Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Writing as therapy: the interface of literature and psychology in contemporary Greek prose
The aim of this doctoral thesis is to present an original interdisciplinary interpretative tool for the approach of autobiographical literary texts that narrate mental or physical illness. Τhis tool combines the principles and findings of psychology and systemic psychotherapy, specifically of narrative research on illness and narrative therapy respectively, on the one hand, and of the theory of autobiography and the theory of narrative from the field of cultural and literary studies, on the other hand, in order to clarify how the identity of the subject is reconstructed within the narrative and how the therapeutic function of writing is realized with respect to the disease. In particular, the tool is applied to four authors and six texts, which belong to different autobiographical genres. These are: the diary of Margarita Karapanou entitled Η ζωή είναι αγρίως απίθανη (2008), as well as her novel entitled ΝΑΙ (1999), the autobiographical and hybrid text of Kostis Gimosoulis entitled Δύο μήνες στην αποθήκη – με εννιά σχέδια του συγγραφέα (2013), the diary of Sofia Nikolaidou entitled Καλά και σήμερα – Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος (2015), the autobiographical novel of Auguste Corteau entitled Μικρό Χρονικό Τρέλας (2016), as well as his autobiographical essay entitled Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου – Κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης (2020) . The interdisciplinary approach adopted by my research aimed at a more substantial and objective documentation of the psychotherapeutic role of writing in literary texts that narrate disease, thus corroborating and enriching the methods and findings of literary studies with the help of questions and practices of psychology and psychotherapy.Στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι να προτείνει ένα πρωτότυπο διεπιστημονικό ερμηνευτικό εργαλείο για την προσέγγιση των αυτοβιογραφικών λογοτεχνικών κειμένων που αφηγούνται την ψυχική ή σωματική ασθένεια. Το εργαλείο αυτό αξιοποιεί συνδυαστικά τις αρχές και τα πορίσματα πεδίων της ψυχολογίας και της συστημικής ψυχοθεραπείας, συγκεκριμένα της αφηγηματικής έρευνας για την ασθένεια και της αφηγηματικής θεραπείας αντίστοιχα, από τη μια μεριά, και της θεωρίας της αυτοβιογραφίας και της θεωρίας της αφήγησης από το πεδίο των πολιτισμικών και λογοτεχνικών σπουδών, από την άλλη, προκειμένου να γίνει σαφές πώς ανακατασκευάζεται η ταυτότητα του υποκειμένου μέσα στην/από την αφήγηση και πώς πραγματώνεται η θεραπευτική λειτουργία της γραφής μπροστά στην και σε σχέση με την ασθένεια. Ειδικότερα, το εργαλείο εφαρμόζεται σε τέσσερις συγγραφείς και έξι κείμενα, τα οποία εντάσσονται σε διαφορετικά αυτοβιογραφικά είδη. Αυτά είναι: το ημερολόγιο της Μαργαρίτας Καραπάνου με τίτλο Η ζωή είναι αγρίως απίθανη (2008), καθώς και το μυθιστόρημά της με τίτλο Ναι (1999), το αυτοβιογραφικό/ υβριδικό κείμενο του Κωστή Γκιμοσούλη με τίτλο Δύο μήνες στην αποθήκη – Με εννιά σχέδια του συγγραφέα (2013), το ημερολόγιο της Σοφίας Νικολαΐδου με τίτλο Καλά και σήμερα – Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος (2015), το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Αύγουστου Κορτώ με τίτλο Μικρό Χρονικό Τρέλας (2016), καθώς και το αυτοβιογραφικό του δοκίμιο με τίτλο Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου – Κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης (2020). Η διεπιστημονική προσέγγιση που υιοθετεί η έρευνά μου στοχεύει στην ουσιαστικότερη και αντικειμενικότερη τεκμηρίωση του ψυχοθεραπευτικού ρόλου της γραφής σε λογοτεχνικά κείμενα που αφηγούνται την ασθένεια, ενισχύοντας και εμπλουτίζοντας τις μεθόδους ανάλυσης και τα πορίσματα των λογοτεχνικών σπουδών με τις αναζητήσεις και τις πρακτικές της ψυχολογίας και της ψυχοθεραπείας
The Homiliary of Patriarch Neilos Kerameus of Constantinople
The present dissertation provides a detailed examination of the Homiliary of Patriarch Neilos of Constantinople (1380-1388), which remains unedited in its entirety. This Byzantine collection comprises 43 exegetical and moral speeches (homilies) on the Sunday pericopes of the church year. The first part of this study centres on Patriarch Neilos himself. Given the limited information available about him and the historical events of his time, the study places greater emphasis on his personality, as attested by others—specifically his spiritual father Markos and his successor to the abbacy of the Monastery of Charsianites and future patriarch of Constantinople, Matthew I—as well as by Neilos himself, primarily through his patriarchal acts and homilies. A brief record of his written works is also included here. The second and most fundamental part is the thorough examination of Neilos’ Homiliary. It consists of seven sections, each dealing with a different aspect of the collection. The first section places the Homiliary within the Byzantine homiletic tradition, offering a brief survey of exegetical homiletics with a focus on collections and comparing Neilos’ work with those of other Byzantine authors, including some of his contemporaries. The second section describes the manuscript tradition and the contents of the Homiliary, leading into the third section, which examines the chronological arrangement of the homilies based on their order in the manuscripts. The fourth and most extensive section provides a detailed analysis of the forty-three homilies, considering their context, content, structure, and sources. The fifth section offers additional observations on the source(s) of the homilies, namely Neilos’ extensive use of John Chrysostom. It examines how Neilos seamlessly incorporates passages from Chrysostom’s homilies—verbatim or paraphrased—into his text, sometimes combining multiple excerpts with minor modifications. The sixth section analyses the language of the homilies, with a particular emphasis on Neilos’ use of rhetorical devices. Numerous examples illustrate that Neilos was well versed in them, even when he copied from Chrysostom. Finally, the seventh section explores the most frequently recurring themes within the Homiliary, clearly showing patriarch Neilos’ teachings. The Conclusions provide a synopsis of each part and section, summarising key discussions, presenting the findings and offering suggestions for further research on Neilos’ Homiliary and Byzantine homiletics more broadly.Η παρούσα διατριβή προσφέρει μια λεπτομερή εξέταση του Ομιλιαρίου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νείλου (1380-1388), το οποίο στο σύνολό του παραμένει ανέκδοτο. Η βυζαντινή αυτή συλλογή περιλαμβάνει 43 ερμηνευτικές και ηθικές ομιλίες για τις κυριακάτικες περικοπές του εκκλησιαστικού έτους. Το πρώτο μέρος της μελέτης επικεντρώνεται στον ίδιο τον Πατριάρχη Νείλο. Λόγω των περιορισμένων πληροφοριών που διαθέτουμε για εκείνον και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, η έρευνα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπικότητά του, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις μαρτυρίες τρίτων—ιδίως του πνευματικού του πατέρα Μάρκου και του διαδόχου του στην ηγουμενία της Μονής των Χαρσιανιτών και μελλοντικού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Ματθαίου Α΄—καθώς και μέσα από τα ίδια του τα έργα, κυρίως τις πατριαρχικές πράξεις και τις ομιλίες του. Επιπλέον, παρουσιάζεται μια σύντομη καταγραφή του συγγραφικού του έργου. Το δεύτερο και σημαντικότερο μέρος της διατριβής συνιστά μία εις βάθος μελέτη του Ομιλιαρίου του Νείλου. Το έργο αναλύεται σε επτά διακριτές ενότητες, καθεμία από τις οποίες εστιάζει σε μία διαφορετική πτυχή της συλλογής. Αρχικά, το Ομιλιάριο τοποθετείται εντός της βυζαντινής ομιλητικής παράδοσης, όπου παρουσιάζεται μια σύντομη επισκόπηση της ερμηνευτικής ομιλητικής με ιδιαίτερη έμφαση στις συλλογές, ενώ το έργο του Νείλου συγκρίνεται με αντίστοιχα έργα άλλων βυζαντινών συγγραφέων, συμπεριλαμβανομένων και συγχρόνων του. Στη συνέχεια, εξετάζεται η χειρόγραφη παράδοση και το περιεχόμενο της συλλογής, τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν στη χρονολογική προσέγγιση των ομιλιών βάσει της διάταξής τους στα χειρόγραφα. Η τέταρτη και πλέον εκτενής ενότητα της μελέτης αφιερώνεται σε μια λεπτομερή ανάλυση των 43 ομιλιών, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο, το περιεχόμενο, τη δομή και τις πηγές τους. Ακολουθεί η διερεύνηση των πηγών του Νείλου, εστιάζοντας στη συστηματική χρήση των κειμένων του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αναλύεται διεξοδικά ο τρόπος με τον οποίο ο Νείλος ενσωματώνει αποσπάσματα από τις ομιλίες του Χρυσοστόμου—είτε αυτούσια είτε σε παράφραση—καθώς και η σύνθεση πολλαπλών χωρίων με μικρές μεταβολές. Η γλωσσική ανάλυση του Ομιλιαρίου εξετάζει τη χρήση των ρητορικών σχημάτων από τον Νείλο, με πληθώρα παραδειγμάτων που αποδεικνύουν την ευχέρειά του στη ρητορική, ακόμα και όταν αντιγράφει από τον Χρυσόστομο. Τέλος, η έβδομη ενότητα εστιάζει στα επαναλαμβανόμενα θέματα που διατρέχουν το Ομιλιάριο, αναδεικνύοντας τη διδασκαλία του πατριάρχη Νείλου. Στο τελευταίο μέρος, η ενότητα των Συμπερασμάτων παρέχει σύντομη παρουσίαση κάθε επιμέρους ενότητας, συνοψίζει τις σημαντικότερες συζητήσεις, αναδεικνύει τα ευρήματα της έρευνας και προτείνει περαιτέρω έρευνα πάνω στο Ομιλιάριο του Νείλου και τη βυζαντινή Ομιλητική γενικότερα
Σχεδιασμός και ανάπτυξη βιοαποικοδομήσιμων υλικών συσκευασίας με χρήση πρωτεϊνών και πολυσακχαριτών για τη συντήρηση τροφίμων φυτικής και ζωικής προέλευσης
The Ph.D. dissertation focuses on the synthesis of biodegradable materials and the effect of the crosslinking agent and cold plasma on their physicochemical properties. Also, the valorization of food and sericultural waste was investigated as source of proteins and polysaccharides in order to produce packaging materials. The synthesized materials were used to evaluate the shelf life of plant and animal-origin products. Due to the environmental concerns associated with petroleum-based materials, increasing attention is being directed by both the materials industry and the scientific community toward biodegradable biopolymers such as cellulose, pectin and gelatin. Concurrently, the food industry and regulatory authorities are prioritizing the reduction and valorization of food waste. This PhD dissertation presents original research focused on the development of biodegradable packaging materials possessing specific physicochemical properties tailored for food packaging applications. The study was initiated with a comprehensive mapping of biodegradable materials, including chitosan, carboxymethyl cellulose (CMC), hydroxypropyl methylcellulose (HPMC), methylcellulose (MC), sodium alginate, pectin and gelatin. Except from chitosan, the materials were subsequently treated with crosslinking agent and cold plasma. Calcium ions served as the crosslinking agent, while two types of cold plasma systems were employed: a jet plasma system using argon as carrier gas and a pin-to-plate cold plasma device. The results indicated that the effects of crosslinking or cold plasma treatments were dependent on the specific nature of each biopolymer. Fourier-transform infrared (FTIR) spectroscopy revealed that crosslinking induced more pronounced alterations in chemical bonding, including the addition or removal of functional groups, compared to cold plasma treatment. Among the two plasma systems evaluated, the pin-to-plate configuration exhibited a lower impact compared to the jet plasma system. However, despite its higher efficacy, the jet plasma system demonstrated limited capacity to treat large surface areas of the films. Polysaccharides and proteins were extracted from food processing by-products and evaluated for their potential to form films or coatings. The results demonstrated that films produced from proteins isolated from fish by-catches or lentil by-products, starch extracted from potatoes by-products, and fibroin derived from silkworm cocoons exhibited the potential to synthesize flexible packaging materials. These films displayed excellent optical properties, along with adequate mechanical strength, water barrier properties, and favorable moisture content and water solubility. The materials produced from proteins isolated from fish or lentil exhibited hydrophobic characteristics, with contact angle values greater than 90º. In contrast, films derived from starch isolated from potato starch or fibroin were hydrophilic, as indicated by contact angle values below 90º. Composite materials based on HPMC, pectin, gelatin, CMC, and either sodium alginate or chitosan were evaluated for their applicability in packaging of both animal- and plant-based food products. The results indicated that these biodegradable films can adequately replace petroleum-based materials, such as polyvinyl chloride (PVC) films, without compromising the shelf life or deteriorating the quality properties of the packaged food. Overall, the findings provide valuable insights into the customization of biodegradable films for practical packaging applications through physicochemical modification.Η παρούσα διδακτορική μελέτη επικεντρώνεται στη σύνθεση βιοαποκοδομήσιμων υλικών και στην επίδραση των παραγόντων διασταύρωσης των πολυμερικών αλυσίδων και του ψυχρού πλάσματος στις φυσικοχημικές ιδιότητες των υλικών. Ακόμα, μελετήθηκε η αξιοποίηση των παραπροϊόντων της βιομηχανίας τροφίμων και αγροτοβιομηχανίας ως πηγή απομόνωσης πρωτεϊνών και πολυσακχαριτών τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτη ύλη για τη σύνθεση υλικών συσκευασίας. Τα παραγόμενα υλικά συσκευασίας αξιολογήθηκαν για την εφαρμοσιμότητα τους για τη συντήρηση προϊόντων φυτικής και ζωικής προέλευσης. Λόγω των περιβαλλοντικών προβλημάτων που σχετίζονται με τα υλικά πετροχημικής προέλευσης, αυξανόμενο ενδιαφέρον δίνεται τόσο από την βιομηχανία όσο και από την επιστημονική κοινότητα στα βιοδιασπώμενα πολυμερή, όπως η κυτταρίνη, η πηκτίνη και η ζελατίνη. Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές και η βιομηχανία τροφίμων και δίνουν έμφαση στη μείωση και την αξιοποίηση των αποβλήτων τροφίμων. Η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στην ανάπτυξη βιοδιασπώμενων υλικών συσκευασίας με συγκεκριμένες φυσικοχημικές ιδιότητες, κατάλληλες για εφαρμογή των υλικών στη συσκευασία τροφίμων. Η μελέτη ξεκίνησε με μια εκτενή χαρτογράφηση βιοδιασπώμενων υλικών συμπεριλαμβανομένων, της χιτοζάνης, της καρβοξυλο- μεθυλοκυτταρίνης (CMC), της υδροξυπροπυλο- μεθυλοκυτταρίνης (HPMC), της μέθυλοκυτταρίνης, του αλγινικού νατρίου, της πηκτίνης και της ζελατίνης. Εκτός της χιτοζάνης, η μήτρα των υλικών τροποποιήθηκε με την ενσωμάτωση παράγοντα διασταύρωση των πολυμερικών αλυσίδων. Η τροποποίηση της επιφάνειας των υλικών έγινε με τη χρήση ψυχρού πλάσματος. Δυο τύποι ψυχρού πλάσματος ελέγχθηκαν: ένα σύστημα πλάσματος τύπου πίδακα με αργό ως φέρον αέριο και μια συσκευή ψυχρού πλάσματος τύπου “pin-to-plate”. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η τροποποίηση και η μεταβολή των ιδιοτήτων των υλικών μετά από κάθε τύπο επεξεργασίας εξαρτάται από τη συγκεκριμένη φύση κάθε βιοπολυμερούς. Η φασματοσκοπία υπέρυθρου Fourier (FTIR) έδειξε ότι η διασταύρωση των πολυμερικών αλυσίδων προκάλεσε πιο έντονες αλλαγές στους χημικούς δεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της προσθήκης ή αφαίρεσης λειτουργικών ομάδων σε σύγκριση με την επεξεργασία με ψυχρό πλάσμα. Συγκρίνοντας, τα δύο συστήματα επεξεργασίας πλάσματος που μελετήθηκαν, η συστοιχία “pin-to-plate” είχε μικρότερη επίδραση από το σύστημα πίδακα. Ωστόσο, παρά την υψηλότερη αποτελεσματικότητα του, το σύστημα πίδακα έδειξε σημειακή επεξεργασία στα υλικά και περιορισμένη δυνατότητα επεξεργασίας μεγάλων επιφανειών. Στο δεύτερο πειραματικό μέρος της παρούσας διδακτορικής διατριβής μελετήθηκε η απομόνωση πολυσακχαριτών και πρωτεϊνών από παραπροϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων και της αγροτοβιομηχανίας και αξιολογήθηκαν ως προς τη δυνατότητα τους να σχηματίσουν βιοαποικοδομήσιμα υλικά συσκευασίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συμπυκνωμένη πρωτεΐνη που απομονώθηκε από παραπροϊόντα ιχθυηρών, η συμπυκνωμένη πρωτεΐνη που απομονώθηκε από φακή, το άμυλο που απομονώθηκε από απόβλητα πατάτας, η πηκτίνη που απομονώθηκε από φλοιούς μπανάνας και η πρωτεΐνη φιβροΐνης είχαν τη δυνατότητα σύνθεσης εύκαμπτων υλικών συσκευασίας. Τα παραγόμενα υλικά έδωσαν εξαιρετικές οπτικές ιδιότητες, ικανοποιητική μηχανική αντοχή, κα ιδιότητες φραγμού στην υγρασία. Τα υλικά που παράχθηκαν από πρωτεΐνες οι οποίες απομονώθηκαν από ιχθυηρά ή φακή είχαν γωνία επαφής μεγαλύτερα από 90° και χαρακτηρίστηκαν ως υδρόφοβα. Αντίθετα, τα υλικά που παράχθηκαν από άμυλο πατάτας ή φιβροΐνη ήταν υδρόφιλα, με γωνία επαφής μικρότερη από 90°. Τα σύνθετα υλικά που παρασκευάστηκαν από HPMC, πηκτίνη, ζελατίνη, CMC, αλγινικό νάτριο ή χιτοζάνη αξιολογήθηκαν ως προς την εφαρμογή τους στη συσκευασία τροφίμων φυτική ή ζωικής προέλευσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι βιοδιασπώμενα υλικά συσκευασίας μπορούν να αντικαταστήσουν υλικά συσκευασίας πετροχημικής προέλευσης όπως το πολυβινυχλωρίδιο (PVC) χωρίς να υπάρχει αρνητική επίδραση στο χρόνο ζωής του συσκευασμένου τροφίμου. Τα αποτελέσματα συνολικά που προέκυψαν έδωσαν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσαρμογή βιοδιασπώμενων και πράσινων υλικών συσκευασίας
Decoding the etiological map of celiac disease
The first aim of the PhD was to map the non-genetic risk factors of celiac disease and evaluate the strength of their evidence. The extent and validity of associations of non-genetic risk factors with celiac disease are unclear in the literature. We assessed which of these associations have strong epidemiological validity and the presence and extent of potential biases in the literature in an umbrella review. The second aim was to investigate the genetic association of celiac disease and refractory celiac disease with other diseases using genetic risk scores from the UK Biobank. Celiac disease has been linked to several diseases in the literature. We estimated the polygenic risk score of celiac disease and its association with several diseases in a phenome-wide association study in the UK Biobank. Refractory celiac disease type II is the most adverse form of celiac disease, however significant uncertainty remains regarding its relationship to other autoimmune diseases. We estimated the polygenic risk of refractory celiac disease type II and its association with various autoimmune diseases in a phenome-wide association study in the UK Biobank. The third aim was to evaluate the association of celiac disease with other pathological conditions, in order to clarify its possible pathogenetic involvement in causing diseases and comorbidities that often coexist with celiac disease. We assessed the reliability and certainty of associations between celiac disease and health outcomes in an umbrella review.Ο πρώτος στόχος της διατριβής ήταν να χαρτογραφηθούν οι μη γενετικοί παράγοντες κινδύνου της κοιλιοκάκης και να αξιολογηθεί η ισχύς των τεκμηρίων τους. Το εύρος και η εγκυρότητα των συσχετίσεων των μη γενετικών παραγόντων κινδύνου με την κοιλιοκάκη είναι ασαφείς στη βιβλιογραφία. Αξιολογήσαμε ποιες από αυτές τις συσχετίσεις έχουν ισχυρή επιδημιολογική αξιοπιστία και την παρουσία και έκταση πιθανών συστηματικών σφαλμάτων στη βιβλιογραφία σε μια ανασκόπηση τύπου ομπρέλα. Ο δεύτερος στόχος ήταν να διερευνηθεί η γενετική συσχέτιση της κοιλιοκάκης και της ανθεκτικής κοιλιοκάκης με άλλα νοσήματα χρησιμοποιώντας γονιδιακά σκορ κινδύνου από τη βιοτράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η κοιλιοκάκη έχει συνδεθεί στη βιβλιογραφία με διάφορα νοσήματα. Υπολογίσαμε τον πολυγονιδιακό κίνδυνο κοιλιοκάκης και είδαμε τη συσχέτιση του με διάφορες ασθένειες σε μια μελέτη φαινοτυπικής συσχέτισης ευρείας κλίμακας στη βιοτράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ανθεκτική κοιλιοκάκη τύπου II είναι η πιο δυσμενής μορφή κοιλιοκάκης, ωστόσο παραμένει σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με τη σχέση της με άλλες αυτοάνοσες ασθένειες. Υπολογίσαμε τον πολυγονιδιακό κίνδυνο ανθεκτικής κοιλιοκάκης τύπου II και είδαμε τη συσχέτιση του με διάφορες αυτοάνοσες ασθένειες σε μια μελέτη φαινοτυπικής συσχέτισης ευρείας κλίμακας στη βιοτράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο τρίτος στόχος ήταν να αξιολογηθεί η συσχέτιση της κοιλιοκάκης με μια σειρά άλλων παθολογικών καταστάσεων, ώστε να αποσαφηνιστεί η ενδεχόμενη παθογενετική ενοχοποίηση της στην πρόκληση νοσημάτων και συν-νοσηροτήτων που συχνά συνυπάρχουν με την κοιλιοκάκη. Αξιολογήσαμε την αξιοπιστία και τη βεβαιότητα των συσχετισμών μεταξύ της κοιλιοκάκης και των εκβάσεων υγείας σε μια ανασκόπηση τύπου ομπρέλα
Arrhythmogenic inherited cardiac disease in Cretan children: epidemiology and screening
Introduction. Hereditary cardiomyopathies and channelopathies although relatively rare diseases (with a reported prevalence ranging from 1/500 to 1/5000 in the general population, with regional and ethnic variability), they are extremely important due to their associated significant morbidity and mortality, representing the main cause of sudden cardiac death in young people. Their early detection, already from childhood, is extremely important for preventing sudden cardiac death in the affected children and family members. Our current knowledge regarding the epidemiology of arrhythmogenic heart diseases in children is limited, while the implementation and evaluation of screening programs for early detection of cardiovascular diseases (and related risk factors) in the general pediatric population is equally limited. Purpose. The purpose of this study was a) to record the epidemiology of the above diseases in the children's population of Crete and b) to evaluate the possibility of early detection of arrhythmogenic heart disease by the application of a pilot structured screening program for early detection of cardiovascular disease and associated risk factors applied in school age children. Methodology. A. Epidemiology Documentation. The population of the study consisted of pediatric patients < 18 years of age with a permanent place of residence in Crete, evaluated or under follow-up at the Reference Center for Pediatric Cardiology of Pediatric Clinic of Heraklion University Hospital during 23 years (2002-2024), who met the diagnostic criteria for these diseases, with anonymous recording of new diagnoses (incidence) and the total number of diagnosed patients (prevalence) with the above diseases per year. Additionally, information related to age and method of diagnosis, the presence of symptoms, and the underlying etiological diagnosis was recorded. We also recorded the incidence of asymptomatic carriers as additional information. The potential impact of demographic factors including the documentation of regional variation, and differences between the two main categories (cardiomyopathies - channelopathies), were evaluated. Finally, a comparison of the documented incidence in the study population compared to that reported in different ethnic populations was performed. B. Screening program. The screening program for cardiovascular diseases in childhood, performed during this study, evaluated 3rd grade elementary school students (ages 8-9). This program was carried out in local primary health care units of all the geographical regions of Crete, with the informed consent of parents/guardians. The examination included the use of a specifically designed questionnaire on personal and family medical history, a clinical examination with cardiac auscultation, a digital phonocardiogram (PCG) and a standard 12-lead ECG recording. The initial referral indication based on documented responses and initial physical evaluation (Phase I) was further confirmed following a detailed evaluation of the history responses, documentation of the pathological findings of the phonocardiogram and evaluation of the electrocardiogram by an experienced pediatric cardiologist, supported by the use of an electronic health record with diagnostic algorithms (EHR-CDSS) specifically designed for the purposes of the study (Phase II). In the presence of verified reference indication, a final pediatric cardiology evaluation (Phase III) was offered at the Tertiary Reference Center in Crete (academic Pediatric Cardiology Unit, University Hospital Heraklion). Referral indications were recorded as total (in the presence of any referral indication) and individual component related (related to each specific screening tool incorporated to the program), in order to calculate the diagnostic yield of the program and its individual components in the detection of arrhythmogenic heart disease as well as cardiovascular disease and associated risk factors in the population sample studied. The overall diagnostic yield of the pilot application of the screening program was compared to that reported in the literature, while a preliminary cost-effectiveness analysis was performed. Results. Α. Epidemiology. A total number of 98 cases of arrhythmogenic heart disease have been recorded: 81 (82,6%) cases with a documented diagnosis (47 cardiomyopathies, 34 channelopathies), 17 (17,4%) asymptomatic carriers (11 cardiomyopathies, 6 channelopathies). A total of affected children with hypertrophic (28,4%), dilated (24,7%), arrhythmogenic (3,7%) and restrictive (1,2%) cardiomyopathy, long QT syndrome (40,8%), and catecholaminergic paroxysmal ventricular tachycardia (1,2%) were recorded. The average incidence of arrhythmogenic heart disease was estimated at 2,8 new diagnoses per 100.000 children per year (95% C.I: 2,2-3,5), with cardiomyopathies being the most common at 1,6/100.000/year, (95% C.I: 1,2-2,1) followed by channelopathies at 1,2/100.000/year (95% C.I: 0,8-1,6). The overall prevalence was estimated at 49,5 cases/100.000 children (95% C.I.: 37,9–63,4), the prevalence of cardiomyopathies at 25,5 cases/100.000 (95% C.I.: 17,4–36,0), of channelopathies at 23,9 cases/100.000 (95% C.I.: 16,1 – 34,1). Significant regional differences of arrhythmogenic heart disease incidence were recorded. The documented incidence of pediatric cardiomyopathies was increased compared to that reported for pediatric populations of Central European origin, and comparable to that reported for ethnic groups with increased incidence compared to the average in the largest epidemiological studies. A relatively lower prevalence of childhood channelopathy (LQT) documented in our study compared to the majority of international studies could also reflect screening methodology differences between studies. B. Screening program. The population study sample included 977 children (49% boys, mean age of 8,7 years 55% non-urban residence, which voluntary participated. Of them 699 (71,5%) fulfilled at least one initial referral criterion (Phase I). Obesity (10,8%) and hypertension (3,2%) were significantly related to each other (OR 13,4). Verified indication for referral (Phase II) was documented in 327 (33,5%) children (16 with isolated obesity), including abnormal physical evaluation finding (12,4%), verified positive history responses (11,8%) or 12-lead ECG abnormalities ( 7,6%). Of the 201 (61,4%) children who participated in the final diagnostic evaluation (Phase III), the majority (n = 132) were healthy, while in half of the cases (n = 103, 51%) a referral indication to other pediatric subspecialities was established. The final pediatric cardiology evaluation was positive in 69 children (7,1%), with 40 (4,1%) having positive echocardiographic findings (23 children (2,4%) mild findings with follow up indication only, 17 children (1,7%) insignificant findings) and 29 (3%) abnormal ECG findings (23 children (2,4%) non significant with follow up indication only 6 children (0,6%) significant with an indication for further referral to a tertiary pediatric arrhythmia center). One new diagnosis of arrhythmogenic cardiomyopathy (Long QT syndrome) as the first diagnosis in the family (index-case) genetically confirmed in follow up was recorded. Among children with positive findings in the final pediatric cardiology evaluation, three needed treatment and one underwent diagnostic electrophysiological study (0,3 % of the total). The estimated diagnostic yield (in case where all children with referral indication would be evaluated) reaches 11,2% (6,6% echocardiographic findings, 4,6% ECG findings). No diagnostic contribution of the personal/family history was documented in the present study while the all positive echocardiogaphic diagnosis corresponded to referrals for abnormal cardiac auscultation. Similarly, all ECG abnormalities were detected only due to ECG application in the screening program, The diagnostic yield of the preliminary application of the present screening program was within the range reported in the limited available literature, with an estimated cost of testing (all phases) of 10 euros per participant child and 100 euros per positive echocardiographic or ECG based final diagnosis. Conclusions. The present study, represents the first systematic documentation of cardiomyopathies and channelopathies in the pediatric population of the island of Crete, Greece and, to our knowledge, on of the few available for the Mediterranean and European pediatric populations. Furthermore it reports the results of the first cardiac screening program in school-age children in Greece and one of the few available in the literature. The incidence of arrhythmogenic heart diseases in the pediatric population of Crete was increased regarding the cardiomyopathies compared to that reported in the literature for central European origin populations, with significant geographical variations within the island. The pilot application of the screening program of cardiac diseases in 3rd grade students was associated with an estimated diagnostic yield of 11%, based exclusively on experienced cardiac auscultation and accurate pediatric ECG interpretation, with an acceptable cost. The study of epidemiology and the application and validation of dedicated screening programs could be helpful in the early detection, diagnosis and treatment of these rare but life threatening inherited cardiac diseases. Further research is required to document the epidemiology and regional differences of inherited arrhythmogenic cardiac diseases in the pediatric population worldwide and to validate the performance of individual screening tools and their combinations for their early detection, before the general application of pediatric cardiovascular screening programs.Εισαγωγή. Οι κληρονομικές μυοκαρδιοπάθειες και καναλοπάθειες (ή διαυλοπάθειες) αποτελούν σχετικά σπάνια νοσήματα (με επιπολασμό στο γενικό πληθυσμό από 1/500-1/5000, που ποικίλει ανάλογα εθνικότητας-περιοχής), εξαιρετικά σημαντικά όμως από άποψη νοσηρότητας και θνησιμότητας, καθώς αποτελούν την κύρια αιτία αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε νέα άτομα. Η έγκαιρη ανίχνευσή τους από την παιδική ήδη ηλικία είναι εξαιρετικά σημαντική για την προστασία της υγείας των πασχόντων παιδιών, αλλά και την έγκαιρη διάγνωση και προστασία και άλλων μελών της οικογένειας. Η γνώση της επιδημιολογίας των αρρυθμιογόνων καρδιοπαθειών στα παιδιά είναι διεθνώς περιορισμένη και άγνωστη για τη χώρα μας, ενώ εξίσου περιορισμένη είναι η γνώση μας σχετικά με την εφαρμογή και αξιολόγηση ανιχνευτικών προγραμμάτων καρδιοπαθειών (και σχετιζόμενων παραγόντων κινδύνου) στον γενικό παιδικό πληθυσμό. Σκοπός. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν α) η καταγραφή της επιδημιολογίας των ανωτέρω παθήσεων στον παιδικό πληθυσμό της νήσου Κρήτης και β) η αξιολόγηση της δυνατότητας έγκαιρης ανίχνευσης των αρρυθμιογόνων καρδιοπαθειών (αλλά και γενικότερα ανίχνευσης καρδιοπαθειών και παραγόντων κινδύνου στα παιδιά) στα πλαίσια εφαρμογής πιλοτικού ανιχνευτικού προγράμματος καρδιολογικού ελέγχου παιδιών σχολικής ηλικίας. Μεθοδολογία. Α. Καταγραφή επιδημιολογίας. Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελούνταν από παιδιατρικούς ασθενείς < 18 ετών με μόνιμο τόπο κατοικίας την Κρήτη, που παρακολουθούνταν ή έχουν διερευνηθεί στο τριτοβάθμιο κέντρο αναφοράς (Μονάδα Παιδοκαρδιολογίας Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου) στη διάρκεια 23 ετών (2002-2024), και πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια των υπό έλεγχο νοσημάτων, με ανώνυμη καταγραφή νέων διαγνώσεων (επίπτωση) και συνόλου διαγνωσθέντων (επιπολασμός) με τις ανωτέρω παθήσεις ανά έτος. Πρόσθετα καταγράφηκαν πληροφορίες σχετιζόμενες με ηλικία και τρόπο διάγνωσης, την παρουσία συμπτωμάτων και την υποκείμενη αιτιολογική διάγνωση. Η συχνότητα της ασυμπτωματικής φορείας καταγράφηκε ως πρόσθετη πληροφορία. Αξιολογήθηκε η πιθανότητα της επίδρασης δημογραφικών παραγόντων, των διαφορών στην γεωγραφική κατανομή των κρουσμάτων, και των επιδημιολογικών διαφορών μεταξύ των δύο κύριων κατηγοριών (μυοκαρδιοπαθειών – καναλοπαθειών) στην επιδημιολογία των νοσημάτων και έγινε η σύγκριση της καταγραφείσας επίπτωσης με την αναφερόμενη στην διεθνή βιβλιογραφία. Β. Ανιχνευτικό πρόγραμμα. Το ανιχνευτικό καρδιολογικό πρόγραμμα του γενικού παιδικού πληθυσμού, αξιολόγησε μαθητές 3ης τάξης δημοτικού (ηλικίας 8-9 ετών). Το πρόγραμμα πραγματοποιήθηκε σε τοπικές μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας όλων των γεωγραφικών διαμερισμάτων της Κρήτης, εκτός ωρών διδασκαλίας, με ενημέρωση και ενυπόγραφη συγκατάθεση των κηδεμόνων. Η εξέταση συμπεριλάμβανε την χρήση ειδικά δομημένου ερωτηματολογίου ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, κλινική εξέταση με ακρόαση της καρδιάς και καταγραφή ψηφιακού φωνοκαρδιογραφήματος (PCG) και ηλεκτροκαρδιογραφήματος 12 απαγωγών. Η αρχική ένδειξη παραπομπής (φάση Ι) επιβεβαιώθηκε μετά την αναλυτική αξιολόγηση των πληροφοριών ιστορικού, την τεκμηρίωση των παθολογικών ευρημάτων του φωνοκαρδιογραφήματος και την αξιολόγηση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος από έμπειρο παιδοκαρδιολόγο, και με τη βοήθεια ηλεκτρονικού φακέλου υγείας με διαγνωστικούς αλγόριθμους (EHR-CDSS), ειδικά σχεδιασμένου για τους σκοπούς της μελέτης (Φάση ΙΙ). Σε επιβεβαιωμένη ένδειξη παραπομπής ο τελικός παιδοκαρδιολογικός έλεγχος (Φάση ΙΙΙ) υλοποιήθηκε στο τοπικό τριτοβάθμιο κέντρο αναφοράς. Καταγράφηκαν οι ενδείξεις παραπομπής συνολικά και οι ανά επιμέρους συνιστώσες του ανιχνευτικού προγράμματος, καθώς και η τελική ανιχνευτική απoδοτικότητα (diagnostic yield) του προγράμματος αναφορικά με την δυνατότητα ανίχνευσης αρρυθμιογόνων καρδιοπαθειών και άλλων καρδιακών παθήσεων και παραγόντων κινδύνου στον πληθυσμό μελέτης. Αξιολογήθηκε η απόδοση του ανιχνευτικού προγράμματος συγκριτικά με την διαθέσιμη βιβλιογραφία, και έγινε αρχική εκτίμηση κόστους – αποτελεσματικότητας. Αποτελέσματα. Α. Καταγραφή ΕπιδημιολογίαςΣυνολικά έχουν καταγραφεί 98 περιστατικά αρρυθμιογόνου καρδιοπάθειας: 81 (82,6%) με τεκμηριωμένη διάγνωση (47 μυοκαρδιοπάθειας, 34 καναλοπάθειας), 17 (17,4%) ασυμπτωματικοί φορείς (11 μυοκαρδιοπάθειας, 6 καναλοπάθειας). Συνολικά καταγράφηκαν πάσχοντα παιδιά με υπερτροφική (28,4%), διατατική (24,7%), αρρυθμιογόνο (3,7%) και περιοριστική (1,2%) μυοκαρδιοπάθεια, σύνδρομο μακρού QT (40,8%), και κατεχολαμινεργική κοιλιακή ταχυκαρδία CPVT (1,2%).H μέση επίπτωση αρρυθμιογόνων καρδιοπαθειών εκτιμήθηκε σε 2,8 νέες διαγνώσεις ανά 100.000 παιδιά ανά έτος (95%C.I: 2,2-3,5), με συχνότερες τις μυοκαρδιοπάθειες 1,6/100.000/έτος (95%C.I:1,2-2,1), ακολουθούμενες από τις καναλοπάθειες 1,2/100.000/έτος (95% C.I: 0,8-1,6). Ο συνολικός επιπολασμός κατά το έτος 2024 εκτιμήθηκε σε 49,5 περιστατικά/100.000 παιδιά (95% C.I.: 37,9–63,4), των μυοκαρδιοπαθειών σε 25,5 περιστατικά/100.000 (95% C.I.: 17,4–36,0), των καναλοπαθειών σε 23,9 περιστατικά /100.000 (95% C.I.: 16,1– 4,1). Καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές στη γεωγραφική κατανομή των αρρυθμιογόνων καρδιοπαθειών στους επιμέρους νομούς της Κρήτης, ενώ η καταγραφείσα επίπτωση των παιδικών μυοκαρδιοπαθειών ήταν αυξημένη συγκριτικά με την αναφερόμενη σε πληθυσμούς κεντροευρωπαικής καταγωγής, και συγκριτικά με το μέσο όρο των διαθέσιμων επιδημιολογικών μελετών. Η καταγραφείσα επίπτωση ήταν συγκρίσιμη με μεμονωμένες εθνοτικές ομάδες των διαθέσιμων επιδημιολογικών μελετών. Ο σχετικά μικρότερος επιπολασμός των παιδικών καναλοπαθειών (LQT) που καταγράφηκε στη μελέτη μας συγκριτικά με την πλειοψηφία των διεθνών μελετών, πιθανά οφειλόταν σε διαφορές στη μεθοδολογία ελέγχου. Β. Ανιχνευτικό πρόγραμμαΣυμμετείχαν 977 παιδιά (αγόρια 49%), με μέση ηλικία 8,7 έτη, 55% μη αστικής διαμονής. 699 (71,5%) συμπλήρωναν τουλάχιστον ένα αρχικό κριτήριο παραπομπής (Φάση I). Η παχυσαρκία (10,8%) και η υπέρταση (3,2%) σχετίζονταν σημαντικά μεταξύ τους (O.R 13,4). Τεκμηριωμένη ένδειξη παραπομπής (Φάση ΙΙ) καταγράφηκε σε 327 (33,5%) παιδιά (16 μεμονωμένη παχυσαρκία), με κύρια ένδειξη παραπομπής παθολογική κλινική εξέταση (12,4%), θετικό ιστορικό (11,8%) ή παθολογικό ΗΚΓμα 7,6%. Από τα 201 (61,4%) παιδιά που συμμετείχαν στην τελική διαγνωστική αξιολόγηση (Φάση ΙΙΙ) η πλειοψηφία (n = 132) ήταν καρδιακά υγιείς ενώ στις μισές περιπτώσεις (n=103, 51%) τέθηκε ένδειξη παραπομπής σε άλλες παιδιατρικές υποειδικότητες για τα αναφερόμενα συμπτώματα. Θετικός ήταν ο καρδιολογικός έλεγχος σε 69 παιδιά, (7,1%), 40 (4,1%) με ευρήματα στο υπερηχοκαρδιογράφημα (23 ήπια (2,4%) με ένδειξη παρακολούθησης, 17 (1,7%) ασήμαντα), 29 (3%) με ευρήματα στο ΗΚΓμα (εξ αυτών 23 (2,4%) με ένδειξη παρακολούθησης, 6 (0,6%)) αξιολογήθηκαν ως σημαντικά με ένδειξη περαιτέρω παραπομπής σε τριτοβάθμιο παιδοαρρυθμιολογικό κέντρο. Καταγράφηκε μία νέα διάγνωση αρρυθμιογόνου καρδιοπάθειας (Long QT συνδρόμου, ως πρώτη διάγνωση στην οικογένεια (index-case) που ταυτοποιήθηκε και γενετικά). Από τα παιδιά με ευρήματα, 3 χρειάστηκαν θεραπεία και 1 διαγνωστική ηλεκτροφυσιολογική μελέτη (0,3 % του συνόλου). Η εκτιμώμενη διαγνωστική απόδοση (σε αξιολόγηση του συνόλου των παραπομπών) ανερχόταν σε 11,2% συνολικά (6,6% υπερηχοκαρδιογραφικά ευρήματα, 4,6% ΗΚΓκά ευρήματα). Δεν καταγράφηκε διαγνωστική συμβολή του ατομικού/οικογενειακού ιστορικού; το σύνολο των υπερηχογραφικών διαγνώσεων αντιπροσώπευαν παραπομπές τεκμηριωμένης παθολογικής ακρόασης, ενώ μοναδική ήταν η συμβολή του ΗΚΓματος στην ανίχνευση των σχετιζόμενων με την καταγραφή του παθολογικών ευρημάτων. Η διαγνωστική αποτελεσματικότητα του παρόντος προγράμματος ήταν εντός του εύρους που αναφέρεται στην διεθνή βιβλιογραφία, με εκτιμώμενο κόστος ελέγχου (όλων των φάσεων) τα 10 Εuro ανά μαθητή και 100 Εuro ανά θετική καρδιολογική διάγνωση. Συμπεράσματα Η παρούσα έρευνα αποτέλεσε, με βάση όσα γνωρίζουμε έως τώρα, την πρώτη συστηματική καταγραφή των μυοκαρδιοπαθειών - καναλοπαθειών στον παιδικό πληθυσμό της χώρας μας και την πρώτη εφαρμογή δομημένου προγράμματος ανιχνευτικού καρδιολογικού ελέγχου σε παιδιά σχολικής ηλικίας στη χώρα μας και από τις ελάχιστες διαθέσιμες μελέτες διεθνώς. Η επίπτωση των αρρυθμιογόνων καρδιοπαθειών καταγράφηκε ως πιθανά αυξημένη αναφορικά με τις μυοκαρδιοπάθειες στον παιδικό πληθυσμό της Κρήτης, με σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις. Η εφαρμογή του πιλοτικού ανιχνευτικού προγράμματος καρδιολογικού ελέγχου σε μαθητές 3ης Δημοτικού ανέδειξε εκτιμώμενη διαγνωστική ακρίβεια της τάξης του 11%, βασιζόμενη ιδίως στην έμπειρη καρδιακή ακρόαση και το ΗΚΓμα, και αποδεκτό κόστος ελέγχου. Η μελέτη της επιδημιολογίας και η εφαρμογή και αξιολόγηση ανιχνευτικών προγραμμάτων μπορεί να βοηθήσει στην έγκαιρη ανίχνευση, διάγνωση και θεραπεία των σοβαρών αυτών παθήσεων, που μπορεί να εκδηλωθούν με αιφνίδιο καρδιακό θάνατο ήδη από την παιδική ηλικία. Περαιτέρω έρευνα απαιτείται για την καταγραφή της επιδημιολογίας τους στον παιδιατρικό πληθυσμό της χώρας, και την βέλτιστη επιλογή των ανιχνευτικών δοκιμασιών πριν την μαζική εφαρμογή προγράμματος παιδιατρικού καρδιολογικού ελέγχου στον γενικό πληθυσμό
Development of an assessment methodology of climate change impacts on monuments of cultural heritage
Climate change increases the frequency and intensity of extreme weather events, such as prolonged droughts, intense rainfall, and strong winds, directly impacting the structural materials of cultural heritage monuments. Rising temperatures, heavy precipitation, and intensified solar radiation accelerate the physical and mechanical deterioration of these materials, reducing both their structural integrity and aesthetic value. Traditional restoration methods are no longer sufficient, necessitating the transition towards an integrated preventive framework based on climate studies at high spatial and temporal resolution and their connection with monument materials. This thesis examines two significant monuments in Northern Greece: the archaeological site of Dion in Pieria and the Arch of Galerius in Thessaloniki. The main materials analyzed are fired bricks at Dion and white marble of Thassos Island at both the Arch and Dion, representative materials of ancient Greek architecture. In Dion, substantial daily temperature fluctuations and increased relative humidity due to the area's microclimate are detrimental to material preservation. In Thessaloniki, thermal stress predominates – further exacerbated by the urban heat island effect – alongside high solar radiation, heatwaves, and strong winds. The climate trend analysis utilizes the EURO-CORDEX project under the RCP4.5 scenario at an approximate spatial resolution of 12 km for the periods 1971–2000 (reference period), 2021–2050, and 2071–2100. Significant upward trends in temperature are observed, characterized by a decrease in cold days and an increase in hot days. Specifically, Dion is projected to experience a potential decrease in rainfall frequency but an increase in intensity, whereas Thessaloniki is expected to have more sunny days due to reduced cloud cover and an unclear wind trend. Subsequently, specific monthly periods are selected through analysis with ETCCDI indices and other statistical metrics to optimally manage computational time required by atmospheric model simulations. The study proceeds with dynamical downscaling method using the mesoscale atmospheric model WRF-ARW at spatial resolutions of 9, 3, and 1 km, revealing minor deviations from actual measurements, thus validating the model's parameterizations. The 3 km analysis is highlighted as achieving an optimal balance between spatial detail, numerical accuracy, and computational efficiency. In Thessaloniki’s urban environment, the MEMO mesoscale model, at resolutions up to 250 meters, demonstrates superior numerical accuracy, while WRF-ARW better captures the dynamic nature of weather events. Future climate analysis with WRF-ARW underscores the importance of employing high spatial resolutions to accurately assess climate risks, enabling the adoption of targeted strategies for adaptation and cultural heritage protection. Finally, the impacts of climate change on the materials are quantified. Fired brick moisture content in Dion reaches up to 250 kg/m³ during winter months, with 7–15 wetting/drying cycles per month during transitional seasons. White marble of Thassos Island undergoes mechanical stress of up to 38.9 MPa and 31.5 MPa due to temperature variations in Dion and Thessaloniki, respectively, with cumulative deterioration reaching up to 83% and 85%. The thesis proposes an integrated, interdisciplinary approach to cultural heritage management addressing new climatic challenges, thus filling a significant gap in existing literature.Η κλιματική αλλαγή εντείνει τη συχνότητα και την ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως παρατεταμένες ξηρασίες, έντονες βροχοπτώσεις και ισχυρούς ανέμους, επηρεάζοντας άμεσα τα δομικά υλικά των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς. Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι έντονες βροχοπτώσεις και η ενισχυμένη ηλιακή ακτινοβολία επιταχύνουν τη φυσική και μηχανική φθορά των υλικών, υποβαθμίζοντας την αντοχή και την αισθητική τους αξία. Η παραδοσιακή μέθοδος αποκατάστασης δεν αρκεί πλέον, καθιστώντας αναγκαία τη μετάβαση σε ένα ολοκληρωμένο προληπτικό πλαίσιο δράσης που βασίζεται στη μελέτη του κλίματος σε υψηλή χωρική και χρονική ανάλυση και στη σύνδεσή του με τα υλικά των μνημείων. Η παρούσα διατριβή εξετάζει δύο σημαντικά μνημεία στη Βόρεια Ελλάδα: τον αρχαιολογικό χώρο του Δίου Πιερίας και την Αψίδα του Γαλερίου στη Θεσσαλονίκη. Τα κύρια υλικά που αναλύονται είναι ο οπτόπλινθος στο Δίον και το λευκό μάρμαρο Θάσου στην Αψίδα και στο Δίον, αντιπροσωπευτικά υλικά της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Στο Δίον, οι μεγάλες ημερήσιες διακυμάνσεις θερμοκρασίας και η αυξημένη σχετική υγρασία εξαιτίας του μικροκλίματος της περιοχής δεν ευνοούν τη διατήρηση των υλικών, ενώ στη Θεσσαλονίκη κυριαρχεί η θερμική καταπόνηση – η οποία επιδεινώνεται από την αστική θερμική νησίδα – η υψηλή ηλιακή ακτινοβολία, τα κύματα καύσωνα και οι ισχυροί άνεμοι. Για την ανάλυση των κλιματικών τάσεων χρησιμοποιείται το πρόγραμμα EURO-CORDEX, υπό το σενάριο RCP4.5, σε χωρική ανάλυση περίπου 12 χλμ., για τις περιόδους 1971-2000 (περίοδος αναφοράς), 2021-2050 και 2071-2100. Διαπιστώνονται σημαντικές αυξητικές τάσεις στη θερμοκρασία, με μείωση των ψυχρών ημερών και αύξηση των θερμών. Ειδικότερα, στο Δίον αναμένεται δυνητική μείωση της συχνότητας και αύξηση της έντασης των βροχοπτώσεων, ενώ στη Θεσσαλονίκη προβλέπονται περισσότερες ηλιόλουστες ημέρες λόγω μειωμένης νεφοκάλυψης και μη σαφής τάση για τον άνεμο. Έπειτα, επιλέγονται συγκεκριμένες μηνιαίες περίοδοι μέσω ανάλυσης με τους δείκτες ETCCDI και άλλους στατιστικούς δείκτες για τη βέλτιστη διαχείριση του υπολογιστικού χρόνου που απαιτούν οι προσομοιώσεις με τα ατμοσφαιρικά μοντέλα. Η μελέτη συνεχίζεται με το δυναμικό υποβιβασμό κλίμακας μέσω του ατμοσφαιρικού μοντέλου μεσοκλίμακας WRF-ARW σε χωρικές αναλύσεις 9, 3 και 1 χλμ., αποκαλύπτοντας μικρές αποκλίσεις σε σχέση με πραγματικές μετρήσεις, επικυρώνοντας έτσι τις παραμετροποιήσεις του μοντέλου. Η ανάλυση των 3 χλμ. χαρακτηρίζεται από τη βέλτιστη ισορροπία μεταξύ χωρικής λεπτομέρειας, αριθμητικής ακρίβειας και υπολογιστικού χρόνου. Στο αστικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης το μοντέλο μεσοκλίμακας MEMO, με ανάλυση έως 250 μέτρα, εμφανίζει καλύτερη αριθμητική ακρίβεια, ενώ το WRF-ARW παρουσιάζει καλύτερη ικανότητα αποτύπωσης της δυναμικής των φαινομένων. Η μελλοντική κλιματική ανάλυση με το WRF-ARW τονίζει τη σημασία χρήσης υψηλής χωρικής ανάλυσης για την ακριβή εκτίμηση των κλιματικών κινδύνων και την υιοθέτηση στοχευμένων στρατηγικών προσαρμογής και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Τέλος, ποσοτικοποιούνται οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στα υλικά. Η υγρασία του οπτόπλινθου στο Δίον φτάνει έως 250 kg/m³ τους χειμερινούς μήνες, με 7-15 κύκλους ύγρανσης/ξήρανσης ανά μήνα τους μεταβατικούς μήνες. Το μάρμαρο υφίσταται μηχανική καταπόνηση έως 38,9 MPa και 31,5 MPa ως προς τη διακύμανση της θερμοκρασίας για το Δίον και τη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα και συνολική φθορά έως 83% και 85%. Η διατριβή προτείνει μια ολοκληρωμένη και διεπιστημονική προσέγγιση διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς έναντι των νέων κλιματικών προκλήσεων, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό στη βιβλιογραφία
H μετεξέλιξη της διαιτησίας στην ψηφιακή εποχή (e-arbitration): η τεχνητή νοημοσύνη στη διαιτησία
The doctoral thesis examines the implementation of new technologies, and especially AI, in the field of arbitration and how these are reshaping the identity and legitimacy of arbitral proceedings. It starts with a metaphor of the Ship of Theseus (a philosophical inquiry into identity) and questions whether arbitration, after undergoing a series of technological transformations, is still the same procedure or now constitutes an entirely new adjudicative mechanism. A major turning point can be regarded as the adoption of virtual hearings online, which made it clear to the arbitration community that technological improvements could be extremely beneficial. Additionally, with the introduction of Chat-GPT, the AI-race became known to the public, creating even more possibilities of applying AI in arbitration. That, combined with technologies such as blockchain, created the base where the full spectrum of new technologies can be used to support, enhance and even transform the arbitral procedure. Through an interdisciplinary methodology, technologies have been examined in terms of their interaction with international arbitration and private international law. The dissertation is structured into four chapters. The introduction includes an extensive discussion of the philosophical aspects of technology and human nature. The part on “Assisting Technology in Arbitration”, offers an extensive overview of technologies used for accessing and processing data and of various supporting technologies in conjunction with machine learning, AI and blockchain and their role in assisting arbitration. The usefulness of blockchain technology and smart contracts is also highlighted, as the concept of Lex Cryptographia is introduced to overcome hurdles that arise from implementing such technologies. The chapter on “Augmenting Arbitration and Replacing Humans” discusses the perplexities of such an endeavour and the potential hiccups that need to be properly addressed before implementing such a technological solution. The role of AI, the requirements of the New York Convention and other international guidelines are also analysed to ensure compliance with existing norms. Key areas of concern, such as cybersecurity, data protection, human rights, transparency, and accountability, are addressed to ensure that the core values of arbitration are preserved while adopting digitalisation. Finally, in the Conclusion, the idea of introducing a new hybrid model in arbitration is being proposed, as it is a way of summarising the key findings that emerged from the study. Overall, the thesis concludes that enhancing human traits through technology is the most viable way of moving forward, i.e. by utilising a hybrid approach where humans are actively taking part in this technological evolution, rather than being simply observers.Η διδακτορική διατριβή εξετάζει την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, και ιδιαίτερα της τεχνητής νοημοσύνης (TN), στον τομέα της διαιτησίας και πώς αυτές επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητα και τη νομιμοποίηση της διαιτητικής διαδικασίας. Η ανάλυση ξεκινά με το παράδοξο του Πλοίου του Θησέα (μια φιλοσοφική διερεύνηση της έννοιας της ταυτότητας) και θέτει το ερώτημα εάν η διαιτησία, αφού έχει υποβληθεί σε μια σειρά τεχνολογικών μετασχηματισμών, παραμένει η ίδια διαδικασία ή πλέον συνιστά έναν εντελώς νέο μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης. Σημαντική καμπή μπορεί να θεωρηθεί η υιοθέτηση των εικονικών ακροάσεων (virtual hearings), οι οποίες κατέστησαν σαφές στη διαιτητική κοινότητα ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις μπορούν να είναι εξαιρετικά επωφελείς. Επιπλέον, με την εμφάνιση του Chat-GPT, η "κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης" έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό, δημιουργώντας ακόμα περισσότερες δυνατότητες για την εφαρμογή της ΤΝ στη διαιτησία. Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τεχνολογίες όπως το blockchain, διαμόρφωσε τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να αξιοποιηθεί το πλήρες φάσμα των νέων τεχνολογιών για την υποστήριξη, ενίσχυση και ακόμη και τον μετασχηματισμό της διαιτητικής διαδικασίας. Μέσα από μια διεπιστημονική μεθοδολογία, εξετάζονται οι τεχνολογίες σε σχέση με την αλληλεπίδρασή τους με τη διεθνή διαιτησία και το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Η διατριβή είναι δομημένη σε τέσσερα κεφάλαια. Η Εισαγωγή περιλαμβάνει εκτενή συζήτηση για τις φιλοσοφικές διαστάσεις της τεχνολογίας και της ανθρώπινης φύσης. Το κεφάλαιο «Assisting Technology in Arbitration» προσφέρει μια εκτενή επισκόπηση των τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται για την πρόσβαση και επεξεργασία δεδομένων και των διαφόρων τεχνολογιών υποστήριξης σε συνδυασμό με μηχανική μάθηση, ΤΝ και blockchain και τον ρόλο τους στην υποστήριξη της διαιτησίας. Επισημαίνεται επίσης η χρησιμότητα της τεχνολογίας blockchain και των έξυπνων συμβάσεων, ενώ παρουσιάζεται η έννοια της Lex Cryptographia για την υπέρβαση των εμποδίων που προκύπτουν από την εφαρμογή τέτοιων τεχνολογιών. Το κεφάλαιο «Augmenting Arbitration and Replacing Humans» εξετάζει τις πολυπλοκότητες μιας τέτοιας προσπάθειας και τα πιθανά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν ορθά πριν από την εφαρμογή τέτοιων τεχνολογικών λύσεων. Αναλύεται ο ρόλος της ΤΝ, οι προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και άλλες διεθνείς συμβάσεις και κατευθύνσεις, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις. Θέματα κρίσιμης σημασίας, όπως η κυβερνοασφάλεια, η προστασία δεδομένων, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η διαφάνεια και η λογοδοσία, αντιμετωπίζονται ώστε να διασφαλιστεί ότι οι βασικές αρχές της διαιτησίας διατηρούνται παράλληλα με την υιοθέτηση της ψηφιοποίησης. Τέλος, στα Συμπεράσματα προτείνεται η εισαγωγή ενός νέου υβριδικού μοντέλου στη διαιτησία, και μέσα από αυτό επιδιώκεται μια σύνοψη των βασικών ευρημάτων της μελέτης. Συνολικά, η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών μέσω της τεχνολογίας αποτελεί τη βιωσιμότερη κατεύθυνση για το μέλλον, αξιοποιώντας μια υβριδική προσέγγιση όπου οι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά σε αυτή την τεχνολογική εξέλιξη, αντί να είναι απλοί παρατηρητές
Μελέτη και αποτύπωση των χημικών χαρακτηριστικών και οργανοληπτικών ιδιοτήτων οίνων της ποικιλίας Σαββατιανό: επίδραση του terroir και των ζυμομυκήτων
The concept of terroir, combined with traditional varieties, specific geographical indications, and wine microbiota, is considered of great interest in providing quality and distinctiveness to wines, which can help them stand out in an increasingly competitive market. Therefore, it is essential to investigate terroir-driven factors, such as environmental variables and indigenous yeast contributions, that influence wine composition and sensory properties to enhance the unique characteristics and improve the quality of regional wines recognized by specific geographical indications. The present PhD thesis is focused on Savatiano (Vitis vinifera L.), the indigenous white grape variety of the Attica wine region in Greece. Noted for its adaptability to global warming and its distinctive characteristics in local wines, particularly from the EU-regulated production regions, Savatiano is receiving renewed attention. However, scientific research on its chemical and sensory profile remains limited. Thereby, this study aimed to investigate the impact of terroir and indigenous yeast strains on the chemical composition, sensory attributes, and typicity of Savatiano wines within the Attiki Protected Geographical Indication (PGI) region. Initially, wines produced from grapes grown across three sub-regions of Attica—east, north, and southwest — were analyzed to determine the characteristics of the variety, such as aroma compounds, phenolics, and sensory attributes, and to evaluate how regional factors, including soil type and climate, influence these properties. Results indicated terroir-specific variations in volatile compounds and sensory profiles. Wines from east Attica, with sandy soils and warmer climates, exhibited higher concentrations of terpenes and esters, contributing to pronounced floral and fruity aromas. In contrast, wines from cooler regions and clay-rich soils in the northern part were characterized by elevated levels of C₆-compounds, presenting herbaceous and mineral nuances. Phenolic profiling revealed relatively low levels of these compounds, typical of the variety, yet terroir seemed to impact the accumulation of specific flavonoids and phenolic acids, highlighting soil classification as a key determinant. Subsequent investigations focused on the role of indigenous Saccharomyces cerevisiae strains in shaping the chemical and sensory attributes of Savatiano wines and their contribution to the expression of varietal identity. Selected native strains isolated from spontaneous fermentations were compared to commercial strains in controlled fermentations of Savatiano must. Wines produced with indigenous yeasts exhibited distinct metabolic profiles, including glycerol production and organic acid metabolism, while associated with elevated levels of key aroma compounds such as terpenes and esters. Sensory analysis confirmed higher aromatic complexity and enhanced typicity in wines fermented with indigenous strains, presenting intense fruity, floral, vanilla, and honey attributes. Transcriptome analysis provided insight into the metabolic activity of native yeasts and further highlighted strain-specific gene expression patterns that influence fermentation metabolism and aroma-related pathways. Finally, expanding this approach to sparkling wine production using the traditional method, it was concluded that native yeasts successfully conducted secondary fermentation, resulting in lower acetic acid levels and demonstrating promising potential in improving foam quality due to the increased macromolecular content (proteins, mannoproteins) released during autolysis. Although the longer aging time on lees reduced certain aroma compounds, indigenous strains contributed to a more complex volatile profile, evolving from fruity-floral to toasty and creamy notes and distinguishing them as viable alternatives to commercial yeasts, which retained a strong fruity profile and showed less autolytic capacity. Overall, this thesis presents the first chemosensory characterization of Savatiano wines from Attica. The findings of this thesis provide a scientific basis for future winemaking strategies that valorize terroir parameters and native microbial resources, thereby contributing to the authenticity and recognition of Greek wines.H έννοια του terroir, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των γηγενών ποικιλιών αμπέλου, συγκεκριμένων γεωγραφικών ενδείξεων και τη μικροβιακή χλωρίδα του οίνου, θεωρείται ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την παραγωγή ποιοτικών οίνων με διακριτό χαρακτήρα, που μπορούν να ξεχωρίσουν σε μια ολοένα και πιο ανταγωνιστική αγορά. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η διερεύνηση παραγόντων που σχετίζονται με το terroir, όπως τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά και η συμβολή των γηγενών ζυμομυκήτων, που επηρεάζουν τη σύσταση και τις οργανοληπτικές ιδιότητες του οίνου, με σκοπό την ενίσχυση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και τη βελτίωση της ποιότητας των οίνων που φέρουν γεωγραφικές ενδείξεις. Η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στο Σαββατιανό (Vitis vinifera L.), την παραδοσιακή λευκή ποικιλία αμπέλου της οινοπαραγωγικής περιοχής της Αττικής, αλλά και την πλέον πολυφυτεμένη σε όλη την Ελλάδα. Η ποικιλία Σαββατιανό λόγω της προσαρμοστικότητάς της στην κλιματική αλλαγή και του ιδιαίτερου χαρακτήρα των οίνων ειδικότερα από τις αναγνωρισμένες και προστατευόμενες από την νομοθεσία περιοχές παραγωγής του, προσελκύει εκ νέου το επιστημονικό και οινικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, υπάρχει έλλειψη δημοσιευμένων επιστημονικών ερευνών που σχετίζονται με το χημικό και οργανοληπτικό προφίλ οίνων της ποικιλίας. Ως εκ τούτου, η παρούσα μελέτη στοχεύει στη διερεύνηση της επίδρασης του terroir και των γηγενών στελεχών ζυμομυκήτων στη χημική σύσταση, τις οργανοληπτικές ιδιότητες και την τυπικότητα των οίνων της ποικιλίας εντός της ζώνης Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) Αττικής. Αρχικά, σταφύλια που συλλέχθηκαν από τρεις υποπεριοχές της Αττικής, Ανατολική (Ε), Βόρεια (Ν) και Νοτιοδυτική (SW), χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή οίνων με κοινό πρωτόκολλο οινοποίησης. Οι παραγόμενοι οίνοι αναλύθηκαν προκειμένου να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας, όπως η χημική και οργανοληπτική περιγραφή του αρώματος καθώς και το φαινολικό προφίλ και να αξιολογηθεί η επίδραση παραγόντων όπως ο τύπος του εδάφους και κλιματικοί παράμετροι στα χαρακτηριστικά αυτά. Τα αποτελέσματα έδειξαν διαφοροποιήσεις ανά περιοχή στο πτητικό προφίλ και στο άρωμα των οίνων. Συγκεκριμένα, oι οίνοι από το ανατολικό τμήμα της Αττικής, με αμμώδη εδάφη και θερμότερο κλίμα, παρουσίασαν υψηλότερες συγκεντρώσεις τερπενίων και εστέρων, συμβάλλοντας σε έντονα ανθικά και φρουτώδη αρώματα. Αντιθέτως, οι οίνοι από τις βόρειες περιοχές της Αττικής, με πιο δροσερό κλίμα και εδάφη πλούσια σε άργιλο, χαρακτηρίστηκαν από αυξημένα επίπεδα πτητικών ενώσεων με έξι άτομα άνθρακα (C₆), και παρουσίασαν πιο φυτικό και ορυκτό αρωματικό χαρακτήρα. Η ανάλυση της φαινολικής σύστασης των οίνων έδειξε ότι το Σαββατιανό είναι μια ποικιλία χαμηλή σε συγκέντρωση φαινολικών ενώσεων. Ωστόσο βρέθηκε μια σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε φαινολικά οξέα και φλαβονοειδή και των περιοχών που μελετήθηκαν, με τον τύπο εδάφους να είναι καθοριστικός παράγοντας σε αυτή τη ταξινόμηση. Στην συνέχεια η μελέτη επικεντρώθηκε στην αξιολόγηση του ρόλου των γηγενών στελεχών Saccharomyces cerevisiae στα χημικά και αισθητηριακά χαρακτηριστικά των οίνων της ποικιλίας Σαββατιανό και τη συμβολή τους στην έκφραση της τυπικότητας. Για το σκοπό αυτό, επιλεγμένα στελέχη απομονώθηκαν από αυθόρμητες ζυμώσεις και συγκρίθηκαν με εμπορικά στελέχη σε ελεγχόμενες συνθήκες ζύμωσης. Οι οίνοι που παράχθηκαν μετά τον εμβολιασμό με γηγενείς ζυμομύκητες εμφάνισαν διακριτά μεταβολικά προφίλ, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής γλυκερόλης και του μεταβολισμού των οργανικών οξέων, καθώς και αυξημένα επίπεδα πτητικών ενώσεων με σημαντικό αντίκτυπο στο άρωμα όπως τα τερπένια και οι εστέρες. Η οργανοληπτική αξιολόγηση των οίνων επιβεβαίωσε την ύπαρξη τυπικότητας και μεγαλύτερης αρωματικής πολυπλοκότητας στους οίνους που προήλθαν με τα γηγενή στελέχη, παρουσιάζοντας έντονα αρώματα φρούτων, άνθεων, βανίλιας και μελιού. Η μελέτη του μεταγραφικού προτύπου έκφρασης γονιδίων των γηγενών ζυμομυκήτων παρείχε περαιτέρω πληροφορίες για τη μεταβολική δραστηριότητα τους, αναδεικνύοντας την σχέση στελέχους - σχετικής έκφρασης γονιδίων που εμπλέκονται στα μεταβολικά μονοπάτια της ζύμωσης και της σύνθεσης αρωματικών συστατικών.Τέλος, η εφαρμογή της ίδιας προσέγγισης για την παραγωγή αφρωδών οίνων με τη παραδοσιακή μέθοδο, παρουσίασε ότι οι γηγενείς ζυμομύκητες είναι ικανοί να ολοκληρώσουν επιτυχώς τη δεύτερη ζύμωση στη φιάλη, οδηγώντας σε χαμηλότερα επίπεδα οξικού οξέος και συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας του αφρού λόγω της αυξημένης απελευθέρωσης μακρομορίων (πρωτεΐνες, μαννοπρωτεΐνες) κατά την διαδικασία της αυτόλυσης. Αν και η παλαίωση των οίνων οδήγησε σε μείωση ορισμένων πτητικών ενώσεων, τα γηγενή στελέχη συνέβαλαν σε ένα πιο σύνθετο αρωματικό προφίλ, εξελισσόμενο από φρουτώδες-ανθικό σε πιο πολύπλοκο με νότες από τοστ και μπριός, διατηρώντας τα τυπικά αρώματα της ποικιλίας. Η χρήση επομένως γηγενών ζυμομυκήτων για τη παραγωγή αφρωδών οίνων ποιότητας αποτελεί μια βιώσιμη εναλλακτική λύση έναντι στη χρήση εμπορικών στελεχών τα οποία παρουσίασαν μικρότερη ικανότητα αυτόλυσης και παρείχαν έναν έντονο φρουτώδη και μη επιθυμητό χαρακτήρα στους αφρώδεις οίνους. Συνολικά, η παρούσα διατριβή αποτελεί τη πρώτη αποτύπωση των χημικών και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών οίνων της ποικιλίας Σαββατιανό από την Αττική. Τα ευρήματα της παρούσας διατριβής προσφέρουν επιστημονική βάση για μελλοντικές οινοποιητικές στρατηγικές που αξιοποιούν τους γηγενείς μικροοργανισμούς και συμβάλλουν στην αυθεντικότητα και αναγνώριση των ελληνικών οίνων
Τεχνολογίες παρακολούθησης ενέργειας για ενεργειακή απόδοση και αξιολόγηση υγείας συσκευών
This dissertation focuses on the field of Non-Intrusive Load Monitoring (NILM) and the analysis of electrical energy data to enhance energy efficiency and device health. NILM involves the monitoring of an electrical circuit and the disaggregation of energy to individual appliances/components without the need for individual metering. The field of NILM is interdisciplinary as it utilizes various techniques for feature extraction from electrical data, data analysis for event detection and energy disaggregation, and different systems for data collection. The quality of the collected data can affect the efficiency of a NILM system and the functionality it provides. Collection of data from real-world scenarios is a one of the pillars of the field, as it provides a common benchmark for the evaluation of techniques and approaches, and enables research advances. This thesis considers NILM in various settings. It presents the development of a versatile and low-cost data acquisition system, designed to operate effectively across different environments (residential, commercial and industrial). The system was deployed across all three environments including challenging harsh industrial settings. Furthermore, this dissertation introduces an efficient lightweight algorithm for on-site event detection to offload fog and cloud infrastructures and enable the real-time capabilities of NILM systems. This algorithm was evaluated against other techniques in terms of efficiency and computational cost. The focus of these contributions is on enabling high-frequency sampling, and data analysis and processing without increasing the needs for storage and transmission bandwidth by handling the data on-site. Finally, these contributions aim to help towards the wide adoption of high-frequency NILM by being robust and easily configurable to address different scenarios and achieve high levels of accuracy. Finally, a key contribution of this research is the creation of an industrial NILM system for collecting data from industrial sites. The creation of such a system allowed us to collect data and assist for creating a novel high-frequency industrial dataset intended for NILM applications. This will help addressing the problem of the few available datasets in this field and will be a valuable resource for future research on industrial NILM. Finally, in this dissertation, the development of a simple method to perform device health assessment for predictive maintenance applications, using electrical data (current waveforms), is described.Η παρούσα διδακτορική διατριβή ασχολείται με την περιοχή της μη επεμβατικής παρακολούθησης φορτίων (Non-Intrusive Load Monitoring - NILM) και της ανάλυσης δεδομένων ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και την αξιολόγηση της κατάστασης υγείας συσκευών και μηχανημάτων. Ως NILM ορίζεται η παρακολούθηση ενός ηλεκτρικού κυκλώματος και ο διαχωρισμός της καταναλισκόμενης ενέργειας στις επιμέρους καταναλώσεις των συσκευών/εξαρτημάτων του κυκλώματος, χωρίς την ανάγκη τοποθέτησης ξεχωριστών μετρητών για κάθε συσκευή/ εξάρτημα. Το πεδίο του NILM είναι διεπιστημονικό, καθώς αξιοποιεί διάφορες τεχνικές για την εξαγωγή χαρακτηριστικών από ηλεκτρικά δεδομένα, την ανάλυση δεδομένων για την ανίχνευση γεγονότων και τον διαχωρισμό ενέργειας, καθώς και διαφορετικά συστήματα για τη συλλογή δεδομένων. Η ποιότητα των συλλεγόμενων δεδομένων μπορεί να επηρεάσει την αποδοτικότητα ενός συστήματος NILM και τη λειτουργικότητα που παρέχει. Η συλλογή δεδομένων από περιβάλλοντα με ρεαλιστικά χαρακτηριστικά κατανάλωσης αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πεδίου, καθώς παρέχει ένα κοινό σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση τεχνικών και προσεγγίσεων, ενώ επιτρέπει την πρόοδο της έρευνας.Αυτή η διατριβή εξετάζει την εφαρμογή του NILM σε διάφορα περιβάλλοντα. Παρουσιάζει την ανάπτυξη μιας ευέλικτης και χαμηλού κόστους συσκευής συλλογής δεδομένων (DAQ), σχεδιασμένης να λειτουργεί αποτελεσματικά σε ετερογενή περιβάλλοντα (οικιακά, εμπορικά και βιομηχανικά). Η συσκευή δοκιμάστηκε και στα τρία αυτά περιβάλλοντα, και ιδιαίτερα σε απαιτητικές και σκληρές βιομηχανικές συνθήκες. Επιπλέον, στη διατριβή αυτή παρουσιάζεται ένας αποδοτικός και ελαφρύς υπολογιστικά αλγόριθμος για την ανίχνευση σε πραγματικό χρόνο, γεγονότων στη συσκευή παρακολούθησης, με σκοπό την αποφόρτιση των υποδομών fog και cloud των συστημάτων NILM. Αυτός ο αλγόριθμος αξιολογήθηκε έναντι άλλων αλγορίθμων ως προς την αποδοτικότητα και το υπολογιστικό του κόστος. Στο επίκεντρο της προταθείσας συσκευής και αλγορίθμου βρίσκεται η χρήση υψηλής συχνότητας δειγματοληψίας, καθώς και η ανάλυση και επεξεργασία των δεδομένων χωρίς να αυξάνονται οι ανάγκες σε χώρο αποθήκευσης και εύρος ζώνης μετάδοσης, μέσω της επεξεργασίας των δεδομένων στο σημείο λήψης (on-site). Τέλος, οι προαναφερθείσες συνεισφορές στοχεύουν στη διευκόλυνση της ευρείας υιοθέτησης του NILM υψηλής συχνότητας, καθώς είναι ευέλικτες και εύκολα παραμετροποιήσιμες για την αντιμετώπιση διαφορετικών σεναρίων και την επίτευξη υψηλών επιπέδων ακρίβειας. Τέλος, μια βασική συνεισφορά αυτής της διατριβής είναι η δημιουργία ενός βιομηχανικού συστήματος NILM για τη συλλογή δεδομένων από βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Ο σχεδιασμός και η δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος μας επέτρεψε να συλλέξουμε δεδομένα και θα συμβάλει στη δημιουργία ενός πρωτοποριακού βιομηχανικού συνόλου δεδομένων ενεργειακού διαχωρισμού (Industrial NILM dataset) υψηλής συχνότητας. Αυτό θα συμβάλει στην αντιμετώπιση του προβλήματος του μικρού αριθμού διαθέσιμων συνόλων δεδομένων στον τομέα αυτό και θα αποτελέσει έναν πολύτιμο εργαλείο για τη μελλοντική έρευνα στην περιοχή του βιομηχανικού NILM. Τέλος, σε αυτήν τη διατριβή περιγράφεται η ανάπτυξη μίας απλής μεθόδου για την αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας συσκευών, για εφαρμογές προβλεπτικής συντήρησης, χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά δεδομένα (κυματομορφές ρεύματος)
Development and characterization of multilayer polymer films with controlled bioactivity for packaging applications
The growing need to maintain food quality during long distribution periods—without using preservatives or other chemical additives—has led researchers to explore new types of active packaging based on natural bioactive substances. Although many studies exist on incorporating these substances into flexible food packaging, there are still important issues that need further investigation. Researchers face challenges related to the physical and chemical properties of natural bioactive compounds, such as their volatility, sensitivity to heat, and polarity. It is also important to maintain the main functions of packaging materials (i.e. mechanical performance, barrier properties, etc.) after the addition of these compounds. This thesis aims to address such challenges by encapsulating natural substances to protect and improve their activity. The encapsulated substances are then incorporated into multilayered flexible polyethylene (LDPE) films with different composition/layouts to achieve optimal performance. The bioactive substances studied here include essential oil compounds (thymol and carvacrol) and compounds from olive leaf extracts (hydroxytyrosol and phenolic acids), known for their antioxidant, and antimicrobial properties. Various methods were used to stabilize these substances, including creating micro and nanoparticles, complexes, and emulsions, to reduce unwanted oxidation, increase heat stability, and control their release and availability during mixing and coating processes. Specifically, thymol encapsulation was carried out using three methods: solvent evaporation with ethyl cellulose carriers, absorption into zeolite and activated carbon, and loading into yeast cells (S. cerevisiae). Key parameters such as the concentrations of thymol, polymer, and emulsifier (for solvent evaporation), the type and duration of liquid exposure (for adsorption), and encapsulation time and temperature (for yeast loading) were investigated. The encapsulation efficiency and thermal stability of the thymol loaded carriers were evaluated using simultaneous thermal analysis (STA) and Fourier transform infrared spectroscopy with attenuated total reflectance (FTIR-ATR).Clay-based carriers were also employed to develop multilayer films on the laboratory scale. The most effective carriers were blended with low density polyethylene (LDPE) to produce nano-modified films, which were then used to form two-layer structures. Additionally, emulsions and suspensions containing bioactive compounds were applied as coatings onto LDPE films, resulting in coated two-layer films. By combining blending and coating techniques, three-layer “bioactive reservoir” films were created and subsequently studied. These multilayer films were evaluated for their mechanical properties, bioactive compound release profiles, and antimicrobial and antioxidant activities—both immediately after production and following prolonged storage. Some of the films were also used for packaging cherry tomatoes to assess their effectiveness in maintaining freshness over time. At the pilot industrial scale, process parameters for incorporating nanocarriers into LDPE using a twin-screw extruder were optimized. These bioactive blends were then processed into films using standard industrial methods. Two-layer films were produced via coextrusion, while selected coating formulations were applied through a methodology that simulates flexographic printing to create three-layer films. Particles prepared via solvent evaporation enhanced the thermal stability of thymol and enabled its sustained release while retaining antimicrobial efficacy for at least one month. Although the quantity of these particles was limited, they were successfully used in patches for cherry tomato packaging, extending shelf life by at least 7 days. Thymol encapsulated in activated carbon and S. cerevisiae also demonstrated improved heat stability, in contrast to hydrophilic zeolite, which reduced thermal stability. Incorporation of bioactive compounds via biopolymer coatings had minimal effects on mechanical properties, whereas encapsulation in nano- or micro-carriers led to more significant reductions, particularly in tensile strength and elongation at break. This was likely due to uneven carrier distribution during lab scale blending. However, mixing via industrial twin screw extrusion greatly improved dispersion and film performance. Films incorporating zeolite, activated carbon, or organoclay nanocarriers released minimal amounts of thymol and exhibited weak antimicrobial activity, likely due to barriers imposed by the plastic matrix. Conversely, films containing S. cerevisiae released higher levels of thymol and showed strong antimicrobial effects, attributed to visible aggregates on the film surface. All coated films demonstrate rapid release and potential antimicrobial action. Hydrophilic coating materials like methylcellulose or gelatin facilitated immediate release, while ethyl cellulose provided a slower, more controlled release. Part of this Doctoral Dissertation is integrated into a broader research project focused on the development of flexible films with controlled antimicrobial and antioxidant activity for food packaging materials. This research was carried out under the project entitled AntiMicrOxiPack. The project was funded under the Special Actions of the Operational Program “Competitiveness, Entrepreneurship and Innovation (EPAnEK)” of the NSRF 2014–2020. Research areas included: the enzymatic processing of olive leaf extracts to produce selected bioactive products with proven antimicrobial and antioxidant properties; the study of antimicrobial activity against the bacterium E. coli; and investigations into the release and antioxidant performance of these compounds. These studies were conducted at the Biotechnology Laboratory of the Department of Biological Applications and Technologies at the University of Ioannina. The adsorption of bioactive compounds into the interlayer or surface of layered clays using green methodologies, as well as their incorporation into low density polyethylene (LDPE) using a small-scale extruder, was carried out at the Food Technology Laboratory of the Department of Food Science and Technology, University of Patras, based in Agrinio. The scaleup of the production process for bioactive blends of LDPE/bioactive clay carriers in a mixer and/or medium scale twin screw extruder was performed in collaboration with the Polymer Technology Laboratory of the School of Chemical Engineering at the National Technical University of Athens (NTUA). Characterization of the nanocarriers and films in terms of their antimicrobial activity against pathogenic bacteria such as Salmonella Enteritidis and Listeria monocytogenes was conducted at the Laboratory of Chemical and Microbiological Analyses of IPER. The pilot scale industrial production of the multilayer films and their standard industrial quality control were carried out in collaboration with the company Achaika Plastics S.A.Η συνεχώς αυξανόμενη ανάγκη διατήρησης της ποιότητας των τροφίμων κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων χρονοδιαγραμμάτων διανομής τους χωρίς τη χρήση συντηρητικών ή άλλων χημικών πρόσθετων έχει στρέψει το ενδιαφέρον της ερευνητικής κοινότητας στην ανάπτυξη καινοτόμων δομών ενεργούς συσκευασίας με βάση βιοδραστικές ουσίες φυσικής προέλευσης. Παρότι σήμερα υπάρχει πληθώρα μελετών σχετικά με την ενσωμάτωση βιοδραστικών ουσιών φυσικής προέλευσης στην εύκαμπτη συσκευασία τροφίμων υπάρχουν σημαντικά θέματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Η ερευνητική κοινότητα καλείται να αντιμετωπίσει τόσο προκλήσεις που σχετίζονται με τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των βιοδραστικών ουσιών φυσικής προέλευσης όπως η πτητική τους φύση, η θερμική τους ευαισθησία και η πολικότητα αλλά και προκλήσεις που σχετίζονται με την υποβάθμιση των λειτουργικών χαρακτηριστικών της συσκευασίας έπειτα από την ενσωμάτωσή τους. Στο πλαίσιο αυτό η παρούσα διατριβή αποσκοπεί να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που προαναφέρθηκαν μέσω της ενθυλάκωσης ουσιών φυσικής προελεύσεως με σκοπό την παροχή προστασίας και την ενίσχυση της δράσης τους και ακολούθως στην ενσωμάτωση τους σε πολυστρωματικές εύκαμπτες μεμβράνες πολυαιθυλενίου χαμηλής πυκνότητας (LDPE) διαφορετικής αρχιτεκτονικής με στόχο την επίτευξη της βέλτιστης λειτουργικότητας. Ως βιοδραστικές ουσίες μελετήθηκαν ενώσεις που ανήκουν στην κατηγορία των αιθέριων ελαίων (θυμόλη και καρβακρόλη), καθώς και βιοδραστικές ενώσεις από εκχυλίσματα φύλλων ελιάς (υδροξυτυροσόλη και φαινολικά οξέα) με ενισχυμένη αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή δράση. Μελετήθηκε η σταθεροποίηση των βιοδραστικών ουσιών, μέσω εγκλεισμού/ενθυλάκωσης/σύμπλεξης, ακολουθώντας διάφορες προσεγγίσεις, που βασίζονται στη δημιουργία βιοενεργών συμπλόκων, μίκρο-, νανο-, σωματιδίων, γαλακτωμάτων, κ.α. Με αυτό τον τρόπο επιχειρήθηκε η ελαχιστοποίηση της ανεπιθύμητης οξείδωσης των ευαίσθητων συστατικών, η αύξηση της θερμικής τους σταθερότητας, καθώς και ο έλεγχος της απελευθέρωσης των πτητικών ενώσεων και βιοδιαθεσιμότητάς τους τόσο κατά την ανάμειξη των βιοδραστικών φορέων με το LDPE, όσο και κατά την επίστρωσή του. Πιο συγκεκριμένα μελετήθηκε η ενθυλάκωση θυμόλης με τη μέθοδο εξάτμισης του διαλύτη σε αιθυλοκυτταρίνη, σε νανοφορείς ζεόλιθου και ενεργού άνθρακα με προσρόφηση από υγρό μέσο καθώς και σε κύτταρα ζυμομύκητα του είδους S. cerevisiae. Οι κύριες παράμετροι που εξετάστηκαν στην ενθυλάκωση με τη μέθοδο εξάτμισης του διαλύτη ήταν η περιεκτικότητα βιοδραστικής, πολυμερούς και γαλακτωματοποιητή. Αντίστοιχα στην ενθυλάκωση με προσρόφηση εξετάστηκε ο χρόνος και η φύση του υγρού μέσου προσρόφησης, ενώ στην ενθυλάκωση σε κύτταρα S. cerevisiae μελετήθηκε η επίδραση του χρόνου ενθυλάκωσης και η θερμοκρασία. Η ικανότητα ενθυλάκωσης της βιοδραστικής καθώς και η θερμική απόκριση των φορέων θυμόλης εξετάστηκε με ταυτόχρονη θερμική ανάλυση (STA), ενώ οι λειτουργικές ομάδες αναλύθηκαν με φασματοσκοπία υπέρυθρου μετασχηματισμού Fourier με εξασθενημένη ολική ανάκλαση (FTIR-ATR). Παράλληλα με τους φορείς που προαναφέρθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης εξετάστηκαν και φορείς βιοδραστικών ενώσεων με βάση τη φυλλόμορφη άργιλο. Οι φορείς αυτοί αξιοποιήθηκαν για την ανάπτυξη πολυστρωματικών μεμβρανών διαφορετικής αρχιτεκτονικής, αρχικά σε εργαστηριακό επίπεδο. Συγκεκριμένα οι βέλτιστοι φορείς ενσωματώθηκαν στο LDPE μέσω ανάμειξης τήγματος, μορφοποιήθηκαν σε νανοτροποποιημένες μεμβράνες, και συνενώθηκαν με μεμβράνες LDPE για την παρασκευή των βιοδραστικών διστρωματικών μεμβρανών από ανάμειξη τήγματος. Επιπλέον αναπτύχθηκαν διαλύματα, γαλακτώματα και αιωρήματα βιοδραστικών ουσιών/φορέων με θυμόλη/καρβακρόλη/εκχύλισμα φύλλων ελιάς για την εφαρμογή ως επικαλύψεις σε υπόστρωμα μεμβράνης LDPE και την ανάπτυξη των βιοδραστικών διστρωματικών επικαλυμμένων μεμβρανών. Η συνδυασμένη ενσωμάτωση των λειτουργικών φορέων μέσω ανάμειξης τήγματος και επίστρωσης οδήγησε στην ανάπτυξη τριστρωματικών μεμβρανών τύπου «δεξαμενής βιοδραστικότητας», οι οποίες μελετήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής. Σε επίπεδο εργαστηριακών δοκιμών οι πολυστρωματικές μεμβράνες εξετάστηκαν κυρίως ως προς τη μηχανική τους συμπεριφορά σε δοκιμές εφελκυσμού, ως προς το ρυθμό απελευθέρωσης της βιοδραστικότητας, ως προς την αντιμικροβιακή και την αντιοξειδωτική τους δράση αμέσως μετά τη παρασκευή αλλά και μετά από παρατεταμένη αποθήκευση, ενώ σε επιλεγμένες μεμβράνες συσκευάστηκαν ντοματίνια και μελετήθηκε η δυνατότητα διατήρησης της ποιότητας τους με τη πάροδο του χρόνου. Σε επίπεδο βιομηχανικής πιλοτικής παραγωγής βελτιστοποιήθηκαν οι παράμετροι παραγωγής αναμειγμάτων νανοφορέων με LDPE σε δικόχλιο εξωθητή μεσαίας κλίμακας. Τα αναμείγματα που προέκυψαν χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή μεμβρανών με βιομηχανικά συμβατές τεχνολογίες. Πιο συγκεκριμένα, εφαρμόστηκε η μέθοδος της συνεξώθησης για την παραγωγή διστρωματικών μεμβρανών που ενσωματώνουν τους βιοδραστικούς φορείς μέσω ανάμειξης τήγματος. Στη συνέχεια επιλεγμένα διαλύματα εφαρμόστηκαν στην επιφάνεια των διστρωματικών μεμβρανών με τη βοήθεια μεθόδου η οποία προσομοιάζει την φλεξογραφική για την παραγωγή των τριστρωματικών μεμβρανών τύπου δεξαμενής βιοδραστικότητας σε βιομηχανικό πιλοτικό επίπεδο. Από τη μέθοδο εξάτμισης του διαλύτη προέκυψαν σωματίδια που προσέφεραν αυξημένη θερμική σταθερότητα της θυμόλης, παρατεταμένη απελευθέρωση της με αντιμικροβιακή δράση που διατηρήθηκε για τουλάχιστον ένα μήνα μετά από την παρασκευή τους. Η μικρή παραγωγή σωματιδίων με τη μέθοδο εξάτμισης του διαλύτη δεν ευνόησε την ενσωμάτωση τους σε μεμβράνες, ωστόσο τα σωματίδια εφαρμόστηκαν με τη μορφή επιθεμάτων σε συσκευασία με ντοματίνια επιτυγχάνοντας τη διατήρηση των ποιοτικών τους χαρακτηριστικών για τουλάχιστον 7 ημέρες επιπλέον από τα αντίστοιχα ντοματίνια που αποθηκεύτηκαν χωρίς τα σωματίδια θυμόλης. Ευεργετική ως προς τη θερμική σταθερότητα ήταν και η ενθυλάκωση της θυμόλης σε ενεργό άνθρακα και στο S.cerevisiae πιθανό λόγω της οργανικής τους φύσης σε αντίθεση με τον υδρόφιλο ανόργανο ζεόλιθο που υποβάθμισε τη θερμική σταθερότητα της θυμόλης. Από τη σκοπιά της μηχανικής απόκρισης των μεμβρανών η προσθήκη των βιοδραστικών ενώσεων μέσω σύμπλεξης σε βιοπολυμερή (μεθυλοκυτταρίνη/αιθυλοκυτταρίνη/ζελατίνη) και επικάλυψης επέφερε μικρές μεταβολές κυρίως στην αντοχή και την παραμόρφωση στη θραύση, ενώ η ελάττωση αυτών των μηχανικών παραμέτρων ήταν εμφανέστερη στις επικαλύψεις όπου είχε προηγηθεί η ενθυλάκωση σε νανο- και μίκρο-φορείς. Αντίστοιχα οι διστρωματικές μεμβράνες από ανάμειξη τήγματος με ζεόλιθο, ενεργό άνθρακα και S.cerevisiae παρουσίασαν εντονότερη ελάττωση αυτών των μηχανικών παραμέτρων και παράλληλα ελάττωση του μέτρου ελαστικότητας. Τα ευρήματα συνδέθηκαν με τη κακή διασπορά των φορέων στην πολυμερική μήτρα, αφού για την ανάμειξη τήγματος εφαρμόστηκε μία εργαστηριακή μη-βελτιστοποιημένη μεθοδολογία. Αντίθετα, στην περίπτωση που η ανάμειξη τήγματος πραγματοποιείται με τη βοήθεια δικόχλιου εξωθητή, όπως κατά την ανάμειξη φορέων θυμόλης με βάση τον οργανόφιλο πηλό, οι διστρωματικές μεμβράνες που προέκυψαν παρουσίασαν εμφανώς μικρότερες αποκλίσεις των μηχανικών ιδιοτήτων τους σε σχέση με τις μεμβράνες αναφοράς.Ως προς τα λειτουργικά χαρακτηριστικά οι διστρωματικές μεμβράνες από ανάμειξη τήγματος με τους νανοφορείς ζεόλιθου, ενεργού άνθρακα και οργανόφιλου πηλού απελευθερώνουν μικρές ποσότητες βιοδραστικής και δε παρουσιάζουν αντιμικροβιακή δράση πιθανόν εξαιτίας της παρεμπόδισης από την πολυμερική μήτρα που παρεμβάλλεται μεταξύ των νανοσωματιδίων. Αντίθετα οι διστρωματικές μεμβράνες με φορείς S.cerevisiae απελευθερώνουν υψηλότερα επίπεδα της βιοδραστικής και συνεπώς παρουσιάζουν και ισχυρή αντιμικροβιακή δράση καθώς οι φορείς μετά τη θερμική τους επεξεργασία απαντώνται με τη μορφή συσσωματωμάτων στην επιφάνεια των πολυμερικών μεμβρανών. Όλες οι επικαλυμμένες μεμβράνες παρουσιάζουν ταχύτερη απελευθέρωση υψηλών ποσοτήτων της βιοδραστικής από ότι οι αντίστοιχες διστρωματικές από ανάμειξη τήγματος και ως εκ τούτου παρουσιάζουν ισχυρή αντιμικροβιακή δράση. Επικαλύψεις με βάση υδρόφιλα πολυμερή όπως η μεθυλοκυτταρίνη ή ζελατίνη απελευθερώνουν ακαριαία τη βιοδραστική μέσω της διάλυσης τους, ενώ αντίθετα η μη υδρόφιλη αιθυλοκυτταρίνη απελευθερώνει πιο σταδιακά τη βιοδραστική. Οι πολυστρωματικές μεμβράνες που παρήχθησαν σε πιλοτικό βιομηχανικό επίπεδο δεν εμφανίζουν σημαντική αλλοίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους που να περιορίζει την αξιοποίησή τους σε βιομηχανικό επίπεδο. Ως προς την λειτουργικότητα τους οι τριστρωματικές μεμβράνες παρουσίασαν αντιοξειδωτική δράση καθώς και έντονη αναστολή στην ανάπτυξη του βακτηρίου Salmonella Enteritis γεγονός που τις καθιστά θεωρητικά κατάλληλες για εφαρμογή σε όλα τα τρόφιμα. Τμήμα της παρούσας Διδακτορικής διατριβής αποτελεί μέρος μιας εκτενέστερης έρευνας που εστιάζει στην ανάπτυξη εύκαμπτων μεμβρανών με ελεγχόμενη αντιμικροβιακή και αντιοξειδωτική δράση για υλικά συσκευασίας τροφίμων, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου με κωδική ονομασία AntiMicrOxi-Pack. Το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε στο πλαίσιο των Ειδικών Δράσεων του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία (ΕΠΑνΕΚ)» του ΕΣΠΑ 2014 –2020. Τομείς όπως η ενζυμική επεξεργασία εκχυλισμάτων φύλλων ελιάς για την παραγωγή επιλεγμένων βιοδραστικών προϊόντων με τεκμηριωμένη αντιμικροβιακή και αντιοξειδωτική δράση, η μελέτη της αντιμικροβιακής δράσης έναντι του βακτηρίου E.coli, η μελέτη της απελευθέρωσης και της αντιοξειδωτικής δράσης πραγματοποιήθηκαν στο Εργαστήριο Βιοτεχνολογίας του Τμήμα-τος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η προσρόφηση βιοδραστικών ενώσεων στην ενδοστρωματική περιοχή/επιφάνεια της φυλλόμορφης αργίλου με εφαρμογή πράσινων μεθόδων και η ενσωμάτωση τους στο χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο με εργαστηριακό εξωθητή μικρής κλίμακας πραγματοποιήθηκε στο εργαστήριο Τεχνολογίας Τροφίμων του Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων του Πανεπιστημίου Πατρών με έδρα το Αγρίνιο. Η κλιμάκωση της διεργασίας παραγωγής «κύριων αναμειγμάτων» LDPE/βιοδραστικών φορέων αργίλου σε αναμίκτη ή/και δικόχλιο εξωθητή μεσαίας κλίμακας πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Εργαστήριο Τεχνολογίας Πολυμερών, της Σχολής Χημικών Μηχανικών, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ο χαρακτηρισμός των νανοφορέων και των μεμβρανών έναντι των παθογόνων βακτηρίων Salmonella Enteritis, Listeria monocytogenes έλαβε χώρα στο Εργαστήριο Χημικών και Μικροβιολογικών Αναλύσεων ΗΠ. ΕΡ. Η πιλοτική βιομηχανική παραγωγή των πολυστρωματικών μεμβρανών και ο τυπικός βιομηχανικός έλεγχος τους πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρία ΑΧΑΪΚΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ Α.Ε.Β.Ε