Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Για την επιβίωση, αλλά όχι μόνο: σεξεργασία, πάλη, και η αναδιαμόρφωση της ανισότητας στη σύγχρονη Αθήνα

    No full text
    This anthropological research uses sex work as a point of departure to ask wider questions about labour, the state, and the continuous remaking of class relations across multiple axes of differentiation. Relying on close collaboration with women occupying different positions as illegalized sex workers in Athens, it traces how their labour processes are shaped in a dialectic with state policies on work, migration, public order, and public health. Rather than focusing on a single, seemingly bounded community of sex workers, it weaves together the stories of cis and trans, local and migrant women of different ages that negotiate a variety of citizenship statuses. Although sex work has been officially legalized in Greece for about a century, the complementarity of regulatory mechanisms with the production of a vast sphere of illegality has been a steady characteristic of the sector, whose exact expressions have been re-elaborated based on changing material conditions and the reconstitution of available workforces. For its intents and purposes, this system is successful, in disciplining workers (albeit never completely), and diffusing value to a host of other actors across economic domains and spatial territories. The seeming contradictions, the discretionary and selective enforcement of different policies, should therefore not be attributed to a “weak” state unable to outline successful methods of containment, but rather, understood as a specific and long-standing modus operandi. Overall, one contribution of this research and its “patchwork” methodology is an alternative way of studying (sexual) labour, that takes seriously the messiness of different kinds of work, people, and temporalities at play in each given context. The analytical choice to work with people who inhabit different positions in a complexly stratified industry offers a window into the history of work and class in Greece, including in terms of its crucial connection to successive migratory waves. Looking at their trajectories in sexual commerce, it becomes clear that the continuous recreation of inequality through difference is a violent process that involves struggle; both on the part of the capitalist state and the interests it serves, and on the part of the people it targets. The study addresses the different forms taken by such struggles, individual and collective, by working across the distinctions between productive and reproductive, formal and informal labour. In doing so, it focuses on the interweaving of paid and unpaid work, ranging from sex work to marriages, and situates sex work vis-a-vis state-recognized forms of work, including wage labour and social policy programmes for employment. It shows that examining prostitution as a “separate” domain of illicit activities and criminal organization obscures the concrete and fundamental articulation of sex industries with state planning and formal sectors. Finally, instead of a binary between “free choice” and “trafficking”, exploitation and resistance to it are approached through the dialectic of struggle. The continuum of exploitation, dispossession and isolation that workers face emerge as the key forces grounding extreme forms of coercion, while workers’ practices of informal organization and community-making are highlighted as (however imperfect) modes of collective survival and social reproduction.Η παρούσα ανθρωπολογική έρευνα παίρνει τη σεξουαλική εργασία σαν αφετηρία για να θέσει ευρύτερα ερωτήματα για την εργασία, το κράτος, και τη συνεχή αναδιαμόρφωση των ταξικών σχέσεων βάσει πολλαπλών αξόνων διαφοροποίησης. Βασιζόμενη στη στενή συνεργασία με γυναίκες που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σαν παρανομοποιημένες σεξεργάτριες στην Αθήνα, σκιαγραφεί πώς η εργασία τους διαμορφώνεται σε μια διαλεκτική με κρατικές πολιτικές για την απασχόληση, τη μετανάστευση, τη δημόσια τάξη και υγεία. Αντί να εστιάζει σε μία, φαινομενικά, κλειστή κοινότητα σεξεργατριών, διαπλέκει μαζί τις ιστορίες cis και τρανς, ντόπιων και μεταναστριών γυναικών διαφορετικών ηλικιών που διαπραγματεύονται μια πληθώρα νομικών στάτους. Παρόλο που η σεξεργασία είναι νομιμοποιημένη στην Ελλάδα εδώ και περίπου έναν αιώνα, η συμπληρωματικότητα των μηχανισμών ρύθμισης με την παραγωγή μιας ευρείας σφαίρας παρανομίας αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό του τομέα, του οποίου οι ακριβείς μορφές αναδιαμορφώνονται μέσα στο χρόνο βάσει μεταλλασσόμενων υλικών συνθηκών και ανακατατάξεων του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού. Για τους σκοπούς του, το σύστημα αυτό είναι επιτυχές στο να πειθαρχεί τις εργάτριες (αν και όχι ολοκληρωτικά) και να διαχέει την αξία σε μια ευρεία γκάμα υποκειμένων σε διαφορετικούς οικονομικούς τομείς και χώρους. Οι φαινομενικές αντιφάσεις και η επιλεκτική επιβολή των διαφόρων πολιτικών, δεν θα έπρεπε λοιπόν να αποδίδονται σε ένα «αδύναμο» κράτος ανίκανο να σχεδιάζει επιτυχείς μεθόδους ελέγχου, αλλά αντίθετα, σε ένα συγκροτημένο και μακροχρόνιο τρόπο λειτουργίας. Μία γενική συνεισφορά της έρευνας και της μεθοδολογίας της είναι ένας εναλλακτικός τρόπος μελέτης της (σεξουαλικής) εργασίας, που λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πολύπλοκη συνύπαρξη διαφορετικών μορφών εργασίας, ανθρώπων, και χρονικοτήτων στο εκάστοτε πλαίσιο. Η αναλυτική επιλογή συνεργασίας με ανθρώπους που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σε μια βιομηχανία με σύνθετη διαστρωμάτωση προσφέρει ένα παράθυρο θέασης της ιστορίας της εργασίας και της τάξης στην Ελλάδα, καθώς και της κεντρικής της σύνδεσης με διαφορετικά μεταναστευτικά κύματα. Κοιτώντας διαφορετικές διαδρομές της σεξουαλικής εργασίας, γίνεται σαφές ότι η συνεχής επανεφεύρεση της ανισότητας μέσω της διαφοράς είναι μια βίαιη διαδικασία που περιλαμβάνει πάλη και από την πλευρά του καπιταλιστικού κράτους και των συμφερόντων που αυτό εξυπηρετεί, και από την πλευρά των ανθρώπων που στοχοποιεί. Η μελέτη αφορά τις διαφορετικές εκφάνσεις αυτής της πάλης, ατομικές και συλλογικές, πέρα από διαχωρισμούς μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής, επίσημης και ανεπίσημης εργασίας. Συγκεκριμένα, εστιάζει στην αλληλοδιαπλοκή έμμισθης και άμισθης εργασίας, από τη σεξεργασία μέχρι το γάμο και τοποθετεί τη σεξεργασία σε σχέση με μορφές εργασίας που αναγνωρίζονται από το κράτος, συμπεριλαμβανομένης της μισθωτής εργασίας και κρατικών προγραμμάτων για την απασχόληση. Δείχνει ότι το να εξετάζεται η πορνεία σαν ένας «ξέχωρος» τομέας παράνομης δραστηριότητας και εγκληματικής οργάνωσης συσκοτίζει την υλική και θεμελιώδη σύνδεση των σεξουαλικών βιομηχανιών με τον κρατικό σχεδιασμό και τους επίσημους οικονομικούς τομείς. Τέλος, αντί για το δίπολο μεταξύ «ελεύθερης επιλογής» και «σωματεμπορίας», η εκμετάλλευση και η αντίσταση σε αυτήν προσεγγίζονται μέσω της διαλεκτικής της πάλης. Το φάσμα της εκμετάλλευσης, της συσσώρευσης και της απoμόνωσης που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες εργαζόμενες αναδύονται ως η βάση ακραίων μορφών καταναγκασμού, ενώ οι πρακτικές ανεπίσημης οργάνωσης και δημιουργίας κοινοτήτων των τελευταίων υπογραμμίζονται ως (ατελείς) τρόποι συλλογικής επιβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής

    دفاع ثاوذورس ابي قرة عن الايمان الارثوذكسي في مواجهة تحديات عصره

    No full text
    The purpose of this thesis is to present the way and methods through which Theodore Abū Qurrah (750–825) defended his faith. His era was marked by challenges at various social levels (intra-religious, intra-Christian, and ecclesiastical). In this way, the thesis is divided into three parts, with each dedicated to a type of challenge. The first part analyzes Abū Qurrah’s dialogue with Islam and the terminology he uses. It focuses on how Abū Qurrah defended his faith against Islam, whether directly or indirectly, as he used several theological tools. This part consists of two chapters: The first one focuses on the idea of the "true religion", a critical aspect of Abū Qurrah's thought, which was an essential logical and theological tool against his Muslim opponents. The second chapter solely examines his confrontations with Islam. The present thesis cannot discuss all the differences between Islam and Christianity; therefore, it will focus on the two main doctrinal differences: Trinitarianism and the divinity of Christ. In this chapter, the work examines Abū Qurrah’s response to anti-Christian Islamic accusations and sheds light on his explanation of the Trinitarian and Christological mystery. The second part deals with Abū Qurrah’s confrontation with anti-Chalcedonian Christian groups, such as the Jacobites (Monophysites) and the Nestorians. His dialogue with these groups is rich and predominantly doctrinal in nature. The part consists of three chapters. In the first, Abū Qurrah defended the importance of “Chalcedon”—and of councils in general—as the ultimate way to resolve doctrinal differences. The second chapter focuses on the Nestorian problem and its significance. For a better understanding of the problem, the Nestorian concern will be explained by emphasizing the Christology of the Nestorian Patriarch Timothy. Then, the work focuses on Abū Qurrah’s response and how he defended his faith in comparison to his Nestorian opponents. The third chapter of this part focuses on Abū Qurrah’s dialogue with the other great Christian community of the East, that of the Jacobites, and in contrast to Abū Qurrah’s contemporary Jacobite theologian, Habìb Abū Rà’itah, who had an indirect dialogue with him. In the third part, the interesting issue of the icons in the East is analyzed in conjunction with Abū Qurrah’s iconology and how he elaborated the orthodox theology of icons in the Arabic language. As for the appendices, these comprise three major works by Abū Qurrah, which are being translated into Modern Greek for the first time. The first one is the translation of his vital work On the True Religion. The second is Abū Qurrah’s well-known work On the Veneration of Icons. Lastly, the third appendix is the Confession of Faith of Abū Qurrah, which must have been written when he was ordained bishop in Haran. The work is based on the original sources, while approaching secondary literature through critical dialogue.Ο σκοπός αυτής της διατριβής είναι η παρουσίαση του τρόπου και των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Θεόδωρος Αβουκαράς (750–825) για να υπερασπιστεί την πίστη του. Η εποχή του ήταν γεμάτη προκλήσεις σε διάφορα κοινωνικά επίπεδα (ενδοθρησκευτικό, ενδοχριστιανικό και εκκλησιαστικό). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διατριβή χωρίζεται σε τρία μέρη· κάθε μέρος αφιερώνεται σε ένα είδος προσκλήσεως. Το πρώτο μέρος αφορά τον διάλογο του Αβουκαρά με το Ισλάμ, και την ορολογία που αυτός χρησιμοποιεί. Επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίον υπερασπίζεται ο Αβουκαράς την πίστη του έναντι του Ισλάμ —είτε αυτός είναι άμεσος είτε έμμεσος—, καθώς χρησιμοποιούσε αρκετά θεολογικά εργαλεία. Αυτό το μέρος απαρτίζεται από δύο κεφάλαια. Το πρώτο αφορά την ιδέα της «αληθινής θρησκείας», η οποία κυριαρχεί στη σκέψη του Αβουκαρά και αποτελούσε σημαντικό λογικό και θεολογικό μέσο έναντι των μουσουλμάνων αντιπάλων του. Το δεύτερο κεφάλαιο σχετίζεται αποκλειστικά με τις αντιπαραθέσεις του με το Ισλάμ. Η παρούσα διατριβή δεν δύναται να εξετάσει όλες τις διαφορές του Ισλάμ με τον χριστιανισμό, γι’ αυτό θα εξειδικευτεί στις δύο κυριότερες δογματικές διαφορές: την Τριαδολογία και την θεότητα του Χριστού. Σ’ αυτό το κεφάλαιο, η εργασία εξετάζει την απάντηση του Αβουκαρά στις αντιχριστιανικές ισλαμικές κατηγορίες και ρίχνει φως στη δική του εξήγηση του τριαδολογικού και χριστολογικού μυστηρίου. Το δεύτερο μέρος έχει να κάνει με την αντιπαράθεση του Αβουκαρά με τις αντιχαλκηδόνιες χριστιανικές ομάδες, όπως είναι οι ιακωβίτες (μονοφυσίτες) και οι νεστοριανοί. Ο διάλογός του με αυτές τις ομάδες είναι πλούσιος και έχει κατεξοχήν δογματικό χαρακτήρα, χωρίς κοινωνικές ή πολιτικές πιέσεις. Το μέρος απαρτίζεται από τρία κεφάλαια. Στο πρώτο, παρουσιάζεται το πώς υπερασπίστηκε ο Αβουκαράς τη σημασία της «Χαλκηδόνας» —και των συνόδων εν γένει— ως απώτερο τρόπο επίλυσης δογματικών διαφορών. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει στο επίκεντρό του το νεστοριανικό πρόβλημα και τη σημασία του. Για να καταλάβει ο αναγνώστης το πρόβλημα, θα εξηγηθεί ο νεστοριανικός προβληματισμός και θα δοθεί έμφαση στον νεστοριανό πατριάρχη Τιμόθεο και την ομολογία του. Έπειτα, η εργασία επικεντρώνεται στην απάντηση του Αβουκαρά, και τον τρόπο με τον οποίον υπερασπίστηκε την πίστη του σε σύγκριση με τους νεστοριανούς αντιπάλους του. Στο τρίτο κεφάλαιο αυτού του μέρους, εξετάζεται η απάντηση του Αβουκαρά στην άλλη μεγάλη χριστιανική κοινότητα, εκείνη των ιακωβιτών, και σε αντιδιαστολή με τον σύγχρονο του Αβουκαρά ιακωβίτη θεολόγο, τον Habìb Abū Rà’itah, ο οποίος είχε έμμεσο διάλογο μαζί του. Στο τρίτο μέρος, εξετάζεται το φλέγον ζήτημα της εποχής του Αβουκαρά περί των εικόνων και η καταγραφή της πίστης του περί της σημασίας και της θεολογίας της εικόνας στην ορθόδοξη παράδοση. Εκτός από το κύριο μέρος, υπάρχουν τρία παραρτήματα, που αποτελούν τρία έργα μείζονος σημασίας του Αβουκαρά, και τα οποία μεταφράζονται για πρώτη φορά στα νέα ελληνικά. Το πρώτο είναι η μετάφραση του πολύ σημαντικού έργου του Περί της αληθινής θρησκείας. Το δεύτερο είναι το πολύ γνωστό έργο του Αβουκαρά Περί της προσκυνήσεως των εικόνων. Ενώ το τρίτο παράρτημα είναι η ομολογία πίστεως του Αβουκαρά, η οποία πρέπει να γράφτηκε όταν εκείνος χειροτονήθηκε επίσκοπος στη Χαράν. Η εργασία βασίζεται στις πρωτότυπες πηγές, με κριτικό διάλογο με τη δευτερεύουσα βιβλιογραφία.يهدف هذا البحث إلى دراسة الطرق المستخدمة من ثاذوروس أبي قرة في الدفاع عن إيمانه المسيحيّ ضد تحديات عصره. ينقسم البحث إلى ثلاثة أقسام حسب الخصم الذي يواجهه أبي قرّة: الدفاع في مواجهة الاسلام، في مواجهة الطوائف المسيحية الأخرى، في مواجهة محاربي الأيقونات

    Α context- and privacy-aware system for distributed and energy efficient artificial intelligence in next generation networks

    No full text
    The advent of fifth-generation networks represents a significant milestone in the evolution wireless communications. Since 2018, discussions have emerged regarding Beyond 5G and 6G networks, which are expected to introduce a set of novel challenges for the next generation of cellular networks. The vast number of heterogeneous devices contending for network resources will produce massive amounts of information that must be managed for efficient resource planning and optimized network performance under varying network conditions. Reliable network communication is crucial, as the increased density of Beyond 5G and 6G networks could negatively impact Key Performance Indicators, leading to network failures. As a result, autonomous systems must integrate proactive mechanisms to prevent performance degradation. Energy efficiency is also vital as network density and connected devices increase, raising energy demands. The era of Network Intelligentization and Connected Intelligence will introduce additional energy challenges, requiring trade-offs between energy efficiency and effective network operation. Privacy-aware distributed networks will be essential for protecting sensitive information in B5G and 6G networks, necessitating new distributed architectures where devices perform local computations collaboratively. However, these limitations may complicate the implementation of such mechanisms in large-scale networks with stringent performance and latency requirements. In parallel, the use of Artificial Intelligence has been recognized by industry and academia as a key enabler for Beyond 5G and 6G networks. However, Artificial Intelligence introduces new challenges, including communication overhead and energy requirements, privacy constraints in data exchanges, constantly changing network channel conditions and fluctuations in traffic congestion, and device heterogeneity, in terms of data types, data distribution, and computational capabilities. To this end, the core principle of this thesis is the introduction of a novel, holistic, comprehensive system that incorporates cutting-edge practices and innovative mechanisms and techniques, enabling a systematic approach to addressing the significant challenges of B5G and 6G networks. More specifically, this thesis proposes a novel context- and privacy-aware system for distributed and energy efficient artificial intelligence in next generation networks. It consists of five main contributions, with four of them presented as individual frameworks while the fifth one is related to a conceptual deployment approach in future wireless communications. The four frameworks are designated as PRIMATE (Profiling Mechanism Based on Context), NINTENDO (Network Traffic Anomaly Prediction), SMART (Safe Deep Reinforcement Learning for Energy Efficient Federated Learning) and DISTINQT (Distributed Privacy Aware Learning for QoS Prediction). The first major contribution of this thesis in PRIMATE. PRIMATE describes an Artificial Intelligence-driven context-aware profiling framework capable of monitoring, aggregating, analyzing and combining heterogeneous knowledge from various sources. All this knowledge is used to extract context. This context is dynamically projected into a new latent representation, capturing different behavioral aspects of the network, designated as behavioral profiles. Theses behavioral profiles can be used to efficiently differentiate, manage, and predict the resources allocated to heterogeneous types of network entities, and can be ultimately exploited by network domain experts and administrators towards efficient and proactive resource planning. The second major contribution of this thesis is NINTENDO. NINTENDO describes an Artificial Intelligence-driven framework capable of proactively detecting network traffic anomalies. NINTENDO's contribution is twofold. It describes a mechanism aimed at identifying different network traffic behaviors in an automated manner, while it proposes a mechanism for predicting network traffic behaviors for the next time interval spanning several seconds. This approach provides the network with the ability to take adaptation actions in a proactive manner, in order to potentially prevent an impending network failure. NINTENDO acts as a practical implementation of PRIMATE, demonstrating its capabilities and extends it by introducing a profiling analysis module capable of quantitatively analyzing the characteristics of each behavioral profile. The third major contribution of this thesis is SMART. SMART describes an Artificial Intelligence-driven framework that aims to orchestrate the computational and communication resources of the devices involved in a federated learning process. The orchestration of resources is achieved through the implementation of a reinforcement learning algorithm, which enables real-time decision-making and addresses the heterogeneity inherent in both the devices and the data, which is subject to change over time. This framework builds upon the PRIMATE framework and serves as a proof of concept regarding the assertions made by PRIMATE regarding efficient resource planning while also exploiting the profiling analysis module proposed by the NINTENDO framework. The fourth major contributions of this thesis is DISTINQT. DISTINQT introduces a multi-headed input privacy-aware distributed learning framework for QoS prediction. DISTINQT is capable of supporting multiple heterogeneous nodes, in terms of data types and model architectures, by sharing computations across them. This enables the incorporation of diverse knowledge into a sole learning process that enhance the robustness and generalization capabilities of the final QoS prediction model. DISTINQT also contributes to data privacy preservation by encoding any raw input data into highly complex, compressed, and irreversible latent representations. Furthermore, this framework builds upon the PRIMATE framework to distribute the core forecasting mechanisms of PRIMATE across multiple computing nodes, facilitating computation offloading and privacy preservation. The fifth and final major contribution is a conceptual deployment approach for the presented novel comprehensive system, using the latest architectural specifications defined by 3rd Generation Partnership Association as a reference point and extending it using the latest 5G Advanced technologies and foreseen 6G technologies.Η έλευση των δικτύων πέμπτης γενιάς αποτελεί σημαντικό ορόσημο στην εξέλιξη των ασύρματων επικοινωνιών. Από το 2018 έχουν ξεκινήσει συζητήσεις σχετικά με τα δίκτυα κινητής άνω της πέμπτης γενιάς (Beyond 5G) και δίκτυα κινητής έκτης γενιάς (6G), τα οποία αναμένεται να εισάγουν μια σειρά από νέες προκλήσεις. Ο τεράστιος αριθμός ετερογενών συσκευών που διεκδικούν δικτυακούς πόρους θα έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή τεράστιου όγκου πληροφοριών που θα πρέπει να διαχειριστούν ώστε να καταστεί δυνατός ο αποτελεσματικός διαμοιρασμός πόρων και η βελτιστοποιημένη απόδοση του δικτύου. Η αξιόπιστη επικοινωνία στο δίκτυο είναι ζωτικής σημασίας, καθώς η αυξημένη πυκνότητα τους μπορεί να επηρεάσει αρνητικά βασικούς δείκτες απόδοσης, οδηγώντας σε δικτυακές αποτυχίες. Ως αποτέλεσμα, τα αυτόνομα συστήματα πρέπει να ενσωματώνουν προληπτικούς μηχανισμούς για την πρόληψη της υποβάθμισης των επιδόσεων του δικτύου. Η ενεργειακή απόδοση είναι επίσης υψίστης σημασίας, καθώς η πυκνότητα του δικτύου και οι συνδεδεμένες συσκευές αυξάνονται, αυξάνοντας έτσι και τις ενεργειακές απαιτήσεις. Η εποχή της ευφυΐας του δικτύου και της συνδεδεμένης ευφυΐας θα εισάγει πρόσθετες ενεργειακές προκλήσεις, απαιτώντας συμβιβασμούς μεταξύ της ενεργειακής απόδοσης και της αποτελεσματικής λειτουργίας του δικτύου. Τα κατανεμημένα δίκτυα με επίγνωση της ιδιωτικότητας θα είναι απαραίτητα για την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών στα δίκτυα Beyond 5G και 6G, γεγονός που απαιτεί νέες κατανεμημένες αρχιτεκτονικές όπου οι συσκευές εκτελούν τοπικούς υπολογισμούς συνεργατικά. Ωστόσο, αυτοί οι περιορισμοί ενδέχεται να περιπλέξουν περεταίρω την εφαρμογή τέτοιων μηχανισμών σε δίκτυα μεγάλης κλίμακας με αυστηρές απαιτήσεις στις επιδόσεις και τις καθυστερήσεις. Παράλληλα, η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει αναγνωριστεί από τη βιομηχανία και την ακαδημαϊκή κοινότητα ως βασικός πυλώνας για τα δίκτυα Beyond 5G και 6G. Ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη με την σειρά της εισάγει νέες προκλήσεις, όπως επιβαρύνσεις στην δικτυακή επικοινωνία και στις απαιτήσεις ενέργειας, περιορισμούς απορρήτου στις ανταλλαγές δεδομένων, συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες των δικτυακών καναλιών και διακυμάνσεις στην δικτυακή συμφόρηση. Επιπρόσθετα η ετερογένεια των συσκευών, όσον αφορά τους τύπους δεδομένων, την κατανομή τους και τις υπολογιστικές δυνατότητες, θα φέρουν με την σειρά τους μία σειρά νέων προκλήσεων που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Για το σκοπό αυτό, η παρούσα διατριβή αφορά την εισαγωγή ενός νέου ολοκληρωμένου συστήματος που ενσωματώνει πρακτικές αιχμής συνδυάζοντας καινοτόμους μηχανισμούς και τεχνικές, επιτρέποντας μια συστηματική προσέγγιση για την αντιμετώπιση των προκλήσεων των δικτύων B5G και 6G. Πιο συγκεκριμένα, η παρούσα διατριβή προτείνει ένα νέο σύστημα με επίγνωση πλαισίου και διαφύλαξης της ιδιωτικότητας για κατανεμημένη και ενεργειακά αποδοτική τεχνητή νοημοσύνη σε δίκτυα νέας γενιάς. Αποτελείται από πέντε κύριες συνεισφορές, εκ των οποίων οι τέσσερις παρουσιάζονται ως αυτοτελείς μηχανισμοί ενώ η πέμπτη αποτελεί μία προσεγγιστική ενσωμάτωση του συστήματος στις υπάρχουσες και μελλοντικές γενιές δικτύων κινητής. Οι τέσσερεις μηχανισμοί έχουν τις ακόλουθες ονομασίες: PRIMATE (Profiling Mechanism Based on Context), NINTENDO (Network Traffic Anomaly Prediction), SMART (Safe Deep Reinforcement Learning for Energy Efficient Federated Learning) and DISTINQT (Distributed Privacy Aware Learning for QoS Prediction).Η πρώτη σημαντική συνεισφορά της παρούσας διατριβής είναι το PRIMATE. Το PRIMATE περιγράφει ένα σύστημα δημιουργίας προφίλ με γνώμονα το πλαίσιο που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και είναι ικανό να παρακολουθεί, να συγκεντρώνει, να αναλύει και να συνδυάζει ετερογενή γνώση από διάφορες πηγές. Όλη αυτή η γνώση χρησιμοποιείται για την εξαγωγή του λεγόμενου πλαισίου (context). Αυτό το context προβάλλεται δυναμικά με μια νέα αναπαράσταση, η οποία αποτυπώνει τις διάφορες συμπεριφορικές πτυχές του δικτύου οι οποίες ορίζονται ως προφίλ συμπεριφοράς. Αυτά τα προφίλ συμπεριφοράς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποτελεσματική διαφοροποίηση, διαχείριση και πρόβλεψη δικτυακών πόρων που κατανέμονται σε ετερογενείς τύπους οντοτήτων και μπορούν να αξιοποιηθούν από ειδικούς του τομέα του δικτύου καθώς και διαχειριστές του για τον αποτελεσματικό και προληπτικό διαμοιρασμό δικτυακών πόρων. Η δεύτερη σημαντική συνεισφορά της παρούσας διατριβής είναι το NINTENDO. Το NINTENDO περιγράφει ένα σύστημα με βάση την τεχνητή νοημοσύνη ικανό να ανιχνεύει προληπτικά ανωμαλίες στην δικτυακή κίνηση. Το NINTENDO έχει διπλή συνεισφορά. Περιγράφει έναν μηχανισμό που αποσκοπεί στον εντοπισμό διαφορετικών συμπεριφορών δικτυακής κίνησης με αυτοματοποιημένο τρόπο, ενώ προτείνει και έναν μηχανισμό για πρόβλεψη συμπεριφορών δικτυακής κίνησης για το επόμενο χρονικό διάστημα που εκτείνεται σε αρκετά δευτερόλεπτα. Αυτή η προσέγγιση παρέχει στο δίκτυο τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα προσαρμογής με προληπτικό τρόπο, προκειμένου να αποτρέψει ενδεχομένως μια επικείμενη δικτυακή αποτυχία. Το NINTENDO λειτουργεί ως μία πρακτική εφαρμογή του PRIMATE επιδεικνύοντας τις δυνατότητές του και επεκτείνοντάς το με την εισαγωγή ενός μηχανισμού ανάλυσης προφίλ συμπεριφοράς. Η τρίτη σημαντική συνεισφορά της παρούσας διατριβής είναι το SMART. Το SMART περιγράφει ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης για την ενορχήστρωση των υπολογιστικών και επικοινωνιακών πόρων των συσκευών που συμμετέχουν σε μια διαδικασία ομοσπονδιακής μάθησης. Η ενορχήστρωση των πόρων επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής ενός αλγορίθμου ενισχυτικής μάθησης, ο οποίος επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο και αντιμετωπίζει την εγγενή ετερογένεια τόσο των συσκευών όσο και των δεδομένων. Αυτό το σύστημα βασίζεται στο πλαίσιο PRIMATE και χρησιμεύει ως απόδειξη στους ισχυρισμούς του σχετικά με τον αποτελεσματικό διαμοιρασμό δικτυακών πόρων, ενώ παράλληλα αξιοποιεί τον μηχανισμό ανάλυσης προφίλ συμπεριφοράς που προτείνεται από το σύστημα NINTENDO. Η τέταρτη σημαντική συνεισφορά της παρούσας διατριβής είναι το DISTINQT. Το DISTINQT εισάγει ένα πλαίσιο κατανεμημένης μάθησης στην τεχνητή νοημοσύνη πολλαπλών κεφαλών με διαφύλαξης της ιδιωτικότητας για την πρόβλεψη της ποιότητας της υπηρεσίας (QoS) του δικτύου. Το DISTINQT είναι ικανό να υποστηρίζει πολλαπλούς ετερογενείς δικτυακούς κόμβους, όσον αφορά τους τύπους δεδομένων και τις αρχιτεκτονικές μοντέλων τους, επιτυγχάνοντας τον διαμοιρασμό υπολογισμών μεταξύ τους. Αυτό επιτρέπει την ενσωμάτωση ετερογενούς γνώσης σε μια διαδικασία μάθησης τεχνητής νοημοσύνης που ενισχύει την ευρωστία και τις δυνατότητες γενίκευσης του τελικού μοντέλου πρόβλεψης της ποιότητας υπηρεσίας του δικτύου. Το DISTINQT συμβάλλει επίσης στη διατήρηση της ιδιωτικότητας των δεδομένων με την κωδικοποίηση οποιωνδήποτε ακατέργαστων δεδομένων εισόδου σε εξαιρετικά σύνθετες, συμπιεσμένες και μη αναστρέψιμες αναπαραστάσεις. Επιπλέον, αυτό το σύστημα βασίζεται στο πλαίσιο PRIMATE για τη διανομή των βασικών μηχανισμών πρόβλεψης του PRIMATE σε πολλαπλούς υπολογιστικούς κόμβους, διευκολύνοντας την εκφόρτωση υπολογισμών και τη διατήρηση της ιδιωτικότητας. Η πέμπτη και τελευταία σημαντική συνεισφορά είναι μια εννοιολογική ανάπτυξη για τα προαναφερθέντα συστήματα, χρησιμοποιώντας τις τελευταίες αρχιτεκτονικές προδιαγραφές που ορίζονται από την 3rd Generation Partnership Association ως σημείο αναφοράς καθώς και τις τελευταίες τεχνολογίες που ορίζονται στο 5G Advanced και τις προβλεπόμενες τεχνολογίες των δικτύων 6G

    Φωτονική επεξεργασία υψηλής ταχύτητας για εφαρμογές στις επικοινωνίες και την ασφάλεια

    No full text
    Today's digital landscape is undergoing a profound transformation, driven by the convergence of 5G, edge computing, and artificial intelligence (AI). As technology accelerates, the demand for faster, larger, and more secure data transfers is becoming paramount. At the same time, the growing complexity of AI systems calls for innovative solutions like neuromorphic computing, which can efficiently manage real-time data processing and complex decision-making tasks. This shift has led to a growing interest in multifunctional platforms, capable of addressing both the speed and security challenges posed by modern communication systems while advancing the capabilities of AI-driven technologies. Optoelectronic technologies, particularly Vertical-Cavity Surface-Emitting Lasers (VCSELs), have significantly enhanced communication infrastructure by enabling high bandwidth, energy efficiency, and cost-effectiveness. However, the emergence of spin-VCSELs marks a transformative advancement. Spin-VCSELs leverage the conservation of angular momentum to control the helicity of emitted light through the injection of spin-polarized carriers. Operating at room temperature and without the need for external magnetic fields, these devices not only enable innovative applications, such as ultrafast data transmission and advanced encryption methods, but also provide fundamental insights into the interplay between spin physics and optoelectronics. In this thesis, Quantum-Dot (QD) spin-VCSEL devices are investigated to demonstrate how they can offer crucial solutions to the aforementioned challenges. Firstly, the ability to perform precise polarization control through the rich polarization behavior ranging from spin amplification to polarization chaos is presented. An extensive analysis of its nonlinear dynamic characteristics is conducted, discussing how different dynamical regimes can be exploited for novel applications. The optimization of the chaotic regime unveils parallel wideband complex chaos generation at 90 GHz and random number generation at 240 Gb/s, capable of passing all statistical tests in the NIST test suite. The intrinsic advantages of both the active material and the device are leveraged to perform polarization-enabled ultrafast optical communication systems, aiming toward terabit-per-second (Tb/s) data transmission with increased modulation efficiency. These principles are also employed for advanced computing tasks such as neuromorphic XOR operation and spike rate coding for digital images, enabling efficient processing of complex AI workloads through neuromorphic computing. Finally, this thesis discusses the key milestones achieved and highlights their contribution to the broader field. Future research directions are outlined, ranging from quantum communication systems to advanced neuromorphic photonic architectures, with particular emphasis on the practical realization of these systems and strategies to overcome current technological limitations.Η σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα υφίσταται μια ριζική μεταμόρφωση, η οποία καθοδηγείται από τη σύγκλιση τεχνολογιών όπως τα δίκτυα πέμπτης γενιάς, η υπολογιστική στο άκρο και η τεχνητή νοημοσύνη. Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό, η ανάγκη για ταχύτερες, μεγαλύτερης χωρητικότητας και πιο ασφαλείς μεταφορές δεδομένων καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική. Παράλληλα, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των ευφυών υπολογιστικών συστημάτων απαιτεί καινοτόμες προσεγγίσεις, όπως η νευρομορφική υπολογιστική, για την αποδοτική διαχείριση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και τη λήψη σύνθετων αποφάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, αυξάνεται το ενδιαφέρον για πολυλειτουργικές πλατφόρμες, ικανές να ανταποκριθούν τόσο στις αυξημένες απαιτήσεις ταχύτητας και ασφάλειας των σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας, όσο και στις ανάγκες των ευφυών τεχνολογιών. Οι οπτοηλεκτρονικές τεχνολογίες, και ειδικότερα τα λέιζερ κάθετης κοιλότητας με εκπομπή από την επιφάνεια, έχουν ενισχύσει σημαντικά τις υποδομές επικοινωνίας, προσφέροντας υψηλό εύρος ζώνης, ενεργειακή αποδοτικότητα και χαμηλό κόστος. Ωστόσο, η εμφάνιση των λέιζερ σπιν κάθετης κοιλότητας με επιφανειακή εκπομπή φωτός φέρνει μια ριζική καινοτομία. Τα εν λόγω λέιζερ αξιοποιούν τη διατήρηση της στροφορμής για τον έλεγχο της ελικοειδούς πόλωσης του εκπεμπόμενου φωτός, μέσω της έγχυσης σωματιδίων με κατευθυνόμενο σπιν. Η λειτουργία τους σε θερμοκρασία δωματίου και χωρίς την ανάγκη εξωτερικού μαγνητικού πεδίου τα καθιστά ιδανικά για καινοτόμες εφαρμογές, όπως η υπερταχεία μετάδοση δεδομένων και η προηγμένη κρυπτογράφηση, ενώ παράλληλα προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις για τη σύνδεση της φυσικής του σπιν με την οπτοηλεκτρονική. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη μελέτη τέτοιων λέιζερ, βασισμένων σε κβαντικές τελείες, και αναδεικνύει πώς μπορούν να προσφέρουν κρίσιμες λύσεις στις παραπάνω προκλήσεις. Αρχικά, παρουσιάζεται η δυνατότητα ακριβούς ελέγχου της πόλωσης μέσω της πολύπλοκης δυναμικής συμπεριφοράς τους, από την ενίσχυση του σπιν μέχρι την εμφάνιση χάους. Πραγματοποιείται εις βάθος ανάλυση των μη γραμμικών χαρακτηριστικών της διάταξης, με στόχο την αξιοποίηση διαφορετικών καταστάσεων λειτουργίας για καινοτόμες εφαρμογές. Η βελτιστοποίηση της χαοτικής λειτουργίας αποκαλύπτει δυνατότητα ταυτόχρονης, παράλληλης δημιουργίας περίπλοκου χάους σε περιοχές άνω των 90 GHz, καθώς και φυσικής παραγωγής τυχαίων αριθμών σε ρυθμό 240 Gb/s, ικανοποιώντας πλήρως τα επίσημα στατιστικά τεστ αξιολόγησης. Τα εγγενή πλεονεκτήματα τόσο του ενεργού υλικού όσο και της δομής του λέιζερ αξιοποιούνται για την υλοποίηση υπερταχέων συστημάτων επικοινωνίας με βάση την πόλωση, με στόχο ροές δεδομένων επιπέδου Tb/s και αυξημένη αποδοτικότητα διαμόρφωσης. Παράλληλα, τα ίδια φυσικά φαινόμενα εφαρμόζονται και σε προηγμένες υπολογιστικές διεργασίες, όπως η λογική πράξη XOR και η χρονική κωδικοποίηση ψηφιακών εικόνων βάσει ρυθμού εκπομπής αιχμών, καθιστώντας δυνατή την αποδοτική επεξεργασία σύνθετων φορτίων τεχνητής νοημοσύνης μέσω φωτονικών νευρωνικών δικτύων. Η διατριβή ολοκληρώνεται με σύνοψη των βασικών επιτευγμάτων, επισημαίνοντας τη συνεισφορά τους στο ευρύτερο επιστημονικό πεδίο, και προτείνει μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις, που κυμαίνονται από τα κβαντικά συστήματα επικοινωνίας μέχρι την ανάπτυξη προηγμένων νευρομορφικών φωτονικών αρχιτεκτονικών και της πρακτικής τους υλοποίησης

    Experience of paediatric and adult ICU nurses communicating with patients and relatives

    No full text
    COMMUNICATION EXPERIENCE OF CHILDREN'S AND ADULTS' INTENSIVE CARE UNITS (ICU) NURSES WITH PATIENTS AND RELATIVES Introduction: Intensive Care Units(ICU)is a special work environment due to the complex equipment, specialized health professionals and hospitalized patients in critical condition, which additionally requires effective communication with patients and relatives. Purpose: of this study was to explore factors associated with ICU nurses' communication experience with patients and relatives. Method and Material: The sample of the study included 285 nurses working in adult and pediatric ICUs. Data collection was performed by the method of the interview using the scales "TIPI (Ten-Item Personality Inventory)" and the “Communication Experience of ICU nurses with patients and relatives”(CEIU).Results: Nurses strongly agree (median≥3) with the subscales "Familiarity with non-verbal communication", "Empathy", "Αctive listening" and "Expertise". In contrast, a lower degree of agreement (median <3) was reported on the subscales "Reluctance to communicate", "Intensive visiting", "Aggressive behavior of relatives towards nurses" and "Negative communication experiences". After multiple regression, personality of ‘Agreeableness’ in adult ICU nurses and personality of ‘Openness to experiences ’in pediatric ICU nurses affected the subscale “Reluctance to Communicate” (β=-0.19, p=0.001 and β=-0.10, p=0.050, respectively). ‘Familiarity with non-verbal communication’ was affected by marital status (β=0.12, p=0.020) and “Agreeableness” (β=0.09, p=0.002) in adult ICU nurses, and by “Emotional Stability” (β=0.07, p=0.024) in pediatric ICU nurses. The subscale “Aggressive behavior of relatives towards nurses” was influenced by the factor: “quality of provided services” in the adult ICU (β=-0.06, p=0.010). Τhe subscale “Intensive visiting” was affected by marital status in pediatric ICU nurses (β=-0.19, p=0.003). The subscale “Empathy” was affected by the factor: “frequency of use of non-verbal communication” in adult ICU nurses (β=0.19, p=0.003). The subscale “Αctive listening” was affected by "Extraversion" in pediatric ICU nurses (β=-0.10, p=0.001). “Negative communication experiences” was affected by the factor “desire to move” in adult ICU nurses (β=0.23, p=0.022) and family status (β=-0.32, p=0.002) and "Agreeableness" (β=-0.14, p=0.040) in pediatric ICU nurses. The subscale “Expertise” was influenced by the factors of choosing to work in an ICU (β=0.14, p=0.004) and “Use of non-verbal communication” (β=0.17, p=0.001) in adult ICU nurses. Conclusion: The personality of pediatric and adult ICU nurses was associated with Communication Experience (CEIU) with patients and relatives. Key-words: ICU nurses, communication experience, personality, TIPIΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΕΝΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ (ΜΕΘ) ΠΑΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΜΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ Εισαγωγή: Η ΜΕΘ αποτελεί ιδιαίτερο περιβάλλον εργασίας λόγω του περίπλοκου εξοπλισμού, των εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας και των νοσηλευόμενων ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση, το οποίο απαιτεί αποτελεσματική επικοινωνία με ασθενείς και συγγενείς. Σκοπός: της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των παραγόντων που συσχετίζονται με την εμπειρία επικοινωνίας των νοσηλευτών ΜΕΘ («ΕΕΝ-ΜΕΘ») με ασθενείς και συγγενείς. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα της μελέτης περιλάμβανε 285 νοσηλευτές που εργάζονταν σε ΜΕΘ ενηλίκων και παίδων. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της συνέντευξης χρησιμοποιώντας την κλίμακα «TIPI (Ten-ItemPersonalityInventory)» και την «Εμπειρία Επικοινωνίας Νοσηλευτών ΜΕΘ με ασθενείς και συγγενείς («ΕΕΝ-ΜΕΘ»)». Αποτελέσματα: Οι νοσηλευτές συμφωνούν κατά «πολύ» (διάμεσος≥3) με τις υποκλίμακες «Εξοικείωση με τη μη λεκτική επικοινωνία», «Ενσυναίσθηση», «Ενεργητική ακρόαση» και «Τεχνογνωσία». Αντίθετα, χαμηλότερος βαθμός συμφωνίας (διάμεσος <3) αναφέρθηκε στις υποκλίμακες «Απροθυμία επικοινωνίας», «Επισκεπτήριο με ένταση», «Επιθετική συμπεριφορά συγγενών προς νοσηλευτές» και «Αρνητικές επικοινωνιακές εμπειρίες». Μετά από πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση, η προσωπικότητα «Συμφιλιωτικότητα» σε νοσηλευτές ΜΕΘ ενηλίκων και η προσωπικότητα «Δεκτικότητα στην Εμπειρία» σε νοσηλευτές ΜΕΘ παίδων επηρεάζουν την υποκλίμακα «Απροθυμία επικοινωνίας» (β=-0,19, p=0,001 και β=-0,10, p= 0,050, αντίστοιχα). Η «Εξοικείωση με τη μη λεκτική επικοινωνία» επηρεάστηκε από την οικογενειακή κατάσταση (β=0,12, p=0,020) και τη «Συμφιλιωτικότητα» (β=0,09, p=0,002) σε νοσηλευτές ΜΕΘ ενηλίκων και από τη «Συναισθηματική σταθερότητα» (β=0,07, p=0,024) σε νοσηλευτές ΜΕΘ παίδων. Η υποκλίμακα «Επιθετική συμπεριφορά συγγενών προς νοσηλευτές» επηρεάζεται από τον παράγοντα «ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών» στη ΜΕΘ ενηλίκων (β=-0,06, p=0,010). Η υποκλίμακα «Επισκεπτήριο με ένταση» επηρεάστηκε από την οικογενειακή κατάσταση σε νοσηλευτές ΜΕΘ παίδων (β=-0,19, p=0,003). Η υποκλίμακα «Ενσυναίσθηση» επηρεάζεται από τον παράγοντα της συχνότητας χρήσης της μη λεκτικής επικοινωνίας σε νοσηλευτές ΜΕΘ ενηλίκων (β=0,19, p=0,003). Η υποκλίμακα «Ενεργητική ακρόαση» επηρεάστηκε από την «Εξωστρέφεια» σε νοσηλευτές ΜΕΘ παίδων (β=-0,10, p=0,001). Οι «αρνητικές επικοινωνιακές εμπειρίες» επηρεάστηκαν από τον παράγοντα «επιθυμία μετακίνησης» σε νοσηλευτές ΜΕΘ ενηλίκων (β=0,23, p=0,022) και την οικογενειακή κατάσταση (β=-0,32, p=0,002) και την «Συμφιλιωτικότητα» (β=-0,14, p=0,040) σε νοσηλευτές ΜΕΘ παίδων. Η υποκλίμακα «Τεχνογνωσία» επηρεάζεται από τους παράγοντες «επιλογή εργασίας σε ΜΕΘ» (β=0,14, p=0,004) και «Χρήση μη λεκτικής επικοινωνίας» (β=0,17, p=0,001) σε νοσηλευτές ΜΕΘ ενηλίκων. Συμπεράσματα: Η προσωπικότητα των νοσηλευτών ΜΕΘ ενηλίκων και παίδων συσχετίστηκε με την Εμπειρία Επικοινωνίας («ΕΕΝ-ΜΕΘ») με ασθενείς και συγγενείς. Λέξεις-κλειδιά: Νοσηλευτές ΜΕΘ, επικοινωνιακή εμπειρία, προσωπικότητα, TIP

    Δοκίμια για την επίδραση της ποικιλομορφίας των διοικητικών συμβουλίων στις χρηματοοικονομικές επιδόσεις και την χειραγώγηση των κερδών

    No full text
    This Doctoral Thesis consists of five empirical studies on the influence of boardroom diversity on financial performance and earnings management. The first study examines whether board gender diversity affects the performance of Greek listed firms over the 2008-2020 period. Our findings indicate that board gender diversity boosts the performance of Greek companies. We also conclude that there is an inverted U-shaped relation between the proportion of female directors and firm performance (Tobin’s Q). Moreover, we show that gender diversity could lead to maximization of corporate performance when female participation in the boardroom reaches 33%. Thus, the imposition of an ad-hoc 25% female representation in corporate boardrooms, dictated by the new Law 4706/2020 on corporate governance, could most probably be an underproductive policy. The second study examines the influence of boardroom tenure and financial expertise on US bank performance in a nonlinear dynamic framework. To this aim, we utilize a sample of 305 banks during the 2010-2021 period, and we implement three empirical methodologies: GMM analysis, threshold technique, and quantile approach. Our findings denote that the individual and interaction effects of boardroom financial expertise and tenure on bank performance are positive. Also, we provide evidence of an inverted U-shaped relation between boardroom tenure and bank performance, and between the board’s financial expertise and bank performance. Moreover, threshold analysis supports the presence of threshold effects in the relationship between boardroom tenure, expertise, and performance. Quantile results demonstrate that boardroom financial expertise improves the performance of high-performing banks. In contrast, boardroom tenure enhances the performance of low-performing banks but diminishes the performance of their high-performing counterparts. The third study investigates the influence of boardroom gender and ethnic diversity on US banks’ performance during the 2016-2021 period. Our findings suggest positive individual effects of gender and ethnic diversity on bank performance. Nonetheless, the interaction effects mitigate bank performance. Furthermore, quantile regression findings unveil that the influence of boardroom gender and ethnic heterogeneity differs in high-performing and low-performing banks. We also find that the beneficial impact of gender and ethnic diversity on bank value is attenuated during periods of uncertainty. Additionally, we report that societal factors moderate the relationship between boardroom heterogeneity and bank performance. However, setting diversity quotas does not affect the baseline results.In the fourth study, we investigate the influence of boardroom gender diversity on earnings management. Drawing on a sample of European firms over the 2010-2023 period, we document an inverted U-shaped nexus between boardroom gender heterogeneity and earnings manipulation. Moreover, we also find that the Democracy Index moderates the curvilinear nexus by flattening the inverted U-curve and shifting the inflection point leftward. The last study examines whether the influence of boardroom gender heterogeneity on corporate performance differs between family and non-family companies. We also investigate the role of CEO duality in this relationship. To this aim, we utilize a sample of Greek companies during the 2008-2020 period. Our results indicate that a U-shaped curve describes the relation between boardroom gender diversity and the performance of family companies. Also, the U-curve flattens when the CEO holds the chairman position. However, when splitting the sample into two subperiods (during and after the long-lasting socioeconomic crisis in Greece), the results persist only during the period of socioeconomic crisis. Regarding companies not controlled by families, the findings show that boardroom gender diversity does not affect their performance. This finding remains consistent regardless of the socioeconomic conditions. In summary, this Thesis advances the academic literature on corporate governance by enriching both the theoretical and empirical understanding of the influence of board diversity on corporate prosperity. By investigating the linear, curvilinear, and interaction effects of board attributes on corporate performance and earnings quality, this Thesis reconciles previous conflicting findings, suggesting that there is no ‘one size fits all’ case. Furthermore, examining the impact of uncertainty, crises, quotas, and socioeconomic factors on the association between board diversity, profitability, and earnings quality, this Thesis offers valuable insights for academics, investors, regulators, and policymakers.Αυτή η Διδακτορική Διατριβή αποτελείται από πέντε εμπειρικές μελέτες σχετικά με την επίδραση των χαρακτηριστικών ποικιλομορφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) στην χρηματοοικονομική απόδοση και στη χειραγώγηση κερδών των οργανισμών. Η πρώτη μελέτη εξετάζει κατά πόσο η ποικιλομορφία των μελών του Δ.Σ. ως προς το φύλο επηρεάζει την απόδοση των εισηγμένων Ελληνικών επιχειρήσεων κατά την περίοδο 2008-2020. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η ποικιλομορφία των μελών του Δ.Σ. ως προς το φύλο ενισχύει την απόδοση των Ελληνικών εταιρειών. Καταλήγουμε επίσης στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μια καμπύλη σχήματος ανεστραμμένου U στη σχέση μεταξύ του ποσοστού των γυναικών μελών του Δ.Σ. και της απόδοσης των επιχειρήσεων (Tobin’s Q). Επιπλέον, δείχνουμε ότι η ποικιλομορφία των μελών του Δ.Σ. ως προς το φύλο μπορεί να οδηγήσει στη μεγιστοποίηση της εταιρικής απόδοσης όταν η γυναικεία συμμετοχή στο Δ.Σ. προσεγγίζει το 33%. Συνεπώς, η επιβολή μιας ‘ad-hoc’ ποσόστωσης 25% για τη γυναικεία εκπροσώπηση στα εταιρικά Διοικητικά Συμβούλια, όπως υπαγορεύεται από τον νέο Νόμο 4706/2020 περί Εταιρικής Διακυβέρνησης, ενδέχεται πιθανότατα να αποτελεί μια πολιτική με περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η δεύτερη μελέτη εξετάζει την επίδραση της θητείας και της χρηματοοικονομικής εξειδίκευσης των μελών του Δ.Σ. στην απόδοση των Αμερικανικών τραπεζών, μέσα από ένα μη γραμμικό δυναμικό πλαίσιο. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούμε ένα δείγμα 305 τραπεζών κατά την περίοδο 2010-2021 και εφαρμόζουμε τρεις εμπειρικές μεθοδολογίες: Γενικευμένη μέθοδος των ροπών (GMM), ανάλυση παλινδρόμησης κατωφλίου (Threshold regression) και παλινδρόμηση ποσοστιαίων σημείων (Quantile regression). Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι οι μεμονωμένες και οι αλληλεπιδραστικές επιδράσεις της χρηματοοικονομικής εξειδίκευσης και της θητείας των μελών του Δ.Σ. είναι θετικές. Επιπλέον, τεκμηριώνεται μια καμπύλη σχήματος ανεστραμμένου U τόσο στη σχέση μεταξύ της θητείας των μελών του Δ.Σ. και της τραπεζικής απόδοσης, όσο και μεταξύ της χρηματοοικονομικής εξειδίκευσης των μελών του Δ.Σ. και της τραπεζικής απόδοσης. Η ανάλυση παλινδρόμησης κατωφλίου υποστηρίζει την ύπαρξη επιδράσεων κατωφλίου (threshold effects) στη σχέση μεταξύ της θητείας, της εξειδίκευσης και της απόδοσης. Τα αποτελέσματα της παλινδρόμησης ποσοστιαίων σημείων δείχνουν ότι η χρηματοοικονομική εξειδίκευση των μελών του Δ.Σ. βελτιώνει την απόδοση των τραπεζών με υψηλή απόδοση. Αντίθετα, η θητεία των μελών του Δ.Σ. ενισχύει την απόδοση των τραπεζών με χαμηλή απόδοση, αλλά μειώνει εκείνων με υψηλή. Η τρίτη μελέτη διερευνά την επίδραση της ποικιλομορφίας του φύλου και της εθνικότητας των μελών του Δ.Σ. στην απόδοση των Αμερικανικών τραπεζών κατά την περίοδο 2016-2021. Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν θετικές ατομικές επιδράσεις της ποικιλομορφίας του φύλου και της εθνικότητας των μελών του Δ.Σ. στην τραπεζική απόδοση. Ωστόσο, οι αλληλεπιδραστικές επιδράσεις μειώνουν την απόδοση των τραπεζών. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της παλινδρόμησης ποσοστιαίων σημείων (Quantile regression) αποκαλύπτουν ότι η επίδραση της ποικιλομορφίας του φύλου και της εθνικότητας τω μελών του Δ.Σ. διαφέρει μεταξύ τραπεζών υψηλής και χαμηλής απόδοσης. Διαπιστώνουμε επίσης ότι η ευεργετική επίδραση της ποικιλομορφίας του φύλου και της εθνικότητας εντός Δ.Σ. στην αξία των τραπεζών μειώνεται κατά τις περιόδους αβεβαιότητας. Επιπροσθέτως, αναφέρουμε ότι κοινωνικοί παράγοντες μεταβάλουν τη σχέση μεταξύ της ετερογένειας του Δ.Σ. και της τραπεζικής απόδοσης. Ωστόσο, η θέσπιση ποσοστώσεων ποικιλομορφίας δεν επηρεάζει τα βασικά αποτελέσματα. Στην τέταρτη μελέτη, διερευνούμε την επίδραση της ποικιλομορφίας των μελών του Δ.Σ. ως προς το φύλο στη χειραγώγηση των κερδών. Βάσει ενός δείγματος Ευρωπαϊκών εταιρειών για την περίοδο 2010-2023, τεκμηριώνουμε την ύπαρξη μιας καμπύλης σχήματος ανεστραμμένου U μεταξύ της ετερογένειας του φύλου των μελών του Δ.Σ. και της χειραγώγησης των κερδών. Επιπλέον, διαπιστώνουμε ότι ο Δείκτης Δημοκρατίας μετριάζει αυτή τη καμπυλόγραμμη σχέση (σχήματος ανεστραμμένου U), κάνοντας την πιο επίπεδη και μετατοπίζοντας το κρίσιμο σημείο προς τα αριστερά. Η τελευταία μελέτη εξετάζει κατά πόσο η επίδραση της ετερογένειας του φύλου μεταξύ των μελών του Δ.Σ. στην εταιρική απόδοση διαφέρει μεταξύ οικογενειακών και μη οικογενειακών επιχειρήσεων. Επιπλέον, διερευνούμε τον ρόλο της Δυαδικότητας του Διευθύνοντος Συμβούλου (CEO duality) στη συγκεκριμένη σχέση. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούμε ένα δείγμα Ελληνικών εταιρειών κατά την περίοδο 2008-2020. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι μια καμπύλη σχήματος U περιγράφει τη σχέση μεταξύ της ποικιλομορφίας των μελών του Δ.Σ. ως προς το φύλο και της απόδοσης των οικογενειακών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η εν λόγω καμπύλη εξομαλύνεται όταν ο Διευθύνων Σύμβουλος κατέχει ταυτόχρονα τη θέση του Προέδρου. Ωστόσο, όταν το δείγμα διαχωρίζεται σε δύο υποπεριόδους (κατά τη διάρκεια και μετά την παρατεταμένη Ελληνική κοινωνικοοικονομική κρίση), τα αποτελέσματα παραμένουν ισχυρά μόνο κατά την περίοδο της κρίσης. Όσον αφορά τις εταιρείες που δεν ελέγχονται από οικογένειες, τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποικιλομορφία των μελών του Δ.Σ. ως προς το φύλο δεν επηρεάζει την απόδοσή τους. Το εύρημα αυτό παραμένει σταθερό ανεξαρτήτως των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Συνοψίζοντας, η παρούσα Διατριβή προάγει τη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία περί Εταιρικής Διακυβέρνησης, εμπλουτίζοντας τόσο τη θεωρητική όσο και την εμπειρική κατανόηση της επίδρασης της ποικιλομορφίας εντός Δ.Σ. στην εταιρική ευημερία. Μέσω της διερεύνησης γραμμικών, μη γραμμικών και αλληλεπιδραστικών επιδράσεων των χαρακτηριστικών του Δ.Σ. στην εταιρική απόδοση και την ποιότητα των κερδών, η Διατριβή αυτή συμφιλιώνει προηγούμενα αντικρουόμενα ευρήματα, υποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει μία ενιαία λύση που να ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις. Επιπλέον, μελετώντας τον ρόλο της αβεβαιότητας, των κρίσεων, των ποσοστώσεων και των κοινωνικοοικονομικών παραγόντων στη σχέση μεταξύ ποικιλομορφίας των μελών του Δ.Σ., κερδοφορίας και ποιότητας των κερδών, η παρούσα Διατριβή προσφέρει πολύτιμες γνώσεις σε ακαδημαϊκούς, επενδυτές, ρυθμιστικές αρχές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής

    The use of robotic technology in enhancing surgical precision through meta‑analysis models in partial nephrectomy procedures

    No full text
    Background: Robotic or Robot‑assisted partial nephrectomy (RPN/RAPN) and open partial nephrectomy (OPN) represent the two main approaches in nephron‑sparing surgery. Their quality is commonly evaluated by the achievement of the Trifecta, a composite outcome that incorporates tumor‑free surgical margins, adequate preservation of renal function, and the avoidance of major complications. However, the Trifecta is characterized by significant heterogeneity in its definitions, particularly regarding the threshold of acceptable impact on renal function, which complicates evaluation in comparative studies. At the same time, the absence of a quantitative framework for the objective assessment of surgical precision creates a gap in linking technical approach with clinical outcomes. The aim of this dissertation was to investigate and interconnect all these elements, proposing an integrated model that captures the concept of surgical precision and its impact on Trifecta achievement. Main Part: The dissertation is structured into five studies. In the first study, mathematical modeling combined with a systematic review of the international literature was performed to compare different definitions of Trifecta. These were initially grouped according to two criteria: a reduction of ≤ 10% in estimated glomerular filtration rate (eGFR) and a limitation of ischemia time to < 25 minutes. Using a mathematical model (volume conservation equations), it was demonstrated that these two definitions practically represent different expressions of the same clinical entity. Therefore, Trifecta achievement rates can be used collectively in subsequent meta‑analyses, provided that appropriate subgroup analyses are applied. In the second study, the incidence of minor postoperative complications (Clavien–Dindo ≤ 2) in RPN/RAPN versus OPN was examined. A meta‑analysis of 16 comparative studies (3,238 patients), along with subgroup and meta‑regression analyses, demonstrated a clear advantage of the robotic approach (petoOR = 0.52, CI95% = [0.43; 0.64]), which remained consistent regardless of year of publication, single‑ or multi‑center design, or patient matching. This finding was attributed to intrinsic minimally invasive characteristics of robotic technology, which may also be associated with a higher level of surgical precision. The third study introduced a new variable: the ischemia ratio (I), defined as the proportion of ischemia duration to total operative time. From an analysis of 62 data sets (26,072 patients), the I ratio remained stable between RPN/RAPN and OPN, indicating that relative ischemia requirements are an inherent feature of partial nephrectomy and appear to be associated more with procedural complexity and hemostatic efficiency rather than with the surgical approach itself. In the fourth study, a second novel variable was developed: the rate of blood loss per minute (Q), defined as the amount of blood loss per minute of surgery. Analysis of 43 studies revealed that Q was significantly lower in RPN/RAPN (MDQ = –1.043 ml/min, CI95% = [–1.338; –0.747]), indicating faster and more accurate hemostasis and superior tissue handling. This advantage remained consistent in subgroup and sensitivity analyses, independent of sample size, risk of bias, or multicenter design. In the fifth study, these indicators were combined with an extensive meta‑analysis of 51 comparative studies evaluating Trifecta achievement and its individual components. RPN/RAPN demonstrated superiority in achieving Trifecta (ORs: 1.3–1.8), lower rates of both minor and major complications (ORs: 0.5–0.7 and 0.5–0.6, respectively), and a small though clinically marginal improvement in eGFR preservation (2–3 ml/min/1.73m²). Absolute ischemia times and positive surgical margin rates remained comparable between the two techniques. The final analysis highlighted that the improved surgical precision of RPN/RAPN, as captured by Q, is associated with a reduction in complications and a higher likelihood of achieving Trifecta, while the I ratio serves as a stable reference parameter within the proposed model. Conclusion: This dissertation developed and validated a unified (quantitative and qualitative) model for assessing surgical precision in partial nephrectomy. RPN/RAPN, through improved tissue handling (lower Q, indicating enhanced intraoperative surgical precision) and reduced complications, achieves higher Trifecta rates compared with OPN, ultimately providing superior surgical quality. The proposed model, which combines Trifecta with the novel variables I and Q, offers a functional and quantitative framework for future assessment of nephron‑sparing surgical techniques and highlights the robotic approach as superior in terms of surgical precision and the associated clinical outcomes, particularly regarding minor but also, secondarily, major postoperative complications.Υπόβαθρο:Η ρομποτική μερική νεφρεκτομή (RPN/RAPN) και η ανοικτή μερική νεφρεκτομή (OPN) αποτελούν τις δύο κύριες προσεγγίσεις στη χειρουργική διατήρησης νεφρώνων. Η αξιολόγηση της ποιότητάς τους συνήθως βασίζεται στην επίτευξη της Trifecta, μιας σύνθετης έκβασης που ενσωματώνει τα ελεύθερα όγκου όρια εκτομής, την επαρκή διατήρηση της νεφρικής λειτουργίας και την αποφυγή σοβαρών επιπλοκών. Ωστόσο, η Trifecta χαρακτηρίζεται από σημαντική ετερογένεια στους ορισμούς της, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στο όριο αποδεκτής επίδρασης στη νεφρική λειτουργία, δυσχεραίνοντας την αξιολόγηση σε συγκριτικές μελέτες. Παράλληλα, η έλλειψη ενός ποσοτικού πλαισίου για την αντικειμενική εκτίμηση της χειρουργικής ακρίβειας δημιουργεί κενό στη σύνδεση μεταξύ τεχνικής προσέγγισης και κλινικών εκβάσεων. Στόχος της παρούσας διατριβής ήταν να διερευνήσει και να συνδέσει όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία, προτείνοντας ένα ολοκληρωμένο μοντέλο που αποτυπώνει την έννοια της χειρουργικής ακρίβειας και τον αντίκτυπό της στην επίτευξη της Trifecta. Κυρίως Μέρος: Η διατριβή οργανώνεται σε πέντε μελέτες. Στην πρώτη μελέτη, πραγματοποιήθηκε μαθηματική μοντελοποίηση με συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας και συγκρίθηκαν οι διαφορετικοί ορισμοί της Trifecta. Αυτοί ομαδοποιήθηκαν αρχικά βάσει δύο κριτηρίων: της μείωσης ≤ 10% στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) και του περιορισμού της διάρκειας ισχαιμίας < 25 λεπτά. Μέσω μαθηματικού μοντέλου (εξισώσεις διατήρησης όγκου), αναδείχθηκε ότι οι δύο αυτοί ορισμοί αντιπροσωπεύουν πρακτικά διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας κλινικής οντότητας. Έτσι, οι συχνότητες επίτευξης της Trifecta μπορούν να χρησιμοποιηθούν συγκεντρωτικά σε μεταγενέστερες μετα-αναλύσεις, υπο την προϋπόθεση εφαρμογής κατάλληλης ανάλυσης υποομάδων. Στη δεύτερη μελέτη, εξετάστηκε η συχνότητα εμφάνισης ήπιων μετεγχειρητικών επιπλοκών (Clavien-Dindo ≤ 2) σε RPN/RAPN και OPN. Μέσω μετα-ανάλυσης 16 συγκριτικών μελετών (3.238 ασθενείς) και συμπληρωματικών αναλύσεων υποομάδων και μετα-παλινδρόμησης, καταδείχθηκε σαφές πλεονέκτημα της ρομποτικής προσέγγισης (petoOR = 0,52, CI95% = [0,43; 0,64]), το οποίο διατηρήθηκε ανεξαρτήτως έτους δημοσίευσης, σχεδιασμού βάσει πλήθους κέντρων αναφοράς ή αντιστοίχισης ασθενών. Το εύρημα αυτό αποδόθηκε σε εγγενή χαρακτηριστικά ελάχιστης επεμβατικότητας που παρέχει η ρομποτική τεχνολογία, τα οποία είναι επίσης δυνατό να συνδέονται και με αυξημένο επίπεδο χειρουργικής ακρίβειας. Η τρίτη μελέτη εισήγαγε μια νέα μεταβλητή: τον λόγο ισχαιμίας (I), δηλαδή την αναλογία της διάρκειας ισχαιμίας προς τον συνολικό χρόνο επέμβασης. Από ανάλυση 62 συνόλων δεδομένων (26.072 ασθενείς), ο λόγος I παρέμεινε σταθερός μεταξύ RPN/RAPN και OPN, δείχνοντας ότι οι αναλογικές απαιτήσεις ισχαιμίας αποτελούν εγγενές χαρακτηριστικό της μερικής νεφρεκτομής και φαίνεται να συνδέονται περισσότερο με την πολυπλοκότητα και την αποτελεσματικότητα της αιμόστασης, παρά με την ίδια τη χειρουργική προσέγγιση. Στην τέταρτη μελέτη, αναπτύχθηκε μια δεύτερη νέα μεταβλητή: ο ρυθμός απώλειας αίματος ανά λεπτό (Q), δηλαδή ο όγκος αίματος που χάνεται ανά λεπτό χειρουργείου. Από 43 μελέτες που αναλύθηκαν, ο ρυθμός μεταβολής Q ήταν σημαντικά χαμηλότερος στην RPN/RAPN (MDQ = –1,043 ml/min, CI95% = [–1,338; –0,747]), υποδεικνύοντας ταχύτερη και ακριβέστερη εφαρμογή αιμόστασης και καλύτερη διαχείριση ιστών. Το πλεονέκτημα αυτό παρέμεινε σταθερό σε αναλύσεις υποομάδων και ευαισθησίας, ανεξάρτητα από μέγεθος δείγματος, κίνδυνο μεροληψίας ή πολυκεντρικό σχεδιασμό. Στην πέμπτη μελέτη, οι παραπάνω δείκτες συνδυάστηκαν με λεπτομερή μετα-ανάλυση 51 συγκριτικών μελετών για την επίτευξη της Trifecta και των επιμέρους συστατικών της. Η RPN/RAPN εμφάνισε υπεροχή στην επίτευξη της Trifecta (ORs: 1,3–1,8), χαμηλότερα ποσοστά ήπιων και σοβαρών επιπλοκών (ORs: 0,5–0,7 & 0,5–0,6 αντίστοιχα) και μια μικρή, αν και κλινικά οριακή, βελτίωση στη διατήρηση του eGFR (2–3 ml/min/1,73m²). Οι διάρκειες ισχαιμίας και τα ποσοστά θετικών χειρουργικών ορίων παρέμειναν συγκρίσιμα μεταξύ των δύο τεχνικών. Η τελική ανάλυση ανέδειξε ότι η βελτιωμένη χειρουργική ακρίβεια της RPN/RAPN, όπως αποτυπώνεται από το Q, συνδέεται με τον περιορισμό επιπλοκών και την αυξημένη πιθανότητα επίτευξης της Trifecta, ενώ η αναλογία I λειτουργεί ως σταθερή παράμετρος αναφοράς στο προτεινόμενο μοντέλο. Συμπέρασμα: Η διατριβή διαμόρφωσε και τεκμηρίωσε ένα ενιαίο (ποσοτικό και ποιοτικό) μοντέλο αξιολόγησης της χειρουργικής ακρίβειας στη μερική νεφρεκτομή. Η RPN/RAPN, μέσω βελτιωμένου χειρισμού των ιστών (χαμηλότερο Q: δηλαδή βελτιωμένη διεγχειρητική χειρουργική ακρίβεια) και περιορισμού των επιπλοκών, επιτυγχάνει υψηλότερα ποσοστά Trifecta συγκριτικά με την OPN, παρέχοντας τελικά και υψηλότερη χειρουργική ποιότητα. Το προτεινόμενο μοντέλο, που συνδυάζει την Trifecta με τις νέες μεταβλητές I και Q, παρέχει ένα λειτουργικό και ποσοτικό πλαίσιο για τη μελλοντική αξιολόγηση τεχνικών στη χειρουργική διατήρησης νεφρώνων και αναδεικνύει την ρομποτική προσέγγιση ως ανώτερη σε επίπεδο χειρουργικής ακρίβειας, αλλά και εκβάσεων που αφορούν στην κλινική έκφανση αυτής, όπως είναι κυρίως οι ήπιες αλλά και δευτερευόντως οι μείζονες μετεγχειρητικές επιπλοκές

    Development of numerical computational methods using rational interpolation and their application in control theory problems

    No full text
    The purpose of this thesis is the development of numerical computational methods using rational interpolation, as well as their application in control theory problems. Evaluation - Rational Interpolation (E-RI) technique is one of these methods. E-RI is used for the computation of the exact rational expression according to the data of each problem. It uses numerical operations at most. That is the reason why E-RI is proposed against analytic solutions. Evaluation - rational interpolation technique consists of two parts. In the first part (evaluation part) some values are calculated and as a result a data set is defined. In the second part (rational interpolation part) a rational interpolation method is applied in this data set and the unique rational expression is computed. The solution of many control theory problems is a rational expression. E-RI technique is used for the computation of the exact rational function according to the data of each control theory problem. In the first chapter of this thesis, some basic concepts of interpolation are presented. Then in chapter two rational interpolation is presented, while E-RI technique is also presented in the third one. Additionally chapter four is for the presentation of some evaluation - rational interpolation methods for univariate functions, and chapter five is for the application of some of these methods in control theory problems such as computation of greatest common divisor of univariate polynomials, computation of the inverse as well as the Moore-Penrose and Drazin generalized inverse of a polynomial matrices. Computation of the determinant of a rational matrix is another issue that E-RI technique can be used. It consists a prerequisite for the computation of the moment of a force which is a core problem in physics and it is also presented. Finally in chapter six some evaluation - rational interpolation methods for bivariate functions are presented.Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στην ανάπτυξη υπολογιστικών μεθόδων στην ρητή παρεμβολή καθώς και σε εφαρμογές αυτών σε προβλήματα της θεωρίας ελέγχου. Η υπολογιστική μέθοδος υπολογισμού - ρητής παρεμβολής (evaluation - rational interpolation (E-RI)) είναι μία τεχνική η χρήση της οποίας οδηγεί στον υπολογισμό της ζητούμενης ρητής συνάρτησης παρεμβολής με βάση τα δεδομένα του εκάστοτε προβλήματος που μελετάται. Κατά την εκτέλεση της υπολογιστικής μεθόδου, πραγματοποιούνται αριθμητικές και στοιχειώδεις πολυωνυμικές πράξεις, σε αντίθεση με την αναλυτική λύση που θα απαιτούσε την διενέργεια συμβολικών πράξεων. Πιο συγκεκριμένα, η υπολογιστική μέθοδος υπολογισμού - ρητής παρεμβολής αποτελείται από δύο στάδια, το στάδιο του υπολογισμού κατά το οποίο γίνεται υπολογισμός ενός συγκεκριμένου πλήθους τιμών βάση των δεδομένων του προβλήματος που μελετάται, και το στάδιο της ρητής παρεμβολής, κατά το οποίο εφαρμόζεται κάποια από τις μεθόδους ρητής παρεμβολής και γίνεται υπολογισμός της ζητούμενης ρητής συνάρτησης. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι πολλά προβλήματα της θεωρίας ελέγχου έχουν ως λύση μια ρητή συνάρτηση. Με τη βοήθεια της τεχνικής υπολογισμού - ρητής παρεμβολής μπορούμε να υπολογίσουμε την μοναδική ρητή συνάρτηση η οποία αποτελεί τη λύση του εκάστοτε προβλήματός τους. Στα κεφάλαια που ακολουθούν, αφού παρουσιαστούν κάποιες εισαγωγικές έννοιες στο πρώτο κεφάλαιο, ακολουθεί μία παρουσίαση της ρητής παρεμβολής στο δεύτερο καθώς επίσης και της υπολογιστικής μεθόδου υπολογισμού - ρητής παρεμβολής στο τρίτο κεφάλαιο αντίστοιχα. Ακολούθως στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζονται κάποιες από τις μεθόδους ρητής παρεμβολής που έχουν μελετηθεί ενώ στο πέμπτο κεφάλαιο παρουσιάζονται εφαρμογές της τεχνικής σε προβλήματα της θεωρίας ελέγχου όπως ο υπολογισμός του μέγιστου κοινού διαιρέτη μεταξύ πολυωνύμων, ο υπολογισμός του αντίστροφου πολυωνυμικού πίνακα, ο υπολογισμός των Moore - Penrose και Drazin γενικευμένων αντίστροφων πολυωνυμικών πινάκων, τα οποία έχουν ως λύσεις τους ρητές συναρτήσεις. Επιπλέον παρουσιάζεται και μία εφαρμογή της τεχνικής στο πρόβλημα υπολογισμού της ορίζουσας ρητού πίνακα, καθώς επίσης παρουσιάζεται ένα πρόβλημα που έχει άμεση εφαρμογή κατά τον υπολογισμό της ροπής μιας δύναμης. Τέλος, στο έκτο κεφάλαιο παρουσιάζονται ορισμένες μέθοδοι ρητής παρεμβολής για συναρτήσεις δύο μεταβλητών

    Analysis of the internal control systems and the performance of the A-level Local Government Organizations (LGOs) based on their accounting information and the legal framework in Greece

    No full text
    This thesis consists of four papers. The Introductory Chapter paper reviews the literature on governance and in particular the internal control systems of local government organizations (LGOs) and answers three interrelated research questions. Using a systematic literature review technique, 90 articles published in peer-reviewed journals between 1986 and 2021 are examined. After 2014, there is an increase in publications, most in single-country studies, in developed and emerging countries. The articles emphasize survey/questionnaire/other empirical methods, with the majority of articles using agency theory as a methodology. Furthermore, it is shown that academics highly value research issues of governance and operational effectiveness. The paper in Part A of Chapter A aims to illustrate the organization and evolution of the legal frameworks of internal control in a group of Mediterranean countries of the European Union (Portugal, Italy, Greece, and Spain - PIGS) that faced significant economic challenges during the Eurozone debt crisis of the late 2000s and early 2010s, to highlight similarities and differences and to compare the legal framework of each country in the light of institutional theory. The results of the research reveal that the internal control systems in the local government organizations (LGOs) of Portugal, Italy, Greece, and Spain (PIGS) present a mixture of similarities and differences influenced by both common European Union (EU) rules and unique national contexts. The paper in Part B of Chapter A aims to address the lack of development of a methodology for identifying and assessing potential risks in preparing an internal audit plan in municipalities in Greece and elsewhere. It proposes an internal audit plan based on audit priorities to ensure adequate identification, assessment, and linkage of risks specific to the municipality within the audit universe. Further, the proposed methodology follows the International Professional Practices Framework and International Standards for the Professional Practice of Internal Auditing. The paper of Part B of Chapter B follows the method of the Conditional and Unconditional order-α Efficiency Estimation to assess the effectiveness of Greek LGOs for the years 2015-2020 revealing the determinants that could strengthen internal control. The results show that Greek municipalities are inefficient by 53%. Regarding the effect of exogenous/environmental variables, two of the four continuous environmental variables are statistically significant. In addition, three of the four discrete environmental variables namely the demographics of the municipalities - their unique geomorphological characteristics - etc., mountainousness and region are statistically significant at each level. The findings lead to the conclusion that internal audit, to be effective, must take the survey results into account as red flags. Finally, conclusions and future recommendations for research are presented.Η παρούσα διατριβή αποτελείται από τέσσερις εργασίες. Η εργασία του Εισαγωγικού Κεφαλαίου εξετάζει τη βιβλιογραφία σχετικά με τη διακυβέρνηση και ιδίως τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και απαντά σε τρία αλληλένδετα ερευνητικά ερωτήματα. Χρησιμοποιώντας μια τεχνική συστηματικής βιβλιογραφικής ανασκόπησης, εξετάζονται 90 άρθρα δημοσιευμένα σε περιοδικά με κριτές μεταξύ 1986 και 2021. Μετά το 2014, παρατηρείται μια αύξηση των δημοσιεύσεων, οι περισσότερες στις έρευνες μίας χώρας, στις ανεπτυγμένες και στις αναδυόμενες χώρες. Τα άρθρα δίνουν έμφαση στην έρευνα/ερωτηματολόγιο/άλλη εμπειρική μέθοδο, ενώ η πλειονότητα των άρθρων χρησιμοποιεί τη θεωρία της αντιπροσώπευσης ως μεθοδολογία. Επιπλέον, αναδεικνύεται ότι τα ερευνητικά θέματα της διακυβέρνησης και της λειτουργικής αποτελεσματικότητας εκτιμώνται ιδιαίτερα από τους ακαδημαϊκούς. Η εργασία του Μέρους Α’ Κεφαλαίου Α’ έχει ως στόχο να καταδείξει την οργάνωση και την εξέλιξη των νομικών πλαισίων εσωτερικού ελέγχου σε μια ομάδα μεσογειακών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία - PIGS) που αντιμετώπισαν σημαντικές οικονομικές προκλήσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και στις αρχές της δεκαετίας του 2010, να αναδείξει ομοιότητες και διαφορές και να συγκρίνει το νομικό πλαίσιο κάθε χώρας υπό το πρίσμα της θεσμικής θεωρίας. Τα αποτελέσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) της Πορτογαλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας (PIGS) παρουσιάζουν ένα μείγμα ομοιοτήτων και διαφορών που επηρεάζονται τόσο από τους κοινούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) όσο και από τα μοναδικά εθνικά πλαίσια. Η εργασία του Μέρους Β’ Κεφαλαίου Α’ έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει την απουσία ανάπτυξης μια μεθοδολογίας για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των πιθανών κινδύνων κατά την προετοιμασία ενός σχεδίου εσωτερικού ελέγχου στους δήμους σε σχέση με την Ελλάδα και αλλού. Προτείνει ένα σχέδιο εσωτερικού ελέγχου με βάση τις ελεγκτικές προτεραιότητες επιδιώκοντας να διασφαλίσει τον επαρκή εντοπισμό, την αξιολόγηση και τη σύνδεση των κινδύνων που χαρακτηρίζουν τον δήμο εντός του ελεγκτικού σύμπαντος. Περαιτέρω, η προτεινόμενη μεθοδολογία ακολουθεί το διεθνές πλαίσιο επαγγελματικών πρακτικών και τα διεθνή πρότυπα για την επαγγελματική πρακτική του εσωτερικού ελέγχου. Η εργασία του Μέρους Β’ Κεφαλαίου Β’ ακολουθεί τη μέθοδο της εκτίμησης δεσμευμένης και της μη δεσμευμένης αποτελεσματικότητας τάξης α με στόχο να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των ελληνικών ΟΤΑ α΄ βαθμού για τα έτη 2015-2020 αποκαλύπτοντας τους καθοριστικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον εσωτερικό έλεγχο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι δήμοι της Ελλάδος είναι αναποτελεσματικοί κατά 53%. Αναφορικά με την επίδραση των εξωγενών/περιβαλλοντικών μεταβλητών, δύο από τις τέσσερις συνεχείς περιβαλλοντικές μεταβλητές είναι στατιστικά σημαντικές. Επιπλέον, τρεις από τις τέσσερις διακριτές περιβαλλοντικές μεταβλητές, ήτοι τα δημογραφικά στοιχεία των δήμων, τα μοναδικά γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά τους κ.λπ., η ορεινότητα και η περιφέρεια - είναι στατιστικά σημαντικές σε κάθε επίπεδο. Τα ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο εσωτερικός έλεγχος για να είναι αποτελεσματικός οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα της έρευνας ως προειδοποιητικά σημάδια (red flags). Τέλος, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα και οι μελλοντικές προτάσεις για έρευνα

    Parental attachment as a determining factor in the personality development of children with disabilities and its contribution to stress management

    No full text
    ABSTRACT Introduction: Children with visual, auditory and motor disabilities face challenges that require the strengthening of their personality and support from the family environment to overcome. Aim: The study of the effect of parental bonding on the formulation of the personality of individuals with visual, auditory and motor disabilities, in order to address the stressful situations, they encounter. Methodology: A primary, cross-sectional, quantitative correlational study was conducted. The SAKA scale was used for problem-solving strategies, the E-DIPROP scale for personality traits, and the PBI scale for parental bonding. The study involved 179 children (85 boys, 94 girls) with visual, auditory or motor disabilities, aged 8-18, the majority of whom reside in rural or semi-urban areas and have siblings. The majority of parents of children with disabilities were around 40 years old, with a high school or university education level, employed and married. A control sample of 99 typically developing children without disabilities with similar characteristics to those of the children with disabilities was also used for comparisons. Data analysis was performed at a significance level of 5% using multiple linear regression models. Results: The educational level of the parents, solid family ties and the rural area of residence contribute to the increase in the care of children with disabilities and the formation of positive elements of their personality. Parental care promotes the positive aspects of the personality of children with disabilities and the correct coping with their problems. Conversely, overprotectiveness of the father is expected to make children with disabilities introverted and with lower intelligence and lead to the selection of passive strategies. Emotional stability, agreeableness, conscientiousness and extroversion contribute to the correct choice of strategy for dealing with the problems of children with disabilities. Children with motor disabilities emerged as the most vulnerable group and children with visual disabilities as the least vulnerable group in terms of personality traits and the ability to correctly select problem-solving strategies. Children with disabilities aged 8-10 years showed greater conscientiousness and higher agreeableness compared to children with disabilities aged 11-18 years. Conclusions: Targeted interventions are required for children a) with motor problems, b) aged 11-18 years, c) who have parents with a low educational level, d) who have parents who are not married. Parents should be encouraged not to be overprotective but to cultivate care for their children and promote positive personality traits such as emotional stability, agreeableness, conscientiousness and extroversion. The rural area of residence is expected to contribute positively to addressing the challenges encountered by children with disabilities. Keywords: Parental bonding, Personality traits, Coping with stressful situations, Children with disabilitiesΠΕΡΙΛΗΨΗ Εισαγωγή: Τα παιδιά με οπτική, ακουστική και κινητική αναπηρία αντιμετωπίζουν προκλήσεις τις οποίες για να αντιμετωπίζουν απαιτείται η ενδυνάμωση της προσωπικότητας τους και υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον. Σκοπός: Η μελέτη της επίδρασης της γονεϊκής προσκόλλησης στη διαμόρφωση της προσωπικότητας ατόμων με οπτική, ακουστική και κινητική αναπηρία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι στρεσογόνες καταστάσεις που συναντάνε. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε μία πρωτογενής, διατομεακή, ποσοτική έρευνα συσχέτισης. Χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα ΣΑΚΑ για τις στρατηγικές αντιμετώπισης προβλημάτων, η κλίμακα Ε-ΔΙΠΡΟΠ για τα στοιχεία της προσωπικότητας και η κλίμακα PBI για την γονεϊκή προσκόλληση. Στην έρευνα συμμετείχαν 179 παιδιά (85 αγόρια, 94 κορίτσια) με οπτική, ακουστική ή κινητική αναπηρία, 8-18 ετών, τα οποία στη πλειοψηφία τους διαμένουν σε αγροτικές ή ημιαστικές περιοχές και έχουν αδέλφια. Η πλειοψηφία των γονέων των παιδιών με αναπηρίες ήταν περίπου 40 ετών, με επίπεδο εκπαίδευσης Λυκείου ή Πανεπιστημίου, εργαζόμενοι και παντρεμένοι. Χρησιμοποιήθηκε επίσης και ένα δείγμα ελέγχου 99 παιδιών τυπικής ανάπτυξης, χωρίς αναπηρίες με παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά των παιδιών με αναπηρίες, προκειμένου να πραγματοποιηθούν συγκρίσεις. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε σε σημαντικότητα 5% χρησιμοποιώντας μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης. Αποτελέσματα: Το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων, οι συμπαγείς οικογενειακοί δεσμοί και η αγροτική περιοχή κατοικίας συντελούν στην αύξηση της φροντίδας των παιδιών με αναπηρίες και στην διαμόρφωση των θετικών στοιχείων της προσωπικότητας τους. Η φροντίδα των γονέων προωθεί τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητας των παιδιών με αναπηρίες και την ορθή αντιμετώπιση των προβλημάτων τους. Αντίθετα, η υπερπροστατευτικότητα του πατέρα αναμένεται να κάνει τα παιδιά με αναπηρίες εσωστρεφή και με χαμηλότερη νόηση και να οδηγήσει σε επιλογή παθητικών στρατηγικών. Η συναισθηματική σταθερότητα, η προσήνεια, η ευσυνειδησία και η εξωστρέφεια συντελούν στην ορθή επιλογή στρατηγικής για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των παιδιών με αναπηρίες. Περισσότερο ευάλωτη ομάδα αναδείχτηκαν τα παιδιά με κινητικές αναπηρίες και ως λιγότερο τα παιδιά με οπτικές αναπηρίες αναφορικά με τα στοιχεία της προσωπικότητας και την ικανότητα ορθής επιλογής στρατηγικών αντιμετώπισης προβλημάτων. Τα παιδιά με αναπηρίες ηλικίας 8-10 ετών εμφάνισαν μεγαλύτερη ευσυνειδησία και υψηλότερη προσήνεια σε σύγκριση με τα παιδιά με αναπηρίες ηλικίας 11-18 ετών. Συμπεράσματα: Στοχευμένες παρεμβάσεις απαιτούνται σε παιδιά α)με κινητικά προβλήματα, β) ηλικίας 11-18 ετών, γ) που έχουν γονείς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, δ)που έχουν γονείς οι οποίοι δεν είναι παντρεμένοι. Οι γονείς πρέπει να ενθαρρύνονται να μην είναι υπερπροστατευτικοί αλλά να καλλιεργούν την φροντίδα προς τα παιδιά τους και να προωθούν τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητας όπως η συναισθηματική σταθερότητα, η προσήνεια, η ευσυνειδησία και η εξωστρέφεια. Η αγροτική περιοχή κατοικίας αναμένεται να συντελέσει θετικά στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που συναντάνε τα παιδιά με αναπηρίες. Λέξεις κλειδιά: Γονεϊκή προσκόλληση, Στοιχεία προσωπικότητας, Αντιμετώπιση στρεσογόνων καταστάσεων, Παιδιά με αναπηρίε

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇