21706 research outputs found
Sort by
Βορειοηπειρωτικοί σύλλογοι και ελληνική πολιτική την περίοδο 1945-1967
Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ένας σημαντικός αριθμός προσφύγων περνούσε την ελληνο-αλβανική μεθόριο, αποζητώντας καταφύγιο στην πατρίδα τους Ελλάδα και αργότερα, αρκετοί από αυτούς, στο εξωτερικό. Επρόκειτο για άτομα ελληνικής καταγωγής που προέρχονταν από τη «Βόρεια Ήπειρο», τμήμα της αλβανικής εδαφικής επικράτειας. Στο μεταξύ, η Ελλάδα επιδίωκε να αποκτήσει εδαφικά ανταλλάγματα στη Νότια Αλβανία, ως επιβράβευση για τη συνεισφορά της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των δυτικών συμμάχων, αλλά και στη βάση της ύπαρξης ενός συμπαγούς ελληνικού, στην ‘εθνική συνείδηση’, πληθυσμού στην περιοχή. Όμως, το ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί με την παγίωση της ελληνο-αλβανικής μεθορίου το 1925.
Προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό της η ελληνική διπλωματία, πέρα από μία σειρά επίσημων ανακοινώσεων και διαμαρτυριών, κοινοποιημένων στους δυτικούς συμμάχους, άρχισε τη χρηματοδότηση ενός σημαντικού αριθμού αλυτρωτικών βορειοηπειρωτικών συλλόγων στην Ελλάδα. Η πράξη αυτή είχε αρνητικό αντίκτυπο στις διμερείς ελληνο-αλβανικές σχέσεις οι οποίες παρέμεναν ταραχώδεις κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Ψυχρού Πολέμου.
Η ΚΕΒΑ (Κεντρική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνα) ήταν η κυριότερη οργάνωση του χώρου με επικεφαλής τον συνιδρυτή της, στην Αθήνα, από το 1943, τον πρώην μητροπολίτη Αργυροκάστρου (επισκοπή Αργυροκάστρου) Παντελεήμονα Κοτόκο. Ένας ακόμη κληρικός, ο πρώην μητροπολίτης Κορυτσάς (επισκοπή Κορυτσάς), Ευλόγιος Κουρίλας, που διαδραμάτισε έναν πιο διακριτικό ρόλο, ίδρυσε πέντε χρόνια μετά τον βορειοηπειρωτικό σύλλογο ‘Σελασφόρο’. Μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ο Κοτόκος κατέφυγε στην Ελλάδα και σύστησε μία ομάδα κρούσης προκειμένου αυτή να οργανώνει συναντήσεις, ομιλίες και εκδηλώσεις, προπαγανδίζοντας τις ‘διακρίσεις’ σε βάρος της ελληνικής μειονότητας στη «Βόρεια Ήπειρο» από το αλβανικό κομμουνιστικό καθεστώς καθώς και την ανάγκη ανάληψης δράσης για την προσάρτηση της ανωτέρω εδαφικής ζώνης. Παράλληλα, μαζί με τις πολιτικές και τις περιφερειακές αρχές στην Ελλάδα, οι παραπάνω σύλλογοι διεκπεραίωσαν και την αποστολή της περίθαλψης και της αποκατάστασης περισσότερων από 4.000 Βορειοηπειρωτών προσφύγων.
Εκτός από την Ελλάδα, ενεργοί σύλλογοι υπήρχαν και σε ΗΠΑ, Αυστραλία, Γαλλία, Γερμανία, Αίγυπτο, Τουρκία και Αργεντινή, αγωνιζόμενοι για την ‘απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου’. Η πιο σημαντική οργάνωση ήταν αυτή της ΠΟΑ (Πανηπειρωτική Οργάνωση Αμερικής), ιδρυμένη στο Ουόρτσεστερ, το 1942, από Έλληνες μετανάστες με καταγωγή από τη Νότια και τη «Βόρεια Ήπειρο», και αποτελούμενη από περισσότερα των 30 τμημάτων. Η αποστολή της ΠΟΑ ήταν να θίγει ζητήματα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα των εθνοτικά Ελλήνων κατοίκων της Νότιας Αλβανίας μέσω της προώθησης των ελληνικών ‘εθνικών δικαίων’. Στα ίδια κράτη υπήρχε και ευάριθμη αλβανική διασπορά, οργανωμένη σε εθνικούς συλλόγους, που βρίσκονταν, κατά μία έννοια, σε διαμάχη με τους αντίστοιχους των Ελλήνων, υπερασπιζόμενοι τα εθνικά τους συμφέροντα.
Συμπερασματικά, μεταξύ της ελληνικής διπλωματίας και των κυριότερων βορειοηπειρωτικών συλλόγων υπήρχαν συγκλίσεις και αποκλίσεις. Από το 1952 και εντεύθεν οι ελληνικές κυβερνήσεις υιοθέτησαν μία μετριοπαθέστερη και πιο ειρηνόφιλη προσέγγιση σχετικά με το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα η οποία, μολαταύτα, ήταν ασαφής και ασυνεχής. Τη δεκαετία του 1960 η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με την Αλβανία ήταν πρώτη προτεραιότητα, δυσαρεστώντας τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους σε Ελλάδα και εξωτερικό. Αυτές οι εξελίξεις καθώς και ορισμένες εσωτερικές διαμάχες, προερχόμενες από προσωπικά, οικονομικά και ιδεολογικά αίτια ή κίνητρα μεταξύ της ηγεσίας της ΚΕΒΑ και του αντιπολιτευτικού μπλοκ άλλων βορειοηπειρωτικών συλλόγων, από το 1964 και εντεύθεν, ήταν το ορόσημο της παρακμής τους και της περιστολής της επιρροής τους στις ελληνικές αρχές και στην ελληνική κοινωνία.After World War II, a great number of refugees was passing through the albanian-greek frontiers, asking for a shelter to their motherland Greece and later, some of them, abroad. It was about people of greek origin, coming from the region of the so called ‘Northern Epirus’, a part of the albanian territory. At the same time Greece was aiming at gaining the geographical zone above, located in Southern Albania, in return for its contribution in World War II in favour of the Western Allies, as well as on grounds that there was a substantial ethnic greek population in the region. But the question had already resolved in 1925 when the greek-albanian borderline was officially consolidated.
In order to manage its goal, the greek diplomacy, apart from a wide range of official, posted to western allies, declarations and protests, had started to provide funding for a great deal of irredentist ‘Northern Epirotes’ associations in Greece. That action had a strong impact on bilateral relations between Greece and Albania, and caused extremely tense throughout most of the Cold War.
KEVA (Central Committee of Northern Epirotic Struggle) was the dominating association under the leadership of its co-founder, in Athens, since 1943, the ex-metropolitan of Argyrokastro (Diocese of Argyrokastro), Panteleimon Kotokos. Another clergyman, Eulogios Kourilas, the ex-metropolitan of Korytsa (Diocese of Korytsa), played a less influential role, by founding the nortern-epirotic association ‘Selasforos’ five years later. After the Greek-Italian War Kotokos fled to Greece where created a lobby by organizing, special meetings, rallies and demonstrations, propagating the ‘discrimination’ of the greek minority in Northern Epirus by the communist regime of Albania and the necessity of taking action in order to annex this geographical zone in behalf of Greece. At the same time, both with political and regional rules in Greece, those associations accomplished the relief and rehabilitation of more than 4.000 ‘Northern Epirotes’ refuges.
Aside from Greece, there were acting associations in USA, Australia, France, Germany, Egypt, Turkey and Argentine, struggling for the ‘liberation of Northern Epirus’. The most seminal of all was Panepirotic Federation of America (PFA) that was founded in Worcester, in 1942, by Greek immigrants from Southern and ‘Northern Epirus’ and was consisted of more than 30 chapters. The mission of PFA was to promote the human rights of ethnic Greeks, called Northern Epirotes, living in Southern Albania by lobbying and propagating the ‘greek national rights’. In those countries there was also a numerous albanian diaspora that founded national associations and, somehow, were in dispute with the greeks’ one, defending their national interests.
All things considered, between official greek diplomacy and the leading northern epirotic asssociations there were not only convergences but also divergences. From 1952 on, the following greek governments adopted a more moderate and peaceful strategy as for the ‘Northern Epirotic’ Question, which was, nevertheless, ambiguous and incontinuous. During 1960’s, the normalization of the bilateral relationships with Albania was at first priority, displeasing the ‘northern epirotic’ associations in Greece and abroad. Those situations and some internal disputes, derived from personal, financial or ideological reasons and interests, amongst the leadership of KEVA and an oppositional part of other associations in Greece, from 1964 on, was the turning point of their decay and the abatement of their influence towards greek political rules and greek society as well as.«Η έγκριση της διδακτορικής διατριβής από το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας δεν σημαίνει αναγκαστικά την υιοθέτηση του περιεχομένου της, καθώς αυτό αντανακλά αποκλειστικά τις απόψεις και τις θέσεις του συγγραφέα
Performance analysis of ETFs and comparative evaluation by category
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.This study investigates the performance of various Exchange-Traded Funds (ETFs) over a five-year period from the start of 2020 to the end of 2024. It begins with a review of the history of ETFs, how they are created and their various operating mechanisms. It then explores the advantages and risks associated with ETFs and comparing them with other financial products. After this, ETFs are separated into categories according to the nature of their tracking indexes and they are discussed along with their characteristics. The aim of the ETF overview section is to provide a fundamental understanding of ETFs and to organize them into the categories that will be analyzed in the research part.
In the research section, a quantitative analysis is first conducted by comparing ETFs within each category followed by a comparison across ETF categories over this five-year period as well as in each year individually. This comparison focuses on key performance metrics, and it includes total returns, expense ratio, standard deviation, Sharpe ratio, beta, CAPM expected returns and alpha. The comparison of ETFs within each category is based on the ten most significant and representative ETFs of each category, while the comparison across ETF categories is done by analyzing the average performances of their ETFs. The aim of this comparison is to evaluate the differences between ETF categories and also to identify their unique characteristics.
The findings of the study revealed that Cryptocurrency ETFs achieved the strongest total returns and alpha, while categories which experienced low volatility like Bond ETFs and Currency ETFs underperformed and delivered negative total returns. Additionally, the majority of ETF categories recorded negative Sharpe ratios and alpha values over the selected five-year period. Ultimately, ETF category selection should be aligned with investors goals and risk tolerance as high total return ETF categories usually include high levels of volatility
Η θέση του πολιτιστικού μάρκετινγκ στην πολιτιστική και δημιουργική βιομηχανία: τάσεις και διαφοροποιήσεις στους κλάδους των μουσείων και της μουσικής βιομηχανίας
Πτυχιακή εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο της πτυχιακής μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει το πεδίο του πολιτιστικού μάρκετινγκ, με έμφαση
στους τομείς της μουσικής βιομηχανίας και των μουσείων, διερευνώντας τα χαρακτηριστικά, τις
στρατηγικές και τις τρέχουσες τάσεις που διαμορφώνουν τη σχέση πολιτισμού και αγοράς. Στόχος
είναι η ανάδειξη των κυρίαρχων θεματικών και γλωσσικών μοτίβων στον επιστημονικό λόγο,
καθώς και η σύγκριση των προσεγγίσεων που ακολουθούνται τόσο στο σύνολο του τομέα όσο και
στους δύο επιμέρους πολιτιστικούς κλάδους.
Μεθοδολογικά, εφαρμόστηκε ανάλυση συχνότητας λέξεων (Word Frequency Analysis) σε
280 επιστημονικές πηγές, αξιοποιώντας το λογισμικό NVivo 15, με σκοπό την καταγραφή των πιο
συχνών όρων και την ανάδειξη θεματικών τάσεων. Οι πηγές οργανώθηκαν σε θεματικές ενότητες
(μουσική βιομηχανία, μουσεία, πολιτιστικό μάρκετινγκ και πολιτιστική και δημιουργική
βιομηχανία) ώστε να διευκολυνθεί η σύγκριση και η ερμηνεία των ευρημάτων.
Η ανάλυση ανέδειξε τη σημασία του κοινού και της εμπειρίας ως κεντρικών στοιχείων του
σύγχρονου πολιτιστικού μάρκετινγκ. Ο πολιτιστικός τομέας στο σύνολό του φαίνεται να
απασχολείται ιδιαίτερα από θέματα μάρκετινγκ, στρατηγικής και επικοινωνίας, ενώ οι δύο
εξεταζόμενοι κλάδοι παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις: η μουσική βιομηχανία εστιάζει σε
τεχνολογικές και εμπορικές εφαρμογές, ενώ τα μουσεία στη διεύρυνση της πολιτιστικής εμπειρίας
και της πρόσβασης. Τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για προσαρμοσμένες
στρατηγικές που λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τομέα, συμβάλλοντας στην
ανάπτυξη βιώσιμων και καινοτόμων πολιτιστικών πρακτικών
Το Ίντερνετ των Πραγμάτων στην επιχειρηματικότητα ως εργαλείο ανάπτυξης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ρόλο του Ίντερνετ των Πραγμάτων
(Internet of Things – IoT) ως εργαλείου ανάπτυξης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος για
τις επιχειρήσεις, αναλύοντας τις δυνατότητες, τα οφέλη, αλλά και τις προκλήσεις και
τους κινδύνους που προκύπτουν από την εφαρμογή του στην επιχειρηματικότητα.
Κύριος στόχος είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η ενσωμάτωση του IoT στις
επιχειρηματικές διαδικασίες μπορεί να βελτιώσει την αποδοτικότητα, να ενισχύσει την
καινοτομία και κυρίως να δημιουργήσει διαφοροποίηση στην αγορά.
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε βασίστηκε αρχικά στη συστηματική βιβλιογραφική
ανασκόπηση, με συλλογή, μελέτη και ανάλυση επιστημονικών πηγών από έγκριτες
βάσεις δεδομένων, για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και τη συνάφεια των
αποτελεσμάτων. Επιπλέον, αξιοποιήθηκαν παραδείγματα από επιχειρήσεις που
εφαρμόζουν την τεχνολογία ΙοΤ προκειμένου να αναδειχθεί πώς αυτή η ενσωμάτωση
ήδη μετασχηματίζει τις λειτουργικές διαδικασίες, βελτιώνει τη διαδικασία λήψης
αποφάσεων και κατευθύνει τις στρατηγικές επιχειρηματικής ανάπτυξης. Η ανάλυση
επικεντρώθηκε σε μελέτες που εξετάζουν την εφαρμογή του IoT σε διαφορετικούς
κλάδους, τις τεχνολογικές και οργανωτικές διαστάσεις του, καθώς και τον αντίκτυπό
του στην ανταγωνιστικότητα.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι το IoT αποτελεί κρίσιμο μοχλό ανάπτυξης,
παρέχοντας νέες δυνατότητες συλλογής και αξιοποίησης δεδομένων σε πραγματικό
χρόνο, βελτιστοποίησης διαδικασιών και δημιουργίας καινοτόμων προϊόντων και
υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας. Συμπερασματικά, το IoT δεν αποτελεί απλώς
μια τεχνολογική τάση της εποχής, αλλά ένα στρατηγικό εργαλείο που, όταν αξιοποιηθεί
ορθά, μπορεί, ως κρίσιμος παράγοντας επιχειρησιακού μετασχηματισμού, να
ενισχύσει ουσιαστικά την ανταγωνιστική θέση μιας επιχείρησης στον κλάδο που
δραστηριοποιείται, προσφέροντας μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και ανάπτυξη
Η επίπτωση του στυλ ηγεσίας στην εργασιακή ικανοποίηση των υπαλλήλων. Η περίπτωση των εργαζομένων του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας
Η παρούσα εργασίας εστιάζει στη διερεύνηση των επιπτώσεων που έχει το ακολουθούμενο στυλ ηγεσίας στην εργασιακή ικανοποίηση των υπαλλήλων που απασχολούνται στον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Η μεθοδολογία καλύπτεται αφενός από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και αφετέρου από πρωτογενή ποσοτική έρευνα, μέσω ερωτηματολογίου, στο πλαίσιο της οποίας χρησιμοποιήθηκαν αμφότερα τα λογισμικά στατιστικής ανάλυσης SPSS και SMART-PLS. Το ερευνητικό δείγμα αποτελείται από 189 Υπαλλήλους της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι οι υπάλληλοι έχουν αρκετά υψηλό επίπεδο εργασιακής ικανοποίησης, ενώ αποδείχτηκε ότι το μετασχηματιστικό και το συναλλακτικό στυλ ηγεσίας υιοθετούνται σε μέτριο βαθμό και το laissez-faire στυλ ηγεσίας εμφανίζεται σε μικρότερο βαθμό. Το μετασχηματιστικό και το συναλλακτικό στυλ ηγεσίας έχουν θετική, άμεση και έμμεση, επίδραση στην εργασιακή ικανοποίηση, ενώ αντίθετα το laissez-faire στυλ ηγεσίας, εμφάνισε ίδιου βεληνεκούς επίδραση στην εργασιακή ικανοποίηση αλλά με αρνητική άμεση και έμμεση επίδραση
Η κινητοποίηση της βάσης και το προσφυγικό ζήτημα: h περίπτωση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης στο Ωραιόκαστρο, την Φιλιππιάδα και τη Σάμο
Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η διατριβή διερευνά τις αντιδράσεις των γονέων που ξέσπασαν μετά τις ανακοινώσεις της Ελληνικής Πολιτείας αναφορικά με την προώθηση της κοινωνικής ένταξης μεταναστών και προσφύγων —κυρίως προερχόμενων από το Αφγανιστάν και τη Συρία— στις τοπικές κοινωνίες, μέσω της ένταξης των παιδιών τους στο δημόσιο πρωτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στις μορφές συλλογικής δράσης και κινητοποίησης των γονέων, ως αντίδραση στην επίμαχη μεταβολή πολιτικής, εντός ενός από τα πλέον εθνοπολιτισμικά ομοιογενή κοινωνικά περιβάλλοντα της Ευρώπης. Ειδικότερα, η έρευνα εστιάζει σε τρεις ενδεικτικές περιπτώσεις: το Ωραιόκαστρο, τη Φιλιππιάδα και τη Σάμο, επιδιώκοντας να αναδείξει τις δυναμικές που διέπουν την τοπική κοινωνική αντίσταση, καθώς και τις ευρύτερες κοινωνιολογικές επιπτώσεις της εν λόγω πολιτικής παρέμβασης.
Η προσέγγιση της παρούσας μελέτης δεν συνιστά γενικευμένη κριτική επί του φαινομένου της μετανάστευσης. Αντιθέτως, υιοθετείται ένα πλαίσιο κατανόησης της συλλογικής δράσης ως κοινωνικοπολιτικού φαινομένου, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα μιας τοπικής, πλην κρίσιμης, συγκυρίας. Μέσω της ανάλυσης των διαδικασιών κινητοποίησης και διαμόρφωσης συλλογικής ταυτότητας στους κόλπους των γονέων, η έρευνα στοχεύει στην ανατομία των βασικών μηχανισμών που συνθέτουν τα κινήματα βάσης (Grassroot mobilizations) και στη θεωρητική συμβολή στη σχετική επιστημονική συζήτηση.
Ερευνητικά ερωτήματα και στόχοι
Όπως αναλύεται στην παρούσα εργασία, τα ζητήματα αυτά είναι σχεδόν πάντα πολύπλοκα και δύσκολα κατηγοριοποιήσιμα με μονοσήμαντο τρόπο. Πράγματι, υπάρχουν περιπτώσεις κινητοποιήσεων κατά της μετανάστευσης, οι οποίες υποκινούνται από τον φόβο του αγνώστου, γνωστό και ως ξενοφοβία. Ωστόσο, παρατηρούνται και άλλες μορφές κινητοποίησης που βασίζονται σε ειλικρινείς ανησυχίες σχετικά με την ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί και να επιτηρήσει ενδεχόμενα προβλήματα θεμάτων υποδομών, δημόσιας υγείας και πολιτισμού. Η παρούσα διατριβή αποσκοπεί στη διερεύνηση αυτών των σύνθετων διασταυρώσεων στις τρεις περιφερειακές εστίες μελέτης.
Η διατριβή επικεντρώνεται σε τρία βασικά ερευνητικά ερωτήματα και στόχους:
1. Ποιοι παράγοντες παρακίνησαν τους γονείς να κινητοποιηθούν στις τρεις περιοχές μελέτης;
Η εργασία εξετάζει τα κύρια κίνητρα αυτών των κινητοποιήσεων, προσπαθώντας να κατανοήσει αν οι ανησυχίες των γονέων οφείλονταν σε ειλικρινείς φόβους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια ή αν εδράζονταν βαθύτερα σε πολιτισμικές και εθνικές φοβίες σχετικά με τη διαπολιτισμική ανάμιξη μεταξύ Ελλήνων και μη λευκών προσφύγων. Με άλλα λόγια, εξετάζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι γονείς διατύπωσαν τα αιτήματά τους.
2. Πώς διαμόρφωσαν οι Τοπικοί Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων την αντίστασή τους;
Διερευνάται πώς οι γονείς διαπραγματεύτηκαν τη συλλογική τους ταυτότητα κατά την αντίθεσή τους στην κυβερνητική πολιτική ένταξης μεταναστών και προσφύγων στα τοπικά δημόσια σχολεία. Η έννοια της "πλαισίωσης" (framing) είναι κρίσιμη για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αυτές οι γονεϊκές κινητοποιήσεις υπερασπίστηκαν τη θέση τους. Μέσω της ανάλυσης των αφηγήσεων που αναπτύχθηκαν εντός των τοπικών κοινωνιών, η εργασία αξιολογεί τους τρόπους με τους οποίους οι γονείς εκδήλωσαν την αντίστασή τους — είτε μέσω δημοσιοποιημένων αναφορών σε κινδύνους δημόσιας υγείας και ανησυχίες ασφάλειας, είτε ελλείψεις στις υφιστάμενες σχολικές υποδομές.
3. Ποιες ήταν οι ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες αυτών των κινητοποιήσεων στις τοπικές κοινωνίες;
Η έρευνα εξετάζει σε ποιο βαθμό οι τοπικές κινητοποιήσεις και, κατ’ επέκταση, η αντίθεση στην κυβερνητική πολιτική, εξελίχθηκαν σε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις επί βασικών ζητημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, αξιολογείται η επιτυχία ή μη αυτών των κινημάτων, καθώς και το πώς και αν η κοινωνία αντιλήφθηκε αυτή την επιτυχία ή αποτυχία.
Η μεθοδολογία της έρευνας βασίζεται στη συνδυασμένη χρήση ποιοτικών και ποσοτικών μεθόδων. Διεξήχθησαν 21 συνεντεύξεις με βασικούς παράγοντες (όπως και κυρίως μέλη Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, αλλά και απλούς γονείς και bystanders), καθώς και έρευνα κοινής γνώμης με 750 συμμετέχοντες στις τρεις περιοχές μελέτης, με στόχο την αποτύπωση στάσεων και αντιλήψεων των κατοίκων σχετικά με την κυβερνητική πολιτική εισαγωγής παιδιών μεταναστών και προσφύγων στα τοπικά δημοτικά σχολεία. Η στρατηγική αυτή αποβλέπει στην απόκτηση σφαιρικής εικόνας αναφορικά με τους στόχους και τις επιπτώσεις των γονεϊκών κινητοποιήσεων.
Σε επίπεδο θεωρητικού πλαισίου, η μελέτη βασίζεται στις θεωρίες κοινωνικών κινημάτων, και ειδικότερα στη Θεωρία Κινητοποίησης Πόρων (Resource Mobilization Theory - RMT), στη Θεωρία Συλλογικής Συμπεριφοράς (Collective Behavior Theory), και στη Θεωρία Πλαισίωσης (Framing Theory).
• Η Θεωρία Κινητοποίησης Πόρων αναδεικνύει τη σημασία των διαθέσιμων πόρων (χρηματοδότηση, πολιτική στήριξη, οργανωτική δομή) για την επιτυχία κάθε κοινωνικού κινήματος, και στο πλαίσιο αυτό αποτελεί κατάλληλο εργαλείο για την αξιολόγηση της κινητοποίησης των γονέων.
• Η Θεωρία Συλλογικής Συμπεριφοράς προσφέρει το βασικό αναλυτικό υπόβαθρο, καθώς οι εν λόγω κινητοποιήσεις συνιστούν αντίδραση σε υφιστάμενες κοινωνικές μεταβολές, διεκδικώντας την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, χωρίς πρόθεση ανατροπής του κατεστημένου.
• Η Θεωρία Πλαισίωσης φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κοινωνικά κινήματα διαμορφώνουν και μεταφέρουν τα αιτήματά τους στο δημόσιο διάλογο. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις μας, οι γονείς συνήθως πλαισιώνουν τη θέση τους μέσω ζητημάτων δημόσιας υγείας, ασφάλειας και ανεπάρκειας των υφιστάμενων υποδομών, αποφεύγοντας άμεσες αναφορές σε ξενοφοβικά ή αντι-ανθρωπιστικά επιχειρήματα.
Με τη συνδυασμένη χρήση των ανωτέρω θεωρητικών εργαλείων και μεθοδολογικών προσεγγίσεων, η παρούσα διατριβή αναλύει διεξοδικά τις στρατηγικές, οργανωτικές και επικοινωνιακές πρακτικές των γονεϊκών κινητοποιήσεων, με στόχο την εις βάθος κατανόηση των αλληλεπιδράσεων, των κινήτρων και των επιπτώσεών τους στην τοπική κοινωνία.
Η πρωτοτυπία και η συμβολή της έρευνας έγκειται στην εστίαση όχι στους μετανάστες και πρόσφυγες, όπως συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της υφιστάμενης βιβλιογραφίας, αλλά στις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες που επηρεάζονται από τη διαδικασία ένταξης. Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελλάδα συνιστά μια κατά βάση ομοιογενή χώρα και βρίσκεται συχνά εκτός του κεντρικού ευρωπαϊκού παραδείγματος κοινωνικών κινημάτων.
Επιπλέον, η υιοθέτηση μικτής μεθοδολογίας (ποιοτικής και ποσοτικής) προσφέρει ισχυρή βάση στην ανάλυση, εξασφαλίζοντας ότι τα συμπεράσματα θα είναι εμπειρικά θεμελιωμένα και θεωρητικά εύστοχα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο οι τοπικές αντιδράσεις σε κυβερνητικές πολιτικές δύνανται να κλιμακωθούν σε εθνικές αντιπαραθέσεις, ειδικά όταν τα αρχικά παράπονα των τοπικών κοινωνιών και μέρους ομάδων τους μένουν αναπάντητα.
Η διατριβή χωρίζεται σε επιμέρους κεφάλαια, το καθένα εκ των οποίων εξετάζει διαφορετικές όψεις των βασικών ερευνητικών ερωτημάτων. Μετά την εισαγωγή, το Κεφάλαιο 2 επικεντρώνεται στον ορισμό των κοινωνικών κινημάτων μέσα από σχετική βιβλιογραφία, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης του ρόλου που διαδραμάτισαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Το Κεφάλαιο 3 παρέχει μια ιστορική επισκόπηση της μετανάστευσης στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα έως την κρίση του 2015, καθώς και στοιχεία για τη δημόσια γνώμη αναφορικά με τη μετανάστευση, βάσει της έρευνας της διαΝΕΟσις του 2020.
Το Κεφάλαιο 4 παρουσιάζει τις περιπτώσεις μελέτης, με καταγραφή όλων των γεγονότων που έλαβαν χώρα, καθώς και των φάσεων των κινητοποιήσεων: πώς γεννήθηκαν, εξελίχθηκαν και παρήκμασαν.
Το Κεφάλαιο 5 είναι αφιερωμένο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στον τρόπο με τον οποίο απεικόνισαν την προσφυγική-μεταναστευτική κρίση της περιόδου 2015–2018.
Το Κεφάλαιο 6 παρουσιάζει τη μεθοδολογική προσέγγιση της έρευνας, καθώς θεωρήθηκε αναγκαία η αφιέρωση ολόκληρου κεφαλαίου, λόγω του πλούτου και της ποικιλομορφίας του συλλεχθέντος υλικού.
Το Κεφάλαιο 7 αναλύει τις ποιοτικές και ποσοτικές μετρήσεις και παρουσιάζει τα ευρήματα της έρευνας. Μέρος του κεφαλαίου αυτού αφιερώνεται στη σύγκριση των ποσοτικών ευρημάτων της έρευνάς μας με εκείνα της έρευνας της διαΝΕΟσις (2020).
Τέλος, στο Κεφάλαιο των Συμπερασμάτων με τις Καταληκτικές Παρατηρήσεις, διατυπώνονται τα γενικά συμπεράσματα της διατριβής, μέσα από μία ανασκόπηση, αντιπαραβολή και συσχέτιση των ευρημάτων με το θεωρητικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε στα προηγούμενα κεφάλαια, αναδεικνύοντας τις ευρύτερες επιπτώσεις και προεκτάσεις των αποτελεσμάτων τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη.The dissertation explores the reactions of parents that emerged following the announcements made by the Greek State regarding the promotion of the social integration of migrants and refugees—mainly originating from Afghanistan and Syria—into local communities through the enrollment of their children in the public primary education system. Particular emphasis is placed on the forms of collective action and mobilization developed by parents as a reaction to this controversial policy shift, within one of the most ethnoculturally homogeneous social environments in Europe. Specifically, the research focuses on three illustrative cases—Oraiokastro, Filippiada, and Samos—aiming to highlight the dynamics underlying local social resistance, as well as the broader sociological implications of this policy intervention.
The approach adopted in this study does not constitute a generalized critique of the phenomenon of migration. On the contrary, it embraces a framework that understands collective action as a socio-political phenomenon examined through the prism of a localized yet critical context. By analyzing the processes of mobilization and the formation of collective identity among parents, the research seeks to anatomize the core mechanisms that compose grassroots movements and to contribute theoretically to the relevant scholarly debate.
Research Questions and Objectives:
As elaborated in this dissertation, these issues are almost always complex and cannot be categorized in a univocal manner. Indeed, there are instances of anti-immigration mobilizations that are motivated by fear of the unknown—commonly referred to as xenophobia. However, other forms of mobilization are also observed, which are based on genuine concerns regarding the government’s capacity to manage and monitor potential problems related to infrastructure, public health, and culture. This dissertation aims to investigate these intricate intersections within the three regional case studies.
The study focuses on three central research questions and objectives:
1. What factors motivated parents to mobilize in the three case-study areas?
The research examines the main drivers behind these mobilizations, seeking to understand whether parents’ concerns stemmed from genuine fears regarding public health and safety, or whether they were rooted more deeply in cultural and national anxieties about intercultural interaction between Greeks and non-white refugees. In other words, the analysis explores the context within which parents articulated their demands.
2. How did local Parent–Teacher Associations (PTAs) shape their resistance?
The study investigates how parents negotiated their collective identity in opposing the governmental policy of integrating migrants and refugees into local public schools. The concept of framing is crucial to understanding how these parental mobilizations justified and defended their stance. By analyzing the narratives that emerged within local communities, the dissertation evaluates the ways in which parents expressed their opposition—whether through public references to risks related to public health and safety, or to deficiencies in existing school infrastructure.
3. What were the broader social and political consequences of these mobilizations within local communities?
The research assesses the extent to which local mobilizations—and, by extension, opposition to governmental policy—evolved into wider social and political confrontations on key issues. Within this context, the study evaluates the degree to which these movements were perceived as successful or unsuccessful, and how society at large interpreted this outcome.
Methodological Framework:
The research methodology combines both qualitative and quantitative approaches. A total of 21 interviews were conducted with key stakeholders (including members of Parent–Teacher Associations, individual parents, and bystanders), alongside a public opinion survey involving 750 participants across the three case-study regions. The aim was to capture local residents’ attitudes and perceptions regarding the government’s policy of integrating migrant and refugee children into public primary schools. These strategies were intended to provide a comprehensive understanding of the objectives and implications of parental mobilizations.
At the theoretical level, the study is grounded in Social Movement Theory, with particular reference to Resource Mobilization Theory (RMT), Collective Behavior Theory, and Framing Theory.
Resource Mobilization Theory highlights the significance of available resources—such as funding, political support, and organizational structure—for the success of any social movement. Within this framework, it serves as a useful tool for assessing parental mobilization.
Collective Behavior Theory provides the main analytical foundation, as these mobilizations represent a reaction to ongoing social transformations, aiming to restore a previous status quo rather than to overthrow the existing order.
Framing Theory sheds light on the ways in which social movements construct and communicate their claims in public discourse. Specifically, Greek parents tended to frame their stance through concerns about public health, safety, and infrastructural inadequacy, while avoiding explicit references to xenophobic or anti-humanitarian arguments (Benford & Snow, 2000).
By combining these theoretical frameworks and methodological approaches, this dissertation provides an in-depth analysis of the strategic, organizational, and communicative practices employed in parental mobilizations, aiming to offer a nuanced understanding of their interactions, motivations, and social implications within local communities.
Original Contribution and Significance:
The originality and contribution of this research lie in its focus not on migrants and refugees themselves—as is the case in much of the existing literature—but on the local communities affected by the integration process. This focus gains particular significance given that Greece is a largely homogeneous country and often falls outside the central European paradigm of social movement research.
Furthermore, the adoption of a mixed-methods approach (qualitative and quantitative) provides a robust analytical basis, ensuring that the conclusions drawn are both empirically grounded and theoretically sound. The study also sheds light on how local reactions to governmental policies can escalate into national-level controversies, particularly when the initial grievances of local populations or segments thereof remain unaddressed.
The dissertation is structured into several chapters, each addressing different aspects of the core research questions. Following the introduction, Chapter 2 focuses on defining social movements through the relevant literature, including an analysis of the role of the mass media.
Chapter 3 provides a historical overview of migration in Greece from the early 20th century up to the 2015 crisis, incorporating data on public opinion drawn from the 2020 diaNEOsis study.
Chapter 4 presents the case studies, documenting all relevant events and the phases of mobilization—how they emerged, evolved, and declined.
Chapter 5 is dedicated to mass media representations of the refugee–migration crisis of 2015–2018.
Chapter 6 outlines the methodological design of the research, given the diversity and richness of the collected material.
Chapter 7 analyzes the qualitative and quantitative data and presents the main findings, including a comparative discussion of the study’s quantitative results with those of diaNEOsis (2020).
Finally, the Conclusion summarizes the dissertation’s overall findings through a synthesis of empirical results and theoretical reflections, highlighting their broader implications and extensions for both Greece and Europe
Αντιλαμβανόμενη οργανωσιακή υποστήριξη, επαγγελματική δέσμευση και εργασιακή απόδοση: μία εμπειρική προσέγγιση στους Έλληνες διαιτητές
Για την κάλυψη του ερευνητικού σκοπού της παρούσας εργασίας, υιοθετήθηκε
ποσοτική ερευνητική μεθοδολογία. Το ερευνητικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για
τη συλλογή των ερευνητικών δεδομένων ήταν ένα δομημένο ερωτηματολόγιο. Το
ερευνητικό δείγμα αποτελούνταν από 145 επαγγελματίες διαιτητές στην Ελλάδα.
Επίσης, το ερευνητικό δείγμα επιλέχθηκε μέσω δειγματοληψίας ευκολίας. Η ανάλυση
των δεδομένων διεξήχθη με τα στατιστικά λογισμικά SPSS και SmartPLS. Τα
αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η αντιλαμβανόμενη οργανωσιακή υποστήριξη
συσχετίζεται θετικά με την επαγγελματική δέσμευση, η οποία με τη σειρά της
συνδέεται θετικά με την εργασιακή απόδοση. Ωστόσο, η άμεση συσχέτιση μεταξύ της
αντιλαμβανόμενης οργανωσιακής υποστήριξης και της εργασιακής απόδοσης δεν
εντοπίστηκε ως στατιστικά σημαντική. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η
επαγγελματική δέσμευση διαδραματίζει διαμεσολαβητικό ρόλο στη σχέση αυτή. Εκ
των παρόντων ερευνητικών ευρημάτων επιβεβαιώνεται η σημασία της δημιουργίας
ενός υποστηρικτικού οργανωσιακού περιβάλλοντος, το οποίο ενισχύει την
επαγγελματική δέσμευση και, κατ’ επέκταση, τη βελτίωση της απόδοσης των
απασχολούμενω
Αντιλήψεις και στάσεις των εκπαιδευτικών για την αξιοποίηση του bee-bot στο νηπιαγωγείο
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η συγκεκριμένη εργασία πραγματεύεται τις αντιλήψεις και στάσεις των εκπαιδευτικών για την αξιοποίηση του Bee-bot στο νηπιαγωγείο. Σκοπός της παρούσας επιστημονικής εργασίας ήταν να διατυπωθούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών για την χρήση του Bee-bot στην εκπαιδευτική διαδικασία Έπειτα, διεξήχθη μια επιστημονική έρευνα με ποσοτική μέθοδο. Το εργαλείο μεθοδολογικής συλλογής ήταν το ερωτηματολόγιο. Ειδικότερα, το δείγμα αυτής της έρευνας αποτέλεσαν εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας οι οποίοι κατείχαν επαγγελματική εμπειρία είτε αρκετών χρόνων είτε λιγότερων ανεξαρτήτων ιδιωτικού ή δημόσιου φορέα εκπαίδευσης. Στη συνέχεια έγινε ανάλυση των δεδομένων του ερωτηματολογίου και διαπιστώθηκε ότι οι συμμετέχοντες/ουσες είχαν κοινές απόψεις στα περισσότερα ερωτήματα. Εν τέλει, τα πορίσματα της παρούσας έρευνας κατέληξαν στο ότι η χρήση του Beebot και άλλων αντίστοιχων τεχνολογικών μέσων είναι αναγκαία για την εξέλιξη της παιδαγωγικής διαδικασίας
Ο ρόλος των Serious Games στην ενίσχυση της μη λεκτικής επικοινωνίας και της κοινωνικότητας
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η εργασία διερευνά τον ρόλο των Serious Games (SGs) στην ενίσχυση της μη λεκτικής επικοινωνίας και της κοινωνικότητας των μαθητών στο σχολικό πλαίσιο, με έμφαση σε δεξιότητες όπως βλεμματική επαφή, χειρονομίες, στάση σώματος και κατανόηση εκφράσεων. Τα SGs προσεγγίζονται ως δομημένα μαθησιακά περιβάλλοντα που συνδυάζουν στόχους, κανόνες και άμεση ανατροφοδότηση, δημιουργώντας ασφαλείς συνθήκες για εξάσκηση κοινωνικών συμπεριφορών και συνεργατικότητας. Για την αποτύπωση των αντιλήψεων της σχολικής πράξης, υλοποιήθηκε ποσοτική έρευνα με δομημένο ερωτηματολόγιο σε εκπαιδευτικούς γενικής και ειδικής αγωγής (ευρύ δείγμα). Η ανάλυση περιελάμβανε περιγραφική στατιστική και ελέγχους συσχετίσεων/διαφορών (crosstabs, Pearson’s Chi-square, Spearman), αναδεικνύοντας κυρίως θετικές στάσεις απέναντι στα SGs και αντιλαμβανόμενα οφέλη στη συμμετοχή, τη συνεργασία και κρίσιμες όψεις της μη λεκτικής επικοινωνίας. Παράλληλα, επισημάνθηκαν εμπόδια εφαρμογής (χρόνος προετοιμασίας, επάρκεια ΤΠΕ, διαθεσιμότητα κατάλληλων παιχνιδιών). Η συγκριτική θεώρηση δείχνει επιλεκτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ γενικής και ειδικής αγωγής ως προς πεδία χρήσης και αποτελεσματικότητα. Συνολικά, τα SGs αναδεικνύονται ως υποσχόμενο εργαλείο για την ολιστική ενδυνάμωση κοινωνικο-επικοινωνιακών δεξιοτήτων, υπό την προϋπόθεση παιδαγωγικής στόχευσης και επιμόρφωσης εκπαιδευτικών. Περιορισμοί αφορούν τον αυτοαναφορικό χαρακτήρα και τον εγκάρσιο σχεδιασμό· προτείνεται περαιτέρω πειραματική/ημι-πειραματική διερεύνηση
Primary education teachers’ perceptions of the meaning of work and its influencing factors
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025Η έρευνα εστιάζει στο νόημα της εργασίας εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διερευνώντας τις αντιλήψεις τους και τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αίσθηση ότι το επάγγελμά τους έχει νόημα. Η έρευνα διεξήχθη με τη συμμετοχή εννέα εκπαιδευτικών ηλικίας 25 έως 42 ετών, οι οποίοι κλήθηκαν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους σχετικά με τις καθημερινές προκλήσεις και τους παράγοντες που ενισχύουν ή μειώνουν το αίσθημα νοήματος στη δουλειά τους.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται το νόημα της εργασίας τους κυρίως μέσα από την αλληλεπίδραση με τους μαθητές, την πρόοδο και την ανάπτυξή τους, καθώς και την αναγνώριση από γονείς και συναδέλφους. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην κοινωνική προσφορά του επαγγέλματος, καθώς οι συμμετέχοντες βλέπουν την εργασία τους ως μέσο καλλιέργειας αξιών και ανάπτυξης των αυριανών πολιτών. Παράλληλα, η υποστήριξη από τη διοίκηση, η επαγγελματική επιμόρφωση και η συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες σχολείου ενισχύουν την αίσθηση επαγγελματικής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, προκλήσεις όπως οι δυσλειτουργικές συναδελφικές σχέσεις, η ανεπαρκής ηγεσία, η αυξημένη γραφειοκρατία, η έλλειψη αυτονομίας, η αβεβαιότητα του δημόσιου τομέα και η πίεση για αποτελεσματικότητα ενδέχεται να αποδυναμώνουν την αίσθηση νοήματος. Παρά τις δυσκολίες αυτές, η αγάπη για τα παιδιά, η συνειδητοποίηση της κοινωνικής αποστολής και η αίσθηση προσφοράς στο κοινό καλό λειτουργούν ως αντισταθμιστικοί παράγοντες, διατηρώντας το επάγγελμα ζωντανό και ουσιαστικό στα μάτια των εκπαιδευτικών.
Η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία της κατανόησης των εμπειριών των εκπαιδευτικών και της δημιουργίας συνθηκών που ενισχύουν το νόημα της εργασίας τους. Τα αποτελέσματα έχουν πρακτικές συνέπειες για την εκπαιδευτική πολιτική, την υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού και την προώθηση μιας κουλτούρας επαγγελματικής αναγνώρισης και ικανοποίησης, η οποία μπορεί να βελτιώσει τόσο την ποιότητα της εκπαίδευσης όσο και την επαγγελματική δέσμευση των εκπαιδευτικώ