνθήκη μεθόδων. Στη συνέχεια, γίνεται χρήση του αλγορίθμου και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στο τέλος του κεφαλαίου.
Το Κεφάλαιο 4 αφορά την εφαρμογή του αλγορίθμου, που παρουσιάστηκε στο Κεφάλαιο 3, σε στοχαστικά δυναμικά συστήματα. Συγκεκριμένα, για τον ορισμό των στοχαστικών δυναμικών συστημάτων γίνεται μία εισαγωγή στα ντετερμινιστικά δυναμικά συστήματα και παρουσιάζονται οι κατηγορίες τυχαίων θορύβων. Επιπλέον, αναφέρεται η χαοτική συμπεριφορά που παρατηρείται στα δυναμικά συστήματα και ακολουθεί ο ορισμός ενός στοχαστικού δυναμικού συστήματος. Στη συνέχεια, δίνεται ο αλγόριθμος ανακατασκευής της διαδικασίας Dirichlet, όπου χρησιμοποιείται για την εκτίμηση των παραμέτρων ενός στοχαστικού δυναμικού συστήματος, καθώς και για την εκτίμηση πυκνότητας του τυχαίου θορύβου που το διαταράσσει. Το κεφάλαιο κλείνει με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων που προέκυψαν κατά την εφαρμογή του αλγορίθμου.
Στο Κεφάλαιο 5, γίνεται μία σύντομη επισκόπηση της εργασίας, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα που προέκυψαν καθ’ όλη τη διάρκειά της και προτείνεται μία πιθανή μελλοντική έρευνα με αφορμή το θέμα της παρούσας εργασίας.
Τέλος, παρατίθενται η Βιβλιογραφία και ένα Παράρτημα με τους κώδικες που χρησιμοποιήθηκαν στην εργασία
Μηχανική και ενισχυτική μάθηση για τα συστήματα συστάσεων
Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην ολοκληρωμένη εφαρμογή της μηχανικής μάθησης και της ενισχυτικής μάθησης με στόχο τη
βελτίωση των συστημάτων συστάσεων. Τα συστήματα συστάσεων αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό πεδίο έρευνας στον τομέα της τεχνητής
νοημοσύνης και της πληροφορικής και αποσκοπούν στο να προβλέπουν και να παρέχουν εξατομικευμένες συστάσεις σε χρήστες βάσει των προτιμήσεών τους.
Η μηχανική μάθηση αποτελεί μια προσέγγιση που επιτρέπει στα συστήματα συστάσεων να αυτοματοποιήσουν τη διαδικασία της εξαγωγής πληροφορίας από τα δεδομένα και να προβλέπουν συστάσεις με βάση τα προηγούμενα μοτίβα και
συμπεριφορές των χρηστών.
Από την άλλη πλευρά, η ενισχυτική μάθηση αναλαμβάνει να βελτιστοποιήσει την απόδοση των συστημάτων συστάσεων μέσω της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και της ανταμοιβής για τις ενέργειες που πραγματοποιούνται. Μέσω αυτής της διαδικασίας, επιτυγχάνονται βελτιωμένες προτάσεις και πραγματοποιείται προσαρμογή του συστήματος στις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις και ανάγκες των χρηστών
Function-as-a-Service Testing
Η συμπληρωματική εφαρμογή που αναπτύχθηκε διατίθεται στο GitHub στον σύνδεσμο:
https://github.com/ttomtsis/icarusΗ δοκιμή serverless συναρτήσεων (functions) διαφέρει σημαντικά από εκείνη των συμβατικών προϊόντων λογισμικού. Η λειτουργία των συναρτήσεων καθώς και η κατανεμημένη τους φύση, καθιστούν την ανάπτυξη δοκιμών πολύπλοκη. Επιπρόσθετα, η κατασκευή των συναρτήσεων αλλά και των δοκιμών τους, εξαρτάται πολλές φορές από την χρήση εργαλείων και πακέτων ανάπτυξης λογισμικού “:”:(Software Development Kits - SDKs) που βρίσκονται υπό την διαχείριση των παρόχων νέφους, με αποτέλεσμα τον ελάχιστο έλεγχο στο περιβάλλον εκτέλεσης των δοκιμών και την έλλειψη εργαλείων αποσφαλμάτωσης[1].
Στόχος της ανάπτυξης της RESTful υπηρεσίας Ίκαρος ήταν η δημιουργία ενός εργαλείου ανοιχτού κώδικα, του οποίου η λειτουργία θα ήταν διαφανής, προβλέψιμη και θα έδινε πλήρη έλεγχο στον χρήστη για την δημιουργία των δοκιμών και την εκτέλεση τους. Ταυτόχρονα, δεν θα επιβάρυνε τον χρήστη με τις λεπτομέρειες της διάταξης μιας συνάρτησης σε διαφορετικούς παρόχους ενώ για την σύνθεση των δοκιμών θα βασιζόταν αποκλειστικά στην χρήση γνωστών και οικείων εργαλείων. Πράγματι, η υπηρεσία Ίκαρος είναι ικανή να εκτελεί αυτοματοποιημένα λειτουργικές και μη-λειτουργικές δοκιμές για serverless συναρτήσεις στις πλατφόρμες AWS Lambda και Google Cloud Functions, ενσωματώνοντας τα πολύ γνωστά εργαλεία Rest Assured και JMeter, να διατάσει τις συναρτήσεις χρησιμοποιώντας το εργαλείο Terraform και να παράγει αναφορές που περιέχουν τα ευρήματα των δοκιμών αξιοποιώντας το εργαλείο BiRT.
Η υπηρεσία αυτή αναπτύχθηκε για ένα μεγάλο εύρος χρηστών που κυμαίνεται από τις επιχειρήσεις μέχρι και την ακαδημαϊκή/ερευνητική κοινότητα. Επίσης, διενεργεί με αυτοματοποιημένο τρόπο τις δοκιμές με βάση τις πραγματικές ανάγκες και προτιμήσεις του χρήστη. Τέλος, δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις πάνω στο νέφος από τον χρήστη αλλά χρειάζεται να διαμορφωθεί με τα στοιχεία των λογαριασμών του χρήστη στους δύο παρόχους νέφους που υποστηρίζονται.
Λέξεις Κλειδιά: serverless, AWS Lambda, Google Cloud Functions, λειτουργική δοκιμή, δοκιμή απόδοσης, Terraform, REST Assured, JMeter, λογισμικό ανοικτού κώδικαTesting serverless functions differs significantly from that of conventional software products. The way serverless functions operate as well as their distributed nature make test development inherently complex. In addition, the development of functions and their tests often relies on the usage of tools and software development kits (SDKs) managed by cloud providers, resulting in minimal control over the test execution environment and a lack of debugging tools[1].
The goal of developing the Icarus RESTful service was to create an open-source tool whose operation would be transparent, predictable and give the user full control over the creation of tests and their execution. At the same time, it would not burden the user with details of a function’s layout across different providers and would rely solely on the use of familiar and well-known tools to compose tests. Indeed, the Icarus service is capable of performing automated functional and non-functional tests for serverless functions on the AWS Lambda and Google Cloud Functions platforms, integrating the well-known Rest Assured and JMeter tools, deploying functions using the Terraform tool, and generating reports containing the test findings by leveraging the BiRT tool.
This service was developed for a wide range of users including businesses and the academic/research community. It also performs automated testing based on the actual needs and preferences of the user. Finally, it does not require any specific knowledge about the cloud from the user and only needs to be configured with the user's account details at the two supported cloud providers.
Keywords: serverless, AWS Lambda, Google Cloud Functions, functional testing, performance testing, Terraform, REST Assured, JMeter, open source softwar
Τα οφέλη ενός μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος μάθησης στη διδακτική της μηχανικής: διδασκαλία τεχνικού σχεδίου με χρήση προγραμμάτων τρισδιάστατης απεικόνισης
Η σύγχρονη κοινωνία βιώνει συνεχείς μεταβολές σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, συνοδευόμενες από τη γρήγορη εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης. Αυτού του είδους οι αλλαγές επηρεάζουν οποιονδήποτε τομέα της ζωής του ατόμου και πόσω δε μάλλον τον τομέα της εκπαίδευσης. Η εκπαιδευτική κοινότητα, όλων των βαθμίδων, έχει έρθει πολλές φορές αντιμέτωπη με ξαφνικές και απότομες αλλαγές, οι οποίες απαιτούσαν άμεση προσαρμογή σε νέα δεδομένα. Γεννήθηκε, λοιπόν, η ανάγκη για μεταβολές στην εκπαιδευτική διαδικασία που ενδεχομένως, είναι μακριά από οτιδήποτε συνηθισμένο, με σκοπό πάντα την αποτελεσματικότητα και ένα αξιόπιστο μαθησιακό αποτέλεσμα.
Ο τρόπος διαμόρφωσης των περιβαλλόντων μάθησης και οι συνθήκες που δημιουργούνται από τον τρόπο λειτουργίας τους αποτελούν παράγοντες που διαμορφώνουν τις διαπροσωπικές σχέσεις της κοινότητας και τη μορφή της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Αρχικά, διερευνώνται οι τύποι των περιβαλλόντων μάθησης και τα πιθανά οφέλη του συνδυασμού περιβαλλόντων μάθησης στην εκπαιδευτική διαδικασία. Στη συνέχεια, αναλύεται η διαρρύθμιση του χώρου διδασκαλίας καθώς παρέχει στους εκπαιδευόμενους τη δυνατότητα οικειοποίησης του φυσικοκοινωνικού χώρου και παράλληλα διευκολύνει τη διαμαθητική επικοινωνία και την ερευνητική προσέγγιση των διδακτικών αντικειμένων. Για τη διερεύνηση των παραπάνω ζητημάτων αξιοποιείται το εργαλείο της μελέτης περίπτωσης σε πραγματικό χρόνο κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του Τεχνικού Σχεδίου με τη βοήθεια των Νέων Τεχνολογιών και των τρισδιάστατων απεικονίσεων σε μαθητές της Α’ τάξης Τεχνικής Σχολής στην Κύπρο. Επιπλέον, εφαρμόζεται ερωτηματολόγιο, έτσι ώστε να αναλυθούν τα στατιστικά ευρήματα και μέσω του προγράμματος SPSS γίνονται οι απαιτούμενες στατιστικές αναλύσεις.
Ερωτήματα που επιχειρούνται να αναλυθούν είναι εάν επιδρούν τα μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα μάθησης στην ανάπτυξη της ομαδικής συνεργασίας κατά τη διδασκαλία του Τεχνικού Σχεδίου και αν συμβάλλει η χρήση των προγραμμάτων τρισδιάστατης αναπαράστασης κατά την διδασκαλία Τεχνικού Σχεδίου στην γνωστική ανάπτυξη.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση έγινε μέσω ενεργειών που εγγράφονται στα πλαίσια ενός εκπαιδευτικού σχεδιασμού με σαφείς και ρητούς στόχους που συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέτρα στήριξης. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η αναπροσαρμογή των οργανωτικών σχημάτων εκπαίδευσης και η διακοπή πρακτικών του παρελθόντος, που υπηρετούσαν άλλες επιδιώξεις και παιδαγωγικές φιλοσοφίες
The concept of improvisation in pedagogical praxis
Η έννοια του αυτοσχεδιασμού παρουσιάζει μία ιδιαίτερη δυναμική εξέλιξη και εμφανίζεται στην βιβλιογραφία σταθερά εδώ και δεκαετίες αλλά την τελευταία δεκαετία, η ακαδημαϊκή κοινότητα ασχολείται με αυτόν όλο και περισσότερο. Η έννοια απαντάται σε διαφορετικά γνωστικά πεδία, στο χώρο της επιστήμης και της τέχνης, αλλά βρίσκει έκφραση και εφαρμογή ακόμα και στη σφαίρα της καθημερινής ζωής. Για αυτόν τον λόγο, τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων καινοτομικών αντιλήψεων, αποδίδεται στην διδασκαλία ένας χαρακτήρας αυτοσχεδιαστικός, με αποτέλεσμα να γίνεται έρευνα ως προς τις δυνατότητες που προσφέρει ο αυτοσχεδιασμός και στον ίδιο τον|την εκπαιδευτικό, ως επαγγελματία, αλλά και στην διδασκαλία του αντικειμένου του.
Μέσω της μελέτης μιας εκτενούς βιβλιογραφίας οι βασικοί στόχοι είναι 1) η διερεύνηση της έννοιας του αυτοσχεδιασμού και των πρακτικών εφαρμογών του σε διαφορετικά πεδία γνώσης στα οποία αυτός αξιοποιείται, 2).η αποτύπωση του εννοιολογικού χάρτη της έννοιας του αυτοσχεδιασμού και 3) η
μετάβαση στα παιδαγωγικά συμφραζόμενα, όπου αντίστοιχα θα διερευνηθεί το ερώτημα του εάν η έννοια του αυτοσχεδιασμού μπορεί να συνδεθεί με τις παιδαγωγικές θεωρίες και πρακτικές.
Η πρωτοτυπία της βιβλιογραφικής αυτής έρευνας έγκειται στην προσέγγιση η οποία επιλέχτηκε και βασίζεται στην διερεύνηση πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους γνωστικών πεδίων με απώτερο σκοπό να συνάγει και να συνθέσει κοινά ή αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία. Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι μια πράξη ρευστή όπου κανείς χρειάζεται να ακροβατήσει μεταξύ αυτού που διαθέτει και αυτού που χρειάζεται κάθε φορά. Αυτή η ρευστότητα αλλά και η δυσκολία στο να την διαχειριστεί ένας|μία αυτοσχεδιάζοντας|ουσα αποτελούν ένα κομβικό σημείο για να διατηρήσει ο αυτοσχεδιασμός την ουσία και την λειτουργία του, ενώ φαίνεται ότι η θεωρία του
παιδαγωγικού τακτ με την συστηματικότητα, την επιστημονικότητα και την συγκρότησή της δίνει στον αυτοσχεδιασμό μία νέα οπτική ώστε να ενταχθεί στα παιδαγωγικά συμφραζόμενα.
The concept of improvisation presents a particular dynamic development and has been appearing in the literature for decades, but in the last decade, the academic community has been increasingly concerned with it. The concept is found in different fields of knowledge, in the field of science and art, but it finds
expression and application even in the sphere of everyday life. For this reason, in recent years, among other innovative concepts, an improvisational character has been attributed to teaching, with the result that research is being carried out into the possibilities that improvisation offers to the teacher as a professional and to the teaching of the subject matter. Through the study of an extensive literature, the main objectives are 1) to investigate the concept of improvisation and its practical applications in different fields of knowledge in which it is utilized, 2) to establish the conceptual map of the concept of improvisation and 3) to move to the pedagogical context, where respectively the question of whether the concept of improvisation can be linked to pedagogical theories and practices.
The originality of this bibliographical research lies in the approach that was chosen and is based on the investigation of many different fields of knowledge with the ultimate aim of deducing and synthesizing common or complementary elements. The research concluded that improvisation is a fluid act where one needs to walk the tightrope between what one has and what one needs at any given time. This fluidity and the difficulty in managing it for an improviser are a key point for improvisation to maintain its essence and function, and it seems that the theory of pedagogical tact with its systematicity, scientificity and constitution gives improvisation a new perspective to be integrated into pedagogical contexts
Comparison of the education of the visually impaired in primary education in Greece and in the USA
Οι αναπηρίες σχετιζόμενες με την όραση είναι αναπηρίες οι οποίες αν και εμφανίζονται με μικρή συχνότητα έχουν αυξημένες μαθησιακές απαιτήσεις. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση των μαθητών με προβλήματα όρασης, με στόχο την καλύτερη ένταξή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και την παροχή ίσων ευκαιριών εκπαίδευσης με τους συμμαθητές τους που δεν έχουν ειδικές μαθησιακές δυσκολίες.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η διερεύνηση των πολιτικών, πρακτικών και ερευνητικών δεδομένων σχετικά με την εκπαίδευση μαθητών με προβλήματα όρασης στις ΗΠΑ και την Ελλάδα.
Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση ερευνητικών μελετών και επίσημων πολιτικών στις ΗΠΑ και Ελλάδα σχετικά με το θέμα της εκπαίδευσης ατόμων με προβλήματα όρασης. Συμπεράσματα: Παρά τις διαφορές στα εκπαιδευτικά συστήματα, υπάρχουν κοινές προκλήσεις και στόχοι όσον αφορά την ένταξη αυτών των μαθητών. Ωστόσο στις ΗΠΑ διατίθενται περισσότεροι πόροι και εξειδικευμένες υπηρεσίες. Προτείνεται η βελτίωση της εκπαίδευσης εκπαιδευτικών και η ενίσχυση της συνεργασίας των εμπλεκόμενων φορέων και στα δύο συστήματα
The role of music therapy in children with autism spectrum disorders: systematic literature review
Οι Διαταραχές του Αυτιστικού Φάσματος (Δ.Α.Φ.) περιλαμβάνουν δια βίου νευροαναπτυξιακές διαταραχές, το κλινικό προφίλ των οποίων αποτελείται από ελλείμματα στην κοινωνική επικοινωνία και κοινωνική αλληλεπίδραση καθώς και από περιορισμένα και επαναλαμβανόμενα πρότυπα συμπεριφοράς. Μια από τις θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των Δ.Α.Φ. είναι η μουσικοθεραπεία, η οποία συνιστά τη μεθοδική χρήση της μουσικής με στόχο την προαγωγή της ισορροπίας σε συναισθηματικό, σωματικό και κοινωνικό επίπεδο. Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν η διερεύνηση του ρόλου της μουσικοθεραπείας σε παιδιά με Δ.Α.Φ. Το δείγμα αποτελούνταν από 18 εμπειρικές έρευνες οι οποίες είχαν δημοσιευθεί την περίοδο 2006-2021 σε έγκριτο επιστημονικό περιοδικό ή ήταν μέρος διδακτορικής ή μεταπτυχιακής διατριβής, εκ των οποίων οι μισές είχαν πραγματοποιηθεί στις Η.Π.Α. Τα παιδιά θα έπρεπε να είναι ηλικίας 3-18 ετών, να φοιτούν είτε σε γενικά είτε σε ειδικά σχολεία και να μην έχουν σοβαρές αισθητηριακές διαταραχές. Σύμφωνα με τα ευρήματα, σε μεγάλο ποσοστό ερευνών η μουσικοθεραπεία διαρκεί από μισή έως και μια ώρα την εβδομάδα, πραγματοποιείται σε δωμάτια θεραπείας και η διαδικασία είναι οργανωμένη σε φάσεις καθοδηγούμενες από τον θεραπευτή. Η αποτελεσματικότητα της μουσικοθεραπείας φαίνεται να επηρεάζεται από τη βαρύτητα της Δ.Α.Φ. και εντοπίζεται σε κοινωνικοσυναισθηματικές δεξιότητες, την λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία καθώς και τον περιορισμό των στερεότυπων συμπεριφορών. Οι προτάσεις για μια αποτελεσματική χρήση της μουσικοθεραπείας σε παιδιά με Δ.Α.Φ. είναι ποικίλες, με τις κυρίαρχες να αφορούν στη δόμηση των προγραμμάτων μουσικοθεραπείας και στη χρήση ποικίλων τεχνικών. Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση εμπλουτίζει τη βιβλιογραφία αναφορικά με τον ρόλο της μουσικοθεραπείας σε παιδιά με Δ.Α.Φ. με έναν πιο ολοκληρωμένο τρόπο συνδυάζοντας αποσπασματικά ερευνητικά ευρήματα που θίγουν διαφορετικές πτυχές του υπό μελέτη θέματος.Autism Spectrum Disorders (ASD) are a group of lifelong neurodevelopmental disorders characterized by deficits in social communication and social interaction as well as restricted and repetitive patterns of behavior. A therapeutic approach that is used for treating ASD symptoms is music therapy, which is the methodical use of music to achieve emotional, physical and social balance. The aim of this systematic review was to investigate the role of music therapy in children with ASD. The sample consisted of 18 empirical studies published between 2006 and 2021 in a reputable journal or as a part of a doctoral or master dissertation, half of which had been conducted in the U.S.A. Children should be between 3-18 year old, attend either mainstream or special schools, and have no severe sensory impairments. According to the findings, in a large proportion of the studies, music therapy lasts half to one hour per week, takes place in therapy rooms and the therapeutic procedure is organized in therapist-led phases. The effectiveness of music therapy seems to be influenced by the severity of the ASD and it is reflected in improvement of social-emotional skills, verbal and non-verbal communication and in limitation of stereotypical behaviors. Research suggestions for an effective use of music therapy for children with ASD vary with the dominant ones concerning the structuring of music therapy programs and the use of a variety of techniques. This systematic literature review enriches the literature regarding the role of music therapy in children with ASD in a more comprehensive way by combining fragmentary research findings that address different aspects of the topic under study
Προκλήσεις εκπαιδευτικών στην διδασκαλία φυσικών επιστημών σε μαθητές με δυσλεξία
Οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν γίνει το επίκεντρο εκτεταμένης έρευνας και πλέον αναγνωρίζονται ευρέως στη σφαίρα της ειδικής αγωγής. Η επικράτηση τους οδήγησε στο να συνδέονται στενά με τον τομέα στο σύνολό του. Το θέμα αυτό είναι υψίστης σημασίας στο εκπαιδευτικό τοπίο, επηρεάζοντας πολλούς μαθητές και προκαλεί ανησυχία τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους γονείς σε καθημερινή βάση. Δυστυχώς, ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, βιώνει καθημερινούς αγώνες λόγω έλλειψης έγκαιρης αναγνώρισης και αποτελεσματικής εκπαιδευτικής βοήθειας για τις μαθησιακές τους δυσκολίες. Πολλοί από αυτούς τους μαθητές συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο σχολικό σύστημα, αγνοώντας ότι έχουν μαθησιακές δυσκολίες, ενώ άλλοι δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν πλήρως τη θεσμική υποστήριξη που τους παρέχεται. Ως αποτέλεσμα, αυτοί οι μαθητές συχνά βιώνουν απογοήτευση, περιθωριοποίηση και τελικά εγκαταλείπουν το σχολείο.
Εν τω μεταξύ, οι εκπαιδευτικοί αναζητούν ενεργά μεθόδους κατανόησης και βοήθειας, ως αποτέλεσμα του ανεπαρκούς συστήματος υποστήριξης που παρέχεται από τα ιδρύματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικός αριθμός από αυτούς τους εκπαιδευτικούς δεν έχει παρακολουθήσει την απαραίτητη εξειδικευμένη εκπαίδευση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προαναφερθέντων περιστατικών. Στην πολυπλοκότητα της κατάστασης προσθέτουν οι γονείς που, επιβαρυμένοι με άγχος και αισθήματα απογοήτευσης, προσπαθούν να βρουν λύσεις για τις εκπαιδευτικές προκλήσεις των παιδιών τους, καταφεύγοντας συχνά σε δαπανηρές και ψυχικά επιβαρυντικές εναλλακτικές εκτός του σχολικού συστήματος, με αβέβαια αποτελέσματα στην καλύτερη περίπτωση. .
Η επείγουσα ανάγκη για τα άτομα να αποκτήσουν γνώση με γρήγορους ρυθμούς στις σύγχρονες κοινωνίες έχει κάνει πιο εμφανείς τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στη μάθηση. Επιπλέον, η ευρεία διαθεσιμότητα της εκπαίδευσης, η αναγνώριση ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές απαιτήσεις, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και η αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση σχετικά με τους αγώνες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρίες έχουν παίξει ρόλο στην αναγνώριση των μαθησιακών δυσκολιών ως ξεχωριστό ζήτημα με εκπαιδευτικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να εκδηλωθούν με διάφορους τρόπους, επηρεαζόμενες από τη φύση των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών τους και την ποιότητα της διδασκαλίας που λαμβάνουν. Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο υποστήριξης που λαμβάνουν από το σχολείο, την οικογένεια και το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον μπορεί είτε να επιδεινώσει είτε να μετριάσει τις δυσκολίες τους σε εκπαιδευτικό, υλικοτεχνικό, ψυχολογικό και συναισθηματικό επίπεδο.
Αναλύοντας τη σύγχρονη εκπαιδευτική έρευνα, έχουμε τη δυνατότητα να ξεδιαλύνουμε την πολυπλοκότητα που περιβάλλει τις μαθησιακές προκλήσεις. Αυτό μας επιτρέπει να απομακρυνθούμε από την αντίληψη ότι για αυτές τις δυσκολίες ευθύνονται αποκλειστικά μεμονωμένοι μαθητές και αντ' αυτού αναλαμβάνουμε συλλογική ευθύνη για την αντιμετώπισή τους μέσω εκπαιδευτικών παρεμβάσεων. Ο κρίσιμος παράγοντας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών έγκειται στη διάδοση των ευρημάτων της επιστημονικής έρευνας στους εκπαιδευτικούς, στην παροχή εξειδικευμένης κατάρτισης και στην εφαρμογή αλλαγών στις καθημερινές μεθόδους διδασκαλίας τους.
Η συγκεκριμένη εργασία μελετά το πλαίσιο των προκλήσεων των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία φυσικών επιστημών σε μαθητές με δυσλεξία. Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο μελετά το πλαίσιο της δυσλεξίας, το δεύτερο κεφάλαιο μελετά το πλαίσιο της διδασκαλίας των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες, ενώ το τρίτο κεφάλαιο εστιάζει στο πλαίσιο της εργασίας και διατυπώνει το πλαίσιο σχετικά με τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών σε μαθητές με δυσλεξία. Στόχος της εργασίας αποτελεί η ανάδειξη των προκλήσεων των εκπαιδευτικών σε έναν πιο συγκεκριμένο τομέα απ’ ότι η γενική διδασκαλία και δη σε παιδιά με δυσλεξία