21706 research outputs found
Sort by
Αξιοποίηση διαφοροποιημένης διδασκαλίας για την μαθησιακή στήριξη στα μαθηματικά μαθητών/τριών των τριών πρώτων τάξεων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που εμφανίζουν Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ)
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η διαφοροποιημένη διδασκαλία αποτελεί μια σύγχρονη παιδαγωγική προσέγγιση, η οποία βασίζεται στην διαφοροποίηση των διδακτικών πρακτικών ως προς το περιεχόμενο, τη διαδικασία και το ευρύτερο μαθησιακό περιβάλλον, ώστε να ανταποκρίνεται στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών/τριων. Η σημασία αυτής της προσέγγισης εντείνεται ιδιαίτερα στον χώρο της Ειδικής Αγωγής. Εκεί, η διαφοροποίηση δεν είναι απλώς χρήσιμη, είναι απαραίτητη. Για μαθητές με διαταραχές όπως η ΔΕΠΥ ή η δυσαριθμησία, η παροχή ενός πλαισίου που προσφέρει ευελιξία, κατανόηση και ένταξη, λειτουργεί ως γέφυρα προς την ισότιμη συμμετοχή στη μάθηση και την καθημερινότητα της σχολικής ζωής.
Η παρούσα έρευνα εστιάζει στην κατανόηση της αποτελεσματικότητας της διαφοροποιημένης διδασκαλίας στα Μαθηματικά, ειδικά για μαθητές των πρώτων τάξεων του Δημοτικού που έχουν διαγνωστεί με ΔΕΠΥ. Μέσα από μια συστηματική επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, επιχειρεί να αποτυπώσει τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές με ΔΕΠΥ στην εκμάθηση των Μαθηματικών, ποιες στρατηγικές εφαρμόζονται στην τάξη, ποια είναι τα αποτελέσματα αυτών των παρεμβάσεων και ποιες παιδαγωγικές συνθήκες ευνοούν την επιτυχία τους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύουν την συμβολή της διαφοροποιημένης διδασκαλίας στη μαθησιακή διαδικασία και την ακαδημαϊκή πρόοδο των μαθητών/τριων με ΔΕΠΥ στο γνωστικό αντικείμενο των Μαθηματικών. Η εφαρμογή των διαδικασιών συμβάλλει όχι μόνο στην ενίσχυση του γνωστικού επιπέδου, αλλά και στη διαμόρφωση ενός πλαισίου μάθησης που προάγει την αυτονομία, την αυτενέργεια και την εκπαιδευτική ενσωμάτωση
Πρόταση αναθεώρησης του νέου προγράμματος σπουδών της προσχολικής εκπαίδευσης (2022) για τη διευκόλυνση της διδασκαλίας μαθητών με ενδείξεις ήπιων εκπαιδευτικών αναγκών σε κοινό πλαίσιο με μαθητές χωρίς ειδικές ανάγκες /αναπηρίες.
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία εξετάζει το νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών (Π.Σ.) της
Προσχολικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, το οποίο θεσμοθετήθηκε το 2022, με στόχο
τη διερεύνηση της επάρκειας και της καταλληλότητάς του ως προς τη διευκόλυνση
της διδασκαλίας μαθητών με ενδείξεις Ήπιων Εκπαιδευτικών Αναγκών (ΕΕΑ) στο
πλαίσιο της ενιαίας εκπαιδευτικής πρακτικής. Το ερευνητικό ερώτημα εστιάζει στο
κατά πόσο το ελληνικό Π.Σ. ενσωματώνει παιδαγωγικές και διδακτικές προβλέψεις
για την υποστήριξη των μαθητών αυτών, καθώς και στο πώς συγκρίνεται με διεθνή
παραδείγματα εκπαιδευτικής συμπερίληψης.
Πρόκειται για μελέτη βιβλιογραφικής επισκόπησης. Η επιλογή των πηγών
πραγματοποιήθηκε βάσει σαφών κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού, με χρήση
λέξεων-κλειδιών σε έγκριτες βάσεις δεδομένων (Google Scholar, Scopus, PubMed,
ScienceDirect). Η ανάλυση οργανώθηκε σε θεματικές ενότητες, με στόχο τη σύνθεση
ποιοτικών δεδομένων και τη συγκριτική αποτίμηση του ελληνικού Π.Σ. με αντίστοιχα
διεθνή.
Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την περιορισμένη παρουσία συγκεκριμένων
προβλέψεων στο ελληνικό Π.Σ. αναφορικά με τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας και
την κάλυψη των αναγκών μαθητών με ΕΕΑ, ενώ παράλληλα παρουσιάζουν πρακτικά
παραδείγματα ενσωμάτωσης της συμπερίληψης σε άλλα εθνικά αναλυτικά
προγράμματα. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις αναθεώρησης του ελληνικού Π.Σ.,
με βάση τις αρχές του καθολικού σχεδιασμού για τη μάθηση και της παιδαγωγικής
διαφοροποίησης.
Η συμβολή της παρούσας μελέτης έγκειται στην ανάδειξη του αναλυτικού
προγράμματος ως βασικού εργαλείου ενίσχυσης της ισότιμης πρόσβασης όλων των
μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και στην τεκμηρίωση της ανάγκης για
θεσμικές και παιδαγωγικές προσαρμογές στην προσχολική εκπαίδευση
Η τεχνητή νοημοσύνη στην προσέλκυση εργαζομένων: επιπτώσεις στην αποδοτικότητα των ανθρωπίνων πόρων, στη δέσμευση των υποψηφίων και στην εταιρική φήμη.
Η υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην πρόσληψη εργαζομένων έχει φέρει επανάσταση στις παραδοσιακές πρακτικές πρόσληψης, προσφέροντας ευκαιρίες για την ενίσχυση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των ανθρώπινων πόρων (HR). Η παρούσα μελέτη διερευνά τις πολύπλευρες επιδράσεις της ενσωμάτωσης της ΤΝ στην αποδοτικότητα του ανθρώπινου δυναμικού, τη δέσμευση των υποψηφίων και την εταιρική φήμη.
Για τη συλλογή δεδομένων, χρησιμοποιήθηκε ποσοτική μεθοδολογία μέσω ερωτηματολογίου, το οποίο συμπληρώθηκε από 87 συμμετέχοντες από διάφορους επαγγελματικούς κλάδους. Το δείγμα περιλάμβανε εργαζομένους και υποψηφίους που έχουν εμπλακεί σε διαδικασίες πρόσληψης που βασίζονται στην ΤΝ, διασφαλίζοντας μια πολυδιάστατη ανάλυση των αντιλήψεων τους.
Τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη βελτιώνει σημαντικά την αποδοτικότητα του ανθρώπινου δυναμικού με την αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων εργασιών, την επιτάχυνση του ελέγχου των υποψηφίων και τη μείωση του χρόνου πρόσληψης. Τα εργαλεία ΤΝ διευκολύνουν τον χειρισμό μεγάλων ομάδων υποψηφίων, επιτρέποντας στα τμήματα Ανθρώπινου Δυναμικού να κατανέμουν τους πόρους πιο στρατηγικά
Εταιρική ευθύνη σε ατελείς ανταγωνιστικές αγορές
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία εξετάζει την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) ως μια στρατηγική που συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύεται η έννοια της ΕΚΕ, το νομικό πλαίσιο και η ιστορική της εξέλιξη, καταδεικνύοντας τη μετατόπιση των επιχειρήσεων, με την πάροδο του χρόνου, από την απλή συμμόρφωση στους κοινωνικούς κανόνες στην ενεργή συμμετοχή αναλαμβάνοντας κοινωνικές και περιβαλλοντικές δράσεις.
Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται κάποια από τα υποδείγματα που έχουν αναπτυχθεί για να μελετήσουν την ΕΚΕ, όπως, μεταξύ άλλων, η Πυραμίδα του Carroll και η θεωρία των ενδιαφερόμενων μερών. Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται η ΕΚΕ ως στρατηγική των επιχειρήσεων, δίνοντας έμφαση στη συμβολή της χρήσης της ΕΚΕ για την απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος από μία επιχείρηση έναντί των ανταγωνιστών της, ιδίως σε ολιγοπωλιακές αγορές.
Το τέταρτο κεφάλαιο εστιάζει στη μέτρηση και την αξιολόγηση των δράσεων ΕΚΕ μέσω της παρουσίασης των διαφόρων διεθνών δεικτών που έχουν δημιουργηθεί για αυτό το σκοπό. Ακολούθως, στο πέμπτο κεφάλαιο, αρχικά αναλύεται η σημασία της ΕΚΕ στον κλάδο των τροφίμων και των ποτών, εστιάζοντας στους τρόπους εφαρμογής της σε αυτή την αγορά και τα προβλήματα και τις προκλήσεις που έχουν ανακύψει, και στην συνέχεια παρουσιάζεται η μελέτη περίπτωσης της Coca-Cola Τρία Έψιλον με έμφαση στις δράσεις ΕΚΕ που έχει αναπτύξει.
Τέλος, το τελευταίο κεφάλαιο συνοψίζει τα συμπεράσματα που προέκυψαν από αυτή την εργασία, επισημαίνοντας ότι η ΕΚΕ ενισχύει την εταιρική φήμη, προσελκύει επενδυτές και ικανοποιεί τις αυξημένες απαιτήσεις των καταναλωτών. Οι προοπτικές δείχνουν ότι η βιώσιμη ανάπτυξη, η τεχνολογική καινοτομία και η προσαρμογή στις νέες νομοθεσίες θα διαμορφώσουν το μέλλον της ΕΚΕ, καθιστώντας την απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία των επιχειρήσεων
Στρατηγικός σχεδιασμός και ανάπτυξη εποπτευόμενων ερευνητικών φορέων– Η περίπτωση του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών - ΕΛΚΕΘΕ
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η μελέτη αναλύει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, τις προκλήσεις και τις προοπτικές του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.) στο πλαίσιο του στρατηγικού του σχεδιασμού.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. διακρίνεται για την υψηλή επιστημονική του στάθμη στους τομείς της ωκεανογραφίας, της θαλάσσιας βιολογίας και της διαχείρισης αλιευμάτων. Πιο συγκεκριμένα, η διεθνής του αναγνώριση αντικατοπτρίζεται στην πολυσχιδή συμμετοχή του σε πληθώρα ευρωπαϊκών και διακρατικών ερευνητικών προγραμμάτων. Αξίζει να τονιστεί ότι ιδιαίτερη αξία προσδίδει η διεπιστημονική σύνθεση του προσωπικού του, δηλαδή η συνύπαρξη ωκεανογράφων, βιολόγων, χημικών και γεωλόγων, καθώς και η μακροχρόνια συλλογή ωκεανογραφικών και βιολογικών δεδομένων, η οποία συνιστά ένα ανεκτίμητο επιστημονικό κεφάλαιο.
Στο πεδίο του στρατηγικού σχεδιασμού, αναδύονται σημαίνουσες προκλήσεις. Ειδικότερα, κεντρική θέση κατέχει η ανάγκη εναρμόνισης με τα εθνικά προγράμματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και την Κοινή Αλιευτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, επισημαίνεται η σπουδαιότητα της διαφοροποίησης των πηγών χρηματοδότησης, με έμφαση στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά μέσα. Επιπροσθέτως, η εδραίωση μιας κουλτούρας αξιολόγησης και η ενσωμάτωση πληροφοριακών συστημάτων καθίστανται επιτακτικές.
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα προτείνουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις βελτίωσης. Αναλυτικότερα, αυτές περιλαμβάνουν τη θεσμική αναβάθμιση του Φορέα για μεγαλύτερη διοικητική ευελιξία, τη σύσταση Κεντρικού Συμβουλίου Στρατηγικού Σχεδιασμού, και την εισαγωγή πολυετών δημοσιονομικών δεσμεύσεων. Είναι φανερό ότι ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην αναβάθμιση των υποδομών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, καθώς και στην εισαγωγή ενός συστήματος διαρκούς αξιολόγησης.
Συνοψίζοντας, η συνολική αποτίμηση καταδεικνύει ότι παρά τις υφιστάμενες προκλήσεις, το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών διαθέτει τα εχέγγυα για να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη θαλάσσια έρευνα. Με άλλα λόγια, η επιτυχής υλοποίηση του στρατηγικού σχεδιασμού προϋποθέτει τη συστηματική παρακολούθηση των δράσεων, τη θέσπιση μετρήσιμων δεικτών απόδοσης και την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Είναι αλήθεια ότι η καλλιέργεια μιας κουλτούρας διοικητικής συνέργειας και θεσμικής συνέχειας αναδεικνύεται ως θεμελιώδης προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη του οργανισμού και τη βελτιστοποίηση των υπηρεσιών το
Η διοίκηση μέσω στόχων ως εργαλείο υλοποίησης στρατηγικών στόχων σε δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την εφαρμογή και την
αποτελεσματικότητα της Διοίκησης Μέσω Στόχων- Management by Objectives (MBO) στις
δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης, με στόχο να διερευνηθεί το πώς η εφαρμογή της μπορεί
να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη στρατηγικών στόχων, τη βελτίωση της
αποτελεσματικότητας και της παροχής υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα. Η μελέτη ξεκινά με
μια ολοκληρωμένη βιβλιογραφική ανασκόπηση, ακολουθούμενη από την εις βάθος εξέταση
των θεωρητικών θεμελίων της Διοίκησης Μέσω Στόχων, δεδομένων των περιορισμών της
έκτασης της εργασίας.
Επισημαίνονται οι προκλήσεις για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων στις
δημόσιες υπηρεσίες με τη συγκριτική μελέτη περιπτώσεων από τις χώρες της Γερμανίας, της
Σουηδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, τη Γαλλία και την Ινδία. Διαμέσω της συγκριτικής
ανάλυσης, η έρευνα επιχειρεί να εντοπίσει τις βέλτιστες πρακτικές, καθώς και τα
αποτελέσματα από την εφαρμογή του MBO στις δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης. Τα
βασικά ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία του σαφούς καθορισμού στόχων, της τακτικής
αξιολόγησης της απόδοσης και της ανάγκης για ευελιξία και προσαρμοστικότητα στη
στρατηγική διαχείριση
Ελεγκτική & εταιρικά σκάνδαλα: ο ρόλος και η ευθύνη του ελεγκτή
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Κάθε επιχείρηση ή οργανισμός στηρίζει την επιβίωσή του στην ικανότητα των στελεχών τους να δρουν με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα έναντι των προκαθορισμένων στόχων τους. Ο ουσιαστικός συντονισμός των οργανώσεων μπορεί να συμβεί με ποικίλους τρόπους και εξαρτάται σημαντικά από το μέγεθός τους, ενώ μπορεί να τηρούνται διαφορετικές εποπτικές αρχές σε κάθε τμήμα τους. Η διοίκηση της κάθε οργάνωσης οφείλει να εφαρμόζει το κατάλληλο σύστημα εσωτερικού ελέγχου ώστε να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της λειτουργίας της και το επίπεδο της φερεγγυότητάς της.
Η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου είναι ιδιαίτερα σημαντική για κάθε επιχείρηση, ανεξάρτητα από τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας λειτουργίας της. Τόσο στη σύγχρονη εποχή όσο και κατά το παρελθόν, το επίπεδο πραγματοποίησης απατών αυξάνεται επηρεάζοντας με αρνητικό τρόπο τις επιδόσεις των οργανώσεων. Ως εκ τούτου οι οργανώσεις εκτός από την ανάγκη τήρησης ενός ολοκληρωμένου συστήματος εσωτερικού ελέγχου πρέπει να προωθήσουν την καθιέρωση ενός μηχανισμού ο οποίος θα μπορεί αν όχι να προβλέπει αλλά σίγουρα να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της απάτης. Η διαδικασία του εσωτερικού ελέγχου δεν έχει ως αποκλειστική αρμοδιότητα την πρόληψη εκδήλωσης μίας απάτης, αλλά η ενσωμάτωσή του στη λειτουργία των οργανώσεων είναι σημαντική. Κατά τα τελευταία χρόνια έχουν συμβεί αρκετά εταιρικά σκάνδαλα και απάτες που έχουν κερδίσει το ενδιαφέρον της ερευνητικής κοινότητας σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο. Στα πλαίσια εκπόνησης της παρούσας μελέτης εξετάζεται η διαδικασία του ελέγχου κατά την αντιμετώπιση των σκανδάλων που προκύπτουν στη λειτουργία των οργανώσεων. Επίσης, είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι εξετάζεται και ο ρόλος των ελεγκτών σε αυτήν τη σχέση μέσω της πραγματοποίησης μίας βιβλιογραφικής μελέτης
Σοβιετο-αμερικανικός ανταγωνισμός και ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία ασχολείται με τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του τέταρτου αραβο-ισραηλινού πολέμου του 1973. Μετά την έναρξη του πολέμου στις 6 Οκτωβρίου του 1973, οι στόχοι των Σοβιετικών ήταν: να εμποδίσουν μια κλιμάκωση, που μπορούσε να προκαλέσει τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να υπονομεύσει την Ύφεση, καθώς και να διατηρήσουν τα συμφέροντά τους στον αραβικό κόσμο, εμφανιζόμενοι ως σταθεροί υποστηρικτές των αραβικών θέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, παρείχαν διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς τους Άραβες, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τον τερματισμό του πολέμου. Από την άλλη, η στρατηγική των ΗΠΑ, όπως εκφράστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου από τον Henry Kissinger ήταν: να διασφαλιστεί η συνεχιζόμενη στρατιωτική ανωτερότητα του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, να μην κερδίσουν έδαφος στη περιοχή οι Σοβιετικοί, να εξαλειφθεί η απειλή ενός αραβικού εμπάργκο πετρελαίου και να καταστεί η Αμερική o κύριος μεσολαβητής αλλά και o ηγεμονικός παίκτης στη Μέση Ανατολή μετά το τέλος του πολέμου. Η στρατηγική αυτή εκφράστηκε αρχικά με την αποστολή μιας μικρής και «διακριτικής» στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, καθώς και με προσπάθειες κατάπαυσης του πυρός τις πρώτες μέρες του πολέμου. Στη συνέχεια, η στρατηγική αυτή μεταβλήθηκε σε έναν μαζικό ανεφοδιασμό του Ισραήλ τη δεύτερη βδομάδα του πολέμου, την επίσκεψη του Kissinger στη Μόσχα στις 20 Οκτωβρίου και τον πυρηνικό συναγερμό προς το τέλος του πολέμου. Στο πεδίο της μάχης, την πετυχημένη αραβική προέλαση διαδέχθηκε μια ισραηλινή αντεπίθεση και μάλιστα, η κίνηση περικύκλωσης της Τρίτης Αιγυπτιακής Στρατιάς προανήγγειλε το τέλος της σύγκρουσης. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη ισραηλινή προέλαση, παρά τις διπλωματικές ενέργειες για τον τερματισμό του πολέμου προκάλεσε σοβαρή κρίση μεταξύ των υπερδυνάμεων, με τους Σοβιετικούς να απειλούν με μονομερή στρατιωτική δράση και τους Αμερικανούς να απαντούν με τη κήρυξη ενός πυρηνικού συναγερμού. Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ έληξε τελικά στις 26 Οκτωβρίου με κατάπαυση του πυρός που είχαν μεθοδεύσει οι υπερδυνάμεις, εφόσον οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να επιτρέψουν να ηττηθεί το Ισραήλ, ενώ ούτε αυτές, ούτε η ΕΣΣΔ επιθυμούσαν την ήττα της Αιγύπτου. Επιπροσθέτως, οι δύο υπερδυνάμεις δεν επιθυμούσαν πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης, που θα καθιστούσε τη συμμετοχή τους αναπόδραστη
ΤΠΕ και μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες: Η χρήση των ΤΠΕ από φιλολόγους για την υποστήριξη των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο Γυμνάσιο Γενική Αγωγής.
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία με τίτλο «ΤΠΕ και Μαθητές με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες: Η χρήση των ΤΠΕ από Φιλολόγους για την υποστήριξη των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο Γυμνάσιο Γενικής Αγωγής», διερευνά και αναδεικνύει τις αντιλήψεις των φιλολόγων αναφορικά με τις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) για την υποστήριξη των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο Γυμνάσιο. Η επιλογή του θέματος έλαβε υπόψη ότι οι ΤΠΕ και η συστηματική αξιοποίησή τους στη διδακτική πράξη εμπλουτίζει την μαθησιακή διεργασία και την καθιστά πιο αποτελεσματική. Αν και τα αποτελέσματα διεθνών ερευνών αναδεικνύουν ότι η χρήση των ΤΠΕ διασφαλίζει την πολυεπίπεδη εκπαιδευτική υποστήριξη όλων των μαθητών, δημιουργώντας ένα συμπεριληπτικό μαθησιακό περιβάλλον στη γενική τάξη, ένα πλέγμα ενδογενών και εξωγενών συνιστωσών λειτουργούν ανασταλτικά στη συστηματική τους αξιοποίηση από τους εκπαιδευτικούς. Αν και ο βαθμός αξιοποίησης των ΤΠΕ στην διδακτική πρακτική στα ελληνικά σχολεία έχει αυξηθεί, σε σύγκριση με το παρελθόν, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που προτάσσει την σημασία και την αναγκαιότητα διεξαγωγής ερευνών προκειμένου να ληφθούν στοχευμένα μέτρα. Η επιλογή εστίασης εν προκειμένω στους φιλολόγους βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το ότι δεν έχουν υλοποιηθεί στην ελληνική πραγματικότητα άλλες αντίστοιχες έρευνες. Για τον λόγο αυτό επιλέχθηκε ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ποσοτικής έρευνας με την χορήγηση ερωτηματολογίου σε 192 φιλολόγους που εργάζονται σε Γυμνάσια της ελληνικής επικράτειας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι φιλόλογοι του δείγματος αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα και τον θετικό αντίκτυπο της συστηματικής αξιοποίησης των ΤΠΕ για την υποστήριξη των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ωστόσο, δε θεωρούν εύκολη τη συστηματική αξιοποίηση ενός συνδυασμού διαφορετικών τεχνολογικών εργαλείων στην καθημερινή διδακτική πρακτική. Τα βασικότερα εμπόδια συνδέονται με τον όγκο της διδακτέας ύλης, την απουσία τεχνολογικού εξοπλισμού και τεχνικής υποστήριξης, τις ελλείψεις σε τεχνολογικούς πόρους αλλά και με τον μεγάλο αριθμό μαθητών ανά τάξη. Η διαθεσιμότητα και η προσβασιμότητα είναι τα βασικά κριτήρια επιλογής των τεχνολογικών εργαλείων που χρησιμοποιούν οι φιλόλογοι. Τα δεδομένα έδειξαν τέλος, ότι οι φιλόλογοι χρησιμοποιούν κυρίως τον υπολογιστή για την αναζήτηση πληροφοριών και για να διεγείρουν την προσοχή των μαθητών
Protecting the rights of refugees, from North Africa to Europe. An analysis of legal policies and laws implemented towards refugees effective protection
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.European refugee protection system operates under international, regional, and national legal frameworks, including the 1951 Refugee Convention, the Common European Asylum System (CEAS), and the Dublin Regulation. However, despite the existence of these legal instruments, the implementation of refugee rights in Europe remains inconsistent, undermined by policy failures, externalized border control, and the criminalization of migration. This study critically analyzes the challenges of refugee protection in Europe, focusing on the unequal distribution of asylum responsibilities, the impact of border externalization policies, and human rights violations faced by refugees. The research findings reveal systemic failures in applying international refugee law, particularly the principle of non-refoulement, which is frequently violated through pushbacks, forced detention, and offshore asylum processing agreements. The Dublin III Regulation has resulted in a disproportionate burden on frontline states such as Italy, Greece, and Spain, leading to overcrowded refugee camps, delays in asylum processing, and inhumane living conditions. Meanwhile, wealthier Northern and Western European countries have restricted their asylum intake through border closures and strict migration policies. Additionally, the externalization of migration control, through EU cooperation agreements with Libya and Turkey, has subjected refugees to arbitrary detention, torture, forced labor, and trafficking in transit countries. The criminalization of humanitarian aid and search-and-rescue operations has further exacerbated the humanitarian crisis, leading to increased fatalities in the Mediterranean Sea. This research makes a significant contribution to refugee studies and the international asylum law by offering a legal and policy-based critique of EU migration governance and its inconsistencies with international legal obligations. By analyzing empirical evidence from human rights organizations, legal case law, and EU reports, the study highlights the erosion of refugee rights, the failure of responsibility-sharing, and the long-term effects of restrictive asylum policies on refugee integration. It advocates for urgent legal and policy reforms, including the revision of the Dublin Regulation, the termination of externalization agreements, the reinforcement of search-and-rescue operations, and the expansion of safe and legal migration pathways. These reforms are necessary to ensure a more equitable, humane, and rights-based approach to refugee protection in Europe