Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
The selection of heads of organizational units in Greece: convergences and divergences with the procedures in France, Ireland, Sweden, and Cyprus
"...no serious attempt at administrative reform can bear fruit unless the problem of politicization is decisively tackled. ""The Public Administration in our country still embodies a dysfunctional, bureaucratic and ineffective mechanism that undervalues its productive human resources without modern staffing policies...""...for the first time in the post-dictatorship period of the country, a modern, comprehensive system of procedures and methods for the selection and development of Senior Public Administration Personnel is being established, guided by the principles of Transparency, Equality and Meritocracy". The Explanatory Report of Law 4369/2016 outlines in the aforementioned paragraphs the persistent dysfunctions plaguing the Public Administration and shaping its operations to this day. It aims at promoting and implementing reforms to provide more effective solutions and eliminate problems that hinder the improvement and modernization of administrative procedures. To what extent have the reforms regarding the selection of senior executives been implemented? Have any of the principles of "New Public Management" been adopted? Are civil servants today satisfied with the current selection procedure of their Supervisors? Is the selection method currently applied transparent, fair, and meritocratic, or is it still influenced by political coalitions and party networks? What is the situation in other European Union countries? This research endeavor attempts to address the above issues focusing on:- the comparative study of the legislation from the post-dictatorship era to the present day,- the examination of case law of the Council of State over the past decades,- the comparative study of the senior officials selection and management procedures applied in four other countries, namely France, Ireland, Cyprus and Sweden. Finally, to gain a more accurate understanding of the current situation within public sector services and to record the views and suggestions of active civil servants, this comparative study is accompanied by a questionnaire-based survey, conducted with the voluntary participation of active civil servants across a wide range of Government Bodies, including Ministries, Legal Entities under Public Law, Independent Authorities, and Local Authorities.«…καμία σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης της διοίκησης δεν μπορεί να καρποφορήσει εάν δεν αντιμετωπιστεί αποφασιστικά το πρόβλημα της κομματικοποίησης».«Η Δημόσια Διοίκηση στη χώρα μας ενσαρκώνει και σήμερα ένα δυσλειτουργικό, γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό μηχανισμό, με υποτίμηση του παραγωγικού ανθρώπινου δυναμικού της, χωρίς σύγχρονες πολιτικές στελέχωσης…».«…για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική περίοδο της χώρας συγκροτείται ένα σύγχρονο, ολοκληρωμένο σύστημα διαδικασιών και τρόπου επιλογής και εξέλιξης του Στελεχιακού Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης, με γνώμονα την Αρχή της Διαφάνειας, της Ισότητας και της Αξιοκρατίας». Όπως και πολλές άλλες Εισηγητικές Εκθέσεις παλαιότερων νόμων, η Εισηγητική Έκθεση του ν. 4369/2016 περιγράφει με τα παραπάνω εδάφια τις παθογένειες της Δημόσιας Διοίκησης που εξακολουθούν να την ταλανίζουν και να καθορίζουν τη λειτουργία της μέχρι τις μέρες μας. Είναι λογικό κάθε νέος νόμος να επιδιώκει την προώθηση και εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να δοθούν πιο αποτελεσματικές λύσεις και να εξαλειφθούν τα προβλήματα που αποτελούν τροχοπέδη στη βελτίωση και στον εκσυγχρονισμό των διοικητικών διαδικασιών. Σε τι βαθμό έχουν εφαρμοστεί οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί κατά καιρούς η πολιτική ηγεσία αναφορικά με τις διαδικασίες και τις μεθόδους επιλογής στελεχών για τις δημόσιες υπηρεσίες; Έχουν υιοθετηθεί κάποιες από τις αρχές του «Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ»; Είναι ικανοποιημένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι σήμερα από τον τρόπο επιλογής των Προϊσταμένων; Είναι η μέθοδος που εφαρμόζεται διαφανής, δίκαιη και αξιοκρατική, ή εξακολουθεί να επηρεάζεται από πολιτικούς συνασπισμούς και κομματικά δίκτυα; Τι ισχύει σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Η ερευνητική αυτή προσπάθεια επιχειρεί να εξετάσει τα παραπάνω ζητήματα:- Μέσω της συγκριτικής μελέτης της νομοθεσίας από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.- Μέσω της εξέτασης της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας των τελευταίων δεκαετιών.- Μέσω της συγκριτικής μελέτης των διαδικασιών επιλογής και διαχείρισης ανώτερων στελεχών που εφαρμόζονται σε τέσσερις άλλες χώρες, ήτοι στη Γαλλία, στην Ιρλανδία, στην Κύπρο και στη Σουηδία. Τέλος, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό να διαφανεί με περισσότερη ακρίβεια η εικόνα της κατάστασης που επικρατεί στις υπηρεσίες του Δημοσίου σήμερα και να καταγραφούν οι απόψεις και οι προτάσεις των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων. Για το λόγο αυτό η συγκριτική αυτή μελέτη συνοδεύεται από τη διεξαγωγή έρευνας μέσω ερωτηματολογίου, με την εθελοντική συμμετοχή του υπηρετούντος προσωπικού σε ένα εύρος υπηρεσιών της Γενικής Κυβέρνησης, σε Υπουργεία, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ανεξάρτητες Αρχές, σε Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ Βαθμού
Effects of molecular architecture on the dynamics of macromolecules
The study of polymer flow and dynamics under confinement has attracted significant attention due to its relevance in developing materials with enhanced properties for advanced applications, including oil recovery, catalytic interfaces, and the separation of polymer blends. When polymer chains come into contact with the entrance of a nanopore, the capillary force drag them inside, despite the entropic penalty associated with confinement. Under such conditions, interactions of the chains with the pore walls can alter their dynamics, affecting both the ow and the characteristic relaxation times of the polymers. This dissertation investigates how polymer microstructure and architecture affect their dynamics in different contexts: (i) in the bulk, (ii) under cylindrical confinement as well as (iii) during imbibition into cylindrical alumina nanopores (AAO), and (iv) during adsorption onto the pore walls. Additionally, the possibility of separating homogeneous binary blends composed of components differing in (v) microstructure or (vi) topology is examined. The studied systems are based on polyisoprene and vary in microstructure, chain length (N), and architecture (linear, star-shaped, or bottlebrush). In the star-shaped and bottlebrush cases, the microstructure is predominantly cis-1,4. The first part focuses on the effect of microstructure on the thermodynamics, viscoelastic properties, and dynamics of polyisoprenes in the bulk. A series of well-defined monodisperse samples (Ð ∼ 1), span various microstructures: cis-1,4, trans-1,4, 3,4, and 1,2. Synthesized via anionic polymerization by Dr. N. Patelis and Dr. K. Ntetsikas in the laboratory of Prof. N. Hadjichristidis, King Abdullah University of Science and Technology in Saudi Arabia. The glass transition temperature (Tg) decreases linearly with the 1,4-unit content as Tg[K] = (289±4)− 0.9 ×w_1,4%, and increases quadratically with the 3,4-unit content as Tg = T0% g +(w_3,4%/50)^2 [K]. The increment in specific heat at Tg · ∆cp remains approximately constant. At given T, the zero-shear viscosity follows the scaling law η0 = η0% × (w_1,4%)^u, with u = 5.4 ±0.3. The dielectric strength of the β- and α-processes increases with the 3,4 content, while that of the longest normal mode (NM) decreases sharply. The component of the dipole moment along the chain backbone follows: µ_cis-1,4 > µ_trans-1,4 > µ_1,2 > µ_3,4 ≈ 0. Finally, the separation of blends differing in microstructure is demonstrated via imbibition into cylindrical nanopores. In the second part, the imbibition kinetics of star-shaped cis-1,4- polyisoprenes into alumina nanopores is studied using in situ nanodielectric spectroscopy (nDS), as a function of architecture (linear vs. star-shaped), pore diameter (d), molar mass (Mn), and temperature (T). The synthesis of the polymers was carried out by Assoc. Prof. G. Sakellariou, Department of Chemistry, National Kapodistrian University of Athens. Imbibition occurs via an ultra-slow adsorption mechanism, about two orders of magnitude slower than for linear counterparts. The characteristic adsorption timescales (τ_ads, on the order of 10^6 s) are among the longest ever reported for polymers at temperatures T ≫ Tg. In the third part, the kinetics of imbibition and adsorption in blends of linear and star-shaped cis-1,4-polyisoprenes is analyzed via nDS. The kinetics are studied through the evolution of the dielectric strength of the NM, using nDS. By utilizing the different imbibition speed between the two architectures, it was shown that the polymers with the lowest zero shear viscosity enter the pores first. In most blends, the adsorption of the components is slower than that of their respective homopolymers. An exception is found in blends of entangled stars mixed with short linear chains, where the latter act as a diluent, accelerating the adsorption of the star-shaped component. This phenomenon gives rise to what is known as "topology sorting" i.e., separation of the blend components in the absence of solvent. A simple relation τ_ads ∼ 10×t_peak is established for both linear and star-shaped chains. This implies that the imbibition timescale t_peak governs the adsorption process and enables prediction of τads for high-molar-mass polymers based on faster imbibition kinetics. The fourth part focuses on bottlebrush polymers. Using in situ nanodielectric spectroscopy (nDS), the imbibition kinetics of cis-1,4-polyfarnesene (PF) is studied. The synthesis of the PFs was carried out by Dr. M. Meier-Merziger and Prof. H. Frey, at the Johannes Gutenberg-University in Mainz (Germany). Although the imbibition follows a t1/2 dependence (Lucas-Washburn), the effective viscosity is significantly higher than in the bulk even for 2Rg µ_trans-1,4 > µ_1,2 > µ_3,4 ≈ 0. Τέλος, αναδεικνύεται η δυνατότητα διαχωρισμού μιγμάτων διαφορετικής μικροδομής μέσω της ένθεσής τους σε κυλινδρικούς νανοπόρους. Στο δεύτερο μέρος, με τη χρήση της εν τη γενέσει (in situ) νανοδιηλεκτρικής φασματοσκοπίας, (nDS), καταγράφεται η κινητική της ένθεσης για αστεροεδιή cis-1,4-πολυϊσοπρένια σε νανοπόρους αλουμίνας, συναρτήσει της αρχιτεκτονικής (γραμμικά/αστεροειδή), της διαμέτρου των πόρων (d), της μοριακής μάζας (Mn) και της θερμοκρασίας (T). Η σύνθεση των πολυμερών πραγματοποιήθηκε από τον Αν. Καθ. Γ. Σακελλαρίου, του Τμήματος Χημείας, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ΑθηνώνΔιαπιστώνεται ότι η ένθεση αστεροειδών πολυμερών λαμβάνει χώρα μέσω μιας βραδείας προσρόφησης, περίπου δύο τάξεις μεγέθους πιο αργή σε σχέση με τα γραμμικά πολυμερή. Ο χαρακτηριστικοί χρόνοι προσρόφησης (τ_ads, περίπου 10^6 s) είναι οι μεγαλύτεροι που έχουν καταγραφεί για πολυμερή σε θερμοκρασίες T ≫ Tg. Στο τρίτο μέρος, πραγματοποιούνται πειράματα ένθεσης μιγμάτων γραμμικών/αστεροειδών πολυμερών cis-1,4-πολυϊσοπρενίου. H κινητική μελετάται μέσω της εξέλιξης της διηλεκτρικής έντασης του ΝΜ, με χρήση nDS. Κάνοντας χρήση της διαφορετικής ταχύτητας ένθεσης μεταξύ των δύο αρχιτεκτονικών αποδείχθηκε ότι είναι τα πολυμερή με το χαμηλότερο ιξώδες μηδενικής διάτμησης εισχωρούν πρώτα στους πόρους. Στην πλειοψηφία των μιγμάτων, και τα δύο συστατικά παρουσίασαν βραδύτερη κινητική προσρόφησης σε σύγκριση με τα αντίστοιχα ομοπολυμερή. Η μόνη εξαίρεση καταγράφηκε όταν εναγκαλισμένα αστεροειδή αναμίχθηκαν με μικρές γραμμικές αλυσίδες, με τις τελευταίες να λειτουργούν ως διαλύτης για το αστεροειδές πολυμερές. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί στην αποκαλούμενη "επιλογή δια της τοπολογίας" ("topology sorting"), δλδ. στο διαχωρισμό των συστατικών του μίγματος γραμμικού/αστεροειδούς απουσία διαλύτη. Επίσης, βρέθηκε μια απλή συσχέτιση (τads ∼ 10 ×tpeak), η οποία ισχύει για γραμμικά και αστεροειδή πολυμερή. Η συσχέτιση αυτή υποδηλώνει ότι η χαρακτηριστική χρονική κλίμακα της πλήρους ένθεσης (tpeak) ελέγχει και το μηχανισμό της προσρόφησης των πολυμερών. Επιπλέον, προσδίδει δυνατότητα πρόβλεψης των χρόνων προσρόφησης πολυμερών μεγάλης μοριακής μάζας και διαφορετικής αρχιτεκτονικής έχοντας ως βάση τους χρόνους ένθεσης. Ακολούθως, μελετάται η ένθεση πολυμερών πολύπλοκης αρχιτεκτονικής τύπου βούρτσας, cis-1,4-πολυφαρνεσένιο ή PF με εν τη γενέσει (in situ) νανοδιηλεκτρική φασματοσκοπία. Η σύνθεση των PF πραγματοποιήθηκε από τον Δρ. M. Meier-Merziger και τον Καθ. H. Frey, στο Johannes Gutenberg-University στη Μαγεντία (Γερμανία). Η ένθεση ακολουθεί τον νόμο των LucasWashburn (t1/2). Ωστόσο, ακόμη και όταν 2Rg < d (όπου Rg η γυροσκοπική ακτίνα και d η διάμετρος των πόρων), τα πολυμερή αυτά εισχωρούν με υψηλότερο ενεργό ιξώδες από ότι στο τήγμα. Οι χρόνοι προσρόφησης είναι πολύ μεγαλύτεροι από κάθε μοριακό μηχανισμό, καθώς είναι αρκετές τάξεις μεγέθους πιο αργοί από τους χρόνους των τμηματικών μηχανισμών και των ΝΜs. Σε σύγκριση με τα γραμμικά πολυμερή, τα πολυμερή τύπου βούρτσας εμφανίζουν ακόμη βραδύτερη προσρόφηση, με χαρακτηριστικούς χρόνους που εξαρτώνται ασθενώς από τρεις παραμέτρους: • τη μοριακή μάζα: τads ∼ (N_bb ) ^ 1.2±0.1, όπου Nbb ο αριθμός επαναλαμβανόμενων μονάδων της κύριας αλυσίδας • το μέγεθος των πόρων (d): log(τads) ∼ ξ/d με ξ = 20nm, • και τη θερμοκρασία (ενέργεια ενεργοποίησης): Eact ∼ 16 ±2kJ/mol. Αυτά τα αποτελέσματα ερμηνεύονται με βάση τον αυξημένο αριθμό επαφών των πλευρικών αλυσίδων του πολυμερούς με τα τοιχώματα των πόρων, γεγονός που ενισχύει τον μηχανισμό προσρόφησης και επιβραδύνει την κινητική. Επιπλέον, διερευνάται η δυνατότητα διαχωρισμού ενός μίγματος γραμμικών πολυμερών (PI) με πολυμερή τύπου βούρτσας (PF) στα επιμέρους συστατικά του. Τέλος, η εκτός ισορροπίας δυναμική γραμμικών και αστεροειδών cis-1,4-πολυϊσοπρενίων εξετάζεται εντός νανοπόρων αλουμίνας για θερμοκρασίες στην περιοχή της υαλώδους "μετάπτωσης" (Tg), ως συνάρτηση της διαμέτρου των πόρων (d), της μοριακής μάζας και του αριθμού των κλάδων (f = 2,6,64). Επιλέγονται δύο θερμικά πρωτόκολλα: (Ι) ένα που προσομοιάζει σε ημιστατική (quasi-static) ψύξη, και (ΙΙ) ένα που περιλαμβάνει ταχεία ψύξη ακολουθούμενη από ανόπτηση. Και τα δύο πρωτόκολλα καταλήγουν στον ίδιο χρόνο ισορροπίας (teq), ο οποίος προσδιορίζεται μέσω των γραμμικών σχέσεων log_10(f_max) = C1 − k · log_10(t) και log_10(f_max) = C2 + λ · log_10(β). Η ταυτόχρονη μηδενική τιμή των παραμέτρων (k → 0, λ → 0) ορίζει μια κρίσιμη θερμοκρασία Tc, κάτω από την οποία αναδύονται μηχανισμοί εκτός θερμοδυναμικής ισορροπίας. Η τιμή του Tc εξαρτάται τόσο από το βαθμό περιορισμού, 2Rg/d, όσο και από την αρχιτεκτονική του πολυμερούς. Παρατηρήθηκε ότι η αποκατάσταση της ισορροπίας καθίσταται δυνατή μόνο όταν 2Rg/d ∼ 0.02, δλδ. όταν η διάμετρος των πόρων είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τη γυροσκοπική ακτίνα. Επιπλέον, τα αστεροειδή απαιτούν μεγαλύτερους χρόνους για την επίτευξη ισορροπίας, λόγω της αυξημένης τους τάσης για προσρόφηση στα τοιχώματα των πόρων. Και τα δύο θερμικά πρωτόκολλα καταλήγουν σε αύξηση της διηλεκτρικής έντασης τόσο για τον τμηματικό όσο και για το μεγαλύτερο κανονικό τρόπο χαλάρωσης της αλυσίδας. Η παρατηρούμενη αύξηση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε αύξηση της πυκνότητας, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη αλληλεπιδράσεων διπόλου-διπόλου. Αυτό συνεπάγεται την ύπαρξη μιας μορφής τοπικού προσανατολισμού των διπόλων κοντά στο προσροφημένο στρώμα. Συνολικά, η παρούσα διατριβή αποσκοπεί στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η μικροδομή, και η τοπολογία επηρεάζουν τη ροή, τη δυναμική και τον μηχανισμό προσρόφησης πολυμερών εντός νανοπόρων. Μέσω της μελέτης πολυμερών σαφώς καθορισμένης μοριακής μάζας και διαφορετικής αρχιτεκτονικής, διερευνώνται οι χαρακτηριστικές χρονικές κλίμακες ένθεσης και προσρόφησης, καθώς και οι συνθήκες θερμοδυναμικής ισορροπίας και η απόκλιση από αυτήν. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δυνατότητα επιλογή δια της τοπολογίας ("topology sorting") σε πολυμερικά μίγματα διαφορετικής αρχιτεκτονικής, μέσω διαφορών στην κινητική ένθεσης και προσρόφησης των επιμέρους συστατικών. Η εργασία συμβάλλει στην αποσαφήνιση των μηχανισμών που καθορίζουν τη δυναμική των πολυμερών υπό περιορισμό, με άμεσες προεκτάσεις σε εφαρμογές στη νανοκλίμακα, όπως στη βελτιστοποίηση μεθόδων διαχωρισμού πολυμερικών μιγμάτων, στην αποθήκευση ενέργειας, στην ανάπτυξη λειτουργικών υλικών για αισθητήρες και επικαλύψεις κ.α
Εκπαιδευτικοί της Αγγλικής γλώσσας και καινοτόμα προγράμματα σπουδών: κατανόηση και εφαρμογή τους: η περίπτωση του Ενιαίου Προγράμματος Σπουδών των Ξένων Γλωσσών (ΕΠΣ-ΞΓ) για τη δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα
The study undertaken set out to examine EFL teachers’ understanding and implementation of the Integrated Foreign Languages Curriculum innovation (IFLC, hereafter) in the Greek state schools. The primary aims of the research were: a) to investigate the key factors that influence EFL teachers’ implementation of the IFLC and b) to explore the extent to which EFL teachers reportedly implement the IFLC in terms of their lesson design and choice of materials or tasks. Furthermore, the research aimed to investigate EFL teachers’ and school advisors’ attitudes and awareness of the new curriculum principles and components, to evaluate the quality and effectiveness of teacher training and support as well as to outline a series of actions which could further facilitate teachers’ IFLC implementation in the future.In order to achieve the aforementioned objectives, the current study involved a mixed-method design. Specifically, the collection of quantitative data through questionnaires was followed by the collection of qualitative data through semi-structured interviews and lesson plan analysis. For the first part of the research, an online questionnaire was developed which was completed by a random sample of 370 state school EFL teachers of both primary and secondary education all over Greece. The questionnaire consisted of 50 questions while a Likert-type attitude scale was employed to investigate teachers’ attitudes and beliefs, all of which were subjected to in-depth statistical analysis. In turn, the semi-structured interviews were conducted with 16 EFL teachers and 8 EFL school advisors while the method of thematic content analysis was used to interpret the interview findings. In order to further verify teachers’ beliefs and reported practices against some concrete educational content, 12 lesson plans were analyzed while lesson objectives, instructional materials and learning activities were used as three distinct units of analysis to support a meaningful interpretation of the collected data. Overall, the research findings revealed EFL teachers’ rather limited implementation and understanding of the aim as well as the practical implications of the IFLC innovation. Specifically, the analysis of the data collected via the questionnaire, semi-structured interviews and teachers’ lesson plans revealed that Greek EFL teachers have been called upon to implement an innovation whose principles and components have limited awareness of and for which they have received inadequate and haphazard training. They have also been asked to take on a role that they found burdensome and inconsistent with their long-held beliefs about the design and structure of their lessons. In their effort to respond to the demands of this refined role, they have been provided with poor support and feedback to overcome the contextual constraints they have encountered in their school units while trying to implement the IFLC. Moreover, despite acknowledging the innovative nature of the IFLC, the majority of teachers considered the new curriculum non-applicable but most importantly incompatible with and poorly adapted to the philosophy and peculiarities of the Greek educational reality, thus creating an inevitable gap between curriculum developers’ aspirations and EFL teachers’ implementation of the IFLC. Nevertheless, the research findings have also manifested EFL teachers’ gradual ─ albeit limited ─ progress towards an eclectic implementation of the IFLC principles by exhibiting broad alignment of their lesson objectives with the IFLC descriptors, by designing their own learning material, by focusing on the communicative and contextualized use of language as well as by demonstrating partial adherence to the promotion of multimodality in combination with the development of students’ digital literacy and collaborative learning skills.Η παρούσα έρευνα μελετά την κατανόηση και εφαρμογή του Ενιαίου Προγράμματος Σπουδών για τις Ξένες Γλώσσες (ΕΠΣ-ΞΓ εφεξής) από τους εκπαιδευτικούς της Αγγλικής γλώσσας στη δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Οι πρωταρχικοί στόχοι της έρευνας ήταν: α) να διερευνηθούν οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την εφαρμογή του ΕΠΣ-ΞΓ στο μάθημα της Αγγλικής γλώσσας και β) να διαπιστωθεί σε θεωρητικό επίπεδο ο βαθμός στον οποίο οι εκπαιδευτικοί της Αγγλικής γλώσσας εφαρμόζουν το ΕΠΣ-ΞΓ στο πλαίσιο του σχεδιασμού της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της επιλογής ή παραγωγής του αντίστοιχου εκπαιδευτικού υλικού. Επιπλέον, η έρευνα επικεντρώθηκε στη διερεύνηση των απόψεων και αντιλήψεων των εκπαιδευτικών και σχολικών συμβούλων της Αγγλικής γλώσσας σε σχέση με τις βασικές αρχές και τα δομικά στοιχεία του νέου προγράμματος σπουδών, στην αξιολόγηση της ποιότητας και αποτελεσματικότητας της κατάρτισης και ανατροφοδότησης που έλαβαν οι εκπαιδευτικοί στο πλαίσιο του προγράμματος εφαρμογής, στην ανάλυση των εν γένει υποστηρικτικών μηχανισμών της εκπαιδευτικής κοινότητας και της επίσημης πολιτείας καθώς επίσης και στην παρουσίαση μιας σειράς προτάσεων που θα μπορούσαν να διευκολύνουν περαιτέρω την εφαρμογή του ΕΠΣ-ΞΓ και λοιπών συναφών καινοτομιών από τους εκπαιδευτικούς στο εγγύς μέλλον. Αναφορικά με τη μεθοδολογία της έρευνας, κρίθηκε απαραίτητη η συνδυαστική χρήση ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης. Συγκεκριμένα, για τη συλλογή ποσοτικών δεδομένων δημιουργήθηκε ένα διαδικτυακό ερωτηματολόγιο το οποίο συμπληρώθηκε από 370 εκπαιδευτικούς Αγγλικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση από όλη την ελληνική επικράτεια ενώ η συλλογή ποιοτικών δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων που διενεργήθηκαν σε ένα δείγμα 16 εκπαιδευτικών και 8 σχολικών συμβούλων της Αγγλικής γλώσσας καθώς και μέσω της ανάλυσης 12 σχεδίων μαθημάτων. Το ερωτηματολόγιο της έρευνας περιλάμβανε 50 ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν σε εκτενή στατιστική ανάλυση ενώ για τη διερεύνηση των πεποιθήσεων των εκπαιδευτικών χρησιμοποιήθηκε κλίμακα μέτρησης τύπου Likert. Παράλληλα, η μέθοδος της θεματικής ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των συνεντεύξεων ενώ η ανάλυση των σχεδίων μαθημάτων περιλάμβανε τρία σημεία αναφοράς (ήτοι μαθησιακοί στόχοι, εκπαιδευτικό υλικό και μαθησιακές δραστηριότητες) και πραγματοποιήθηκε βάσει αντίστοιχων κριτηρίων. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της έρευνας ανέδειξαν την ελλιπή κατανόηση και εφαρμογή του ΕΠΣ-ΞΓ εκ μέρους των εκπαιδευτικών της Αγγλικής γλώσσας. Ειδικότερα, τα ερευνητικά αποτελέσματα κατέδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να υλοποιήσουν ένα καινοτόμο πρόγραμμα σπουδών για το οποίο όμως έλαβαν ανεπαρκή επιμόρφωση, ανατροφοδότηση και υποστήριξη. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών εμφανίστηκαν θετικά διακείμενοι προς τους στόχους και τις βασικές αρχές του ΕΠΣ-ΞΓ, εντούτοις υπογράμμισαν ότι το νέο πρόγραμμα σπουδών φαίνεται να είναι μη υλοποιήσιμο και κυρίως μη συμβατό με τη φιλοσοφία και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Ωστόσο, στα θετικά ευρήματα συγκαταλέγονται η μερική κατανόηση και επιλεκτική εφαρμογή των αρχών του ΕΠΣ-ΞΓ εκ μέρους των εκπαιδευτικών, κυρίως μέσω της χρήσης των περιγραφητών του ΕΠΣ-ΞΓ για την αποτύπωση των μαθησιακών στόχων, του σχεδιασμού ελκυστικού εκπαιδευτικού υλικού, της εστίασης στην επικοινωνιακή χρήση της γλώσσας καθώς και μέσω της προώθησης της πολυτροπικότητας και της ομαδοσυνεργατικής μάθησης σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων στην εκπαιδευτική διαδικασία
Comparative study of different protocols of aerobic and resistance exercise in the context of a physiotherapy intervention on cognitive function and functionality of patients with mild dementia in the community
Dementia refers to a clinical syndrome characterized by progressive cognitive decline that affects functionality of individuals, often presenting neuropsychiatric symptoms. Alzheimer's disease (AD) is the most common type of dementia, represents 60% to 80% of all cases. Dementia is one of the largest global health and social care challenges of the 21st century. Non-pharmacological therapeutic interventions have drawn significant attention in the treatment of AD, physical activity and exercise, are increasingly gaining ground. The aim of this randomized controlled research study is to investigate the effect of different exercise protocols on cognitive function and functionality of individuals with mild AD.A total of 171 participants with mild AD from the Amarousion Day Care Center of the Alzheimer Society of Athens and the Athens General Hospital “G. Gennimatas” were randomly divided into three groups, two intervention groups (12 weeks) following two different exercise programs and a control group. Specifically, group A (aerobic exercise and resistance exercise, n = 57), group B (resistance exercise, n = 57) and group C (control group without exercise, n = 57). After the intervention, cognitive function was assessed with the Cognitive Examination-Revised (ACE-R), Trail Making Test A-B (TMT A-B), and Digit Span Test Forward and Backward (DST F-B). Depression was assessed with the Geriatric Depression Scale-15 (GDS-15), while functionality was assessed using the Senior Fitness Test (SFT), Berg Balance Scale (BBS), the Instrumental Activities of Daily Living Scale (IADLs), and International Physical Activity Questionnaire (IPAQ).The analysis results of covariance showed statistically significant effects, from the intervention, in all assessment tools. It was found that these significant differences were focused between the group with the combined aerobic and resistance exercise program and the control group, but also between the group with the resistance exercise program and the control group. No statistically significant difference was observed between the two groups with the different exercise programs. The results of the correlation analysis showed that there were statistically significant correlations between changes-improvements in cognitive function and those in depression and functionality (IADL).The present study demonstrated the effectiveness of exercise on cognitive function and functionality in patients with mild AD living in the community, whether it involves a combined exercise program (aerobic and resistance exercise) or a program involving only resistance exercise. Although no statistically significant difference was observed between the two different exercise programs, the findings indicated that each type of exercise has a different effect on both cognitive function and functionality.Η άνοια αφορά σε ένα κλινικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από προοδευτική γνωστική έκπτωση που επηρεάζει την λειτουργικότητα του ατόμου παρουσιάζοντας συχνά νευροψυχιατρικά συμπτώματα. Η νόσος Alzheimer (ΝΑ), αποτελεί τον πιο κοινό τύπο άνοιας, αντιπροσωπεύοντας το 60% έως 80% όλων των περιπτώσεων. Η άνοια αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες προκλήσεις για την υγεία και την κοινωνική περίθαλψη στον 21ο αιώνα. Οι μη φαρμακολογικές θεραπευτικές παρεμβάσεις έχουν κερδίσει μεγάλη προσοχή στη θεραπεία της ΝΑ, μία από τις οποίες είναι η σωματική δραστηριότητα και η άσκηση κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Στόχος της παρούσας τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης ερευνητικής μελέτης είναι η διερεύνηση της επίδρασης διαφορετικών πρωτοκόλλων άσκησης στη γνωστική λειτουργία και την λειτουργικότητα των ατόμων με ήπια ΝΑ. Συνολικά 171 συμμετέχοντες με ήπια ΝΑ από το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας Αμαρουσίου της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών και το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. Γεννηματάς» χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες, δύο ομάδες παρέμβασης (12 εβδομάδων) ακολουθώντας δύο διαφορετικά προγράμματα άσκησης και μια ομάδα ελέγχου. Συγκεκριμένα, η ομάδα Α (αερόβια άσκηση και άσκηση με αντίσταση, n = 57), η ομάδα Β (άσκηση με αντίσταση, n = 57) και ομάδα Γ (ομάδα ελέγχου χωρίς άσκηση, n = 57). Μετά την παρέμβαση, η γνωστική λειτουργία αξιολογήθηκε με το Cognitive Examination-Revised (ACE-R), το Trail Making Test A-B (TMT A-B) και το Digit Span Test Forward and Backward (DST F-B). Η κατάθλιψη αξιολογήθηκε με την Geriatric Depression Scale-15 (GDS-15) ενώ η λειτουργικότητα με το Senior Fitness Test (SFT), Berg Balance Scale (BBS), Instrumental Activities of Daily Living Scale (IADLs) και International Physical Activity Questionnaire (IPAQ).Τα αποτελέσματα της ανάλυσης συνδιακύμανσης έδειξαν στατιστικά σημαντικές επιδράσεις, μετά την παρέμβαση, σε όλα τα εργαλεία αξιολόγησης. Βρέθηκε ότι αυτές οι σημαντικές διαφορές εστιάστηκαν μεταξύ της ομάδας με το συνδυαστικό πρόγραμμα αερόβιας άσκησης και άσκησης αντίστασης με την ομάδα ελέγχου, αλλά και μεταξύ της ομάδας με το πρόγραμμα άσκησης με αντίσταση και της ομάδας ελέγχου. Δεν παρουσιάστηκε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων με τα δύο διαφορετικά προγράμματα άσκησης. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης συσχετίσεων έδειξαν να υπάρχουν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των μεταβολών-βελτιώσεων της γνωστικής λειτουργίας με αυτές της κατάθλιψης και της λειτουργικότητας (IADL). H παρούσα μελέτη έδειξε την αποτελεσματικότητα της άσκησης στην γνωστική λειτουργία και λειτουργικότητα σε ασθενείς με ήπια ΝΑ που κατοικούν στην κοινότητα, είτε πρόκειται για μικτό πρόγραμμα άσκησης (αερόβια και άσκηση με αντίσταση) είτε για ένα πρόγραμμα μόνο με άσκηση με αντίσταση. Ενώ δεν παρουσιάστηκε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δυο διαφορετικών προγραμμάτων άσκησης, εντούτοις ανέδειξε ότι ο κάθε τύπος άσκησης έχει διαφορετική επίδραση τόσο στην γνωστική λειτουργία όσο και στην λειτουργικότητα
Current status and challenges with emphasis on somatic growth and flesh quality of farmed meagre (Argyrosomus regius, Asso 1801) in Greece
The intensification of aquaculture over the past decades has underscored the growing need for the production of high nutritional quality, stable, and commercially attractive fish products. Among the key factors that influence consumer acceptance is flesh quality, which directly affects taste, nutritional value, and post-harvest shelf life. Despite technological advancements in fish farming, the relationship between individual growth performance and the physiological and quality characteristics of farmed fish remains insufficiently explored, particularly in emerging or under-researched species. This study was designed to investigate, in depth, the meagre (Argyrosomus regius, Asso 1801), a species of increasing importance in Greek and Mediterranean aquaculture. The aim was to assess how growth rate influences flesh quality by integrating physiological, histological, and biochemical analyses. Fish were divided into two distinct groups based on growth rate (slow-growing and fast-growing individuals), to allow for comparative evaluation of compositional traits, stability, and overall product suitability. Evaluation included morphometric indices such as Condition Factor (CF) and Gonadosomatic Index (GSI), as well as proximate analysis of muscle tissue composition, with particular focus on lipid distribution and the content of polyunsaturated fatty acids (EPA and DHA). Antioxidant status was assessed through Total Antioxidant Capacity (TAOC) and Superoxide Dismutase (SOD) activity, while oxidative susceptibility was determined via chemical parameters and the detection of volatile compounds during cold storage. Additionally, histological analysis of the white muscle was performed to estimate muscle fibre density (MFD) and to evaluate protein oxidation through carbonyl and thiol group quantification. The results revealed that slow-growing individuals exhibited higher muscle fibre density, enhanced antioxidant capacity, reduced lipid and protein oxidation, and overall superior flesh quality compared to fast-growing counterparts, which showed greater lipid deposition but higher susceptibility to deterioration during storage. This study highlights the biological variability within farmed populations and demonstrates that growth rate is linked not only to commercial yield but also to the compositional and functional quality of the final product. Overall, it provides novel insights into the physiology and metabolic responses of A. regius under farming conditions, contributing valuable knowledge toward the development of farming strategies that optimize both productivity and product quality. These findings can serve as a useful tool in supporting sustainable aquaculture practices and in promoting the production of high-value differentiated fish products.Η εντατικοποίηση της υδατοκαλλιέργειας τις τελευταίες δεκαετίες έχει ενισχύσει την ανάγκη για παραγωγή προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας, σταθερότητας και εμπορικής αποδοχής. Ειδικότερα, η ποιότητα της σάρκας των εκτρεφόμενων ψαριών αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καταναλωτών, επηρεάζοντας άμεσα τη γευστική αποδοχή, τη θρεπτική αξία και τη σταθερότητα κατά την αποθήκευση. Παρά την πρόοδο στον τομέα, οι μηχανισμοί που συνδέουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ψαριών με τη φυσιολογική τους κατάσταση και την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς, ιδίως σε νέα ή λιγότερο μελετημένα είδη. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε με σκοπό να διερευνήσει και να επικεντρωθεί στην εις βάθος μελέτη του κρανιού (Argyrosomus regius, Asso 1801), ενός είδους με αυξανόμενο ενδιαφέρον στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Μεσόγειο. Στόχος ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης στην ποιότητα σάρκας, μέσω ολοκληρωμένων φυσιολογικών, ιστολογικών και βιοχημικών αναλύσεων. Τα δείγματα της μελέτης κατανεμήθηκαν σε δύο διακριτές ομάδες με βάση την ταχύτητα ανάπτυξής τους (αργής και ταχείας ανάπτυξης), προκειμένου να μελετηθούν συγκριτικά ως προς τη σύσταση, τη σταθερότητα και την καταλληλότητα του τελικού προϊόντος. Η αξιολόγηση περιλάμβανε σωματομετρικούς δείκτες όπως ο Δείκτης ευρωστίας (CF) και ο γοναδοσωματικός δείκτης (GSI), ενώ πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις χημικής σύστασης του μυϊκού ιστού, με έμφαση στην κατανομή των λιπιδίων και την περιεκτικότητα σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (EPA, DHA). Η αντιοξειδωτική ικανότητα εκτιμήθηκε μέσω της συνολικής αντιοξειδωτικής ικανότητας (TAOC) και την δραστηριότητα της δισμουτάσης του σουυπεροξειδίου (SOD), ενώ η οξειδωτική ευπάθεια προσδιορίστηκε τόσο χημικά όσο και μέσω πτητικών ενώσεων κατά τη διάρκεια της ψυχρής αποθήκευσης. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν ιστολογικές παρατηρήσεις για την εκτίμηση της μυϊκής δομής, με προσδιορισμό της πυκνότητας μυϊκών ινών (MFD), καθώς και ανάλυση των δεικτών πρωτεϊνικής οξείδωσης (καρβονυλικές και θειολικές ομάδες). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα βραδείας ανάπτυξης παρουσίασαν υψηλότερη πυκνότητα μυϊκών ινών, αυξημένη αντιοξειδωτική ικανότητα, μειωμένα επίπεδα λιπιδικής και πρωτεϊνικής οξείδωσης και συνολικά βελτιωμένη ποιότητα σάρκας, συγκριτικά με τα άτομα ταχείας ανάπτυξης, τα οποία εμφάνισαν μεγαλύτερη λιπιδική εναπόθεση αλλά και αυξημένη ευπάθεια κατά την αποθήκευση. Η παρούσα μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της βιολογικής διαφοροποίησης εντός του εκτρεφόμενου πληθυσμού και φανερώνει ότι η ταχύτητα ανάπτυξης σχετίζεται όχι μόνο με την εμπορική απόδοση αλλά και με την ποιότητα και τη σταθερότητα του τελικού προϊόντος. Ουσιαστικά, η παρούσα μελέτη παρέχει νέα δεδομένα σχετικά με τη φυσιολογία και τον μεταβολισμό του A. regius σε συνθήκες εκτροφής, προσφέροντας νέες γνώσεις για την ανάπτυξη των στρατηγικών εκτροφής που συνδυάζουν την αποδοτικότητα και την ποιοτική υπεροχή. Τα ευρήματα μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο για την υποστήριξη βιώσιμων πρακτικών στην ιχθυοκαλλιέργεια και τη διαφοροποίηση των προϊόντων υψηλής αξίας
Σχεδίαση συστημάτων υποβοηθούμενων από RIS σε terahertz συχνότητες
Millimeter wave and terahertz frequencies are attractive for future networks due to the huge bandwidth they offer, which will greatly benefit applications that can take advantage of it. However, these frequency bands suffer from high pathloss and are susceptible to blockage. While directional antennas can mitigate pathloss due to the high gain they offer, they require appropriate alignment between the transmitter and the receiver beams, or the links will suffer from misalignment, which reduces the power at the receiver and can potentially cause outage. The need for antenna alignment becomes especially important in the case of mobile users, where the antenna alignment needs to be updated frequently. Blockage, however, becomes more relevant with highly directional antennas, as the narrow beams they generate can be entirely blocked depending on the size of the obstacles and their distance from the transmitter. This thesis explores the possibility of using reconfigurable intelligent surfaces (RISs) to reinforce high frequency communications. As they are expected to, at least partially, replace relays, they can offset the high pathloss in these frequency bands, offset the effect of misalignment in a link, and restore blocked links. Regarding the joint mitigation of blockage and misalignment, the use relays investigated in a scenario where the user equipments are potential relays, and the users are potential blockers. Moreover, two relay selection methods are evaluated and compared with each other. It is shown that relays can be restore blocked links and links that suffer from misalignment, but their performance depends on parameters, such as, the density of users in a specific area of interest, which affects the number of potential relays and blockers, and the average intensity of the misalignment of the relays. The challenges that beam-tracking algorithms face in order to align the antennas between a transmitter and a mobile receiver, are investigated. Specifically, the parameters that affect their performance are presented, such as the point of view of the tracker that depends on the antenna orientation, the antenna beam-width, the number of directions to scan with relatively large antenna arrays, and the tracking frequency. Moreover, the concept of cooperative beam-tracking with multiple access points tracking a single user equipment is proposed and evaluated. The performance of RISs, along with the optimal location and orientation with regards to their placement, is evaluated. In this regard, an analytical model RIS-aided links is demonstrated, that works for small transmitter beam footprints on the RIS. This model gives insight into how crucial parameters, such as the antenna gain of the transmitter, the transmitter-RIS, and RIS-receiver distances, affect the received power. Moreover, the optimal antenna gain is found with regard to the location of the receiver, and the optimal placement for the RIS is explored for both static and mobile receivers. A localization algorithm is presented for detecting the location of a user equipment. The algorithm utilizes beam-forming and beam-focusing techniques to estimate the direction and distance of the user equipment. The performance of the algorithm is evaluated in two scenarios with different maximum distances from the transmitter with static and mobile users. Moreover, a beam-forming codebook is designed that improves the performance of the algorithm in the near-field under the presence of additive white Gaussian noise. The performance of the codebook is compared to the performance of a conventional beam-forming codebook in the localization algorithm. The potentially large size of RISs allows for advanced wavefront engineering. This enables the use of non-conventional beam profiles, such as beam-focusing, self-healing, and self-accelerating beams to be used. It is presented how beam-focusing can be used to concentrate the power of the incident beam on the receiver, in order to significantly increase the received power without increasing the transmitted power. Furthermore, self-healing and self-accelerating beams allow wireless links to operate even with the line-of-sight blocked.Οι συχνότητες millimeter wave και terahertz είναι ελκυστικές για μελλοντικά δίκτυα λόγω του τεράστιου εύρους ζώνης που προσφέρουν, το οποίο θα ωφελήσει πολύ τις εφαρμογές που είναι ικανές να το εκμεταλλευτούν. Ωστόσο, αυτές οι ζώνες συχνοτήτων υποφέρουν από υψηλές απώλειες ισχύος και οι ζεύξεις τους είναι επιρρεπείς σε εμπόδια. Ενώ οι κατευθυντικές κεραίες μπορούν να μετριάσουν τις απώλειες διαδρομής λόγω του υψηλού κέρδους που προσφέρουν, απαιτούν την κατάλληλη ευθυγράμμιση μεταξύ των δεσμών του πομπού και του δέκτη, αλλιώς οι ζεύξεις θα υποφέρουν από κακή ευθυγράμμιση, το οποίο μειώνει την ισχύ στο δέκτη και μπορεί να προκαλέσει τη διακοπή της ζεύξης. Η ανάγκη για ευθυγράμμιση των κεραιών είναι ιδιαίτερα σημαντική στην περίπτωση των κινούμενων χρηστών, όπου η ευθυγράμμιση των κεραιών πρέπει να ενημερώνεται συχνά. Οι μπλοκαρισμένες ζεύξεις, ωστόσο, γίνονται πιο σημαντικές με τη χρήση κατευθυντικών κεραιών, καθώς οι στενές δέσμες που δημιουργούν μπορούν να μπλοκαριστούν πλήρως ανάλογα με το μέγεθος των εμποδίων και την απόστασή τους από τον πομπό. Στην παρούσα διδακτορική διατριβή, διερευνάται η δυνατότητα χρήσης ευφυών αναδιαμορφώσιμων επιφανειών (reconfigurable intelligent surfaces ή RISs) για την ενίσχυση των επικοινωνιών υψηλής συχνότητας. Αναμένεται να αντικαταστήσουν, τουλάχιστον εν μέρει, τους αναμεταδότες, μπορούν να αντισταθμίσουν τις μεγάλες απώλειες διαδρομής σε αυτές τις ζώνες συχνοτήτων, να αντισταθμίσουν την επίδραση της κακής ευθυγράμμισης των δεσμών σε μία ζεύξη και να επαναφέρουν στη λειτουργία τις μπλοκαρισμένες ζεύξεις. ΄Οσον αφορά τη μείωση των μπλοκαρισμένων ζεύξεων και της κακής ευθυγράμμισης των δεσμών από κοινού, η χρήση αναμεταδοτών διερευνάται σε ένα σενάριο όπου ο εξοπλισμός του χρήστη είναι πιθανος αναμεταδότης και οι χρήστες είναι πιθανά εμπόδια στις ζεύξεις. Επίσης, δύο στρατηγικές επιλογής αναμεταδότη αξιολογούνται και συγκρίνονται μεταξύ τους. Αποδεικνύεται ότι οι αναμεταδότες μπορούν να επαναφέρουν στη λειτουργία μπλοκαρισμένες ζεύξεις και ζεύξεις που υποφέρουν από κακή ευθυγράμμιση μεταξύ των δεσμών, αλλά η απόδοσή τους εξαρτάται από παραμέτρους όπως η πυκνότητα των χρηστών σε μια συγκεκριμένη περιοχή ενδιαφέροντος, η οποία επηρεάζει τον αριθμό των πιθανών αναμεταδοτών και των εμποδίων και η μέση ένταση της κακής ευθυγράμμισης των δεσμών των αναμεταδοτών. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι αλγόριθμοι ιχνηλάτησης δέσμης (beam-tracking) διερευνώνται όσον αφορά την ευθυγράμμιση των κεραιών μεταξύ του πομπού και ενός κινητού δέκτη. Συγκεκριμένα, παρουσιάζονται οι παράμετροι που επηρεάζουν την απόδοσή τους, όπως η οπτική γωνία του ιχνηλάτη που εξαρτάται από τον προσανατολισμό της κεραίας, το εύρος της δέσμης της κεραίας, τον αριθμό των κατευθύνσεων για σάρωση με σχετικά μεγάλες στοιχειοκεραίες (antenna array) και τη συχνότητα της ιχνηλάτησης της δέσμης. Επιπλέον, προτείνεται και αξιολογείται η έννοια της συνεργατικής ιχνηλάτησης δέσμης με πολλαπλά σημεία πρόσβασης (access point) που παρακολουθούν ένα χρήστη. Αξιολογείται η απόδοση των RIS, μαζί με τη βέλτιστη θέση και προσανατολισμό τους όσον αφορά την τοποθέτησή τους. Από αυτή την άποψη, παρουσιάζεται ένα αναλυτικό μοντέλο για ζεύξεις υποβοηθούμενες από RIS, το οποίο λειτουργεί για μικρά ίχνη δέσμης (beam-footprint) του πομπού στο RIS. Αυτό το μοντέλο δίνει πληροφορίες για το πώς κρίσιμες παράμετροι, όπως το κέρδος της κεραίας του πομπού, οι αποστάσεις πομπού-RIS και RIS-δέκτη, επηρεάζουν τη λαμβανόμενη ισχύ. Επιπλέον, το βέλτιστο κέρδος της κεραίας του πομπού παρουσιάζεται σε σχέση με τη θέση του δέκτη και η βέλτιστη τοποθέτηση για το RIS διερευνάται τόσο για στατικούς όσο και για κινητούς δέκτες. Παρουσιάζεται ένας αλγόριθμος για τον εντοπισμό της θέσης του εξοπλισμού του χρήστη. Ο αλγόριθμος χρησιμοποιεί τεχνικές σχηματισμού δέσμης (beam-forming) και εστίασης δέσμης (beam-focusing) για να υπολογίσει τη γωνία και τη θέση του εξοπλισμού του χρήστη. Η αξιολόγηση του αλγορίθμου γίνεται σε 2 σενάρια διαφορετικών μέγιστων αποστάσεων από τον πομπό για κινητούς και ακίνητους χρήστες. Επίσης παρουσιάζεται η σχεδίαση ενός βιβλίου κωδικών (codebook) για την τεχνική σχηματισμού δέσμης που βελτιώνει την απόδοση του αλγορίθμου στο κοντινό πεδίο υπό την παρουσία προσθετικού λευκού Γκαουσιανού θορύβου και συγκρίνεται η απόδοση με ένα συμβατικό βιβλίο κωδικών ως προς την επίδοση του αλγορίθμου με αυτά. Το μεγάλο μέγεθος των RIS δίνει τη δυνατότητα για προηγμένου σχεδιασμού μετώπου κύματος (advanced wavefront engineering). Αυτό επιτρέπει τη χρήση μη συμβατικών προφίλ δεσμών (beam profile), όπως είναι η εστίαση δέσμης, αυτοανακατασκευαζόμενες δέσμες (self-healing), και δέσμες που διαδίδονται σε καμπύλες τροχιές self-accelerating beams. Παρουσιάζονται τρόποι για τη αποδοτική χρήση της τεχνικής εστίασης δέσμης ώστε να συγκεντρωθεί η ισχύς της προσπίτουσας δέσμης στο δέκτη και να αυξηθεί σημαντικά η λαμβανόμενη ισχύς. Επιπλέον, οι αυτοανακατασκευαζόμενες δέσμες και οι δέσμες που διαδίδονται σε καμπύλες τροχιές επιτρέπουν στις ασύρματες συνδέσεις να λειτουργούν ακόμη και με μπλοκαρισμένη την οπτική επαφή (line-of-sight)
Le développement urbain et l'architecture de Kastellorizo depuis les années post-révolutionnaires jusqu'à l' Ιntégration
The subject of this thesis is the urban development of the unique settlement of the island of Kastellorizo and the architectural analysis of its traditional architecture from the post-revolutionary years to the Integration. This was the period during which Kastellorizo prospered through maritime trade with the ports of the Ottoman Empire and developed into a dynamic port city, which gradually declined until the end of the 19th century. The thesis is divided into four chapters. The first chapter presents the general characteristics of the study area, such as its geographical location, historical context, and economic and social data. The aim of presenting the general characteristics is not to provide an exhaustive account of them and to recycle the existing literature, but rather to provide a targeted reference to the necessary data that will enable an understanding of the developments over time that are directly or indirectly related to the following chapters, the urban development, and the analysis of the architectural physiognomy of the settlement. Subsequently, the second chapter attempts, through combined documentation, to present the diachronic organisation of space in general on the island, and in particular to analyse the urban development of the coastal settlement by time period. The last two chapters analyze the architecture of traditional dwellings in terms of construction, typology, and morphology, and present distinguished monuments of the settlement. The thesis is accompanied by an appendix of tables, images, maps, and drawings. The documentation material consists of material from private and public archives, much of which is being published for the first time, and material produced during the thesis, such as systematic photography, analysis maps, and drafting plans.Αντικείμενο της διατριβής αποτελεί η πολεοδομική εξέλιξη του μοναδικού οικισμού της νήσου Καστελλορίζου και η αρχιτεκτονική ανάλυση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του από τα μετεπαναστατικά χρόνια έως την Ενσωμάτωση. Είναι η περίοδος κατά την οποία το Καστελλόριζο γνώρισε ευημερία με το θαλάσσιο εμπόριο στα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ανέπτυξε μια πόλη - λιμάνι με αυξημένη δυναμική, η οποία κάμφθηκε σταδιακά έως το τέλος του 19ου αι. Η διατριβή διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα γενικά χαρακτηριστικά της περιοχής μελέτης, όπως είναι η γεωγραφική θέση, το ιστορικό πλαίσιο και τα οικονομικο-κοινωνικά στοιχεία. Στόχος της παρουσίασης των γενικών χαρακτηριστικών δεν είναι η εξαντλητική αναφορά σε αυτά και η ανακύκλωση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, αλλά η στοχευμένη αναφορά στα απαραίτητα στοιχεία που θα επιτρέψουν την κατανόηση των διαχρονικών εξελίξεων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τα επόμενα κεφάλαια, της πολεοδομικής εξέλιξης και της ανάλυσης της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του οικισμού. Ακολούθως, στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρείται, μέσα από συνδυαστική τεκμηρίωση, η παρουσίαση της διαχρονικής οργάνωσης του χώρου γενικά στο νησί, και ειδικότερα η ανάλυση της πολεοδομικής εξέλιξης του παράκτιου οικισμού του ανά χρονική περίοδο. Στα δύο τελευταία κεφάλαια αναλύεται η αρχιτεκτονική της παραδοσιακής κατοικίας σε επίπεδο οικοδομικό, τυπολογικό και μορφολογικό, και παρουσιάζονται διακεκριμένα μνημεία του οικισμού. Η διατριβή συνοδεύεται από παράρτημα πινάκων, εικόνων, χαρτών και σχεδίων. Το υλικό της τεκμηρίωσης συνίσταται σε αυτό που προέρχεται από ιδιωτικά και δημόσια αρχεία, μεγάλο μέρος του οποίου δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο κοινό, και σε αυτό που παράχθηκε κατά τη διάρκεια της διατριβής, όπως είναι η συστηματική φωτογράφηση, οι χάρτες ανάλυσης και τα σχέδια των αποτυπώσεων.Le sujet de cette thèse est le développement urbanistique du seul village de l'île de Kastellorizo et l'analyse architecturale de son architecture traditionnelle depuis les années post-révolutionnaires jusqu'à l'intégration. C'est la période durant laquelle Kastellorizo a connu la prospérité grâce au commerce maritime dans les ports de l'Empire ottoman et a développé une ville-port au dynamisme accru, qui s'est progressivement affaibli jusqu'à la fin du XIXe siècle.
La thèse est structurée en quatre chapitres. Le premier chapitre présente les caractéristiques générales de la région étudiée, telles que sa situation géographique, son contexte historique et ses données économiques et sociales. L'objectif de la présentation des caractéristiques générales n'est pas d'en faire un compte rendu exhaustif et de recycler la bibliographie existante, mais de mentionner de manière ciblée les éléments nécessaires qui permettront de comprendre les évolutions diachroniques directement ou indirectement liées aux chapitres suivants, le développement urbanistique et l'analyse de la physionomie architecturale du village.
Ensuite, le deuxième chapitre tente, à travers une documentation combinée, de présenter l'organisation diachronique de l'espace en général sur l'île, et en particulier d'analyser l'évolution urbanistique du village côtier par période.
Les deux derniers chapitres analysent l'architecture de l'habitation traditionnelle au niveau architectural, typologique et morphologique, et présentent les monuments remarquables du village.
La thèse est accompagnée d'une annexe contenant des tableaux, des images, des cartes et des dessins. Le matériel de documentation provient d'archives privées et publiques, dont une grande partie est publiée pour la première fois, et de documents produits au cours de la thèse, tels que des photographies systématiques, des cartes d'analyse et des plans d' implantation
Effects of chrononutrition on glycemic responses and anthropometric indices
Background: The Mediterranean Diet (MD), a dietary pattern characteristic of Mediterranean countries, has been extensively studied for its health benefits, including improving cardiometabolic profile and liver steatosis in patients with metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease (MASLD), the most common cause of chronic liver disease worldwide. At the same time, recent years have emphasized that timing is an important factor affecting the metabolism and the metabolic functions of human tissues, such as the liver, and the hormones secreted by the endocrine glands. To date, only a few randomized controlled trials have examined the effects of time-restricted feeding (TRF), a chrononutrition strategy, on body weight, glucose metabolism, and other health parameters in patients with MASLD, and none have compared TRF to MD, which is considered the gold standard in this population. Aims: The evaluation of the effects of certain chrononutrition parameters on glycemic responses and anthropometric indices. More specifically, the primary objectives of this thesis were: 1) To investigate the effects of the various TRF protocols on body composition, glycemia, and insulin resistance, depending on body mass index (BMI) and the health status of individuals, with the ultimate aim of elucidating the research gaps around TRF and selecting the appropriate feeding and fasting window, as well as the population of the long-term clinical trial, 2) To compare the effects of TRF, within the framework of a hypocaloric MD, against the corresponding diet without any time constraints, concerning liver steatosis, glucose metabolism, and body weight (evaluation of superiority of chrononutrition), as well as other health-related parameters in individuals with MASLD and overweight/obesity, and 3) To investigate the superiority or not of restricting feeding early versus late in the day in metabolic parameters and quality of life, in this population, in the context of MD. Methods: A) The protocol for the systematic review was registered and published by PROSPERO (CRD42022321108) and was organized according to PRISMA guidelines. Two independent researchers conducted a systematic literature search for relevant studies from May 2022 to August 2022 in the PUBMED and SCOPUS databases using specific keywords. The revised Cochrane risk-of-bias tool for randomized clinical trials was utilized to assess bias. B) The 12-week, controlled trial of parallel design (NCT05866744) enrolled individuals with MASLD and overweight/obesity. They were randomized to one of the three intervention groups, all following a hypocaloric MD plan. The control group (C) had no time restriction in feeding. The early TRF (eTRF) and late TRF (lTRF) groups had a 10-hour eating window, from 08:00 to 18:00 and 12:00 to 22:00, respectively. Various health parameters were determined during the study. Compliance was tracked via food diaries, and an 8-week follow-up occurred post-intervention. Results: A) Twenty-four studies met the inclusion criteria for the systematic review. The main findings of the review were as follows: 1) TRF may result in moderate weight loss in individuals with overweight/obesity; when TRF is combined with continuous caloric restriction, weight loss exceeds 5% of the initial body weight, 2) 14 hours of fasting per day may be as effective as 16 hours in terms of weight loss, and 3) TRF may lead to improved insulin sensitivity and glycemic responses/variability throughout the day in individuals with overweight/obesity. B) Fifty-nine individuals with MASLD (27 males, 45.8%) aged 52.9±1.6 years with a BMI of 32.1±0.6 kg/m2 completed the clinical trial (C, n=19; eTRF, n=20; lTRF, n=20). At 12 weeks, compared to the baseline, significant: a) weight loss, b) reduction in body fat, c) reduction in waist circumference, d) reduction in systolic and diastolic blood pressure, and e) improvement in liver steatosis, were observed in all 3 groups, but without difference between them. In addition, the eTRF group decreased glycated hemoglobin A1c and improved insulin resistance at 12 weeks compared to the baseline. Conclusions: A) The systematic review concluded that TRF may be an effective nutritional approach for weight loss while, also, ameliorating glycemic control and insulin sensitivity in individuals with overweight/obesity. B) The clinical trial confirmed the effectiveness of MD in improving cardiometabolic risk factors such as body weight in individuals with MASLD. Notably, combining MD with eTRF enhanced glycemic control. However, late eating within the MD framework did not impair glucose metabolism or cardiometabolic profile, highlighting the importance of a balanced diet for those who eat late due to lifestyle. TRF, within the MD context, may be an acceptable alternative strategy for individuals with MASLD.Εισαγωγή: Η Μεσογειακή Διατροφή (ΜΔ), ένα διατροφικό πρότυπο που χαρακτηρίζει τις χώρες της Μεσογείου, έχει μελετηθεί εκτενώς για τα ευεργετικά της οφέλη στην υγεία, με τη βελτίωση του καρδιομεταβολικού προφίλ και της ηπατικής στεάτωσης σε ασθενείς με μεταβολικά-σχετιζόμενη στεατωτική νόσο ήπατος (metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease, MASLD), της πιο κοινής αιτίας χρόνιας ηπατοπάθειας παγκοσμίως, να απαντώνται μεταξύ αυτών. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια, η χρονοδιατροφή έχει αναγνωριστεί ως ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει το μεταβολισμό και τις μεταβολικές λειτουργίες των ιστών του ανθρώπινου σώματος, όπως το ήπαρ, καθώς και τις ορμόνες που εκκρίνονται από τους ενδοκρινείς αδένες. Μέχρι σήμερα, μόνο λίγες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση της χρονικά περιορισμένης λήψης τροφής (time-restricted feeding, TRF), μιας χρονοδιατροφικής στρατηγικής, στο σωματικό βάρος, το μεταβολισμό γλυκόζης, καθώς και σε άλλες παραμέτρους υγείας σε ασθενείς με MASLD, ενώ καμία από αυτές δεν έχει συγκρίνει την TRF με τη ΜΔ που θεωρείται η θεραπεία εκλογής. Σκοπός: Η αξιολόγηση της επίδρασης ορισμένων παραμέτρων της χρονοδιατροφής στη γλυκαιμική απόκριση και τους ανθρωπομετρικούς δείκτες. Πιο συγκεκριμένα, πρωταρχικοί στόχοι της παρούσας διατριβής αποτέλεσαν: 1) Η διερεύνηση της επίδρασης των διαφόρων πρωτοκόλλων TRF στη σύσταση σώματος, τη γλυκαιμία και την αντίσταση στην ινσουλίνη, ανάλογα με το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) και την κατάσταση υγείας των ατόμων, με απώτερο στόχο να διαλευκανθούν τα ερευνητικά κενά γύρω από την TRF και να επιλεχθεί το κατάλληλο χρονικό παράθυρο σίτισης και νηστείας, καθώς και ο πληθυσμός της μακροπρόθεσμης κλινικής μελέτης, 2) Η σύγκριση της επίδρασης της TRF, στα πλαίσια μίας υποθερμιδικής ΜΔ, με την αντίστοιχη δίαιτα χωρίς, όμως, κανένα χρονικό περιορισμό, στην ηπατική στεάτωση, το μεταβολισμό γλυκόζης και το σωματικό βάρος (αξιολόγηση υπεροχής ή μη της χρονοδιατροφής), καθώς και σε άλλες, σχετιζόμενες με την υγεία, παραμέτρους σε άτομα με MASLD και υπερβάλλον σωματικό βάρος, και 3) Η διερεύνηση της υπεροχής ή μη του χρονικού περιορισμού νωρίς μέσα στην ημέρα έναντι του περιορισμού αργά στις μεταβολικές παραμέτρους και την ποιότητα ζωής, στον πληθυσμό αυτό, στα πλαίσια της ΜΔ. Μέθοδοι: Α) Το πρωτόκολλο της συστηματικής ανασκόπησης καταχωρήθηκε και δημοσιεύτηκε από το PROSPERO (CRD42022321108), ενώ η οργάνωσή της έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του PRISMA. Δύο ανεξάρτητοι ερευνητές πραγματοποίησαν συστηματική αναζήτηση στη βιβλιογραφία για κατάλληλες μελέτες από το Μάιο του 2022 έως τον Αύγουστο του 2022 στις βάσεις δεδομένων PUBMED και SCOPUS με συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά. Το αναθεωρημένο εργαλείο Cochrane risk-of-bias για τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση της μεροληψίας των μελετών. Β) Η ελεγχόμενη κλινική μελέτη με παράλληλο σχεδιασμό (NCT05866744) διάρκειας 12 εβδομάδων συμπεριέλαβε ασθενείς με MASLD και υπερβάλλον σωματικό βάρος. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις τρεις ομάδες παρέμβασης, ενώ όλες οι ομάδες κλήθηκαν να ακολουθήσουν ένα υποθερμιδικό πλάνο ΜΔ. Η ομάδα ελέγχου (ΟΕ) δεν είχε κανένα χρονικό περιορισμό στη σίτιση. Οι ομάδες early (eTRF) και late TRF (lTRF) κλήθηκαν να καταναλώνουν όλα τα γεύματα εντός ενός 10ωρου παραθύρου σίτισης νωρίς (08:00 – 18:00) και αργά (12:00 – 22:00) μέσα στην ημέρα, αντίστοιχα. Πλήθος παραμέτρων υγείας προσδιορίστηκαν κατά τη διάρκεια της μελέτης. Η συμμόρφωση αξιολογήθηκε μέσω ημερολογίων καταγραφής τροφίμων, ενώ πραγματοποιήθηκε επανέλεγχος 8 εβδομάδες μετά το πέρας της παρέμβασης. Αποτελέσματα: Α) Είκοσι τέσσερις μελέτες βρέθηκαν να πληρούν τα κριτήρια εισαγωγής στη συστηματική ανασκόπηση. Τα κύρια ευρήματα της ανασκόπησης ήταν τα εξής: 1) η TRF οδηγεί σε μέτρια απώλεια βάρους σε άτομα με υπερβαρότητα/παχυσαρκία, αλλά όταν συνδυαστεί με συνεχή ενεργειακό περιορισμό επιτυγχάνει κλινικά σημαντική απώλεια βάρους (>5% του αρχικού), 2) οι 14 ώρες νηστείας ημερησίως είναι το ίδιο αποτελεσματικές με τις 16 ώρες στην απώλεια βάρους, 3) η εφαρμογή της TRF μπορεί να συμβάλλει στην βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, αλλά και στη μειωμένη γλυκαιμική μεταβλητότητα κατά τη διάρκεια της ημέρας σε άτομα με υπερβαρότητα/παχυσαρκία. Β) Πενήντα εννέα άτομα με MASLD (27 άνδρες, 45,8%) ηλικίας 52,9±1,6 ετών με ΔΜΣ 32,1±0,6 kg/m2 ολοκλήρωσαν την κλινική μελέτη (ΟΕ, n=19; eTRF, n=20; lTRF, n=20). Στις 12 εβδομάδες, σε σχέση με το baseline, παρατηρήθηκε και στις 3 ομάδες σημαντική: α) απώλεια βάρους, β) μείωση σωματικού λίπους, γ) μείωση περιμέτρου μέσης, δ) μείωση συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης και ε) βελτίωση του βαθμού ηπατικής στεάτωσης, αλλά χωρίς διαφορά μεταξύ των 3 ομάδων. Επιπλέον, στην ομάδα eTRF μειώθηκε η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και βελτιώθηκε η αντίσταση στην ινσουλίνη στις 12 εβδομάδες σε σχέση με το baseline. Συμπεράσματα: Α) Από τη συστηματική ανασκόπηση προέκυψε ότι η TRF μπορεί να είναι μια αποτελεσματική διατροφική προσέγγιση για την απώλεια βάρους και τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και της ευαισθησίας στην ινσουλίνη σε άτομα με υπερβαρότητα/παχυσαρκία. Β) Η κλινική μελέτη επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της ΜΔ στη βελτίωση των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, όπως το σωματικό βάρος, σε άτομα με MASLD. Ο χρονικός περιορισμός στη λήψη τροφής νωρίς μέσα στην ημέρα φάνηκε πως μπορεί να βελτιώσει το γλυκαιμικό έλεγχο στα πλαίσια μίας υποθερμιδικής ΜΔ. Ωστόσο, ο περιορισμός της σίτισης πιο αργά δεν επηρέασε αρνητικά το μεταβολισμό γλυκόζης ή το καρδιομεταβολικό προφίλ, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ισορροπημένης διατροφής για όσους τρώνε αργά λόγω του τρόπου ζωής τους. Η TRF, στα πλαίσια της ΜΔ, μπορεί να αποτελέσει μία αποδεκτή εναλλακτική στρατηγική για τα άτομα με MASLD
Molecular mechanisms regulating the developmental homeostasis of Arabidopsis thaliana
Selective proteolysis maintains cellular homeostasis by preventing the accumulation of unfolded or misfolded proteins, which often form deleterious aggregates. Moreover, proteolysis of metabolic enzymes is also an essential regulatory step for various cellular functions. In bacteria and eukaryotic organelles, protein quality control is performed by members of the AAA+ (ATPases Associated with diverse cellular Activities) superfamily. Lon is a highly conserved AAA+ protease essential for organellar homeostasis like mitochondria. However, Lon-mediated mechanisms of substrates selection and recognition remain poorly understood especially in plants. Here, we identify mitochondrial substrates of Arabidopsis Lon1 protease by using a proteolytically inactive Lon1-trap coupled with proteomic analysis. As the genetic background we used lon1-1 plant mutants exhibiting severe growth retardation phenotype, mainly due to mitochondrial dysfunction. The identified substrates participate in key mitochondrial pathways, including energy metabolism, transcription and translation, highlighting the role of Lon1 in maintaining mitochondrial integrity. Notably, we uncover a set of bona fide Lon1 targets susceptible to degradation, including enzymes participating in calcium transport, lipoic acid synthesis, heat shock responses and PentatricoPeptide-Repeat (PPR) proteins, which are key regulators of mitochondrial gene expression. To further investigate the specific targets and processes controlled by Lon1 in plant mitochondria, we performed proteomic and transcriptomic analysis in lon1-1 mutants. Strikingly, PPR proteins involved in mitochondrial RNA splicing and editing are highly overrepresented in the lon1-1 proteome. Consistent with this, the lon1-1 mutant exhibits defects in group II intron splicing and RNA editing, particularly in transcripts encoding Complex I subunits, cytochrome c biogenesis factors, complex IV components and ribosomal proteins. Our findings reveal a novel regulatory role of Lon1 in mitochondrial RNA processing and maturation through the selective proteolytic turnover of PPR proteins.Η πρωτεόλυση διατηρεί την κυτταρική ομοιόσταση, αποτρέποντας τη συσσώρευση μετουσιωμένων ή λανθασμένα αναδιπλωμένων πρωτεϊνών, οι οποίες συχνά σχηματίζουν επιβλαβή συσσωματώματα. Επιπρόσθετα, η επιλεκτική πρωτεόλυση μεταβολικών ενζύμων είναι αναγκαία ρυθμιστική διεργασία για διάφορες κυτταρικές λειτουργίες. Στα βακτήρια και τα ευκαρυωτικά οργανίδια, ο έλεγχος της ποιότητας των πρωτεϊνών πραγματοποιείται από μέλη της υπερ-οικογένειας AAA+ (ATPases Associated with diverse cellular Activities). Η Lon είναι μια ιδιαίτερα συντηρημένη ΑΑΑ+ πρωτεάση μεταξύ των διάφορων μορφών ζωής, εξαιτίας του καθοριστικού ρόλου της στην διατήρηση της οργανιδιακής ομοιόστασης και κυρίως της λειτουργίας των μιτοχονδρίων. Ωστόσο, οι γνώσεις μας σχετικά με τα πρωτεϊνικά υποστρώματα της Lon ιδίως στα μιτοχόνδρια των φυτών, καθώς και ο μηχανισμός αναγνώρισης τους παραμένουν περιορισμένες. Σε αυτή τη διδακτορική μελέτη, προσδιορίσαμε τα μιτοχονδριακά υποστρώματα της πρωτεάσης Lon1 στο Arabidopsis, χρησιμοποιώντας μια πρωτεολυτικά ανενεργή παραλλαγή Lon1-παγίδας υποστρωμάτων μαζί με πρωτεομική ανάλυση. Ως γενετικό υπόβαθρο χρησιμοποιήθηκαν lon1-1 μεταλλάγματα που εμφανίζουν σοβαρό φαινότυπο καθυστέρησης της ανάπτυξης, κυρίως λόγω της μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας. Τα υποστρώματα που εντοπίστηκαν συμμετέχουν σε θεμελιώδεις μιτοχονδριακές διεργασίες, όπως ο ενεργειακός μεταβολισμός, η μεταγραφή και η μετάφραση, αναδεικνύοντας το ρόλο της Lon1 στη διατήρηση της ακεραιότητας των μιτοχονδρίων. Η ανάλυσή μας αποκαλύπτει περαιτέρω μια σειρά από επιβεβαιωμένους στόχους της Lon1, συμπεριλαμβανομένων ενζύμων που συμμετέχουν στη μεταφορά ασβεστίου, στη σύνθεση λιποϊκού οξέος, στις αποκρίσεις θερμικής καταπόνησης αλλά και πρωτεΐνες με επαναλαμβανόμενα μοτίβα τριανταπέντε αμινοξέων (PentatricoPeptide Repeat- PPR), οι οποίες είναι βασικοί ρυθμιστές της έκφρασης των μιτοχονδριακών γονιδίων. Για την περαιτέρω διερεύνηση των εξειδικευμένων στόχων και διεργασιών που ελέγχει η Lon1 στα φυτικά μιτοχόνδρια πραγματοποιήσαμε πρωτεομική και μεταγραφομική ανάλυση στα μεταλλάγματα lon1-1. Πολυάριθμα ένζυμα PPR, μεταξύ των οποίων και γνωστά μέλη που συμμετέχουν στο μάτισμα και την επεξεργασία C/U του μιτοχονδριακού RNA, υπερ-συσσωρεύονται στο πρωτέομα των lon1-1 μεταλλαγμάτων. Σε συμφωνία με αυτό, το μετάλλαγμα lon1-1 εμφανίζει μειωμένη ωρίμανση εσονίων της ομάδας ΙΙ και μεταβολές στην επεξεργασία C/U του RNA, ιδίως σε μεταγραφήματα που κωδικοποιούν υπομονάδες του συμπλόκου Ι, παράγοντες βιογένεσης του κυτοχρώματος c, συστατικά του συμπλέγματος IV και ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Συγκεντρωτικά, η μελέτη μας αποκαλύπτει έναν νέο ρυθμιστικό ρόλο της πρωτεάσης Lon1 στην επεξεργασία και ωρίμανση του μιτοχονδριακού RNA μέσω της στοχευμένης πρωτεόλυσης των πρωτεϊνών PPR
Intelligent system for dynamic workload management and resource allocation in the public sector using advanced artificial intelligence methods
Human Resource Management (HRM) in the public sector faces unique challenges, primarily due to its complex organizational structure and the critical need for a fair and efficient allocation of human resources. Traditional HRM systems often fail to objectively evaluate employee performance and optimally distribute workload, leading to issues of underutilization and employee burnout. This thesis introduces an innovative approach to revolutionize HRM practices in the public sector through the integration of Neuro-Fuzzy systems and machine learning algorithms, with a particular focus on the Adaptive Neuro-Fuzzy Inference System (ANFIS). The research introduces a comprehensive framework that develops, implements, and evaluates a system comprising two distinct components: a Neuro-Fuzzy Employee Ranking System, which ensures objective and accurate employee evaluations, and a Dynamic Workload Management System (DWMS), which dynamically allocates workloads to optimize productivity. Together, these components are designed to improve employee performance and streamline workload management, thereby substantially enhancing organizational efficiency. The initiation of this research is marked by the development of an Employee Ranking System tailored to the unique requirements of the public sector. This system is based on the ANFIS model, which was selected for its ability to combine the intuitive aspects of fuzzy systems with the learning advantages of neural networks. Focusing on quantifiable “hard” skills, the model avoids the subjective assessment of “soft” skills, ensuring an objective evaluation of employee performance. The innovative approach of this system lies in its ability to automate the ranking process, significantly reducing the time and resources traditionally expended by HR departments while simultaneously providing a transparent and unbiased evaluation of employees' competencies. Experimental tests demonstrate the system’s effectiveness, revealing its potential to substantially enhance decision-making processes within HRM by offering accurate insights into employee productivity and capabilities. Building on the employee ranking system, the thesis further explores the implementation of a Dynamic Workload Management System (DWMS). This system intelligently addresses the issue of workload distribution by dynamically mapping employees’ capacity to undertake and manage workloads. This dissertation culminates in the seamless integration of the Neuro-Fuzzy Employee Ranking System with the Dynamic Workload Management System, offering a comprehensive solution to the longstanding challenges faced by Human Resource Management (HRM) in the public sector. This holistic approach not only exemplifies the synergy between Neuro-Fuzzy systems and machine learning in modernizing HRM practices but also lays the foundation for a transformative shift in human resource management within public organizations. The research presented in this dissertation is not merely an academic exercise but a guide for future HRM practices, promoting the adoption of advanced technological solutions to enhance the efficiency of the public sector and improve employee satisfaction. As this research opens new horizons in Human Resource Management, it also establishes a basis for future studies on the functional integration of these systems in real-time scenarios, promising further advancements in public sector productivity and efficiency. The findings of this dissertation transcend the boundaries of academic research, offering practical solutions to persistent challenges and marking a new era of innovation in public sector management.Η Διαχείριση Ανθρώπινων Πόρων στον δημόσιο τομέα αντιμετωπίζει μοναδικές προκλήσεις, κυρίως λόγω της πολύπλοκης οργανωτικής του δομής και της κρίσιμης ανάγκης για μια δίκαιη και αποδοτική κατανομή των ανθρώπινων πόρων. Τα παραδοσιακά συστήματα HRM συχνά αδυνατούν να αξιολογήσουν αντικειμενικά την απόδοση των εργαζομένων και να κατανείμουν βέλτιστα τον φόρτο εργασίας, οδηγώντας σε προβλήματα υπό-αξιοποίησης και εργασιακής εξάντλησης των υπαλλήλων. Η παρούσα διατριβή εισάγει μια πρωτοποριακή προσέγγιση για την επανάσταση των πρακτικών HRM στον δημόσιο τομέα μέσω της ενσωμάτωσης συστημάτων Neuro-Fuzzy και αλγορίθμων μηχανικής μάθησης, με ιδιαίτερη έμφαση στο Adaptive Neuro-Fuzzy Inference System (ANFIS). Η έρευνα περιγράφει την ανάπτυξη, εφαρμογή και αξιολόγηση δύο κύριων συστημάτων: ενός Συστήματος Κατάταξης Υπαλλήλων Neuro-Fuzzy και ενός Συστήματος Διαχείρισης Δυναμικού Φόρτου Εργασίας (Dynamic Workload Management System - DWMS), σχεδιασμένα να βελτιώσουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων και να βελτιστοποιήσουν τη διαχείριση του φόρτου εργασίας, αυξάνοντας έτσι σημαντικά την αποδοτικότητα του οργανισμού. Η έναρξη αυτής της έρευνας σηματοδοτείται από την ανάπτυξη ενός Συστήματος Κατάταξης Υπαλλήλων, προσαρμοσμένο στις μοναδικές απαιτήσεις του δημόσιου τομέα. Το σύστημα αυτό βασίζεται στο μοντέλο ANFIS, το οποίο επιλέχθηκε για την ικανότητά του να συνδυάζει τις διαισθητικές πτυχές των συστημάτων Fuzzy με τα μαθησιακά πλεονεκτήματα των νευρωνικών δικτύων. Εστιάζοντας σε ποσοτικοποιήσιμες “τεχνικές” δεξιότητες (hard skills), το μοντέλο αποφεύγει την υποκειμενική αξιολόγηση των “ήπιων” δεξιοτήτων (soft skills), διασφαλίζοντας μια αντικειμενική αξιολόγηση της απόδοσης των εργαζομένων. Η καινοτόμος προσέγγιση αυτού του συστήματος έγκειται στην ικανότητά του να αυτοματοποιεί τη διαδικασία κατάταξης, μειώνοντας ουσιαστικά τον χρόνο και τους πόρους που παραδοσιακά δαπανούν τα τμήματα ανθρώπινου δυναμικού, παρέχοντας ταυτόχρονα μια διαφανή και αμερόληπτη αξιολόγηση των ικανοτήτων των εργαζομένων. Πειραματικοί έλεγχοι αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος, αποκαλύπτοντας την δυνατότητά του να βελτιώσει σημαντικά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων εντός του HRM, προσφέροντας ακριβείς γνώσεις σχετικά με την παραγωγικότητα και τις δυνατότητες των εργαζομένων. Χρησιμοποιώντας ως βάση το σύστημα κατάταξης υπαλλήλων, η διατριβή εξετάζει περαιτέρω την εφαρμογή ενός Συστήματος Διαχείρισης Δυναμικού Φόρτου Εργασίας (DWMS). Το σύστημα αυτό αντιμετωπίζει με ευφυή τρόπο την κατάσταση κατανομής φόρτου εργασίας, χαρτογραφώντας δυναμικά την ικανότητα των εργαζομένων να αναλάβουν και να διαχειριστούν τον φόρτο εργασίας, Η παρούσα διατριβή κορυφώνεται με την άρτια ενσωμάτωση του Συστήματος Κατάταξης Υπαλλήλων Neuro-Fuzzy με το Σύστημα Διαχείρισης Δυναμικού Φόρτου Εργασίας, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη λύση στις διαχρονικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Διαχείριση Ανθρώπινων Πόρων στον δημόσιο τομέα. Αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς παράδειγμα της συνεργίας μεταξύ των συστημάτων Neuro-Fuzzy και της μηχανικής μάθησης στον εκσυγχρονισμό των πρακτικών Διαχείρισης Ανθρωπίνων Πόρων, αλλά θέτει επίσης τις βάσεις για μια μετασχηματιστική μεταβολή στη διαχείριση των ανθρώπινων πόρων στους δημόσιους οργανισμούς. Η έρευνα που περιέχεται σε αυτή τη διατριβή δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά ένας οδηγός για τις μελλοντικές πρακτικές διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, που προωθεί την υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογικών λύσεων για τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα και της ικανοποίησης των εργαζομένων. Καθώς η έρευνα αυτή ανοίγει νέους ορίζοντες στη Διαχείριση Ανθρωπίνων Πόρων, θέτει επίσης τα θεμέλια για μελλοντικές μελέτες σχετικά με την λειτουργική ενσωμάτωση αυτών των συστημάτων σε σενάρια πραγματικού χρόνου, υποσχόμενη περαιτέρω πρόοδο στην παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα του δημόσιου τομέα. Τα αποτελέσματα αυτής της διατριβής ξεπερνούν τα όρια της ακαδημαϊκής έρευνας, προσφέροντας πρακτικές λύσεις σε μακροχρόνιες προκλήσεις και σηματοδοτώντας μια νέα εποχή καινοτομίας στη διαχείριση του δημόσιου τομέα