Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Ιζότα Νογκαρόλα: η εικόνα της γυναίκας-φιλοσόφου: μια λογοτεχνική προσέγγιση στα έργα της συγγραφέως: επιστολογραφία, De pari aut impari Evae atque Adae peccato, ελεγεία και δημόσιες ομιλίες
The aim of the dissertation was to study the works of the 15th-century Italian writer Isotta Nogarola. Specifically, her letters, the work 'De pari aut impari Evae atque Adae peccato', her elegy, and her public speeches were examined in terms of language, style, content, and their literary, philosophical, and theological sources. Through a literary and, more broadly, philological approach, the profile of the writer is shaped. At the same time, given that the text thematically belongs to the intellectual movement of the 'Querelle des Femmes', the possible influence that Nogarola received from other figures and texts within this context is explored. The work of this humanist writer is among the most important of the period, as it addresses issues related to the social status of women and gender equality, at least in terms of access to education.Σκοπός της διατριβής ήταν η μελέτη των έργων της Ιταλίδας συγγραφέως του 15ου αιώνα, Ιζότα Νογκαρόλα. Συγκεκριμένα, μελετήθηκαν οι επιστολές της, το έργο της 'De pari aut impari Evae atque Adae peccato', η ελεγεία και οι δημόσιες ομιλίες της ως προς τη γλώσσα, το ύφος, το περιεχόμενο και τις λογοτεχνικές, φιλοσοφικές και θεολογικές πηγές. Μέσω της λογοτεχνικής και εν γένει φιλολογικής προσέγγισης, διαμορφώνεται το προφίλ της συγγραφέως. Παράλληλα, δεδομένου ότι το κείμενο εντάσσεται θεματικά στο πλαίσιο του διανοητικού κινήματος της ‘Querelle des Femmes’, εξετάζεται η πιθανή επιρροή που δέχτηκε η Νογκαρόλα από άλλες προσωπικότητες και κείμενα του συγκεκριμένου χώρου. Το έργο της ουμανίστριας συγγραφέως είναι ένα από τα σημαντικότερα της περιόδου, καθώς προσεγγίζει ζητήματα που αφορούν την κοινωνική θέση της γυναίκας και την ισότητα των φύλων, τουλάχιστον ως προς το ζήτημα της εκπαίδευσης
Enquête sur la satisfaction des étudiants de la direction de l'enseignement primaire des & sw par rapport à leur formation, en mettant l'accent sur leur stage.
The changes that have taken place in recent years in the field of Higher Education have in turn brought about significant changes in the curricula of University Departments. One example is student-centred learning and the reconfiguration of the Curricula on the basis of learning outcomes. On the other hand, research shows that many pre-service teachers find it difficult to respond to the 'reality' of educational practice. On the other hand, research shows that initial Teacher Education does not adequately prepare teacher candidates for the demands of teaching and many teacher candidates find it difficult to respond to the 'reality' of teaching practice. The purpose of this PhD thesis was to investigate whether, in the context of these changes, students are satisfied with their initial Education and feel ready to enter a classroom. In our case we focused on their satisfaction with their Curriculum and their internship. Our research was a case study of one Department, namely the Direction of Primary Education Teachers (PET), Department of Education and Social Work (DE&SW), University of Patras. In order to conduct the research, the representativeness of the sample was ensured (with reference to all the graduates of the academic year 2022-2023 of the PET Direction of the DE&SW). As a research method, a multi-methodological approach was adopted and the research tools used were the questionnaire and the semi-structured interview. The time period for both quantitative and qualitative research was from October 2023 to July 2024. The results of the survey showed that student satisfaction with the curriculum depends on the students' perception of how well it is linked to the labour market. Also, although the results showed that the factors that contribute to student satisfaction with the internship are individual, institutional-administrative, educational and social, in the end the only factor that has a statistically significant effect on satisfaction with the implementation/conditions of the internship is the satisfaction with the teaching profession after the completion of the studies. Regarding the issue of preparation/teaching readiness for entering the teaching profession, although students agree that the curriculum offers courses of high scientific level, however, they feel that these courses do not absolutely prepare them for entering the classroom. Finally, through this research, issues related to the role of internship actors and the process of acquiring professional identity have emerged.Οι αλλαγές που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, επέφεραν με τη σειρά τους σημαντικές αλλαγές στα Προγράμματα Σπουδών των Πανεπιστημιακών Τμημάτων. Ένα παράδειγμα, είναι η φοιτητοκεντρική μάθηση και η αναδιαμόρφωση των Προγραμμάτων Σπουδών στη βάση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Από την άλλη πλευρά, έρευνες δείχνουν ότι η αρχική Εκπαίδευση των Εκπαιδευτικών δεν προετοιμάζει επαρκώς τους υποψήφιους εκπαιδευτικούς για τις απαιτήσεις της διδασκαλίας και πολλοί υποψήφιοι εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην «πραγματικότητα» της εκπαιδευτικής πράξης. Σκοπός της συγκεκριμένης διδακτορικής διατριβής ήταν να διερευνήσουμε αν, στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, οι φοιτητές είναι ικανοποιημένοι από την αρχική τους Εκπαίδευση και αισθάνονται έτοιμοι να μπουν σε μια σχολική τάξη. Στην περίπτωσή μας εστιάσαμε στην ικανοποίησή τους από το Πρόγραμμα Σπουδών και την πρακτική τους άσκηση. Η έρευνά μας ήταν μελέτη περίπτωσης της κατεύθυνσης Εκπαιδευτικών Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΕΔΕ), του Τμήματος Επιστημών της Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Πατρών (ΤΕΠΕΚΕ). Για τη διεξαγωγή της έρευνας, εξασφαλίστηκε η αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος (με αναφορά στο σύνολο των αποφοίτων του ακαδημαϊκού έτους 2022-2023 της Κατεύθυνσης ΕΔΕ του ΤΕΠΕΚΕ). Ως μέθοδος έρευνας, υιοθετήθηκε η πολυμεθοδολογική προσέγγιση και τα ερευνητικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν ήταν το ερωτηματολόγιο και η ημιδομημένη συνέντευξη. Ο χρόνος διεξαγωγής της έρευνας (ποσοτικής και ποιοτικής), διήρκησε από τον Οκτώβριο του 2023 ως τον Ιούλιο του 2024. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η ικανοποίηση των φοιτητών από το Πρόγραμμα Σπουδών εξαρτάται από την αντίληψη που έχουν οι φοιτητές για το πόσο καλά αυτό συνδέεται με την αγορά εργασίας. Επίσης, παρόλο που τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην ικανοποίηση των φοιτητών από την πρακτική άσκηση είναι ατομικοί, θεσμικοί - διοικητικοί, εκπαιδευτικοί και κοινωνικοί, τελικά ο μόνος παράγοντας που επιδρά στατιστικά σημαντικά πάνω στην ικανοποίηση από την υλοποίηση/συνθήκες της πρακτικής άσκησης είναι η ευαρέσκεια για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μετά την ολοκλήρωση των σπουδών. Σχετικά με το ζήτημα της προετοιμασίας/διδακτικής ετοιμότητας για την είσοδο στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού, οι φοιτητές παρόλο που συμφωνούν ότι το Πρόγραμμα Σπουδών προσφέρει μαθήματα υψηλού επιστημονικού επιπέδου, εντούτοις θεωρούν ότι αυτά δεν τους προετοιμάζουν απολύτως για να μπουν στη σχολική τάξη. Τέλος, μέσα από την παρούσα έρευνα αναδείχθηκαν ζητήματα που σχετίζονται με τον ρόλο των συντελεστών της πρακτικής άσκησης και τη διαδικασία απόκτησης της επαγγελματικής ταυτότητας.Les changements intervenus ces dernières années dans le domaine de l' enseignement supérieur ont à leur tour entraîné des changements significatifs dans les programmes des départements universitaires. L'apprentissage centré sur l'étudiant et la reconfiguration des programmes sur la base des résultats de l'apprentissage en sont un exemple. D' autre part, la recherche montre que de nombreux enseignants en formation initiale éprouvent des difficultés à répondre à la « réalité » de la pratique éducative. D' autre part, la recherche montre que la formation initiale des enseignants ne prépare pas correctement les candidats à l'enseignement aux exigences de l'enseignement et que de nombreux candidats à l'enseignement trouvent difficile de répondre à la « réalité » de la pratique pédagogique. L' objectif de cette thèse de doctorat était de déterminer si, dans le contexte de ces changements, les étudiants sont satisfaits de leur formation initiale et se sentent prêts à entrer dans une salle de classe. Dans notre cas, nous nous sommes concentrés sur leur satisfaction à l'égard de leur programme d'études et de leur stage. Notre recherche était une étude de cas d'un département, à savoir la Direction des enseignants de l'enseignement primaire (PET), Département de l'éducation et du travail social (DE&SW), Université de Patras. Pour mener à bien cette recherche, la représentativité de l'échantillon a été assurée (en se référant à tous les diplômés de l'année académique 2022-2023 de la Direction PET du DE&SW). Une approche multi-méthodologique a été adoptée et les outils de recherche utilisés sont le questionnaire et l'entretien semi-structuré. Les recherches quantitatives et qualitatives ont été menées d'octobre 2023 à juillet 2024. Les résultats de l'enquête ont montré que la satisfaction des étudiants à l' égard du programme d'études dépend de la perception qu'ils ont de son lien avec le marché du travail. En outre, bien que les résultats aient montré que les facteurs qui contribuent à la satisfaction des étudiants à l'égard du stage sont individuels, institutionnels-administratifs, éducatifs et sociaux, en fin de compte, le seul facteur qui a un effet statistiquement significatif sur la satisfaction à l' égard de la mise en œuvre/des conditions du stage est la satisfaction à l' égard de la profession d' enseignant après l' achèvement des études. En ce qui concerne la question de la préparation à l' entrée dans la profession d' enseignant, bien que les étudiants reconnaissent que le programme d'études offre des cours de haut niveau scientifique, ils estiment que ces cours ne les préparent pas absolument à entrer dans la salle de classe. Enfin, cette recherche a fait émerger des questions liées au rôle des acteurs du stage et au processus d' acquisition de l' identité professionnelle
Δραστηριότητα ψηφιακών κερμάτων κρυπτοστοιχείων: μέτρηση, αποτίμηση, και αντίκτυπος
This dissertation presents and expands upon methodologies for assessing token dormancy and activity, creating the “Active Token Balance” (ATB) metric while implementing a valuation model grounded in network effects theory. These methodologies are empirically applied to the on-chain data of the Chainlink token over 3.5 years, from September 2017 to February 2021. The analysis employs Granger causality tests to assess predictive relationships between the variables, along with Shannon Transfer entropy tests to evaluate informational transfer between the time series, with several significant results. Additionally, the models GARCH, EGARCH, GJR-GARCH, CGARCH, and APARCH are employed to assess the ATB of Chainlink in the conditional mean of the models, revealing statistically significant coefficients across the majority of model specifications. The forecasting performance of selected machine learning methods is examined using Superior Predictive Ability, Stepwise Multiple, and Harvey-Leybourne-Newbold Tests. The findings indicate that the ATB of the token, as determined by the proposed methodology, impacts the price and the returns of the examined token, leading to improved forecasts. This research underscores the importance of dormancy and activity as crucial metrics for token evaluation and their influence on token price while establishing parameterizable methods for their calculation.Αυτή η διατριβή παρουσιάζει και επεκτείνει μεθοδολογίες για την αξιολόγηση της αδράνειας και της δραστηριότητας των ψηφιακών κερμάτων, δημιουργώντας τον δείκτη "Active Token Balance" (ATB) εφαρμόζοντας παράλληλα ένα μοντέλο αποτίμησης που βασίζεται στη θεωρία των φαινομένων δικτύου. Αυτές οι μεθοδολογίες εφαρμόζονται εμπειρικά σε δεδομένα προερχόμενα από την αλυσίδα συστοιχιών του ψηφιακού κέρματος Chainlink για 3,5 χρόνια, από τον Σεπτέμβριο του 2017 έως τον Φεβρουάριο του 2021. Η ανάλυση χρησιμοποιεί ελέγχους αιτιότητας κατά Granger για την αξιολόγηση των προβλεπτικών σχέσεων μεταξύ των μεταβλητών, μαζί με ελέγχους μεταφοράς εντροπίας κατά Shannon για την αξιολόγηση της μεταφοράς πληροφοριών μεταξύ των χρονοσειρών, με αρκετά σημαντικά αποτελέσματα. Επιπλέον, τα μοντέλα GARCH, EGARCH, GJR-GARCH, CGARCH και APARCH χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση του ATB του Chainlink στον δεσμευμένο μέσο των μοντέλων, αποκαλύπτοντας στατιστικά σημαντικούς συντελεστές στην πλειονότητα των προδιαγραφών των μοντέλων. Η προβλεπτική επίδοση επιλεγμένων μεθόδων μηχανικής μάθησης εξετάζεται χρησιμοποιώντας τους ελέγχους Superior Predictive Ability, Stepwise Multiple και Harvey-Leybourne-Newbold. Τα ευρήματα δείχνουν ότι το ATB του ψηφιακού κέρματος, όπως καθορίζεται από την προτεινόμενη μεθοδολογία, επηρεάζει την τιμή και τις αποδόσεις του εξεταζόμενου ψηφιακού κέρματος, οδηγώντας σε βελτιωμένες προβλέψεις. Αυτή η έρευνα τονίζει τη σημασία της αδράνειας και της δραστηριότητας ως κρίσιμων δεικτών για την αξιολόγηση των ψηφιακών κερμάτων και την επιρροή τους στην τιμή των ψηφιακών κερμάτων, ενώ παράλληλα καθιερώνει παραμετροποιήσιμες μεθόδους για τον υπολογισμό τους
The emerging phenomenon of nomophobia among young adults in Greece: a study in the light of health promotion
Nomophobia (No MObile PHone PhoBIA) is a relatively new term describing individuals' fear, discomfort, or anxiety due to the lack of access or use of their smartphone. The term was first coined in 2008 and it is considered a modern type of phobia. The fact that smartphones, with their numerous applications, have become essential in people's daily life, scientific interest on the impact of their use has increased. As reported in the literature, nomophobia leads to excessive smartphone use, with one of the crucial consequences being its effect on psychosocial and physical health. Additionally, research suggests that low self-esteem may contribute to an individual's tendency towards nomophobia. The purpose of this doctoral thesis was to study the prevalence and severity of nomophobia in a young adult population, as well to evaluate the factors of self-esteem, anxiety, stress, depression, and physical health effects in relation to socio-demographic factors, smartphone use, and social media engagement. A cross-sectional study was conducted on a sample of 1,408 young adults aged 18–25 years, who participated voluntarily by completing an anonymous self-reported questionnaire. Data were collected through the Nomophobia Questionnaire (NMP-Q), the Rosenberg Self-Esteem Scale (RSES), the Depression Anxiety Stress Scale-Short Form (DASS-21), and self-perceived health status questions. The questionnaire also included socio-demographic characteristics, smartphone use, and social media engagement variables. Descriptive analysis of continuous variables was performed using measures of central tendency (mean, median) and dispersion (standard deviation, quartiles). For categorical and ordinal variables, absolute and relative frequencies were reported. Inferential statistical analysis was conducted using both parametric (chi-square, t-test, ANOVA) and non-parametric tests (Kruskal-Wallis, Brown-Forsyth), as appropriate. Correlations between quantitative variables were assessed using Pearson and Spearman correlation coefficients. For multivariate analyses, linear, logistic, and modified Poisson regression models were employed. The validity and reliability of the Greek version of the Nomophobia Questionnaire were examined using exploratory factor analysis and structural equation modeling. The internal consistency of the other questionnaires (DASS-21 and RSES) was assessed using Cronbach's alpha. The significance level was set at 0.05. All statistical analyses were performed using SPSS v.28 statistical software (IBM Corp, Armonk, NY, USA). Almost all participants (99.8%) exhibited some level of nomophobia, with a moderate level being the most prevalent (57.0%). Women and non-working participants were more likely to exhibit nomophobia (p <0.001). The study also showed an inverse relationship between age and the presence of nomophobia (p <0.001). Additionally, 36.1% of participants reported checking their smartphone very frequently (within 10 minutes) (p <0.001), while 45.8% of those with any level of nomophobia reported a negative impact on their academic performance. Regarding self-esteem, 18.5% of the participants showed low self-esteem, while the rest showed normal or high levels. Students with low self-esteem were twice as likely to exhibit a higher level of nomophobia compared to those with normal/high self-esteem (adj Cum OR = 1.99, p <0.001). This suggests a strong association between low self-esteem and nomophobia. Data analysis indicated that women were more likely to experience severe anxiety and stress compared to men (63.3% vs. 55.1% for anxiety and 18.1% vs. 13.8% for stress scale). Participants with severe levels of nomophobia also exhibited severe negative emotional states across all DASS components: 40.6% in depression, 73.7% in anxiety, and 32.7% in stress (all p values < 0.001). Furthermore, participants with severe levels of depression and anxiety frequently checked their phones and used them in all daily activities. Correlation analysis revealed that self-esteem had a moderating effect on the relationship between nomophobia and DASS scores, altering the strength of associations among these variables. Stronger relationships were observed between nomophobia and DASS components in individuals with normal/high self-esteem than in those with low self-esteem. Regarding perceived health status and nomophobia, results indicated a significant positive association between nomophobia and overall health burden (e.g., musculoskeletal, hearing/vision, and psychosomatic symptoms). Depression and stress appeared to play a significant mediating role in this association. Additionally when examining nomophobia and negative psychological states (depression, anxiety, stress) and self-esteem in relation to smartphone and social media use, four key variables were considered: social media application usage,, number of friends, number of followers, and the number of messages exchanged daily. High levels of nomophobia were associated with greater social media engagement and a higher number of online friends. This was also observed among participants with normal/high self-esteem compared to those with low self-esteem. However, stress, anxiety, and depression were not associated with social media use. Elevated stress and anxiety appeared to negatively impact the number of online followers, while high levels of anxiety correlated with an increased number of messages exchanged through social media platforms. Nomophobia is increasingly prevalent among young adults, a trend that has been described as a pandemic within this age group. Excessive smartphone use is a significant risk factor for the development of nomophobic tendencies. Therefore, a proactive approach to early prevention is essential, highlighting the need for comprehensive health promotion programs to address this emerging issue.Η νομοφοβία (No MObile PHone PhoBIA) είναι ένας σχετικά νέος όρος που περιγράφει τον φόβο, τη δυσφορία ή το άγχος των ατόμων, λόγω της έλλειψης πρόσβασης ή της χρήσης του έξυπνου κινητού τηλεφώνου. Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2008 και αναφέρεται σε ένα σύγχρονο τύπο φοβίας. Το έξυπνο κινητό τηλέφωνο με τις πολυάριθμες εφαρμογές του, έχει γίνει απαραίτητο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ωθώντας την επιστημονική κοινότητα να ασχοληθεί με τον αντίκτυπο της χρήσης του. Όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, η νομοφοβία απορρέει από την υπερβολική χρήση του έξυπνου κινητού τηλεφώνου, ενώ ένα από τα κρίσιμα ζητήματα αυτής της χρήσης είναι η επίδραση στην ψυχοκοινωνική και σωματική υγεία. Ο σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν να μελετηθεί το φαινόμενο της νομοφοβίας σε έναν πληθυσμό νέων ενηλίκων και να αξιολογηθεί ως προς τα επίπεδα αυτοεκτίμησης, άγχους, στρες, κατάθλιψης και αντιλαμβανόμενης σωματικής υγείας τους. Συμπληρωματικά, η νομοφοβία μελετήθηκε ως προς τη σχέση της με τα κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά των νέων και τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε συγχρονική μελέτη σε δείγμα 1408 νέων ενηλίκων ηλικίας 18–25 ετών, οι οποίοι συμμετείχαν σε εθελοντική βάση με ένα ανώνυμο αυτοσυμπληρούμενο ερωτηματολόγιο μέσω διαδικτυακής εφαρμογής. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν με τη χρήση του Ερωτηματολογίου της νομοφοβίας (NMP-Q), της Κλίμακας Αυτοεκτίμησης Rosenberg (RSES), της Κλίμακας άγχους, στρες, κατάθλιψης (DASS-21) και ερωτήσεων της υποκειμενικής εκτίμησης της υγείας των συμμετεχόντων. Επίσης, το ερωτηματολόγιο περιελάμβανε κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά του δείγματος, καθώς και μεταβλητές χρήσης του έξυπνου κινητού τηλεφώνου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η περιγραφική παρουσίαση των συνεχών μεταβλητών της μελέτης έγινε με τη βοήθεια μέτρων κεντρικής τάσης όπως η μέση τιμή και η διάμεσος ενώ η διασπορά τους εκτιμήθηκε μέσω της τυπικής απόκλισης και των τεταρτημορίων. Για τις κατηγορικές και διατεταγμένες μεταβλητές χρησιμοποιήθηκαν οι απόλυτες και οι σχετικές συχνότητες. Η επαγωγική αξιολόγηση των δεδομένων έγινε με παραμετρικές και μη παραμετρικές διαδικασίες (χ2, t-test, ANOVA, Kruskal-Wallis και Brown-Forsyth test), ενώ οι συσχετίσεις μεταξύ των ποσοτικών μεταβλητών εκτιμήθηκαν μέσω συντελεστών απλής και μερικής συσχέτισης (συντελεστές συσχέτισης Pearson). Για τις πολυμεταβλητές αναλύσεις χρησιμοποιήθηκαν υποδείγματα γραμμικής, διατακτικής και (τροποποιημένης) παλινδρόμησης Poisson. Η εγκυρότητα και η αξιοπιστία του ερωτηματολογίου της Νομοφοβίας (NMP-Q) στην ελληνική εκδοχή του, ελέγχθηκε με τη βοήθεια διερευνητικών και επιβεβαιωτικών μεθόδων (Exploratory Factor Analysis και Structural Equation Models). Η εσωτερική αξιοπιστία των υπολοίπων ερωτηματολογίων (DASS και Rosenberg Self-Esteem Questionnaire) εκτιμήθηκε με τη χρήση του συντελεστή Cronbach’s-alpha. Τα επίπεδα σημαντικότητας τέθηκαν στο 0,05. Οι στατιστικές αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας το στατιστικό λογισμικό SPSS v.28 (IBM Corp, Armonk, NY, ΗΠΑ). Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες (99,8%) εμφάνισαν κάποιο επίπεδο νομοφοβίας, με το μέτριο επίπεδο να επικρατεί (57,0%). Οι γυναίκες και οι μη εργαζόμενοι συμμετέχοντες είχαν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν υψηλότερα επίπεδα (p <0,001). Αναφορικά με την ηλικία, η μελέτη έδειξε να υπάρχει αντίστροφη σχέση ως προς την κλιμάκωση της νομοφοβίας (p <0,001). Επιπλέον, το 36,1% των συμμετεχόντων έλεγχε πολύ συχνά το έξυπνο κινητό τηλέφωνο (κάθε 10 λεπτά ή λιγότερο) (p <0,001), ενώ το 45,8% των συμμετεχόντων με νομοφοβία ανέφερε αρνητική επίδραση στην ακαδημαϊκή του επίδοση. Σχετικά με τις κατηγορίες αυτοεκτίμησης, το 18,5% των συμμετεχόντων εμφάνισε χαμηλή αυτοεκτίμηση. Οι συμμετέχοντες με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν διπλάσια πιθανότητα να εκδηλώσουν υψηλότερο επίπεδο νομοφοβίας σε σύγκριση με εκείνους με φυσιολογική/υψηλή αυτοεκτίμηση (adj Cum OR = 1,99, p <0,001). Παρατηρήθηκε ότι, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η νομοφοβία συνδέονται ισχυρά μεταξύ τους. Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι, οι γυναίκες παρουσίασαν σοβαρό επίπεδο άγχους και στρες σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άνδρες (63,3% έναντι 55,1% για το άγχος και 18,1% έναντι 13,8% για την κλίμακα στρες). Αναφορικά με τη νομοφοβία, οι συμμετέχοντες με σοβαρό επίπεδο νομοφοβίας εμφάνισαν επίσης σοβαρά επίπεδα αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων σε όλες τις συνιστώσες του DASS, δηλαδή 40,6% στην κατάθλιψη, 73,7% στο άγχος και 32,7% στο στρες (όλες οι τιμές p <0,001). Οι συμμετέχοντες με σοβαρό επίπεδο κατάθλιψης και άγχους, έλεγχαν πολύ συχνά το τηλέφωνό τους και το χρησιμοποιούσαν σε όλες τις καθημερινές δραστηριότητες. Επιπλέον, σε περαιτέρω ανάλυση συσχέτισης παρατηρήθηκε ότι, η αυτοεκτίμηση είχε τροποποιητική επίδραση στη σχέση μεταξύ νομοφοβίας και των συνιστωσών του DASS, γεγονός που διαφοροποιεί τη συσχέτιση μεταξύ των εμπλεκόμενων μεταβλητών. Ισχυρότερες σχέσεις εμφανίστηκαν μεταξύ της νομοφοβίας και των παραμέτρων του DASS σε άτομα με φυσιολογική/υψηλή αυτοεκτίμηση σε σχέση με τα άτομα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Όσον αφορά την υποκειμενική αξιολόγηση της υγείας των συμμετεχόντων και τη νομοφοβία, τα αποτελέσματα έδειξαν μια ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ της νομοφοβίας και της αντιλαμβανόμενης επιβάρυνσης της υγείας, όπως, μυοσκελετικά, ακοής/όρασης και ψυχοσωματικά συμπτώματα). Η κατάθλιψη και το άγχος φαίνεται ότι κατείχαν σημαντικό διαμεσολαβητικό ρόλο σε αυτή τη συσχέτιση. Αναφορικά με τη σχέση της νομοφοβίας, των παραμέτρων αυτοεκτίμησης και DASS και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από το έξυπνο κινητό τηλέφωνο, τα αποτελέσματα συνοψίστηκαν μέσω τεσσάρων μεταβλητών: τη χρήση των εφαρμογών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον αριθμό των φίλων, τον αριθμό των ακολούθων και τον αριθμό των μηνυμάτων που αντάλλασσαν οι συμμετέχοντες σε καθημερινή βάση. Τα υψηλά επίπεδα νομοφοβίας συνδέθηκαν με υψηλή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και, ως εκ τούτου, με μεγάλο αριθμό φίλων. Το ίδιο παρατηρήθηκε και στους συμμετέχοντες με υψηλή/φυσιολογική αυτοεκτίμηση σε σύγκριση με εκείνους με χαμηλή. Όσον αφορά το στρες, το άγχος και την κατάθλιψη δεν βρέθηκε συσχέτιση με τη χρήση των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, ενώ το αυξημένο στρες και το άγχος φάνηκε να διαδραματίζει αρνητικό ρόλο στον αριθμό των διαδικτυακών ακολούθων. Επιπλέον, τα υψηλά επίπεδα άγχους συσχετίστηκαν με αυξημένο αριθμό μηνυμάτων, τα οποία ανταλλάσσονταν μέσω των εφαρμογών ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης. Η νομοφοβία φαίνεται να είναι ένα ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο στην ηλικιακή ομάδα των νέων ενηλίκων, ώστε να χαρακτηρίζεται ως πρόβλημα «πανδημίας». Η υπερβολική ενασχόληση με το έξυπνο κινητό τηλέφωνο, αναγνωρίζεται ως ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη νομοφοβικών συμπεριφορών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στην έγκαιρη πρόληψη, καθιστώντας αναγκαία την ανάπτυξη ολοκληρωμένων προγραμμάτων Προαγωγής της Υγείας
Study of the dynamic behavior of nonlinear circuits with memristors
This doctoral dissertation, conducted at the Department of Physics of the Aristotle University of Thessaloniki, investigates the dynamic behavior of nonlinear electrical circuits that include memory resistors (memristors). The dissertation is structured into ten chapters, organized into three thematic sections. The first section provides the necessary theoretical background, including the historical development of memristors, their classification and applications, as well as the theory of dynamical systems and chaos, with emphasis on concepts such as autonomous and non-autonomous systems, equilibrium points, stability, Lyapunov exponents, and the phenomenon of multistability. The second thematic section focuses on discrete-time memristors and includes the development and analysis of discrete mathematical models, such as the two-dimensional Ikeda map and the modified cubic map, in combination with polynomial, trigonometric, and exponential forms of the characteristic function that describes the behavior of a memristor, known as memristance. Particular emphasis is placed on the emergence of complex dynamic behaviors, such as the coexistence of attractors and bistability. In parallel, the implementation of these models using microcontrollers is explored, aiming at the experimental validation and assessment of their effectiveness, as well as the development of applications, such as the design of a pseudo-random bit generator. The third section focuses on the study of continuous-time memristors, both physical and emulated. The operation of a commercially available memristor by the company KNOWM is examined, used as a static nonlinear resistor in circuits that generate chaotic signals. Furthermore, two proposed implementations of memristor emulators are presented, featuring tunable characteristic curves, which are integrated into modified circuits (Vilnius and Barboza–Chua), aiming to investigate the dynamic behavior of the corresponding systems.Η παρούσα διδακτορική διατριβή, η οποία εκπονήθηκε στο Τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πραγματεύεται τη διερεύνηση της δυναμικής συμπεριφοράς μη γραμμικών ηλεκτρικών κυκλωμάτων που περιλαμβάνουν αντιστάτες μνήμης (memristors). Η διατριβή διαρθρώνεται σε δέκα κεφάλαια, τα οποία οργανώνονται σε τρεις θεματικές ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο, με αναφορά στην ιστορική εξέλιξη των memristors, στην ταξινόμηση και τις εφαρμογές τους, καθώς και στην θεωρία των δυναμικών συστημάτων και του χάους, με έμφαση σε έννοιες όπως τα αυτόνομα και μη αυτόνομα συστήματα, τα σημεία ισορροπίας, η ευστάθεια, οι εκθέτες Lyapunov και το φαινόμενο της πολυευστάθειας. Η δεύτερη θεματική ενότητα εστιάζει στα memristors διακριτού χρόνου και περιλαμβάνει την ανάπτυξη και ανάλυση διακριτών μαθηματικών μοντέλων, όπως η δισδιάστατη απεικόνιση Ikeda και η τροποποιημένη κυβική απεικόνιση, σε συνδυασμό με πολυωνυμικές, τριγωνομετρικές και εκθετικές μορφές της χαρακτηριστικής συνάρτησης που περιγράφει τη συμπεριφορά ενός memristor, που είναι γνωστή ως memristance. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανάδειξη σύνθετων δυναμικών συμπεριφορών, όπως η συνύπαρξη ελκυστών και η διευστάθεια. Παράλληλα, διερευνάται η υλοποίηση των εν λόγω μοντέλων με χρήση μικροελεγκτών, με σκοπό την πειραματική επαλήθευση και αξιολόγηση της αποδοτικότητάς τους, καθώς και την ανάπτυξη εφαρμογών, όπως η δημιουργία γεννήτριας ψευδοτυχαίων bits. Η τρίτη ενότητα επικεντρώνεται στη μελέτη memristors συνεχούς χρόνου, τόσο φυσικών όσο και εξομοιωτών τους. Μελετάται η λειτουργία ενός εμπορικά διαθέσιμου memristor της εταιρείας KNOWM, το οποίο χρησιμοποιείται ως στατικός μη γραμμικός αντιστάτης σε κυκλώματα παραγωγής χαοτικών σημάτων. Επιπλέον, παρουσιάζονται δύο προτεινόμενες υλοποιήσεις εξομοιωτών memristor, με δυνατότητα ρύθμισης της χαρακτηριστικής καμπύλης τους, οι οποίες ενσωματώνονται σε τροποποιημένα κυκλώματα (Vilnius και Barboza–Chua), με στόχο τη διερεύνηση της δυναμικής συμπεριφοράς των αντίστοιχων συστημάτων
The welfare state and the economic crisis: shifting public action to the private sphere: the case of health units
The aim of this Ph.D. thesis is to examine the ongoing transformation of the welfare state in European countries within the context of the economic crisis, emphasizing the extent of responsibility transferred, particularly concerning the provision of health care services, to the private sector. An effort is made to classify countries into welfare state types and health care models to establish a theoretical framework regarding their current characteristics The study selects four European countries—Germany, Sweden, the United Kingdom, and Greece—as representatives of the prevailing welfare state models in Europe. Furthermore, a detailed analysis is conducted on the role of the European Union and the various integration mechanisms and convergence processes influencing health policy-making. The findings of the study indicate that, although the European Union maintains strict limitations on its role as described in the Treaties, recent fiscal and health challenges necessitate a reevaluation of its approach. In this context, national health systems seem to interact with one another, leading to the establishment of a functional framework within the European Union that encompasses monitoring mechanisms alongside financial tools. This framework aims to foster cooperation among member states in the realm of health policy within the European Union. Furthermore, it seems that the welfare state has effectively addressed the risks associated with the economic crisis, while its interventions align with economic development within a model characterized by the coexistence of private and public sectors.Στην παρούσα διατριβή εξετάζεται η εν εξελίξει μεταβολή του κράτους πρόνοιας στις χώρες της Ευρώπης, υπό το πρίσμα των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και κατ’ επέκταση εξετάζεται ο βαθμός μετακύλισης της ευθύνης, κυρίως παροχής των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, στον ιδιωτικό τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, επιχειρείται η κατάταξη των χωρών σε τύπους κράτους πρόνοιας και μοντέλα υγειονομικής περίθαλψης προκειμένου να διαμορφωθεί ένα θεωρητικό πλαισίου αναφορικά με τα χαρακτηριστικά τους σήμερα. Για τους σκοπούς της μελέτης επιλέγονται προς εξέταση τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, αντιπροσωπευτικές των επικρατέστερων μοντέλων κράτους πρόνοιας στις χώρες της Ευρώπης, η Γερμανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελλάδα. Επιπλέον, γίνεται λεπτομερής ανάλυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διαφόρων μηχανισμών ολοκλήρωσης και διαδικασιών σύγκλισης που επηρεάζουν τη διαμόρφωση πολιτικών στον τομέα της υγείας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, παρόλο που η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί αυστηρούς περιορισμούς ως προς το ρόλο της, όπως αυτός περιγράφεται στις Συνθήκες, οι πρόσφατες δημοσιονομικές και υγειονομικές προκλήσεις επιβάλλουν αλλαγή προσέγγισης. Σε αυτό το πλαίσιο, τα εθνικά συστήματα υγείας φαίνεται να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένα λειτουργικό πλαίσιο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ενίοτε με στοιχεία δεσμευτικότητας - το οποίο περιλαμβάνει αφενός μηχανισμούς παρακολούθησης και αφετέρου χρηματοδοτικά εργαλεία, με στόχο τη συνεργασία μεταξύ των χωρών στον τομέα της πολιτικής υγείας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διαφαίνεται ότι, το κράτος πρόνοιας έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους κίνδυνους που προκαλεί η οικονομική κρίση, ενώ οι παρεμβάσεις του είναι συμβατές με την οικονομική ανάπτυξη σε ένα μοντέλο όπου ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας συνυπάρχουν
(Συ)Σχεδιάζοντας εμπειρίες μικτής πραγματικότητας για την ανάδειξη άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς σε μουσεία: εννοιολογικό πλαίσιο, (συ)σχεδιαστικές μέθοδοι, και μελέτες περίπτωσης
This thesis focuses on (co)designing interactive experiences that employ Mixed Reality (MR) technologies in combination with Tangible User Interfaces (TUIs) to enrich aspects of Intangible Cultural Heritage (ICH) in museum environments. It explores how digital and physical components can be merged into exhibits that convey living traditions, i.e., practices often difficult to digitise, document and present authentically. Emphasis is placed on "enacting" the tradition · namely, the performative and participatory dimension of ICH that can engage both community bearers and museum visitors. Until now, research in Digital Cultural Heritage (DCH) has largely addressed two domains: the digitisation of tangible (e.g., monuments, historical objects and buildings) and intangible (e.g., dances, oral traditions) cultural assets, and the development of interactive applications, mainly using augmented or virtual reality (AR/VR), to enhance the museum experience. However, the active involvement of tradition bearers in early design stages remains rare. Codesign, especially within the context of ICH in museums, is underexplored, with most contributions from communities appearing only during the evaluation or dissemination events. Museum exhibits also tend to centre on spatial augmented reality and around tangible cultural assets, rather than the lived, embodied cultural practices. The thesis proposes a (co)design conceptual framework that brings together ICH bearers, designers, technologists, and cultural heritage professionals throughout all stages of museum exhibit development, emphasising embodied, participatory learning over passive consumption. The methodology unfolds in four phases: (1) ethnographic fieldwork to explore community practices and narratives; (2) participatory workshops using methods such as bodystorming and role-play, which support codesign through physical movement and reenactment; (3) low to medium fidelity prototyping and (4) iterative evaluation of MR-TUI prototypes, tested both in lab and real museum settings. The formulated methodology is applied through three ICH case studies: (i) Tinian marble craftsmanship, (ii) Chios mastic cultivation, and (iii) traditional wooden shipbuilding, shedding light on how to enhance ICH's authenticity and educational value of a museum experience. Consequently, the derived outcomes are organised as follows: (a) a codesign workflow for MR experiences with ICH communities, (b) (co)design guidelines that advance both cultural authenticity and visitor engagement and (c) future directions for merging MR with tangible interaction. Overall, this thesis offers an interdisciplinary contribution at the intersection of participatory design, human-computer interaction, museology, and digital cultural heritage, highlighting how codesigning with local communities can effectively transform the intangible and performative nature of heritage into essential digital encounters for the general public.Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη (συ)σχεδίαση διαδραστικών εμπειριών που αξιοποιούν τεχνολογίες Μικτής Πραγματικότητας (MR) σε συνδυασμό με Απτικές Διεπαφές Χρήστη (TUI), με στόχο τον ανάδειξη εκφάνσεων της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (ΑΠΚ) σε μουσειακά περιβάλλοντα. Εξετάζεται πώς μπορούν να συνδυαστούν ψηφιακά και φυσικά στοιχεία σε μουσειακά εκθέματα προκειμένου να αποτυπώσουν ζωντανή κληρονομιά, δηλαδή παραδόσιες και πρακτικές που συχνά είναι δύσκολο να ψηφιοποιηθούν, να τεκμηριωθούν, και να παρουσιαστούν με αυθεντικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επιτέλεση (enacting) της παράδοσης· δηλαδή στη βιωματική και συμμετοχική της διάσταση, που μπορεί να εμπλέξει τόσο τους φορείς της όσο και τους επισκέπτες του μουσείου. Μέχρι σήμερα, η έρευνα στο πεδίο της Ψηφιακής Πολιτιστικής Κληρονομιάς (ΨΠΚ) έχει επικεντρωθεί κυρίως σε δύο άξονες: την ψηφιοποίηση πολιτιστικών αγαθών, υλικών (π.χ. μνημεία, αντικείμενα, κτήρια) και άυλων (π.χ. χοροί, προφορικές παραδόσεις), και την ανάπτυξη διαδραστικών εφαρμογών, κυρίως μέσω επαυξημένης ή εικονικής πραγματικότητας (AR/VR), για την ενίσχυση της μουσειακής εμπειρίας. Ωστόσο, η ενεργή εμπλοκή των φορέων της παράδοσης από τα αρχικά στάδια σχεδίασης παραμένει σπάνια. Η συσχεδίαση, ειδικά στο πλαίσιο της ΑΠΚ, είναι ελάχιστα διερευνημένη, καθώς η συμμετοχή των κοινοτήτων περιορίζεται συχνά σε φάσεις αξιολόγησης ή επικοινωνίας των αποτελεσμάτων. Τα μουσειακά εκθέματα, επίσης, τείνουν να επικεντρώνονται στην επαυξημένη απεικόνιση χώρων και στα υλικά πολιτιστικά αγαθά, παρά στις ενσώματες πολιτιστικές πρακτικές. Η διατριβή προτείνει ένα εννοιολογικό πλαίσιο (συ)σχεδίασης που εμπλέκει φορείς ΑΠΚ, σχεδιαστές, ειδικούς τεχνολογίας και επαγγελματίες πολιτιστικής κληρονομιάς σε όλα τα στάδια ανάπτυξης μουσειακών εκθεμάτων, δίνοντας έμφαση στη βιωματική και συμμετοχική μάθηση έναντι της παθητικής πρόσληψης πληροφορίας. Η μεθοδολογία υλοποιείται σε τέσσερις φάσεις: (1) επιτόπια εθνογραφική έρευνα για τη χαρτογράφηση των πρακτικών και αφηγήσεων των κοινοτήτων· (2) συμμετοχικά εργαστήρια με μεθόδους όπως ο καταιγισμός ιδεών με το σώμα (bodystorming) και τα παιχνίδια ρόλων (role-playing), που ενισχύουν τη συνδημιουργία μέσω σωματικής εμπλοκής και αναπαράστασης· (3) δημιουργία πρωτοτύπων χαμηλής έως μεσαίας πιστότητας, και (4) επαναληπτική αξιολόγηση των πρωτοτύπων MR-TUI τόσο σε εργαστηριακά περιβάλλοντα όσο και σε πραγματικούς μουσειακούς χώρους. Η μεθοδολογία εφαρμόζεται σε τρεις μελέτες περίπτωσης ΑΠΚ: (i) την Τηνιακή μαρμαροτεχνία, (ii) την μαστιχοκαλλιέργεια της Χίου, και (iii) την παραδοσιακή ξυλοναυπηγική. Μέσα από αυτές, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να ενισχυθεί η πολιτιστική αυθεντικότητα και η εκπαιδευτική αξία της μουσειακής εμπειρίας. Τα βασικά αποτελέσματα συνοψίζονται σε: (α) ροή εργασιών συσχεδίασης για εμπειρίες MR με κοινότητες ΑΠΚ, (β) οδηγίες σχεδίασης που προάγουν την πολιτιστική αυθεντικότητα και τη συμμετοχή των επισκεπτών, και (γ) μελλοντικές κατευθύνσεις ως προς τη σύνδεση MR-TUIs. Συνολικά, η διατριβή προσφέρει μια διεπιστημονική συμβολή στην τομή της συμμετοχικής σχεδίασης, της αλληλεπίδρασης ανθρώπου-υπολογιστή, της μουσειολογίας, και της ψηφιακής πολιτιστικής κληρονομιάς, αναδεικνύοντας πώς η συσχεδίαση με τοπικές κοινότητες μπορεί να μεταμορφώσει τον άυλο και επιτελεστικό χαρακτήρα της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ψηφιακές εμπειρίες με νόημα για το ευρύ κοινό
Development of a methodology for the assessment of radon spatial distribution: application to the greek territory
This doctoral thesis presents the development, implementation, and evaluation of a scientifically validated and comprehensive methodology for the measurement, analysis, and spatial mapping of indoor radon (²²²Rn) concentrations in dwellings and workplaces across Greece. Radon, a naturally occurring radioactive gas resulting from the decay of ²²⁶Ra in the 238U series, constitutes the most significant source of natural radiation exposure for humans and is recognized as a major contributor to lung cancer risk. Therefore, assessing its concentrations is of critical importance for radiation protection. For the first time in Greece, a large-scale radon survey was conducted in both residential and occupational environments across all administrative regions, using CR-39 passive solid-state nuclear track detectors. These detectors were calibrated and verified through participation in international intercomparison exercises at the Federal Office for Radiation Protection (BfS) in Germany. The collected data were integrated into a novel, dynamic digital radon database specifically developed in the framework of this research. This database, which is unique at the national level and among the few of its kind internationally, combines radon measurements with geological, structural, energy-related, and demographic parameters, enabling multidimensional statistical and spatial analysis. The data analysis confirmed the log-normal distribution of indoor radon concentrations. The highest values were recorded in areas with elevated uranium content in the underlying geology and in older buildings. A statistically significant correlation was established between radon concentration and year of construction: dwellings built before 1970 exhibited substantially higher levels, while those constructed after 2000 also showed increased concentrations, attributed to reduced air permeability in modern, energy-efficient structures. A dedicated case study was also conducted in tourist caves, where elevated radon levels were identified, leading to effective doses for staff that, in certain cases, exceeded the regulatory occupational limit of 6 mSv/year. The dose assessment was based on adjusted dose conversion factors in accordance with ICRP(International Commission on Radiological Protection) Publication 137. The thesis proposes a dynamic tool for the management of radon measurement data, which can effectively support national radiation protection policies and the evidence-based implementation of the National Radon Action Plan. The results make a substantial contribution to documenting population exposure to radon in Greece and shaping strategies to reduce radiological burden, ultimately promoting public health protection.Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται την ανάπτυξη, εφαρμογή και αξιολόγηση μιας ολοκληρωμένης επιστημονικά τεκμηριωμένης μεθοδολογίας για τη μέτρηση, ανάλυση και χωρική αποτύπωση της συγκέντρωσης ραδονίου σε κατοικίες και χώρους εργασίας στον ελλαδικό χώρο. Το ραδόνιο ²²²Rn, φυσικό ραδιενεργό αέριο που προέρχεται από τη διάσπαση του ²²⁶Ra της σειράς του 238U, αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή έκθεσης του ανθρώπου σε φυσική ακτινοβολία και έναν από τους βασικότερους παράγοντες για την εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα, καθιστώντας την αποτίμηση των συγκεντρώσεών του κρίσιμο ζήτημα ακτινοπροστασίας. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πραγματοποιήθηκε μεγάλης κλίμακας καταγραφή συγκεντρώσεων ραδονίου σε κατοικίες και εργασιακούς χώρους σε όλες τις περιφέρειες, αξιοποιώντας παθητικούς ανιχνευτές CR-39 με βαθμονόμηση και επαλήθευση μέσω συμμετοχής σε διεθνείς διασυγκρίσεις (BfS). Τα αποτελέσματα ενσωματώθηκαν σε μία καινοτόμο, δυναμική ψηφιακή βάση δεδομένων που αναπτύχθηκε ειδικά στο πλαίσιο αυτής της εργασίας. Η βάση αυτή, μοναδική σε εθνικό επίπεδο και μία από τις λίγες διεθνώς που συνδυάζει δεδομένα ραδονίου με γεωλογικές, δομικές, ενεργειακές και δημογραφικές παραμέτρους, προσφέρει δυνατότητες πολυδιάστατης στατιστικής και γεωχωρικής ανάλυσης. Η κατανομή των μετρήσεων επιβεβαιώνει τη λογαριθμοκανονική (lognormal) φύση της συγκέντρωσης του ραδονίου. Οι υψηλότερες τιμές εντοπίζονται σε περιοχές με αυξημένη περιεκτικότητα του υπεδάφους σε ουράνιο και σε παλαιότερα κτίρια. Σημαντική στατιστική συσχέτιση καταγράφηκε μεταξύ της συγκέντρωσης ραδονίου και της χρονολογίας κατασκευής: κατοικίες που ανεγέρθηκαν πριν το 1970 εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερες τιμές, καθώς και οι κατοικίες μετά το 2000 παρουσίασαν εκ νέου αύξηση, λόγω της μειωμένης διαπνοής των σύγχρονων, ενεργειακά αποδοτικών κατασκευών. Επιπλέον, ειδική μελέτη πραγματοποιήθηκε σε τουριστικά σπήλαια, όπου εντοπίστηκαν υψηλές συγκεντρώσεις ραδονίου που οδηγούν σε ενεργές δόσεις για το προσωπικό που σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν το κανονιστικό όριο των 6 mSv/έτος. Η ανάλυση βασίστηκε σε προσαρμοσμένους συντελεστές μετατροπής σύμφωνα με τις οδηγίες του ICRP (International Commission on Radiological Protection) έκδοση 137. Η διατριβή καταλήγει στην πρόταση ενός δυναμικού εργαλείου για τη διαχείριση μετρήσεων ραδονίου, που μπορεί να υποστηρίξει τη χάραξη εθνικής πολιτικής για την ακτινοπροστασία και την τεκμηριωμένη εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το Ραδόνιο. Τα αποτελέσματα προσφέρουν ουσιαστική συμβολή στην καταγραφή της έκθεσης του ελληνικού πληθυσμού σε ραδόνιο και στη διαμόρφωση στρατηγικών περιορισμού της ακτινολογικής επιβάρυνσης
Fortified Settlements in the region of Thesprotia from late antiquity to the Ottoman conquest: defensive sites, networks f communication and economic activities (2nd c. BCE – 18th c. CE)
In this essay I try to present the fortified and unfortified settlements, the communication network and the economy since the 2nd century BC to the 18th century in the Prefecture of Thesprotia in Greece. The essay covers the period from late antiquity to the ottoman period (post-byzantine period), the relation of the local with the wider history, the settlements, the communication and the economy per historical study period. It presents the evolution of the period from the 2nd century BC to the 18th century (typical limit). It is divided into two sections: •First unit:Τhis unit includes the settlements that existed per historical period and especially the fortified settlements in Roman period, early Byzantine, Middle Byzantine, Late Byzantine - state of Epirus and first centuries of Ottoman conquest. This sections also includes economic data by historical period and communication networks: terrestrial communication network and water communication network (river and sea crossings). •Second unit: All thoughts, reflections, issues to be investigated and conclusions about the fortified settlements (including unfortified positions), the relationship between them, the economic data and the communication networks are included in this unit. Moreover, this unit includes the categorization of the settlements of Thesprotia in the previously mentioned historical periods. Bibliography: Appendix: Tables (which relate to the positions not only by historical period but also to the total number of positions in alphabetical order, each with a unique number, code), Photos and Maps.Η Θεσπρωτία, μέρος της Δυτικής Ελλάδας, αποτελεί το επίκεντρο της μελέτης για τη χρονική περίοδο από τον 2ο π.Χ. αιώνα έως τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής περιόδου. Μαζί με τους οικισμούς, οχυρούς αλλά και ανοχύρωτους, καθώς αποτελούν αλληλένδετη ενότητα για την κατανόηση του οικιστικού πλέγματος, παρουσιάζεται ο γεωγραφικός χώρος, οι συνθήκες κάθε εποχής, οι οικονομικές δραστηριότητες, το δίκτυο επικοινωνίας και τα ιστορικά γεγονότα που οδηγούν πολλές φορές σε συγκεκριμένες καταστάσεις (π.χ. μια επιδρομή ή μια μάχη έχει ως αποτέλεσμα τη μετανάστευση λαών). Στην πραγματικότητα παρουσιάζεται ο θεσπρωτικός χώρος (ακόμη και περιοχές που σήμερα ανήκουν εκτός ΠΕ Θεσπρωτίας, έστω και συνοπτικά) από τη ρωμαϊκή έως την οθωμανική κατάκτηση, με συμβατικό όριο τον τελευταίο βενετοτουρκικό πόλεμο, καθώς, με την υποχώρηση των Ενετών, ο σημερινός θεσπρωτικός χώρος ήταν στο σύνολό του κάτω από τη δικαιοδοσία μίας αυτοκρατορίας. Η κάθε εποχή-ιστορική περίοδος εξετάζεται ξεχωριστά καθώς αναζητούνται οι ιδιαιτερότητές της και ο ρόλος της στην εξέλιξη των γεγονότων και τη δημιουργία του οικιστικού πλέγματος. Η μελέτη ξεκινά με μια συνοπτική αναφορά των θέσεων της ελληνιστικής εποχής, καθώς για την κατανόηση του οικιστικού πλέγματος ήταν απαραίτητη η γνώση της προγενέστερης κατάστασης. Εξάλλου ο ίδιος ο χώρος μεταλλάσσεται στο πέρασμα του χρόνου από φυσικά αίτια, καθώς διάφορα γεωλογικά φαινόμενα προκαλούν μεταβολές στο ανάγλυφο, όπως με τις προσχώσεις και την αλλαγή στην ακτογραμμή. Οι κλιματολογικές αλλαγές, οι σεισμικές δονήσεις, οι οικονομικοπολιτικές συνθήκες και άλλοι αστάθμητοι παράγοντες επηρεάζουν με τη σειρά τους την εξέλιξη των γεγονότων. Όλα, επομένως, τα παραπάνω πρέπει να συνυπολογιστούν, ώστε μέσα από την ανάλυση των ζητημάτων προς διερεύνηση και των νέων ερωτημάτων, να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που αφορούν την καταγραφή των θέσεων σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, με σημαντικότερη πρόκληση την κατηγοριοποίηση των θέσεων και γενικότερων οικισμών, οχυρωμένων και μη, εφόσον οι περισσότεροι από αυτούς υπάρχουν ως δορυφόροι ενός μεγαλύτερου οικισμού, των σχέσεων και των αποστάσεων μεταξύ τους, του χερσαίου και υδάτινου δικτύου επικοινωνίας και φυσικά των οικονομικών δραστηριοτήτων. Σκοπός της εργασίας είναι η διαχρονική παρουσίαση των (οχυρωμένων) οικισμών από τον 2ο αιώνα π.Χ. έως την οθωμανική κατάκτηση, κυρίως των πρώτων αιώνων, με τυπικό, ωστόσο, όριο τον τελευταίο βενετοτουρκικό πόλεμο (18ο αιώνα μ.Χ.) που η σημερινή Θεσπρωτία ήταν πλέον ενιαία κάτω από έναν κατακτητή. Το επίκεντρο είναι οι οχυρωμένοι οικισμοί, αλλά μέσα στο οικιστικό πλέγμα, για την καλύτερη κατανόησή του, εξετάζονται και οι ανοχύρωτοι οικισμοί, που «παίζουν» το δικό τους ρόλο, άλλοτε ως «συμπληρώματα» και δορυφόροι των οχυρωμένων και άλλοτε με δυναμικότερο και κεντρικό ρόλο (π.χ. στη ρωμαϊκή περίοδο η Φωτική). Τέλος, καταγράφονται τα υλικά κατάλοιπα και κυρίως αρχιτεκτονικά (οχυρώσεων αλλά και άλλων οικοδομήματα), τα οποία αξιολογούνται με βάση τη θέση τους και την εγγύτητα με τα δίκτυα επικοινωνίας, ενώ διερευνάται και η οικονομική δραστηριότητα ανά εποχή. Εντοπίζονται, γενικά, οι οικιστικές θέσεις, η επικοινωνία και η οικονομική δραστηριότητα, τόσο σε τοπικό όσο και ευρύτερο πεδίο, ενώ αναλύεται και ο ιστορικός χώρος και χρόνος. Στόχος είναι η παρουσίαση των οχυρωμένων, κυρίως, οικισμών ανά εποχή, η ένταξή τους και ο συσχετισμός της τοπικής με την ευρύτερη ιστορία, ενώ απαραίτητη είναι και η παρουσίαση του δικτύου επικοινωνίας, χερσαίου και θαλάσσιου, καθώς, επίσης, και των οικονομικών δραστηριοτήτων. Μέσα από την παρουσίαση των οχυρωμένων οικισμών αποκαλύπτεται η διαδικασία μετασχηματισμού του τρόπου κατοίκησης στον θεσπρωτικό χώρο που αρχίζει με την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους, οι οποίοι κατέστρεψαν μεγάλο τμήμα των οχυρωμένων οικισμών, συνεχίζει με την εισβολή άλλων λαών κατά τη πρωτοβυζαντινή περίοδο, που αποτελεί το τέλος της ύστερης αρχαιότητας, προχωρά με τις αλλαγές της μεσοβυζαντινής εποχής με την επικράτηση της πόλης – κάστρου, που παραμένει σε όλη τη βυζαντινή περίοδο, ακόμη και στην υστεροβυζαντινή, με αλλαγές, ωστόσο, στις ιστορικές, οικονομικές και πολιτικές δομές. Στα όρια, εξάλλου, του ανεξάρτητου κρατιδίου της Ηπείρου ανήκε και ο θεσπρωτικός χώρος, η Βαγενετία. Η θεσπρωτική και γενικότερα η ηπειρωτική γη γνώρισε πολλούς κατακτητές, έως ότου κατακτηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αρχικά δεν άλλαξε τις δομές στην περιοχή. Αλλαγές που προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις ξεκίνησαν από τα μέσα του 17ου αιώνα και μετά, οι οποίες έμειναν ουσιαστικά εκτός μελέτης και αποτυπώθηκαν με την ενοποίηση του χώρου και την απομάκρυνση των Ενετών από τις θεσπρωτικές κτήσεις, πλην της Πάργας. Η μελέτη χωρίζεται σε δύο κύριες ενότητες που περιλαμβάνουν στη μια τους οικισμούς ανά γεωγραφική και χρονική περίοδο και στην άλλη τη συνοπτική ιστορική ανάλυση με βάση τις θέσεις ανά περιόδους και τα συμπεράσματα, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς ή και νέα ερωτήματα που απορρέουν από τη χρήση και κατοίκηση του ευρύτερου θεσπρωτικού χώρου. Αναλυτικότερα: Η πρώτη ενότητα χωρίζεται σε χρονικές περιόδους και συγκεκριμένα στη ρωμαϊκή εποχή (περιλαμβάνει και ένα συνοπτικό ενημερωτικό για την ελληνιστική εποχή), την πρωτοβυζαντινή εποχή που αποτελεί και το τέλος της αρχαιότητας, τη μέση βυζαντινή περίοδο, την υστεροβυζαντινή εποχή και την οθωμανική περίοδο των δύο πρώτων αιώνων. Σε κάθε περίοδο καταγράφονται οι θέσεις, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της ανά εποχή, που έχουν εντοπιστεί από τη βιβλιογραφική αποδελτίωση, τις ιστορικές πηγές και γενικότερα τα ιστορικά γεγονότα, καθώς, επίσης, και από την έρευνα της τοπικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας αλλά και τις επιτόπιες αυτοψίες με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της τοπογραφίας και τη συνολική καταγραφή των ανοχύρωτων και κυρίως των οχυρωμένων οικισμών στη θεσπρωτική γη. Παράλληλα δίνονται στοιχεία για τις οικονομικές δραστηριότητες και τα δίκτυα επικοινωνίας της κάθε περιόδου. Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει τα ζητήματα προς διερεύνηση, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τα συμπεράσματα μέσα από τον συνδυασμό των ιστορικών γεγονότων, των καταλοίπων, των οικονομικών δραστηριοτήτων και των δικτύων επικοινωνίας μεταξύ των θέσεων. Γίνεται, επίσης, μια προσπάθεια κατηγοριοποίησης του οικιστικού πλέγματος του θεσπρωτικού χώρου (και της ευρύτερης περιοχής) από την ύστερη ρωμαϊκή έως τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης. Η κατηγοριοποίηση αυτή περιλαμβάνει διττή μορφή, εκ των οποίων η μία περιλαμβάνει έναν μοναδικό αριθμό ανά ιστορική περίοδο (π.χ. 1/ΡΠ, 1/ΜΒ) και η δεύτερη έναν μοναδικό αριθμό της θέσης σε κάθε ιστορική περίοδο έχοντας το πρόθεμα ΘΕ (π.χ. ΘΕ 1, ΘΕ 15). Η μελέτη περιλαμβάνει, επίσης, τη βιβλιογραφία και το Παράρτημα με τη φωτογραφική τεκμηρίωση, τους χάρτες και τους πίνακες που αφορούν τις θέσεις όχι μόνο ανά ιστορική περίοδο αλλά και το σύνολο των θέσεων σε αλφαβητική σειρά, έχοντας η κάθε μία έναν μοναδικό αριθμό, κωδικό. Στους πίνακες αυτούς καταγράφονται τα δεδομένα της κάθε εποχής, τα κατάλοιπα, ο γεωγραφικός προσδιορισμός της θέσης και αποδελτιώνονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κάθε θέσης
Λεπτομερής εκτίμηση του φαινομένου πλανητικής σκίασης και λάμπρυνσης της Γης υπό συνθήκες ανέφελου και νεφοσκεπούς ουρανού με χρήση σύγχρονων εργαλείων και μακροχρόνιων κλιματικών δεδομένων
In the present PhD study, the Global Dimming and Brightening (GDB), its causes and possible links with global warming rates were investigated for the 35-year period 1984-2018. To this aim, detailed radiative transfer calculations were performed by the FORTH-RTM (Foundation for Research and Technology-Hellas Radiative Transfer Model) on a monthly basis and 0.5° x 0.625° spatial resolution using modern and improved satellite (CLARISC: CLARA-A2.1 and ISCCP-H synergy for a new cloud database) and reanalysis (MERRA-2) datasets for clouds and aerosols as well as surface and atmospheric properties, respectively. This analysis was also performed on decadal time periods of the entire study period, since GDB is a decadal scale phenomenon. It has been also done worldwide, hemispherically, over ocean and land, and over specific land areas, enabling a complete understanding of the spatial and temporal features of GDB on a climatological basis all over the world.First, the FORTH RTM with CLΑRISC cloud data (or FMC) ran to provide the surface solar radiation (SSR) and the corresponding SSR trends (GDB) were computed. The model indicates a global mean brightening (increasing SSR) from 1984 to 2018, equal to 0.88 Wm⁻²decade⁻¹. This brightening is observed in 63% of the global grid points. Both land and ocean regions of the world underwent brightening; yet the land SSR increase is stronger than the oceans’ one (2.57 Wm⁻²decade⁻¹ vs 0.19 Wm⁻²decade⁻¹). Also, in line with this, a stronger brightening occurred over the North Hemisphere (NH), equal to 1.4 Wm⁻²decade⁻¹, versus a weak brightening of 0.39 Wm⁻²decade⁻¹ over the South Hemisphere (SH). All the above SSR changes are statistically significant at the 95% confidence level. Yet, the spatially averaged GDB conceals diversified, in terms of sign and magnitude, patterns. Thus, strong tendencies toward brightening are noteworthy over Europe, the Americas, the Tibetan Tableau, Indonesia, Antarctica, Australia and some oceanic regions, whereas the dimming dominates over parts of China and India, the Arabian Peninsula, the Sahara, the Arctic, the Southern Ocean and the marine stratocumulus areas. These results revise the findings of our previous FORTH-RTM version using ISCCP-H cloud data (FMI) which suggested a global dimming over the same period, and this revision is due to more realistic cloud information (CLARISC instead of ISCCP-H cloud dataset). In a next step, the reliability of the estimated FORTH-RTM SSR fluxes and GDB was investigated. The model results are reliable, as proven from their successful evaluation against data from global reference station networks. The model SSR fluxes and their anomalies correlate very well with GEBA and BSRN ground-based stations (correlation coefficient R equal to 0.97 using SSR fluxes or 0.75 using flux anomalies and 0.94 using SSR fluxes or 0.71 using flux anomalies, respectively), having small biases (less than 3%) and satisfactory RMSE (less than 15%). The model estimated GDB nicely agrees in terms of sign with the stations, namely for 80% of GEBA and 65% of BSRN stations, while the agreement is even better for statistically significant trends agreement (for 90% of GEBA and 88% of BSRN). A similar evaluation was also conducted separately for the 4 decades of the study period and the agreement was again very good (ranging from 62% to 73%). Also, similar evaluations against ground truth and inter-comparisons were also performed for several other SSR and GDB datasets during the periods 1984-2018 and 2001-2018. The results of this inter-comparison approved that FORTH-RTM is a top-performing dataset in qualitative agreement for GDB when compared to observational measurements, further reinforcing its reliability. Additionally, FORTH-RTM ranks among the best-performing datasets for SSR, enhancing confidence in its ability to study long-term GDB trends on a global scale.Subsequently, the causes of GDB were investigated based on the trends of the SSR and the input parameters to the FORTH-RTM which influence SSR. Over the four decades, surface solar radiation (SSR) exhibited distinct trends. In the 1980s, a weak dimming (-0.69 %decade⁻¹) occurred over NH and a weak brightening over SH (0.53 %decade⁻¹), followed by a significant brightening in the 1990s (+2.43 %decade⁻¹) due to large reductions in aerosol optical depth (AOD) and cloud optical thickness (COT). The 2000s saw a weaker global brightening (+0.74 %decade⁻¹) as increases in aerosols and low/high cloud amounts were partially offset by reductions in COT and mid-level cloud amount. Finally, the 2010s experienced another period of brightening (+0.83 %decade⁻¹), driven by reductions in both clouds and aerosols, particularly over land. In the following step of the investigation of the GDB causes, the contribution of the GDB drivers to the overall GDB were computed. Over the entire time period (e.g. 1984-2018), there have been large declines in high-level COT and mid-level CA across the planet in line with the general (global) increase in SSR. On the contrary, there were large increases in the COT of middle and low clouds as well as of low-level cloud amount over the SH and the oceans. The AOD decreased except over land areas of the SH. According to our analysis, the major drivers of the overall GDB (brightening) have been changes (decreases) in mid-level CA and high-level COT, while the contribution of the AOD changes (decreases) was remarkable over specific land areas with intense anthropogenic pollution, such as Europe, India and East China. The contribution of other aerosol optical properties, i.e. SSA, AP, as well as of water vapor and ozone was insignificant. During the 1980s (1984-1989), AOD generally decreased, whereas COT3 increased above in general and high-level CA increased also everywhere except over land of the SH. The existence of positive and negative trends of the GDB drivers resulted either in a weak dimming, as in the NH and over land, or in a weak brightening, as in the SH. AOD changes had the largest contribution to GDB during this decade either globally or over 11 out of 18 land selected areas of the globe, being followed by changes in high-level CA. Throughout the 1990s, large reductions in AOD, COT, and partially in CA, explain the general observed increase in SSR during this decade. More specifically, AOD changes are found to have been the strongest contributor to GDB during this decade in general, as well as over 11/18 land areas, followed by changes in high-level CA. Notably, water vapor, in spite of its generally weak role for GDB, showed some significant contribution over Australia and Mexico in this decade. Across the 2000s, AOD, and cloud amount of low- and high-level clouds increased, while COT and mid-level CA largely decreased. The coincidence of these trends led to an overall weak brightening. Especially, the changes of high-level COT, followed by those of AOD, had the strongest contribution to GDB in the 2000s either globally or over 7/18 land areas. Besides, SSA changes had significant contribution to GDB over East China in the 2000s. In the 2010s, there were large reductions in both clouds and aerosols, being stronger over land areas. On the contrary, there was an increase in COT of low clouds, and cloud amount of mid- and high-level clouds over the oceans. The general reduction in GDB drivers led to a general brightening, except over the oceans of SH where dimming prevailed. Changes in both AOD and clouds contributed strongly to GDB, with AOD being the most common contributor (over 8/18 land areas) followed by high-level CA. Moreover, in this decade water vapor significantly contributed over Mexico. The noticeable contribution of water vapor in the 1990s and 2010s against its insignificant role during the entire 35-year study period shows that one must be careful assessing the strength of the contribution of a physical parameter to climatic phenomena, like GDB, in terms of the chosen time period, since counterbalancing effects may exist during shorter periods.In final part of this PhD, the role of solar dimming and brightening in relation to the recent global warming was examined. According to our findings, the estimated GDB phases are in line with the decadal variations of Tmean as well as Tmax, Tmin, and DTR over certain land areas of the globe with significant anthropogenic pollution, such as Europe and East Asia, as well as over global land. The interdecadal phases of GDB seem to complementarily modify and differentiate the rates of warming primarily caused by the monotonically increasing concentration of greenhouse gases. More specifically, since the mid-1980s, when solar brightening took place, the global land mean temperature response, originally driven by the evolving anthropogenic greenhouse effect, was a rapid warming, which was decelerated or even stopped in the 2000s when solar dimming occurred over areas with intense anthropogenic pollution such as Europe, India and East Asia and partly masked the anthropogenic greenhouse global warming. Then, during the transition from dimming to a renewed brightening in the 2010s, the greenhouse warming was no longer masked and the warming rates increased again. This relationship between GDB, namely the rates of change of SSR, and the Earth’s surface temperature during the 35-year period 1984-2018 is in line with the conclusions drawn by other researchers for the decades from 1950-2000. Moreover, it is found that the inter-annual SSR variation also plays a role in the year-to-year changes of the Earth’s surface temperature, although of course these are also driven by other factors, e.g. anthropogenic greenhouse gases warming, volcanic eruptions or ENSO. The GDB was found to largely drive and to be more strongly related to Tmax and secondarily to the mean surface-air temperature and the daily temperature range. The derived conclusions are more valid over the global land than ocean areas and apply to a considerable degree on the global scale. Also, in many regions where strong brightening occurred, Tmax increased more than Tmin (which increased primarily due to greenhouse warming), leading to an increase of DTR, confirming that GDB plays an important role in the Tmax and DTR changes. However, the rates of brightening before and after the 2000s’ dimming are not associated with proportional surface warming rates, confirming the complexity of the links between SSR and surface temperature changes as well as the importance of the anthropogenic greenhouse effect as main factor of the ongoing global warming.Η ηλιακή ακτινοβολία μικρού μήκους κύματος αποτελεί την κύρια εξωτερική πηγή ενέργειας της Γης, καθώς και την πρωταρχική και κυρίαρχη πηγή ενέργειας για το κλιματικό της σύστημα. Για το λόγο αυτό, οι διακυμάνσεις στην εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία στην κορυφή της ατμόσφαιρας και στην επιφάνεια της Γης, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο κλίμα της Γης και στην ποιότητα ζωής στον πλανήτη μας. Πριν φτάσει στην επιφάνεια της Γης, η ηλιακή ακτινοβολία διασχίζει ολόκληρη την ατμόσφαιρα, αλληλεπιδρώντας με τα συστατικά της, όπως τα νέφη, τα αερολύματα και τα αέρια. Η ποσότητα της ηλιακής ενέργειας που φτάνει στο έδαφος αποτελεί μόνο ένα μέρος της ακτινοβολίας που εισέρχεται στην ατμόσφαιρα, καθώς πολλά ατμοσφαιρικά στοιχεία απορροφούν ή/και σκεδάζουν την ακτινοβολία σε συγκεκριμένες περιοχές μήκους κύματος. Κατά μέσον όρο, 340 Wm⁻² εισέρχονται στην ατμόσφαιρα της Γης σε παγκόσμια κλίμακα και μέση ετήσια βάση, ωστόσο μόνο περίπου 185 Wm⁻² φτάνουν στην επιφάνεια της Γης (Wild et al., 2013). Ωστόσο, οι τιμές αυτές, που αντιπροσωπεύουν παγκόσμιους και ετήσιους μέσους όρους, μεταβάλλονται σημαντικά ανάλογα με τη γεωγραφική θέση, την εποχή και το έτος και, φυσικά, το ημερήσιο κύκλο. Οι πολυδεκαετείς διακυμάνσεις της ηλιακής ακτινοβολίας που φθάνει στην επιφάνεια της Γης (SSR) έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε πολλές σημαντικές περιβαλλοντικές διεργασίες, καθώς και σε πολυάριθμες πρακτικές εφαρμογές, όπως η παραγωγή ηλιακής ενέργειας, η γεωργική παραγωγή και η ανθρώπινη υγεία, δεδομένου ότι η διαθεσιμότητα του ηλιακού φωτός είναι απαραίτητη για κάθε οικοσύστημα και την ύπαρξη της ζωής εν γένει. Παρά ταύτα, τα αίτια αυτών των διακυμάνσεων εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και να στερούνται σαφών αποδείξεων. Στην πραγματικότητα, η SSR μεταβάλλεται σημαντικά κατά τη διάρκεια δεκαετιών, σύμφωνα τόσο με μια σειρά μελετών που εξετάζουν καταγραφές της SSR σε ευρέως διάσπαρτες τοποθεσίες παρατήρησης (π.χ. Wang et al., 2012; Wild 2009, 2016, και αναφορές σε αυτές) όσο και με μελέτες μοντελοποίησης με παγκόσμια κάλυψη με χρήση σύγχρονων δορυφορικών προϊόντων (π.χ. Pinker et al., 2005; Hatzianastassiou et al., 2012). Οι πρώτες ενδείξεις μείωσης της SSR από τη δεκαετία του 1950 καταγράφηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε πολυάριθμες τοποθεσίες (Ohmura and Lang, 1989; Stanhill and Moreshet, 1992). Το φαινόμενο αυτό απέκτησε στη συνέχεια ευρεία αναγνώριση και αναφέρθηκε ως "παγκόσμια σκίαση" ή global dimming (Stanhill and Cohen, 2001). Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 συνειδητοποιήθηκε ότι η μείωση της SSR είχε σταματήσει και είχε, στην πραγματικότητα, αντιστραφεί σε πολλές από τις τοποθεσίες παρατήρησης από τη δεκαετία του 1980 - ένα φαινόμενο γνωστό ως "παγκόσμια λάμπρυνση" ή global brightening (Wild et al., 2005), δηλαδή η SSR άρχισε να αυξάνεται. Το φαινόμενο λοιπόν της αύξησης και μείωσης της SSR ονομάστηκε παγκόσμια σκίαση και λάμπρυνση ή global dimming and brightening (GDB). Στη συνέχεια, στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα παρατηρήθηκε μια εξομάλυνση της λάμπρυνσης ή ακόμη και μια ασθενής σκίαση, η οποία συνοδεύτηκε από μια λάμπρυνση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 (Wild, 2016, Hatzianastassiou et al., 2020; Stamatis et al., 2022, 2023). Σύμφωνα με διάφορες μελέτες (π.χ. Hatzianastassiou et al., 2005; Pfeifroth et al., 2018; Pinker et al., 2005, Posselt et al., 2014; Sanchez-Lorenzo et al., 2017), τα προϊόντα που προέρχονται από δορυφόρους έχουν επίσης δείξει τάσεις SSR από τα μέσα της δεκαετίας του '80. Οι μεταβολές της φωτεινότητας από τον Ήλιο δεν μπορούν να εξηγήσουν τις δεκαετείς μεταβολές της SSR, καθώς αυτές είναι τουλάχιστον μια τάξη μεγέθους μικρότερες (Willson and Mordvinov 2003) και φαίνεται ότι είναι ασυσχέτιστες (Aparicio et al., 2020). Συνεπώς, οι μεταβολές στη διαφάνεια της ατμόσφαιρας, οι οποίες εξαρτώνται από τα νέφη, τα αερολύματα και τα αέρια, πρέπει να είναι η αιτία των παρατηρούμενων μεταβολών της SSR (Kim and Ramanathan 2008; Kvalevag and Myhre 2007). Πράγματι, τα αερολύματα και τα νέφη αναφέρθηκαν ως οι κύριοι παράγοντες του φαινομένου, συμβάλλοντας στο GDB σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με την περιοχή και τη δεκαετία (Hatzianastassiou et al., 2020; Wild 2016). Παρόλο που οι διακυμάνσεις της νεφοκάλυψης επηρεάζουν αποτελεσματικά το GDB σε από έτος-σε-έτος βάση, δεν είναι πάντα σαφές πώς αυτές οι διακυμάνσεις σχετίζονται με τις πιο μακροπρόθεσμες (δεκαετείς) τάσεις μεταβολής της SSR που έχουν παρατηρηθεί (π.χ. Qian et al. 2006; Norris and Wild 2007). Έχουν επίσης αναφερθεί σκίαση και λάμπρυνση σε καθαρές ατμόσφαιρες, στις οποίες απουσιάζουν τα νέφη, σε διάφορα μέρη, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα ατμοσφαιρικά αερολύματα παίζουν σημαντικό ρόλο (π.χ. Wild et al. 2005, 2021; Alpert et al., 2005; Norris and Wild 2007; Sanchez-Lorenzo et al. 2009; Ohvril et al. 2009; Zerefos et al. 2009; Correa et al., 2024a,b,c; Ruckstuhl and Norris 2009; Allen et al. 2013; Turnock et al. 2015; Norris et al. 2016; Freychet et al. 2019; Cherian and Quaas 2020; Nabat et al. 2014). Τα αερολύματα, τα οποία δρουν ως πυρήνες συμπύκνωσης νεφών (CCN) ή πυρήνες πάγου (IN), μπορούν να αυξήσουν την ανακλαστικότητα και τη διάρκεια ζωής των νεφών (πρώτη και δεύτερη έμμεση επίδραση) και μέσω αυτών και την ηλιακή ακτινοβολία. Εκτός αυτού, τα αερολύματα μπορούν να εξασθενήσουν άμεσα την ηλιακή ακτινοβολία σκεδάζοντας και απορροφώντας την (άμεση επίδραση) (Ramanathan et al. 2001; Lohmann and Feichter 2005). Τις τελευταίες δεκαετίες, η ανθρωπογενής ατμοσφαιρική ρύπανση έχει μεταβάλει σημαντικά τις ποσότητες των ατμοσφαιρικών αερολυμάτων (Stern 2006; Ruckstuhl et al. 2008; Streets et al. 2006, 2009; Wang et al. 2012). Σύμφωνα με τους Streets et al. (2009), οι εκπομπές αερολυμάτων και του οπτικού τους βάθους (Aerosol Optical Depth ή AOD) είναι συνεπείς με τις παρατηρούμενες τάσεις σκίασης/λάμπρυνσης σε ορισμένες περιοχές της Γης, υποδεικνύοντας ότι η ανθρωπογενής ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την εξήγηση των διακυμάνσεων της SSR. Ωστόσο, πολλές άλλες έρευνες (Liepert, 1997; Wild et al. 2005; Liley, 2009; Kumari and Goswami, 2010; Augustine and Dutton, 2013; Allen et al. 2013; Mateos et al., 2014; Wild 2016; Norris et al. 2016; Sanchez-Lorenzo et al. 2017; Pfeifroth et al., 2018; Correa et al., 2024a,b,c) έδειξαν επίσης ότι οι αλλαγές στα χαρακτηριστικά των νεφών αποτελούν σημαντικές αιτίες σκίασης ή/και λάμπρυνσης. Οι μεταβολές στη νεφοκάλυψη που προκαλούνται από την εσωτερική δεκαετή μεταβλητότητα της ατμόσφαιρας και του ωκεανού, μπορεί επίσης να έπαιξαν ρόλο στις μεταβολές της SSR (Romanou et al., 2007; Folini et al., 2017; Augustine, J. A., & Capotondi, A., 2022; Chtirkova et al., 2022, 2023, 2024). Το σύνολο της βιβλιογραφίας που συζητήθηκε παραπάνω καταδεικνύει μια συνεχιζόμενη επιστημονική συζήτηση σχετικά με τα αίτια του GDB. Παρά τις σημαντικές προόδους, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη πλήρους βεβαιότητας, ιδίως όσον αφορά στη συμβολή των ατμοσφαιρικών συστατικών στο υπό μελέτη φαινόμενο. Έτσι, η παρούσα μελέτη είναι κρίσιμη για την αντιμετώπιση αυτών των κενών, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη ανάλυση που καλύπτει τόσο τις επιφάνειες της ξηράς όσο και των ωκεανών, καλύπτοντας μια εκτεταμένη περίοδο μελέτης που ξεπερνά πολλές προηγούμενες μελέτες. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται ατμοσφαιρικά δεδομένα τελευταίας τεχνολογίας, προσφέροντας υψηλότερο επίπεδο ακρίβειας και ανάλυσης από τα προηγούμενα διαθέσιμα σύνολα δεδομένων. Προσδιορίζοντας τα αίτια του GDB με μεγαλύτερη ακρίβεια, ιδίως μέσω της χρήσης μοντέλου διάδοσης ακτινοβολίας (RTM), βελτιώνεται όχι μόνο η κατανόηση των παρελθουσών και σημερινών μεταβολών της SSR, αλλά και ενισχύεται η δυνατότητα πρόβλεψης μελλοντικών φάσεων του GDB γνωρίζοντας τις αναμενόμενες αλλαγές σε συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές παραμέτρους. Πέραν του φαινομένου και των αιτιών του, υπάρχουν ενδείξεις για κάποιες επιπτώσεις του στο κλίμα, όπως ενδείξεις ότι ο υδρολογικός κύκλος έχει αποδυναμωθεί λόγω της σκίασης (Liepert and Romanou, 2005). Η ζωή των φυτών μπορεί επίσης να επηρεαστεί σημαντικά από τη σκίαση και τη λάμπρυνση, ιδίως σε περιοχές μεγάλων γεωγραφικών πλατών όπου η φωτοσύνθεση και, κατά συνέπεια, ο ρυθμός ανάπτυξης περιορίζονται τόσο από τη θερμοκρασία του αέρα όσο και από τη διαθεσιμότητα του φωτός. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ενδείξεις ότι το GDB μπορεί να επηρεάσει τους ρυθμούς υπερθέρμανσης του πλανήτη. Πιο συγκεκριμένα, έχει προταθεί (Wild et al. 2007) ότι η ηλιακή σκίαση από τα μέσα του 20ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1980 έκρυψε την εξελισσόμενη θέρμανση λόγω του ανθρωπογενούς φαινομένου του θερμοκηπίου, η οποία έγινε πλήρως εμφανής σε παγκόσμια κλίμακα μόνο κατά τη διάρκεια της λάμπρυνσης που ακολούθησε τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα. Από την άλλη πλευρά, τα τελευταία χρόνια, η ύπαρξη του μειωμένου ρυθμού υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά τη δεκαετία του 2000, η οποία συνέπεσε χρονικά με την εξασθένιση της λάμπρυνσης, έχει συγκεντρώσει την επιστημονική προσοχή (England et al. 2015; Trenberth and Fasullo, 2013). Η συζήτηση και οι διαφωνίες για αυτή την επιβράδυνση υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα του κλιματικού συστήματος Γης-ατμόσφαιρας και την ανάγκη λεπτομερούς ανάλυσης για τη διάκριση των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων από τη συνολική τάση θέρμανσης που οφείλεται στο ανθρωπογενές φαινόμενο του θερμοκηπίου. Συνεπώς, η μελέτη του GDB είναι ζωτικής σημασίας, διότι επηρεάζει την αλλαγή του κλίματος διαμορφώνοντας το ενεργειακό ισοζύγιο της Γης. Η κατανόηση των αιτιών του GDB είναι επίσης σημαντική, καθώς ο προσδιορισμός του κατά πόσον το GDB οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες (π.χ. ρυθμός εκπομπής αερολυμάτων) ή σε φυσικούς παράγοντες (π.χ. ηφαιστειακές εκρήξεις, El Niño–Southern Oscillation (ENSO), μεταβλητότητα των νεφών) βοηθά στον προσδιορισμό της έκτασης της ανθρώπινης επίδρασης στο κλίμα και την κλιματική αλλαγή. Επίσης, οι γνώσεις σχετικά με το GDB και τα αίτιά του είναι απαραίτητες για την ακριβή μοντελοποίηση του κλίματος, τη μείωση των αβεβαιοτήτων της τρέχουσας επιστημονικής γνώσης, την πρόβλεψη των επιπτώσεων, τη βελτιστοποίηση των συστημάτων ηλιακής ενέργειας και τη διαχείριση των οικοσυστημάτων. Βοηθά, επίσης, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στην ανάπτυξη αποτελεσματικών μέτρων προσαρμογής και μετριασμού του κλίματος για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προκλήσεων. Άρα, το βασικό ερώτημα της παρούσας διατριβής είναι: Πόσο, πού και πότε οι τάσεις μεταβολής των ατμοσφαιρικών παραμέτρων και ειδικά των νεφών και των αερολυμάτων επηρέασαν τις τάσεις της SSR κατά την περίοδο μελέτης 1984-2018. Στόχος είναι η βελτίωση της κατανόησης των παραμέτρων και του βαθμού στον οποίο αυτές συμβάλλουν στη σκίαση και λάμπρυνση της Γης, και η διερεύνηση των συσχετίσεων μεταξύ του GDB και των ρυθμών θέρμανσης του πλανήτη, δηλαδή ανοιχτών επιστημονικών ζητημάτων για τα οποία χρειάζεται περεταίρω διερεύνηση και μείωση της αβεβαιότητας.Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκε ένα λεπτομερές φασματικό μοντέλο διάδοσης ακτινοβολίας (FORTH-RTM: Foundation for Research and Technology – Hellas Radiative Transfer Model), το οποίο περιγράφεται και αξιολογείται διεξοδικά από τους Hatzianastassiou et al. (2020), Stamatis et al. (2023) και άλλους (μέσα στις αναφορές αυτών των εργασιών) και διακρίνει την ατμόσφαιρα σε ανέφελα και νεφ