18777 research outputs found
Sort by
Αειφόρος διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών: εμπειρική έρευνα στους γεωπόνους της Ρόδου
Η θέσπιση προστατευόμενων περιοχών είναι κατά κοινή ομολογία βασική προϋπόθεση ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί η ακεραιότητα στους οικοτόπους, καθώς και η βιοποικιλότητα που ενυπάρχει σε αυτούς. Η διατήρησή τους αποτελεί κύρια στρατηγική για τη μέγιστη απόδοση των υπηρεσιών που μπορούν να προσφέρουν. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιοποικιλότητα, η διεύρυνση των προστατευόμενων περιοχών είναι το πρώτο βήμα αλλά η δυνατότητα σύνδεσής τους είναι ο απώτερος στόχος.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, τόσο οι αναπτυγμένες χώρες αλλά και οι αναπτυσσόμενες, έχουν θέσει ως προτεραιότητα τη διαχείριση της γης, ειδικά σε περιοχές εξαιρετικής σημασίας, με προσεκτικό σχεδιασμό και τις βέλτιστες πρακτικές, ώστε να εξασφαλίσουν την προστασία αλλά και την ανάδειξη ταυτοχρόνως των σπάνιων αυτών πόρων. Υπογραμμίζεται ότι η διαχείριση μιας προστατευόμενης περιοχής είναι ένα εγχείρημα πολύπλοκο το οποίο πρέπει να εναρμονιστεί με όλες τις παραμέτρους που αφορούν την εκάστοτε περιοχή, αλλά και την τοπική κοινωνία, η οποία θα πρέπει να εξασφαλίζεται ως προς τις οικοσυστημικές υπηρεσίες που λαμβάνει, αλλά και ως προς τη συνειδητοποίηση της αξίας των περιοχών αυτών. Συνεπώς, απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση παραγόντων που θα εμπλέκουν αριστοτεχνικά τις επιστημονικές γνώσεις με τις τοπικές κοινωνίες και τους φορείς, ώστε να επιτευχθεί η συνολική αρτίωση του σχεδιασμού και της διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών.
Σε αυτό το πλαίσιο ο σκοπός της εργασίας είναι η διερεύνηση και η καταγραφή των απόψεων των γεωπόνων της Ρόδου, σε θέματα που αφορούν τη διαχείριση και την προστασία των προστατευόμενων περιοχών. Πρόκειται για μια ποσοτική εμπειρική έρευνα με ερευνητικό εργαλείο το ερωτηματολόγιο. Στην έρευνα μελετάται η αειφόρος διαχείριση των περιοχών αυτών, καθώς και η αλληλεπίδραση που υπάρχει με το σύνολο της τοπικής κοινωνίας. Παράλληλα, διερευνάται η εμπλοκή των ειδικών αυτών επιστημόνων με θέματα σχετικά με τις προστατευόμενες περιοχές, η συνειδητοποίηση της ανάγκης για αειφόρο ανάπτυξη και ο αντίκτυπος που έχουν όλα αυτά τελικά στην άσκηση του επαγγέλματός τους.
Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι οι γεωπόνοι έχουν γνώση των αγαθών και των οικοσυστημικών υπηρεσιών που λαμβάνονται από τις προστατευόμενες περιοχές, χωρίς να παραβλέπουν τα προβλήματα και τους κινδύνους που αυτές αντιμετωπίζουν. Παρουσιάζονται θετικοί ως προς τη συνεισφορά της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη στην υιοθέτηση φιλοπεριβαλλοντικών συμπεριφορών. Τέλος, αυτό που φαίνεται να απασχολεί την πλειονότητα είναι η ορθή διαχείριση των περιοχών αυτών η οποία θα πρέπει να ακολουθεί τις νέες γνώσεις.The establishment of protected areas is admittedly a basic condition so that the integrity of the habitats and the biodiversity inherent in them can be ensured. Their maintenance is a key factor for the maximum performance of the services these can offer. In addition, in accordance with the global framework for biodiversity, the expansion of protected areas is the first step, but the possibility of connecting them is the ultimate goal.
In this direction, the developed and the developing countries, have set it as a priority the management of the land, especially in areas of great importance, with careful planning and the best practices to ensure the protection and enhancement at the same time of scarce resources. It is stressed that the management of a protected area is a project complicated, which needs to be reconciled with all the parameters relating to the area concerned, and the local community, which should be ensured in regard to the ecosystem services it receives, but also to the awareness of the value of these areas. Therefore, what is required is a holistic approach of factors involving masterfully scientific knowledge and local communities and stakeholders, in order to achieve the overall planning and management of protected areas.
In this context, the aim of the current paper is to explore and capture the views of the agronomists of Rhodes, in matters relating to the management and protection of protected areas. This is a quantitative empirical research with the questionnaire as the research tool. The research studied the sustainable management of these areas, as well as the interaction with the whole of the local community. At the same time, it investigated the involvement of these specific scientists with issues relating to protected areas, the awareness of the need for sustainable development and the impact of all of this, ultimately, to the exercise of their profession.
The results of the research show that the agriculturists have knowledge of the benefits and the ecosystem services that we receive from the protected areas, without losing sight of the problems and the risks they face. Also they seem to be positive as to the contribution of environmental education and education for sustainable development in the adoption of environmentally-friendly behaviors. Finally, what seems to concern the majority is the proper management of these areas which will need to follow the new knowledge
Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία: προκλήσεις, προοπτικές.
Ένα από τα σημαντικότερα θέματα, το οποίο μας αφορά όλους, αφού μας επηρεάζει αισθητά, είναι το περιβαλλοντικό πρόβλημα. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η μόλυνση των υδάτων, η κλιματική αλλαγή είναι αποτελέσματα της υποτίμησης του περιβάλλοντος από εμάς. Πλέον απαιτείται η άμεση δράση για την προστασία του. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκεντρώνοντας ένα σύνολο πρωτοβουλιών με την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας έχει ως στόχο να κάνει την Ευρώπη την πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρο. Οι βλέψεις υπόκειντο στην επανένταξη υφιστάμενων νόμων που αφορούν τα πλεονεκτήματα του κλίματος και στη δημιουργία νέων για την κλιματική οικονομία, τη βιοποικιλότητα, την καινοτομία, τη γεωργία και την ανακαίνιση κτιρίων με νέες βιώσιμες μεθόδους. Η Επιτροπή παράλληλα έχει λάβει υπόψιν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους σε παγκόσμιο επίπεδο σχετικά με τροφές στις οποίες εμπεριέχονται βλαβερές ουσίες, μη επιτρεπτές με σκοπό να τις απαγορεύσουν ή έστω να τις περιορίσουν.
Η παρούσα πτυχιακή εργασία ασχολείται με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, τις προκλήσεις και τις προοπτικές της. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται στους στόχους της Ε.Π.Σ., στις βλέψεις της, στις προοπτικές της, στα όργανα που την βοηθούν, στις πολικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει δημιουργώντας δυσανασχέτηση για την ολοκλήρωση του τελικού σκοπού της Συμφωνίας. Το κίνητρο δημιουργίας της Συμφωνίας αυτής είναι εξίσου σημαντικό να επισημανθεί, αφού ως Ευρωπαίοι πολίτες απαιτείται να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στον τόπο μας. Χρειάζεται να ξέρουμε πως η Ευρώπη είναι υπεύθυνη για το 1/3 περίπου των εκπομπών αερίου παγκοσμίως που καταστρέφουν το όζον και πως ένα μεγάλο ποσοστό (πάνω από το 50%) των οικοσυστημάτων που βρίσκονται στην Ευρώπη, απειλούνται από καταστροφές λόγω της κακής διαχείρισής τους. Ολοκληρώνοντας την εργασία, παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη οπτική για το απαιτούμενο θέμα τονίζοντας τις προοπτικές και τις προκλήσεις της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας αλλά και πως θα ωφεληθούμε εμείς οι ίδιοι μέσω αυτής της Συμφωνίας οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά
Απόψεις εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τις στρατηγικές βελτίωσης του γραπτού λόγου των μαθητών/τριών με δυσλεξία
Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να διερευνηθούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με τις στρατηγικές βελτίωσης του γραπτού λόγου στους μαθητές με δυσλεξία. Στην έρευνα συμμετείχαν 100 καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, 29 άντρες και 71 γυναίκες. Χορηγήθηκε ένα μη σταθμισμένο ερωτηματολόγιο που εξέταζε: 1) τις απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τα προβλήματα γραπτού λόγου στους μαθητές με δυσλεξία, 2) τη συχνότητα χρήσης στρατηγικών για τη βελτίωση του γραπτού λόγου και 3) τις απόψεις των εκπαιδευτικών για την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών βελτίωσης του γραπτού λόγου. Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν ότι οι μαθητές με δυσλεξία αντιμετωπίζουν προβλήματα στον γραπτό λόγο. Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί φαίνεται να έχουν θετικότερη στάση συγκριτικά με τους άντρες όσον αφορά τη χρήση πρόσθετου υποστηρικτικού και διαφοροποιημένου υλικού στους μαθητές με δυσλεξία. Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί και οι εκπαιδευτικοί με επιμόρφωση στην ειδική αγωγή χρησιμοποιούν περισσότερες στρατηγικές για τη βελτίωση του γραπτού λόγου των μαθητών με δυσλεξία. Επιπλέον, οι νεότεροι εκπαιδευτικοί, ηλικίας 25-30 ετών, χρησιμοποιούν συχνότερα στρατηγικές για την ενίσχυση του γραπτού λόγου συγκριτικά με τους εκπαιδευτικούς που ανήκουν σε μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα. Η πιο αποτελεσματική μέθοδος φαίνεται να είναι η εμπλοκή σε δραστηριότητες γραφής ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του μαθητή. Οι σαφείς οδηγίες και τα βήματα κατά τη σύνθεση ενός γραπτού κειμένου και η χρήση τεχνολογικών εργαλείων και πολυαισθητηριακών μεθόδων αποτελούν επίσης σημαντικές στρατηγικές. Τέλος, οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών δεν επηρεάζονται από το φύλο των εκπαιδευτικών, την ηλικία, την εκπαίδευση, τη συνολική προϋπηρεσία και την επιμόρφωση στην ειδική αγωγή
Ιδεολογικό υπόβαθρο στην περιοδολόγηση της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας: από την προελληνική/πρωτοελληνική στη νέα ελληνική
Διδακτορική ΔιατριβήΗ θεμελιώδης πρακτική της περιοδολόγησης/περιοδοποίησης στις ιστορικές σπουδές αποτελεί τη διαδικασία κατάτμησης του ιστορικού χρόνου σε επιμέρους και διακριτές μεταξύ τους χρονικές περιόδους. Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται το ζήτημα της περιοδολόγησης στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Ειδικότερα, εξετάζονται τα χρονικά όρια των εξής δύο περιόδων της ελληνικής γλώσσας: (α) της πρωτοελληνικής και (β) της νεοελληνικής φάσης της ελληνικής γλώσσας. Ως προς την πρώτη περίοδο που εξετάζεται, παρατίθενται και κρίνονται ως προς την ερμηνευτική τους επάρκεια οι απόψεις για τις απαρχές της ελληνικής γλώσσας, όπως αυτές εκφράστηκαν από τα πεδία της γλωσσολογίας, της αρχαιολογίας και της παλαιογενετικής. Συγκεκριμένα, αναλύονται οι διιστάμενες απόψεις για τον χρόνο και τον τρόπο διασποράς των Ινδοευρωπαίων και οι θεωρίες για τη χρονική περίοδο "άφιξης" των ελληνόφωνων πληθυσμών και φορέων του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού στον ελλαδικό χώρο. Η παράθεση και η ανάλυση των πτυχών κάθε θεωρίας αποκαλύπτουν τα μεθοδολογικά προβλήματα στις προσεγγίσεις του ζητήματος των απαρχών της ελληνικής γλώσσας, καθώς και την επίδραση ερμηνευτικών σχημάτων της αρχαιολογικής επιστήμης στην πραγμάτευσή του. Ως προς τη δεύτερη εξεταζόμενη γλωσσική φάση, αναλύονται οι θέσεις της ιστοριογραφίας του νέου ελληνισμού, της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας και της γλωσσολογίας για το ζήτημα της χρονολογικής αφετηρίας της νεοελληνικής γλώσσας. Ειδικότερα, εξετάζονται τα κριτήρια που τέθηκαν από την έρευνα για τη διάκριση της νεοελληνικής γλωσσικής φάσης από προγενέστερες μορφές της ελληνικής γλώσσας, οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για τον ορολογικό προσδιορισμό της και το ιδεολογικό πλαίσιο εντός των ορίων του οποίου επιχειρήθηκε ο χρονικός καθορισμός της αφετηρίας της
Ποιότητα, διασφάλιση ποιότητας και διοίκηση ολικής ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: μελέτη της εφαρμογής προγραμμάτων διασφάλισης ποιότητας στα ελληνικά Α.Ε.Ι.
Διδακτορική ΔιατριβήΤα ελληνικά δημόσια Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) έχουν υποβληθεί για πρώτη φορά σε διαδικασίες Διασφάλισης Ποιότητας (Δ.Π.). Έχουν πιστοποιηθεί για τη συμμόρφωσή τους με τις αρχές του Πρότυπου Εσωτερικού Συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας (Ε.Σ.Δ.Π.), της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘ.Α.Α.Ε.) και με τα πρότυπα και τις κατευθυντήριες οδηγίες Δ.Π. (Standards and Guidelines for Quality Assurance-ESG, 2015) του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (Ε.Χ.Α.Ε.). Στο πλαίσιο εφαρμογής των διαδικασιών αυτών, με στόχο την πιστοποίηση, την ανάπτυξη και τη βελτίωσή τους, η βιβλιογραφία καταδεικνύει τον νευραλγικό ρόλο των υπαλλήλων και δη των επιτελικών στελεχών των Α.Ε.Ι. H ολοκληρωμένη και πλήρης εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων, που βασίζονται στις αρχές της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας (Δ.Ο.Π.) απαιτεί την συμμετοχή όλου του προσωπικού του Α.Ε.Ι., το οποίο πρέπει να είναι ενημερωμένο, ευαισθητοποιημένο και να συμμετέχει ενεργά στα ζητήματα της διαχείρισης και βελτίωσης της ποιότητας.
Η παρούσα έρευνα πραγματεύεται το επίπεδο εφαρμογής των διαδικασιών Δ.Π. στα δημόσια ελληνικά Α.Ε.Ι. Ειδικότερα, η μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει: α) τον βαθμό υιοθέτησης των αρχών της Δ.Π. και της Δ.Ο.Π. από τις ηγεσίες των ελληνικών Α.Ε.Ι., β) τους παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση των διοικητικών δομών των ελληνικών Α.Ε.Ι., γ) τα εμπόδια της επικοινωνίας μεταξύ των οργανικών μονάδων των Α.Ε.Ι., δ) τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία νέων προγραμμάτων ή διαδικασιών διοίκησης στα ελληνικά Α.Ε.Ι., ε) τα βασικά χαρακτηριστικά της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού στην οργάνωση και τη λειτουργία των ελληνικών Α.Ε.Ι., στ) τους παράγοντες που δημιουργούν φόβο ή ανασφάλεια στο διοικητικό προσωπικό όσον αφορά στη διατύπωση των απόψεών του για υπηρεσιακά θέματα, ζ) τους τρόπους που εφαρμόζονται οι αρχές και οι διαδικασίες Δ.Π. και Δ.Ο.Π. στην οργάνωση και τη λειτουργία των διοικητικών δομών των ελληνικών Α.Ε.Ι., η) τη σημασία των αναγκών των ενδιαφερομένων για τη διοίκηση των ελληνικών Α.Ε.Ι., και κυρίως πώς αυτές εντοπίζονται, συλλέγονται και λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεών της και θ) τον βαθμό της επιρροής των Α.Ε.Ι. στο περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν. Επιπρόσθετα, η έρευνα εξέτασε τις πιθανές συσχετίσεις με τη θέση ευθύνης των συμμετεχόντων, τον βαθμό ενημέρωσης για το θεσμικό πλαίσιο της Δ.Π. των Α.Ε.Ι., τον βαθμό συμμετοχής σε διαδικασίες Διαχείρισης ή Δ.Π. του Α.Ε.Ι., τη θέση ευθύνης και τον βαθμό συμμετοχής σε διαδικασίες Διαχείρισης ή Δ.Π. των Α.Ε.Ι. και τα έτη λειτουργίας των Α.Ε.Ι.
Η μελέτη συνιστά μια ποσοτική έρευνα. Το δείγμα ήταν συνολικά 179 άτομα, 48 άνδρες (26,8%) και 131 γυναίκες (73,2%), ηλικίας 30 - 67 ετών. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν προϊστάμενοι οργανικών μονάδων ή στελέχη των γραφείων ή τμημάτων ποιότητας σε δημόσια ελληνικά Α.Ε.Ι. Για τη συλλογή των δεδομένων χορηγήθηκε αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο. Η ανάλυση των δεδομένων βασίστηκε σε ποικίλες στατιστικές αναλύσεις.
Τα ευρήματα ανέδειξαν ότι η Δ.Π. αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αρμοδιότητα της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας, των Τμημάτων/Γραφείων Ποιότητας και δεν αφορά ˗όπως επιτάσσει η Δ.Ο.Π. στην οποία στηρίζονται πλέον τα συστήματα Δ.Π.˗ όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας και τους εξωτερικούς ενδιαφερόμενους. Η έρευνα κατέδειξε ότι οι ηγεσίες των Α.Ε.Ι. έχουν ως προτεραιότητά τους την πλήρη διαφάνεια των δραστηριοτήτων της (λογοδοσία) και έχουν προβεί σε μέτριο γενικά βαθμό στην υιοθέτηση των αρχών Δ.Π. και στην εφαρμογή διαδικασιών ποιότητας των διοικητικών δομών. Τα στελέχη που ασχολούνται περισσότερο με τη Δ.Π., θεωρούν ότι η ηγεσία λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της Δ.Ο.Π. και Δ.Π., σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι πιστεύουν τα υπόλοιπα στελέχη. Βρέθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ανεπάρκεια πόρων (υλικών, άυλων κ.ά.) και κυρίως ανθρώπινων, γεγονός που επηρεάζει ιδιαίτερα αρνητικά την απόδοση της διοίκησής τους, δεδομένου ότι στην Ελλάδα οι πόροι εξαρτώνται κυρίως από το κράτος.
Επίσης, βρέθηκε ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό αρνητικά την απόδοση της διοίκησης είναι η κακή διαχείριση των πόρων, η συνεχής αντικατάσταση των διοικητικών στελεχών, ο καταλογισμός των σφαλμάτων στο προσωπικό και όχι στη διοίκηση και στις διαδικασίες, η έλλειψη της συμμετοχής των στελεχών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τις οργανικές τους μονάδες, η ελλιπής κατάρτιση των προϊσταμένων στη διαχείριση ποιότητας. Μια δήλωση που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική είναι αυτή από τα στελέχη που είναι περισσότερο ενημερωμένα για τη Δ.Π., τα οποία θεωρούν, επίσης, ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλος και ο καταλογισμός των σφαλμάτων στο προσωπικό και όχι στη διοίκηση και στις διαδικασίες.
Συνάμα, η έλλειψη προσήλωσης στους στόχους με διαδικασίες προσαρμοσμένες σε αυτούς, η έλλειψη προσοχής στην ανατροφοδότηση που δίνουν οι συστάσεις της εξωτερικής αξιολόγησης, στους τακτικούς ελέγχους της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών, καθώς και η εναπόθεση της επίλυσης των προβλημάτων μόνο στην τεχνολογία, επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση της διοίκησης των Α.Ε.Ι. Ως εμπόδια επικοινωνίας μεταξύ των οργανικών μονάδων των Α.Ε.Ι αναδείχθηκαν η έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας, το κακό εργασιακό κλίμα και ο ανταγωνισμός, καθώς και η πρακτική του «διαίρει και βασίλευε». Επιπρόσθετα, εντοπίστηκε σε αρκετά υψηλό βαθμό η ανεπάρκεια των διοικητικών γνώσεων της αιρετής διοίκησης, η έλλειψη τακτικής, αμερόληπτης και αντικειμενικής πληροφόρησης, η έλλειψη ρητών αρμοδιοτήτων, συνεπής εφαρμογής διαδικασιών και κριτήριων ποιότητας, η ανεπάρκεια των διοικητικών γνώσεων της υπηρεσιακής διοίκησης, η συγκεντρωτική ηγεσία, και τέλος, οι οργανωτικές δυσλειτουργίες. Οι παράγοντες που συντελούν αρκετά στην αποτυχία νέων προγραμμάτων ή διαδικασιών διοίκησης στα Α.Ε.Ι. είναι η έλλειψη των προϋποθέσεων/πόρων για την εφαρμογή τους, η έλλειψη συνέπειας ή/και συνέχειας, η έλλειψη εκπαίδευσης και δοκιμαστικής περιόδου πριν την πλήρη εισαγωγή τους, η έλλειψη ενημέρωσης για τα οφέλη που θα προκύψουν από την εφαρμογή τους, καθώς και η έλλειψη διαβούλευσης κατά τη δημιουργία τους.
Τα ευρήματα, επιπλέον, ανέδειξαν το παράδοξο της αναγνώρισης της σπουδαιότητας του ρόλου του διοικητικού προσωπικού, και ταυτόχρονα, της έλλειψης ηθικών ή/και υλικών κινήτρων για την υποκίνηση και τη βελτίωση της απόδοσης του, καθώς και της έλλειψης προγραμματισμού για την εκπαίδευσή του. Επίσης, οι παράγοντες που προκαλούν φόβο ή ανασφάλεια στο προσωπικό κατά τη διατύπωση των απόψεων του για υπηρεσιακά θέματα ήταν σε αρκετά μεγάλο βαθμό το κακό εργασιακό κλίμα και σε μέτριο βαθμό, η έλλειψη δομημένου τρόπου συλλογής απόψεων, η ανεπάρκεια διοικητικών γνώσεων της αιρετής διοίκησης κ.ά.
Σχετικά με τη σημασία που αποδίδουν τα Α.Ε.Ι. στις ανάγκες των ενδιαφερομένων γι’ αυτά, διαπιστώθηκε ότι, ως επί το πλείστον, οι τρόποι συνεργασίας των Α.Ε.Ι. με εξωτερικούς ενδιαφερόμενους φορείς είναι κατά βάση θεσμοθετημένοι και ότι ο εντοπισμός των εξωτερικών ενδιαφερομένων και η διερεύνηση των προσδοκιών θεωρείται βασικό στοιχείο της διοίκησης.
Σε σχέση με τα έτη λειτουργίας των Α.Ε.Ι. βρέθηκε ότι οι ηγεσίες στα νεότερα Α.Ε.Ι., σε αντιδιαστολή με τις ηγεσίες των παλαιοτέρων Α.Ε.Ι., ενστερνίζονται περισσότερο τις αρχές της Δ.Π. και ειδικότερα, λειτουργούν ως ποιοτικό πρότυπο, δημιουργούν θετικό κλίμα, ενθαρρύνουν την ομαδική εργασία, υιοθετούν τις καλές πρακτικές και αξιοποιούν τις κακές για την πρόληψη λαθών. Επίσης, τα νεότερα Α.Ε.Ι. δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις ανάγκες των ενδιαφερομένων και έχουν επηρεάσει περισσότερο το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν.
Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη επισημαίνει την αναγκαιότητα της εξασφάλισης από την πολιτεία των προϋποθέσεων εκείνων για την εφαρμογή των προγραμμάτων ποιότητας, δηλαδή, των απαραίτητων πόρων, υλικών και άυλων, και ιδιαίτερα του έμψυχου δυναμικού, με δράσεις επιμόρφωσης της ηγεσίας και όλων των άμεσα εμπλεκομένων με την ποιότητα στα Α.Ε.Ι., καθώς και με θεσμική σταθερότητα. Συμπεραίνεται, επίσης, ότι έχουν τεθεί τα θεμέλια για την εφαρμογή των αρχών της Δ.Ο.Π. και της Δ.Π. στα ελληνικά Α.Ε.Ι. και υπάρχει ιδιαίτερη μέριμνα με σκοπό τη λογοδοσία, αλλά, χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια για την πλήρη εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών στην πράξη, ώστε τα οφέλη τους να μεταδοθούν στο προσωπικό και οι διαδικασίες ποιότητας να ενσωματωθούν στη λειτουργία όλων των οργανικών μονάδων με σκοπό την προσανατολισμένη και συστηματική προσπάθεια βελτίωσης. Η δέσμευση και οι ενέργειες της ηγεσίας των Α.Ε.Ι., ιδιαίτερα στα κεντρικά πανεπιστήμια, θεωρούνται νευραλγικές για την τήρηση των αρχών της Δ.Ο.Π. Τέλος, εκτιμάται ως ιδιαίτερα σημαντική η μετατροπή-εξειδίκευση του στρατηγικού σχεδιασμού των Α.Ε.Ι. σε αναπτυξιακούς επιχειρησιακούς σχεδιασμούς, με τη συνδιαμόρφωση και τον επιμερισμό των στόχων σε όλα τα στελέχη, με συγκεκριμένο και χρονοπροσδιορισμένο προγραμματισμό ενεργειών και έργων, καθώς και ανάλογη οργάνωση των υπηρεσιών.Greek public Higher Education Institutions (HEIs) have undergone Quality Assurance (QA) procedures for the first time. They have been certified for their compliance with the principles of the Standard Internal Quality Assurance System (IQAS) of the Hellenic Authority for Higher Education (HAHE) and with the Standards and Guidelines for Quality Assurance (ESG 2015) of the European Higher Education Area (EHEA). In the implementation context of these procedures, aiming at their certification, development and improvement, the literature reveals the key role of the employees and especially the executive staff of the HEIs. The integrated and full implementation of such programs, based on the principles of Total Quality Management (TQM) requires the active participation of all the staff of the HEI, which must be informed, aware and actively involved in quality management and improvement issues.
The present study deals with the level of implementation of the QA processes in Greek public HEIs. In particular, the study aimed to investigate: a) the degree of endorsement of the principles of QA and TQM by the leadership of Greek HEIs, b) the factors that negatively affect the performance of the administrative structures of Greek HEIs, c) the barriers of communication between the organizational units of HEIs d) the factors that contribute to the failure of new management programs or procedures in Greek HEIs, e) the basic characteristics of human resource management in the organization and operation of Greek HEIs, (f) the factors that cause fear or insecurity among administrative staff regarding the expression of their views on service issues, (g) the ways in which the principles and procedures of QA and TQM are applied in the organisation and operation of the administrative structures of Greek HEIs, (h) the importance of stakeholders' needs for the administration of Greek HEIs, and in particular how these are identified, collected and taken into account in its decision-making, and (i) extent of the influence of HEIs on the environment in which they operate. In addition, the study examined the possible correlations with the participants' position of responsibility, the level of awareness of the framework of the HEIs QA, the participation level in the HEIs management or QA processes, the responsibility position and the level of participation in the HEIs management or QA procedures and the years of the HEIs operation.
The study is quantitative research. The sample was a total of 179 individuals, 48 males (26.8%) and 131 females (73.2%), aged 30 - 67 years. All participants were heads of organizational units or managers of quality offices or departments in public Greek HEIs. An Impromptu Questionnaire was administered for data collection. Data analysis was based on a variety of statistical analyses.
The findings revealed that QA is seen more as the responsibility of the Quality Assurance Unit, the quality departments/offices and does not concern -as required by the TQM on which the quality management systems are now based- all members of the university community, including external stakeholders. Τhe survey showed that HEI leaders have made full transparency of their activities (accountability) a priority and have taken a moderate overall step towards adopting the principles of QA and implementing quality procedures in administrative structures. The managers who are most involved in QA consider that the leadership operates according to the principles of QA and TQM to a greater extent than other managers believe. A particularly high shortage of resources (material, intangible, etc.), especially human resources, was found, which has a highly negative impact on the performance of their management, given that in Greece resources are mainly dependent on the state.
Also, it was found that the factors having a fairly large negative impact on management performance are poor resource management, constant replacement of managers, attribution of errors to staff rather than to management and processes, lack of involvement of managers in the decision-making processes for their organizational units, inadequate training of supervisors in quality management. A statement that is considered particularly important by the managers who are more knowledgeable about QA, who also consider that there is a particularly high level of attribution of faults to staff rather than to management and processes.
In addition, the lack of commitment to objectives with procedures adapted to them, attention to feedback from external evaluation recommendations, regular checks on the effectiveness of services, as well as the reliance on technology alone to solve problems, negatively affect the performance of the management of HEIs. The lack of a culture of cooperation, the poor working climate and competition, as well as the practice of "divide and conquer", were identified as barriers to communication between the organizational units of HEIs. In addition, the inadequacy of the administrative knowledge of the elected administration, the lack of regular, unbiased and objective information, the lack of defined responsibilities, consistent application of procedures and quality criteria, the inadequacy of the administrative knowledge of the administrative management, centralised leadership, and finally, organisational dysfunctions were found to be of a fairly high degree. The factors that contribute significantly to the failure of new management programmes or processes in HEIs are the lack of requirements/resources for their implementation, lack of consistency and/or continuity , lack of training and trial period before full implementation, lack of information on the benefits of their implementation, and lack of consultation during their creation.
The findings, furthermore, highlighted the paradox of the recognition of the importance of the role of administrative staff, and at the same time, the lack of moral and/or material incentives to motivate and improve their performance, as well as the lack of planning for staff training. Also, the factors that cause fear or insecurity among staff when expressing their views on service issues were to a fairly large extent the poor working environment and to a moderate extent, the lack of a structured way of collecting views, the inadequacy of the elected management's administrative knowledge, etc.
Regarding the importance that HEIs attach to the needs of stakeholders for them, it was found that, for the most part, that the ways in which HEIs engage with external stakeholders are largely institutionalised and that identifying external stakeholders and exploring expectations is considered an essential element of management.
In respect to the years of operation of the HEIs, it was found that the leaderships in the newer HEIs, in contrast to the leaderships of the older HEIs, are more in favour of the principles of QA and in particular, they act as a quality model, create a positive climate, encourage teamwork, adopt good practices and evaluate bad ones to prevent mistakes. Also, newer HEIs pay more attention to the needs of stakeholders and have had a greater impact on the environment in which they operate.
In conclusion, the present study highlights the necessity for the State to ensure the necessary conditions for the implementation of quality programmes, i.e., the necessary resources, both tangible and intangible, and especially the human resources, through training actions for the leadership and all those directly involved with quality in HEIs, as well as institutional stability. It is also concluded that for the implementation of the principles of TQM and QA in Greek HEIs the foundations have been set. There is a particular concern for accountability, but more effort is needed for the full implementation of these programmes in practice, so that their benefits can be transmitted to the staff and quality procedures can be integrated in the operation of all organisational units in order to achieve an oriented and systematic improvement effort. The commitment and actions of the leadership of the HEIs, especially in the core universities, are considered to be of key importance for the adherence to the principles of quality management. Finally, the transformation and specialisation of the strategic planning of the HEIs into developmental operational plans is considered to be particularly significant, with the co-formulation and allocation of objectives to all staff, with specific and time-bound planning of actions and projects, as well as the proportional organisation of services
Review of bibliography of the effect of functional foods in sports (Bibliography)
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που σχετίζονται με την αθλητική επίδοση είναι η διατροφή. Οι αθλητές σε σχέση με τα άτομα που ακολουθούν καθιστική ζωή παρουσιάζουν μεγαλύτερες διατροφικές ανάγκες για να μπορέσουν να αναπληρώσουν τα αποθέματα τους σε απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που καταναλώθηκαν κατά την διάρκεια της άσκησης. Για να επιτευχθεί αυτό, πολλοί αθλητές αναζητούν εναλλακτικές λύσεις διατροφής που θα τους βοηθήσουν να καλύψουν τις
θρεπτικές απαιτήσεις τους, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουν στην πρόσληψη συμπληρωμάτων διατροφής
Ο ρόλος του Κοι.Σ.Π.Ε. τομέας Ψ.Υ. Δωδεκανήσου στην κοινωνική ένταξη ατόμων με ψυχοκοινωνικά προβλήματα, με τη συμβολή προγραμμάτων της εκπαίδευσης για το περιβάλλον και την αειφορία
Σε μια εποχή όπου τόσο η Ευρώπη, όσο και η Αμερική πασχίζουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα από την έλλειψη θεραπείας των ψυχικών νοσημάτων, δημιουργούνται Ψυχιατρικά Ιδρύματα, στα οποία στοιβάζονται άνθρωποι αποκλεισμένοι από την κοινωνία. Δυστυχώς λόγω της έλλειψης γνώσεων για την αντιμετώπιση των διαταραχών αυτών, τα Ψυχιατρεία αρκούνται στο να παρέχουν στους ασθενείς φροντίδα, στέγαση και σίτιση σε συνδυασμό με καθήλωση από αλυσίδες. Οι πρακτικές αυτές, έχουν σαν αποτέλεσμα την ανάγκη για περισσότερες δομές, αφού οι ασθενείς δεν θεραπεύονται, περιθωριοποιούνται, παραιτούνται οι ίδιοι και συχνά εγκαταλείπονται από τις οικογένειές τους, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται και ο αριθμός των νοσούντων.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, γύρω στο 1950, ανακαλύπτονται θεραπείες για την αντιμετώπιση των ψυχώσεων, οι οποίες ανοίγουν το δρόμο για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Έτσι λοιπόν, σταδιακά γίνεται «μετάβαση από την ψυχιατρική του ασύλου στην περίθαλψη στην κοινότητα» (Λιάκος, 2003). Μια διαδικασία καθόλου εύκολη, αφού απαιτείται, πρωτίστως η κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού και στη συνέχεια η εκπαίδευση των ψυχικά ασθενών, τόσο στην εκ νέου ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, αλλά και στην εκπαίδευση που θα οδηγεί στην επαγγελματική τους αποκατάσταση.
Στην Ελλάδα, αφορμή για την έναρξη της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης αποτέλεσε το σκάνδαλο με το Ψυχιατρείο της Λέρου. Ένα σκάνδαλο που σόκαρε την Παγκόσμια Κοινότητα προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και έθεσε σε εφαρμογή τόσο την αναβάθμιση των Ψυχιατρείων της χώρας, όσο και την ανάπτυξη κοινοτικών δομών περίθαλψης. Στα πλαίσια της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης στην Ελλάδα, αναπτύχθηκαν διάφορες συνεταιριστικές θεραπευτικές μονάδες, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν το 1999 και εξασφάλιζαν κοινωνική και εργασιακή αποκατάσταση ατόμων με ψυχικές διαταραχές.
Η παρούσα εργασία σκοπό έχει την ανάδειξη του ρόλου του Κοι.Σ.Π.Ε. Το.Ψ.Υ. Δωδεκανήσου, ενός συνεταιρισμού που αποτελεί προϊόν της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης, τη συμβολή του στην τοπική κοινωνία, αλλά και του ρόλου της εκπαίδευσης στην ενσωμάτωση των ψυχικά ασθενών στον κοινωνικό ιστό. Για τις ανάγκες της παρούσας έρευνας, δημιουργήθηκε ένα ερωτηματολόγιο 15 ερωτήσεων ανοικτού τύπου, πάνω στις οποίες βασίστηκε η ημιδομημένη συνέντευξη, βασικό εργαλείο συλλογής των απαραίτητων για την εργασία δεδομένων. Οι συνεντεύξεις απευθύνονταν σε φορείς όπως ο Δήμος Λέρου, σε εκπαιδευτικούς, σε εργαζόμενους στον ίδιο τον Κοι.Σ.Π.Ε., σε ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, κάτοικους του νησιού και σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Συνολικά στην έρευνα πήραν μέρος 19 άτομα ηλικίας 27 – 60 ετών. Από την συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι μέσα από αυτό το εγχείρημα, τις ευρύτερες δράσεις του Κοι.Σ.Π.Ε. Το.Ψ.Υ. Δωδεκανήσου, επαναπροσδιορίζεται η σχέση του ανθρώπου με την κοινότητα, καλλιεργείται ο σεβασμός στη φύση και στον άνθρωπο, επιδιώκεται η κοινωνική ισότητα και η δικαιοσύνη στην προοπτική μιας ισόρροπης σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα όλο αυτό λειτουργεί ως σημαντικό εργαλείο μάθησης, όχι μόνο για τους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά και για τον οποιονδήποτε γίνεται κοινωνός των αποτελεσμάτων της όλης δράσης
Συγκριτική ανάλυση λύσεων ευφυών πρακτόρων κειμένου & φωνής (chatbots) στην Ελλάδα
Τα τελευταία χρόνια, ο τομέας της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει σημειώσει σημαντικές προόδους, ειδικά στην ανάπτυξη των chatbots μέσω της τεχνολογίας επεξεργασίας φυσικής γλώσσας (NLP). Προσφάτως όμως παρακολουθούμε μία πραγματική κούρσα σε αυτό τον τομέα με τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να παρουσιάζουν συνέχεια νέες βελτιωμένες λύσεις. Όμως η Ελληνική πραγματικότητα παρουσιάζει αρκετές ιδιαιτερότητες και δυσκολίες στην υιοθέτηση σύγχρονων λύσεων τόσο λόγω της ιδιομορφίας και σπανιότητας της γλώσσας όσο και λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων χρηματοδότησης που έχει η Ελληνική οικονομία.
Σκοπός της έρευνας είναι να αξιολογηθεί η απόδοση των chatbots, στην ποιότητα των απαντήσεων τους όσον αφορά τη συνάφεια, τη φυσικότητα, τη συνεκτικότητα τους, την ακρίβεια τους, το λεξιλόγιο τους, καθώς και για την αξιολόγηση της εμπειρίας του χρήστη και της ικανοποίησης από τη συνολική λειτουργία τους.
Στόχος επίσης είναι να αποκτηθεί και μία συνολική συγκριτική εικόνα για την λειτουργία των chatbots στην Ελλάδα τόσο ανά ερώτηση όσο και συγκριτικά μεταξύ συναφών ερωτήσεων.
Ως μέθοδος αξιολόγησης επιλέχθηκε η καθοδηγούμενη συνέντευξη με κλειστού τύπου ερωτήσεις. Ο στόχος είναι κατά το δυνατόν να υπάρξουν δομημένα και ποσοτικοποιημένα δεδομένα σε ένα τομέα που ο μέσος χρήστης του διαδικτύου δεν είναι απόλυτα εξοικειωμένος και ούτε έχει προηγούμενη σχετική εμπειρία αξιολόγησης.
Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται ανά λύση και βαθμολογία που εισέπραξαν από την πλειοψηφία των αξιολογητών ανά ερώτηση.
Η εξαγωγή συμπερασμάτων έγινε κατά ερώτηση προκειμένου να αξιολογηθεί το επίπεδο των λύσεων εστιασμένα και συγκριτικά για να διαπιστωθούν πιθανές τάσεις αλλά και για να επιβεβαιωθεί η συνέπεια των απαντήσεων.In recent years, the field of Artificial Intelligence has seen significant progress, particularly in the development of chatbots via Natural Language Processing (NLP) technology. Recently, however, there has been a real race in this sector with major technology companies constantly presenting new improved solutions. However, the Greek reality presents several peculiarities and difficulties in adopting modern solutions, both due to the idiosyncrasies and rarity of the language and the limited funding capabilities of the Greek economy.
The purpose of this research is to evaluate the performance of chatbots in terms of the quality of their responses regarding relevance, naturalness, cohesion, accuracy, vocabulary, as well as to assess the user experience and satisfaction from their overall operation.
Another goal is to gain a comprehensive comparative picture of chatbot operation in Greece, both per question and in comparison, between relevant questions.
A guided interview with closed-type questions was chosen as the method of evaluation. The aim is to obtain structured and quantified data in an area where the average internet user is not fully familiarized and does not have previous relevant evaluation experience.
The results are presented per solution and the rating they received from the majority of the evaluators per question.
Conclusions were drawn per question in order to evaluate the level of solutions in a focused and comparative way to identify possible trends and to confirm the consistency of the responses
Η εφαρμογή της υβριδικής μάθησης στο μάθημα της γλώσσας σε μαθητές/τριες Ε΄ δημοτικού αξιοποιώντας την ψηφιακή εκπαιδευτική πλατφόρμα e-me
Η ΥΜ αντιπροσωπεύει μια εξέλιξη της ΕξΑΕ και περιλαμβάνει την παροχή διδασκαλίας μέσω δια ζώσης και εξ αποστάσεως διδασκαλίας ταυτόχρονα.
Η παρούσα έρευνα έχει σκοπό να μελετήσει την εφαρμογή της ΥΜ σε μαθητές/τριες της Ε΄ Δημοτικού στο μάθημα της Γλώσσας, με την χρήση της Ψηφιακής Εκπαιδευτικής Πλατφόρμας e-me.
Για τις ανάγκες της έρευνας σχεδιάστηκε εκπαιδευτικό υλικό και διαμορφώθηκε κατάλληλα για την ΥΜ. Δημιουργήθηκαν εξ αρχής ερωτηματολόγια και ελέγχθηκαν ως προς την αξιοπιστία και την εσωτερική συνοχή. Διεξάχθηκε εκπαιδευτική παρέμβαση και έγινε ποσοτική και ποιοτική ανάλυση δεδομένων. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι ηΥΜ είναι εδώ για να μείνει λόγω των πλεονεκτημάτων της που διευκολύνουν την παροχή εκπαίδευσης σε σύγχρονα πλαίσια, ενώ παράλληλα εστιάζουν στην επίτευξη μαθησιακών στόχων. Τα πλεονεκτήματα που προέκυψαν είναι ότι η ΥΜ βοηθάει στον εμπλουτισμό των γνώσεων και των εμπειριών, στην καλύτερη διαχείριση του χρόνου μελέτης και στην μείωση του χρόνου μελέτης, στην διατήρηση του ενδιαφέροντος, στην άμεση ανατροφοδότηση και στην εξοικείωση με την τεχνολογία. Ωστόσο, πάσχει από ορισμένα μειονεκτήματα και ελλείψεις. Έτσι προέκυψε ότι η ΥΜ απαιτεί χρόνο για προετοιμασία, είναι χρονοβόρα διαδικασία και υπάρχει έλλειψη χρόνου για την εφαρμογή της λόγω του μεγάλου όγκου της ύλης που πρέπει να διδαχθεί. Η αρνητική στάση των γονέων στην εφαρμογή καινοτόμων προσεγγίσεων, η οικονομική επιβάρυνση και η μη αυτονομία των μαθητών/τριών είναι μερικά ακόμα μειονεκτήματα της ΥΜ που προέκυψαν από τα αποτελέσματα της έρευνας. Τέλος, η έρευνα έδειξε ότι οι μαθητές/τριες έχουν γενικότερα θετικές απόψεις για την ΥΜ μέσω της e-me,καθώς την θεωρούν ως μία ευχάριστη και ενδιαφέρουσα διαδικασία, που προσφέρει ικανοποιητικό εκπαιδευτικό υλικό και την προτιμούν από την παραδοσιακή διδασκαλία
Η διαχείριση κρίσεων στους εκπαιδευτικούς οργανισμού: η περίπτωση της COVID-19 σε σχολικές μονάδες προσχολικής αγωγής
Οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί είναι φορείς με παιδαγωγική, μαθησιακή και κοινωνική δραστηριότητα και ως εκ τούτου συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των εκπαιδευόμενων. Με τις εκπαιδευτικές και παιδαγωγικές μεθόδους που εφαρμόζουν συμβάλλουν στην αναβάθμιση του πνευματικού επιπέδου τους και στην ταυτόχρονη ομαλή ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί λειτουργούν ως αυτόνομα ανοικτά κοινωνικά συστήματα, τα οποία συναπαρτίζονται από υποσυστήματα που βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση και ισορροπία μεταξύ τους, αλλά και με τα γειτνιάζοντα κοινωνικά συστήματα. Αναφορικά δε με τη συμβολή του σχολείου στη διάπλαση του χαρακτήρα των μαθητών είναι προφανές ότι η εκπαιδευτική βαθμίδα με τη μεγαλύτερη συμβολή, είναι αυτή της προσχολικής αγωγής, η οποία εισάγει το παιδί στη μαθησιακή και κοινωνική διαδικασία.
Οι κρίσεις στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς είναι πολυσύνθετα φαινόμενα με συνέπειες σε όλα τα υποσυστήματά τους και τα περιβάλλοντα συστήματα. Γι’ αυτό η διαχείρισή τους απαιτεί από τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς να εφαρμόσουν λεπτούς και αποφασιστικούς χειρισμούς, ώστε όχι μόνο να οδηγηθούν στην αποκλιμάκωση της κρίσης, αλλά και να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία αναδιοργάνωσης της λειτουργίας του οργανισμού και την εκ νέου αποκατάσταση της ισορροπίας του σε ανώτερο επίπεδο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί πως το είδος της εκπαιδευτικής βαθμίδας επηρεάζει και τις μεθόδους διαχείρισης της κρίσης. Υπό το πρίσμα αυτό η διαχείριση των κρίσεων στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς προσχολικής αγωγής, πρέπει να γίνεται πάντα με πρωταρχικό γνώμονα τη διασφάλιση της ψυχικής ισορροπίας και της κοινωνικοποίησης των νηπίων. Μια τέτοια μεγάλης κλίμακας κρίση για τους εκπαιδευτικούς οργανισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο, υπήρξε η πρόσφατη κρίση που δημιούργησε η πανδημία COVID-19, η οποία οδήγησε στην αναστολή της λειτουργίας των σχολείων και τη συνέχιση της διδασκαλίας από απόσταση μέσω του διαδικτύου.
Στην παρούσα διπλωματική εργασία διερευνώνται οι απόψεις των νηπιαγωγών αναφορικά με μια σειρά ερευνητικών πεδίων που σχετίζονται με τη διαχείριση της πρόσφατης κρίσης της πανδημίας COVID-19 στα νηπιαγωγεία, τον βαθμό ετοιμότητας και αποτελεσματικότητας που επέδειξε το εκπαιδευτικό σύστημα, τους θεσμούς που υποστήριξαν την προσπάθειά τους και τον βαθμό δυσκολίας που αντιμετώπισαν σε σχέση τόσο με τομείς της εργασίας τους, όσο και με τομείς της προσωπικής ζωής τους, με έμφαση στη διαχείριση της πρωτόγνωρης για τα ελληνικά εκπαιδευτικά δρώμενα μεθόδου της τηλεκπαίδευσης. Οι απόψεις αυτές αναλύονται τόσο περιγραφικά όσο και επαγωγικά σε συνάρτηση με το είδος της εργασιακής σχέσης και την ηλικιακή κατηγορία των συμμετεχόντων και συνάγονται συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν την πολυδιάστατη αυτή κρίση