Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
The postsurgical pain in elderly patients suffering from undernourishment
Introduction: Nutritional screening is gaining recognition in perioperative medicine, as Anesthesiologists need to assess patients' nutritional status to identify malnutrition risks. Although the definitions of malnutrition remain unclear, poor nutritional status is associated with increased perioperative complications, including postoperative pain. Effective pain management is crucial to prevent acute pain from developing into chronic pain. However, the link between undernutrition and pain is not well-established, prompting interest in whether nutritional assessment tools correlate with pain severity. The Mini Nutritional Assessment Short-Form (MNA-SF) is a validated screening tool for geriatric patients, recommended by ESPEN (European Society of Clinical Nutrition and Metabolism) for routine use. The modified NUTRIC (mNUTRIC) score evaluates critically ill patients’ nutritional risk, guiding interventions to improve outcomes. This prospective, non-interventional study aimed to assess whether nutritional screening tools and biochemical biomarkers of nutrition and inflammation are related to acute and chronic postsurgical pain and could predict postoperative pain trajectories, both acute and chronic, in elderly surgical patients, using interpretable machine learning methods. Materials and Methods: A total of 108 patients aged ≥70 undergoing elective surgery under anesthesia were enrolled. Preoperative assessments included the Mini Nutritional Assessment-Short Form (MNA-SF), the modified Nutritional Risk in the Critically Ill score (mNUTRIC), the Acute Physiology and Chronic Health Evaluation (APACHE), the Sequential Organ Failure Assessment (SOFA), red cell distribution width (RDW), C-reactive protein (CRP), serum bilirubin, serum albumin, serum calcium, and serum ferritin. Pain was recorded at four time points: re-surgery, immediately post-surgery, 30 days, and six months. Statistical analysis and machine learning analysis were conducted. Results: Statistical analysis found significant links between nutritional status and pain outcomes. Higher mNUTRIC and APACHE scores correlated with increased pain, while higher albumin and MNA-SF scores were associated with lower pain levels. Chronic pain at six months was strongly linked to poor preoperative nutritional and inflammatory status. Regarding machine learning, XGBoost classifiers were trained to predict pain at each time point, using a custom ordinal-aware loss function and evaluated via accuracy, F1-scores, and confusion matrices. Feature importance was analyzed with SHAP values for model interpretability. The results were the following: Predictive accuracy varied across timepoints: 36% (pre-surgery), 52% (acute post-surgery), 42% (30 days), and 55% (six months). Misclassifications were predominantly within one ordinal level of the true pain score. SHapley Additive exPlanations (SHAP) analysis revealed APACHE, CRP, albumin, ferritin, and MNA-SF as key predictors across models. Chronic pain predictions at six months showed the highest accuracy and stability, highlighting the relevance of preoperative nutritional and inflammatory markers in long-term pain outcomes. Conclusion: Findings suggest that nutritional deficiencies and inflammation contribute to postoperative pain and recovery. Integrating nutritional screening into preoperative assessments could improve outcomes by guiding interventions. Also, this study uses interpretable machine learning in an innovative way to link nutritional screening and inflammation markers to postoperative pain in elderly patients. The findings emphasize the predictive role of nutritional and inflammatory status in pain trajectories and suggest that integrating such assessments into perioperative care may improve personalized pain management and recovery outcomes in the elderly. Future research should refine predictive models to better understand the complex interplay between nutrition, inflammation, and pain in perioperative care.Εισαγωγή: Ο έλεγχος της θρέψης αποκτά όλο και σπουδαιότερο ρόλο στην περιεγχειρητική ιατρική, καθώς οι Αναισθησιολόγοι καλούνται να αξιολογήσουν τη θρεπτική κατάσταση των ασθενών για τον εντοπισμό του κινδύνου της υποθρεψίας. Παρότι οι ορισμοί της υποθρεψίας παραμένουν ασαφείς, η φτωχή θρεπτική κατάσταση σχετίζεται με αυξημένες περιεγχειρητικές επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένου και του μετεγχειρητικού πόνου. Η αποτελεσματική αναλγητική αντιμετώπιση είναι κρίσιμη για την αποτροπή της μετάβασης του οξέος πόνου σε χρόνιο. Ωστόσο, η συσχέτιση μεταξύ υποθρεψίας και πόνου δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, γεγονός που εγείρει ενδιαφέρον σχετικά με το κατά πόσο τα εργαλεία διατροφικής αξιολόγησης σχετίζονται με τη βαρύτητα του μετεγχειρητικού πόνου. Το σύντομο ερωτηματολόγιο Mini Nutritional Assessment Short-Form (MNA-SF) αποτελεί επικυρωμένο εργαλείο διατροφικού ελέγχου για γηριατρικούς ασθενείς και συνιστάται για συστηματική χρήση από την ESPEN (European Society of Clinical Nutrition and Metabolism). Ο τροποποιημένος δείκτης NUTRIC (mNUTRIC) εκτιμά τον διατροφικό κίνδυνο σε κρίσιμα πάσχοντες ασθενείς και καθοδηγεί τις παρεμβάσεις με στόχο τη βελτίωση της έκβασης. Η παρούσα προοπτική, μη παρεμβατική μελέτη στόχευσε στη διερεύνηση του ερωτήματος αν και πόσο τα εργαλεία διατροφικού ελέγχου και οι βιοδείκτες θρέψης και φλεγμονής συνδέονται με τον οξύ και χρόνιο μετεγχειρητικό πόνο και μπορούν να προβλέψουν την πορεία του μετεγχειρητικού πόνου – τόσο του οξέος όσο και του χρόνιου – σε ηλικιωμένους χειρουργικούς ασθενείς, μέσω ερμηνεύσιμων μεθόδων μηχανικής μάθησης.Υλικά και Μέθοδοι: Συνολικά 108 ασθενείς ηλικίας ≥70 ετών που υποβλήθηκαν σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση υπό αναισθησία εντάχθηκαν στη μελέτη. Η προεγχειρητική αξιολόγηση περιλάμβανε τα εξής: MNA-SF, mNUTRIC, APACHE, SOFA, εύρος κατανομής ερυθρών αιμοσφαιρίων (RDW), C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), ολική χολερυθρίνη, αλβουμίνη ορού, ασβέστιο ορού και φερριτίνη ορού. Ο πόνος καταγράφηκε σε τέσσερα χρονικά σημεία: Προεγχειρητικά, άμεσα μετεγχειρητικά, στις 30 ημέρες και στους έξι μήνες. Πραγματοποιήθηκε στατιστική ανάλυση και ανάλυση μηχανικής μάθησης. Αποτελέσματα: Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ της θρεπτικής κατάστασης και της έντασης του πόνου. Υψηλότερες τιμές στους δείκτες mNUTRIC και APACHE συσχετίστηκαν με αυξημένο πόνο, ενώ υψηλότερα επίπεδα αλβουμίνης και MNA-SF συνδέθηκαν με ηπιότερο πόνο. Η εμφάνιση χρόνιου πόνου στους έξι μήνες συσχετίστηκε έντονα με κακή προεγχειρητική θρεπτική και φλεγμονώδη κατάσταση. Αναφορικά με τη μηχανική μάθηση, χρησιμοποιήθηκε ο ταξινομητής XGBoost για την πρόβλεψη του πόνου σε κάθε χρονικό σημείο και αξιολογήθηκαν με βάση την ακρίβεια, τους δείκτες F1 και τους πίνακες σύγχυσης. Η σημασία των μεταβλητών αναλύθηκε με τις τιμές SHAP (SHapley Additive exPlanations) για την ερμηνεία των μοντέλων. Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής: Η ακρίβεια πρόβλεψης παρουσίασε διακύμανση στα χρονικά σημεία: 36% (προεγχειρητικά), 52% (οξύς μετεγχειρητικός πόνος), 42% (30 ημέρες), και 55% (έξι μήνες). Η ανάλυση SHAP ανέδειξε τους δείκτες APACHE, CRP, αλβουμίνη, φερριτίνη και MNA-SF ως καθοριστικούς προβλεπτικούς παράγοντες. Οι προβλέψεις χρόνιου πόνου στους έξι μήνες εμφάνισαν τη μεγαλύτερη ακρίβεια και σταθερότητα, υπογραμμίζοντας τη σημασία των προεγχειρητικών βιοδεικτών θρέψης και φλεγμονής στην έκβαση του πόνου μακροπρόθεσμα. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι διατροφικές ελλείψεις και η φλεγμονή συμβάλλουν στην εμφάνιση μετεγχειρητικού πόνου και επηρεάζουν την αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση του διατροφικού ελέγχου στην προεγχειρητική αξιολόγηση θα μπορούσε να βελτιώσει την έκβαση μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων. Επιπλέον, η παρούσα μελέτη χρησιμοποιεί ερμηνεύσιμη μηχανική μάθηση με καινοτόμο τρόπο για να συνδέσει την υποθρεψία και τους βιοδείκτες φλεγμονής με τον μετεγχειρητικό πόνο σε ηλικιωμένους ασθενείς. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τον προβλεπτικό ρόλο της θρεπτικής και φλεγμονώδους κατάστασης στην εξέλιξη του πόνου και προτείνουν την ενσωμάτωση τέτοιων αξιολογήσεων στη περιεγχειρητική φροντίδα, με στόχο την εξατομικευμένη διαχείριση του πόνου και τη βελτίωση της ανάρρωσης στους ηλικιωμένους. Η μελλοντική έρευνα πρέπει να στραφεί στο να βελτιστοποιήσει τα προβλεπτικά μοντέλα, ώστε να κατανοηθεί βαθύτερα η πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ διατροφής, φλεγμονής και πόνου κατά την περιεγχειρητική φροντίδα
Role of 3D chromatin architecture in the mechanism of developmental activation of hepatic genes
Activation of gene expression during development relies on pioneer transcription factors that decondense chromatin and allow the recruitment of additional regulators. Subsequently, non-pioneer transcription factors bind to these regions and remain associated for an extended period before gene activation. During this period, chromatin structure is extensively remodeled, leading to open, transcriptionally competent configurations. However, the actual event that determines the precise timing of activation remains unclear. Growing evidence suggests that three-dimensional genome architecture provides an important regulatory layer. This dissertation focuses on the contribution of spatial genome organization and long-range enhancer–promoter interactions in the activation of hepatic genes during development. To this end, Hi-C and Promoter Capture Hi-C were performed at successive developmental stages, complemented by ChIP-seq, ATAC-seq, and RNA-seq. The results provide an integrated view of the chromatin landscape, three-dimensional genome configurations, and their relationship to transcriptional activation. Our analysis shows that the overall genome architecture is established early in development, with relatively few compartment switches, but significant reorganization of TADs and loop domains at subsequent stages. In developmentally regulated genes, activation is marked by the formation of new promoter–enhancer contacts in the mature liver, highlighting architectural loops as a key mechanism of transcriptional activation. The cohesin complex contributes to this process in two ways: through loop extrusion, bringing distant regulatory elements into proximity, and through promoter tethering of RNA Polymerase II at transcription start sites. The importance of local organization is further supported by knockout models, where the absence of C/EBPα or HNF4α leads to severe disruption of enhancer–promoter networks. Although these factors do not function as the primary trigger of activation, they are essential for the assembly and maintenance of the correct three-dimensional framework.Η ενεργοποίηση της γονιδιακής έκφρασης κατά την ανάπτυξη βασίζεται σε πρωτοπόρους μεταγραφικούς παράγοντες που αποσυσπειρώνουν τη χρωματίνη και επιτρέπουν τη δέσμευση πρόσθετων ρυθμιστών. Στη συνέχεια, μη πρωτοπόροι μεταγραφικοί παράγοντες προσδένονται σε αυτές τις περιοχές και παραμένουν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την ενεργοποίηση των γονιδίων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η δομή της χρωματίνης μεταβάλλεται εκτενώς, οδηγώντας σε ανοιχτές, μεταγραφικά κατάλληλες διατάξεις. Ωστόσο, ο μοριακός μηχανισμός που καθορίζει τον χρόνο ενεργοποίησης παραμένει ασαφής. Αυξανόμενες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι η τρισδιάστατη αρχιτεκτονική του γονιδιώματος αποτελεί σημαντικό επίπεδο ρύθμισης. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη συμβολή της χωρικής οργάνωσης και των μακρινών αλληλεπιδράσεων ενισχυτών–υποκινητών στην ενεργοποίηση των ηπατικών γονιδίων κατά την ανάπτυξη. Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκαν Hi-C και Promoter Capture Hi-C πειράματα σε διαδοχικά αναπτυξιακά στάδια, ενώ τα δεδομένα εμπλουτίστηκαν με ChIP-seq, ATAC-seq και RNA-seq. Τα αποτελέσματα προσφέρουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του χρωματινικού τοπίου, των τρισδιάστατων δομών του γονιδιώματος και της σχέσης τους με τη μεταγραφική ενεργοποίηση. Η ανάλυση έδειξε ότι η συνολική αρχιτεκτονική του γονιδιώματος εγκαθίσταται νωρίς κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, με περιορισμένες μεταστροφές διαμερισμάτων, αλλά σημαντική αναδιοργάνωση των TADs και των βρόχων στα επόμενα στάδια. Στα αναπτυξιακά ρυθμιζόμενα γονίδια, η ενεργοποίηση συνοδεύεται από την εμφάνιση νέων επαφών υποκινητή–ενισχυτή στο ώριμο ήπαρ, στοιχείο που δείχνει ότι οι αρχιτεκτονικοί βρόχοι αποτελούν κρίσιμο μηχανισμό για τη μετάβαση σε μεταγραφική δραστηριότητα. Το σύμπλοκο της κοχεσίνης συμβάλλει σε αυτή τη διαδικασία με δύο τρόπους: μέσω εξώθησης βρόχων (Loop extrusion) φέρνει σε επαφή απομακρυσμένους ρυθμιστικούς τόπους και μέσω αγκύρωσης στον υποκινητή (Promoter tethering) της RNA Πολυμεράσης II στο σημείο έναρξης μεταγραφής. Η σημασία της τοπικής οργάνωσης επιβεβαιώνεται και από τα μοντέλα knockout (KO), όπου η απουσία των C/EBPα και HNF4α οδηγεί σε εκτεταμένες διαταραχές στα δίκτυα ενισχυτών–υποκινητών. Αν και οι παράγοντες αυτοί δεν λειτουργούν ως το κύριο ερέθισμα για την ενεργοποίηση, είναι απαραίτητοι για την συγκρότηση και τη διατήρηση του σωστού τρισδιάστατου πλαισίου
Μη συμβατικές τεχνολογίες για τη διάδοση ιομορφικού λογισμικού και αποτελεσματικές μέθοδοι άμυνας σε περιβάλλοντα με περιορισμένους υπολογιστικούς πόρους
The increasing adoption of resource-constrained devices, particularly smartphones, introduces new cybersecurity challenges. Conventional malware detection mechanisms rely on identifying known attack vectors, leaving gaps that sophisticated adversaries can exploit. This dissertation examines unconventional malware delivery techniques and proposes an efficient detection method tailored for constrained environments. Traditional malware delivery methods—phishing, drive-by downloads, and malicious email attachments—remain common. However, attackers increasingly leverage covert channels that embed malicious payloads within legitimate communication media such as acoustic, optical, vibrational, magnetic, thermal, or radio-frequency signals. These methods bypass conventional detection systems by blending into normal system operations. Malware droppers, which facilitate stealthy payload execution post-installation, evade detection by dynamically downloading malicious components. The growing sophistication of these attack vectors highlights the urgency of developing more effective security frameworks. This research identifies two primary unconventional malware delivery techniques: audio-based and gamification-based covert channels. Audio-based malware exploits sound waves to transmit malicious payloads to target devices, leveraging vulnerabilities in microphone-enabled systems. Similarly, gamification-based malware delivery utilizes interactive gaming environments, such as rhythm-based games or Tetris variants, to embed malicious code, enabling execution through seemingly innocent user interactions. These novel methods present unique detection challenges, as they circumvent traditional network-based monitoring and signature-based analysis. A key contribution of this research is the systematic evaluation of the identified unconventional malware delivery mechanisms in real-world scenarios. The dissertation also introduces MalWave, a novel malware detection method based on advanced signal processing techniques. Inspired by audio recognition systems, the research applies sonification and spectrogram analysis to transform binary malware samples into an audio-like representation. This approach builds on prior research in audio steganography and signal analysis, applying techniques inspired by music recognition systems such as Shazam. It enhances pattern recognition and classification capabilities, enabling early anomaly detection. The proposed methodology offers an efficient and platform-independent detection mechanism suitable for resource-constrained environments. Experimental evaluations demonstrate the effectiveness of MalWave in detecting malware with high accuracy and low computational overhead. The results indicate that audio-based signatures provide a viable alternative to traditional detection methods, particularly in environments with limited processing capabilities. Beyond academic contributions, this research provides practical insights for cybersecurity practitioners. The findings highlight the necessity for adaptive security measures that address evolving cyber attacks. Moreover, they expose potential vulnerabilities in widely used digital ecosystems, prompting a reevaluation of security policies governing app marketplaces and embedded systems. Future research should focus on enhancing the proposed detection method to counter advanced obfuscation techniques and expanding audio-based malware analysis to broader security applications. Efforts will include refining audio-based malware classification, improving real-time detection, and extending the applicability of covert channel attacks. The audio-based approach will be tested on voice assistants, while the gamification-based attack will be evaluated across other game genres, including Augmented Reality (AR), Virtual Reality (VR), and Massively Multiplayer Online (MMO) games.Η αυξανόμενη χρήση συσκευών με περιορισμένους πόρους, ιδιαίτερα των smartphones, δημιουργεί νέες προκλήσεις κυβερνοασφάλειας. Οι παραδοσιακοί μηχανισμοί ανίχνευσης ιομορφικού λογισμικού βασίζονται στον εντοπισμό γνωστών επιθέσεων, αφήνοντας περιθώρια εκμετάλλευσης από επίμονους επιτιθέμενους. Η διατριβή εξετάζει μη συμβατικές τεχνικές διάδοσης ιομορφικού λογισμικού και προτείνει έναν αποδοτικό μηχανισμό ανίχνευσης για περιβάλλοντα με περιορισμένους υπολογιστικούς πόρους. Οι κλασικές μέθοδοι διάδοσης ιομορφικού λογισμικού, όπως το phishing, τα drive-by downloads και τα ιομορφικά συνημμένα σε email, εξακολουθούν να κυριαρχούν. Ωστόσο, νέοι εξελιγμένοι τρόποι επίθεσης ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των απειλών. Τα συγκαλυμμένα κανάλια (covert channels) εκμεταλλεύονται νόμιμα μέσα επικοινωνίας για την απόκρυψη του ιομορφικού κώδικα, αξιοποιώντας ακουστικά, οπτικά, σεισμικά, μαγνητικά, θερμικά και ραδιοσυχνικά σήματα. Επιπλέον, τα malware droppers ενεργοποιούν ιομορφικό κώδικα μετά την εγκατάσταση, παρακάμπτοντας τους συμβατικούς μηχανισμούς ανίχνευσης μέσω δυναμικής λήψης ιομορφικών στοιχείων. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα αυτών των επιθέσεων απαιτεί νέες μεθόδους ανίχνευσης και προστασίας. Η έρευνα εντοπίζει δύο βασικές μη συμβατικές τεχνικές διάδοσης ιομορφικού λογισμικού: τα ακουστικά και τα gamification-based συγκαλυμμένα κανάλια. Τα ακουστικά κανάλια αξιοποιούν ηχητικά κύματα για τη μετάδοση ιομορφικού κώδικα σε στοχευμένες συσκευές, εκμεταλλευόμενα ευπάθειες σε συστήματα με ενεργοποιημένα μικρόφωνα. Τα gamification-based κανάλια χρησιμοποιούν διαδραστικά περιβάλλοντα παιχνιδιών, όπως ρυθμικά παιχνίδια ή παραλλαγές του Tetris, για την ενσωμάτωση ιομορφικού κώδικα, επιτρέποντας την εκτέλεσή του μέσω φαινομενικά αθώων ενεργειών του χρήστη. Αυτές οι μέθοδοι παρακάμπτουν τις συμβατικές τεχνικές ανάλυσης υπογραφών και τα δίκτυα παρακολούθησης. Η διατριβή αξιολογεί αυτές τις επιθέσεις σε πραγματικά σενάρια, εξετάζοντας την αποδοτικότητά τους και τις προκλήσεις που δημιουργούν για την ανίχνευση ιομορφικού λογισμικού. Στο πλαίσιο της ανίχνευσης, προτείνεται η μέθοδος MalWave, η οποία αξιοποιεί τεχνικές επεξεργασίας σήματος για τον εντοπισμό ιομορφικού λογισμικού. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται σε αρχές αναγνώρισης ήχου και εφαρμόζει ηχοποίηση και ανάλυση φασματογραμμάτων, μετατρέποντας τα δυαδικά δείγματα ιομορφικού λογισμικού σε ηχητική αναπαράσταση. Η μέθοδος εμπνέεται από την ηχητική στεγανογραφία και τα συστήματα αναγνώρισης μουσικής, όπως το Shazam, για την ενίσχυση της ικανότητας αναγνώρισης της ιομορφικής συμπεριφοράς σε εφαρμογές Android. Η MalWave προσφέρει αποδοτικό και platform-independent μηχανισμό ανίχνευσης, κατάλληλο για περιβάλλοντα με περιορισμένους πόρους. Τα πειραματικά αποτελέσματα δείχνουν ότι η μέθοδος επιτυγχάνει υψηλή ακρίβεια και χαμηλό υπολογιστικό κόστος. Τα ηχητικά χαρακτηριστικά αποδεικνύονται αξιόπιστη εναλλακτική έναντι των παραδοσιακών τεχνικών ανίχνευσης, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα με χαμηλή υπολογιστική ισχύ. Η έρευνα προσφέρει πρακτικές κατευθύνσεις για επαγγελματίες κυβερνοασφάλειας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για ευπροσάρμοστα κι ευέλικτα μέτρα ασφαλείας που ανταποκρίνονται στις εξελισσόμενες απειλές. Επιπλέον, αποκαλύπτουν ευπάθειες σε ψηφιακά οικοσυστήματα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη επανεξέτασης των πολιτικών ασφαλείας που διέπουν τα app marketplaces και τα ενσωματωμένα συστήματα. Μελλοντικές έρευνες θα επικεντρωθούν στη βελτίωση της προτεινόμενης μεθόδου ανίχνευσης απέναντι σε τεχνικές απόκρυψης (obfuscation) του ιομορφικού λογισμικού. Οι επεκτάσεις περιλαμβάνουν τη βελτίωση της απόδοση της ανίχνευσης μέσω ηχητικών χαρακτηριστικών, την ανίχνευση σε πραγματικό χρόνο καθώς και τη μελέτη συγκαλυμμένων ηχητικών επιθέσεων σε φωνητικούς βοηθούς. Οι gamification-based επιθέσεις θα εξεταστούν σε νέα είδη παιχνιδιών, συμπεριλαμβανομένων των Augmented Reality (AR), Virtual Reality (VR) και Massively Multiplayer Online (MMO) games
Ανάλυση κόστους οφέλους και εκτίμηση επικινδυνότητας μεταλλευτικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τους όρους κυκλικής οικονομίας και περιβαλλοντικού αντικτύπου
The consecutive increase in demand for metals corresponds to the proportional increase in mining activities worldwide. Respecting the principles of the Circular Economy, as expressed through relevant legislation, the 4Rs action plan (reducing the production of mining waste, recovering and recycling the beneficial metals contained in mining tailings, and reusing them in separate industrial applications) should be implemented to transition existing or future mining activities into sustainable mining practices. It is essential to note that secondary mining processes, particularly the recovery of metals from mining tailings, contribute positively to minimizing environmental and supply risks associated with metals while supporting the life cycle of mining companies. The utilization of metals contained in mining tailings, combined with an environmentally friendly action plan, offers additive economic benefits for each mining company that adopts it by selling the recovered metal mix for various industrial applications. Supporting the life cycle of mining activities associated with innovative mining waste management practices in terms of the Circular Economy requires the establishment of a closed system of industrial units enclosing the hazardous mining waste (tailings) to avoid any potential leachate risks, as in the conventional waste management practices of tailings disposal to be reused in backfilling or stonewalling. The precipitation of mining tailings containing metal ions, combined with the acidic character of these hazardous leachates, can occur when tailings disposal sites are overloaded or subjected to heavy rainfalls, and this can have a catastrophic impact on the environment and human health. Additionally, it refers to the loss of beneficial material from adsorption by the ground soil. The proposed alternative technique of tailings management through a closed system of metal recovery minimizes the risks of environmental pollution and loss of metal ions due to precipitation in the downstream soil area, as opposed to conventional mining waste management practices. This PhD dissertation, considering the real industrial needs and risks of the mining sector, examines the level of sustainability for a proposed innovative technique for mining waste management, comparing it with the corresponding grade of sustainability associated with conventional mining waste management practices. Hence, two comparable cases are examined and assessed. Case Scenario A(0) refers to the conventional methods of tailings disposal using geomembranes and geological fractions, accepting the potential risks of environmental pollution and the systematic risks of non-compliance with mandatory legal obligations that align with the policy of the Circular Economy. Case Scenario A(1) refers to the innovative method of tailings utilization to recover metals contained within them, which adopts a high degree of conformance with the mandatory legal obligations of the mining sector and implements the principles of the 4Rs. The current scientific study employs an engineering risk analysis approach structured by the Cost-Benefit Analysis guidance and the Stochastic Risk Assessment methodology of Bayesian Analysis to determine the practical sustainability of each examined case based on the corresponding techno-economic approach. The implementation of the Cost-Benefit Analysis using applicable statistical simulation provides a forecast of the total financial risk related to each case over the next thirty working years. The application of Stochastic Risk Assessment using Bayesian Analysis detects (a) the grade of financial risk escalation calculated through the implementation of Cost-Benefit Analysis for each examined case and (b) the cases that are likely to occur instead of pure theoretical conditions. Thus, the entire engineering risk analysis tool provides a comprehensive financial risk assessment that guides optimal business decision-making for each mining company before the commencement of mining activities.Regarding the practical application of the current research, it is essential to note that combining Cost-Benefit Analysis with Stochastic Risk Assessment provides an objective method for assessing financial risk by converting all technical and legal parameters into monetary terms. Moreover, results show an extremely low deviation between the two methodological approaches for the cases that are likely to occur in actual industrial circumstances. At the same time, it is detected that Case Scenario A(1) is more sustainable than Case Scenario A(0), showing a lower risk grade of approximately 4.8 times.Considering the role of Financial Engineering Risk Analysis, supported by Cost-Benefit Analysis and Stochastic Risk Assessment using Bayesian Analysis tailored to industrial conditions, it is understood that this approach provides a comprehensive tool for evaluating the techno-economic sustainability of similar projects based on cost, risk, and potential benefits. This methodological framework of Financial Engineering risk analysis can be utilized by both financial institutions that fund sustainable mining action plans and practices, as well as mining company administrations aiming to develop their activities in terms of sustainable mining and the Circular Economy.Η συνεχής αύξηση της ζήτησης σε μέταλλα προϋποθέτει την ολοένα και διαρκώς αυξανόμενη δραστηριότητα των εξορυκτικών δραστηριοτήτων παγκοσμίως. Στο πλαίσιο της μετάβασης στη Βιώσιμη Μεταλλευτική, όπως πρεσβεύεται από τις αρχές της Κυκλικής Οικονομίας οι οποίες αποτυπώνονται μέσω της σχετικής νομοθεσίας, η εφαρμογή του σχεδίου δράσης των 4Rs (μείωση όγκου παραγόμενων αποβλήτων, ανάκτηση-ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση των ωφέλιμων μεταλλικών υλικών) αποτελεί υποχρέωση για το Μεταλλευτικό Τομέα. Ιδιαίτερη σημασία για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα έχει η διασφάλιση στεγανότητας και οριοθέτησης των παραγόμενων επικινδύνων αποβλήτων από το στάδιο του εμπλουτισμού (τέλματα) καθώς και η ανάκτηση του ωφέλιμου υλικού (μέταλλα) που περιέχεται σε αυτά. Η ανάκτηση και αξιοποίηση των μετάλλων που περιέχονται στα τέλματα, σε συνδυασμό με ένα περιβαλλοντικά φιλικό σχέδιο δράσης, δύναται να προσφέρει πρόσθετα οικονομικά οφέλη στις μεταλλευτικές εταιρείες, αφενός εξ’αιτίας της μείωσης πιθανότητας μη-συμμόρφωσης έναντι των συμβατικών πρακτικών περιβαλλοντικής διαχείρισης μεταλλευτικών αποβλήτων (διάθεση σε οριοθετημένη περιοχή άνευ ανάκτησης ωφέλιμου υλικού) και αφετέρου εξ’ αιτίας του ενδεχόμενου κέρδους από την οικονομική αξιοποίηση των ανακτώμενων μετάλλων . Για να υποστηριχθεί αυτή η καινοτόμος διαδικασία σύμφωνα με το πλαίσιο της Κυκλικής Οικονομίας, είναι αναγκαία η επένδυση στην κατασκευή και λειτουργία ενός κλειστού συστήματος βιομηχανικών μονάδων που διοχετεύουν τα παραγόμενα επικίνδυνα απόβλητα (τέλματα) ώστε να αποφεύγεται η διάθεσή τους χωρίς προηγουμένως να γίνεται επεξεργασία. Κατά αυτόν τον τρόπο μειώνεται η πιθανότητα επικινδυνότητας λόγω περιβαλλοντικής ρύπανσης καθώς αποφεύγονται σε μεγάλο βαθμό κίνδυνοι διαρροών στον περιβάλλοντα χώρο (έδαφος, υδροφόρο ορίζοντα κλπ). Η καινοτόμος διαδικασία αντιτίθεται στις προγενέστερες/συμβατικές πρακτικές περιβαλλοντικής διαχείρισης κατά τις οποίες τα τέλματα διατίθενται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους διάθεσης έχοντας ως μέτρο προστασίας γεωολογικούς φραγμούς και γεωμεμβράνες και υιοθετώντας υψηλή πιθανότητα μη-συμμόρφωσης ενώ παράλληλα η ό,ποια αστοχία αντιστοιχεί σε μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική ζημία. Η αστοχία των χώρων διάθεσης μεταλλευτικών αποβλήτων όξινου χαρακτήρα στα οποία εμπεριέχονται σημαντικές ποσότητες μετάλλων δύναται να συμβεί όταν ο παραγόμενος όγκος των μεταλλευτικών αποβλήτων αυξηθεί σημαντικά ή κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να επιφέρει μη αναστρέψιμες καταστροφικές περιβαλλοντικές συνέπειες και κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Επιπλέον, το ωφέλιμο υλικό (μέταλλα), σε συνδυασμό με τον όξινο χαρακτήρα των μεταλλευτικών αποβλήτων, δύναται να κατεισδύει με κίνδυνο να ρυπανθεί το έδαφος και ο υδροφόρος ορίζοντας. Η προτεινόμενη εναλλακτική περιβαλλοντική λύση αναφορικά με την περιβαλλοντική διαχείριση των παραγόμενων τελμάτων προϋποθέτει την επεξεργασία αυτών μέσω ενός κλειστού συστήματος ανάκτησης μετάλλων και αποτρέποντας τη διάθεση τους. Στην παρούσα διδακτορική έρευνα, λαμβάνοντας υπόψιν τις πραγματικές βιομηχανικές ανάγκες και τους κινδύνους για τον τομέα της Μεταλλευτικής, εξετάζεται η βιωσιμότητα και επικινδυνότητα της εν λόγω καινοτόμου τεχνικής διαχείρισης αποβλήτων, συγκριτικά με τη βιωσιμότητα και επικινδυνότητα που αντιστοιχεί στις περιπτώσεις των προγενέστερων/συμβατικών πρακτικών διάθεσης τελμάτων. Συνεπώς, εξετάζονται δύο συγκρίσιμα σενάρια: 1.Το Σενάριο A(0) που αναφέρεται στις συμβατικές μεθόδους διάθεσης τελμάτων με χρήση γεωμεμβρανών και γεωλογικών φραγμών, υιοθετώντας υψηλή πιθανότητα μη συμμόρφωσης σύμφωνα με τις νομικές απαιτήσεις για τη μεταλλευτική βιομηχανία που εκφράζουν την πολιτική της Κυκλικής Οικονομίας. 2. Το Σενάριο A(1) που αναφέρεται στην καινοτόμο μέθοδο αξιοποίησης των τελμάτων μέσω της διεργασίας ανάκτησης των περιεχόμενων σε αυτά μετάλλων, υιοθετώντας υψηλό βαθμό συμμόρφωσης σύμφωνα με τις νομικές απαιτήσεις για τη μεταλλευτική βιομηχανία που εκφράζουν την πολιτική των 4Rs. Η μεθοδολογία για την Εκτίμηση Επικινδυνότητας και Βιωσιμότητας και των δύο Σεναρίων πραγματοποιείται με αντικειμενικό τρόπο μετατρέποντας όλες τις τεχνικές, νομικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους σε χρηματοοικονομικούς όρους. Κατασκευάζεται και εφαρμόζεται ένα εργαλείο Χρηματοοικονομικής Μηχανικής για την Ανάλυση-Εκτίμηση Επικινδυνότητας που δομείται από την Ανάλυση Κόστους – Οφέλους και τη Στοχαστική Εκτίμηση Επικινδυνότητας μέσω της Μπεϋζιανής Ανάλυσης. Μέσω της Ανάλυσης Κόστους – Οφέλους και με χρήση κατάλληλων στατιστικών εργαλείων, αποτιμάται ο εκτιμώμενος Χρηματοοικονομικός κίνδυνος κάθε περίπτωσης/σεναρίου για το προσδόκιμο των τριάντα ετών. Η Στοχαστική Εκτίμηση Επικινδυνότητας μέσω της Μπεϋζιανής Ανάλυσης, συνυπολογίζοντας την παρούσα κατάσταση, προοικονομεύει/εκτιμά τη μελλοντική βιωσιμότητα και επικινδυνότητα για τα εξεταζόμενα σενάρια και πιο συγκεκριμένα εντοπίζει (α) τον βαθμό κλιμάκωσης του Χρηματοοικονομικού κινδύνου για κάθε περίπτωση και (β) τις υπό-περιπτώσεις που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να συμβούν έναντι των αμιγώς θεωρητικών υπό-περιπτώσεων. Έτσι, το παραγόμενο εργαλείο Χρηματοοικονομικής Μηχανικής για την Ανάλυση-Εκτίμηση Επικινδυνότητας παρέχει μία ενδελεχή αποτίμηση του χρηματοοικονομικού κινδύνου. Αυτό με τη σειρά του συνεισφέρει στη λήψη της βέλτιστης επιχειρηματικής απόφασης με αντικειμενικό τρόπο και ιδανικά είναι καλό να εφαρμόζεται πριν την έναρξη των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων.Από πρακτικής πλευράς, η συνδυασμένη χρήση της Ανάλυσης Κόστους – Οφέλους με τη Στοχαστική Εκτίμηση Επικινδυνότητας αποτελεί μια μεθοδολογία αποτίμησης χρηματοοικονομικού κινδύνου. Τα αποτελέσματα δείχνουν εξαιρετικά χαμηλή απόκλιση μεταξύ των δύο μεθοδολογικών προσεγγίσεων στις περιπτώσεις που δύναται να συμβαίνουν σε πραγματικές βιομηχανικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, διαπιστώνεται ότι η Περίπτωση A(1) υπερτερεί της A(0) ως προς τη βιωσιμότητα της, εμφανίζοντας περίπου πέντε φορές χαμηλότερο βαθμό επικινδυνότητας από την τελευταία. Λαμβάνοντας υπόψιν την εφαρμογή της Χρηματοοικονομικής Μηχανικής για την Ανάλυση-Εκτίμηση Επικινδυνότητας, που δομείται από την Ανάλυση Κόστους – Οφέλους και τη Στοχαστική Εκτίμηση Επικινδυνότητας μέσω της Μπεϋζιανής Ανάλυσης, διαφαίνεται ότι ολόκληρη η μεθοδολογική προσέγγιση αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για την συνολική αξιολόγηση Βιωσιμότητας και Επικινδυνότητας παρόμοιων εγχειρημάτων συνυπολογίζοντας τα κόστη, τους ενδεχόμενους κινδύνους, και δυνητικά οφέλη τους. Το παραχθέν εργαλείο δύναται να αξιοποιηθεί τόσο από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υποστηρίζουν επενδυτικά σχέδια βιώσιμης ανάπτυξης, όσο και από τις εκάστοτε διοικήσεις των μεταλλευτικών ή και άλλων εταιρειών που επιδιώκουν να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τους όρους της Κυκλικής Οικονομίας και της Πράσινης Ανάπτυξης
The public history of the December 2008 riots: continuities and ruptures with the past
n this thesis I investigate the way(s) in which a researcher can approach an event of the recent past. Specifically, I am researching the relationship between cultural memory, youth and political identities and the event of December 2008, when large-scale incidents, demonstrations and riots took place in Athens and other major Greek cities, following the murder of fifteen-year-old student Alexandros Grigoropoulos by the specialist police guard Epaminondas Korkoneas in Exarchia. For the study of the topic of this thesis, I used ethnographic field research and public history. Thus, I spoke with young people who took part in the incidents, riots and demonstrations in December 2008 but also with people of art, in whose work there are representations of December 2008. The various routes I followed in order to approach the research subjects of my thesis in combination with the material studied (press, literature, music, cinema) in the context of public history led to the creation of an archive with the main characteristics of fluidity and constant shifts in terms of persons, space, time, memory, interests, personal choices and decisions. The conclusions of the thesis, regarding the relationship between memory, identity and the event of December 2008, against the background of the economic crisis, which Greece was at the beginning of, emerged from the analysis of this archive, for which the concept of archive disturbance (Papanikolaou, 2018), multi-local ethnography (Marcus, 1995) and the discourse analysis theory of Laclau and Mouffe (1985) were used.Στην παρούσα διατριβή εξετάζω τον τρόπο/τους τρόπους με τον οποίο/με τους οποίους μπορεί ένας ερευνητής/μία ερευνήτρια να προσεγγίσει ένα γεγονός του πρόσφατου παρελθόντος. Συγκεκριμένα, ερευνώ τη σχέση πολιτισμικής μνήμης, νεανικών και πολιτικών ταυτοτήτων και συμβάντος τον Δεκέμβρη του 2008, όταν έλαβαν χώρα επεισόδια, διαδηλώσεις και ταραχές μεγάλης έκτασης στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, μετά τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό της αστυνομίας Επαμεινώνδα Κορκονέα στα Εξάρχεια. Για τη μελέτη του θέματος της παρούσας διατριβής, αξιοποίησα την έρευνα πεδίου με εθνογραφικό χαρακτήρα και τη δημόσια ιστορία. Έτσι, συνομίλησα με νέους ανθρώπους που πήραν μέρος στα επεισόδια, στις ταραχές και στις διαδηλώσεις τον Δεκέμβρη του 2008 αλλά και με ανθρώπους της τέχνης, στων οποίων το έργο υπάρχουν αναπαραστάσεις του Δεκέμβρη του 2008. Οι ποικίλες διαδρομές που ακολούθησα προκειμένου να προσεγγίσω τα ερευνητικά υποκείμενα της διατριβής μου σε συνδυασμό με το υλικό που μελετήθηκε (τύπος, λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφος) στο πλαίσιο της δημόσιας ιστορίας οδήγησαν στη δημιουργία ενός αρχείου με κύρια χαρακτηριστικά τη ρευστότητα και τις συνεχείς μετατοπίσεις σε ποικίλους άξονες: στον χώρο, στον χρόνο, στη μνήμη, στα ενδιαφέροντα, στις προσωπικές επιλογές και αποφάσεις. Τα συμπεράσματα της διατριβής μου, όσον αφορά τη σχέση μνήμης, ταυτότητας και συμβάντος τον Δεκέμβρη του 2008, με φόντο την οικονομική κρίση, στις απαρχές της οποίας βρισκόταν τότε η Ελλάδα, προέκυψαν από την ανάλυση του αρχείου αυτού, για την οποία αξιοποιήθηκαν η έννοια της αναταραχής αρχείου (Παπανικολάου, 2018), η πολυτοπική εθνογραφία (Marcus, 1995) και η θεωρία ανάλυσης λόγου των Laclau και Mouffe (1985)
Study of the contominant effect of rTMS and antiepileptic drugs on an SH-SY5Y model of epilepsy
Epilepsy as a disease affects over 68 million people worldwide and may have genetic or acquired causes. Antiepileptic drugs are used to manage and treat this disease. They display a variety of mechanisms of action by reducing the firing of neurons, acting either on ion channels involved in the generation of action potentials or by regulating synaptic transmission through receptors. Despite the increasing number of antiepileptic drugs available, about three out of ten epileptic patients suffer from the disease. Drug-resistant epilepsy (DRE) is specified as the persistence of seizures despite the administration of at least two suitable anticonvulsants in an effective daily dose. Repetitive transcranial magnetic stimulation (rTMS) is a non-invasive method of stimulating the cerebral cortex that may affect synaptic plasticity and produce persistent effects in the brain. The purpose of this thesis is to elucidate the combined effect of antiepileptic drugs with the rTMS method in vitro, in the human derived SH-SY5Y neuroblastoma cell line. The experiment involves an in vitro model of epilepsy in the differentiated SH-SY5Y cell line, where intracellular calcium level alterations were investigated using the calcium-sensitive fluorescent marker fluo-4, AM. The cell line differentiation protocol to a more mature neuronal phenotype was performed using retinoic acid (RA) and brain-derived neurotrophic factor (BDNF). Neuronal stimulation was achieved by the addition of potassium chloride. Two experimental procedures were performed, one based on the antiepileptic drug diazepam and one based on the antiepileptic drug lacosamide. Cell cultures were studied under the influence of either low-frequency (1Hz) rTMS, diazepam or lacosamide, or their combination. Between those different conditions, statistical analysis was performed to evaluate the mean fluorescence differences of the studied cell cultures using the non-parametric Kruskal–Wallis test. In the diazepam experiment, when the drug and rTMS were used concomitantly, they showed the greatest reduction in intracellular calcium levels, compared to the control cell cultures, while also when each one of them was used individually an inferior but strong effect was observed. Accordingly, the combination of lacosamide and low frequency rTMS also appeared to have the highest efficacy, showing the lowest intracellular calcium increase, followed by lacosamide when used exclusively and finally by rTMS without any pharmacological intervention. Both diazepam and low-frequency rTMS appear to have the ability to control seizure activity in vitro, while their combination appears to be the most effective. Lacosamide and low-frequency rTMS appeared to be able to control evoked seizure activity. Their combination appears to have the highest efficacy over pharmacological intervention or magnetic stimulation, when used individually. This combined use between antiepileptic drugs and rTMS could be particularly useful in patients with drug-resistant epilepsy in order to manage their disease more effectively. These results demonstrate the need for new preclinical or clinical studies.Η επιληψία είναι μια ασθένεια που επηρεάζει πάνω από 68 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, ενώ μπορεί να έχει γενετικές και επίκτητες αιτίες. Τα αντιεπιληπτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση και θεραπεία της επιληψίας. Είναι πολυάριθμα και εμφανίζουν ποικίλους μηχανισμούς δράσης, μειώνοντας την πυροδότηση των νευρώνων και δρώντας είτε σε κανάλια ιόντων που συμμετέχουν στη δημιουργία δυναμικών δράσης, είτε ρυθμίζοντας τη συναπτική μετάδοση μέσω υποδοχέων. Παρά τον αυξανόμενο αριθμό των διαθέσιμων αντιεπιληπτικών φαρμάκων περίπου τρείς στους δέκα ασθενείς με επιληψία εξακολουθούν να υποφέρουν από την εμφάνιση της νόσου. Η ανθεκτική στα φάρμακα επιληψία (DRE) ορίζεται ως η επιμονή των επιληπτικών κρίσεων παρά τη χορήγηση τουλάχιστον δύο κατάλληλων αντισπασμωδικών φαρμάκων σε αποτελεσματική ημερήσια δόση. Η επαναλαμβανόμενη διακρανιακή μαγνητική διέγερση (rTMS) είναι μια μη επεμβατική μέθοδος διέγερσης του εγκεφαλικού φλοιού που μπορεί να επηρεάσει τη συναπτική πλαστικότητα δημιουργώντας εμμένοντα αποτελέσματα στον εγκέφαλο. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η in vitro μελέτη της συνδυαστικής επίδρασης αντιεπιληπτικών φαρμάκων με τη μέθοδο rTMS, στην κυτταρική σειρά νευροβλαστώματος ανθρώπινης προέλευσης SH-SY5Y. Το πείραμα περιλαμβάνει ένα in vitro μοντέλο επιληπτικής δραστηριότητας στη διαφοροποιημένη κυτταρική σειρά SH-SY5Y όπου διερευνήθηκαν οι μεταβολές στα ενδοκυτταρικά επίπεδα ασβεστίου χρησιμοποιώντας τον ευαίσθητο στο ασβέστιο δείκτη φθορισμού fluo-4, AM. Το πρωτόκολλο διαφοροποίησης της κυτταρικής σειράς προς έναν πιο ώριμο νευρωνικό φαινότυπο έγινε με τη χρήση ρετινοϊκού οξέος (RA) και του προερχόμενου από τον εγκέφαλο νευροτροφικού παράγοντα (BDNF). Η νευρωνική διέγερση έγινε με την προσθήκη χλωριούχου καλίου. Πραγματοποιήθηκαν τρεις πειραματικές διαδικασίες, μία με βάση το αντιεπιληπτικό φάρμακο διαζεπάμη, μία με βάση το αντιεπιληπτικό φάρμακο λακοσαμίδη και μία με βάση το αντιεπιληπτικό φάρμακο βαλπροϊκο οξύ. Οι κυτταρικές καλλιέργειες μελετήθηκαν υπό την επίδραση α. του rTMS χαμηλής συχνότητας (1Hz), β. της διαζεπάμης ή λακοσαμίδης, είτε γ. του συνδυασμού φαρμακευτικής θεραπείας με ερεθισμό. Μεταξύ των διαφορετικών συνθηκών έγινε στατιστική επεξεργασία για την αξιολόγηση των μέσων διαφορών φθορισμού των υπό μελέτη κυτταροκαλλιεργειών με χρήση του μη παραμετρικού τεστ Kruskal-Wallis. Στο πείραμα της διαζεπάμης, όταν το φάρμακο και το rTMS χρησιμοποιήθηκαν ταυτόχρονα, προέκυψε μεγαλύτερη μείωση στα ενδοκυτταρικά επίπεδα ασβεστίου σε σύγκριση με τα δείγματα ελέγχου, ενώ επίσης, όταν καθένα από αυτά χρησιμοποιήθηκε μεμονωμένα παρουσίασε κατώτερη αλλά ισχυρή επίδραση. Αντίστοιχα, ο συνδυασμός λακοσαμίδης και rTMS χαμηλής συχνότητας φάνηκε επίσης να έχει την υψηλότερη αποτελεσματικότητα, δείχνοντας τη χαμηλότερη ενδοκυτταρική αύξηση ασβεστίου, ακολουθούμενη από τη λακοσαμίδη όταν χρησιμοποιήθηκε μεμονωμένα και τέλος από το rTMS χωρίς φαρμακολογική παρέμβαση. Τόσο η διαζεπάμη όσο και το rTMS χαμηλής συχνότητας φαίνεται να έχουν την ικανότητα να ελέγχουν την επιληπτική δραστηριότητα in vitro, ενώ ο συνδυασμός τους αποδεικνύεται να είναι ο πιο αποτελεσματικός. Η λακοσαμίδη και το rTMS χαμηλής συχνότητας αποδείχθηκαν ικανά να ελέγξουν την προκαλούμενη επιληπτική δραστηριότητα. Ο συνδυασμός τους φαίνεται να έχει την υψηλότερη αποτελεσματικότητα έναντι μεμονωμένης φαρμακολογικής παρέμβασης ή εφαρμογής μαγνητικού συντονισμού. Η συνδυαστική αυτή χρήση μεταξύ φαρμάκου και rTMS θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη ιδιαίτερα σε ασθενείς με ανθεκτική στα φάρμακα επιληψία, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική διαχείριση της νόσου τους. Τα αποτελέσματα αυτά καταδεικνύουν την ανάγκη για νέες προκλινικές ή κλινικές μελέτες
Μελέτη των οπτοηλεκτρονικών ιδιοτήτων των διχαλκογεννών μετάλλων μετάβασης και των ετεροδομών τους μέσω φωτοχημικού εμπλουτισμού
Two-dimensional transition metal dichalcogenides (TMDs) provide a platform for exploring light-matter interactions in the atomically thin limit. Strong Coulomb interactions give rise to tightly bound excitons, and spin-orbit coupling with broken inversion symmetry enables valley-selective optical transitions. Beyond neutral excitons, TMDs host trions and bi-excitons. In type-II heterostructures, spatially separated electrons and holes form interlayer excitons with long lifetimes and strong dipolar interactions. These excitonic properties make TMDs attractive for optoelectronics, valleytronics, and quantum applications, but reliable carrier-density controland understanding exciton–carrier interactions remain challenging. We develop ultraviolet-assisted photochlorination as a clean, non-invasive method enabling controlled doping while preserving crystal quality. In monolayer WSe2, it modulates carrier density with precision, inducing an n- to p-type transition supported by density functional theory with Cl2 adsorption at Se vacancies. Exciton energy shifts and charged-to-neutral exciton intensity changes track the movement of the Fermi level toward the valence band. Spin-valley polarization of neutral excitons shows a non-monotonic dependence on carrier density. Using single-shot photochemical doping, polarization reaches a minimum below 10 %at 78 K near charge neutrality, increasing three fold at a maximum hole density. A phenomenological model identifies exciton–carrier scattering as the dominant mechanism, with exciton lifetime largely unaffected. In WSe2/WS2 heterostructures, interlayer excitons from charge transfer are observed, and their emission decreases monotonically with carrier density. Photochemical doping therefore offers a precise approach for tailoring excitonic, electronic, and valleytronic properties in 2D materials, advancing integrated optoelectronic and quantum devices.Τα δισδιάστατα διχαλκογενή μέταλλα μετάπτωσης (TMDs) αποτελούν μια πλατφόρμα για τη μελέτη αλληλεπιδράσεων φωτός και ύλης στο ατομικά λεπτό όριο. Ισχυρές αλληλεπιδράσεις Coulomb οδηγούν στη δημιουργία ισχυρά δεσμευμένων εξιτονίων, ενώ η σύζευξη σπιν–τροχιάς σε συνδυασμό με την απουσία συμμετρίας αντιστροφής επιτρέπουν επιλεκτικές οπτικές μεταβάσεις κοιλάδων. Πέρα από τα ουδέτερα εξιτόνια, τα TMDs φιλοξενούν φορτισμένα εξιτόνια. Σε ετεροδομές τύπου II, ηλεκτρόνια και οπές που είναι χωρικά διαχωρισμένα σχηματίζουν διαστρωματικά εξιτόνια με μεγάλους χρόνους ζωής και ισχυρές διπολικές αλληλεπιδράσεις. Αυτές οι εξιτονικές ιδιότητες καθιστούν τα TMDs ελκυστικά για οπτοηλεκτρονικές, βαλειτονικές και κβαντικές εφαρμογές, ωστόσο ο αξιόπιστος έλεγχος της πυκνότητας φορέων και η κατανόηση των αλληλεπιδράσεων εξιτονίου-φορέων παραμένουν προκλήσεις. Αναπτύσσουμε φωτοχλωρίωση με τη χρήση UV laser ως μια καθαρή, μη επεμβατική μέθοδοπου επιτρέπει ελεγχόμενο εμπλουτισμό διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα του κρυστάλλου. Στο μονοστρωματικό Wse2, ρυθμίζει την πυκνότητα φορέων με ακρίβεια, επάγοντας μια μετάβαση από τύπου n σε τύπου p, όπως υποστηρίζεται από υπολογισμούς DFT με προσρόφηση Cl₂ σε κενά Se. Οι μετατοπίσεις στην ενέργεια των εξιτονίων και οι μεταβολές της έντασης από φορτισμένα σε ουδέτερα εξιτόνια καταγράφουν τη μετακίνηση του επιπέδου Fermi προς τη ζώνη σθένους. Η πόλωση σπιν–κοιλάδας των ουδέτερων εξιτονίων παρουσιάζει μη μονοτονική εξάρτηση από την πυκνότητα φορέων. Χρησιμοποιώντας φωτοχημικό ντοπάρισμα, η πόλωση φτάνει σε ελάχιστο κάτω από 10% στους 78 K κοντά στο σημείο ουδετερότητας, και αυξάνεται 3 φορές στη μέγιστη συγκέντρωση οπών. Ένα φαινομενολογικό μοντέλο προσδιορίζει τη σκέδαση εξιτονίου–φορέα ως τον κυρίαρχο μηχανισμό, με το χρόνο ζωής των εξιτονίων να παραμένει ανεπηρέαστος. Στις ετεροδομές WSe2/WS2, παρατηρούνται διαστρωματικά εξιτόνια από μεταφορά φορτίου,με την εκπομπή τους να μειώνεται μονοτονικά με την αύξηση της πυκνότητας φορέων.Το φωτοχημικό ντοπάρισμα, επομένως, προσφέρει μια ακριβή προσέγγιση για την προσαρμογή των εξιτονικών, ηλεκτρονικών και βαλειτονικών ιδιοτήτων στα δισδιάστατα υλικά, προωθώντας την ανάπτυξη ολοκληρωμένων οπτοηλεκτρονικών και κβαντικών διατάξεων
The cosmos of epithets: use and function of the epithet in Hellenistic hexametric poetry
In the present doctoral dissertation, the aim is to study the use and function of adjectives in Hellenistic hexametric poetry, specifically in the works of Aratus, Callimachus, Theocritus, Apollonius Rhodius, Nicander, Bion, and Moschus. More precisely, the study seeks to identify the Homeric formulaic epithets adopted by the Hellenistic poets and to investigate the shifts they undergo on semantic, morpho-syntactic, metrical, and ultimately poetological levels. A central focus of the dissertation is the determination and interpretation of the semantic range of these adjectives, as well as the changes it undergoes in comparison to their original epic usage. The Hellenistic poets introduce different shades of meaning that serve the new poetic demands of the works in which they appear. The Hellenistic epic framework often requires a process of “de-epicization” of the traditional epithets and noun–epithet formulas—that is, a deliberate distancing from the conventions of archaic poetics. The abandonment of earlier functions can also be achieved through an opposite process, that of “hyper-epicization,” a tendency toward an artificial recreation of epic atmosphere, which may lead to the reformation or reactivation of conventional formulas. Inevitably and reciprocally, these semantic redirections both result from and give rise to syntactic and morphological reconfigurations. For this reason, the dissertation also explores the syntactic changes affecting conventional ornamental adjectives, as their strict attributive use is often replaced by other syntactic structures that likewise contribute to semantic differentiation. Additionally, the study includes an examination of new morphological word formations composed of the structural elements of Homeric epic adjectives, in order to highlight more vividly the multifaceted perspective of the learned poets (poetae docti) in their re-evaluation of literary genres—one key feature of which is the lexicon, and particularly the use of fixed epithets. Finally, among the aims of this study is the identification of patterns of formulaic repetition in the use and distribution of adjectives across the works under examination, though not, of course, under the lens of Homer’s strict formulaic technique.Στην παρούσα διδακτορική διατριβή τίθεται ως σκοπός να μελετηθεί ο τρόπος χρήσης και λειτουργίας των επιθέτων στην ελληνιστική εξαμετρική ποίηση και συγκεκριμένα στα έργα των Αράτου, Καλλιμάχου, Θεοκρίτου, Απολλωνίου Ροδίου, Νικάνδρου, Βίωνα και Μόσχου. Πιο συγκεκριμένα, στην εργασία αναζητούνται τα ομηρικά τυπικά επίθετα που παραλαμβάνονται από τους ελληνιστικούς ποιητές και διερευνώνται οι μετατοπίσεις που αυτά υφίστανται σε σημασιολογικό, μορφο-συντακτικό, μετρικό και εν τέλει ποιητολογικό επίπεδο. Στα κεντρικά ζητήματα της διατριβής αναδείχθηκε ο προσδιορισμός και η ερμηνεία της σημασιολογικής εμβέλειας αυτών των επιθέτων αλλά και των μεταβολών της σε σχέση με τον αρχικό επικό χειρισμό. Οι ελληνιστικοί ποιητές προσθέτουν διαφορετικές νοηματικές αποχρώσεις, οι οποίες εξυπηρετούν τις νέες ποιητικές απαιτήσεις των έργων όπου εντάσσονται. Το ελληνιστικό επικό πλαίσιο επιτάσσει συχνά την «απο-ομηρικοποίηση» τυπικών επιθέτων και λογοτύπων ουσιαστικό–επίθετο, την εσκεμμένη, δηλαδή, αποστασιοποίησή τους από τα στεγανά της αρχαϊκής ποιητικής. Η εγκατάλειψη της πρότερης λειτουργίας δύναται να επιτευχθεί ακόμα και με την αντίστροφη μέθοδο, την υπερ-επικοποίηση, μια τάση εκζήτησης προς τη δημιουργία επικής ατμόσφαιρας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αναμόρφωση ή αναμόχλευση τετριμμένων λογοτύπων. Αναπόφευκτα και αμφίδρομα, οι σημασιολογικέςανακατευθύνσεις συμπαρασύρονται από και συμπαρασύρουν τις συντακτικές και μορφολογικές επανατοποθετήσεις. Για τον λόγο αυτό διερευνώνται, επίσης, οι συντακτικές αλλαγές στις οποίες υπόκειται το συμβατικό κοσμητικό επίθετο, καθώς η αυστηρή επιθετική χρήση αντικαθίσταται και από άλλες συντακτικές φόρμες, οι οποίες συμβάλλουν επίσης στη σημασιολογική διαφοροποίηση. Επιπρόσθετα, συμπεριλαμβάνεται η μελέτη νέων μορφολογικών λεκτικών σχημάτων που συντίθενται με δομικά υλικά τα επικά συστατικά ομηρικών επιθέτων, ώστε να φανεί εναργέστερα η πολυπρισματική οπτική των λογίων ποιητών (poetae docti) στην αναθεώρηση των ειδών, ένα χαρακτηριστικό των οποίων είναι και το λεξιλόγιο και δη οι σταθεροί προσδιορισμοί. Τέλος, ανάμεσα στους σκοπούς της παρούσας εργασίας βρίσκεται και ο εντοπισμός στοιχείων τυπικής επανάληψης ως προς τη χρησιμοποίηση των επιθέτων και τη διάχυσή τους στα εξεταζόμενα έργα, αν και όχι φυσικά υπό το πρίσμα της ακραιφνούς λογοτυπικότητας του Ομήρου
Μελέτη ενδοκυττάριων παθογόνων βακτηρίων σε ανθρώπινα κύτταρα
Legionella pneumophila is the causative agent of Legionnaires' Disease (LD), an atypical pneumonia which can become fatal if not properly diagnosed and treated. L. pneumopila primarily infects alveolar macrophages upon inhalation of contaminated aerosols. Neutrophils, as the first line of defense, infiltrate the lungs during L. pneumophila infection. However, despite their importance against bacterial infection, their involvement in the immune responses in LD remain unclear. Additionally, a severe complication of LD, which is linked to worse prognosis, is multi organ failure. IL-1β is a crucial orchestrator of the cytokine storm which can lead to multi organ failure associated with sepsis. Cat scratch disease (CSD) is the most common clinical manifestation of Bartonella henselae infection and is considered one of the most frequent bacterial etiological agents of benign lymphadenopathy in the young population worldwide. In immunocompetent patients it usually presents as a mild but often long-lasting swelling of the lymph nodes. However, there is very limited information and understanding on the immune responses that occur during a B. henselae infection or how lymphadenitis is orchestrated. Innate immune system is usually the main sentinel against bacterial infections, however, very little is known about the implication of innate cells in CSD, despite the fact that CSD granulomas are neutrophil rich. The interaction of neutrophils with L. pneumophila and B. henselae was assessed in vitro. Neutrophils from healthy individuals were infected with opsonized and non-opsonized bacteria. Phagocytosis was determined by immunolabeling, and Reactive Oxygen Species (ROS) by flow cytometry. The ability of neutrophils to form Neutrophil Extracellular Traps (NETs) in response to L. pneumophila and B. henselae and the impact of these NETs on bacterial proliferation were examined. Immunolabeling and Western blotting was used for specific NET-associated epitope detection. In addition, lymph node biopsies were immunostained to investigate the neutrophilic involvement in the lymph node enlargement. Regarding L. pneumophila, control neutrophils were infected in vitro and it was revealed that opsonized bacteria were phagocytosed, in contrast to non-opsonized bacteria which were not phagocytosed. Moreover, opsonized bacteria triggered ROS production, unlike non-opsonized bacteria. Furthermore, neutrophils released NETs upon L. pneumophila interaction, and this NET release was ROS independent, since ROS inhibition did not affect NETosis. Moreover, NETs failed to inhibit bacterial proliferation. Notably, IL-1β was also detected on NETs induced by L. pneumophila. In the case B. henselae, purified neutrophils were infected in vitro with opsonized and non opsonized bacteria, and it was found that phagocytosis is significantly enhanced after opsonization. Additionally, neutrophils infected with opsonized B. henselae produced significantly more ROS than infection with non opsonized bacteria. Moreover, B. henselae induced NET release in neutrophils in vitro. Finally, CSD lymph node biopsy specimens were found to have excessive neutrophil infiltration and significant NETosis. These findings contribute to the understanding of neutrophil-mediated immune responses in LD and could shed light on the pathophysiology of multi organ failure. Additionally, in CSD, neutrophils and NETs are strongly associated with enlarged lymph nodes which could play an important role in the orchestration of the long lasting lymphadenopathy.Η Legionella pneumophila είναι ο αιτιολογικός παράγοντας της Νόσου των Λεγεωνάριων (Legionnaires' Disease, LD), μιας άτυπης μορφής πνευμονίας που μπορεί να αποβεί θανατηφόρα εάν δεν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Η L. pneumophila προσβάλλει κυρίως τα κυψελιδικά μακροφάγα μετά από εισπνοή μολυσμένων αερολυμάτων. Τα ουδετερόφιλα, ως η πρώτη γραμμή άμυνας, διεισδύουν στους πνεύμονες κατά τη διάρκεια της λοίμωξης από L. pneumophila. Ωστόσο, παρά τη σημασία τους έναντι των βακτηριακών λοιμώξεων, η συμμετοχή τους στις ανοσολογικές αποκρίσεις κατά τη νόσο των Λεγεωνάριων παραμένει ασαφής. Επιπλέον, μια σοβαρή επιπλοκή της LD, η οποία συνδέεται με δυσμενή πρόγνωση, είναι η πολυοργανική ανεπάρκεια. Η IL-1β αποτελεί κρίσιμο ρυθμιστή της καταιγίδας κυτταροκινών, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πολυοργανική ανεπάρκεια που σχετίζεται με σήψη. Η νόσος εξ ονύχων γαλής (Cat Scratch Disease, CSD) είναι η συχνότερη κλινική εκδήλωση της λοίμωξης από Bartonella henselae και θεωρείται μία από τις πιο κοινές βακτηριακές αιτίες καλοήθους λεμφαδενοπάθειας στον νεανικό πληθυσμό παγκοσμίως. Σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς, συνήθως εκδηλώνεται ως ήπια αλλά συχνά παρατεταμένη διόγκωση των λεμφαδένων. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες και κατανόηση σχετικά με τις ανοσολογικές αποκρίσεις που λαμβάνουν χώρα κατά τη λοίμωξη από B. henselae, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η λεμφαδενίτιδα. Το έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα αποτελεί συνήθως τον κύριο φρουρό έναντι των βακτηριακών λοιμώξεων, όμως ελάχιστα είναι γνωστά για τη συμμετοχή των έμφυτων κυττάρων στη CSD, παρά το γεγονός ότι τα κοκκιώματα της νόσου εξ ονύχων γαλής είναι πλούσια σε ουδετερόφιλα.Η αλληλεπίδραση των ουδετεροφίλων με τη L. pneumophila και τη B. henselae μελετήθηκε in vitro. Τα ουδετερόφιλα από υγιή άτομα μολύνθηκαν με οψωνοποιημένα και μη οψωνοποιημένα βακτήρια. Η φαγοκυττάρωση προσδιορίστηκε με ανοσοσήμανση, ενώ οι δραστικές ρίζες οξυγόνου (ROS) με κυτταρομετρία ροής. Διερευνήθηκε η ικανότητα των ουδετεροφίλων να σχηματίζουν εξωκυττάριες ουδετεροφιλικές παγίδες (Neutrophil Extracellular Traps, NETs) ως απόκριση στις L. pneumophila και B. henselae, καθώς και η επίδραση των NETs στον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων.Η ανοσοσήμανση και το Western blotting χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση ειδικών επιτόπων πάνω στα NETs. Επιπλέον, βιοψίες λεμφαδένων ανοσοχρωματίστηκαν για να διερευνηθεί η συμμετοχή των ουδετεροφίλων στη διόγκωση τους. Όσον αφορά στη L. pneumophila, τα υγιή ουδετερόφιλα μολύνθηκαν in vitro και διαπιστώθηκε ότι τα οψωνοποιημένα βακτήρια υφίστανται φαγοκυττάρωση, σε αντίθεση με τα μη οψωνοποιημένα, τα οποία δεν φαγοκυττώνονται. Επιπλέον, τα οψωνοποιημένα βακτήρια προκάλεσαν παραγωγή ROS, ενώ τα μη οψωνοποιημένα όχι. Παράλληλα, τα ουδετερόφιλα απελευθέρωσαν NETs μετά από αλληλεπίδραση με L. pneumophila, και η απελευθέρωση αυτή ήταν ανεξάρτητη των ROS, καθώς η αναστολή των ROS δεν επηρέασε την παραγωγή τους (NETosis). Ωστόσο, τα NETs δεν ανέστειλαν τον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων. Αξιοσημείωτο είναι ότι η IL-1β ανιχνεύθηκε επίσης πάνω στα NETs που προκλήθηκαν από L. pneumophila. Στην περίπτωση της B. henselae, ουδετερόφιλα μολύνθηκαν in vitro με οψωνοποιημένα και μη οψωνοποιημένα βακτήρια, και διαπιστώθηκε ότι η φαγοκυττάρωση αυξήθηκε σημαντικά μετά την οψωνοποίηση. Επιπλέον, τα ουδετερόφιλα που μολύνθηκαν με οψωνοποιημένη B. henselae παρήγαγαν σημαντικά περισσότερα ROS σε σύγκριση με εκείνα που μολύνθηκαν με μη οψωνοποιημένα βακτήρια. Επιπλέον, η B. henselae προκάλεσε απελευθέρωση NETs από ουδετερόφιλα in vitro. Τέλος, τα δείγματα βιοψίας λεμφαδένων από ασθενείς με νόσο εξ ονύχων γαλής παρουσίασαν εκτεταμένη διήθηση ουδετεροφίλων και σημαντική απελευθέρωση NETs (NETosis).Τα παραπάνω ευρήματα συμβάλλουν στην κατανόηση των ουδετεροφιλικά μεσολαβούμενων ανοσολογικών αποκρίσεων στη νόσο των Λεγεωνάριων και ενδέχεται να ρίξουν φως στην παθοφυσιολογία της πολυοργανικής ανεπάρκειας. Επιπλέον, στη νόσο εξ ονύχων γαλής, τα ουδετερόφιλα και τα NETs συνδέονται στενά με τη διόγκωση των λεμφαδένων, γεγονός που ενδέχεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της μακροχρόνιας λεμφαδενοπάθειας
Cognitive and motor performance of preschool children as a result of a specific mathematical relationship of their finger length
Preschool age constitutes a critical period for the development of both cognitive and motor skills in children. The developmental and individual differences observed in preschoolers’ learning and performance are of particular importance for educational research and practice, as they contribute to understanding how biological and environmental factors influence development. Of special interest is the investigation of the role of biological factors, such as prenatal exposure to sex hormones, in the progression of cognitive and motor abilities. Within this framework, the present study investigates the second-to-fourth digit ratio (2D/4D) as a biological marker of prenatal testosterone exposure and explores its potential relationship with the cognitive and motor skills of preschool-aged children. The research sample consisted of 110 preschool children, with a mean age of 5.5 years, of whom 59 were boys and 51 girls. The children attended public kindergartens in the Region of Central Macedonia. The final sample was derived from an initial population of 115 children, following the completion of a questionnaire used to confirm right-hand preference. The quantitative assessment of cognitive and motor skills was conducted using a performance questionnaire covering five learning domains: Language, Mathematics, Visual Arts, Music, and Physical Education. The children’s performance was evaluated by their kindergarten teachers based on their assessments, which were collected through the questionnaire and aligned with the objectives of the current Curriculum. Digital technology was employed to calculate the second-to-fourth digit ratio (2D/4D). The data analysis revealed a statistically significant but small difference in the mean (2D/4D) ratio between boys and girls. However, no significant correlation was found between the (2D/4D) ratio and preschoolers’ performance across the various learning domains. In contrast, gender appeared to influence learning outcomes, with the exception of Mathematics, where no statistically significant differences were observed between the two sexes. The significance of the findings of this study emerges at both theoretical and practical levels. Understanding individual differences in preschoolers’ performance constitutes a fundamental principle for the design and adaptation of curricula and teaching approaches tailored to the specific educational needs of each child. The utilization of such data may contribute to the optimization of learning conditions and, consequently, to the enhancement of academic success from the earliest stages of education.Η προσχολική ηλικία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη τόσο των γνωστικών όσο και των κινητικών δεξιοτήτων των παιδιών. Οι αναπτυξιακές και ατομικές διαφορές που παρατηρούνται στη μάθηση και την επίδοση των νηπίων έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εκπαιδευτική έρευνα και πράξη, καθώς συμβάλλουν στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες επιδρούν στην ανάπτυξη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διερεύνηση του ρόλου βιολογικών παραγόντων, όπως η προγεννητική έκθεση σε ορμόνες του φύλου, στην εξέλιξη των γνωστικοκινητικών ικανοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα εργασία εξετάζει τον λόγο μήκους δείκτη προς παράμεσο (2Δ/4Δ) ως βιολογικό δείκτη προγεννητικής έκθεσης σε τεστοστερόνη, και διερευνά την ενδεχόμενη συσχέτισή του με τις γνωστικές και κινητικές δεξιότητες παιδιών προσχολικής ηλικίας. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 110 νήπια, με μέση ηλικία 5,5 έτη, εκ των οποίων 59 ήταν αγόρια και 51 κορίτσια. Τα παιδιά φοιτούσαν σε δημόσια Νηπιαγωγεία της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Tο τελικό δείγμα προέκυψε από αρχικό πληθυσμό 115 νηπίων, έπειτα από τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου που χρησιμοποιήθηκε για την επιβεβαίωση της δεξιόχειρης προτίμησης. Η ποσοτική αξιολόγηση των γνωστικοκινητικών δεξιοτήτων πραγματοποιήθηκε μέσω ερωτηματολογίου επίδοσης, το οποίο κάλυπτε πέντε μαθησιακές περιοχές: Γλώσσα, Μαθηματικά, Εικαστικές Τέχνες, Μουσική και Κινητική Αγωγή. Οι επιδόσεις των παιδιών αξιολογήθηκαν από τις νηπιαγωγούς, με βάση τις εκτιμήσεις τους, οι οποίες συλλέχθηκαν μέσω του ερωτηματολογίου και ήταν εναρμονισμένες με τους στόχους του ισχύοντος Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών. Για τον υπολογισμό του λόγου μήκους δείκτη προς παράμεσο (2Δ/4Δ) αξιοποιήθηκε ψηφιακή τεχνολογία μέτρησης. Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε στατιστικώς σημαντικά μικρή διαφορά στον μέσο όρο του λόγου (2Δ/4Δ) μεταξύ αγοριών και κοριτσιών νηπίων. Ωστόσο, δεν προέκυψε σημαντική συσχέτιση μεταξύ του λόγου (2Δ/4Δ) και των επιδόσεων των νηπίων στις επιμέρους μαθησιακές περιοχές. Αντιθέτως, το φύλο φάνηκε να επηρεάζει τις μαθησιακές επιδόσεις, με εξαίρεση τον τομέα των μαθηματικών, όπου δεν καταγράφηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. Η σημασία των ευρημάτων της παρούσας εργασίας αναδεικνύεται τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Η κατανόηση των ατομικών διαφορών στις επιδόσεις των νηπίων αποτελεί θεμελιώδη αρχή για τον σχεδιασμό και την προσαρμογή των αναλυτικών προγραμμάτων και των διδακτικών προσεγγίσεων, στις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες κάθε παιδιού. Η αξιοποίηση τέτοιων δεδομένων μπορεί να συμβάλει στη βελτιστοποίηση των μαθησιακών συνθηκών και, κατ’ επέκταση, στην ενίσχυση της σχολικής επιτυχίας των μαθητών από τα πρώτα στάδια της εκπαίδευσής τους