18777 research outputs found
Sort by
Exploring the views of parents of recognized refugees on the adaptation of their children within school environment
Η παρούσα εργασία διεξάγεται στο πλαίσιο διπλωματικής εργασίας. Σκοπός της ερευνητικής εργασίας είναι η διερεύνηση απόψεων γονέων αναγνωρισμένων προσφύγων ώς προς την προσαρμογή των ανήλικων τέκνων τους στo σχολικό
περιβάλλον, προκειμένου να διαπιστωθεί το κατά πόσο τα παιδιά πρόσφυγες προσαρμόζονται στο σχολικό περιβάλλον αλλά και κατά πόσο η ελληνική κοινωνία συμβάλει στην ομαλή προσαρμογή τους, καθώς η Ελλάδα από το 2016 μέχρι και σήμερα καλείται να διαχειριστεί ένα μεγάλο προσφυγικό κύμα και η παρουσία προσφύγων μαθητών στα ελληνικά σχολεία όλο και αυξάνεται με αποτέλεσμα να
εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία περισσότερα άτομα. Η παρούσα εργασία
περιλαμβάνει δύο μέρη, το θεωρητικό μέρος όπου παρουσιάζεται η σχετική βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για την μελέτη του συγκεκριμένου θέματος και στο δεύτερο μέρος αναλύεται η μεθοδολογική προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε
προκειμένου να αναλυθούν τα αποτελέσματα της έρευνας και να εξαχθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα.
Αρχικά, στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην Υπηρεσία Ασύλου όπου είναι η πρώτη ανεξάρτητη δομή της χώρας που έχει ως αντικείμενο εξέτασης τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, αποσαφηνίζονται οι όροι που χαρακτηρίζουν το μεταναστευτικό ζήτημα και βοηθούν στην καλύτερη ερμηνεία και κατανόησή του και παρουσιάζεται εκτενώς η διαδικασία ασύλου.
Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην εκπαίδευση που αποτελεί θεμελιώδη δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους και πιο συγκεκριμένα στην εκπαίδευση των προσφύγων με μια ιστορική αναδρομή της νομοθεσίας που την διέπει αλλά και μία περιγραφή των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας ΖΕΠ. Ακολουθεί η αναφορά
στην εκπαίδευση για το Περιβάλλον και την Αειφορία -Ατζέντα 2030, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η σημασία της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, της Εκπαίδευσης για το Περιβάλλον και Την Αειφορία αλλά και των 17 στόχων της Ατζέντα 8 20230.Τέλος, γίνεται αναφορά στην διαπολιτισμική εκπαίδευση και στα μοντέλα εκπαίδευσης που έχουν επικρατήσει κατά διαστήματα στην προσπάθεια διαχείρισης
της ετερότητας.
Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στα εμπόδια προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον που συναντούν τα παιδιά πρόσφυγες και γίνεται εκτενής ανάλυση του εμποδίου της γλώσσας, του επιπολιτισμού, της ανθεκτικότητας, του ρατσισμού και του μετατραυματικού στρες.
Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στο αντικείμενο και στη μεθοδολογία της έρευνας. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 9 ατόμων με κοινό χαρακτηριστικό το προσφυγικό καθεστώς και το καθεστώς της προσωρινής προστασίας με τη μέθοδο της ημιδομημένης συνέντευξης και η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με
τη θεματική ανάλυση μέσω της κωδικοποίησης. Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην παρουσίαση και ανάλυση των αποτελεσμάτων. Στη συνέχεια γίνεται συζήτηση των αποτελεσμάτων στο έκτο κεφάλαιο και παρατίθενται τα συμπεράσματα στο έβδομο κεφάλαιο
Traditional food in Kritinia village of Rhodes as intangible cultural heritage: an attempt to preserve it using ICTs
Τα τελευταία χρόνια γίνεται συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο, Ευρωπαϊκό και φυσικά τοπικό σχετικά με την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά. Η συγκεκριμένη εργασία είναι μια προσπάθεια «διαφύλαξης» αυτού του γαστρονομικού πολιτισμού ως έκφραση Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ως «διαφύλαξη» εννοούμε «τα μέτρα που αποβλέπουν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένων του προσδιορισμού, της τεκμηρίωσης, της έρευνας, της συντήρησης, της προστασίας της προώθησης, της αξιοποίησης, της μεταβίβασης, κυρίως μέσω της τυπικής και μη τυπικής εκπαίδευσης, καθώς και της αναζωογόνησης των διαφόρων πλευρών της κληρονομιάς αυτής» (UNESCO, 2003).
Η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει συμβάλει σημαντικά στην προσπάθεια για καταγραφή, προβολή και μεταβίβαση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ειδικά μέσα στην πανδημία του covid-19 αναπτύχθηκαν πολλά λογισμικά μέσα από τα οποία οι πολίτες είχαν πρόσβαση σε μουσεία, αρχαία μνημεία και άλλες μορφές πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αρχικά πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση μέσα από βιβλία, άρθρα, συνέδρια ξένων και Ελλήνων συγγραφέων. Η συγκεκριμένη εργασία στηρίχθηκε πάνω στην διεξαγωγή μίας ποιοτικής έρευνας μέσω της χρήσης ημι-δομημένων συνεντεύξεων έχοντας ως δείγμα ένα πλήθος κατοίκων του ορεινού χωριού της Κρητηνίας της Ρόδου. Μέσα από τη έρευνα αντλήθηκαν πληροφορίες σχετικά με τη ζωή των κατοίκων εστιάζοντας στη διατροφή τους. Πιο συγκεκριμένα ερευνήθηκε ο τρόπος με τον οποίο προμηθεύονταν και παρήγαγαν τις πρώτες ύλες αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο μαγείρευαν τα φαγητά τους οι κάτοικοι του χωριού.
Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε μια καταγραφή παραδοσιακών συνταγών, οι περισσότερες εκ των οποίων τείνουν να εξαφανιστούν με το πέρασμα του χρόνου. Όπως επίσης καταγράφηκε και ο τρόπος με τον οποίο μαγείρευαν καθώς και τα μέσα που χρησιμοποιούσαν, δηλαδή φωτιά και κάρβουνα μέσω του φούρνου ή της τσιμιάς.
Εκτός από την παραδοσιακή διατροφή που ήταν και ο σκοπός της εργασίας αναδεικνύεται και η τοπική διάλεκτος του χωριού, μέσα από τις συνεντεύξεις των κατοίκων.
Η έρευνα λοιπόν ανέδειξε ότι η άυλη πολιτιστική κληρονομιά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινοτική συμμετοχή και με την τοπική γνώση. Προέρχεται από το παρελθόν αλλά επαναπροσδιορίζεται και αναδημιουργείται συνεχώς και ζωντανά, από τα μέλη των κοινοτήτων.Nowadays there has been a discussion in global level, European and local level of course, about the Intangible Cultural Heritage. This specific master’s thesis is an attempt to "preserve" this culinary culture as an expression of Intangible Cultural Heritage. By "preservation" we mean measures aimed at ensuring the sustainability of intangible cultural heritage, including identification, documentation, research, conservation, protection, promotion, exploitation, transfer, mainly through formal and non-formal education, as well as the revitalization of the various aspects of this heritage" (UNESCO, 2003).
The evolution of technology has contributed significantly to the effort to record, display, and transfer cultural heritage. Especially during the covid-19 pandemic, lots of software were developed through which citizens had access to museums, ancient monuments, and other forms of cultural heritage.
Initially, a bibliographic review was carried out among books, articles, conferences of foreign and Greek authors. This master’s thesis was based on the conduct of a qualitative research using semi-structured interviews with as a sample several residents of the mountain village of Kritinia, Rhodes. Through the research, information was gathered about the lives of the residents, focusing on their diet. More specifically, the way in which raw materials were procured and produced was investigated, but mainly the way in which the residents cooked their food.
In particular, a recording of traditional recipes was carried out, most of which tend to disappear over time. Also recorded the way in which they cooked as well as the means they used, i.e. fire and coals through the oven or the fireplace.
In addition to the traditional diet, which was the purpose , the local dialect of the village is revealed through the interviews of the residents.
The research therefore showed that intangible cultural heritage is inextricably linked to community participation and local knowledge. It comes from the past but is redefined and recreated constantly and alive, by the members of the communities
Η συμβολή διαβαθμισμένων δραστηριοτήτων για το ηλεκτρικό κύκλωμα στα μαθησιακά αποτελέσματα των μαθητών της Ε΄ τάξης του δημοτικού σχολείου
Λόγω Διαφοροποιημένης μάθησης τα Φύλλα Εργασίας που διανεμήθηκαν ήταν τριών ειδών. Επίσης, διαμοιράστηκαν και ξενόγλωσσα Φύλλα Εργασίας, καθώς το δείγμα της έρευνας της πτυχιακής περιλάμβανε και ξενόγλωσσους μαθητές.Η έρευνα που μελετά την επίδραση διαβαθμισμένων δραστηριοτήτων στα μαθησιακά αποτελέσματα των μαθητών είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Επίσης,
απουσιάζουν έρευνες που να μελετούν την επίδραση διαβαθμισμένων δραστηριοτήτων για το ηλεκτρικό κύκλωμα στις αντιλήψεις των μαθητών. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη της συμβολής μιας διδακτικής παρέμβασης για το ηλεκτρικό
κύκλωμα που βασίζεται στη διδακτική προσέγγιση της μάθησης μέσω πρακτικών με τη χρήση διαβαθμισμένων δραστηριοτήτων στις αντιλήψεις των μαθητών της Ε΄ τάξης του δημοτικού σχολείου. Για τις ανάγκες της έρευνας, συγκροτήθηκε εκπαιδευτικό υλικό (Φύλλα Εργασίας) για το ηλεκτρικό κύκλωμα αξιοποιώντας διαβαθμισμένες
δραστηριότητες. Το εκπαιδευτικό υλικό εφαρμόστηκε σε 34 μαθητές της Ε΄ τάξης του δημοτικού σχολείου. Για την αξιολόγηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, συγκροτήθηκε ερωτηματολόγιο το οποίο συμπληρώθηκε από τους μαθητές τόσο πριν
όσο και μετά τη διδακτική παρέμβαση. Τα δεδομένα της έρευνας αποτέλεσαν οι απαντήσεις των μαθητών στα ερωτηματολόγια. Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώθηκε ότι τα μαθησιακά αποτελέσματα μετά από τη διδακτική παρέμβαση ήταν σημαντικά καλύτερα από τα μαθησιακά αποτελέσματα πριν από τη διδακτική παρέμβαση.The research studying the impact of differentiated activities on students' learning outcomes is particularly limited. Furthermore, there is a lack of research studying the effect of differentiated activities for the electric circuit on students' conceptions. The purpose of this study is to examine the contribution of a teaching intervention for the
electric circuit based on the instructional approach of learning through practices using differentiated activities on the conceptions of fifth-grade elementary school students. For the purposes of the research, instructional material (Worksheets) was developed for the electric circuit utilizing differentiated activities. The instructional material was implemented with 34 fifth-grade elementary school students. To assess the learning outcomes, a questionnaire was constructed which was completed by the students both before and after the teaching intervention. The research data consisted of the students' responses to the questionnaires. Analysis of the data revealed that the learning outcomes
after the teaching intervention were significantly better than the learning outcomes before the teaching intervention
Πρακτικές διδασκαλίας της φωτοσύνθεσης στο δημοτικό σχολείο
Η παρούσα εργασία κάνει μία βιβλιογραφική ανασκόπηση και εξετάζει διάφορες διδακτικές προσεγγίσεις και πειραματικές δραστηριότητες για την αποτελεσματική διδασκαλία της φωτοσύνθεσης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Σκοπός είναι να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα την έννοια της φωτοσύνθεσης, που αποτελεί μία ζωτικής σημασίας βιολογική διαδικασία, μέσω διαδραστικών και πρακτικών μεθόδων. Η εργασία παραθέτει τα ευρήματα των ερευνών σχετικά με τις λανθασμένες αντιλήψεις των μαθητών, σχετικά με την φωτοσύνθεση. Η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη για διδακτικές προσεγγίσεις που προωθούν την ενεργητική μάθηση, όπως πειράματα, παιχνίδια ρόλων, τη χρήση ΤΠΕ και τις διαθεματικές δραστηριότητες. Στο πλαίσιο των πειραμάτων, όπως το πείραμα αποκλεισμού φωτός και η μέτρηση της αναπνοής των φυτών, προσφέρουν πρακτικές εφαρμογές που επιτρέπουν στους μαθητές να παρατηρήσουν άμεσα τις αλλαγές που προκύπτουν από τη φωτοσύνθεση. Αυτές οι δραστηριότητες αποδεικνύουν την ουσιαστική συμβολή της φωτοσύνθεσης στην ενεργειακή ανεξαρτησία των φυτών και στην ισορροπία του οικοσυστήματος. Από την άλλη, στα παιχνιδιών ρόλων, οι μαθητές υποδύονται διάφορους ρόλους από τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης, επιτρέποντάς τους να κατανοήσουν την αλληλεπίδραση μεταξύ φωτός, φυτών και διοξειδίου του άνθρακα σε ένα πλαίσιο χαρακτηριστικό της οικοσυστημικής λειτουργίας. Τέλος, η χρήση ΤΠΕ και οι διαθεματικές δραστηριότητες κάνουν τη γνώση ακόμη πιο διασκεδαστική, ενισχύοντας τη συμμετοχή των παιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μέσω αυτής της εργασίας, τονίζεται η σημασία της ενσωμάτωσης διαδραστικών και πειραματικών μεθόδων στη διδακτική πράξη. Η προσέγγιση αυτή δεν μόνο ενισχύει την κατανόηση των μαθητών σχετικά με τη φωτοσύνθεση αλλά επίσης προάγει την επιστημονική σκέψη, την επικοινωνία και τη συνεργασία, θεμελιώδεις δεξιότητες για τους νέους μαθητές στον σύγχρονο εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο
Ο γραμματισμός των φυσικών επιστημών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: απόψεις εκπαιδευτικών
Στην παρούσα εργασία γίνεται προσπάθεια συσχέτισης ορισμένων θεμάτων. Αρχικά παρουσιάζονται έννοιες σχετικές με το περιβάλλον και τις συνθήκες που επικρατούν σ΄ αυτό, κι επίσης προβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο διδάσκονται τα ζητήματα αυτά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνήσει τις συνθήκες που επικρατούν κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, αφού προηγουμένως έχουν αποσαφηνιστεί επαρκώς ορισμένες έννοιες που προσεγγίζουν τα ζητούμενα της εργασίας. Τα θέματα αυτά εξετάζονται με τη μέθοδο της βιβλιογραφικής ανασκόπησης, όπου μέσω της άντλησης πληροφοριών από συγγράμματα, άρθρα και διαδικτυακές πηγές επιχειρείται μια προσέγγιση τόσο από πλευράς των ειδικών για τα περιβαλλοντικά θέματα, όσο και από μέρους των παιδαγωγών. Οι τελευταίοι, καλούνται να αξιοποιήσουν το κάθε τι χρήσιμο, προκειμένου να το εντάξουν στη διδακτέα ύλη. Έτσι και στην περίπτωση των φυσικών επιστημών, όπου στα πλαίσια αυτών εξετάζονται έννοιες όπως το οικοσύστημα και το περιβάλλον γενικότερα. Μία ακόμα μέθοδος που χρησιμοποιείται είναι η Ποιοτική έρευνα (Συνεντεύξεις) καθώς επιλέγονται ορισμένοι εκπαιδευτικοί με σκοπό να μιλήσουν σχετικά με το γραμματισμό των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Συνεπώς, κατόπιν ολοκλήρωσης του θεωρητικού μέρους η προσοχή στρέφεται προς το ερευνητικό κομμάτι το οποίο και απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς. Συνοψίζοντας, σκοπός της εργασίας αυτής είναι να παρουσιάσει τα θέματα που εμπεριέχονται στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών, προβάλλοντας τον τρόπο χάρη στον οποίου αυτό είναι εφικτό.In this paper, an attempt is made to correlate certain issues. First, concepts related to the environment and the conditions that prevail in it are presented, and also the way in which these issues are taught in primary education is presented. The purpose of the study is to investigate the conditions that prevail during the educational process, since they have previously sufficiently clarified certain concepts that approach the demands of the work. These issues are examined using the bibliographic review method, where through the extraction of information from books, articles and online sources, an approach is attempted both from the point of view of experts on environmental issues and from the part of educators. The latter are invited to make use of everything useful, in order to include it in the curriculum. So also, in the case of the natural sciences, where concepts such as the ecosystem and the environment in general are examined in this context. Another method used is Qualitative research (Interviews) as some teachers are selected to talk about science literacy in primary education. Therefore, after completing the theoretical part, the attention is directed towards the research part which is addressed to teachers. In summary, the purpose of this paper is to present the issues involved in the teaching of natural sciences, showing the way in which, this is possible
Η μελέτη της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και η επίδραση τόσο των παραδοσιακών όσο και των σύγχρονων μορφών διδασκαλίας στην ψυχολογία των μαθητών
Η προπτυχιακή διπλωματική εργασία με τίτλο "Μελέτη της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και η επίδραση των παραδοσιακών και σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας στην ψυχολογία των μαθητών" διερευνά τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και πώς οι παραδοσιακές και οι σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας επηρεάζουν την ψυχολογία των μαθητών.
Η διατριβή ξεκινά με ευχαριστίες προς όλους όσοι συνέβαλαν στην ολοκλήρωσή της. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το θέμα της έρευνας, ορίζοντας το αντικείμενο της έρευνας. Η ανάλυση και η σύνοψη των ευρημάτων παρουσιάζονται μετά από ενδελεχή βιβλιογραφική ανασκόπηση, με στόχο την απάντηση στα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν. Το περιεχόμενο της διατριβής διαρθρώνεται σε κεφάλαια που παρέχουν επισκόπηση και περιγραφή κάθε ενότητας.
Το θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης περιλαμβάνει την εξέταση της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και των τρόπων προσέλκυσης μαθητών στον τομέα αυτό. Μια σύγκριση μεταξύ παραδοσιακών και σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας εξετάζεται στο κεφάλαιο 7, εστιάζοντας στον αντίκτυπό τους στην ψυχολογία και τη δέσμευση των μαθητών. Η διατριβή ολοκληρώνεται με μια δήλωση που επιβεβαιώνει την πρωτοτυπία και τη γνησιότητα της εργασίας.
Η προπτυχιακή διπλωματική εργασία για τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ορίζει και διερευνά το πεδίο εφαρμογής, αναδεικνύοντας βασικά ερευνητικά ερωτήματα που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών και την επίδραση τόσο των παραδοσιακών όσο και των σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας στην ψυχολογία των μαθητών. Το έγγραφο τονίζει τη σημασία της ενεργού συμμετοχής και της κριτικής σκέψης των μαθητών, καθώς και τη σημασία των καινοτόμων πρακτικών στη διοίκηση του σχολείου για την ενσωμάτωση και τη διαχείριση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας στο σχολικό περιβάλλον. Επιπλέον, αναφέρεται σε σύγχρονες προσεγγίσεις, όπως η εκπαίδευση STEM, και συζητά το ρόλο της φύσης της επιστήμης στην εκπαιδευτική πρακτική. Η διατριβή διερευνά τις διάφορες μεθόδους διδασκαλίας που χρησιμοποιούνται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των παραδοσιακών μορφών διδασκαλίας και ασχολείται με τη σημασία της κατανόησης των προοπτικών των μαθητών για τη μάθηση των φυσικών επιστημών. Συνολικά, το έγγραφο παρέχει μια ολοκληρωμένη επισκόπηση των τρεχουσών τάσεων και μεθόδων διδασκαλίας των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενσωματώνοντας διάφορες προοπτικές και προσεγγίσεις για τη βελτίωση των μαθησιακών εμπειριών των μαθητών.
Συνοψίζοντας, η προπτυχιακή διπλωματική εργασία διερευνά τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Παρέχει μια δομημένη ανάλυση βασικών ερευνητικών ερωτημάτων, θεωρητικών πλαισίων και συγκριτικών αξιολογήσεων διαφορετικών διδακτικών προσεγγίσεων στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
Στοιχεία για τις φαρασιώτικες ποικιλίες: ιστορική και κοινωνιογλωσσική διερεύνηση
Η παρούσα εργασία αποτελεί μια μελέτη των μικρασιατικών ελληνικών γλωσσικών ποικιλιών της Καππαδοκίας, βασισμένη στην ανάλυση και τον συγκριτικό έλεγχο κειμένων γραμμένων στο φαρασιωτικό ιδίωμα και μια κοινωνιογλωσσική έρευνα που αποσκοπεί στην ανάδειξη του ορθότερου/αυθεντικότερου τρόπου ομιλίας του ιδιώματος.Η παρούσα εργασία σχετίζεται με τη μελέτη των μικρασιατικών ελληνικών γλωσσικών ποικιλιών της Καππαδοκίας. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα επικεντρώνεται στο γλωσσικό ιδίωμα που χρησιμοποιούσαν στο χωριό Βαρασός και σε γειτονικούς οικισμούς, και το οποίο είναι γνωστό με τον συμπεριληπτικό όρο «Φαρασιώτικα», πριν από την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών το 1923. Αρχικά, συγκεντρώνονται και παρουσιάζονται τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την ιστορική, διοικητική και κοινωνικοπολιτική δομή των μικρασιατικών αυτών οικισμών. Στη συνέχεια, γίνεται ιστορική αναφορά στο γλωσσικό ιδίωμα και γλωσσική περιγραφή του με βάση τη μνημειώδη μονογραφία του Richard Dawkins στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί από τη νεότερη έρευνα. Τη ραχοκοκαλιά της εργασίας αποτελεί η συγκριτική προσέγγιση, σε φωνολογικό, μορφολογικό και συντακτικό επίπεδο, της μετάφρασης στο φαρασιώτικο ιδίωμα αποσπασμάτων του κατά Λουκά Ευαγγελίου από τον P. A. de Lagarde και κειμένων του R. Dawkins (τα οποία αποτελούν καταγραφές παραμυθιών της φαρασιώτικης λαογραφίας), σε αντιδιαστολή με διορθώσεις «επί το ορθό» σε αυτά του Βαρασιώτη λόγιου παπά-Θεόδωρου Θεοδωρίδη. Στόχος της σύγκρισης είναι ο εντοπισμός ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ των τριών λογίων, έτσι ώστε να αναδειχτεί η ενδοδιαλεκτική διαφοροποίηση στις ποικιλίες που ομιλούνταν στην περιοχή των Φαράσων. Τέλος, παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της κοινωνιο-γλωσσολογικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε, μέσω της διεξαγωγής συνεντεύξεων με Φαρασιώτες β΄ και γ΄ γενιάς. Συζητούνται οι απαντήσεις των συνεντευξιαζόμενων ως προς συγκεκριμένα γλωσσικά χαρακτηριστικά, με έμφαση στο εάν οι διαφορετικοί τύποι συνδέονται από τους/τις ίδιους/ες με κρίσεις περί «ορθότερης/καλύτερης/αυθεντικότερης» φαρασιωτικής ποικιλίας.Περιεχόμενα
Περίληψη iii
Εισαγωγή 1
1. Ιστορικό και θεωρητικό πλαίσιο 3
1.1 Ανθρωπογεωγραφία – Ιστορία 3
1.2 Οικονομία 3
1.3 Κοινωνία και θεσμοί 4
1.3.1 Διοικητικό καθεστώς 4
1.3.2 Θρησκεία 5
1.3.3 Εκπαίδευση 6
2. Σχετικά με τη γλώσσα 8
2.1 Επιρροές 8
2.2 Καππαδοκική διάλεκτος και ποικιλίες 10
2.2.1 Το Φαρασιώτικο ιδίωμα 12
3. Γραπτές πηγές-έρευνες-μελέτες 14
3.1 Σημαντικές μελέτες πάνω στο Φαρασιώτικο ιδίωμα 14
3.2 Μελέτες για μεμονωμένα φαινόμενα του Φαρασιώτικου ιδιώματος 15
3.3 Κείμενα γραμμένα σε Φαρασιώτικο ιδίωμα 16
3.4 Συγγραφείς προς μελέτη 17
3.4.1 Paul de Lagarde 17
3.4.2 Richard Dawkins 18
3.4.3 Θεόδωρος Θεοδωρίδης 20
4. Διατήρηση του Φαρασιώτικου ιδιώματος στην Ελλάδα 22
5. Συγκριτική ανάλυση φαινομένων 24
5.1 Φωνολογία 24
5.1.1 Φωνολογικές ομοιότητες Lagarde – Θεοδωρίδη 26
5.1.2 Φωνολογικές διαφορές Lagarde- Θεοδωρίδη 26
5.1.3 Φωνολογικές ομοιότητες Dawkins- Θεοδωρίδη 34
5.1.4 Φωνολογικές διαφορές Dawkins- Θεοδωρίδη 36
5.2 Μορφολογία 43
5.2.1 Μορφολογικές ομοιότητες Lagarde- Θεοδωρίδη 45
5.2.2 Μορφολογικές Διαφορές Lagarde- Θεοδωρίδη 46
5.2.3 Μορφολογικές ομοιότητες Dawkins- Θεοδωρίδη 49
5.2.4 Μορφολογικές Διαφορές Dawkins- Θεοδωρίδη 49
5.3 Σύνταξη 52
5.3.1 Συντακτικές ομοιότητες Lagarde- Θεοδωρίδη 53
5.3.2 Συντακτικές διαφορές Lagarde - Θεοδωρίδη 54
5.3.3 Συντακτικές ομοιότητες Dawkins - Θεοδωρίδη 58
5.3.4 Συντακτικές διαφορές Dawkins - Θεοδωρίδη 60
6. Κοινωνιογλωσσολογική έρευνα 73
6.1 Δείγμα έρευνας 73
6.2 Συλλογή δεδομένων 76
6.3 Ανάλυση δεδομένων- Αποτελέσματα 77
6.3.1 Πρώτο μέρος ερωτηματολογίου 77
6.3.2 Δεύτερο μέρος ερωτηματολογίου 86
7. Συμπεράσματα 94
Παράρτημα Α 97
Παράρτημα Β 124
Βιβλιογραφία 13
Ιερά και λατρείες στη Θήβα, κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο
Η Θήβα αποτελούσε μία από τις κυρίαρχες δυνάμεις που επηρέαζαν την πολιτική και πολιτιστική ζωή του αρχαίου ελληνικού κόσμου για εκατοντάδες χρόνια, αρχίζοντας από τον εξέχοντα ρόλο της από τη μυκηναϊκή περίοδο μέχρι και το τέλος της κλασικής. Στην παρούσα εργασία, θα γίνει μία προσπάθεια εξέτασης των ιερών που υπήρχαν στην πόλη κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, σε μία κομβική για την ελληνική θρησκεία περίοδο, βασιζόμενη στα έως τώρα αρχαιολογικά δεδομένα εξεταζόμενα συνδυαστικά με το θεωρητικό και τελετουργικό πλαίσιο της λατρείας σε αυτά. Πρώτα όμως για να αποκτήσει ο αναγνώστης μία εικόνα της πόλης, που αποτελεί το χώρο όσων θα εξεταστούν, θα αναφερθούν οι μυθολογικές καταβολές της που αποτελούν τον πυρήνα της ίδρυσής της, το πολιτικό υπόβαθρο που διαμόρφωσε τις συνθήκες κατά τις χρονικές περιόδους που εξετάζονται, θρησκευτικές και μη, αλλά και η τοπογραφία της, ώστε να αποκτήσει ο αναγνώστης την αίσθηση του χώρου στο οποίο εντάσσονται τα προς εξέταση ιερά και τελούνται οι λατρείες τους. Απαραίτητη πριν την εξέταση της αρχαϊκής και κλασικής θρησκείας στην Θήβα κρίνεται κι η αναφορά σε γενικές θρησκευτικές έννοιες, η οποίες θα εξεταστούν στην ανάλυση του θέματος και αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας
Οι σχέσεις της Τουρκίας με την Συρία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Σκοπός της παρούσας πτυχιακής εργασίας είναι η εξέταση των σχέσεων της Τουρκίας με τρεις (03) από τις πιο σημαντικές χώρες της Ανατολικής Μεσογείου: την Συρία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Η παρούσα μελέτη αφορά τις σχέσεις των χωρών από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έως τις Αραβικές Εξεγέρσεις.
Η ανά χείρας πτυχιακή εργασία εξετάζει την διαμόρφωση των σχέσεων από την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αφού η Συρία και η Αίγυπτος αποτελούσαν τμήματά της. Όσον αφορά το Ισραήλ, η μελέτη θα ξεκινήσει από το 1948, έτος που σηματοδοτεί την δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Συνεχίζοντας, θα εξεταστεί η πολιτική που ακολούθησε η Τουρκία, με τις τρεις χώρες, φτάνοντας μέχρι την δεκαετία του 2010. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, επηρέασε αναπόφευκτα και την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία ακολούθησε κάποιες συγκεκριμένες πολιτικές. Οι σχέσεις της με την Συρία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο θα παραμείνουν στάσιμες, ενώ μετά την κρίση του 1998 θα αναθερμανθούν προσωρινά. Παρόμοια συμβαίνει και με την Αίγυπτο, οπού την δεκαετία του 1990 αλλά και μετά τις Αραβικές Εξεγέρσεις οι σχέσεις θα είναι αρκετά αρνητικές, με εξαίρεση την διετή διακυβέρνηση του Μοχάμεντ Μόρσυ. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, από την αρχή της δημιουργίας του υπήρξαν θετικές. Μόνο μετά το επεισόδιο του Μαβί Μαρμαρά το 2013, οι σχέσεις των δύο χωρών θα βρεθούν σε φάση παρακμής
Ρύθμιση της έκφρασης ανοσολογικών γονιδίων στο ευρωπαϊκό λαβράκι (Dicentrarchus labrax) έπειτα από ανοσοποίηση με αντιγόνα από παθογόνο ιό και βακτήρια
Η παρούσα πτυχιακή εργασία μελετά τη ρύθμιση της έκφρασης ανοσολογικών γονιδίων στο ευρωπαϊκό λαβράκι (Dicentrarchus labrax), έπειτα από ανοσοποίηση με αντιγόνα από τον ιό b-Noda, το βακτήριο Vibrio (Listonella) anguillarum και το βακτήριο Photobacterium damselae subsp. piscicida. Συνολικά, 8 διαφορετικά αντιγόνα από τους παραπάνω παθογόνους μικροοργανισμούς (ιικά σωματίδια του ιού b-Noda, ολικά κύτταρα, εξωκυτταρικά προϊόντα, λιποπολυσακχαρίτες από τα βακτήρια και επιπλέον πολυσακχαρίδιο της κάψας του Photobacterium damselae subsp. piscicida) σε 3 διαφορετικές δόσεις χορηγήθηκαν σε νεαρά λαβράκια. Την ημέρα 0 και 4 μετά την ανοσοποίηση έγινε συλλογή του κεφαλικού νεφρού και κατόπιν μοριακή ανάλυση στα 264 δείγματα που συλλέχθηκαν για την έκφραση γονιδίων, δίνοντας έμφαση σε 11 ανοσολογικά γονίδια που εμπλέκονται στην έμφυτη και στην επίκτητη ανοσολογική απόκριση του λαβρακιού. Τα σχετικά επίπεδα έκφρασης του γονιδίου που σχετίζεται με την παραγωγή αντισωμάτων ήταν σε γενικές γραμμές χαμηλά, όπως επίσης τα γονίδια που σχετίζονται με την παραγωγή των Τ-λεμφοκυττάρων. Τα σχετικά επίπεδα έκφρασης του γονιδίου Hamp2 ήταν ιδιαίτερα αυξημένα στα περισσότερα δείγματα, υποδηλώνοντας τον αντιμικροβιακό ρόλο του ομώνυμου πεπτιδίου. Τα υπόλοιπα γονίδια παρουσίασαν ποικίλους βαθμούς αύξησης ή μείωσης της σχετικής τους έκφρασης ανά περίπτωση. Η ανάλυση παρουσίασε σε αρκετές περιπτώσεις στατιστικά μη σημαντικά αποτελέσματα, γεγονός που υποδεικνύει την πολυπλοκότητα των μηχανισμών ρύθμισης των ανοσολογικών γονιδίων και την ανάγκη περισσότερων γονιδιακών αναλύσεων. Τα ευρήματα σχολιάζονται υπό το πρίσμα της αποτελεσματικότητας των διαφορετικών αντιγόνων που χρησιμοποιήθηκαν στη ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης, ενώ γίνεται αναφορά σε πιθανές μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις. Συνοψίζοντας, η παρούσα πτυχιακή εργασία αποτελεί μία ολοκληρωμένη αναφορά των ευρημάτων ορισμένων πειραματικών αναλύσεων, βασιζόμενη αφενός στην καθιερωμένη βιβλιογραφία και, αφετέρου, στις πρόσφατες εξελίξεις στον χώρο της ανοσολογίας ιχθύων και της
ανάπτυξης εμβολίων.This bachelor’s thesis studies the regulation of immune gene expression in european sea bass (Dicentrarchus labrax) after immunization with antigens from Betanodavirus (RGNNV genotype), Vibrio (Listonella) anguillarum and Photobacterium damselae subsp. piscicida. A total of 8 different antigens from the aforementioned pathogenic microorganisms (Betanodavirus viral particles, whole cells, extracellular products, lipopolysaccharide from the bacteria and additional capsular polysaccharide from the capsule of Photobacterium damselae subsp. piscicida) in 3 different doses were administered to juvenile sea bass. On days 0 and 4 post-immunisation the cephalic kidney was collected and then molecular analysis was performed on the 264 collected samples, regarding gene expression and focusing on 11 immune genes involved in the innate and acquired immune response sea bass. Relative expression levels of the gene associated with antibody production were generally low, as were genes associated with T- and B-lymphocyte production. The relative expression levels of the Hamp2 were rather high in most samples, suggesting the antimicrobial role of the homologous peptide. The remaining genes showed varying degrees of increased or decreased relative expression on a case-by-case basis. The analysis showed several cases of statistically non-significant results, indicating the complexity of immune gene regulation mechanisms and the need for more biological analyses. The findings are discussed in the light of the efficacy of the different antigens used in regulating the immune response, while potential future research directions are mentioned. In summary, this thesis is a comprehensive report of the findings of some experimental analyses, based on both the established literature and recent developments in the field of fish immunology and vaccine development