18777 research outputs found
Sort by
Μεθοδολογία μοντελοποίησης εμπιστοσύνης σε κατανεμημένα περιβάλλοντα
Οι συσκευές και τα αυτόνομα συστήματα έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές ώστε να γίνονται όλο και πιο ευφυή και ικανά να συνδέονται με άλλα συστήματα καθώς και να επεξεργάζονται σύνθετες πληροφορίες. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των αυτόνομων συστημάτων, είναι ικανά να μαθαίνουν και να προσαρμόζονται με βάση το περιβάλλον και τις αλληλεπιδράσεις τους με άλλα. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική πρόκληση για την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών. Ακόμα, υπάρχει το ερώτημα για το πώς θα καταδειχθεί η αξιόπιστη κατάσταση ενός συστήματος και πώς αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να ποσοτικοποιηθεί με τρόπο που να μπορούν να κατανοήσουν οι συσκευές, οι οποίες δεν έχουν τη φυσική και νοητική ικανότητα να αξιολογούν σχέσεις και κινδύνους όπως οι άνθρωποι. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις βασικές αρχές της μοντελοποίησης εμπιστοσύνης και αναλύει τις τρέχουσες πρακτικές στο πεδίο. Μια σημαντική συνεισφορά είναι η ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας μοντελοποίησης εμπιστοσύνης, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα για τον ποσοτικό προσδιορισμό της εμπιστοσύνης, τον εντοπισμό οντοτήτων εμπιστοσύνης, την αξιολόγηση των σχέσεων εμπιστοσύνης εντός ενός συστήματος ή ενός δικτύου συσκευών και τον ορισμό κριτηρίων εμπιστοσύνης. Παρέχει επίσης έναν γενικευμένο τύπο για την ποσοτικοποίηση της αξιοπιστίας των συστημάτων. Ακόμη, η εργασία προσδιορίζει πιθανές ιδιότητες εμπιστοσύνης που μπορούν να μετρηθούν σε κάθε σύστημα, λαμβάνοντας υπόψη διάφορες πτυχές όπως η γνώση, η ακεραιότητα, η συμπεριφορά και η εμπειρία άλλων οντοτήτων στο δίκτυο. Η εργασία εξετάζει επίσης τεχνικές παροχής εμπιστοσύνης για τη μέτρηση των ιδιοτήτων αυτών και διερευνά τρεις τεχνικές διαχείρισης εμπιστοσύνης προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένες δυνατότητες και απαιτήσεις των συστημάτων για την αποτελεσματικότερη διαχείριση και ποσοτικοποίηση της αξιοπιστίας. Αυτό περιλαμβάνει την εξέταση του τρόπου συλλογής των ιδιοτήτων καθώς και τη διαδικασίας ποσοτικοποίησης σε αποκεντρωμένα δίκτυα και περιβάλλοντα. Συζητά επίσης τους περιορισμούς της προτεινόμενης λύση και καταλήγει με προτάσεις για πιθανές ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές εργασίες
Σχετική ποσοτικοποίηση έκφρασης γονιδίων μολυσματικότητας σε βιοϋμενικά κύτταρα Listeria monocytogenes εν συγκρίσει με πλαγκτονικά
Η Listeria monocytogenes είναι ένα προαιρετικά ενδοκυτταρικό παθογόνο θετικό κατά Gram βακτήριο το οποίο προκαλεί μία σοβαρή τροφιμογενή λοίμωξη γνωστή ως διεισδυτική λιστερίωση σε άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, όπως τα νεογνά, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες γυναίκες και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα. Καθώς το συγκεκριμένο βακτήριο συναντάται σε ποικίλα ενδιαιτήματα, όπως το χώμα και το νερό, μπορεί αρκετά εύκολα να εισέλθει σε εγκαταστάσεις παραγωγής και επεξεργασίας τροφίμων, όπου μπορεί να προσκολλάται πάνω σε διάφορες επιφάνειες σχηματίζοντας δομές που ονομάζονται βιοϋμένια. Αυτά ορίζονται ως οι δυναμικά πολύπλοκες κοινότητες μικροοργανισμών που προσκολλώνται σε επιφάνειες και ενσωματώνονται σε αυτοπαραγόμενες εξωκυτταρικές πολυμερείς ουσίες. Έχει προταθεί ότι εντός αυτών των δομών, τα κύτταρα L. monocytogenes όχι μόνο εμφανίζουν αυξημένη ανοχή στο στρες, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσουν την παθογένειά τους.
Η συγκεκριμένη μελέτη είχε ως στόχο τη διερεύνηση της έκφρασης δέκα σημαντικών γονιδίων μολυσματικότητας ή/και απόκρισης στο στρες (groEL, hly, iap, inlA, inlB, lisK, mdrD, mdrL, prfA, και sigB) σε τρία διαφορετικά στελέχη L. monocytogenes (DFSNB71, DFSN_B74 και DFSN_B96), το καθένα από τα οποία ανήκει σε διαφορετικό ορότυπο που έχει συσχετιστεί με την πρόκληση λιστερίωσης (1/2a, 1/2b και 1/2c, αντίστοιχα), υπό συνθήκες σχηματισμού βιοϋμενίου.
Για τον σκοπό αυτό, κάθε στέλεχος αρχικά αναπτύχθηκε σχηματίζοντας βιοϋμένιο πάνω σε πρότυπη επιφάνεια πολυστυρενίου (τρυβλίο Petri) στους 20 °C για 144 ώρες (6 ημέρες) σε θρεπτικό ζωμό τρυπτικάσης σόγιας (με ανανέωση του θρεπτικού υλικού κάθε 48 ώρες). Ακολούθως της επώασης, συλλέχθηκαν τα βιοϋμενικά και τα αντίστοιχα μη προσκολλημένα (πλαγκτονικά) κύτταρα, από τα οποία απομονώθηκε το ολικό RNA. Τα RNAs αυτά υπέστησαν αντίστροφη μεταγραφή προς τα συμπληρωματικά τους cDNAs, τα οποία ακολούθως χρησιμοποιήθηκαν ως υποστρώματα σε αλυσιδωτές αντιδράσεις πολυμεράσης πραγματικού χρόνου (real-time PCR), με τελικό στόχο τη σύγκριση της γονιδιακής έκφρασης των δέκα γονιδίων μεταξύ των βιοϋμενικών και πλανγκτονικών κυττάρων.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν μία διαφορική έκφραση των γονιδίων στόχων μεταξύ των δύο τύπων κυττάρων, η οποία εξαρτιόταν σημαντικά από το στέλεχος του παθογόνου. Συγκεκριμένα, ο σχηματισμός βιοϋμενίου από το στέλεχος DFSN_B74 (ορότυπος 1/2b) οδήγησε σε μία ανησυχητική υπερέκφραση όλων των γονιδίων (Ρ < 0.05), ενώ η έκφραση των περισσότερων γονιδίων (8/10) του στελέχους DFSN_B96 (ορότυπος 1/2c) παρέμεινε σταθερή, με εξαίρεση τα γονίδια groEL και hly, τα οποία και πάλι παρουσίασαν σημαντική υπερέκφραση. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας όσον αφορά τη φυσιολογία των κυττάρων L. monocytogenes υπό συνθήκες σχηματισμού βιοϋμενίου που μπορούν επίσης να απαντώνται σε περιβάλλοντα παραγωγής και επεξεργασίας τροφίμων. Επιπλέον, η γνώση σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των στελεχών του παθογόνου όσον αφορά την απόκριση στο στρες, καθώς και της μολυσματικής του δράσης κατά το σχηματισμό βιοϋμενίου μπορεί να αξιοποιηθεί για το σχεδιασμό καινοτόμων και αποτελεσματικότερων μεθόδων εξάλειψης των βιοϋμενίων, και ως εκ τούτου να συμβάλλει στην προστασία των καταναλωτών και της δημόσιας υγείας.
Listeria monocytogenes is a facultatively intracellular pathogenic Gram-positive bacterium that can provoke a severe foodborne infection known as invasive listeriosis in vulnerable population groups, such as infants, the elderly, pregnant women and immunocompromised individuals. As this particular bacterium is found in a variety of habitats, such as soil and water, it can quite easily enter food production and processing facilities, where it may attach itself onto various surfaces forming structures called biofilms. These are defined as dynamically complex communities of microorganisms that adhere to surfaces and integrate into self-produced extracellular polymeric substances. It has been suggested that within these structures, L. monocytogenes cells not only exhibit increased stress tolerance, but may also enhance their pathogenicity.
This particular study aimed to investigate the expression of ten key virulence and/or stress response genes (groEL, hly, iap, inlA, inlB, lisK, mdrD, mdrL, prfA, και sigB) in three different strains of L. monocytogenes ( DFSNB71, DFSN_B74 and DFSN_B96), each belonging to a different listeriosis-associated serotype (1/2a, 1/2b and 1/2c, respectively), under biofilm-forming conditions.
To that end, each strain was initially grown while forming a biofilm on a model polystyrene surface (Petri dish) at 20 °C for 144 h (6 days) in soy trypticase nutrient broth (with medium renewal every 48 hours). Following incubation, both biofilm and the surrounding free-swimming (planktonic) cells were recovered from which total RNA was isolated. These RNAs were reverse transcribed to their complementary cDNAs, which were subsequently used as substrates in real-time polymerase chain reactions (qPCR), with the ultimate goal of comparing the gene expression of the ten genes between biofilm and planktonic cells.
Results revealed a strain-dependent differential gene expression between the two cell types. Thus, for instance, in strain DFSN_B74 (ser. 1/2b) biofilm growth worryingly resulted in a significant overexpression of all the studied genes (P < 0.05), whereas in strain DFSN_B96 (ser. 1/2c), the expression of most genes (8/10) did not change upon biofilm growth, with only groEL and hly being again significantly upregulated. The results of this study enrich our knowledge regarding the physiology of L. monocytogenes cells under biofilm-forming conditions that can also be found in food production and processing environments. At the same time, the knowledge regarding the strain-dependent differences of the pathogen’s response to stress, as well as its virulence, during biofilm formation can be exploited in order to design innovative and more effective methods to eliminate biofilms, which can therefore contribute to the protection of consumers and public health
Contemporary trends in childhood obesity prevention: a literature review
Στην παρούσα διπλωματική εργασία δίνεται βάση στην διερεύνηση των παραγόντων που σχετίζονται με την ανάπτυξη παχυσαρκίας σε παιδιά και εφήβους. Η αναγνώριση και πρόληψη τους θα μπορούσε να συμβάλει στην μείωση του ρυθμού αύξησης του επιπολασμού της παιδικής παχυσαρκίας που έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας. Για την συγγραφή της παρούσας εργασίας πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση που περιλάμβανε ελληνικές και διεθνείς δημοσιεύσεις. Συνολικά αξιοποιήθηκαν 50 επιστημονικά άρθρα ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας από τις βάσεις δεδομένων Science Direct, Pubmed, Google Scholar και Scopus. Η αναζήτηση της βιβλιογραφίας έγινε κυρίως με τη χρήση λέξεων και φράσεων κλειδιών όπως «childhood obesity, risk factors, delivery method, breastfeeding, parental methods, eating habits, maternal obesity and diabetes, gut micro biome, TV watching and advertisements». Τα κυριότερα κριτήρια επιλογής ήταν το έτος δημοσίευσης της έρευνας με έμφαση σε άρθρα της τελευταίας πενταετίας και ανάλυση αποτελεσμάτων συγχρονικών μελετών παρατήρησης. Η συλλογή πληροφοριών επικεντρώθηκε σε παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη παιδικής παχυσαρκίας και εντοπίζονται στην προγεννητική και μεταγεννητική ζωή. Τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας τονίζουν την επίδραση πολλαπλών παραγόντων στο βάρος των παιδιών, γενετικών και περιβαλλοντικών. Η επίδραση ξεκινά από το ενδομήτριο περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται το έμβρυο και στη συνέχεια η μέθοδος με την οποία θα γεννηθεί, αν θα θηλάσει ή όχι, σε ποια ηλικία θα ενταχθούν στη διατροφή οι στερεές τροφές, οι συνήθειες διατροφής και οι αλληλεπίδραση με τους γονείς είναι μερικοί από τους παράγοντες που σχετίζονται με το βάρος της παιδικής ηλικίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της παιδικής παχυσαρκίας στη δημόσια υγεία αναμένεται τα επόμενα χρόνια να δοθεί περαιτέρω έμφαση από την επιστημονική κοινότητα στο θέμα αυτό με σκοπό την ανεύρεση κι άλλων παραγόντων κινδύνου.This thesis is based on the investigation of the factors related to the development of obesity in children and adolescents. Their recognition and prevention could contribute to reducing the rate of increase in the prevalence of childhood obesity, which has reached epidemic proportions. For the writing of this paper, a bibliographic review was carried out that included Greek and international publications. A total of 50 scientific articles from Greek and international literature were used from the databases Science Direct, Pubmed, Google Scholar and Scopus. The literature search was mainly done using key words and phrases such as "childhood obesity, risk factors, delivery method, breastfeeding, parental methods, eating habits, maternal obesity and diabetes, gut micro biome, TV watching and advertisements". The main selection criteria were the year of publication of the research with an emphasis on articles from the last five years and analysis of the results of cross-sectional observational studies. The information collection focused on factors associated with the development of childhood obesity and located in prenatal and postnatal life. The results of the present work highlight the influence of multiple factors on children's weight, genetic and environmental. The impact begins with the intrauterine environment in which the fetus develops and then the method by which it will be born, whether it will be breastfed or not, at what age solid foods will be introduced to the diet, eating habits and interaction with parents are some of the factors associated with childhood weight. Considering the importance of childhood obesity in public health in the coming years, further emphasis should be given by the scientific community to this issue in order to find other risk factors
Διερεύνηση των γνώσεων, στάσεων και πεποιθήσεων των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη διατροφή
Η παιδική ηλικία είναι μια κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη διατροφικών προτύπων που μπορούν να ακολουθήσουν μέχρι την ενηλικίωση. Επομένως, η καθιέρωση υγιεινών διατροφικών συνηθειών είναι σημαντική για την πρόληψη πολλών χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τον μεταβολισμό, συμπεριλαμβανομένης της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2. Το σχολικό περιβάλλον αποτελεί το βέλτιστο περιβάλλον για αλλαγές στη διατροφή επειδή τα παιδιά περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στο σχολείο και καταναλώνουν τουλάχιστον ένα γεύμα και πολλά σνακ στο σχολείο κάθε μέρα. Οι δάσκαλοι αλληλεπιδρούν με τα παιδιά συνεχώς και εντατικά μέσα στο σχολικό περιβάλλον και έχει διαπιστωθεί ότι μπορούν να επηρεάσουν έντονα τις διατροφικές συνήθειες των μαθητών με διάφορους τρόπους, και κυρίως μέσω της ανάπτυξης, εφαρμογής και αξιολόγησης προγραμμάτων διατροφικής παρέμβασης. Ωστόσο, υπάρχουν πραγματικές δυσκολίες στην επίτευξη αλλαγής συμπεριφοράς και γνώσεων των μαθητών όταν οι δάσκαλοι δεν διαθέτουν τις εξειδικευμένες γνώσεις της διατροφικής εκπαίδευσης, της διατροφικής έρευνας ή των τεχνικών προαγωγής της υγείας. Επιπλέον, οι αυτοαντιλήψεις και οι πεποιθήσεις τους για τη διατροφή μπορεί να επηρεάσουν τη δυνατότητα παροχής διατροφικής εκπαίδευσης ή προώθησης πρακτικών υγιεινής διατροφής στην τάξη, επειδή λίγοι γνωρίζουν ότι οι δικές τους ανθυγιεινές διατροφικές συμπεριφορές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διατροφικές συμπεριφορές των μαθητών.
Σκοπός: Σκοπός αυτής της έρευνας είναι να διερευνήσει τις διατροφικές γνώσεις, πεποιθήσεις και στάσεις των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για τη διατροφή.
Μέθοδος: 482 δάσκαλοι γενικής και ειδικής αγωγής απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο που αναπτύχθηκε για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης. Το ερωτηματολόγιο αποτελούνταν από δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιελάβανε ερωτήσεις για την αξιολόγηση των διατροφικών γνώσεων, οι οποίες προέρχονταν από το σταθμισμένο, έγκυρο και αξιόπιστο ερωτηματολόγιο «General Nutrition Knowledge Questionnaire». Η δεύτερη ενότητα περιελάβανε ερωτήσεις για την αξιολόγηση των στάσεων και πεποιθήσεων των εκπαιδευτικών για την διατροφή, οι οποίες προέρχονταν από μια τροποποιημένη έκδοση της έρευνας εκπαιδευτικού προσωπικού Teens Eating for Energy and Nutrition at School (TEENS), από ένα ερωτηματολόγιο που αναπτύχθηκε για τους σκοπούς μιας ελληνικής έρευνας της Katsagoni et al., και τέλος προστέθηκαν και κάποιες επιπλέον ερωτήσεις.
Αποτελέσματα: Οι δάσκαλοι έδειξαν μέτριες βαθμολογίες γνώσεων σχετικά με τη διατροφή (δηλαδή, 70% μέσο όρο σωστών απαντήσεων), με τις χειρότερες επιδόσεις να σημειώνονται στο πρώτο και δεύτερο μέρος της ενότητας που αφορούσε τις γνώσεις. Το 92,3 % του δείγματος απάντησε πως η εκπαίδευση των παιδιών για τη διατροφή θα πρέπει να αποτελεί μέρος του προγράμματος σπουδών των δημοτικών σχολείων, όμως δεν ήταν σίγουροι αν οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να παρέχουν διατροφικές συμβουλές, με μόνο το 57,7 % να συμφωνεί απόλυτα. Επίσης μόνο το 11,8 % συμφώνησε πως ένας εκπαιδευτικός έχει τις απαραίτητες γνώσεις να διδάξει σωστά στους μαθητές θέματα σχετικά με τη διατροφή με τους υπόλοιπους να διχάζονται. Αρκετά απογοητευτικά ήταν τα ποσοστά των απαντήσεων στο αν έχουν παρακολουθήσει επιμορφωτικά προγράμματα σχετικά με θέματα διατροφής (πχ Μεταπτυχιακό, Σεμινάρια κλπ.), με το 85,7 % να απαντάει πως δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ, πράγμα που συνδέεται σαφώς με τις μέτριες βαθμολογίες τους στις ερωτήσεις για τις γνώσεις.
Συμπεράσματα: Οι μάλλον χαμηλές διατροφικές γνώσεις των εκπαιδευτικών είναι ανησυχητικές, καθώς αποτελούν τους σημαντικότερους πολλαπλασιαστές στην πρώιμη διατροφική εκπαίδευση αφού παρόλο που τα τρόφιμα και η διατροφή δεν είναι απαραίτητα το αντικείμενο που διδάσκουν, οι γενικές διατροφικές τους γνώσεις επηρεάζουν την ικανότητα για διεπιστημονική μεταφορά πληροφοριών. Σχεδόν όλοι συμφώνησαν πως η εκπαίδευση των παιδιών για τη διατροφή θα πρέπει να αποτελεί μέρος του προγράμματος σπουδών των δημοτικών σχολείων, ωστόσο πρέπει να αντιμετωπιστούν εμπόδια όπως η έλλειψη γνώσεων και σχετικής εκπαίδευσης των δασκάλων, η έλλειψη χρόνου διδασκαλίας και η έλλειψη κατάλληλων πόρων. Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε σχετικά προγράμματα κατάρτισης, αυξάνει τις γνώσεις τους σχετικά με τη διατροφή και ως εκ τούτου, η μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη και την ενσωμάτωση της διατροφικής εκπαίδευσης για τους εκπαιδευτικούς ως μέρος των τυπικών απαιτήσεων κατάρτισης τους. Χωρίς αρκετή τεχνογνωσία στη διατροφή, οι δάσκαλοι δεν θα είναι σε θέση να υποστηρίξουν προγράμματα που σχετίζονται με τη διατροφή και την υγεία τα οποία μπορεί να μειώσουν το υπερβολικό βάρος, την παχυσαρκία και διάφορες άλλες επιπλοκές υγείας στην παιδική ηλικία.Childhood is a crucial period for developing eating patterns that can be followed into adulthood. Therefore, establishing healthy eating habits is important for the prevention of many chronic metabolism-related diseases, including obesity and type 2 diabetes. The school environment is the optimal environment for dietary changes because children spend most of their time at school and consume at least one meal and many snacks at school every day. Teachers interact with children continuously and intensively in the school environment and it has been found that they can strongly influence students' eating habits in a number of ways, most notably through the development, implementation and evaluation of nutrition intervention programs. However, there are real difficulties in achieving behavioral and knowledge change in students when teachers do not have the specialized knowledge of nutrition education, nutrition research or health promotion techniques. In addition, their self-perceptions and beliefs about nutrition may affect their ability to provide nutrition education or promote healthy eating practices in the classroom because few are aware that their own unhealthy eating behaviors could affect students' eating behaviors.
Aim: The aim of this study is to research the nutritional knowledge, beliefs and attitudes of primary school teachers about nutrition.
Method: 482 teachers of general and special education completed a questionnaire developed for the purposes of this study. The questionnaire was consisted of two sections. The first section included questions to assess nutritional knowledge, which were derived from the weighted, valid and reliable “General Nutrition Knowledge Questionnaire”. The second section included questions to assess teachers' attitudes and beliefs about nutrition, which came from a modified version teacher survey the Teens Eating for Energy and Nutrition at School (TEENS), from a questionnaire developed for the purposes of a Greek study by Katsagoni et al., and some additional questions were added at the end.
Results: Teachers showed moderate knowledge scores on nutrition (i.e., 70% average correct answers), with the worst performance being in the first and second part of the knowledge section. 92.3 % of the sample responded that educating children about nutrition should be part of the primary school curriculum, but they were not sure whether teachers should provide nutritional advice, with only 57.7 % strongly agreeing. Also only 11.8 % agreed that a teacher has the necessary knowledge to properly teach pupils about nutrition with the rest being divided. Shocking were the percentages of responses to whether they had attended training programmes on nutrition issues (e.g. Postgraduate, Seminars, etc.), with 85.7% responding that they had never attended, which is clearly linked to their moderate scores on the knowledge questions.
Conclusions: The rather low nutritional knowledge of teachers is of concern, as they are the most important multipliers in early nutrition education since although food and nutrition are not necessarily the subject they teach, their general nutritional knowledge affects their ability to transfer information interdisciplinary. Almost all agreed that children's nutrition education should be part of the primary school curriculum, but barriers such as lack of knowledge and relevant training for teachers, lack of teaching time and lack of adequate resources need to be addressed. Teachers' participation in relevant training programmes increases their knowledge of nutrition and therefore future research could focus on developing and integrating nutrition education for teachers as part of their formal training requirements. Without sufficient nutrition expertise, teachers will not be able to support nutrition and health-related programs that may reduce overweight, obesity, and various other health complications in childhood
Σχεδιασμός και κατασκευή πειραματικής διάταξης για τον χαρακτηρισμό μικρορευστονικών διατάξεων μεταφοράς θερμότητας
Ένα ευρύ φάσμα φορητών ηλεκτρονικών συσκευών με ολοένα και αυξανόμενη ισχύ προσφέρεται χάρη στην ταχεία ανάπτυξη της μικροηλεκτρονικής και του τομέα των τηλεπικοινωνιών. Η σμίκρυνση των συσκευών όπως συμβαίνει στα κινητά τηλέφωνα, στα tablet και στους φορητούς υπολογιστές, δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα ως προς την
ψύξη τους καθώς οι παραγόμενες θερμοκρασίες, είναι πέραν των δυνατοτήτων της συμβατικής ψύξης. Συγκεκριμένα με την αύξηση της ισχύoς και την μείωση του χώρου δημιουργούνται υψηλές ροές θερμότητας σε μικρή επιφάνεια, οι οποίες αυξάνουν την ανάγκη για διαχείριση της παραγόμενης θερμότητας. Συνεπώς, υπάρχει επιτακτική ανάγκη
για την ανάπτυξη ιδιαίτερα αποτελεσματικών λύσεων θερμικής διαχείρισης για την ψύξη ηλεκτρονικών συσκευών υψηλής ισχύος. Σε αυτή την πτυχιακή εργασία, διερευνώνται θέματα ως προς αυτό το πρόβλημα. Συγκεκριμένα, έγινε ο σχεδιασμός και η κατασκευή μιας πειραματικής διάταξης, χαμηλού κόστους αποτελούμενη από μια θερμαινόμενη πλάκα, ένα σύστημα θερμομέτρησης και ένα σύστημα ψύξης. Κατόπιν, έγινε η αξιολόγηση καινοτόμων πολυμερικών θαλάμων ψύξης ατμού, αποτελούμενων από φύλα πολυαμιδίου και χαλκού
με ελεγχόμενη διαβροχή για την αύξηση της αποδοτικότητας τους και πάχος 109 μm. Επιπλέον πραγματοποιήθηκε η κατασκευή και η αξιολόγηση ασυμετρικών θαλάμων ψύξης ατμού μέσω τρισδιάστατης εκτύπωσης αποτελούμενα από PLA, με υδρόφοβες και υδρόφιλες επιφάνειες με πάχος 1 mm
Μοντέλα ωριμότητας ανθρώπινου δυναμικού και μελέτη περίπτωσης
Η αξιολόγηση της ωριμότητας των αναλυτικών στοιχείων αποτελεί σημαντική διαδικασία για την ανάπτυξη των ικανοτήτων και της κουλτούρας αναλυτικών στοιχείων μιας επιχείρησης. Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι να συλλεχθούν τα απαραίτητα δεδομένα και πληροφορίες με σκοπό να αναλυθούν , να μελετηθούν και να τεκμηριωθούν οι βασικές διαδικασίες της αξιολόγησης ωριμότητας Ανθρώπινου Δυναμικού μετά από κριτική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας. Η ωριμότητα του ανθρώπινου δυναμικού είναι ένας όρος που αναφέρεται στην εξέλιξη και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων, των χαρισμάτων και των ικανοτήτων ενός ατόμου σε μία επιχείρηση. Συνήθως περιλαμβάνει την ανάπτυξη νοημοσύνης, της επικοινωνίας και των δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων. Πραγματοποιήθηκε μια συστηματική ανασκόπηση των μοντέλων αξιολόγησης ωριμότητας, κάνοντας αναφορά σε ελλείψεις, εντοπίζοντας σχετικούς παράγοντες για τα μοντέλα και προτείνοντας βελτιώσεις. Η συγκεκριμένη διπλωματική κάνει μια βιβλιογραφική ανασκόπηση στο πεδίο των μοντέλων και παρουσιάζει ως μελέτη περίπτωσης την εφαρμογή ενός μοντέλου ωριμότητας σε ξενοδοχειακό τομέα
Teachers' views on the role of the School Committee within the context of the financial management of the school unit
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τις απόψεις των εκπαιδευτικών για τον ρόλο της Σχολικής Επιτροπής στο πλαίσιο της οικονομικής διαχείρισης της σχολικής μονάδας. Ειδικότερα, επιδιώκεται η αποτίμηση του έργου της Σχολικής Επιτροπής, έτσι όπως λειτουργεί στις μέρες μας, ο ρόλος της σε εκπαιδευτικά θέματα, σε κοινωνικά – οργανωσιακά, η λειτουργικότητα και η αποτελεσματικότητά της. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2023 – Ιανουαρίου 2024 σε εκπαιδευτικούς οι οποίοι υπηρετούν στο νησί της Ρόδου, σε σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Γυμνάσια και Λύκεια (Γενικά και Επαγγελματικά) και αποτελεί μελέτη περίπτωσης. Όλοι/ες οι υπηρετούντες εκπαιδευτικοί στο νησί αποτέλεσαν τον πληθυσμό της έρευνας. Η επιλογή του ερευνητικού δείγματος των 108 εκπαιδευτικών έγινε με δειγματοληψία ευκολίας. Από τα πορίσματα της εκπαιδευτικής έρευνας προκύπτει ότι η πλειονότητα των εκπαιδευτικών θεωρεί πως ο ρόλος της Σχολικής Επιτροπής είναι σημαντικός, ωστόσο, φαίνεται να διαφωνεί με τον τρόπο που λειτουργεί στις μέρες μας. Σχετικά με τον ρόλο της σε εκπαιδευτικά θέματα, η πλειονότητα εκφράζεται θετικά, καθώς θεωρεί ότι από τις δράσεις της επηρεάζεται έμμεσα η εκπαιδευτική λειτουργία των σχολικών μονάδων. Επίσης, σχετικά με τη σημαντικότητα του ρόλου της σε κοινωνικά – οργανωσιακά θέματα, η πλειονότητα τείνει να συμφωνεί. Ως προς τη λειτουργικότητά της, υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να είχε λιγότερα μέλη, να συνεδρίαζε πιο συχνά και να μην ήταν άμεσα εξαρτημένη από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου. Επιπλέον, σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του ρόλου της, η πλειονότητα συμφωνεί με την άποψη ότι το ύψος των οικονομικών πόρων είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες. Τέλος, σχετικά με το αν οι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές για τις Σχολικές Επιτροπές είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, η πλειονότητα των εκπαιδευτικών δεν εκφράζει άποψη.
Abstract
This thesis investigates teachers’ views on the role of the School Committee within the context of the financial management of the school unit. In particular, the evaluation of the work of the School Committee, as it functions nowadays, its role in educational and social-organizational issues as well as its functioning and effectiveness is explored. The research was conducted during the period from December 2023 to January 2024 and it is a case study. The sample consisted of teachers who serve in schools on the island of Rhodes, schools of Secondary Education, Junior High Schools and Senior High Schools (General and Vocational). All teachers serving on the island constituted the research population. The selection of the research sample of 108 teachers was made by convenience sampling. According to the findings of the educational survey, it appears that the majority of teachers consider the role of the School Committee to be important, however, they seem to disagree with the way it operates nowadays. Regarding its role in educational issues, the majority holds a positive attitude, as they consider that its actions indirectly affect the educational function of the school units. In addition, regarding the importance of its role in social-organizational issues, the majority tends to agree. Regarding its functionality, it is argued that it should have fewer members, meet more often and not be directly dependent on the Technical Services of the Municipality. Moreover, in relation to the effectiveness of its role, the majority agrees with the view that the amount of financial resources is one of the most important factors. Finally, regarding whether the recent legislative changes for School Committees are in the right direction, the majority of teachers do not express an opinion
Literature review of empirical studies: the utilization of learning management systems in education
Η παρούσα διπλωματική εργασία αποτελεί μια συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση εμπειρικών ερευνών, που αποσκοπεί στο να δοθούν απαντήσεις για τη σχέση και την επιρροή των ΣΔΜ στην εκπαίδευση.
Αναλυτικότερα, τέθηκαν προς απάντηση τέσσερα ερευνητικά ερωτήματα, όπως για το πως αξιοποιούνται τα ΣΔΜ στην εκπαίδευση, ποιες είναι οι προκλήσεις και οι προοπτικές στην εκπαίδευση από την εισαγωγή των ΣΔΜ σε αυτή, η διερεύνηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων των εκπαιδευομένων και η εκμαίευση των απόψεων των εκπαιδευτικών αναφορικά με τα ψηφιακά, εκπαιδευτικά περιβάλλοντα.
Τα αποτελέσματα της μελέτης ανέδειξαν τα ΣΔΜ ως σύγχρονες, επιτυχημένες ηλεκτρονικές πλατφόρμες για τη διδασκαλία, αφού τα καινοτόμα εργαλεία που εμπεριέχουν, διευκολύνουν την εξ αποστάσεως διδασκαλία και εμπλουτίζουν την παραδοσιακή. Μέσω αυτών αντιμετωπίζονται προκλήσεις, όπως η διατήρηση του αμείωτου ενδιαφέροντος των εκπαιδευομένων, η εκπλήρωση των εσωτερικών τους κινήτρων και στόχων, καθώς και η ανάπτυξη της συνεργατικότητάς τους. Όσον αφορά τα μαθησιακά αποτελέσματα των εκπαιδευομένων που σημειώνονται μέσα από τα ΣΔΜ, διαφέρουν ανάλογα με τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά, όπως το γνωστικό τους υπόβαθρο, η ηλικία και το φύλο.
Τέλος, οι απόψεις των εκπαιδευτικών για τις ψηφιακές, εκπαιδευτικές πλατφόρμες μάθησης διαμορφώνονται βάσει της επιρροής των προσωπικών αντιλήψεων των συναδέλφων τους που τις έχουν αξιοποιήσει και της ανάλογης τεχνολογικής τους κατάρτισης
Topological rigidity of quoric manifolds
Οι quoric πολλαπλότητες αποτελούν γενίκευση των quasitoric πολλαπλοτήτων. Έχουν μια "καλή" δράση του (S3)^ν, τοπικά, και το πηλίκο της δράσης είναι ένα πολύτοπο. Στην παρούσα εργασία αποδεικνύουμε την τοπολογική ακαμψία αυτών των πολλαπλοτήτων. Συγκεκριμένα, θεωρούμε μια πολλαπλότητα όπου δρα η ομάδα (S3)^ν και η δράση είναι τοπικά γραμμική. Εάν αυτή είναι ομοτοπικά ισοδύναμη ("σχεδόν ίδιες") με την τεκτακτορική πολλαπλότητα τότε είναι ισοδύναμα ομοιομορφικές ("ίδιες"). Για την απόδειξη γενικεύονται μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν στην περίπτωση των ομάδων Coxeter και την περίπτωση των τορικών πολλαπλοτήτων.Quoric manifolds are the quaternionic analogue of toric manifolds. They admit a locally nice action of (S3)^n and the quotient is a manifold with corners. We show that they satisfy equivariant rigidity. More precisely, any locally linear (S3)^n-manifold that it is equivariantly homotopic equivalent to a quoric manifold is equivariantly homeomorphic to it. The proof is given by generalising the methods of used in Coxeter and toric manifolds
Ψυχική ανθεκτικότητα εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο
Η μελέτη της ΨΑ αποτελεί ένα δυναμικά εξελισσόμενο πεδίο στον ερευνητικό χώρο των κοινωνικών επιστημών, όπου παρατηρούνται σημαντικές εξελίξεις σχετικά με την προαγωγή της υγείας και της ευημερίας συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στη διερεύνηση των επιπέδων της ψυχικής ανθεκτικότητας των εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης που εργάζονται στην Προσχολική και Δημοτική Εκπαίδευση στο νομό Δωδεκανήσων. Επιπρόσθετα, η έρευνα επιδιώκει να αναδείξει την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ των επιπέδων ΨΑ και των δημογραφικών και υπηρεσιακών στοιχείων των εκπαιδευτικών, καθώς και αν προκύπτουν διαφοροποιήσεις στα επίπεδα ΨΑ των εκπαιδευτικών με βάση τη γνώση, την εξοικείωση, την επιμόρφωση και τη σημασία που αποδίδουν οι εκπαιδευτικοί στον όρο της ΨΑ είτε ως άτομα είτε ως επαγγελματίες. Η μελέτη συνιστά μία ποσοτική έρευνα με δείγμα 100 εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που υπηρετούν σε σχολεία της Περιφερειακής Ενότητας Δωδεκανήσου. Για τη συλλογή των δεδομένων χορηγήθηκε ένα αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο κοινωνικό-δημογραφικών στοιχείων και η Πολυδιάστατη Κλίμακα Ψυχικής Ανθεκτικότητας (Multidimensional Teacher Resilience Scale-MTRS). Από την έρευνα προέκυψε ότι οι εκπαιδευτικοί ΕΑΕ της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου διαθέτουν υψηλά επίπεδα ψυχικής ανθεκτικότητας, η οποία ενισχύεται από τις αγαστές συναδελφικές σχέσεις και από τα προσωπικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών, όπως η αυτοπεποίθηση, ο ρεαλισμός, η στοχοπροσήλωση, η θετική στάση στη συνεχή μάθηση κ.ά. Τέλος, η έρευνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η ψυχική ανθεκτικότητα συσχετίζεται θετικά και επηρεάζεται από την ηλικία των εκπαιδευτικών, τη γνώση και τον τρόπο και τον βαθμό εξοικείωσης με την έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας.Πίνακας περιεχομένων
Κατάλογος πινάκων 7
Κατάλογος γραφημάτων 8
Περίληψη 9
Abstract 10
Κεφάλαιο 1ο: Εισαγωγή 11
1.1 Διατύπωση του ερευνητικού προβλήματος 11
1.2 Βασικός σκοπός και επιμέρους στόχοι της έρευνας 12
1.3 Υποθέσεις έρευνας 12
1.4 Αναγκαιότητα και σημαντικότητα της έρευνας 13
1.5 Οργάνωση της μελέτης 14
Κεφάλαιο 2ο : Θεωρητικό πλαίσιο 16
2.1. Εννοιολογική προσέγγιση της ψυχικής ανθεκτικότητας 16
2.2. Συναφείς έννοιες με την ψυχική ανθεκτικότητα 19
2.3. Μοντέλα ψυχικής ανθεκτικότητας 21
2.4. Παράγοντες που επιδρούν στην ψυχική ανθεκτικότητα 23
2.5. Ψυχική ανθεκτικότητα και εκπαιδευτικοί 25
2.6. Παράγοντες που αναστέλλουν την ψυχική ανθεκτικότητα των εκπαιδευτικών 27
2.7. Τα χαρακτηριστικά του ψυχικά ανθεκτικού εκπαιδευτικού- παράγοντες προστασίας 28
Κεφάλαιο 3ο : Βιβλιογραφική ανασκόπηση 30
3.1. Έρευνες σε διεθνές επίπεδο για την ψυχική ανθεκτικότητα των εκπαιδευτικών 30
3.2. Έρευνες στην Ελλάδα σχετικά με την ψυχική ανθεκτικότητα των εκπαιδευτικών 33
Κεφάλαιο 4ο: Μεθοδολογία της έρευνας 40
4.1. Ερευνητικός σχεδιασμός 40
4.2. Διάρθρωση δείγματος 41
4.3. Μέσα συλλογής των δεδομένων 45
4.4. Διαδικασία 47
4.5. Ανάλυση των δεδομένων 48
Κεφάλαιο 5ο: Ευρήματα 49
5.1 Ανάλυση της μεταβλητής της ψυχικής ανθεκτικότητας των εκπαιδευτικών και των διαστάσεών της. 49
5.2 Η ψυχική ανθεκτικότητα και οι διαστάσεις της ανάλογα με τις κατηγορίες των δημογραφικών και άλλων μεταβλητών 51
Κεφάλαιο 6ο: Συζήτηση 65
Κεφάλαιο 7ο: Συμπεράσματα και προτάσεις για περαιτέρω έρευνα 75
7.1 Συμπεράσματα 75
7.2 Περιορισμοί της μελέτης 77
7.3 Προτάσεις για περαιτέρω έρευνα 77
Βιβλιογραφία 79
Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία 79
Ξενόγλωσση βιβλιογραφία 83
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 9