Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Education on screen: a study of the cinematic representation of the student role

    No full text
    The cinematic portrayal of the student is often described as "subversive" and, to some extent, incompatible with social reality, simultaneously expressing their challenge to the stereotypes of the time. This dissertation seeks to map the representation of the student role on the global cinematic landscape and its position within the educational institution, shedding light on aspects insufficiently covered by international and Greek literature, such as the cinematic language employed by each director (style, form, narrative). At the same time, the dissertation aims to analyze and substantiate, both sociologically and pedagogically, the interaction between the cinematic discourse of films (aesthetic influences) and the historical, economic, cultural, and sociopolitical context of each era. Essentially, it examines how cinema influences these contexts and, in turn, is shaped by their impact, highlighting the dynamic relationship between art, education, and social reality.For these purposes, a representative sample of 12 films is analyzed, drawn from countries in the Third World (China, India, Iran, South Korea), Europe (France, Germany, Denmark, United Kingdom), and America (U.S.A.). This selection aims to explore the deeper connection between cinema and education. The study of education in cinema contributes to the emergence of a growing film genre, the School Movies, where, through Altman’s semantic, syntactic, and pragmatic approach, the main semantic and syntactic elements of the genre are identified. Within this framework, the type and pattern of the student role are highlighted on a cinematic level, taking into account the social, political, and ideological context of the period during which each film was produced. Through Altman’s approach, it becomes evident that School Movies reflect educational systems and types of teachers and students, elements thoroughly examined in this dissertation. Consequently, the student role is represented in cinema following the core principles and characteristics defined by the School Movies genre. The student role is analyzed through a selected corpus of films within the genre, which serve as models for further exploration of its multifaceted representation in various educational, social, political, and cultural systems, depending on the country of origin.Η κινηματογραφική εικόνα του μαθητή συχνά περιγράφεται ως «ανατρεπτική» και σε κάποιο βαθμό ασύμβατη με την κοινωνική πραγματικότητα, εκφράζοντας παράλληλα την αμφισβήτησή του απέναντι στα στερεότυπα της εποχής. Η παρούσα διδακτορική διατριβή επιχειρεί να χαρτογραφήσει την εικόνα του μαθητικού ρόλου στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη και τη θέση του στον εκπαιδευτικό θεσμό, φωτίζοντας παραμέτρους που δεν καλύπτονται επαρκώς από τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία, όπως είναι για παράδειγμα, η κινηματογραφική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο εκάστοτε σκηνοθέτης (ύφος, μορφή, αφήγηση). Ταυτοχρόνως, επιχειρείται να αναλυθεί και να τεκμηριωθεί, τόσο σε κοινωνιολογικό όσο και σε παιδαγωγικό επίπεδο, η αλληλεπίδραση μεταξύ του κινηματογραφικού λόγου των ταινιών (αισθητικές επιρροές) και του ιστορικού, οικονομικού, πολιτισμικού και κοινωνικοπολιτικού πλαισίου κάθε εποχής (συγκείμενο). Εξετάζεται ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο ο κινηματογράφος επηρεάζει αυτά τα πλαίσια, αλλά και πώς διαμορφώνεται από τις επιδράσεις τους, αναδεικνύοντας τη δυναμική σχέση μεταξύ τέχνης, εκπαίδευσης και κοινωνικού γίγνεσθαι. Για τους παραπάνω σκοπούς, επιλέγεται προς ανάλυση ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ταινιών (12 συνολικά) από χώρες του Τρίτου Κόσμου (Κίνα, Ινδία, Ιράν, Νότια Κορέα), της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία) και της Αμερικής (Η.Π.Α.), ώστε να διερευνηθεί η βαθύτερη σχέση του κινηματογράφου με την εκπαίδευση. Η αναζήτηση της εκπαίδευσης στον κινηματογράφο συμβάλει στην ανάδυση ενός ανερχόμενου είδους ταινιών (School Movies), όπου μέσω της σημασιολογικής, συντακτικής και πραγματολογικής προσέγγισης του Altman, εντοπίζονται τα κύρια σημασιολογικά και συντακτικά του στοιχεία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τύπος και το μοτίβο του μαθητικού ρόλου αναδεικνύονται σε κινηματογραφικό επίπεδο λαμβάνοντας υπόψη τους το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής, κατά την οποία πραγματοποιείται η παραγωγή της εκάστοτε ταινίας. Μέσα από την προσέγγιση του Altman, καθίσταται αντιληπτό ότι τα School Movies αποτυπώνουν εκπαιδευτικά συστήματα και τύπους δασκάλων και μαθητών, στοιχεία που διερευνώνται διεξοδικά στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής. Ως εκ τούτου, ο μαθητικός ρόλος αναπαρίσταται στον κινηματογράφο ακολουθώντας τις βασικές αρχές και τα χαρακτηριστικά που ορίζει το είδος των School Movies. Ο ρόλος του μαθητή εξετάζεται μέσα σʼ ένα ενδεδειγμένο σώμα ταινιών του είδους, οι οποίες λειτουργούν ως πρότυπα για την περαιτέρω διερεύνηση του πολύπτυχου έργου της αναπαράστασής του σε διάφορα εκπαιδευτικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά συστήματα ανάλογα με τη χώρα προέλευσης

    The contribution of the linguistic repertoire of refugees to the learning of the Greek language as a host language: the role of multilingualism and translanguaging

    No full text
    Abstract This dissertation aims to investigate the contribution of refugees' linguistic repertoire to the learning of Greek as a host language and the role of multilingualism and interlanguage in this effort. In order to investigate this issue, the qualitative research method was employed and more specifically the technique of systematic observation of the students of two classes, 1st and 5th grade, of two primary school units of the urban area of Ioannina, based on specific observation axes and using the tool of semi-structured interviews with parents and teachers of the students. At the same time, the application of specific educational methods was chosen in order to determine their potential contribution to language awakening and the facilitation of communication through the awareness of individual language capital and the emergence of language repertoire. The emergence of language repertoire and its contribution to the acceptance of diversity of students with refugee/immigrant backgrounds in hyper-diverse societies is an important field of research for the discipline of sociolinguistics (in the 21st century). Interlingualism deals with the prevailing theories of bilingualism and multilingualism in order to disrupt the hierarchies that have led to the delegitimization of the linguistic practices of speakers who handle minority languages and accept and utilize the diverse and dynamic linguistic practices of students in the educational and learning process (Vogel & García, 2017: 18). Key-words: Intercultural Education, Refugee/Migrant Students, Superdiversity, Translanguaging, Language Repertoire.Περίληψη Η παρούσα διατριβή έχει ως στόχο να διερευνήσει τη συμβολή του γλωσσικού ρεπερτορίου των προσφύγων στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ως γλώσσας υποδοχής και του ρόλου της πολυγλωσσίας και της διαγλωσσικότηταςσε αυτήν την προσπάθεια. Προκειμένου να διερευνηθεί το εν λόγω θέμα επιστρατεύτηκε η μέθοδος της ποιοτικής έρευνας και πιο συγκεκριμένα η τεχνική της συστηματικής παρατήρησης των μαθητών/τριών δύο τάξεων, Α΄και Ε΄ Δημοτικού, δύο σχολικών μονάδων Α’ θμιας εκπαίδευσης του αστικού ιστού των Ιωαννίνων με βάση συγκεκριμένους άξονες παρατήρησης και με τη χρήση του εργαλείου της ημιδομημένης συνέντευξης γονέων και εκπαιδευτικών των μαθητών. Παράλληλα, επιλέχθηκε η εφαρμογή συγκεκριμένων εκπαιδευτικών μεθόδων προκειμένου να διαπιστωθεί η ενδεχόμενη συμβολή τους στη γλωσσική αφύπνιση και η διευκόλυνση της επικοινωνίας μέσα από την συνειδητοποίηση του ατομικού γλωσσικού κεφαλαίου και την ανάδειξη του γλωσσικού ρεπερτορίου. Η ανάδειξη του γλωσσικού ρεπερτορίου και της συμβολής του στην αποδοχή της διαφορετικότητας των μαθητών με προσφυγικό/μεταναστευτικό υπόβαθρο στις υπερποικίλλες κοινωνίες αποτελεί ένα σημαντικό πεδίο έρευνας για τον κλάδο της κοινωνιογλωσσολογίας (του 21ου αιώνα). Η διαγλωσσικότητα ασχολείται με τις επικρατούσες θεωρίες της διγλωσσίας και πολυγλωσσίας με σκοπό την διατάραξη των ιεραρχιών, οι οποίες έχουν οδηγήσει στην απονομιμοποίηση των γλωσσικών πρακτικών των ομιλητών που χειρίζονται τις μειονοτικές γλώσσες και αποδέχεται και αξιοποιεί τις διαφορετικές και δυναμικές γλωσσικές πρακτικές των μαθητών/τριών κατά την εκπαιδευτική και μαθησιακή διαδικασία (Vogel & García, 2017: 18). Λέξεις-κλειδιά: Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, Πρόσφυγες/Μετανάστες Μαθητές/τριες, Υπερποικιλότητα, Διαγλωσσικότητα, Γλωσσικό Ρεπερτόριο

    An investigation of social support and quality of life factors in relation to the course of illness and type of hospitalization in individuals with mental disorders

    No full text
    AIM This study investigates the relationships between perceived social support (SS), quality of life (QoL), illness course, and type of hospitalization among inpatients diagnosed with severe mental illness (SMI). It examines dimensions of social network and satisfaction with SS, as well as subjectively- assessed QoL, comparing across diagnostic groups and admission types (voluntary vs. involuntary). Predictors influencing these dimensions are analyzed, along with their association with disease trajectory and readmission. The study also contrasts social and clinical parameters between involuntary and voluntary admissions and examines participants’ readmission rates, aiming to inform interventions that reduce involuntary admissions and re-admissions. METHODS AND MATERIAL This cross-sectional study was conducted at the Adult Psychiatric Department of the University Hospital of Larissa, Larissa, Greece. A total of 280 consecutive inpatients (both voluntary and involuntary) were assessed between March 2021 and October 2023. Data collection involved standardized questionnaires during interviews: the short-form Social Support Questionnaire (SSQ-6) and the WHOQOL-BREF, demographic, social and clinical data questionnaires, and clinical records. RESULTS Participants’ diagnoses comprised: schizophrenia-spectrum disorders (50%), affective disorders (33.6%), substance-related and addictive disorders (9.64%), personality disorders (4.29%), and anxiety disorders (2.5%). The majority reported low SS in terms of network size (56.07%) and satisfaction (52.14%). Disease duration and prior hospitalizations showed a statistically significant negative correlation with both SS dimensions. Independent risk factors for smaller social networks included older age (β = –0.14, p < 0.001), homelessness (β = –5.45, p = 0.013), unemployment (β = –2.40, p = 0.030), retirement (β = –2.95, p = 0.013), and comorbid substance use (β = –1.88, p = 0.082), while number of cohabitants (β = 0.39, p = 0.035) and an affective disorder diagnosis (β = 2.17, p = 0.020) were protective. Risk factors for lower satisfaction with SS were homelessness (β = –8.15, p = 0.008), retirement (β = –3.65, p = 0.011), and longer illness duration (β = –4.45, p = 0.059), whereas medication adherence (β = 2.06, p = 0.050) and number of cohabitants (β = 0.67, p = 0.060) were protective. Patients with schizophrenia-spectrum disorders exhibited significantly lower network-[15]derived SS and satisfaction compared to other diagnostic groups. Family emerged as the primary source of SS. Across the sample, social network size was marginally negatively associated with involuntary admission (OR = 0.97, p = 0.074). Low SS (both quantitative and qualitative dimensions) was significantly linked to higher likelihood of psychiatric readmission during the 32-month study period. Social network emerged as an independent predictive factor (risk factor) for physical, psychological, environmental health, and overall QoL. Perceived SS (quality) showed a protective effect for physical, psychological, and environmental health domains and overall QoL. Among schizophrenia-spectrum patients, SS dimensions were the only significant independent predictors of overall QoL. Overall QoL was moderate to low, with differences across diagnostic categories. Patients with Schizophrenia-spectrum disorder scored lowest on overall QoL, especially in social relations domain and psychological health. The social relationships domain of the WHOQOL-BREF was lowest across all diagnoses. Admission type—but not diagnosis—showed significant differences in QoL. Female patients reported significantly poorer physical (β = –0.90, p = 0.019), psychological (β = –1.02, p = 0.020), and overall QoL (β = –1.09, p = 0.035) compared to males. Age correlated significantly with environmental health (β = –0.03, p = 0.016) and overall QoL (β = –0.05, p = 0.014). Homelessness was associated with poorer social (β = –2.42, p = 0.040) and environmental (β = –2.16, p = 0.020) QoL. Urban residence (β = 1.09, p = 0.041) and retirement (β = –1.48, p = 0.031) were also significant factors. Satisfaction with SS correlated positively with social relationships (β = 0.06, p = 0.022), while social network size had a marginal effect (β = 0.05, p = 0.080). Outpatient psychiatric care was negatively correlated with psychological health (β = –0.94, p = 0.032). Multivariate regression showed that gender, marital status, age, employment, number of cohabitants, housing type, and SS were all significantly associated with overall and domain-specific QoL. There were significant differences between voluntary and involuntary patients with respect to physical, psychological, and overall QoL domains. The QoL of patients with SMI did not depend directly on illness duration but was influenced by social integration, support, and sociodemographic factors. Prior hospitalizations were negatively associated with the social relationships domain (total sample and affective disorder subgroup). Medication adherence was negatively associated with several QoL domains in schizophrenia-spectrum patients. Outpatient psychiatric care was linked to lower self-reported psychological health (β = –0.94, p = 0.032).[16]The study's findings support existing evidence regarding the role of sociodemographic, clinical, and contextual variables (SS and QoL) in the involuntary admission of individuals with major psychiatric disorders. Univariate analysis confirmed statistically significant negative associations with female gender [OR = 0.48, 95% CI [0.29–0.80], p = 0.005), marriage (OR = 0.33 [0.18–0.61], p < 0.001), having medical insurance [OR =0,44 (0.25-0.75), p=0.003)], affective disorder diagnosis (OR = 0.29 [0.10–0.73], p = 0.013), anxiety disorder diagnosis [OR = 0.11 (0.01–0.67), p = 0.023], outpatient psychiatric follow-up [OR = 0.41 (0.23–0.69), p = 0.001], and comorbid substance use [OR = 0.25 (0.15–0.41), p < 0.001]. SS quantity (network) was marginally associated with lower likelihood of involuntary admission [OR = 0.97 (0.94–1.00), p = 0.074]. There were marginal negative associations with di-vorced/widowed status [OR = 0.54 (0.29–1.03), p = 0.058], versus single status. Significant positive associations included being in a “hosted” housing situation [OR = 4.13(1.37–17.87), p = 0.025], medication non-adherence [OR = 4.02 (2.41–6.78), p < 0.001], and comorbid substance use [OR = 4.06 (2.05–8.85), p < 0.001]. There were marginally positive associations with illness duration of 10–19 years [OR = 2.81 (0.96–8.42), p = 0.059] and 20–29 years [OR = 2.57 (0.87–7.77), p = 0.087] relative to illness <1 year, and 1–3 prior hospitalizations [OR = 1.84 (1.00–3.40), p = 0.051]. Long-term illness may increase the likelihood of involuntary admission with a marginally statistically significant effect. Multivariate analysis identified protective factors: affective disorder diagnosis [OR = 0.37 (0.18–0.72), p = 0.004], anxiety disorder diagnosis [OR = 0.11 (0.01–0.69), p = 0.025] versus schizophrenia, and medication adherence [OR = 0.24 (0.13–0.44), p < 0.001]. Patients with medical insurance showed marginally lower likelihood of involuntary admission [OR = 0.51 (0.25–1.00), p = 0.052], highlighting how access to psychiatric services (public and private) can mitigate in-voluntary admission. Unemployment and homelessness surfaced as significant risk factors, underscoring the need for targeted interventions. Social support networks played a complex role in affective disorder patients. Consistent with other studies, medication adherence emerged as an independent protective factor against involuntary admission for the total sample and the schizophrenia subgroup.[17] CONCLUSIONS This study confirms existing empirical evidence on the profound impact of inadequate SS on QoL and health outcomes related to involuntary hospitalization and readmission among patients with SMI. Low SS among inpatients with SMI demands targeted intervention and should inform the planning of future mental health service development. SS is a pivotal determinant of QoL and treatment trajectory and should be systematically assessed and integrated into therapeutic strategies for SMI. Involuntary admissions predominate in inpatient care at the tertiary Adult Psychiatric Department of the University Hospital of Larissa. In summary, the study provides a nuanced perspective on factors influencing involuntary psychiatric admissions, reinforcing current findings on sociodemographic, clinical, and contextual variables (SS and QoL). The results underline the need for strengthened system responses in managing severe mental illness and the creation of community-based services to enhance psychiatric follow-up, care continuity, well-being, and integrated SS in order to reduce re-lapse rates.Σκοπός Η μελέτη εστιάζει στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ παραγόντων αντιλαμβανόμενης κοι-νωνικής υποστήριξης (Κ.Υ), Ποιότητας ζωής (Π.Ζ), πορείας νόσου και τύπου νοσηλείας σε νοσηλευόμενους ασθενείς με μείζονα ψυχική διαταραχή (ΜΨΔ). Εξετάζονται οι διαστάσεις του κοινωνικού δικτύου και της ικανοποίησης από την Κ.Υ και η υποκειμενικά εκτιμώμενη Π.Ζ, ανά διάγνωση και τύπο νοσηλείας (ακούσια/εκούσια), οι προγνωστικοί παράγοντες που τις επηρεάζουν και η συσχέτισή τους με την πορεία της νόσου και την υποτροπή. Παράλληλα, μελετώνται οι διαφορές στις κοινωνικές και κλινικές παραμέτρους μεταξύ ακούσιας και εκούσιας νοσηλείας και οι επανεισαγωγές των συμμετεχόντων, ώστε να ενισχυθούν οι παρεμβάσεις για τη μείωση των ακούσιων εισαγωγών και επανεισαγωγών. Μεθοδολογία – Υλικό Η έρευνα ήταν διατομεακή και πραγματοποιήθηκε στο Ψυχιατρικό Τμήμα Ενηλίκων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας. Συμμετείχαν 280 διαδοχικά νοσηλευόμενοι (ακούσια και εκούσια) ασθενείς, οι οποίοι αξιολογήθηκαν από Μάρτιο 2021 έως Οκτώβριο 2023. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω σταθμισμένων ερωτηματολογίων για την Κοινωνική Υποστήριξη (short form Social Support Questionnaire SSQ-6) και την Ποιότητα Ζωής (WHOQOL-BREF) κατά τη διάρκεια συνέντευξης, τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου για τα δημογραφικά, κοινωνικά και κλινικά χαρακτηριστικά και βάσει πληροφοριών που συλλέχθηκαν από τους ιατρικούς φακέλους. Αποτελέσματα Οι διαγνώσεις των συμμετεχόντων περιλάμβαναν: διαταραχές σχιζοφρενικού φάσματος (50%), συναισθηματικές διαταραχές (33,6%), ψυχικές διαταραχές και διαταραχές συμπεριφοράς λόγω χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών (9,64 %), διαταραχές προσωπικότητας (4,29%) και αγχώδεις διαταραχές (2.5%). Η πλειονότητα των συμμετεχόντων δήλωσε χαμηλή Κ.Υ σε επίπεδο δικτύου (56,07 %) και ικανοποίησης (52,14%). Η διάρκεια της νόσου και ο προη-γούμενος αριθμός νοσηλειών προέκυψαν στατιστικά σημαντικά αρνητικά σχετιζόμενοι και με τις δύο διαστάσεις της Κ.Υ, στο σύνολο των συμμετεχόντων. Η μεγαλύτερη ηλικία (-0.14, p<0,001), η έλλειψη στέγης (-5.45 p=0.013), η ανεργία (-2.40. p=0.030), η συνταξιοδότηση (-2.95, p=0.013) και η συννοσηρότητα-ουσιών (-1.88, p=0.082) ήταν ανεξάρτητοι παράγο-ντες κινδύνου για το διάσταση του κοινωνικού δικτύου, ενώ ο αριθμός συνοικούντων (0.39, p=0.035) και η διάγνωση συναισθηματικής διαταραχής (2.17, p=0.020) ήταν προστατευτικοί παράγοντες. Για την διάσταση της αντιλαμβανόμενης ικανοποίησης από την Κ.Υ, προέκυψε ότι η έλλειψη στέγης (-8.15, p=0.008), η συνταξιοδότηση (-3.65, p=0.011) και η μεγάλης διάρκεια ασθένεια (-4.45, p=0.059) ήταν παράγοντες κινδύνου, ενώ η φαρμακευτική συμ-μόρφωση (2.06, p=0.050) και ο αριθμός των συνοικούντων (0.67 p=0.060) ήταν προστατευτικοί παράγοντες. Η ομάδα των ασθενών με διάγνωση στο σχιζοφρενικό φάσμα παρουσίασε στατιστικά σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα δικτύου Κ.Υ και χαμηλότερη ικανοποίηση σε σχέση με τις υπόλοιπες διαγνωστικές κατηγορίες. Η οικογένεια προέκυψε ως η πολυπληθέστερη ομάδα παρόχου Κ.Υ. Από τα αποτελέσματα της μελέτης προέκυψε ότι στο σύνολο του δείγματος η διάσταση του κοινωνικού δικτύου σχετίστηκε (0.97, p=0.074) οριακά μη στατιστικά σημαντικά (αρνητικά) με τον ακούσιο τύπο νοσηλείας. Η χαμηλή Κ.Υ (ποσοτική και ποιοτική διάσταση) συνδέθηκε σημαντικά με αυξημένη πιθανότητα επανεισαγωγής για ψυχιατρική φροντίδα στο χρονικό διάστημα της μελέτης (32 μήνες). Το δίκτυο της Κ.Υ προέκυψε ως ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας (κινδύνου) για τη διάσταση της σωματικής υγείας, τη ψυχολογική υγεία, την περιβαλλοντική υγεία και τη συνολική Π.Ζ στο σύνολο των ασθενών της μελέτης. Ο προστατευτικός ρόλος της αντιλαμβανόμενης κοινωνικής υποστήριξης (ποιοτική διάσταση) στην Π.Ζ των ερωτηθέντων μας ήταν εμφανής στον τομέα της σωματικής, ψυχολογικής, περιβαλλοντικής υγείας και συνολικής Π.Ζ. Στην υποομάδα των ατόμων με διάγνωση σχιζοφρενικού φάσματος μόνο οι διαστάσεις της Κοινωνικής υποστήριξης αναδείχθηκαν ως στατιστικά σημαντικοί ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες της συνολικής Π.Ζ. Η συνολική ποιότητα ζωής (Π.Ζ) των ασθενών ήταν μέτρια προς χαμηλή, με σημαντικές δι-αφοροποιήσεις ανά διαγνωστική κατηγορία. Οι ασθενείς με διάγνωση στο σχιζοφρενικό φάσμα παρουσίασαν τη χαμηλότερη βαθμολόγηση στη συνολική Π.Ζ, ιδιαίτερα στις διαστάσεις των κοινωνικών σχέσεων και της ψυχολογικής υγείας. Ο τομέας κοινωνικών σχέσεων της κλίμακας WHOQOL-BREF έλαβε τη χαμηλότερη βαθμολογία σε όλες τις διαγνώσεις. Σημειώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην ποιότητα ζωής με βάση τον τύπο εισαγωγής, και όχι τη διάγνωση. Οι γυναίκες ανέφεραν στατιστικά σημαντικά χειρότερη σωματική (-0.90, p=0.019), ψυχολογική (-1.02, p=0.020) και συνολική Π.Ζ (-1.09, p=0.035) σε σύ-γκριση με τους άνδρες. Η ηλικία συσχετίστηκε σημαντικά με το περιβάλλον (-0.03, p=0.016) και τη συνολική Π.Ζ (-0.05, p=0.014). Η έλλειψη στέγης συνδέθηκε με φτωχότερη Π.Ζ στον κοινωνικό (-2.42, p=0.040) και περιβαλλοντικό τομέα (-2.16, p=0.020). Η αστικότητα του τόπου διαμονής (1.09, p=0.041) και η συνταξιοδότηση (-1.48, p=0.031) ήταν επίσης στατι-στικά σημαντικοί παράγοντες για την ολική Π.Ζ. Η ικανοποίηση από την Κ.Υ είχε σημαντική θετική συσχέτιση με τη διάσταση των κοινωνικών σχέσεων (0.06, p=0.022), ενώ το δίκτυο υποστήριξης είχε οριακή επίδραση (0.05, p=0.080). Η εξωτερική ψυχιατρική παρακολούθηση συσχετίστηκε σημαντικά αρνητικά με τη διάσταση της ψυχολογικής υγείας της Π.Ζ (-0.94, p=0.032). Πολλαπλές αναλύσεις παλινδρόμησης έδειξαν ότι το φύλο, η οικογενειακή κατάσταση, η ηλικία, η εργασιακή κατάσταση, ο αριθμός των συνοικούντων, ο τύπος κατοικίας και η ΚΥ συσχετίστηκαν σημαντικά με την συνολική και τις επιμέρους διαστάσεις της Π.Ζ. Προέκυψαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ακουσίως και εκουσίως νοσηλευόμενων ως προς τις διαστάσεις της σωματικής, ψυχολογικής υγείας και συνολικής Π.Ζ. Η Π.Ζ. των ατόμων με ΜΨΔ σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης δεν επηρεάζεται άμεσα από τη διάρκεια της νόσου αλλά εξαρτάται από την κοινωνική ένταξη, την υποστήριξη και την επίδραση κοινωνικοδημογραφικών παραγόντων. Ο προηγούμενος αριθμός νοσηλειών σχετίστηκε στατιστικά σημαντικά (αρνητικά) με τον τομέα των κοινωνικών σχέσεων της Π.Ζ, στο σύνολο των ασθενών και στην υποομάδα των ατόμων με συναισθηματική διαταραχή. Η ύπαρξη φαρμακευτικής συμμόρφωσης σχετίστηκε στατιστικά σημαντικά αρνητικά με τους επιμέρους τομείς της σωματικής και ψυχολογικής υγείας της Π.Ζ για τα άτομα με διάγνωση στο σχιζοφρενικό φάσμα. Η εξωτερική ψυχιατρική παρακολούθηση συσχετίστηκε με χαμηλότερη αυτοαναφερόμενη ψυχολογική υγεία (-0,94, p=0,032).Τα αποτελέσματα της μελέτης υποστηρίζουν τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με τους ρόλους των κοινωνικοδημογραφικών, κλινικών και πλαισιακών μεταβλητών (ΚΥ και Π.Ζ) στην α-κούσια εισαγωγή ατόμων με ΜΨΔ. Η μονομεταβλητή ανάλυση έδειξε στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση με το γυναικείο φύλο [0.48 (0.29-0.80, p=0.005)], το γάμο [0.33 (0.18-0.61, p<0.001)] την ιατροφαρμακευτική ασφαλιστική ικανότητα [0.44(0.25-0.75), p =0.003], τη διάγνωση των συναισθηματικών διαταραχών F30-F39 [0.29 (0.10-0.73, p=0.013)] και αγχωδών διαταραχών F40-F49 [0.11 (0.01-0.67, p=0.023)] σε σχέση με τη διάγνωση F20-F29, την ύπαρξη εξωτερικής ψυχιατρικής παρακολούθησης [0.41 ( 0.23-0.69), p=0.001], και την ύπαρξη συννοσηρότητας (ουσιών) [0.25 (0.15-0.41, p<0.001]. Η ποσότητα Κ.Υ (δίκτυο) [0.97 (0.94-1.00, p=0.074) προέκυψε ως παράγοντας οριακά μη στατιστικά σημαντικά συν-δεδεμένος με λιγότερες πιθανότητες ακούσιας εισαγωγής. Επίσης, βρέθηκε οριακά μη στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση με την οικογενειακή κατάσταση –διάζευξη/χηρεία [0.54 (0.29-1.03, p=0.058)], σε σχέση με τους άγαμους. Στατιστικά σημαντική θετική συσχέ-τιση προέκυψε με τις συνθήκες στέγασης της «κατάστασης φιλοξενίας», [4.13 (1.37-17.87, p=0.025)], την απουσία τήρησης της φαρμακευτικής αγωγής [4.02 (2.41-6.78, p<0.001) και τη συννοσηρότητα ουσίας [4.06 (2.05-8.85), p<0.001)]. Υπήρξε οριακά μη στατιστικά θετική συσχέτιση με τη διάρκεια της νόσου 10-19 έτη [2,81 (0.96-8.42), p=0.059), και 20-29 [2.57 (0.87-7.77), p=0.087) σε σχέση με λιγότερο από ένα έτος πορεία ασθένειας, αριθμός προη-γούμενων νοσηλειών (1- 3).[ 1.84 (1.00-3.40), p=0.051)]. Η μακροχρόνια ασθένεια μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα ακούσιας εισαγωγής (οριακά μη στατιστικά σημαντικό εύρημα).[12]Σύμφωνα με την πολυπαραγοντική ανάλυση, σημαντικοί προστατευτικοί παράγοντες ήταν η διάγνωση της συναισθηματικής διαταραχής (0.37 (0.18-0.72), p=0.004), η διάγνωση των αγχωδών διαταραχών [0.11 (0.01-0.69), p=0.025], σε σχέση με τη σχιζοφρένεια και η συμμόρ-φωση στη φαρμακευτική αγωγή [0.24 (0.13-0.44), p<0.001). Οι ασθενείς με ασφαλιστική ικανότητα (0.51 (0.25-1.00), p=0.052) είχαν χαμηλότερη πιθανότητα ακούσιας εισαγωγής (οριακά μη στατιστικά σημαντικό εύρημα). Χαρακτηριστικά όπως, η ιατρική ασφαλιστική κάλυψη, υπογραμμίζουν πώς οι προσβάσιμες ψυχιατρικές υπηρεσίες (δημόσιες και ιδιωτικές) μπορούν να μετριάσουν την ανάγκη για ακούσια εισαγωγή. Επιπλέον, η ανεργία και η έλλειψη στέγης αναδείχθηκαν ως σημαντικοί παράγοντες κινδύνου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις για ευάλωτους πληθυσμούς. Επιπλέον, τα δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης έπαιξαν πολύπλοκο ρόλο για ασθενείς με συναισθηματικές διαταραχές. Η μελέτη μας επιβεβαίωσε την τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής ως προστατευτικό ανεξάρτητο παράγοντα για ακούσια εισαγωγή στο συνολικό δείγμα καθώς και στην υποομάδα ασθενών με σχιζοφρένεια, όπως έχει ήδη τεκμηριωθεί σε άλλες μελέτες Συμπεράσματα Η παρούσα μελέτη επιβεβαίωσε τα εμπειρικά ευρήματα σχετικά με τον ευρέως τεκμηριωμέ-νο αντίκτυπο της ανεπαρκούς Κ.Υ στην Π.Ζ και τα αποτελέσματα υγείας, όσον αφορά την ακούσια νοσηλεία και την επανεισαγωγή των ατόμων με ΜΨΔ. Τα χαμηλά επίπεδα Κ.Υ μεταξύ των νοσηλευόμενων ασθενών με ΜΨΔ απαιτούν παρέμβαση και χρειάζεται να ληφθούν υπόψη στον προσανατολισμό οποιασδήποτε περαιτέρω ανάπτυξης και ενίσχυσης υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η Κ.Υ αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την Π.Ζ και την πορεία της θεραπείας και πρέπει να αξιολογείται συστηματικά καθώς και να ενσωματώνεται η ενίσχυσή της στις μεθόδους θεραπείας για άτομα με ΜΨΔ. Οι ακούσιες εισαγωγές κυριαρχούν στην ενδονοσοκομειακή περίθαλψη που παρέχεται στην τριτοβάθμια μονάδα του Ψυχιατρικού Τμήματος του Π.Γ.Ν.Λάρισας. Συμπερασματικά, αυτή η μελέτη παρέχει μια διαφοροποιημένη άποψη των παραγόντων που επηρεάζουν τις ακούσιες ψυχιατρικές εισαγωγές, υποστηρίζοντας τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με τους ρόλους των κοινωνικοδημογραφικών, κλινικών και πλαισιακών μεταβλητών (Κ.Υ και Π.Ζ). Τα ευρήματα της παρούσης μελέτης σκιαγραφούν την ανάγκη αύξησης της ανταπόκρισης των συστημάτων μας στη διαχείριση σοβαρών ψυχικών ασθενειών και την ανάγκη δημιουργίας κοινοτικών υπηρεσιών για την ενίσχυση της ψυχιατρικής παρακολού-θησης, τη συνέχεια της φροντίδας, της ευημερίας, της ολοκληρωμένης Κ.Υ για τη μείωση των ποσοστών υποτροπής

    Αειφόρα κτηνοτροφικά συστήματα

    No full text
    The purpose of this Thesis is to highlight these values of Greek LSBs with the aim of generating sustainable and resilient farms and production systems. In particular, this Thesis investigates the strengths and weaknesses of LSB and explores the conditions that will render them sustainable in socioeconomic and environmental terms. For this purpose, a holistic ‘socio-spatial’ approach is introduced, which builds upon three different levels: 1) Farm-level analysis, investigating the socioeconomic performance of various types of LSB farms under different socioeconomic scenarios; 2) Production system-level analysis, developing a toolkit of sustainability indicators in order to examine the socioeconomic and environmental performance of various pasture-based productions systems related to a Greek LSB and comparing those with confined intensive ones rearing imported breeds in the same region; 3) Societal preferences analysis, involving a Choice Experiment survey conducted to approximate the Total Economic Value (TEV) of an LSB using the ES framework. The findings of this thesis reveal that local sheep breeds are indeed underestimated, as higher milk yields do not necessarily lead to higher profitability. Instead, the economic sustainability of farms appears to depend more on the efficient use of the variable inputs (feedstuff, fuel, energy consumption, etc.) and the rational use of labor. This observation highlights the importance of advisory services and of other initiatives (e.g. successful implementation of the upcoming Integrated Rangeland Management Plans) tailored to the specific needs and characteristics of LSBs pasture-based farms. Indeed, such initiatives could enhance not only the economic viability but also the overall sustainability of farms by valorizing the comparative advantages of LSBs. This Thesis also indicates that Greek society places significant value on the ES stemming from LSBs and their coupled traditional production systems. This is evident as the TEV of only one Greek LSB exceeds the total budget of agri-environmental measures (i.e., Measure 10 of Rural Development Programme 2014 -2020, divided per Greek adult), fact that justifies the European Union policies towards the conservation of local breeds and animal genetic resources in general. In addition, the TEV component (i.e. the most relevant ES stemming of the traditional pasture based production systems of a LSB) also provided valuable insights for designing marketing strategies that will facilitate the integration of LSBs farms into niche markets, where premium prices are prevailing. Both agri-environmental support and niche marketing strategies could positively impact the population of LSBs, but each has some limitations that can render them inefficient under certain conditions. In particular, income support schemes can isolate farms from markets, while niche marketing strategies may be inefficient under volatile market conditions. Therefore, this Thesis call for the development of an incentive mechanism, where reformed agri-environmental measures could work synergistically with innovative market-based initiatives.Σκοπός της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής (ΔΔ) είναι να αναδείξει την αξία των ελληνικών ΑΦΠ, συμβάλλοντας στη δημιουργία βιώσιμων εκμεταλλεύσεων και παραγωγικών συστημάτων. Ειδικότερα, η μελέτη εξετάζει τα δυνατά και αδύνατα σημεία των ΑΦΠ, καθώς και τις προϋποθέσεις που θα καταστήσουν τις εκμεταλλεύσεις κοινωνικοοικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμες. Για το σκοπό αυτό, εφαρμόζεται μια ολιστική τεχνικοοικονομική και «κοινωνικο-χωρική» προσέγγιση, σε τρία διαφορετικά επίπεδα: 1) Ανάλυση σε επίπεδο εκμετάλλευσης, διερευνώντας τις κοινωνικοοικονομικές επιδόσεις διαφόρων τύπων εκμεταλλεύσεων ΑΦΠ κάτω από διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά σενάρια. 2) Ανάλυση σε επίπεδο συστήματος παραγωγής, μέσω της επιλογής κατάλληλων δεικτών βιωσιμότητας, με στόχο την αξιολόγηση διαφορετικών προβατοτροφικών παραγωγικών συστημάτων. Συγκεκριμένα, εξετάζεται η κοινωνικοοικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα ποικίλων εκτατικών παραγωγικών συστημάτων που βασίζονται στις ΑΦΠ, και γίνεται σύγκριση με την αντίστοιχη των εντατικών που εκτρέφουν εισαγόμενες φυλές στην ίδια περιοχή μελέτης. 3) Ανάλυση κοινωνικών προτιμήσεων, μέσω της διεξαγωγής ενός Πειράματος Επιλογής, με στόχο την εκτίμηση της Συνολικής Οικονομικής Αξίας (ΣΟΑ) των ΑΦΠ, χρησιμοποιώντας το πλαίσιο των Οικοσυστημικών Υπηρεσιών. Τα ευρήματα της ΔΔ έδειξαν ότι οι ΑΦΠ είναι πράγματι υποτιμημένες, καθώς η υψηλότερη γαλακτοπαραγωγή δεν οδηγεί απαραίτητα σε μεγαλύτερη κερδοφορία. Αντίθετα, η οικονομική βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων φαίνεται να εξαρτάται περισσότερο από την αποτελεσματική διαχείριση των εισροών (ζωοτροφές, καύσιμα, κατανάλωση ενέργειας κ.λπ.) και την ορθολογική χρήση της εργασίας. Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των συμβουλευτικών υπηρεσιών, καθώς και άλλων πρωτοβουλιών και μέτρων, όπως η επιτυχής εφαρμογή διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, προσαρμοσμένων στα εκτατικά συστήματα εκτροφής. Πράγματι, τέτοιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να συμβάλουν όχι μόνο στην αύξηση της κερδοφορίας, αλλά και στη συνολική βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ΑΦΠ. Επίσης, η ελληνική κοινωνία αποδίδει ιδιαίτερη αξία στις ΟΥ που πηγάζουν από τον παραδοσιακό τρόπο εκτροφής των ΑΦΠ. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στο γεγονός πως η ΣΟΑ μίας μόνο ελληνικής ΑΦΠ είναι μεγαλύτερη από το ποσό του προϋπολογισμού των αγροπεριβαλλοντικών μέτρων που αναλογεί σε κάθε ενήλικο Έλληνα (ο προϋπολογισμός του Μέτρου 10 του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2014–2020 διαιρούμενος με τον πληθυσμό των ενήλικων ατόμων στην Ελλάδα). Αυτό το εύρημα υποστηρίζει τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπούν στη διατήρηση των τοπικών φυλών και, γενικότερα, των ζωικών γενετικών πόρων. Επιπλέον, τα επιμέρους στοιχεία της ΣΟΑ προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τον σχεδιασμό στοχευμένων στρατηγικών μάρκετινγκ (ΣΣΜ) (niche marketing), οι οποίες διευκολύνουν την είσοδο των εκμεταλλεύσεων σε τμήματα αγορών όπου επικρατούν υψηλές τιμές. Η ΔΔ έδειξε επίσης πως και τα αγροπεριβαλλοντικά μέτρα και οι ΣΣΜ μπορούν να συμβάλουν θετικά στην διατήρηση των ΑΦΠ. Παρόλα αυτά, καθεμία από αυτές τις πρωτοβουλίες παρουσιάζει ορισμένα μειονεκτήματα που ενδέχεται να τις καταστήσουν αναποτελεσματικές υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Ειδικότερα, τα προγράμματα εισοδηματικής στήριξης έχουν επικριθεί ότι απομακρύνουν τις εκμεταλλεύσεις από την αγορά, καθιστώντας τις πιο ευάλωτες σε πιθανές μη ευνοϊκές αλλαγές πολιτικών, ενώ, οι ΣΣΜ χαρακτηρίζονται από έναν βαθμό αβεβαιότητας και ενδέχεται να μην αποφέρουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε περιόδους αστάθειας στις αγορές. Ως εκ τούτου, η παρούσα διατριβή αναδεικνύει την ανάγκη ανάπτυξης ενός «μηχανισμού κινήτρων», όπου τα αγροπεριβαλλοντικά μέτρα θα συνδυάζονται με καινοτόμες ΣΣΜ

    Investigation and evaluation of the level of competence in Evidence-Based Practice (EBP) in a sample of clinical registered nurses’ of the National Healthcare System (NHS)

    No full text
    Introduction: The adoption of Evidence-Based Practice in daily clinical practice by nurses is very important, as it determines and ensures the quality of care provision. Several studies have been conducted worldwide to understand and investigate the factors that influence EBP. However, the factors that influence the competence of nurses in the National Health System (NHS) in Greece have not been investigated. The purpose of the study is to investigate and assess the level of competence of clinical nurses regarding EBP and its application in clinical practice and, secondarily, the cultural translation and validation of the Questionnaire to Evaluate the Professional Registered Nurses’ Competence regarding Evidence-Based Practice (EBP-COQ Prof) into the Greek language. Methodology: A mixed-method design was conducted on a sample of clinical nurses of the National Health System. Initially, in a quantitative study, a cross-sectional study was conducted, in which 473 nurses from ten hospitals of the (NHS), six from 7th Health Region of Crete, three from 1st and one from 2nd Health Region of Attica, participated. The EBP-COQ Prof questionnaire was translated and validated into the Greek language. For the needs of statistical analysis, STATA software was used and confirmatory factor analysis, the SPSS 25.0 statistical package was used. The level of statistical significance was considered p<0.05. Psychometric properties of the scale and calculation of Cronbach’s alpha reliability index were carried out. One-way ANOVA and Pearson coefficient tests were applied to compare possible differences between the variables, and a multivariate regression model was used to investigate the characteristics of the participants. In the qualitative method, six individual interviews were conducted as well as two focus groups consisting of six people each, and semi-structured questions were used. The findings emerged through thematic analysis. Results: The internal consistency of the questionnaire was quite high, Cronbach’s alpha value ranged from 0.918 to 0.952. From the statistical analysis, four factors emerged, “Nurses’ attitude towards EBP”, “Nurses’ knowledge towards EBP”, “Nurses’ skills towards EBP” and finally “EBP implementation”. The Bartlett test was significant [χ 2 (595) = 16,483,308, p < 0.001] and the KMO index was 0.906. The mean value of the proficiency subscales was calculated: attitudes 3.9 ± 0.6, knowledge 3.7 ± 0.6, skills 3.1 ± 0.8 and implementation 3.4 ± 0.7. Through multivariate regression analysis, it was found that variables such as educational level, writing scientific articles, working in a university clinic, and computer skills positively affected the subscales. Through the thematic analysis of qualitative research, the four axes that characterize competence were identified. Attitude, knowledge, skills, and implementation. Conclusions: The Greek version of the questionnaire EBP-COQ Prof is a reliable tool for investigating the competence of nurses in Greece. The nurses of the National Health System have a positive attitude towards EBP, but are not qualified with the necessary knowledge and skills for the implementation of EBP. Coordinated efforts will play a crucial role by the educational community and the hospitals to eliminate obstacles and provide maximum benefits from the implementation of EBPΕισαγωγή: Η υιοθέτηση της Πρακτικής Βασισμένης σε Ενδείξεις στη καθημερινή κλινική πράξη από τους νοσηλευτές είναι υψίστης σημασίας, καθώς καθορίζει και διασφαλίζει την ποιότητα παροχής φροντίδας. Σε διεθνές επίπεδο έχει διενεργηθεί πλήθος μελετών με σκοπό την κατανόηση και διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν την ΠΒΕ. Ωστόσο, παρατηρείται έλλειμμα γνώσης αναφορικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν την επάρκεια των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας στην Ελλάδα. Σκοπός της μελέτης είναι πρωτίστως, η διερεύνηση και η εκτίμηση του επιπέδου επάρκειας των κλινικών νοσηλευτών σχετικά με την ΠΒΕ και την εφαρμογή της στην κλινική πράξη και δευτερευόντως, η πολιτισμική προσαρμογή και στάθμιση του Ερωτηματολογίου Εκτίμησης Επάρκειας Νοσηλευτών σχετικά με τη Πρακτική Βασισμένη σε Ενδείξεις (Questionnaire to Evaluate the Professional Registered Nurses’ Competence regarding Evidence-Based Practice, EBP-COQ Prof) στην ελληνική γλώσσα. Μεθοδολογία: Διεξήχθη μελέτη μεικτού σχεδιασμού, με δείγμα κλινικών νοσηλευτών του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αρχικά, στο σκέλος της ποσοτικής μελέτης, διενεργήθηκε συγχρονική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 473 νοσηλευτές από δέκα νοσοκομεία του ΕΣΥ, έξι στην 7η Υ.ΠΕ Κρήτης, τρία 1η και ένα στην 2η Υ.ΠΕ Αττικής . Έγινε μετάφραση και πολιτισμική προσαρμογή του ερωτηματολογίου EBP-COQ Prof στην Ελληνική γλώσσα. Για τις ανάγκες τις στατιστικής ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε στο λογισμικό STATA και για την επιβεβαιωτική παραγοντική ανάλυση το στατιστικό πακέτο SPSS 25.0. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας θεωρήθηκε το p<0.05. Έγινε διεξαγωγή ψυχομετρικών ιδιοτήτων της κλίμακας και υπολογισμός του δείκτη αξιοπιστίας Cronbach’s alpha. Εφαρμόστηκαν δοκιμασίες One-way ANOVA and Pearson coefficient ,προκειμένου να συγκριθούν οι πιθανές διαφορές μεταξύ των μεταβλητών και εφαρμόστηκε ένα πολυπαραγοντικό μοντέλο παλινδρόμησης για την διερεύνηση των χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων. Στην ποιοτική μέθοδο, διενεργήθηκαν έξι ατομικές συνεντεύξεις και δύο ομάδες εστίασης που συμπεριελάμβανε έξι άτομα η κάθε μία. Χρησιμοποιήθηκαν ημι-δομημένες συνεντεύξεις, τα ευρήματα που προέκυψαν αναδύθηκαν μέσω της θεματικής ανάλυσης. Αποτελέσματα: Η εσωτερική συνοχή του ερωτηματολογίου ήταν αρκετά υψηλή, οι τιμές του Cronbach’s alpha κυμάνθηκαν από 0,918 έως 0,952. Μέσα από την στατιστική ανάλυση προέκυψαν τέσσερις παράγοντες, η «Στάση των νοσηλευτών για ΠΒΕ», «Οι γνώσεις των νοσηλευτών για ΠΒΕ», «Οι δεξιότητες των νοσηλευτών για ΠΒΕ» και τέλος «Η εφαρμογή της ΠΒΕ». Το τεστ Bartlett ήταν σημαντικό [χ 2 (595) = 16.483.308, p < 0,001] και ο δείκτης KMO ήταν 0,906. Η μέση τιμή των υποκλιμάκων της επάρκειας υπολογίστηκε: στάση 3,9 ± 0,6, γνώσεις 3,7 ± 0,6, δεξιότητες 3,1 ± 0,8 και εφαρμογή 3,4 ± 0,7. Μέσω της πολυμεταβλητής ανάλυσης παλινδρόμησης βρέθηκε ότι οι μεταβλητές όπως, μορφωτικό επίπεδο, η συγγραφή επιστημονικών άρθρων, η εργασία σε πανεπιστημιακή κλινική, οι δεξιότητες χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή επηρέασε θετικά τις υποκλίμακες. Μέσω της θεματικής ανάλυσης της ποιοτικής έρευνας ,προσδιορίστηκαν οι τέσσερις άξονες που χαρακτηρίζουν την επάρκεια, την στάση, την γνώση, τις δεξιότητες και την εφαρμογή. Συμπεράσματα: Η ελληνική εκδοχή του ερωτηματολογίου EBP-COQ Prof αποτελεί ένα αξιόπιστο εργαλείο για την διερεύνηση της επάρκειας των νοσηλευτών στον ελλαδικό χώρο. Οι νοσηλευτές του ΕΣΥ-παρά το γεγονός ότι υιοθετούν θετική στάση απέναντι στην ΠΒΕ- δεν φαίνεται να διαθέτουν τα απαιτούμενα εφόδια για την εφαρμογή της. Κρίσιμο ρόλο θα διαδραματίσουν οι συντονισμένες προσπάθειες από την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και από τους ίδιους τους φορείς που απασχολείται το νοσηλευτικό προσωπικό, έχοντας ως στόχο να εξαλείψουν τα εμπόδια και να αποδώσουν τα μέγιστα οφέλη από την εφαρμογή της ΠΒΕ

    Institutional framework and comparative systems of organization of the tax function of local government in the light of a necessary reform in the Greece of “Tomorrow”

    No full text
    The challenges facing municipalities in the region are multidimensional and significantly affect both their economic autonomy and their Greek development prospects. The limited freedom of Municipalities in making decisions on public finances, the large bureaucracy and the confusing procedures make it difficult to effectively manage local resources and implement tax policies. Although municipalities have an important political, administrative, and developmental role, there is a need for reform, especially in harmonizing cooperation between the various levels of administration (Government, region, municipalities).Digital upgrading and automation of processes can significantly contribute to increasing efficiency and improving transparency, strengthening the relationship between local governments and tax authorities. Education and technological infrastructure play a crucial role in enhancing the understanding and implementation of tax laws, improving accuracy and efficiency in the management of tax cases. The research also points to the need for reform in taxation and local government administration, as well as the importance of further integrating technological and managerial innovations. The integration of new technological tools and practices can simplify tax procedures, promote transparency and help citizens better understand the system. This can increase public trust and reduce resistance to taxation, encouraging innovation and the proper use of available resources. Ultimately, the success of decentralization depends on the ability of local authorities to effectively manage the additional responsibilities, requiring more resources, training, and support. Metropolitan Model The term "metropolitan area" often refers to the areas surrounding large urban centers and is characterized by the blurring of urban and rural space, as well as the existence of close economic, social, and political connections with the central urban center. Metropolitan areas represent the areas that often constitute the main economic and social core of a state or region. This concept does not have a homogeneous definition, and the precise categorization of metropolitan areas may differ from country to country. In the EU countries, as you mentioned, the EU has defined metropolitan areas as areas with a population of 500,000 or more that display integrated functions and have strong governance. This definition is common for statistical and administrative purposes and may differ from the concept of metropolitan area in other countries. The emergence of the metropolitan area and the implementation of metropolitan governance can respond to complex and sophisticated social, economic and environmental issues. Coordination and cooperation between the various local authorities and stakeholders in a metropolitan area can improve the ability to address the challenges facing a region in this era of rapid change. However, the successful implementation of these institutions often requires coordination, cooperation and dialogue between stakeholders, as well as the creation of appropriate political and administrative frameworks that respond to the needs of the metropolitan area. Through these improvements, local authorities will be able to cope with modern challenges more easily, increase their financial independence and promote a fairer and more efficient tax management, which will benefit all citizens.Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δήμοι στην περιοχή είναι πολυδιάστατες και επηρεάζουν σημαντικά τόσο την οικονομική τους αυτονομία όσο και την ελληνική αναπτυξιακή τους προοπτική. Η περιορισμένη ελευθερία των Δήμων στη λήψη αποφάσεων για τα δημόσια οικονομικά, η μεγάλη γραφειοκρατία και οι συγκεχυμένες διαδικασίες δυσκολεύουν την αποτελεσματική διαχείριση των τοπικών πόρων και την εφαρμογή φορολογικών πολιτικών. Μολονότι οι δήμοι έχουν έναν σημαντικό πολιτικό, διοικητικό, και αναπτυξιακό ρόλο, υπάρχει μια αναγκαιότητα για μεταρρύθμιση, ιδίως στην εναρμόνιση της συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων βαθμίδων διοίκησης (Κυβέρνηση, περιφέρεια, δήμοι). Η ψηφιακή αναβάθμιση και η αυτοματοποίηση των διαδικασιών μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην αύξηση της αποδοτικότητας και στη βελτίωση της διαφάνειας, ενισχύοντας τη σχέση μεταξύ ΟΤΑ και φορολογικών. Η εκπαίδευση και η τεχνολογική υποδομή παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της κατανόησης και της εφαρμογής των φορολογικών νόμων, βελτιώνοντας την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των φορολογικών υποθέσεων. Η έρευνα υποδεικνύει επίσης την ανάγκη για μεταρρύθμιση στη φορολογία και τη διοίκηση των ΟΤΑ, καθώς και τη σημασία της περαιτέρω ενσωμάτωσης τεχνολογικών και διαχειριστικών καινοτομιών. Η ενσωμάτωση νέων τεχνολογικών εργαλείων και πρακτικών μπορεί να απλοποιήσει τις φορολογικές διαδικασίες, προάγοντας τη διαφάνεια και βοηθώντας τους πολίτες να κατανοήσουν καλύτερα το σύστημα. Αυτό μπορεί να αυξήσει την εμπιστοσύνη του κοινού και να μειώσει την αντίσταση στη φορολογία, ενθαρρύνοντας την καινοτομία και την ορθή χρήση των διαθέσιμων πόρων. Τελικά ότι η επιτυχία της αποκέντρωσης εξαρτάται από τη δυνατότητα των ΟΤΑ να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις επιπλέον αρμοδιότητες, απαιτώντας περισσότερους πόρους, εκπαίδευση, και υποστήριξη. Μητροπολιτικό Μοντέλο Ο όρος "μητροπολιτική περιοχή" αναφέρεται συχνά στις περιοχές από μεγάλα αστικά κέντρα και χαρακτηρίζεται από τη σύγχυση του αστικού και αγροτικού χώρου, καθώς και την ύπαρξη στενών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνδέσεων με το κεντρικό αστικό κέντρο. Οι μητροπολιτικές περιοχές αντιπροσωπεύουν τις περιοχές που συχνά αποτελούν τον κύριο οικονομικό και κοινωνικό πυρήνα ενός κράτους ή μιας περιφέρειας. Η έννοια αυτή δεν έχει ομοιογενή ορισμό, και η ακριβής κατηγοριοποίηση των μητροπολιτικών περιοχών μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στις χώρες της Ένωσης, όπως αναφέρατε, η Ε.Ε. έχει ορίσει τις μητροπολιτικές περιοχές ως περιοχές με πληθυσμό 500.000 κατοίκων και άνω που εμφανίζουν ολοκληρωμένες λειτουργίες και έχουν ισχυρή διακυβέρνηση. Αυτός ο ορισμός είναι συνήθης για στατιστικούς και διοικητικούς σκοπούς και μπορεί να διαφέρει από την έννοια της μητροπολιτικής περιοχής σε άλλες χώρες. Η ανάδειξη της μητροπολιτικής περιοχής και η εφαρμογή της μητροπολιτικής διακυβέρνησης μπορεί να απαντήσει σε πολυσύνθετα και εξελιγμένα κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων τοπικών αρχών και των ενδιαφερομένων φορέων σε μια μητροπολιτική περιοχή μπορούν να βελτιώσουν τη δυνατότητα αντιμετώπισης των προκλήσεων που αντιμετωπίζει μια περιοχή σε αυτήν την εποχή των γρηγόρων μεταβολών. Ωστόσο, η επιτυχής εφαρμογή αυτών των θεσμών απαιτεί συχνά συντονισμό συνεργασίας και διάλογο μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και τη δημιουργία καταλλήλων πολιτικών και διοικητικών πλαισίων που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της μητροπολιτικής περιοχής. Μέσα από αυτές τις βελτιώσεις, οι ΟΤΑ θα είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν με μεγαλύτερη ευκολία στις σύγχρονες προκλήσεις, να αυξήσουν την οικονομική τους αυτοτέλεια και να προωθήσουν μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική φορολογική διαχείριση, που θα είναι προς όφελος όλων των πολιτών

    Αξιοποίηση φλοιού ρυζιού για τη βιοτεχνολογική παραγωγή φυσικών φαινολικών αντιοξειδωτικών με τη χρήση μικροφυκών

    No full text
    The object of this work is to propose an alternative way of utilizing rice hull, an underexploited type of lignocellulosic biomass, aiming to produce valuable microalgae biomass rich in natural antioxidant phenolic compounds. This study offers a unique and fresh look into biomass valorization with microalgae towards the production of value-added products, that can help meet the ever-growing demand from cosmetics and food industry for products of natural origin. On the one hand, rice hull is rich in cellulose, hemicellulose and thus is an excellent candidate for the production of a nutrients-rich hydrolysate that can serve as an economic and sustainable microalgae feed. On the other hand, microalgae biomass is considered as one of the most valuable types of biomass, able to biosynthesize a wide variety of biochemicals with endless applications. To this end, microalgae derived natural phenolic extracts with potent antioxidant activity were the target product of this study. The basic steps of the studied fields in this work can be categorized in the following: firstly, study of rice hull hydrolysis, secondly, cultivation of microalgae in rice hull hydrolysate, thirdly, study of the production of phenolic compounds from microalgae and fourthly, study of biomass phenolic extraction techniques. In addition, valuable biosilica recovery from the spent rice hulls was also covered. Finally, a simple technoeconomic analysis took place in the end of the study, to help better understand the feasibility of such a project in real life at a greater scale. The first step of this study consists of the thermochemical hydrolysis of rice hull, in which various types of pretreatments were tested, in particular acid and alkaline pretreatments. Also, the effect of various hydrolytic parameters was tested, such as hydrolysis time, solids loading, acid dose, temperature, whereas the importance of mechanical pretreatment (particle size) was also highlighted. The outcome of this study was the obtainment of the optimum hydrolytic conditions which lead to the production of a sugars- and nitrogen-rich liquid hydrolysate suitable for use as microalgae growth medium. Next, a microalga strain suitable for phenolics production was selected among several ones, after their cultivation autotrophically under the same conditions. The selected microalga, Botryococcus braunii, was then grown in rice hull hydrolysate aiming to combine high biomass production with optimum phenolics accumulation intracellularly. Various series of cultures in heterotrophic and mixotrophic conditions were carried out to in order to understand the mechanism which favors the production of phenolics of this microalga. What is more, a two-stage cultivation scheme was also tested in which B. braunii was grown first mixotrophically or heterotrophically in rice hull hydrolysate and secondly autotrophically, as a means to further improve its phenolics yields. On top of this, further studies on the autotrophic stage of the two-stage culture were done, with the goal to find adequate culture parameters that can enhance the total phenolic content of the produced biomass. From the above study, the optimum cultivation conditions leading to high phenolics accumulation were selected. Furthermore, the extraction of phenolics from microalgae biomass was also greatly investigated during this study. In particular, several solvents and extraction techniques were tested and compared towards their efficiency to effectively extract phenolic compounds, whereas both qualitative and quantitative methods were used for the evaluation of the obtained extracts. Finally, the technoeconomic assessment of the proposed process included the design of a complete flowchart for the entire process, the estimation of the total capital costs for each equipment type, the estimation of the total operational costs on a year-round basis, and an investment plan to calculate the revenues and return of investment in a hypothetic scenario that was selected for analysis. The conclusion of this study is that a multitude of important results were obtained in all the re-search fields studied, while innovative elements were added in the global effort to implement technologies that adhere to the principles of circular economy. The assessment of this specific study is that the combination of lignocellulosic biomass with microalgae cultivation is not only feasible, but a new technology that opens new avenues for the creation of complex biorefineries of lignocellulosic biomass with microalgae, which will in the future be able to combine the production of energy and value-added products with the utilization of these unexploited but valuable natural resources.Το αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι η πρόταση ενός εναλλακτικού τρόπου αξιοποίησης του φλοιού ρυζιού, ενός ανεκμετάλλευτου τύπου λιγνοκυτταρινούχας βιομάζας, με στόχο την παραγωγή πολύτιμης βιομάζας μικροφυκών πλούσια σε φυσικές αντιοξειδωτικές φαινολικές ενώσεις. Το θέμα που παρουσιάζεται στην παρούσα μελέτη πρόκειται για μια ανανεωμένη ματιά στην αξιοποίηση της λιγνοκυτταρινούχας βιομάζας με μικροφύκη προς την παραγωγή προϊόντων προστιθέμενης αξίας, που μπορούν να βοηθήσουν στην κάλυψη της συνεχώς αυξανόμενης ζήτησης από τη βιομηχανία καλλυντικών και τροφίμων για προϊόντα φυσικής προέλευσης. Από τη μία πλευρά, ο φλοιός ρυζιού είναι πλούσιος σε κυτταρίνη και ημικυτταρίνη και επομένως αποτελεί μια εξαιρετική πηγή για την παραγωγή ενός πλούσιου σε θρεπτικά συστατικά υδρολύματος, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως οικονομικό και βιώσιμο μέσο ανάπτυξης μικροφυκών. Από την άλλη πλευρά, η βιομάζα των μικροφυκών θεωρείται ως ένας από τους πιο πολύτιμους τύπους βιομάζας, που διαθέτει την μοναδική ιδιότητα να βιοσυνθέτει μια μεγάλη ποικιλία βιοχημικών ουσιών με ατελείωτες βιοτεχνολογικές εφαρμογές. Ως εκ τούτου, τα φυσικά φαινολικά εκχυλίσματα που προέρχονται από μικροφύκη με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση επιλέχθηκαν ως το προϊόν-στόχος αυτής της μελέτης. Τα βασικά βήματα των πεδίων που μελετήθηκαν σε αυτή την εργασία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στα εξής: πρώτον, μελέτη της υδρόλυσης του φλοιού ρυζιού, δεύτερον, καλλιέργεια μικροφυκών σε υδρόλυμα φλοιού ρυζιού, τρίτον, μελέτη της παραγωγής φαινολικών ενώσεων από μικροφύκη και τέταρτον, μελέτη τεχνικών εκχύλισης φαινολικών ενώσεων από τη βιομάζα μικροφυκών. Επιπλέον, μελετήθηκε και η ανάκτηση του πολύτιμου βιοπυριτίου από τον χρησιμοποιημένο φλοιό ρυζιού, ως ένα ακόμα προϊόν προστιθέμενης αξίας της συγκεκριμένης διεργασίας. Τέλος, πραγματοποιήθηκε μια απλή τεχνοοικονομική ανάλυση βασισμένη στα πειραματικά αποτελέσματα που προέκυψαν από όλα τα στάδια της παραπάνω ανάλυσης, ώστε να γίνει πιο εύκολα κατανοητό ποια θα ήταν η βιωσιμότητα ενός τέτοιου έργου στην πραγματική ζωή σε μεγαλύτερη κλίμακα. Ειδικότερα, το πρώτο βήμα αυτής της μελέτης αποτελεί η θερμοχημική υδρόλυση του φλοιού ρυζιού, στην οποία δοκιμάστηκαν διάφορες μέθοδοι φυσικοχημικής προεπεξεργασίας, όπως η όξινη και η αλκαλική υδρόλυση. Επίσης, μελετήθηκαν διάφορες υδρολυτικές παράμετροι, όπως ο χρόνος υδρόλυσης, η συγκέντρωση του οξέος ή της βάσης, η θερμοκρασία και η φόρτιση σε στερεά. Επιπρόσθετα, στην παραπάνω μελέτη υπογραμμίστηκε και η σημασία της μηχανικής προεπεξεργασίας (μέγεθος κόκκων) της βιομάζας κατά την υδρόλυσή της. Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν η εύρεση των βέλτιστων υδρολυτικών συνθηκών, οι οποίες οδηγούν στην παραγωγή ενός υγρού υδρολύματος πλούσιου σε σάκχαρα και άζωτο κατάλληλο για χρήση ως μέσο ανάπτυξης μικροφυκών. Στη συνέχεια, διάφορα στελέχη μικροφυκών καλλιεργήθηκαν υπό αυτότροφες συνθήκες με στόχο την επιλογή ενός στελέχους κατάλληλου για την παραγωγή φυσικών φαινολικών συστατικών. Το μικροφύκος Botryococcus braunii που επιλέχθηκε αναπτύχθηκε στη συνέχεια σε υδρόλυμα φλοιού ρυζιού με στόχο την ταυτόχρονη επίτευξη υψηλής παραγωγής βιομάζας με τη βέλτιστη συσσώρευση φαινολικών συστατικών ενδοκυτταρικά. Για το σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκαν διάφορες σειρές καλλιεργειών σε ετερότροφες και μιξότροφες συνθήκες ώστε να γίνει κατανοητός ο μηχανισμός που ευνοεί την παραγωγή φαινολικών ουσιών αυτού του μικροφύκους. Επιπλέον, δοκιμάστηκε επίσης μια καλλιέργεια δύο σταδίων, κατά την οποία το μικροφύκος B. braunii αναπτύχθηκε πρώτα μιξοτροφικά ή ετερότροφα σε υδρόλυμα φλοιού ρυζιού και δεύτερον αυτοτροφικά, με στόχο την περαιτέρω βελτίωση της παραγωγής φαινολικών ενώσεων. Επιπρόσθετα, έγιναν περαιτέρω μελέτες για το αυτότροφο στάδιο της καλλιέργειας δύο σταδίων, με στόχο την εύρεση κατάλληλων παραμέτρων καλλιέργειας που μπορούν να ενισχύσουν το συνολικό φαινολικό περιεχόμενο της παραγόμενης βιομάζας. Από τα παραπάνω προέκυψαν οι βέλτιστες συνθήκες καλλιέργειας του συγκεκριμένου μικροφύκους. Επιπλέον, η εκχύλιση φαινολικών ενώσεων από τη βιομάζα μικροφυκών διερευνήθηκε επίσης σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της παρούσας μελέτης. Συγκεκριμένα, διάφοροι διαλύτες/τεχνικές εκχύλισης δοκιμάστηκαν και συγκρίθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητά τους στην εκχύλιση φαινολικών ενώσεων, ενώ χρησιμοποιήθηκαν τόσο ποιοτικές όσο και ποσοτικές μέθοδοι για την αξιολόγηση της αντιοξειδωτικής δράσης των ληφθέντων εκχυλισμάτων. Τέλος, η τεχνοοικονομική αξιολόγηση της προτεινόμενης διαδικασίας περιλάμβανε τον σχεδιασμό ενός πλήρους διαγράμματος ροής για όλη τη διαδικασία, την εκτίμηση του συνολικού κεφαλαιακού κόστους για κάθε τύπο εξοπλισμού, την εκτίμηση του συνολικού λειτουργικού κόστους σε ετήσια βάση και ένα επενδυτικό σχέδιο για τον υπολογισμό των εσόδων και της απόδοσης της επένδυσης σε ένα υποθετικό σενάριο που επιλέχθηκε για ανάλυση. Από την παρούσα μελέτη προέκυψε πληθώρα σημαντικών αποτελεσμάτων σε όλα τα ερευνητικά πεδία που μελετήθηκαν, ενώ προστέθηκαν καινοτόμα στοιχεία στην παγκόσμια προσπάθεια για την εφαρμογή τεχνολογιών που αφουγκράζονται τις αρχές της κυκλικής οικονομίας. Η αποτίμηση της συγκεκριμένης μελέτης είναι ότι ο συνδυασμός της λιγνοκυτταρινούχας βιομάζας με την καλλιέργεια μικροφυκών είναι όχι απλά εφικτός, αλλά μια νέα τεχνολογία που ανοίγει νέους δρόμους για την δημιουργία σύνθετων βιοδιυλιστηρίων λιγνοκυτταρινούχας βιομάζας με μικροφύκη, τα οποία θα μπορούν μελλοντικά να συνδυάζουν την παραγωγή ενέργειας και προϊόντων προστιθέμενης αξίας με την αξιοποίηση αυτών των τόσο ανεκμετάλλευτων αλλά και πολύτιμων φυσικών πόρων

    Η επίδραση της αλλαγής του τρόπου ζωής στις πτυχές που σχετίζονται με την κόπωση, την ποιότητα ζωής, την υγεία και την υπνηλία

    No full text
    Introduction: Unhealthy lifestyle behaviors such as physical inactivity, chronic stress, irregular sleep patterns, and poor recovery practices have emerged as key contributors to fatigue, reduced quality of life and the growing prevalence of sleep-related disturbances. These factors, often coexisting in modern urban lifestyles, are strongly associated with metabolic, psychological, and neurological dysfunctions. Within this scientific and public health context, lifestyle medicine promotes a holistic, behavior-focused approach to restoring and maintaining health through non-pharmacological interventions. Among these, massage therapy whether manual or mechanical has gained attention as a potentially effective method for improving sleep, enhancing recovery and promoting both mental and physical well-being. The current PhD thesis explores the efficacy of lifestyle-based, non-invasive therapeutic modalities, with an emphasis on massage interventions, in improving sleep parameters, managing fatigue and enhancing quality of life. Utilizing objective tools (e.g., PSG-EEG) and subjective assessments (e.g., validated questionnaires), this thesis consists of five distinct but thematically interlinked experimental studies conducted in real-life and clinical settings. Aims: The primary purpose of this doctoral thesis was to investigate the acute and chronic effects of various types of massage therapy on vigilance and alertness levels in healthy people and those suffering from insomnia symptoms. Specifically, the objectives were to Study 1: to evaluate the timing effect of pre-competition sports massage, using two different massage oils, on sprint performance, Study 2: to investigate the effect of two different types of manual massage sessions on day-time napping in poor sleepers, Study 3: to assess the effectiveness of a single session of relaxation massage prior to bedtime on sleep quality and quantity indices in individuals with symptoms of chronic insomnia, Study 4: to examine the effectiveness of various massage protocols available on automatic electric massage chair (AEMC) prior to daytime nap on relaxation and indices of sleep quality and Study 5: to assess the long-term impact of the new generation massage chairs in aspects relate to sleep and quality of life in individuals with severe symptoms of insomnia. Methodology: The present PhD thesis divided into 5 studies. The total sample (Ν=99) consisted of healthy adults, athletes and individuals with severe insomnia symptoms. Inclusion criteria such as PSQI >5 or AIS ≥16 was used to identify poor sleepers and individuals with insomnia. Participants took part in a range of interventions involving either manual massage (e.g., sports massage and/or relaxation massage) or mechanical massage via automatic electric massage chairs, with each protocol designed to examine short-term or long-term effects on sleep behavior, indices and psychological status. Across all studies, participants were exposed to multiple conditions, including control (no massage), “sham” and active interventions. Interventions ranged from 5 to 45 minutes in duration (i.e., 5, 30, or 45 minutes) and were delivered either by trained massage professionals or through standardized automatic massage chair programs targeting sleep and fatigue recovery or relaxation. Sleep was monitored using polysomnographic EEG systems, while additional physiological parameters (e.g., muscle tone, heart rate) and psychological states (e.g., relaxation, level of fatigue, alertness) were assessed via validated questionnaires and functional tests (e.g. handgrip).Results: The overall findings of this doctoral thesis demonstrate that massage-based interventions both manual and automated produced significant improvements in a wide range of physiological and psychological outcomes across various populations. Massage protocols led to measurable enhancements in physical performance, muscle tone, sleep parameters and subjective states of relaxation. Specifically, (Study 1) sports massage was found to significantly enhance athletic performance, particularly when applied after warm-up and combined with essential oils, leading to a meaningful reduction in sprint times. (Study 2,3) Relaxation massage consistently increased subjective relaxation scores, reduced muscle tone and improved sleep parameters such as sleep efficiency, sleep latency and sustained sleep duration, as recorded by polysomnography-EEG device and sleep diaries. Furthermore, (Study 4) the use of an automatic electric massage chair (AEMC), yielded both immediate and long-term benefits. Short-term sessions improved sleep efficiency and physiological relaxation markers (e.g., heart rate and muscle tone), while long-term use (Study 5) led to clinically relevant improvements in sleep quality and total sleep time, as well as significant reductions in insomnia symptoms. Discussion: In the current PhD research thesis, we have found that massage-based interventions both manual and mechanical can exert significant beneficial effects on multiple dimensions of performance and health, particularly in relation to sleep quality, fatigue, and subjective well-being. Across five thematically linked experimental studies, our findings consistently demonstrated that targeted massage protocols led to improvements in both objective (e.g., EEG-derived sleep quality, efficiency, sprint performance) and subjective (e.g., sleepiness scales, quality-of-life indices) outcomes. Conclusion: This doctoral thesis confirms the application of massage, manual or mechanical can be a scientifically validated, non-pharmacological tool for improving physiological performance, sleep quality, reducing fatigue, and enhancing overall quality of life. The integration of electrophysiological, psychological, and physical performance indicators strengthens the case for embedding massage interventions within broader lifestyle medicine frameworks. Moreover, the use of advanced technologies such as AEMCs opens new possibilities for self-directed, accessible treatment at home. Future research should prioritize large-scale clinical trials, long-term follow-up, and cost-effectiveness studies to evaluate broader implementation in pre-clinical, clinical and community settings. Ultimately, the findings of the present work support the integration of massage-based interventions into comprehensive health promotion and chronic disease prevention strategies.Εισαγωγή: Ανθυγιεινές συμπεριφορές τρόπου ζωής, όπως η σωματική αδράνεια, το χρόνιο άγχος, οι ακανόνιστοι ρυθμοί ύπνου και οι ελλιπείς πρακτικές αποκατάστασης, από επίπονη εργασία ή έντονη άσκηση, έχουν αναδειχθεί ως βασικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην συνολική κόπωση, τη μείωση της ποιότητας ζωής και την αυξανόμενη επικράτηση διαταραχών σχετικών με τον ύπνο. Οι παράγοντες αυτοί, που συχνά συνυπάρχουν στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, συνδέονται στενά με μεταβολικές, ψυχολογικές και νευρολογικές δυσλειτουργίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Ιατρική του Τρόπου Ζωής προάγει μια ολιστική προσέγγιση με επίκεντρο τη συμπεριφορά, στοχεύοντας στην αποκατάσταση και διατήρηση της υγείας μέσω μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων. Μεταξύ αυτών, παρεμβάσεις μάλαξης είτε που εφαρμόζεται χειρωνακτικά είτε μηχανικά αυτοματοποιημένη (π.χ. αυτόματη ηλεκτρική καρέκλα μάλαξης) έχει συγκεντρώσει το επιστημονικό ενδιαφέρον ως ενδεχομένως αποτελεσματική μέθοδος βελτίωσης του ύπνου, ενίσχυσης της αποκατάστασης και προαγωγής της ψυχικής και σωματικής ευεξίας. Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την αποτελεσματικότητα των μη φαρμακευτικών, βασισμένων στον τρόπο ζωής θεραπευτικών παρεμβάσεων, με έμφαση στις εφαρμογές της μάλαξης, στην ενίσχυση των παραμέτρων του ύπνου, στη διαχείριση της κόπωσης και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Μέσω της χρήσης αντικειμενικών εργαλείων (όπως PSG-EEG) και υποκειμενικών αξιολογήσεων (όπως επικυρωμένα ερωτηματολόγια), η διατριβή αυτή αποτελείται από πέντε διακριτές αλλά θεματικά διασυνδεδεμένες πειραματικές μελέτες που διεξήχθησαν σε συνθήκες πεδίου και κλινικές συνθήκες. Σκοποί: Ο κύριος σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση των οξέων και χρόνιων επιδράσεων διαφόρων τύπων θεραπείας μέσω του μασάζ στα επίπεδα εγρήγορσης και επαγρύπνησης τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε άτομα με συμπτώματα αϋπνίας. Συγκεκριμένα εξετάστηκε, Μελέτη 1: κατά πόσο η εφαρμογή αθλητικής μάλαξης πριν από δρόμο ταχύτητας (σπριντ), με χρήση δύο διαφορετικών ελαίων, επηρεάζει την απόδοση στο σπριντ, Μελέτη 2: κατά πόσο δύο διαφορετικοί τύποι χειρομαλάξεων επηρεάζουν τη διάρκεια και την ποιότητα του μεσημεριανού ύπνου σε άτομα με ελλιπή ύπνο, Μελέτη 3: μια και μόνο συνεδρία χαλαρωτικής μάλαξης πριν την ώρα κατάκλισης βελτιώνει τους δείκτες ποιότητας και ποσότητας ύπνου σε άτομα με συμπτώματα χρόνιας σοβαρής αϋπνίας, Μελέτη 4: να εξεταστούν διάφορα πρωτόκολλα μάλαξης μέσω αυτόματης ηλεκτρικής καρέκλας μασάζ (AEMC) πριν τον μεσημεριανό ύπνο, αν επηρεάζουν τη χαλάρωση και παραμέτρους ποιότητας ύπνου και Μελέτη 5: κατά πόσο οι καρέκλες μάλαξης νέας γενιάς επιδρούν μακροπρόθεσμα στον ύπνο και στην ποιότητα ζωής σε άτομα με σοβαρά συμπτώματα αϋπνίας. Μεθοδολογία: Η παρούσα διδακτορική διατριβή χωρίζεται σε πέντε επιμέρους μελέτες. Το συνολικό δείγμα (Ν=99) περιλάμβανε υγιείς ενήλικες, αθλητές και άτομα με κλινικά σημαντικά συμπτώματα αϋπνίας. Ως κριτήρια ένταξης για τον εντοπισμό κακής ποιότητας ύπνου ή αϋπνίας χρησιμοποιήθηκαν τιμές ερωτηματολογίων όπως PSQI >5 ή AIS ≥16. Οι συμμετέχοντες έλαβαν μέρος σε ποικίλες παρεμβάσεις που περιλάμβαναν είτε χειρωνακτική μάλαξη (π.χ. αθλητική ή χαλαρωτική μάλαξη) είτε μηχανική μάλαξη μέσω αυτόματων ηλεκτρικών καρεκλών μάλαξης, με κάθε πρωτόκολλο να έχει σχεδιαστεί για να εξετάζει τις βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες επιδράσεις της παρέμβασης στη συμπεριφορά ύπνου και στην ψυχο-φυσιολογική κατάσταση των ατόμων. Σε όλες τις μελέτες, οι συμμετέχοντες συμμετείχαν σε πολλαπλές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων της ομάδας ελέγχου (χωρίς παρέμβαση μάλαξης), «εικονικών» και ενεργών παρεμβάσεων μάλαξης. Οι παρεμβάσεις διήρκησαν από 5 έως 45 λεπτά (δηλαδή 5, 30 ή 45 λεπτά) και εφαρμόστηκαν είτε από εκπαιδευμένους επαγγελματίες μασάζ είτε μέσω τυποποιημένων προγραμμάτων αυτόματων καρεκλών μασάζ, με στόχο τη βελτίωση του ύπνου, τη χαλάρωση και την ανάνηψη από την κόπωση .Ο ύπνος παρακολουθήθηκε μέσω πολυυπνογραφικών συστημάτων EEG, ενώ επιπλέον φυσιολογικές παράμετροι (π.χ. μυϊκός τόνος, καρδιακός ρυθμός) και ψυχολογικές καταστάσεις (π.χ. χαλάρωση, κόπωση, εγρήγορση) αξιολογήθηκαν μέσω έγκυρων ερωτηματολογίων και λειτουργικών δοκιμασιών. Ως κριτήρια ένταξης για τον εντοπισμό κακής ποιότητας ύπνου ή αϋπνίας χρησιμοποιήθηκαν τιμές ερωτηματολογίων όπως PSQI >5 ή AIS ≥16. Αποτελέσματα: Τα συνολικά ευρήματα της παρούσας διδακτορικής διατριβής καταδεικνύουν ότι οι παρεμβάσεις με βάση τη μάλαξη, είτε μάλαξη που εφαρμόζεται με το χέρι είτε αυτοματοποιημένη μάλαξη με αυτόματη ηλεκτρική καρέκλα μασάζ νέας γενιάς, παρήγαγαν σημαντικές βελτιώσεις σε ένα ευρύ φάσμα φυσιολογικών και ψυχολογικών παραμέτρων σε διάφορους πληθυσμούς. Συνολικά, τα πρωτόκολλα μάλαξης οδήγησαν σε μετρήσιμες ενισχύσεις της αθλητικής απόδοσης, του μυϊκού τόνου, βελτίωση των παραμέτρων του ύπνου και των υποκειμενικών καταστάσεων χαλάρωσης. Συγκεκριμένα, (Μελέτη 1) η αθλητική μάλαξη φάνηκε να ενισχύει σημαντικά την αθλητική απόδοση, ιδίως όταν εφαρμοζόταν μετά την προθέρμανση και σε συνδυασμό με τη χρήση αιθέριων ελαίων, οδηγώντας σε σημαντική μείωση του χρόνου ολοκλήρωσης σε δοκιμασίες ταχύτητας (σπριντ). Η χαλαρωτική μάλαξη αύξησε σταθερά τα υποκειμενικά σκορ χαλάρωσης, μείωσε τον μυϊκό τόνο και βελτίωσε τις παραμέτρους του ύπνου, όπως η αποδοτικότητα ύπνου (Sleep Efficiency), ο λανθάνων χρόνος έναρξης ύπνου (Sleep Latency) και η διατηρούμενη διάρκεια ύπνου (Sustained Sleep duration), όπως καταγράφηκαν μέσω πολυυπνογραφικής συσκευής EEG και ημερολογίων ύπνου (Μελέτη 2,3). Επιπλέον, η χρήση αυτόματης ηλεκτρικής καρέκλας μάλαξης (AEMC) απέφερε τόσο άμεσα (Μελέτη 4) όσο και μακροπρόθεσμα οφέλη (Μελέτη 5). Βραχυπρόθεσμες συνεδρίες βελτίωσαν την αποδοτικότητα ύπνου και δείκτες φυσιολογικής χαλάρωσης (π.χ. καρδιακός ρυθμός και μυϊκός τόνος), ενώ η μακροχρόνια χρήση οδήγησε σε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στην ποιότητα ύπνου και στη συνολική διάρκεια ύπνου, καθώς και σε σημαντικές μειώσεις των συμπτωμάτων αϋπνίας. Συζήτηση: Στην παρούσα διδακτορική διατριβή διαπιστώθηκε ότι οι παρεμβάσεις με βάση τη μάλαξη, τόσο η χειρωνακτική μάλαξη όσο και η μηχανική (μέσω καρεκλών μάλαξης), μπορούν να επιφέρουν σημαντικά ευεργετικά αποτελέσματα σε πολλαπλές διαστάσεις της απόδοσης και της υγείας, ιδίως σε σχέση με την ποιότητα ύπνου, την κόπωση και την υποκειμενική ευεξία. Σε πέντε θεματικά συνδεδεμένες πειραματικές μελέτες, τα ευρήματά μας κατέδειξαν με συνέπεια ότι στοχευμένα πρωτόκολλα μάλαξης οδήγησαν σε βελτιώσεις τόσο σε αντικειμενικούς δείκτες (π.χ. ποιότητα ύπνου μέσω EEG, αποδοτικότητα ύπνου, επίδοση σε σπριντ) όσο και σε υποκειμενικούς δείκτες (π.χ. κλίμακες υπνηλίας, δείκτες ποιότητας ζωής). Συμπεράσματα: Η παρούσα διδακτορική διατριβή επιβεβαιώνει ότι η εφαρμογή μάλαξης, χειρωνακτική ή μηχανική, μπορεί να αποτελέσει ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο, μη φαρμακευτικό εργαλείο για τη βελτίωση της σωματικής απόδοσης, ποιότητας ύπνου, τη μείωση της κόπωσης και την ενίσχυση της συνολικής ποιότητας ζωής. Η βελτίωση ηλεκτροφυσιολογικών, ψυχολογικών και δεικτών φυσικής απόδοσης ενισχύει την επιχειρηματολογία για την ενσωμάτωση των παρεμβάσεων μάλαξης σε ευρύτερο πλαίσιο εφαρμογών της Ιατρικής του Τρόπου Ζωής. Επιπλέον, η χρήση προηγμένων τεχνολογιών όπως οι Αυτόματες Ηλεκτρικές Καρέκλες Μάλαξης (AEMC) ανοίγει νέες δυνατότητες για εξατομικευμένη, εύκολα προσβάσιμη θεραπεία στο σπίτι. Μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν σε ευρείας κλίμακας κλινικές δοκιμές, μακροχρόνια παρακολούθηση και μελέτες κόστους-αποτελεσματικότητας για την αξιολόγηση της εφαρμογής σε κλινικά και κοινοτικά περιβάλλοντα. Συνολικά, τα ευρήματα υποστηρίζουν την ενσωμάτωση των παρεμβάσεων μάλαξης σε ολοκληρωμένες στρατηγικές προαγωγής υγείας και πρόληψης χρόνιων νοσημάτων.

    Characterization and analysis of microplastics in aquatic environmental samples and study of their formation process

    No full text
    Microplastic pollution represents one of the most pressing environmental challenges of the modern era, with significant implications for aquatic ecosystems. Microplastics (MPs) are minute polymeric particles with dimensions of less than 5 mm, mainly resulting from the fragmentation of larger plastic debris through physicochemical processes such as photo-oxidation, thermo-oxidative degradation, and mechanical abrasion. Despite the increasing number of studies addressing MP detection and characterization, considerable research gaps persist, particularly regarding their environmental transformation mechanisms and the qualitative and quantitative analysis of real aqueous samples. The present doctoral dissertation focuses on the development of reliable analytical methodologies for the study of MPs in aquatic environmental samples, with an emphasis on elucidating their formation mechanisms, identifying them through advanced techniques, and assessing their pollution potential. To achieve these objectives, the research was structured around three major axes: (a) investigation of polymer photoaging, (b) development and validation of analytical methodologies for MP analysis, and (c) systematic environmental monitoring of MP contamination. In the first research axis, a comprehensive study was conducted on the UV-induced degradation of widely used polymers, including high- and low-density polyethylene (HDPE, LDPE), polypropylene (PP), polystyrene (PS), poly(ethylene terephthalate) (PET), polycarbonate (PC), poly(methyl methacrylate) (PMMA), polyamide (PA), and poly(vinyl chloride) (PVC). These polymers, in the form of thin films, were subjected to controlled UV-B irradiation for 5, 10, 20, 30, 45, and 60 days. At each predetermined interval, their physicochemical changes were examined through spectroscopic (Fourier Transform Infrared Spectroscopy, FTIR), crystallographic (X-Ray Diffraction, XRD), thermal (Differential Scanning Calorimetry, DSC), and microscopic (Scanning Electron Microscopy, SEM) analyses, as well as pyrolysis-gas chromatography/mass spectrometry (Py-GC/MS) and mechanical testing. Additionally, due to the concurrent COVID-19 pandemic, the study was expanded to include the photoaging behavior and release of chemical additives and metals from disposable protective face masks (DPFMs), which saw widespread usage during that period. These masks were immersed in ultrapure water and exposed to UV-B irradiation for timeframes equivalent to 5, 10, 20, 30, 50, and 356 days of solar exposure in Thessaloniki. The degradation of polymeric components was studied using FTIR, XRD, DSC, and SEM, while particle and metal migration into the water phase was analyzed via Inductively Coupled Plasma Mass Spectrometry (ICP-MS) and Atomic Force Microscopy (AFM). The second axis of the research involved the development and validation of analytical protocols for the isolation, characterization and quantification of MPs in environmental water samples. Initially, various sample pretreatment strategies were reviewed and tested, aiming to efficiently remove organic matter while preserving MP integrity in complex matrices such as treated wastewater. Subsequently, an analytical method using Py-GC/MS was developed for both qualitative and quantitative assessment. Calibration curves were constructed using mixtures of nine representative polymers based on global usage, and the effect of inorganic catalysts (CaCO₃) on pyrolysis efficiency was evaluated. Additionally, the leaching of plastic additives, stabilizers, and colorants from nine polymer types into water was investigated before and after 20 days of simulated solar aging using suspect and non-target screening approaches employing Liquid Chromatography–High Resolution Mass Spectrometry (LC-HRMS) instrumentation. The third axis of the dissertation focused on the systematic monitoring of MP pollution in aquatic ecosystems of Northern Greece. A comprehensive field study was carried out to assess MP concentrations in influents and effluents from the Thessaloniki Wastewater Treatment Plant (WWTP), as well as in surface waters of the Thermaikos Gulf and the Axios River. Analytical techniques employed included stereomicroscopy, Scanning Electron Microscopy with Energy Dispersive X-ray spectroscopy (SEM-EDX), and the validated Py-GC/MS method developed in this work. In conclusion, the findings of this dissertation contribute significantly to our understanding of the photoaging-driven formation of MPs, the development of robust analytical tools for their detection and quantification, and the assessment of their environmental presence. For Northern Greece, where baseline data on MP occurrence are limited, this study highlights the urgent need for targeted monitoring efforts. Despite the global rise in MP-related research, national data—especially in this region—remain scarce. The integration of advanced spectroscopic and chromatographic techniques in this work provides a comprehensive approach for detecting MPs and their associated chemical leachates, supporting new datasets and offering novel perspectives for the study of plastic pollution.Η ρύπανση των μικροπλαστικών αποτελεί μία από τις πλέον κρίσιμες περιβαλλοντικές προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, με σημαντικές επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα. Τα μικροπλαστικά είναι μικροσκοπικά πολυμερικά σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των 5 mm, τα οποία προκύπτουν κυρίως από τη διάσπαση μεγαλύτερων πλαστικών απορριμμάτων μέσω φυσικοχημικών διεργασιών, όπως η φωτοοξείδωση, η θερμοοξειδωτική διάσπαση και η μηχανική καταπόνηση. Παρά τις πολυάριθμες μελέτες που αφορούν στον εντοπισμό και τον χαρακτηρισμό των μικροπλαστικών, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ερευνητικά κενά, ιδιαίτερα στον τομέα των μηχανισμών μετασχηματισμού τους στο περιβάλλον, καθώς και στην ποιοτική και ποσοτική ανάλυσή τους σε πραγματικά υδατικά δείγματα. Η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στην ανάπτυξη αξιόπιστων αναλυτικών μεθοδολογιών για τη μελέτη των μικροπλαστικών σε υδατικά περιβαλλοντικά δείγματα, με έμφαση στον προσδιορισμό των μηχανισμών σχηματισμού τους, την ταυτοποίησή τους με σύγχρονες τεχνικές και την εκτίμηση της ρύπανσης που προκαλούν. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, η έρευνα οργανώθηκε γύρω από τρεις βασικούς άξονες: (α) τη μελέτη φωτογήρανσης πολυμερών, (β) την ανάπτυξη και επικύρωση αναλυτικών μεθοδολογιών για την ανάλυση μικροπλαστικών, και τέλος, (γ) τη συστηματική παρακολούθηση της ρύπανσης σε περιβαλλοντικά δείγματα. Στο πρώτο ερευνητικό σκέλος, πραγματοποιήθηκε συστηματική μελέτη της φωτογήρανσης ευρέως χρησιμοποιούμενων πολυμερών, συμπεριλαμβανομένων του πολυαιθυλενίου υψηλής και χαμηλής πυκνότητας (HDPE, LDPE), του πολυπροπυλενίου (PP), του πολυστυρενίου (PS), του πολυ(τερεφθαλικού αιθυλενεστέρα) (PET), του πολυ(καρβονικού εστέρα) (PC), του πολυ(μεθακρυλικού μεθυλενεστέρα) (PMMA), του πολυαμιδίου (PA) και του πολυ(βινυλοχλωριδίου) (PVC). Τα πολυμερή αυτά υπό την μορφή λεπτών υμενίων εκτέθηκαν σε ακτινοβολία UV-Β υπό ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες για 5, 10, 20, 30, 45 και 60 ημέρες ακτινοβόλησης. Στα προκαθορισμένα αυτά χρονικά διαστήματα, διερευνήθηκαν οι φυσικοχημικές τους μεταβολές κατά την πρόοδο της γήρανσης, χρησιμοποιώντας φασματοσκοπικές (φασματοσκοπία υπερύθρου με μετασχηματισμό Fourier, FTIR), κρυσταλλογραφικές (περίθλαση ακτίνων Χ, XRD), θερμικές (διαφορική θερμιδομετρία σάρωσης, DSC), μικροσκοπικές (ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης, SEM), συζευγμένες χρωματογραφικές τεχνικές (πυρόλυση συζευγμένη με αέρια χρωματογραφία/ φασματομετρία μάζας, Py−GC/MS), ενώ το προφίλ των μηχανικών τους ιδιοτήτων μελετήθηκε επίσης. Παράλληλα, στο πλαίσιο του ίδιου σκέλους και καθότι η παρούσα διατριβή συνέπεσε με την εξέλιξη της πανδημίας COVID-19, διερευνήθηκε επίσης η φωτογήρανση και η μετανάστευση χημικών ενώσεων και μετάλλων από πλαστικές μάσκες προστασίας μίας χρήσης (DPFMs), οι οποίες γνώρισαν μαζική χρήση κατά την πανδημία. Για αυτή την ομάδα πειραμάτων οι μάσκες μιας χρήσης τοποθετήθηκαν εντός συγκεκριμένου όγκου υπερκάθαρου νερού σε θάλαμο UV-B γήρανσης, ενώ τα χρονικά διαστήματα γήρανσης προσομοίαζαν 5, 10, 20, 30, 50 και 356 ημέρες ηλιακής ακτινοβόλησης για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Η μελέτη της φωτοοξείδωσης των πολυμερικών συστατικών των μασκών εξετάστηκε με τη χρήση τεχνικών όπως αναφέρθηκε και παραπάνω για τα λοιπά πολυμερή (Φασματοσκοπία FTIR, XRD, DSC και SEM), ενώ διερευνήθηκαν τα σωματίδια και τα μέταλλα που μετανάστευσαν στο νερό με την πρόοδο της γήρανσης με τη χρήση φασματομετρίας μάζας με επαγωγικά συζευγμένο πλάσμα (ICP-MS) και Μικροσκοπίας Ατομικής Δύναμης (AFM). Ο δεύτερος άξονας της έρευνας αφορούσε στην ανάπτυξη και επικύρωση αναλυτικών πρωτοκόλλων για τον χαρακτηρισμό και τον ποσοτικό προσδιορισμό των μικροπλαστικών σε υδατικά περιβαλλοντικά δείγματα. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση των υπαρχουσών τεχνικών απομόνωσης μικροπλαστικών και δοκιμάστηκαν διαφορετικές στρατηγικές προκατεργασίας των δειγμάτων με στόχο την απομάκρυνση της οργανικής ύλης και την απομόνωση των μικροπλαστικών από σύνθετα περιβαλλοντικά υποστρώματα, όπως είναι τα υγρά λύματα. Εν συνεχεία, έλαβε χώρα η ανάπτυξη αναλυτικής μεθοδολογίας με Py−GC/MS για τον ποιοτικό και ποσοτικό προσδιορισμό μικροπλαστικών. Για την ανάπτυξης αυτής της μεθοδολογίας κατασκευάσθηκαν καμπύλες βαθμονόμησης σε μίγματα εννέα πρότυπων πολυμερών που επιλέχθηκαν με βάση τη παγκόσμια χρήση και ζήτησή τους, ενώ μελετήθηκε και η παρουσία ανόργανου καταλύτη (CaCO3) για την βελτιστοποίηση των συνθηκών πυρόλυσης. Στα πλαίσια του παρόντος κεφαλαίου έγινε επιπλέον η διερεύνηση ενώσεων έκπλυσης (λ.χ. πρόσθετα πολυμερών, σταθεροποιητές, χρωστικές) από εννέα τύπους πολυμερών στο νερό πριν και μετά την προσομοιωμένη ηλιακή γήρανση είκοσι ημερών, με οργανολογία Υγρής Χρωματογραφίας Φασματομετρίας Μάζας Υψηλής Διακριτικής Ικανότητας (LC-HR-MS). Ο τρίτος άξονας της διατριβής επικεντρώθηκε στη συστηματική παρακολούθηση της ρύπανσης από μικροπλαστικά σε υδάτινα δείγματα. Διεξήχθη εκτενής μελέτη της παρουσίας και συγκέντρωσης μικροπλαστικών σε υγρά λύματα εισόδου και εξόδου της Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυμάτων (Ε.Ε.Λ.) Θεσσαλονίκης, καθώς και σε επιφανειακά ύδατα από φυσικούς υδάτινους αποδέκτες της Β. Ελλάδος, όπως ο Θερμαϊκός Κόλπος και ο Ποταμός Αξιός. Για την εκτίμηση των συγκεντρώσεων των μικροπλαστικών, εφαρμόστηκαν συνδυαστικές αναλυτικές τεχνικές, οι οποίες περιλάμβαναν Οπτικό Στερεομικροσκόπιο, Ηλεκτρονική Μικροσκοπία Σάρωσης με Στοιχειακή Ανάλυση (SEM-EDX), καθώς και η βελτιστοποιημένη μεθοδολογία Py−GC/MS που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της παρούσας διατριβής. Εν κατακλείδι, τα αποτελέσματα της παρούσας διατριβής συμβάλλουν στην κατανόηση των διεργασιών σχηματισμού μικροπλαστικών μέσω φωτογήρανσης, στην ανάπτυξη αξιόπιστων τεχνικών ανάλυσης και ποσοτικοποίησής τους και στην εκτίμηση της παρουσίας τους στο περιβάλλον. Ιδιαίτερα για τη Βόρεια Ελλάδα, η έλλειψη διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με την παρουσία και την κατανομή των μικροπλαστικών αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες μελέτες που θα καλύψουν αυτό το κενό γνώσης. Παρά τη γενικότερη αύξηση του ερευνητικού ενδιαφέροντος για τα μικροπλαστικά σε διεθνές επίπεδο, η έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο στη χώρα μας, και ειδικότερα στη Βόρεια Ελλάδα, βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, με περιορισμένες διαθέσιμες μετρήσεις και αναλύσεις. Η εφαρμογή προηγμένων φασματοσκοπικών και χρωματογραφικών τεχνικών στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης παρέχει ένα ολοκληρωμένο εργαλείο για την ανίχνευση των μικροπλαστικών και των χημικών ενώσεων που μεταναστεύουν από αυτά, συμβάλλοντας στη δημιουργία νέων βάσεων δεδομένων και προσφέροντας νέες προοπτικές στη μελέτη των πλαστικών ρύπων

    Biodiversity and quantitative counting of the populationof pathogenic micro-organismsin fresh poultry, locally reared meat and composite faeces and bedding samples from the environment of locally reared poultry

    No full text
    This study investigates the microbial load and antimicrobial resistance patterns in backyard chickens, with a specific focus on Campylobacter and Listeria species. Although this type of poultry farming is environmentally sustainable and economically beneficial, it is associated with the presence of pathogenic microorganisms of significant epidemiological concern. In total, 18 Campylobacter species and 6 Listeria species were isolated, demonstrating notable biodiversity and variable prevalence depending on flock size, cohabitation with other animal species, and feeding practices. A particularly alarming finding is the high frequency of multidrug-resistant (MDR) strains, with the predominant resistance determinants including tet(O), tet(A), blaOxA-61, the cluster of cmeA, cmeB, and cmeC, and the occurrence of Thr-86 to Ile mutations (C-to-T transition) in the quinolone resistance-determining region (QRDR) of the gyrA gene, highlighting the potential role of mobile genetic elements. Within the Listeria genus, L. innocua exhibited the highest prevalence and considerable resistance to first-line antibiotics, whereas L. monocytogenes, despite being less frequently isolated, retains clinical relevance due to its pathogenicity. Both prevalence and resistance patterns were strongly correlated with flock size, the presence of other livestock, and the use of concentrated feed. Statistical analysis revealed complex microecological interactions within backyard poultry systems, underscoring the urgent need for the establishment of a structured national surveillance system and the enhancement of biosecurity strategies. The study’s findings support the imperative for targeted interventions, including continuous monitoring, the reinforcement of biosecurity measures, and the education of rural communities. Such actions are essential for safeguarding public health and mitigating the spread of antimicrobial-resistant pathogens along the food chain.Η παρούσα μελέτη διερευνά τη μικροβιολογική επιβάρυνση και τα πρότυπα αντιμικροβιακής αντοχής σε κοτόπουλα χωρικής εκτροφής, με έμφαση στα βακτηριακά είδη Campylobacter και Listeria. Η πτηνοτροφία αυτού του τύπου, αν και περιβαλλοντικά βιώσιμη και οικονομικά χρήσιμη, σχετίζεται με την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών υψηλής επιδημιολογικής σημασίας. Συνολικά απομονώθηκαν 18 είδη του γένους Campylobacter και 6 είδη του γένους Listeria, με υψηλή βιοποικιλότητα και μεταβλητό επιπολασμό ανάλογα με το μέγεθος του σμήνους, τη συνύπαρξη άλλων ειδών και τη διατροφή. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η υψηλή συχνότητα πολυανθεκτικών στελεχών (MDR), με επικρατούντα τα γονίδια blaOXA-61, tet(O), cmeABC και εμφάνιση μεταλλάξεων Thr-86 σε Ile (μετάβαση C-to-T) στην περιοχή καθορισμού αντοχής στις κινολόνες (QRDR) του γονιδίου gyrA (Thr-86-Ile mutation), επισημαίνοντας την ύπαρξη κινητών γενετικών στοιχείων. Σχετικά με το γένος Listeria η L. innocua εμφάνισε τον υψηλότερο επιπολασμό και σημαντική ανθεκτικότητα σε αντιβιοτικά πρώτης γραμμής, ενώ η L. monocytogenes, αν και λιγότερο συχνή, διατηρεί κλινική σημασία λόγω της παθογένειάς της. Ο επιπολασμός και η αντοχή συσχετίστηκαν ισχυρά με το μέγεθος του σμήνους, τη συνύπαρξη άλλων ζώων και τη χρήση συμπυκνωμένων ζωοτροφών. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε πολύπλοκες μικροοικολογικές αλληλεπιδράσεις στους χωρικούς ορνίθωνες, οι οποίες καταδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για την ανάπτυξη ενός οργανωμένου εθνικού συστήματος επιτήρησης και την αναβάθμιση των στρατηγικών βιοασφάλειας. Τα αποτελέσματα της μελέτης ενισχύουν την τεκμηριωμένη απαίτηση για στοχευμένες παρεμβάσεις, που περιλαμβάνουν συστηματική επιτήρηση, ενίσχυση των μέτρων βιοασφάλειας και εκπαίδευση των αγροτικών κοινοτήτων. Οι ενέργειες αυτές είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία της δημόσιας υγείας και τον περιορισμό της εξάπλωσης πολυανθεκτικών παθογόνων κατά μήκος της τροφικής αλυσίδας

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇