University of the Aegean

Ιδρυματικό Αποθετήριο Πανεπιστημίου Αιγαίου
Not a member yet
    18777 research outputs found

    Ταξινόμηση κειμένων ανοικτού συνόλου με χρήση της ομοιότητας βάσει κέντρων

    No full text
    Η ραγδαία αύξηση του όγκου των δεδομένων που ανεβαίνουν στο διαδίκτυο καθιστά πιο δύσκολη τη διαχείριση των πληροφοριών που φέρνει μαζί του, με νέες τεχνολογίες που εισάγονται στον τομέα των Big Data για τον σκοπό αυτό. Με την πλειονότητα των δεδομένων στο διαδίκτυο να έχουν τη μορφή μη δομημένου κειμένου, ένας νέος κλάδος έχει αναδυθεί από την εξόρυξη δεδομένων. Το Text Mining θεωρείται ως ένα πολύ σημαντικό εξειδικευμένο εργαλείο στον τρόπο ανάλυσης δεδομένων σε μορφή κειμένου. Τα δεδομένα σε κείμενο δεν είναι αυστηρά καθορισμένοι και εύκολα διαχειρίσιμοι πόροι, ενώ οι ασάφειες και η διαρκώς μεταβαλλόμενη φύση του περιεχομένου οδηγούν σε δυσκολία στην κατανόηση και την εξόρυξη δεδομένων. Σημαντικό στάδιο και θεμέλιος λίθος για στην εξόρυξη κειμένου αποτελεί η Ταξινόμηση Κειμένου/Text Classification. Μέσω της μηχανικής μάθησης, η Ταξινόμηση Κειμένων καλείται να δώσει λύση στο ζήτημα της διαχείρισης και κατηγοριοποίησης κειμένων σε ηλεκτρονική μορφή. Η ταξινόμηση κειμένων γίνεται συνήθως μέσω μιας ποικιλίας αλγορίθμων και διαδικασιών που αποτελούν διαφορετικά μοντέλα. Όλα αυτά τα μοντέλα απαιτούν μια διαδικασία «εκπαίδευσης» και «δοκιμής» όπου τους δίνεται ένα σύνολο κειμένων και πρέπει να τα κατηγοριοποιήσουν χωρίς λάθη. Σε αυτό το σημείο, γίνεται η σύγκριση απόδοσης των αλγορίθμων Ταξινόμησης Κειμένων, όπου γνωστά και καθιερωμένα μοντέλα Ταξινόμησης Κειμένων δοκιμάζονται στο ίδιο σύνολο κειμένων και αξιολογείται η απόδοσή τους. Σε αυτή την εργασία γίνεται υλοποίηση του αλγορίθμου (Fei, et al., 2016) και στην συνέχεια γίνονται πειράματα κάνοντας χρήση των datasets που αναφέρονται στο (Pritsos. et al., 2019) με σκοπό να συγκριθούν τα αποτελέσματα

    Τα οφέλη από την αξιοποίηση της παιχνιδοποίησης σε ψηφιακά περιβάλλοντα τυπικής, μη τυπικής και άτυπης μάθησης κατά την εκπαίδευση ενηλίκων: βιβλιογραφική ανασκόπηση

    No full text
    Η τεχνική εκπαίδευσης η οποία κάνει χρήση ψηφιακών παιχνιδιών και εφαρμογών καλείται «παιχνιδοποίηση». Η παιχνιδοποίηση χρησιμοποιεί στοιχεία του παιχνιδιού με σκοπό να κινητοποιήσει τους εκπαιδευόμενους να βελτιώσουν το γνωστικό και συμπεριφορικό τους επίπεδο, εντός και εκτός πλαισίου του παιχνιδιού. Τα τελευταία χρόνια άρχισε να ερευνάται έντονα το ζήτημα της παιχνιδοποίησης στην εκπαίδευση ενηλίκων. Οι ενήλικες μαθητές χαρακτηρίζονται από ποικιλομορφία στο γνωστικό και συμπεριφορικό τους επίπεδο και, για το λόγο αυτό, κρίθηκε απαραίτητη η διερεύνηση των επιστημονικών πεδίων όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η παιχνιδοποίηση, καθώς και των ψηφιακών παιχνιδιών που θεωρούνται κατάλληλα για την εκπαίδευση ενηλίκων. Επιπλέον, διαφορετικά παιχνίδια εξυπηρετούν διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες, χρησιμοποιούν διαφορετικές τεχνικές και εντάσσονται σε διαφορετικά πλαίσια εκπαίδευσης, επομένως στηρίζονται και σε διαφορετικές θεωρίες μάθησης. Συνεπώς, προέκυψε και η ανάγκη αναζήτησης των μαθησιακών θεωριών που χρησιμοποιούνται στην παιχνιδοποίηση. Παράλληλα, η παιχνιδοποίηση καλείται να καλύψει και διαφορετικούς μαθησιακούς στόχους, οι οποίοι κατευθύνονται από τα στοιχεία του παιχνιδιού. Επομένως, άλλος ένας στόχος είναι και η εύρεση της συσχέτισης των στοιχείων των παιχνιδιών που εφαρμόζονται στην παιχνιδοποίηση με την ενίσχυση των μαθησιακών κινήτρων και της αυτo-αποτελεσματικότητας των ενηλίκων. Τέλος, σημαντικός στόχος της παρούσας εργασίας είναι να διερευνηθούν τα μαθησιακά αποτελέσματα της παιχνιδοποίησης στην εκπαίδευση ενηλίκων. Ένα από τα συμπεράσματα της παρούσας εργασίας είναι ότι υπάρχει ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων στα οποία μπορεί να εφαρμοστεί η παιχνιδοποίηση και ένα πλήθος παιχνιδιών που μπορούν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο αυτής της μεθόδου. Επίσης, φάνηκε πως υπάρχει ένα εύρος θεωριών που περιλαμβάνονται στην παιχνιδοποιημένη μάθηση, με τις βασικότερες να είναι η θεωρία Καθορισμού Στόχων και η θεωρία του Αυτο-προσδιορισμού. Ακόμα, προέκυψε το συμπέρασμα πως ο βασικός στόχος των στοιχείων των παιχνιδιών στη μέθοδο της παιχνιδοποίησης είναι να δώσουν κίνητρα στους εκπαιδευόμενους για μάθηση, επηρεάζοντας έτσι την αυτο-αποτελεσματικότητά τους. Τέλος, φάνηκε πως υπάρχουν θετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της παιχνιδοποίησης στην εκπαίδευση ενηλίκων, τόσο σε γνωστικό όσο και σε συμπεριφορικό επίπεδο.The educational technique that uses digital games and applications is called "gamification". Gamification uses game design elements in non-game contexts in order to motivate students to improve their cognitive and behavioral level. In recent years, the gamification in adult education has raised great research interest. Adult students are characterized by diversity in terms of their cognitive and behavioral level. For this reason, it was deemed necessary to investigate the scientific fields in which gamification can be used in adult education and which digital games are suitable for the same purpose. Also, different games serve different learning needs and use different educational techniques and frameworks, each of which can be based on different learning theories. So, in the present research, the need to search for the theories used in gamification arose. Furthermore, gamification is called upon to cover different learning objectives, which are guided by the elements of the game. Therefore, another objective of this paper is to find the correlation between the game elements of gamification and the enhancement of learning motivation and self-efficacy of adults. And finally, a significant aim of this paper is to investigate the learning effects of gamification in adult education. The conclusions of this literature review are that there is a wide range of scientific fields where gamification can be applied and a large number of games that have been developed for educational purposes. Also, it appeared that there is a large number of theories included in gamified learning, while the most basic ones are the theory of Goal-setting theory and the Self-determination theory. Also, it was concluded that the main goal of the game elements is to motivate learners to engage in education, thus influencing their self-efficacy. Finally, it appeared that there are positive cognitive and behavioral results from the application of gamification in adult education

    The institution of mentoring in primary education

    No full text
    Σκοπός της ερευνητικής εργασίας ήταν να εξετάσει τη σημαντικότητα του θεσμού του Μέντορα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Πιο αναλυτικά, οι επιμέρους στόχοι της έρευνας ήταν να εξεταστεί ο ρόλος του μέντορα, τα χαρακτηριστικά του, τα οφέλη και οι δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν στην εφαρμογή του θεσμού. Για τη διερεύνηση του θέματος εξετάστηκαν οι απόψεις των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Ως ερευνητικό εργαλείο για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο που αποτελούνταν από ερωτήσεις κλειστού τύπου Likert, το οποίο βασίστηκε σε προηγούμενα εργαλεία. Για την εύρεση του δείγματος χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της απλής τυχαίας δειγματοληψίας και το τελικό δείγμα της έρευνας αποτελούνταν από 125 εκπαιδευτικούς Π.Ε. που υπηρετούν σε σχολεία της Ελλάδας. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες αναγνωρίζουν σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά από τα οποία θα πρέπει να διέπεται ο μέντορας, κάποια από τα οποία αναφέρονται στη διάθεσή του, τη συνεργασία, την παροχή βοήθειας στην οργάνωση της διδασκαλίας και του διδακτικού έργου των νεοδιόριστων εκπαιδευτικών. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες αναγνώρισαν τη συμβολή του μέντορα και τα οφέλη που μπορούν να αποκομίσουν από την εφαρμογή του συγκεκριμένου θεσμού, όπως είναι η ενίσχυση των γνώσεών τους για τη διδασκαλία των γνωστικών αντικειμένων ή η βελτίωση των προσωπικών τους δεξιοτήτων. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες αναγνώρισαν και κάποια εμπόδια ως προς την εφαρμογή του θεσμού στην εκπαίδευση, όπως είναι η έλλειψη της επιστημονικής κατάρτισης ή ο φόβος για τη δημιουργία σχέσεων ιεραρχίας και αξιολόγησης μέσα στο σχολείο. Επιπλέον, εντοπίστηκαν και κάποιες στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των απόψεων των συμμετεχόντων και των κοινωνικών ή δημογραφικών τους χαρακτηριστικών με τις περισσότερες από αυτές να υπολογίστηκαν στις δηλώσεις σχετικά με τις δυσκολίες και τα εμπόδια στην εφαρμογή του θεσμού. Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα εναπόκειται σε κάποιους περιορισμούς, όπως στη μη δυνατότητα για τη γενίκευση των αποτελεσμάτων και τη συλλογή ενός μικρού αριθμού δείγματος, που είναι καλό να ληφθούν υπόψη στην περίπτωση μελλοντικών ερευνών.The aim of the research paper was to examine the importance of the Mentor institution in Primary Education. In more detail, the individual objectives of the research were to examine the role of the mentor, its characteristics, the benefits and the difficulties that may arise in the implementation of the institution. In order to investigate the matter, the views of the teachers who serve in Primary Education were examined. A questionnaire consisting of closed Likert type questions was used as a research tool for data collection, which was based on previous tools. To find the sample, the method of simple random sampling was used and the final sample of the research consisted of 125 PE teachers. who serve in schools in Greece. The results of the research showed that the participants recognize to a significant extent the characteristics that should govern the mentor, some of which refer to his availability, cooperation, assistance in the organization of teaching and the teaching work of newly appointed teachers. In addition, the participants recognized the contribution of the mentor and the benefits they can derive from the implementation of the specific institution, such as strengthening their knowledge of teaching the cognitive subjects or improving their personal skills. However, the participants also recognized some obstacles to the implementation of the institution in education, such as the lack of scientific training or the fear of creating hierarchical and evaluation relationships within the school. In addition, some statistically significant differences were identified between the opinions of the participants and their social or demographic characteristics, with most of them being calculated in the statements about the difficulties and obstacles in the implementation of the institution. In any case, the research is subject to some limitations, such as the inability to generalize the results and the collection of a small number of samples, which should be taken into account in the case of future research

    Οι επιπτώσεις του πολέμου της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

    No full text
    Το κείμενο πραγματεύεται τις επιπτώσεις του πολέμου της Ουκρανίας με τη Ρωσία σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο στην περιοχή της Ευρώπης γενικότερα αλλά και στης Ελλάδα ειδικότερα

    The ability to make effective decisions in the successful performance of the duties of a school principal (nursery)

    No full text
    Η εργασία έχει ως αντικείμενο την έννοια της λήψης αποτελεσματικών αποφάσεων και το κατά πόσο αυτή έχει σχέση με την επιτυχημένη άσκηση καθηκόντων από τους διευθυντές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (νηπιαγωγεία). Η θεωρητική ανάλυση του ζητήματος εστιάζει στις έννοιες διοίκηση, ηγεσία και λήψη αποφάσεων, με αναφορά στα οργανωτικά περιβάλλοντα και στο πλαίσιο της εκπαίδευσης. Ακολουθεί ανασκόπηση βιβλιογραφίας, αναφορικά με την ικανότητα του σχολικού ηγέτη για αποτελεσματική λήψη αποφάσεων και την επίδραση της ικανότητας αυτής στην επιτυχημένη άσκηση καθηκόντων της σχολικής ηγεσίας. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που μελετήθηκε, διαφαίνεται πως η ικανότητα λήψης αποφάσεων από την πλευρά της διοίκησης μίας σχολικής μονάδας είναι καθοριστική για την επιτυχία του ίδιου του εκπαιδευτικού οργανισμού, για τη βιωσιμότητά του και τη μελλοντική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα καθορίζει την επιτυχία της άσκησης των καθημερινών διοικητικών καθηκόντων. Σημαντικό στοιχείο της ικανότητας λήψης αποφάσεων από τη διεύθυνση είναι η εφαρμογή της δημοκρατικότητας και της συμμετοχικότητας. Η παρούσα έρευνα βασίστηκε στην ποσοτική μέθοδο έρευνας και σκοπό είχε να διερευνήσει τις απόψεις των νηπιαγωγών (δημόσιων και ιδιωτικών) της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ελλάδας για τη λήψη αποτελεσματικών αποφάσεων στην επιτυχημένη άσκηση καθηκόντων από τους διευθυντές/ προϊσταμένους. Στη συγκεκριμένη έρευνα το δείγμα αποτέλεσαν 121 νηπιαγωγοί σε ιδιωτικά και δημόσια νηπιαγωγεία της χώρας. Ως μέσο προσέγγισης του δείγματος ακολουθήθηκε η δειγματοληπτική μέθοδος της ευκολίας και της χιονοστιβάδας. Το δείγμα προσεγγίστηκε διαδικτυακά και με προσωπική επαφή. Η έρευνα έγινε τον Δεκέμβριο του 2023. Ως ερευνητικό εργαλείο επιλέχθηκε το ερωτηματολόγιο, το οποίο αντλήθηκε από την έρευνα της Νικηταρά (2020) και περιλάμβανε 49 δηλώσεις οι οποίες αξιολογήθηκαν από τους/τις νηπιαγωγούς σχετικά με τον βαθμό που συμφωνούν ή διαφωνούν με τις δηλώσεις και τον βαθμό ισχύος των δηλώσεων αυτών στο νηπιαγωγείο που υπηρετούν

    Οι προκλήσεις της σύγχρονης περιβαλλοντικής εκπαίδευσης: μια θεωρητική επισκόπηση

    No full text
    Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση είναι μάλλον το σημαντικότερο εργαλείο που διαθέτουμε στην κατανόηση και στην επίλυση των σύγχρονων περιβαλλοντικών προκλήσεων. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμα πιο σημαντική καθώς τα φαινόμενα αυτά έχουν εντατικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα κυριότερα μέσα που έχουμε σήμερα για να πετύχουμε τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, μια ανάπτυξη η οποία θα περιλαμβάνει την οικονομική ανάπτυξη μέσω της ενίσχυσης και της εντατικοποίησης των περιβαλλοντικών δράσεων. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ποτέ ότι η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση είναι επιπρόσθετα ένα καινούργιο και παράλληλα ζωντανό επιστημονικό πεδίο το οποίο έχει κάθε δεκαετία να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις. Η επιτυχή αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων συνεπάγεται ένα καλύτερο κόσμο για όλους. Κύριος λοιπόν στόχος αυτής της μεταπτυχιακής εργασίας είναι να μελετήσει σε βάθος το ζήτημα της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης μέσα από μια θεωρητική επισκόπηση των σύγχρονων περιβαλλοντικών προκλήσεων η οποία θα προκύψει μέσα από την ανάλυση των επιστημονικών δημοσιεύσεων από την δεκαετία του 1970 έως και σήμερα. Μπορεί να μην υπάρχει ένα ενιαίο όραμα για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση αλλά σίγουρα υπάρχουν μια σειρά από στόχοι όπως αυτοί παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Τιφλίδας το 1997 και οι οποίοι μπορούν να είναι οι οδηγοί σε αυτή μας την προσπάθεια (Potter, 2009). Για αυτό το λόγο, σε αυτή τη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία σκοπεύουμε να συνεισφέρουμε στην ελληνική βιβλιογραφία της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης βγάζοντάς παράλληλα σημαντικά συμπεράσματα για το επίπεδο και το ρόλο της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στην ενίσχυση των δράσεων για το κλίμα και της προστασίας του περιβάλλοντος. Τα κύρια ερωτήματα της εργασίας θα είναι: Πως εξελίχθηκε η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση από την δεκαετία του 1970 έως και σήμερα; Ποιοι είναι οι στόχοι και οι προκλήσεις έχει να αντιμετωπίσει η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση σήμερα; Σε αυτή την μεταπτυχιακή εργασία υποστηρίζεται ότι μέχρι σήμερα είναι ξεκάθαρο πως αρχικά, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εστιάσουμε περισσότερο στην ανάπτυξη της συζήτησης για το ρόλο της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και την σύνδεση της με τις αρχές της βιωσιμότητας. Θα πρέπει η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση να προχωρήσει πέρα από τις ήδη συμβατικές προσεγγίσεις που έχουν αναπτυχθεί ήδη και να εκσυγχρονισθεί μέσα από το πλαίσιο και την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών. Για να υλοποιηθεί αυτός ο στόχος σίγουρα θα πρέπει η προσπάθεια ανάπτυξης μιας περιβαλλοντικά εγγράμματης κοινωνίας, δηλαδή μιας κοινωνίας που να οικοδομείται πάνω στην ικανότητα ανάπτυξης υψηλής ποιότητας προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, να γίνει η προτεραιότητα της πολιτείας, των οργανισμών και της κοινωνίας των πολιτών. Απαιτούνται τεράστιες θυσίες για την πραγμάτωση αυτού του στόχου. Η ψηφιοποίηση των προγραμμάτων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης έχει βοηθήσει τα τελευταία χρόνια στην αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων και των δράσεων. Απαιτείται όμως συνεχής προσπάθεια και συνεχής ενημέρωση. Οσον αφορά την Ελλάδα, η χώρα μας οφειλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να μην μείνει πίσω σε όλη αυτή την νέα επαναστατική διαδικασία της περιβαλλοντικής αλλαγής μέσω της ανάπτυξης ψηφιακών ή εξ αποστάσεων προγραμμάτων που ενισχύουν την βιώσιμη ανάπτυξη.Εnvironmental Education is probably the most important tool we have in understanding and solving contemporary environmental challenges. This need becomes even more important as these phenomena have primarily intensified. Thus, Environmental Education is one of the main means we have today to achieve the goals of sustainable development, a development which will include economic development through the strengthening and intensification of environmental actions. But we must never forget that Environmental Education is additionally a new and at the same time lively scientific field which has to face new challenges every decade. Successfully addressing these challenges implies a better world for all. The main objective of this diploma thesis is to study in depth the issue of Environmental Education through a theoretical overview of contemporary environmental challenges which will emerge through the analysis of scientific publications from the 1970s until today. There may not be a single vision for Environmental Education but there are certainly several goals such as those presented at the Tbilisi conference in 1997 and which can be the guides in our endeavor (Potter, 2009). For this reason, in this master's thesis we intend to contribute to the Greek literature on Environmental Education while drawing important conclusions about the level and role of Environmental Education in strengthening climate action and environmental protection. The main questions of the paper will be: How has Environmental Education evolved from the 1970s to today? What are the goals and challenges facing Environmental Education today? In this postgraduate diploma thesis, it is argued that to date it is clear that initially, we should try to focus more on the development of the debate on the role of Environmental Education and its connection with the principles of sustainability. Environmental Education should go beyond the already conventional approaches that have already been developed and be modernized through the context and application of new technologies. In order to realize this goal, the effort to develop an environmentally literate society, i.e. a society that is built on the ability to develop high-quality environmental education programs, must become the priority of the state, organizations and civil society. Enormous sacrifices are required to realize this goal. The digitization of Environmental Education programs has helped in recent years in the effectiveness of programs and actions. But constant effort and constant information is required. As for Greece, our country must rise to the occasion and not be left behind in this new revolutionary process of environmental change through the development of digital or remote programs that enhance sustainable development

    Λογισμικά για έξυπνες πόλεις

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία έχει ως στόχο την παρουσίαση διαφορετικών ειδών πλατφορμών σε περιβάλλοντα Έξυπνων Πόλεων .Το πεδίο εφαρμογής των πλατφορμών ,η ανάδειξη των χαρακτηριστικών τους και το πως οι χρήστες (πολίτες των έξυπνων πόλεων ) επωφελούνται στην καθημερινή τους ζωή είναι τα κυριότερα σημεία. Στο πλαίσιο της κατανόησης και της ανάλυσης των παραπάνω εννοιών, πραγματοποιείται βιβλιογραφική ανασκόπηση με την ιστορική αναδρομή στην έννοια της Έξυπνης Πόλης και την εξέλιξη της στο πέρασμα του χρόνου, τους πιο σημαντικούς ορισμούς ,τα χαρακτηριστικά και την αρχιτεκτονική που παρουσιάζουν. Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στο Διαδίκτυο των Πραγμάτων (ΔτΠ) και στο πως συμβάλει στην υλοποίηση των Έξυπνων Πόλεων ,στις βοηθητικές τεχνολογίες ,στην αρχιτεκτονική και στις προκλήσεις που διαθέτει. Επιπλέον, ακολουθεί η ανάδειξη του λογισμικού ως κομμάτι των Έξυπνων Πόλεων , το τι προσφέρουν οι πλατφόρμες ,η κατηγοριοποίηση των πλατφορμών και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν για την χρήση τους. Συμπερασματικά αποδεικνύεται ότι η ύπαρξη πλατφορμών σε Έξυπνες Πόλεις έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των κατοίκω

    Study of a topological credit scoring model under the lens of different model evaluation measures

    No full text
    Η "τοπολογική ανάλυση δεδομένων" είναι ένας νέος και αναπτυσσόμενος επιστημονικός κλάδος που συνδυάζει την ανάλυση δεδομένων με έννοιες και μεθόδους της αλγεβρικής τοπολογίας προκειμένου να διερευνήσει το ερώτημα «τι σχήμα έχουν τα δεδομένα». Τα εργαλεία που έχουν αναπτυχθεί προς αυτή την κατεύθυνση επιχειρούν να ανιχνεύσουν, να ποσοτικοποιήσουν και να οπτικοποιήσουν με χρήσιμο τρόπο την όποια τοπολογική πληροφορία μπορεί να κρύβεται στο χώρο από τον οποίο προέρχονται τα δεδομένα. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει αρχικά τα θεωρητικά θεμέλια και τα βασικά εργαλεία της τοπολογικής ανάλυσης δεδομένων, και στη συνέχεια εξετάζει παραλλαγές και επεκτάσεις του τοπολογικού μοντέλου διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας. Το συγκεκριμένο μοντέλο ξεχωρίζει για την εννοιολογική του απλότητα, την επεξηγησιμότητα και την ερμηνευσιμότητά του και κυρίως τη δυνατότητα του για ικανοποιητική οπτικοποίηση δεδομένων υψηλής διάστασης. Αυτή η δυνατότητα οπτικοποίησης ενισχύει την κατανόηση της πιστοληπτικής ικανότητας και το καθιστά δυνητικά χρήσιμο συμπλήρωμα σε πιο κλασσικά μοντέλα διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας, όπως π.χ. η λογιστική παλινδρόμηση ή τα νευρωνικά δίκτυα, δεδομένου μάλιστα ότι η απόδοση του είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική και επαρκώς συγκρίσιμη με αυτά παρά την εννοιολογική του απλότητα

    Διατύπωση ποιότητας

    No full text
    Σε όλη την ιστορία, η έννοια της ποιότητας κατείχε σταθερά μια υψηλή σημασία, ασκώντας την επιρροή της σε διάφορους τομείς, από τις κατασκευές μέχρι και σε πολλές καθημερινές δραστηριότητες. Η θεωρητική ανάλυση που διεξήχθη έχει αποκαλύψει μια αντίστροφη σχέση μεταξύ ποιότητας και ποσότητας, με αυτή τη σχέση να επηρεάζεται σημαντικά από τη διαθεσιμότητα των περιορισμένων πόρων όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο, ο χρόνος και το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο που είναι διαθέσιμα για την παραγωγή κάθε μονάδας, είτε πρόκειται για προϊόν είτε για υπηρεσία. Ο πρωταρχικός στόχος της παρούσας μελέτης είναι να ποσοτικοποιήσει με έναν επιστημονικό τρόπο την ποιότητα χρησιμοποιώντας ένα γενικό μαθηματικό μοντέλο που μπορεί να προσαρμοστεί και να εφαρμοστεί ευρέως σε διάφορους κλάδους και οικονομικές οντότητες. Επιπλέον, αυτή η έρευνα ρίχνει φως σε μια ενδιαφέρουσα παράδοξη σχέση μεταξύ του κέρδους και της αποδοτικότητας, καθώς η συνεχή επιδίωξη κέρδους, άρα και η αύξηση του χρέους, οδηγεί σε μείωση της συνολικής αποτελεσματικότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα ευρήματα παρέχουν ισχυρές αποδείξεις υπέρ της αντίστροφης σχέσης ποιότητας και αποτελεσματικότητας, τεκμηριώνοντας αρχικά αυτόν τον ισχυρισμό.Throughout history, the concept of quality has consistently held a place of paramount importance, exerting its influence in various fields, including manufacturing as well as many everyday activities. Theoretical analysis has revealed an inverse relationship between quality and quantity, with this relationship being significantly affected by the availability of scarce resources such as human capital, time and financial capital available to produce each individual unit, either it is a product or a service. The primary objective of the present study is to rigorously quantify quality using a general mathematical model that can be adapted and applied broadly to various industries and financial entities. Furthermore, this research sheds light on an interesting paradoxical relationship between profit generation and efficiency, as the relentless pursuit of profit can lead to increased debt and compromise overall efficiency. It is worth noting that the first findings provide strong evidence for an inverse relationship between quality and effectiveness, thus substantiating this claim initially

    Ρόδος και Αίγυπτος: εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις κατά την Ελληνιστική περίοδο

    No full text
    Η Ρόδος αποτελεί ένα σημαντικό νησί για το εμπόριο. καθώς έχει ιδιαίτερη θέση στην Μεσόγειο και βρίσκεται κοντά με περιοχές όπως η Αίγυπτος. Η θέση αυτή αναδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική ήδη από την αρχαιότητα , ενώ κατά την ελληνιστική περίοδο το εμπόριο της Ρόδου συνέβαλλε αρκετά στην ανάδειξη του νησιού ως ένα ιδιαίτερα εμπορικό κέντρο για την περίοδο. Η εγγύτητα του με την Αίγυπτο συνέβαλε στην εξέλιξη του νησιού , ενώ η εγγύτητα αυτή εκτός από εμπορικές σχέσεις οδήγησε σε συμμαχίες, όπως αναδείχθηκε από την πολιορκία του νησιού από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Η συμμαχία αυτή εμφανίστηκε την περίοδο της βασιλείας του Πτολεμαίου Α. Σκοπός της παρούσας εργασίας, είναι η διερεύνηση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της Ρόδου και της Αιγύπτου, αλλά και της εξέλιξης των σχέσεων αυτών σε συμμαχία

    8

    full texts

    18,777

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Ιδρυματικό Αποθετήριο Πανεπιστημίου Αιγαίου
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇