Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Morbidity and mortality of major surgeries in the third age

    No full text
    Abstract Introduction: The increase in life expectancy leads to a significant and rapid increase in the elderly and the very elderly population with a direct result in the expected increase in the performance of major surgical procedures. However, due to the advanced age, this type of surgery is characterized by high morbidity and mortality, the rates of which increase exponentially with age. Aim: To investigate perioperative morbidity and mortality among elderly patients undergoing major surgical procedures, as well as to identify the relevant risk factors. Material and Method: The study material consisted of 321 patients who were hospitalized in the 2nd Propedeutic Surgical Clinic of the General Hospital "Laiko" and underwent major surgery during the period of June 2021-2024. Participants were divided into two groups, the first including 254 (79.1%) elderly patients between 65-79 years of age and the second including 67 (20.9%) patients ≥80 years of age. These two groups were further divided into patients who underwent elective or emergency surgery. A form was used to collect data from the patients’ medical records to record the demographic and perioperative medical characteristics of the patients, morbidity factors (days of hospitalization, need for ICU admission, postoperative complications according to the Dindo-Clavien scale and outcome. Results: Hospitalization days amounted to 11.5, 81% did not require ICU admission and 33.6% did not have any postoperative complications while 49.9% had grade 1 & 2 complications. Perioperative mortality was 5%, but among the very elderly it was 10.4% compared to 3.5% of the elderly (p=0.030). No statistically significant difference was found between elderly and very elderly patients regarding perioperative morbidity (p>0.05), but ASA score >II increased the need for ICU hospitalization (p=0.004) and the incidence of postoperative complications (p=0.000) on the whole, and was positively correlated with mortality. The same was found for emergency surgery (p=0.000). Very elderly patients had a higher degree of multiple comorbidity which was associated with an increase in ICU hospitalization (p=0.014), and in the case of undergoing emergency surgery they had a higher incidence of life-threatening complications (p=0.000) and significantly higher mortality (p=0.000). The elderly patients undergoing colectomy were more likely to undergo emergency surgery, compared with the very elderly (p=0.010). ASA score, urgency, and type of surgery were independent predictors of perioperative morbidity (p0,05), αλλά η βαθμολογία ASA>ΙΙ αύξησε την ανάγκη νοσηλείας στη ΜΕΘ (p=0,004) και την επίπτωση μετεγχειρητικών επιπλοκών (p=0,000) επί του συνόλου, και συσχετίσθηκε θετικά με τη θνητότητα και το ίδιο βρέθηκε για το έκτακτο χειρουργείο (p=0,000). Οι υπερήλικες ασθενείς είχαν σε μεγαλύτερο βαθμό πολλαπλή συννοσηρότητα η οποία συσχετίσθηκε με αύξηση νοσηλείας στη ΜΕΘ (p=0,014). Οι υπερήλικες που υποβλήθηκαν σε έκτακτο χειρουργείο είχαν υψηλότερη συχνότητα απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών (p=0,000) και σημαντικά υψηλότερη θνητότητα (p=0,000). Οι ηλικιωμένοι επί κολεκτομής υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερα ποσοστά σε έκτακτο χειρουργείο συγκριτικά με τους υπερήλικες (p=0,010). Ως ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες περιεγχειρητικής νοσηρότητας αναδείχθηκαν η βαθμολογία ASA, η επείγουσα φύση και ο τύπος του χειρουργείου (p<0,01). Ως ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες θνητότητας αναδείχθηκαν η ηλικία και η περιεγχειρητική νοσηρότητα (p<0,001). Συμπεράσματα: Η περιεγχειρητική νοσηρότητα και θνητότητα επί μείζονων χειρουργικών παρεμβάσεων μεταξύ ηλικιωμένων και υπερηλίκων ασθενών είναι πολυπαραγοντικής αιτιολογίας και υπάρχει ανάγκη εξατομικευμένης διεπιστημονικής προσέγγισης για τη διαστρωμάτωση περιεγχειρητικού κινδύνου και τη λήψη μέτρων για τη μείωσή τους. Λέξεις-κλειδιά: Νοσηρότητα, θνητότητα, μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις, ηλικιωμένοι, υπερήλικε

    Communication in primary education textbooks from 2006 to 2024

    No full text
    The textbooks used in Greek primary schools are in constant use for almost twenty years. The design of the Interdisciplinary Unified Curriculum Framework, established by a state law in 2003, includes for each grade and for each teaching subject: a) axes of cognitive content, b) general objectives (knowledge, skills, attitudes, and values), and c) fundamental concepts of an interdisciplinary approach, which are diffused throughout the textbooks. The objectives serve as general guidelines for the design and formulation of the textbook content and are grouped under three sub-axes. One of these is cooperation and communication, which refers to the social skills students are expected to develop. The purpose of this research is to identify whether and to what extent the textbook authors created opportunities for students to develop communication skills and abilities. The frequency of occurrence of words and phrases that refer to a communicative process or context is examined. A content analysis method was employed to collect the data. The primary school textbooks were grouped into five domains: language, environmental education, mathematics, science, and art. The total number of textbooks used in primary schools is 152. From this total number, we identified statistically significant references to the fundamental concept of an interdisciplinary approach to communication in 79 textbooks. In total, we identified 7,302 references. The environmental education textbooks contributed with 48% of the findings, followed by the language textbooks (24%) and the science textbooks (20%). The mathematics and arts textbooks made minimal contributions (4% and 3%, respectively). Given the large number of fundamental concepts of an interdisciplinary approach, it can be concluded that the concept of communication has been adequately covered, and that the objective of cooperation and communication has been taken seriously by the textbook authors.Τα διδακτικά εγχειρίδια που βρίσκονται σε καθημερινή χρήση στο δημοτικό σχολείο της χώρας μας καταγράφουν σχεδόν μια εικοσαετή πορεία. Ο σχεδιασμός του Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισίου Προγραμμάτων Σπουδών - ο οποίος θεσμοθετήθηκε με νόμο του κράτους το 2003 - περιλαμβάνει για κάθε τάξη και για κάθε επιμέρους διδακτικό αντικείμενο: α) άξονες γνωστικού περιεχομένου, β) γενικούς στόχους (γνώσεις, δεξιότητες, στάσεις και αξίες) και γ) θεμελιώδεις έννοιες διαθεματικής προσέγγισης, οι οποίες διαχέονται στα κείμενα των διδακτικών εγχειριδίων. Οι στόχοι είναι γενικές κατευθυντήριες οδηγίες για το σχεδιασμό και τη διαμόρφωση του περιεχομένου των διδακτικών εγχειριδίων και ομαδοποιούνται σε τρεις άξονες. Ένας από αυτούς είναι η συνεργασία και επικοινωνία. Ο άξονας αυτός αναφέρεται στις κοινωνικές δεξιότητες που πρέπει να αναπτύξουν οι μαθητές. Σκοπός της έρευνας αυτής είναι να εντοπίσει αν και πόσο οι συγγραφικές ομάδες των διδακτικών εγχειριδίων έδωσαν ευκαιρίες ανάπτυξης των δεξιοτήτων και ικανοτήτων επικοινωνίας των μαθητών. Εξετάζονται οι συχνότητα εμφάνισης λέξεων και φράσεων που παραπέμπουν σε επικοινωνιακή διαδικασία ή πλαίσιο. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της ανάλυσης περιεχομένου. Τα διδακτικά εγχειρίδια του δημοτικού σχολείου ομαδοποιήθηκαν σε πέντε τομείς: γλωσσικός, περιβαλλοντικός, μαθηματικών, φυσικών επιστημών και καλλιτεχνικών. Το σύνολο των διδακτικών εγχειριδίων που χρησιμοποιούνται στο δημοτικό σχολείο είναι 152. Από αυτό το σύνολο, εντοπίσαμε στατιστικά σημαντικές αναφορές στη θεμελιώδη έννοια διαθεματικής προσέγγισης της επικοινωνίας σε 79 εγχειρίδια. Το σύνολο των ευρημάτων που εντοπίσαμε είναι 7302. Από αυτά, τα μαθήματα του περιβαλλοντικού τομέα συνεισέφεραν το 48% των ευρημάτων. Ακολουθεί ο γλωσσικός τομέας που συνεισφέρει κατά 24% και ο τομέας φυσικών επιστημών που συνεισφέρει κατά 20%. Ελάχιστη είναι η συνεισφορά των μαθηματικών (4%) και καλλιτεχνικών (3%). Δεδομένου του μεγάλου αριθμού θεμελιωδών εννοιών διαθεματικής προσέγγισης, θεωρούμε ότι η έννοια της επικοινωνίας καλύφθηκε με επάρκεια και ο άξονας των στόχων για συνεργασία και επικοινωνία λήφθηκε σοβαρά υπόψη από τις συγγραφικές ομάδες των διδακτικών εγχειριδίων

    Correlation of tubal cytology and immunocytochemistry with the pathological findings of the ipsilateral ovary

    No full text
    Background: Ovarian cancer is the most lethal gynaecological malignancy, with an advanced-stage survival rate of approximately 30%. This high mortality rate is a consequence of delayed diagnosis due to the lack of effective screening and early diagnostic methods. Based on the theory that most of the gynaecologic extra-uterine high grade serous carcinomas (HGSC) originate in the fallopian tube, we aimed to evaluate the correlation between tubal immunocytochemistry and the pathology of the ipsilateral ovary. Methodology: Our study included patients who underwent salpingo-oophorectomy or total hysterectomy with salpingo-oophorectomy for any ovarian pathology. Ex vivo, fallopian tube smears were collected from the fimbrial end using a soft brush and placed on both microscopic slides and in Thin Prep solution. The cytology samples from the fallopian tubes were classified as benign, atypical or malignant. Further immunocytochemistry evaluation was conducted on these samples for p53 protein and PAX-8. The pathology evaluation of the fallopian tubes followed the SEE-Fim protocol. Results: Out of 114 cases, pathology identified 14 borderline ovarian tumors, 49 benign cases, and 51 malignant ones, including 29 HGSC cases. Eleven samples were excluded due to insufficient cellularity. Cytology alone demonstrated an overall accuracy of 71.88%, while p53 showed an accuracy of 73.79% and PAX-8 an accuracy of 69.90%. After combining all three methods through logistic regression analysis, specificity increased to 83.93%, sensitivity to 68.09%, positive predictive value (PPV) to 78.05%, and overall accuracy to 76.60%. Following a sub-analysis focusing on HGSC, cytology reached a sensitivity of 92.86%, p53 reached 82.14%, and PAX-8 reached 78.57%. Combining cytology with p53 increased sensitivity to 92.86%, whereas combining cytology with PAX-8 further raised sensitivity to 100%. Conclusion: The combination of tubal cytology and immunocytochemistry could be used as a reliable diagnostic tool for high grade ovarian, fallopian tube and peritoneal carcinoma. Further evaluation of a larger sample size is warranted.Εισαγωγή Ο καρκίνος των ωοθηκών (OC) αποτελεί τον πιο θανατηφόρο γυναικολογικό καρκίνο. Ο κύριος εκπρόσωπος του επιθηλιακού OC είναι το υψηλόβαθμο ορώδες καρκίνωμα ωοθήκης-σάλπιγγας-περιτοναίου (HGSC), η προέλευση του οποίου φαίνεται να είναι η σάλπιγγα και πιο συγκεκριμένα η ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία των σαλπίγγων (STIC). Η ένδεια αποτελεσματικών μεθόδων ανίχνευσης της νόσου σε αρχικά στάδια έχει οδηγήσει πληθώρα μελετών στην αναζήτησή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιολόγηση της κυτταρολογίας αλλά και της ανοσοκυτταροχημείας της σάλπιγγας αποκτά ιδιαίτερη σημασία και πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος.Υλικά και ΜέθοδοςΠρόκειται για προοπτική μελέτη αξιολόγησης της διαγνωστικής ικανότητας της κυτταρολογίας και της ανοσοκυτταροχημείας του σαλπιγγικού επιθηλίου, για την αναγνώριση παθολογίας της σύστοιχης ωοθήκης. Στη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς που υποβλήθηκαν σε σαλπιγγο-ωοθηκεκτομή ή ολική υστερεκτομή με σαλπιγγο-ωοθηκεκτομή λόγω οποιασδήποτε ωοθηκικής παθολογίας. Τα σαλπιγγικά επιχρίσματα συλλέχθηκαν ex vivo με τη χρήση μαλακής βούρτσας και τοποθετήθηκαν τόσο σε αντικειμενοφόρα πλακίδια, όσο και σε διάλυμα Thin Prep. Τα κυτταρολογικά δείγματα ταξινομήθηκαν ως καλοήθη, άτυπα ή κακοήθη. Ακολούθησε περαιτέρω αξιολόγηση με ανοσοκυτταροχημεία για τις πρωτεΐνες p53 και PAX-8. Η παθολογοανατομική αξιολόγηση των σαλπίγγων έγινε σύμφωνα με το πρωτόκολλο SEE-Fim. Αποτελέσματα Συνολικά, 114 ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη, εκ των οποίων η ιστολογική αξιολόγηση αποκάλυψε 49 καλοήθειες, 14 όγκους οριακής κακοήθειας και 51 κακοήθειες, συμπεριλαμβανόμενου 29 περιστατικά HGSC. 11 περιστατικά εξαιρέθηκαν από την ανάλυση λόγω μη επαρκούς κυτταρολογικού δείγματος. Η κυτταρολογία έδειξε ολική ακρίβεια μεθόδου στο 71.88%, αυτή της p53 στο 73.7% και αυτή του PAX-8 στο 69.9%. Ο συνδυασμός των μεθόδων μέσω λογιστικής παλινδρόμησης έδειξε ευαισθησία στο 68.09%, αύξησε την ειδικότητα στο 83.93%, ενώ η PPV έφτασε το 78.05%. Ακολούθησε υπό ανάλυση για τα HGSC περιστατικά, αποκαλύπτοντας ευαισθησία 92.86% για την κυτταρολογία, 82.14% για τη χρώση P53, και 78.57% για το βιοδείκτη PAX-8. Ο συνδυασμός δε της κυτταρολογίας με τη χρώση PAX-8 εκτόξευσε την ευαισθησία της μεθόδου στο 100%. Συμπεράσματα Σύμφωνα με τα πρώιμα αποτελέσματά μας, ο συνδυασμός της κυτταρολογίας και της ανοσοκυτταροχημείας του σαλπιγγικού επιχρίσματος, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αξιόπιστο διαγνωστικό εργαλείο για το υψηλόβαθμο ορώδες καρκίνωμα ωοθηκών, σάλπιγγας, περιτοναίου

    Language abilities and executive functions in children with linguistic deficits: a clinical study

    No full text
    The aim of this doctoral thesis is to perform a clinical study of language abilities and executive functions (cognitive abilities) in children with language difficulties. The objectives of this study were, by means of a comparative approach, to investigate the cognitive and linguistic deficits associated with Developmental Language Disorder (DLD), and compare them to Attention Deficit Hyperactivity Disorder (ADHD) and Typical Development (TD). The assessment of cognitive abilities included evaluation of verbal short-term memory, attention, as well as executive functions (e.g., working memory, inhibition). For language abilities, children were assessed on a sentence repetition task and a test for grammar and pragmatics. Another objective of this study was to evaluate the results of a short-term cognitive intervention in DLD with particular emphasis on attention and executive functions. After the intervention, the effects were evaluated in the same domains (attention and executive functions), but also in near domains (verbal short-term memory) and far domains (such as language abilities). The sample included 17 children with DLD, 6 children with ADHD, and 17 children with TD, aged 6 to 12;6 years old. Two children with DLD participated in a short-term cognitive intervention program: one was 7;2 years old and the other 7;6 years old. The results indicated striking differences between the three groups. The most pronounced disparities were observed between the DLD and TD groups. The DLD group consistently underperformed across all tasks compared to the TD group, regardless of statistical significance. Furthermore, both clinical groups exhibited similar performance in cognitive domains when compared with the TD group. Moreover, the sentence repetition task could successfully differentiate the DLD from ADHD group, appearing to be a valuable tool for differential diagnosis. The cognitive-focused intervention had a positive impact on the targeted areas (direct transfer effects). In terms of near-and far transfer effects, one participant with the most severe difficulties showed improvements in verbal short-term memory and partially improvement in language. However, no participant showed improvement in the more complex language task, the sentence repetition task, which was not included in the intervention (far-transfer effects). Ιn conclusion, the children with DLD have demonstrated various difficulties in comparison to TD children both in cognitive and language domains. Their difficulties in executive functions have been compared to those shown by children with ADHD. These groups have differed in language tasks where children with DLD have demonstrated vulnerability. It is highlighted that the sentence repetition task has successfully discriminated DLD and ADHD participants. Therefore, it is argued that the task of sentence repetition has a crucial role in the differential diagnosis of the two disorders. Furthermore, according to the intervention results, there is no strong evidence to support a seamless diffusion of the beneficial effects of the intervention from one domain to another. However, in cases of children with severe difficulties and ‘a burdened’ clinical picture, an intervention focused on cognitive domains may have even a minimal positive effect on language skills.Αντικείμενο αυτής της Διδακτορικής Διατριβής (ΔΔ) είναι η κλινική μελέτη των γλωσσικών ικανοτήτων και των εκτελεστικών λειτουργιών σε παιδιά με γλωσσικά ελλείμματα. Οι στόχοι της μελέτης ήταν να διερευνηθούν τα γνωστικά και γλωσσικά ελλείμματα της Αναπτυξιακής Γλωσσικής Διαταραχής (ΑΓΔ) σε σύγκριση με τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), και την τυπική ανάπτυξη (ΤΑ). Η αξιολόγηση των γνωστικών ικανοτήτων επικεντρώθηκε στη λεκτική βραχύχρονη μνήμη, την προσοχή καθώς και τις εκτελεστικές λειτουργίες (μνήμη εργασίας και ανασταλτική λειτουργία). Για την αξιολόγηση των γλωσσικών ικανοτήτων χρησιμοποιήθηκαν μία δοκιμασία επανάληψης προτάσεων και μία δοκιμασία αξιολόγησης της πληροφοριακής και γραμματικής επάρκειας. Επιπλέον στόχος της μελέτης ήταν η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μιας γνωστικής παρέμβασης στην ΑΓΔ, με έμφαση κυρίως στην προσοχή και τις εκτελεστικές λειτουργίες. Μετά το πέρας της παρέμβασης, αξιολογήθηκαν οι αλλαγές τόσο στους ίδιους τομείς, όπως η προσοχή και οι εκτελεστικές λειτουργίες (ανασταλτική λειτουργία και μνήμη εργασίας), όσο και σε μη συμπεριλαμβανόμενους στην παρέμβαση τομείς, όπως η βραχύχρονη λεκτική μνήμη και ο τομέας της γλώσσας (με δύο σχετικές δοκιμασίες). Οι συμμετέχοντες αποτελούνταν από 17 παιδιά με ΑΓΔ, 6 παιδιά με ΔΕΠ-Υ και 17 παιδιά με ΤΑ, ηλικίας από 6 έως 12,6 ετών. Δύο από τα παιδιά με ΑΓΔ συμμετείχαν σε ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα γνωστικής παρέμβασης. Ο πρώτος συμμετέχων ήταν ηλικίας 7,2 ετών και ο δεύτερος 7,6 ετών. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων, με κυριότερες αυτές ανάμεσα στην ομάδα ΑΓΔ και την ομάδα ΤΑ. Για την ομάδα ΑΓΔ σημειώνονται χαμηλότερες επιδόσεις (στατιστικά σημαντικές ή μη) σε όλα τα έργα σε σχέση με την ΤΑ. Επίσης, στα σημαντικά ευρήματα είναι ότι και οι δύο κλινικές ομάδες (ΑΓΔ και ΔΕΠ-Υ) έχουν παρόμοιες δυσκολίες σε σύγκριση με την ομάδα ΤΑ και διαφέρουν μεταξύ τους κυρίως στις επιδόσεις των γλωσσικών ικανοτήτων. Στα αποτελέσματα παρατηρείται ότι η δοκιμασία της επανάληψης προτάσεων διαφοροποιεί επιτυχώς την ομάδα ΑΓΔ από την ομάδα ΔΕΠ-Υ, συμβάλλοντας στη διαφοροδιάγνωση των δύο διαταραχών. Επιπλέον, στα αποτελέσματα της παρέμβασης παρατηρήθηκε ότι η παρέμβαση που εστίαζε σε γνωστικούς τομείς είχε θετική επίδραση κυρίως στους ίδιους τομείς που πραγματοποιήθηκε και στους δύο συμμετέχοντες. Όσον αφορά στις επιδράσεις άμεσης γειτνίασης, ο ένας συμμετέχοντας που είχε τις περισσότερες δυσκολίες, βελτιώθηκε στον τομέα της βραχύχρονης λεκτικής μνήμης και σε έναν απομακρυσμένο τομέα στη μία γλωσσική δοκιμασία. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκαν βελτιώσεις σε κανέναν στη δοκιμασία επανάληψης προτάσεων. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι τα παιδιά με ΑΓΔ αντιμετωπίζουν ποικίλες δυσκολίες σε σχέση με αυτά με ΤΑ τόσο σε γνωστικό όσο και σε γλωσσικό επίπεδο. Οι δυσκολίες τους στις εκτελεστικές λειτουργίες είναι παρόμοιες με αυτές των παιδιών με ΔΕΠ-Υ και διαφοροποιούνται στις γλωσσικές ικανότητες, για τις οποίες η ομάδα με ΑΓΔ παρουσιάζει ευαλωτότητα. Επισημαίνεται πως το έργο επανάληψης προτάσεων είναι αυτό που διαφοροποιεί τους συμμετέχοντες με ΑΓΔ και ΔΕΠ-Υ. Επιπλέον, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παρέμβασης, δεν παρατηρούνται ισχυρές ενδείξεις για απρόσκοπτη διάχυση των ευεργετικών επιδράσεων της θεραπείας από τον ένα τομέα στον άλλον. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως, σε περιπτώσεις παιδιών με αρκετές δυσκολίες και με επιβαρυμένη κλινική εικόνα, η παρέμβαση που επικεντρώνεται στους γνωστικούς τομείς μπορεί να έχει έστω και ελάχιστη θετική επίδραση στις γλωσσικές δεξιότητες

    Integrated management of Aspergillus carbonarius and ochratoxins in vineyards in Greece

    No full text
    The aim of the present study was to collect and analyze data in order to develop an integrated management strategy for controlling sour rot and ochratoxin A (OTA) contamination in grapevine cultivation. This strategy combines biological and chemical approaches to mitigate ochratoxigenic fungi.One of the most significant threats to food safety and quality is mycotoxins that are highly toxic, carcinogenic, low-molecular-weight metabolites produced by certain fungal species. Hundreds of mycotoxins with diverse chemical structures have been identified. Globally, food losses due to mycotoxin contamination and associated management costs are reaching alarming levels. Notably, over 80% of crops worldwide are contaminated with mycotoxins annually (Streit et al., 2013; Kovalsky et al., 2016). Many mycotoxins are extremely stable and persist even after food processing. Their presence in animal feed can also lead to their transfer into animal-derived products intended for human consumption, posing severe health risks including death, particularly in developing countries. Reliable solutions for mycotoxin mitigation remain scarce and often impractical. Given the European Union’s strict regulations on mycotoxin levels in food products, finding effective and sustainable solutions is imperative. Cost-effective approaches involve leveraging agricultural technology and knowledge to prevent fungal colonization and inhibit mycotoxin production through integrated, environmentally friendly management systems.Among the carcinogenic mycotoxins becoming a significant concern in Greece are ochratoxins, primarily produced by fungi from the genera Aspergillus and Penicillium. Specifically, Aspergillus carbonarius is a major plant pathogen affecting grapevine cultivation, contributing to sour rot in grapes and serving as the primary producer of ochratoxin A (OTA). This toxin compromises the organoleptic properties of wine and threatens consumer safety. OTA exhibits nephrotoxic, hepatotoxic, and carcinogenic effects (classified as Group 2B by the IARC) in both animals and humans. Samples from grapes and grape-derived products—such as raisins, grape juice, and wine—in southern Europe frequently show OTA contamination at significantly higher levels than those from northern Europe. Initial estimates by the Codex Alimentarius Commission, based on limited European data, suggest that red wine is the second-largest source of human OTA exposure after cereals, followed by coffee and beer.This study investigated the ecology of Aspergillus section Nigri fungi in vineyards and evaluated modern integrated management practices, including chemical, biological, and molecular-genetic strategies for controlling mycotoxigenic fungi. Such a comprehensive study has never been conducted in Greece before and is expected to significantly advance research on this major grapevine disease, both nationally and internationally. Additionally, it will help reduce consumer exposure to high ochratoxin levels while promoting the production of safe, high-quality grapes, raisins, and wines.To assess population variability and identify endemic strains of Aspergillus section Nigri in Greek vineyards, grape sampling was conducted from 2015 to 2019. A collection of 260 Aspergillus section Nigri strains was established. Molecular identification confirmed the presence of both biseriate and uniseriate black aspergilli, consistent with previous studies. Phylogenetic analysis based on the β-tubulin gene locus classified the Greek isolates into two groups: the biseriate aspergilli (dominated by A. carbonarius, 97.6% of isolates) and the uniseriate group (comprising A. uvarum). The OTA-producing capacity of selected A. carbonarius and fumonisin-producing potential of A. niger isolates were also examined. All A. carbonarius isolates were highly ochratoxigenic, with OTA levels ranging from 136 ppb to 7139 ppb—consistent with findings from other warm regions (Belli et al., 2005; Pietri et al., 2001; Sage et al., 2004; Serra et al., 2003; Battilani et al., 2006; Chiotta et al., 2013). The highest OTA-producing strains were from the Peloponnese and Attica regions. Additionally, all 20 A. niger isolates tested produced fumonisins, albeit mostly at low levels.An in vitro evaluation assessed the resistance/tolerance of 21 grapevine cultivars (Agianniotiko, Agiorgitiko, Athiri, Assyrtiko, Avgoustiatis, Georgiana, Kydonitsa, Lagorthi, Limnio, Malagousia, Mandilaria, Mavrodaphne, Debina, Xinomavro, Pavlos, Razaki, Roditis, Savatiano, Sideritis, Stafida, and Fraoula) to Aspergillus carbonarius and OTA contamination. Significant variability was observed between cultivars across experimental years. In 2018, the most resistant cultivar was Fraoula, while Pavlos was the most susceptible. In 2019, Roditis showed the highest resistance, whereas Debina and Sideritis were the most susceptible. Regarding OTA production, Roditis, Mavrodaphne, Athiri, Xinomavro, and Razaki exhibited concentrations below 10 ppb, indicating low susceptibility. In contrast, Kydonitsa, Lagorthi, Pavlos, and Avgoustiatis showed higher OTA levels (below 50 ppb).An effort was subsequently made to establish a collection of 140 yeast strains in order to identify potential biological control agents for integrated OTA management. The most effective strain in vitro was VOL3 (from the Plant Pathology Laboratory collection, isolated from grapevine leaves), which inhibited conidia formation by 99%. In situ experiments identified 28 yeast isolates that reduced OTA levels below the detection limit. Overall, 52.3% of isolates successfully reduced OTA production.An additional objective of the present study was to evaluate in vitro ten essential oils (EOs), cinnamon (Cinnamomum zeylanicum), thyme (Thymus vulgaris), mint (Mentha piperita), lavender (Lavandula angustifolia), marjoram (Origanum majorana), tea tree (Melaleuca alternifolia), rosemary (Rosmarinus officinalis), sage (Salvia sclarea), citronella (Cymbopogon nardus), and geranium (Pelargonium graveolens)—were for their effects on A. carbonarius growth, OTA production, and expression of the secondary metabolism regulatory gene AclaeA. Thyme, lavender, and rosemary were the most effective against strain 5010, while thyme was the most effective against strain Ac29—even at low concentrations. Cinnamon strongly inhibited fungal growth in both strains. Based on these findings, cinnamon, geranium, thyme, mint, rosemary, and citronella were further tested for their impact on AclaeA expression. Cinnamon, geranium, and thyme significantly suppressed AclaeA expression four days post-inoculation, suggesting a potential mechanism for OTA biosynthesis inhibition.Finally, an integrated management model combining biological and chemical strategies was developed to control sour rot and OTA in grapevine cultivation. Eight fungicide active ingredients were tested for their ability to inhibit mycelial growth in nine highly toxigenic A. carbonarius isolates, with resistance development also monitored. Field experiments (2016–2019) at the Agricultural University of Athens’ farm in Spata, Attica, assessed the efficacy of individual and combined chemical/biological treatments. The most effective treatment in reducing disease severity and OTA levels (2019) was a combination of Switch® (chemical), Scala® (chemical), Vacciplant®, Serenade®, and Trianum® (biological formulations). Implementing an Integrated Pest Management (IPM) system in grapevine cultivation will reduce synthetic fungicide use, minimize environmental harm, and enhance vineyard sustainability.Σκοπός της παρούσας Διδακτορικής διατριβής είναι η συλλογή και επεξεργασία όλων εκείνων των χαρακτηριστικών έρευνας και τεχνολογίας ώστε να προκύψει μία στρατηγική ολοκληρωμένης διαχείρισης και αντιμετώπισης της όξινης σήψης και της ΟΤΑ στην καλλιέργεια της αμπέλου, με συνδυασμό βιολογικής και χημικής αντιμετώπισης των ωχρατοξικογόνων μυκήτων. Μια από τις μεγαλύτερες απειλές για την ασφάλεια και την ποιότητα των τροφίμων είναι οι μυκοτοξίνες, ιδιαίτερα τοξικοί και καρκινογόνοι μεταβολίτες χαμηλού μοριακού βάρους που παράγονται από ορισμένα είδη μυκήτων. Έχουν εντοπιστεί εκατοντάδες είδη μυκοτοξινών, που διαφέρουν από χημική άποψη. Οι απώλειες τροφίμων που οφείλονται σε επιμόλυνση από μυκοτοξίνες και οι δαπάνες της διαχείρισής τους αυξάνονται σε ανησυχητικό επίπεδο παγκοσμίως. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πάνω από το 80% των καλλιεργειών μολύνονται με μυκοτοξίνες σε παγκόσμιο επίπεδο σε ετήσια βάση (Streit et al., 2013; Kovalsky et al., 2016). Πολλές από τις μυκοτοξίνες είναι εξαιρετικά σταθερές και δεν εξουδετερώνονται ακόμα και μετά την επεξεργασία του προϊόντος. Ομοίως, η παρουσία τους στις ζωοτροφές μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταφορά τους και σε ζωικά προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, γεγονός που μπορεί να έχει βλαβερές συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία και να προκαλέσει μέχρι και θάνατο (παρατηρείται ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες). Αξιόπιστες λύσεις για τον περιορισμό των μυκοτοξινών είναι ακόμα ελάχιστες και πρακτικά ανεφάρμοστες. Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παρουσία των μυκοτοξινών σε διάφορα προϊόντα είναι πολύ αυστηρή και κάνει επιτακτική την ανεύρεση αποτελεσματικών λύσεων. Οι οικονομικά αποτελεσματικές λύσεις είναι εκείνες που με τη βοήθεια της γεωργικής τεχνολογίας και γνώσης θα συμβάλλουν στον αποκλεισμό των μυκήτων από το φυτό - ξενιστή ή/ και την παρεμπόδιση παραγωγής μυκοτοξινών στα φυτά - ξενιστές τους με τη βοήθεια ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης φιλικού προς το περιβάλλον. Ανάμεσα στις καρκινογόνες μυκοτοξίνες που αρχίζουν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για την Ελλάδα είναι οι ωχρατοξίνες που παράγονται κυρίως από διάφορα είδη μυκήτων του γένους Aspergillus και Penicillium. Πιο συγκεκριμένα, ο μύκητας Aspergillus carbonarius είναι από τα σημαντικότερα φυτοπαθογόνα που προσβάλλουν την καλλιέργεια της αμπέλου, συμβάλλοντας στην ασθένεια της όξινης σήψης στα σταφύλια, και είναι ο κύριος υπεύθυνος για την παραγωγή της μυκοτοξίνης ωχρατοξίνης Α (ΟΤΑ) επηρεάζοντας αρνητικά τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του κρασιού και την ασφάλεια του καταναλωτή. H OTA έχει νεφροτοξικές, ηπατοτοξικές και καρκινογόνες (Class 2Β, ΙΑRC), ιδιότητες στα ζώα και στους ανθρώπους. Δείγματα από σταφύλια και διάφορα παράγωγα προϊόντα τους όπως σταφίδες, χυμοί σταφυλιού και κρασιά από τη νότια Ευρώπη έχουν βρεθεί συχνά μολυσμένα με OTA και σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό μολυσμένα από τα αντίστοιχα της βόρειας Ευρώπης. Οι πρώτες εκτιμήσεις της Επιτροπής του Κώδικα Διατροφής, βασισμένες σε περιορισμένα ευρωπαϊκά στοιχεία, πρότειναν ότι το κόκκινο κρασί είναι η δεύτερη σημαντικότερη πηγή ανθρώπινης έκθεσης σε OTA, μετά από τα δημητριακά και ακολουθούν ο καφές και η μπύρα. Πιο συγκεκριμένα, το αντικείμενο της μελέτης αποσκοπούσε στο να μελετηθεί η οικολογία των μυκήτων Aspergillus section Nigri στο αμπέλι και να αξιολογηθούν σύγχρονοι τρόποι ολοκληρωμένης διαχείρισής τους με τη βοήθεια της χημικής, βιολογικής και γενετικής-μοριακής αντιμετώπισης των υπεύθυνων μυκοτοξικογόνων μυκήτων. Μια τέτοια μελέτη δεν έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα σε εκτεταμένη κλίμακα και αναμένεται να συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της έρευνας σε αυτή τη σημαντική ασθένεια της αμπέλου, τόσο σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο. Επιπλέον, θα συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου έκθεσης των καταναλωτών σε υψηλά επίπεδα ωχρατοξινών και θα οδηγήσει σε υψηλής ποιότητας και ασφάλειας σταφύλια, σταφίδες και κρασιά. Σε μια προσπάθεια να γίνει πληθυσμιακή διακύμανση και να βρεθούν ενδημικά στελέχη μυκήτων Aspergillus section Nigri από ελληνικούς αμπελώνες, πραγματοποιήθηκαν δειγματοληψίες σταφυλιών (κατά τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019), με στόχο τη συλλογή δεδομένων του πληθυσμού ωχρατοξικογόνων μυκήτων. Δημιουργήθηκε μια συλλογή 260 στελεχών Aspergillus section Nigri. Μοριακή ταυτοποίηση επιλεγμένων στελεχών οδήγησε στο συμπέρασμα ότι στους ελληνικούς αμπελώνες υπάρχουν τόσο biseriate, όσο και uniseriate μαύροι Ασπέργιλλοι όπως έχουν δείξει και προηγούμενες μελέτες. Η φυλογενετική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε με βάση το γενετικό τόπο της βήτα τουμπουλίνης, στις ελληνικές απομονώσεις κατηγοριοποίησε τα στελέχη σε δύο ομάδες: στην ομάδα των biseriate Ασπεργίλλων, με κυρίαρχο είδος το μύκητα A. carbonarius και στην ομάδα των uniseriate Ασπεργίλλων, με τις απομονώσεις να ανήκουν στο είδος A. uvarum. Στο σύνολο των απομονώσεων κυρίαρχοι ήταν οι biseriate απομονώσεις (97,6% των μαύρων Ασπεργίλλων). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε διερεύνηση της ικανότητας παραγωγής σε επιλεγμένες απομονώσεις A. carbonarius και A. niger, των μυκοτοξινών ωχρατοξίνης Α και φουμονισινών, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε ότι όλα τα στελέχη A. carbonarius ήταν υψηλά ωχρατοξικογόνα, κάτι το οποίο ήταν αναμενόμενο, καθώς υψηλά ωχρατοξικογόνα στελέχη απαντώνται σε σταφύλια που καλλιεργούνται σε θερμές περιοχές, όπως η Ελλάδα (Belli et al., 2005; Pietri et al., 2001; Sage et al., 2004; Serra et al., 2003; Battilani et al., 2006; Chiotta et al., 2013). Αναλυτικότερα, τα επίπεδα της ΟΤΑ κυμάνθηκαν από 136 ppb έως και τα 7.139 ppb. Τα στελέχη που παρήγαγαν τα πιο υψηλά ποσοστά ΟΤΑ απομονώθηκαν από την περιοχή της Πελοποννήσου και Αττικής. Επίσης, 20 απομονώσεις A. niger ελέγχθηκαν ως προς την παραγωγή φουμονισινών και παρατηρήθηκε ότι όλες οι απομονώσεις παρήγαγαν φουμονισίνες, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ακολούθησε in vitro η αξιολόγηση 21 διαφορετικών ποικιλιών της αμπέλου, Αγιανιώτικο, Αγιωργίτικο, Αθήρι, Ασύρτικο, Αυγουστιάτης, Γεωργιανά, Κυδωνίτσα, Λαγόρθι, Λημνιό, Μαλαγουζιά, Μανδηλαριά, Μαυροδάφνη, Ντεμπίνα, Ξινόμαυρο, Παύλος, Ραζακί, Ροδίτης, Σαββατιανό, Σιδερίτης, Σταφίδα και Φράουλα ως προς την πιθανή ανθεκτικότητα/ανεκτικότητα τους στο μύκητα A. carbonarius και στην επιμόλυνση τους με ωχρατοξίνες. Παρατηρήθηκε σημαντική παραλλακτικότητα ανάμεσα στις ποικιλίες και τα δύο έτη. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων κονιδίων έδειξαν ένα ευρύ φάσμα τιμών για όλες τις ποικιλίες σταφυλιών που εξετάστηκαν. Όσον αφορά την παραγωγή κονιδίων για το έτος 2018 η πιο ανθεκτική ποικιλία ήταν η Φράουλα και η πιο ευαίσθητη ο Παύλος, ενώ για το 2019 η πιο ανθεκτική ποικιλία ήταν ο Ροδίτης και οι πιο ευαίσθητες η Ντεμπίνα και ο Σιδερίτης. Τα αποτελέσματα της παραγωγής OTA, στις ποικιλίες που εξετάστηκαν in vitro έδειξαν ένα ευρύ φάσμα τιμών-μολύνσεων. Οι ποικιλίες Ροδίτης, Μαυροδάφνη, Αθήρι, Ξινόμαυρο και Ραζακί παρουσίασαν συγκεντρώσεις ΟΤΑ κάτω των 10 ppb, ενώ οι ποικιλίες Κυδωνίτσα, Λαγόρθι, Παύλος και Αυγουστιάτης παρουσίασαν υψηλά επίπεδα παραγωγής ΟΤΑ, με συγκεντρώσεις οι οποίες κυμαινόντουσαν κάτω από 50 ppb. Ακολούθησε προσπάθεια εύρεσης ενδημικών απομονώσεων ζυμών και η αξιολόγησή τους ως προς την ικανότητά τους να χρησιμοποιηθούν ως βιολογικοί παράγοντες, στην καλλιέργεια της αμπέλου, αποτελώντας έτσι βασικό πυλώνα ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των ωχρατοξινών στο αμπέλι. Η συλλογή που δημιουργήθηκε αποτελείται από 140 στελέχη ζυμών. Η πιο αποτελεσματική ζύμη στα in vitro πειράματα ήταν η απομόνωση VOL3 (ανήκει στη συλλογή του Εργ. Φυτοπαθολογίας και έχει απομονωθεί από φύλλα αμπέλου), με ποσοστό παρεμπόδισης σχηματισμού κονιδίων 99%, ενώ ως πιο αποτελεσματικές ζύμες στα in situ πειράματα, χαρακτηρίστηκαν 28 απομονώσεις ζυμών, όπου παρήγαγαν ΟΤΑ σε επίπεδα κάτω του ορίου ανίχνευσης της μεθόδου. Στο σύνολο των απομονώσεων το 52,3% κατάφεραν να μειώσουν την παραγόμενη ΟΤΑ. Ένας επιπλέον στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η in vitro αξιολόγηση της επίδρασης 10 αιθέριων ελαίων (EOs) της κανέλας (Cinnamomum zeylanicum), του θυμαριού (Thymus vulgaris), της μέντας (Mentha piperitha), της λεβάντας (Lavandula angustifolia), της μαντζουράνας (Origanum majorana), του τεϊόδεντρου (Melaleuca alternifolia), του δεντρολίβανου (Rosmarinus officinalis), του φασκόμηλου (Salvia sclarea), της σιτρονέλας (Cymbopogon nardus) και του γερανιού (Pelargonium gaveolens) στην ανάπτυξη του μύκητα A. carbonarius, στην παραγωγή της OTA και στην επίδραση της έκφρασης του ρυθμιστικού γονιδίου, του δευτερογενούς μεταβολισμού, AclaeA. Με βάση τα αποτελέσματα της παρεμπόδισης ανάπτυξης των παραγόμενων κονιδίων και της ΟΤΑ, το θυμάρι, η λεβάντα και το δενδρολίβανο ήταν τα πιο αποτελεσματικά για το στέλεχος 5010 και το θυμάρι για το στέλεχος Ac29, ακόμα και στις πιο χαμηλές συγκεντρώσεις. Η κανέλα ήταν και για τα δύο στελέχη αποτελεσματική κυρίως ως προς την παρεμπόδιση ανάπτυξης των στελεχών. Με βάση τα παραπάνω αποτελέσματα επιλέχθηκαν τα αιθέρια έλαια της κανέλας, του γερανιού, του θυμαριού, της μέντας, του δενδρολίβανου και της σιτρονέλλας, με στόχο τη διερεύνηση της επίδρασής τους στην έκφραση του ρυθμιστικού γονιδίου του δευτερογενούς μεταβολισμού AclaeA, του μήκυτα A. carbonarius, in vitro. Η κανέλα, το γεράνι και το θυμάρι μείωσαν σημαντικά την έκφραση του γονιδίου AclaeA την τέταρτη ημέρα μετά τη μόλυνση, υποδηλώνοντας έναν πιθανό τρόπο δράσης των αιθερίων ελαίων στην αναστολή της βιοσύνθεσης της ΟΤΑ.Τέλος, έγινε προσπάθεια δημιουργίας ενός μοντέλου ολοκληρωμένης διαχείρισης και αντιμετώπισης της όξινης σήψης και της ΟΤΑ, στην καλλιέργεια της αμπέλου, με συνδυασμό βιολογικής και χημικής αντιμετώπισης των ωχρατοξικογόνων μυκήτων. Στην μελέτη αυτή αξιολογήθηκαν οκτώ δραστικές ουσίες μυκητοκτόνων σκευασμάτων ως προς την ικανότητά τους να μειώνουν τη μυκηλιακή ανάπτυξη εννέα ενδημικών ισχυρά τοξικογόνων απομονώσεων του μύκητα Α. carbonarius με σκοπό να διερευνηθεί η πιθανή ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Τα μυκητοκτόνα που αξιολογήθηκαν στην ενότητα αυτή, χρησιμοποιούνται ευρέως για τον έλεγχο διαφόρων φυτοπαθογόνων στην καλλιέργεια της αμπέλου. Ακολούθησαν πειράματα επίδρασης βιολογικών και χημικών σκευασμάτων στον αγρό του Γ.Π.Α., στα Σπάτα Αττικής, κατά τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2019. Τα πρώτα τρία χρόνια πραγματοποιήθηκαν μεμονωμένοι ψεκασμοί με τα επιλεχθέντα σκευάσματα, ενώ το 2019 πραγματοποιήθηκαν ψεκασμοί συνδυασμών χημικών και βιολογικών σκευασμάτων. Καθόλα τα τρία έτη τα αποτελέσματα της σοβαρότητας της ασθένειας και της παραγωγής της ΟΤΑ παρουσίασε διακυμάνσεις. Η πιο αποτελεσματική εφαρμογή ως προς τη μείωση της σοβαρότητας της ασθένειας και της παραγωγής της ΟΤΑ ήταν η εφαρμογή του συνδυασμού των Switch® (χημικό σκεύασμα), Scala® (χημικό σκεύασμα) και Vacciplant®, Serenade® και Trianum® (βιολογικά σκευάσματα), κατά το έτος 2019. Η δημιουργία ενός συστήματος ολοκληρωμένης διαχείρισης (IPM) στην καλλιέργεια της αμπέλου θα περιορίσει τη χρήση συνθετικών μυκητοκτόνων και κατ’ επέκταση των επιβλαβών επιπτώσεων που προκαλεί η αλόγιστη χρήση τους και παράλληλα θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του αμπελώνα

    Data journalism in Greece: transforming the news in the age of data

    No full text
    Data journalism, as an emerging form of journalism, brings significant changes to the way news is produced, presented, and consumed. Its emergence marks a shift in the operations of news organizations and the working methods of journalists. The utilization of available data—both big and open—along with changes in workflow, specialized training, and collaboration with other professionals for article production are key aspects of this new digital era in journalism. Within this landscape, a new way of storytelling is also emerging, incorporating tables, charts, visualizations, and, in some cases, interactive elements. This method of presenting news alters the way audiences comprehend content. The public receives information in new formats beyond traditional text. Additionally, depending on the level of interactivity within an article, audiences engage with information in various ways to receive more personalized content tailored to their interests and preferences. As a result, a new framework is being shaped regarding user experience in consuming data journalism articles. This study examines the relationship between Greek news websites, journalists, and the public with data journalism, both theoretically through a literature review and empirically through three quantitative and qualitative studies. The first content analysis study explores the extent to which popular Greek news websites have adopted data journalism. The findings indicate that while there is an initial adoption of the practice, it has not yet reached an advanced level. The second study, a quantitative analysis, focuses on Greek journalists and their engagement with data journalism. Although most of the respondents consider it useful and support the transition from traditional journalism, its implementation remains in an early stage. Additionally, most journalists believe that data journalism articles are only moderately understandable to the public. The third study, also quantitative, examines how the Greek public perceives data journalism. The results show that readers can comprehend data journalism articles even if they are unfamiliar with this journalistic approach. For the majority of the respondents, the text has a crucial role in understanding the news, while most users do not face difficulties interpreting tables and visualizations. Moreover, the majority acknowledges that interactive elements facilitate access to the desired information. Overall, the study highlights the initial integration of data journalism in Greece, the positive stance of journalists towards it, and the need for further development of skills and practices to fully leverage its potential.Η Δημοσιογραφία Δεδομένων ως μια νέα μορφή άσκησης της δημοσιογραφίας επιφέρει αλλαγές στον τρόπο παραγωγής, παρουσίασης και κατανάλωσης της είδησης. Η εμφάνισή της σηματοδοτεί αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ειδησεογραφικών οργανισμών και στον τρόπο εργασίας των δημοσιογράφων. Η αξιοποίηση των διαθέσιμων δεδομένων, μεγάλων και ανοικτών, η αλλαγή στη ροή εργασίας, η εξειδικευμένη εκπαίδευση κι η συνεργασία με άλλους επαγγελματίες για την παραγωγή ενός άρθρου αποτελούν τα κύρια πεδία τα οποία εντοπίζονται στη νέα ψηφιακή εποχή στον χώρο της δημοσιογραφίας. Σε αυτό το τοπίο, αναδύεται κι ένας νέος τρόπος αφήγησης της είδησης, με την προσθήκη πινάκων, γραφημάτων και οπτικοποιήσεων, με διαδραστικά στοιχεία σε κάποιες περιπτώσεις. Αυτός ο τρόπος παρουσίασης της είδησης αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητό το περιεχόμενό της από το κοινό. Το κοινό καλείται να λάβει την πληροφορία δοσμένη με νέες μορφές, οι οποίες ξεφεύγουν από το καθαρό κείμενο. Επιπλέον, ανάλογα με τον βαθμό διαδραστικότητας ενός άρθρου, το κοινό αλληλοεπιδρά με την πληροφορία σε διάφορες διαβαθμίσεις, προκειμένου να λάβει πιο εξατομικευμένη και πιο κοντά στα ενδιαφέροντα και τις επιθυμίες του πληροφόρηση. Έτσι, διαμορφώνεται κι ένα νέο πλαίσιο σχετικά με την εμπειρία χρήστη κατά την επαφή του με άρθρα δημοσιογραφίας δεδομένων. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη σχέση ελληνικών ειδησεογραφικών ιστότοπων, δημοσιογράφων και κοινού με τη δημοσιογραφία δεδομένων, τόσο θεωρητικά, μέσω βιβλιογραφικής επισκόπησης, όσο και ερευνητικά, μέσω τριών μελετών. Η πρώτη έρευνα περιεχομένου αναλύει τον βαθμό υιοθέτησης της δημοσιογραφίας δεδομένων από δημοφιλείς ελληνικούς ειδησεογραφικούς ιστότοπους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, παρότι υπάρχει αρχική υιοθέτηση της πρακτικής, δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα σε υψηλό επίπεδο. Η δεύτερη έρευνα, ποσοτική, εστιάζει στους Έλληνες δημοσιογράφους και τη σχέση τους με τη δημοσιογραφία δεδομένων. Παρότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων τη θεωρεί χρήσιμη και υποστηρίζει τη μετάβαση από την παραδοσιακή δημοσιογραφία, η εφαρμογή της βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Επιπλέον, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι πιστεύουν ότι τα άρθρα δημοσιογραφίας δεδομένων είναι μέτρια κατανοητά από το κοινό. Η τρίτη έρευνα, επίσης ποσοτική, εξετάζει την αντίληψη του κοινού για τη δημοσιογραφία δεδομένων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι αναγνώστες μπορούν να κατανοήσουν το περιεχόμενο, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν αυτή τη δημοσιογραφική πρακτική. Για τους περισσότερους το κείμενο παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση της είδησης, ενώ δεν αντιμετωπίζουν δυσκολίες και στην ερμηνεία πινάκων και οπτικοποιήσεων. Επιπλέον, η πλειονότητα αναγνωρίζει ότι τα διαδραστικά στοιχεία βοηθούν στην πρόσβαση στην επιθυμητή πληροφορία. Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει την αρχική ενσωμάτωση της δημοσιογραφίας δεδομένων στην Ελλάδα, τη θετική στάση των δημοσιογράφων προς αυτήν, αλλά και την ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης δεξιοτήτων και πρακτικών για την πλήρη αξιοποίησή της

    The true imprint of the seal of Christ: empirical validations of the ecclesial anthropological proposition in Saint Symeon the New Theologian

    No full text
    This dissertation seeks to describe and empirically validate the distinction between the true seal of Christ—proposed by the Church’s anthropological vision—and the counterfeit imitations that obscure or distort it, as articulated by Saint Symeon the New Theologian. The term validation is here borrowed from the science of dimensional metrology, implying the detection of minimal yet crucial deviations from the precision of the faith. These deviations are often imperceptible to the untrained eye and require calibrated, high-resolution tools to be discerned. Such tools are not conceptual frameworks alone but emerge from the pneumatic experience of the saints—those illumined by the Holy Spirit, who embody the hermeneutical precision necessary for distinguishing truth from its misappropriations. In contrast, counterfeit forms of the Christian life are grounded in a fragmented and mutilated appropriation of the Church’s cultural imprint—rituals and symbols divorced from their ontological foundations. The anthropological stakes of this inquiry are situated within the triadic relational structure of God, human, and creation. Thus, Part I offers anthropological prolegomena: creation, fall, and regeneration. It concludes with a theological paradox—the “temporal displacement” of death and resurrection: Adam does not immediately die after the fall, nor does the incarnate Logos instantaneously enter incorruptibility upon birth. Part II comprises four chapters, each representing a distinct validation. Chapter One examines the soteriological efficacy of faith and baptism, the two foundational principles of the Church, and identifies the hermeneutical inflation these terms undergo when understood merely within the cultural rather than the ontological framework of tradition. Chapter Two investigates the epistemological preconditions of theological perception across three anthropological conditions: Adamic anthropology, fallen anthropology, and Christological anthropology. These form the basis for understanding both the potential and the limits of theological articulation. Chapter Three, building on the above, explores the possibility of infallible theological expression within each anthropological condition and maps the epistemological boundaries that often lead to the creation of arbitrary theological constructions. This chapter addresses the phenomenon of doctrinal consciousness and the inseparable interplay between dogma and ethos. Chapter Four presents the two most decisive validations in the Church’s anthropological proposal—those upon which the therapeutic efficacy of ascetic life hinges. The first concerns true nepsis (spiritual vigilance) as the non-negotiable precondition for authentic spiritual discernment, grounded in the Beatitudes. The second validation identifies two principal typologies of deviation arising from the absence of nepsis. The first is the mimetic reproduction of external elements of divine vision, detached from their inner transformative function and expressed as external moralistic repression. The second typology absolutizes institutional belonging, detaching soteriology from repentance and vigilance, and reducing salvation to a merely formal, canonical adherence. Overall, this work positions Symeon’s anthropological theology as an instrument of high-resolution spiritual discernment within the life of the Church. His writings are not merely ascetical meditations but calibrated theological instruments, capable of revealing the subtle departures from the path of salvation and redirecting the human person toward authentic participation in divine life.Σκοποθεσία της παρούσας συγγραφής αποτελεί η περιγραφή της διάγνωσης και εµπειρικής διακρίβωσης µεταξύ της αληθούς σφραγίδος του Χριστού, που επαγγέλλεται η ανθρωπολογική πρόταση της Εκκλησίας και η αντιπαραβολή µε τις µορφές παραχάραξής της, όπως διατυπώνεται από τον Άγιο Συµεών τον Νέο Θεολόγο. Ο όρος διακρίβωση, δανεισµένος από την επιστήµη της διαστατικής µετρολογίας, υπονοεί τον εντοπισµό της στοιχειώδους απόκλισης από την ακρίβεια της πίστεως, µια απόκλιση που διαφεύγει της προσοχής του ανυποψίαστου θεατή και απαιτεί ειδική σκευή, βαθµονοµηµένο εργαλείο ακριβείας, για να διαπιστωθεί αλλά και να επανατοποθετηθεί µε ασφάλεια το δίπολο δόγµατος και ήθους στην προοπτική της σωτηρίας του ανθρώπου. Για την επιτυχία της διακρίβωσης αξιοποιείται, ως όρος ακριβείας, η Αγιοπνευµατική εµπειρία των θεοφόρων της Εκκλησίας. Αντίστοιχα, ως πλαίσιο απόκλισης προσδιορίζεται η θραυσµατική και ακρωτηριαστική χρήση στοιχείων του πολιτισµικού αποτυπώµατος της θεοφιλούς παράδοσης. Η κατανόηση του ανθρωπολογικού διακυβεύµατος προϋποθέτει την ορθή κατανόηση της θέσης του ανθρώπου στο ήδη διαµορφωµένο πλαίσιο σχέσης που συναρτά το τρίπτυχο Θεός- άνθρωπος- κτίση. Για τον λόγο αυτό, το πρώτο µέρος αφορά στα ανθρωπολογικά προλεγόµενα, όπου ακροθιγώς διερχόµαστε τα περί δηµιουργίας κόσµου και ανθρώπου, τα περί πτώσεως αλλά και παλιγγενεσίας. Στο τέλος του πρώτου µέρους γίνεται λόγος για το µυστήριο του ετεροχρονισµού, για το γεγονός πως η πτώση δεν επέφερε ακαριαία τον ψυχοσωµατικό θάνατο στον πρωτόπλαστο, αλλά ούτε και η σάρκωση του Θεού Λόγου σήµαινε και αυτόµατη αφθάρτωση του παναχράντου σώµατός Του. Το δεύτερο µέρος χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια και ισάριθµες διακριβώσεις. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται η σωτηριολογική λυσιτέλεια των θεµελιωδών της Εκκλησίας, της πίστης και του βαπτίσµατος, και διακριβώνεται η παρανόηση που εµφιλοχωρεί από την εννοιολογική διεύρυνση των όρων αυτών εντός του πολιτισµικού αποτυπώµατος της παράδοσης. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναζητούνται οι δοµικές αιτίες της παρανόησης, που δεν είναι άλλες από τις προϋποθέσεις της ανθρωπολογικής γνωσιολογίας. Έτσι, αναλύονται διεξοδικά οι γνωσιολογικές προϋποθέσεις και των τριών ανθρωπολογικών καταστάσεων: της αδαµικής ανθρωπολογίας, της πτώσης και της Χριστολογικής ανθρωπολογίας. Στο τρίτο κεφάλαιο, έχοντας ως κριτήριο τα όρια και τη γνωσιολογική εµβέλεια κάθε ανθρωπολογικής κατάστασης, προβαίνουµε στη δεύτερη διακρίβωση που αφορά το ζήτηµα της θεολογικής διατύπωσης. Ερευνούµε τη δυνατότητα εκφοράς απλανούς θεολογικού λόγου σε κάθε διακεκριµένη ανθρωπολογική κατάσταση καθώς και τις αιτίες διολίσθησης σε αυθαίρετες θεολογικές ιδιοκατασκευές. Εντός του πλαισίου του πλουτισµού της θεολογίας, εξετάζουµε το φαινόµενο της δηµιουργίας δογµατικής συνείδησης του ανθρώπου αλλά και την αρραγή αλληλεπίδραση δόγµατος και ήθους. Το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο περιλαµβάνει τις δύο- ίσως σηµαντικότερες- διακριβώσεις της πρότασης της Εκκλησίας καθώς σε αυτές εδράζεται η σωτηριολογική λυσιτέλεια της ασκητικής οδού. Η πρώτη διακρίβωση αφορά το ανυπέρθετο της αληθούς νήψης επί τη βάσει των µακαρισµών. Η δεύτερη και εξίσου σηµαντική διακρίβωση πραγµατεύεται τις δυο βασικές τυπολογίες απόκλισης που δηµιουργούνται από την απουσία αληθούς νήψης. Η πρώτη τυπολογία αφορά την µίµηση των εξωτερικών στοιχείων της θεοπτίας, η οποία αυτονοµούµενη στο πλαίσιο της αυτοδικαιωτικής ιδιορρυθµίας περιγράφεται ως έξωθεν καταστολή των ηθών. Η δεύτερη τυπολογία αναπτύσσεται εντός του πλαισίου της απολυτοποίησης της θεσµικής µονοµέρειας. Η τυπολογία αυτή αποµονώνει τη σωτηριολογία από τη νήψη και τη µετάνοια και την περιορίζει µόνο στην οργανική ένταξη του θεσµικού πλαισίου

    The contribution of science teaching to the development of critical thinking: the case of mobile phones and their radiation

    No full text
    In this research we attempt to shed light onto a proposal for fostering critical thinking through appropriate teaching interventions of modern physics subjects related to students' daily experience and interests in order to increase their active participation in the classroom. The research method we followed is mixed, quantitative and qualitative, while structured questionnaires and semi-structured interviews were used as data collection three times: once before and twice after the intervention. Meanwhile, a broad statistical analysis of the questionnaires was carried out using SPSS, as well as a qualitative and quantitative analysis of 6 (six) semi-structured interviews. Initially, in order to highlight the value of critical thinking, a review on critical thinking related papers since 1910 and a historical retrospection from antiquity to the present day were attempted. The link between critical thinking and international science curricula was also examined, as fostering competences and skills has been the focus of international organizations such as UNESCO, EU, OECD and IBO with competitions, projects and public reports in the recent years. Subsequently, a 10-week teaching intervention was designed, developed and applied to 63 high school students attending an upper secondary school (Lyceum) in the city of Thessaloniki. Our intervention was based on, the cultural-historical Theory of Activity (CHAT) and expansive learning. Three worksheets with 41 activities have been developed. The selection of the activities, their structure and their content focused on presenting knowledge and removing misconceptions about mobile phones and their radiation. Such a topic is not included in current curricula although it is highly related to students’ daily lives. The intervention was implemented in the context of formal education with a combination of face-to-face learning with synchronous and asynchronous e-learning and the use of ICT. The purpose of the intervention was not only science literacy, but mainly fostering critical thinking, while recording of the development of critical thinking before and after the implementation of the activities and the recognition of skills and competences of critical thinking, so that adolescents as future citizens, become aware of global and everyday problems, change attitudes and behaviors regarding the use of mobile phones and their protection from electromagnetic radiation. The current research showed that it had benefits for students not only on the cognitive, but also on the metacognitive and emotional dimension of teaching and learning science.Στην έρευνα αυτή επιχειρούμε να μελετήσουμε μία πρόταση για την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης μέσα από κατάλληλες διδακτικές προτάσεις διδασκαλίας σύγχρονων θεμάτων Φυσικής που σχετίζονται με την καθημερινή εμπειρία και τα ενδιαφέροντα των μαθητών και των μαθητριών που αυξάνουν την ενεργό συμμετοχή τους στην τάξη. Η μέθοδος έρευνας που ακολουθήσαμε είναι μεικτή, ποσοτική και ποιοτική, και ως εργαλεία συλλογής δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν δομημένα ερωτηματολόγια και ημιδομημένες συνεντεύξεις σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε στατιστική ανάλυση των ερωτηματολογίων με το SPSS και ανάλυση περιεχομένου των συνεντεύξεων, ποιοτική και ποσοτική. Αρχικά για την ανάδειξη της αξίας της κριτικής σκέψης επιχειρήθηκε μία εννοιολογική επισκόπηση της κριτικής σκέψης από το 1910 και μία ιστορική αναδρομή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ επιπλέον διερευνήθηκε η σύνδεση της με διεθνή αναλυτικά προγράμματα σπουδών στις φυσικές επιστήμες, μέσα από την καλλιέργεια ικανοτήτων και δεξιοτήτων που επιχειρούν τα τελευταία χρόνια διεθνείς οργανισμοί όπως UNESCO, Ε.Ε. OECD και ΙΒΟ με διαγωνισμούς, προγράμματα και δημόσιες αναφορές. Στη συνέχεια σχεδιάστηκε, αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε μία διδακτική πρόταση χρονικής διάρκειας 10 βδομάδων, σε 63 μαθητές και μαθήτριες Λυκείου της πόλης της Θεσσαλονίκης. Η διδακτική μας πρόταση βασίστηκε στην πολιτισμική-ιστορική Θεωρία της Δραστηριότητας (CHAT) και στην επεκτατική μάθηση και περιείχε 3 φύλλα εργασίας με 41 δραστηριότητες. Η επιλογή των δραστηριοτήτων, η δομή και το περιεχόμενό τους είχε στόχο την γνώση, την άρση των παρανοήσεων και την προσέλκυση του ενδιαφέροντος των μαθητών και των μαθητριών σε θέματα Φυσικής που απουσιάζουν από τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών και άπτονται της καθημερινότητάς τους, όπως οι ακτινοβολίες και η χρήση των κινητών τηλεφώνων. Η διδακτική πρόταση υλοποιήθηκε στα πλαίσια της τυπικής εκπαίδευσης με συνδυασμό δια ζώσης μάθησης με σύγχρονη και ασύγχρονη τηλεκπαίδευση και χρήση ΤΠΕ. Σκοπός της διδακτικής πρότασης δεν ήταν μόνο ο εγγραμματισμός στα παραπάνω θέματα της Φυσικής, αλλά κυρίως η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η αποτύπωση της πριν και μετά την εφαρμογή της διδακτικής πρότασης και η αναγνώριση δεξιοτήτων και διαθέσεων της κριτικής σκέψης, ώστε να μπορέσουν οι μαθητές και οι μαθήτριες ως μελλοντικοί πολίτες ευαισθητοποιημένοι σε παγκόσμια και καθημερινά προβλήματα, να αλλάξουν στάσεις ζωής και συμπεριφορές ως προς τη χρήση των κινητών και την προστασία τους από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Η παρούσα έρευνα έδειξε ότι είχε οφέλη στους μαθητές και στις μαθήτριες όχι μόνο στο γνωσιακό, αλλά και στο μεταγνωσιακό και συναισθηματικό επίπεδο

    The institution of ecclesiastical summer camps in Greece: a historical and pastoral - psychological perspective

    No full text
    Ecclesiastical summer camps are an established tradition of the Church of Greece, and their ongoing development and contribution to society have served as the motivation for the writing of the work titled "The Institution of Ecclesiastical Summer Camps in Greece – A Historical and Pastoral Psycho-logical Perspective. "The camp institution in general, has a long-standing presence in our country, with ecclesiastical summer camps being predominant under the sincere care of the local Holy Metropolises. The research was carried out through empirical observations and a systematic study of the historical development of the institution in the Metropolises of the Church of Greece that own their own facilities and host hundreds of children and teenagers, particularly during the summer months. The presentation of the ecclesiastical summer camp institution includes the historical course they have followed, the organization they adhere to, as well as their pastoral perspective. At the same time, the contribution of these camps to the psychology of the children who are hosted there is thoroughly examined, with the children gaining multiple benefits for their lives.Οι εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις αποτελούν θεσμό στην Εκκλησία της Ελλάδος και η αέναη ανάπτυξη και προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο αποτέλεσε το έναυσμα για τη συγγραφή του πονήματος που τιτλοφορείται «Ο θεσμός των εκκλησιαστικών κατασκηνώσεων στην Ελλάδα- Ιστορική και ποιμαντικοψυχολογική θεώρηση». Ο κατασκηνωτικός θεσμός εν γένει σημειώνει μακραίωνη παρουσία στη χώρα μας, με τις εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις να κυριαρχούν υπό την άδολη φροντίδα των κατά τόπους Ιερών Μητροπόλεων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μέσω εμπειρικών παρατηρήσεων και συστηματικής μελέτης της ιστορικότητας του θεσμού στις Μητροπόλεις που διαθέτουν ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και φιλόξενουν στις δομές τους εκατοντάδες παιδιά και εφήβους κατά τους θερινούς ,κυρίως, μήνες. Η παρουσίαση του θεσμού των εκκλησιαστικών κατασκηνώσεων περιλαμβάνει την ιστορική πορεία που σημειώνουν, την οργάνωση που ακολουθούν καθώς και την ποιμαντική θεώρηση αυτών. Παράλληλα, μελετάται διεξοδικά η συνεισφορά τους στην ψυχολογία των παιδιών που χαίρουν της φιλοξενίας τους και αποκομίζουν από αυτές πολλαπλά οφέλη για τη ζωή τους. Οι εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις διαπνέονται από τις ευαγγελικές αρχές της ελευθερίας, της αγάπης και του σεβασμού του ατόμου ως μονάδα, τις οποίες και επιδιώκουν να εμφυσήσουν στους νέους μέσα από τη λειτουργική ζωή, τα αγιογραφικά αναγνώσματα και όλες τις δράσεις που οργανώνονται από τους υπεύθυνους και τα στελέχη εκάστης δομής. Αναμφίβολα, η εκκλησιαστική κατασκήνωση αποτελεί φορέα πολυδιάστατης ποιμαντικό ψυχολογικής αγωγής για το παιδί που αναζητά αρχές, αξίες και υγιή πρότυπα για να πορευθεί στην ενήλικη ζωή του

    A study and construction of fuzzy connectives and fuzzy implications and applications in engineering

    No full text
    It is widely acknowledged that fuzzy logic plays an active role in our everyday lives. Machines, tools, and devices work with fuzzy logic methods. Many of them not only perform programmed functions, but also make decisions, such as a washing machine or a vacuum cleaner. These 'smart' machines work with fuzzy logic systems. In this thesis, a mathematical study is conducted on the fuzzy functions that form the basis of fuzzy logic, specifically fuzzy negation, fuzzy implication, and fuzzy conjunctions. The properties of these functions are analyzed, and new methods of constructing them are presented. The structure of the PhD thesis is divided into six parts, of which the last one is about an attempt at new results on the generation of fuzzy implications, negations, and fuzzy conjunctions. In detail, we have the following: Chapter 1 deals with the basic characteristics of a fuzzy set, its algebraic structure, and a reminder of properties of the classical set. De Morgan's laws are mentioned, and an introduction to fuzzy logic is given. Chapter 2 an analysis of fuzzy implications is given. Basic definitions and properties that they satisfy are mentioned. Fuzzy negation, triangular norm, and triangular conorm are also discussed, and families of fuzzy implications generated by them are analyzed. Ways of generating implications from the above operators are also presented. Finally, the Copula function, properties, and Copula families are presented. Chapter 3, a collection of new methods for constructing fuzzy implications are presented. The main types of them and their construction from old ones are mentioned. Fuzzy implications generated from functions of one variable are also studied. Chapter 4, the new methods of construction of fuzzy implications, negations, and fuzzy conjunctions on which this thesis is based are presented. Their properties are analyzed, and some theorems and corollaries on them are presented.Είναι ευρέως γνωστό ότι η ασαφής λογική έχει ενεργό ρόλο στην καθημερινότητα μας. Μηχανές, εργαλεία και συσκευές λειτουργούν με μεθόδους της ασαφούς λογικής. Πολλά από αυτά δεν εκτελούν απλά προγραμματισμένες λειτουργίες, αλλά παίρνουν και αποφάσεις, όπως ένα πλυντήριο ή μια ηλεκτρική σκούπα. Τα «έξυπνα» αυτά μηχανήματα λειτουργούν με συστήματα της ασαφούς λογικής. Στη παρούσα διατριβή γίνεται μια μαθηματική μελέτη πάνω στις ασαφείς συναρτήσεις που δομούν την ασαφή λογική, δηλαδή την ασαφή άρνηση, την ασαφή συνεπαγωγή και την ασαφή σύζευξη. Αναλύονται οι ιδιότητες των συναρτήσεων αυτών και παρουσιάζονται νέες μέθοδοι κατασκευών τους. Η δομή της Διδακτορικής Διατριβής χωρίζεται σε έξι μέρη, εκ των οποίων το τελευταίο αναφέρεται σε μια προσπάθεια νέων αποτελεσμάτων πάνω στην δημιουργία ασαφών συνεπαγωγών, αρνήσεων και ασαφών συζεύξεων. Αναλυτικά έχουμε τα εξής: Το πρώτο Κεφάλαιο αναφέρεται στα βασικά χαρακτηριστικά ενός ασαφούς συνόλου, την αλγεβρική δομή του καθώς γίνεται και μια υπενθύμιση σε ιδιότητες του κλασικού συνόλου. Αναφέρονται οι de Morgan νόμοι και γίνεται μια εισαγωγή στην ασαφή λογική. Στο δεύτερο Κεφάλαιο γίνεται μια ανάλυση της ασαφούς συνεπαγωγής. Αναφέρονται βασικοί ορισμοί και ιδιότητες που ικανοποιεί. Επίσης, γίνεται αναφορά για την ασαφή άρνηση, την τριγωνική νόρμα και τριγωνική συννόρμα και αναλύονται οικογένειες ασαφών συνεπαγωγών που δημιουργούνται από αυτές. Επίσης παρουσιάζονται τρόποι δημιουργίας συνεπαγωγών από τους παραπάνω τελεστές. Τέλος, αναλύεται η συνάρτηση Copula, οι ιδιότητες της και οι οικογένειες Copula. Στο τρίτο Κεφάλαιο γίνεται μια συλλογή από νέες μεθόδους κατασκευής ασαφών συνεπαγωγών . Αναφέρονται οι κύριοι τύποι συνεπαγωγών και η δημιουργία συνεπαγωγών από παλιές. Επίσης, μελετώνται ασαφείς συνεπαγωγές που δημιουργούνται από συναρτήσεις μιας μεταβλητής. Στο τέταρτο Κεφάλαιο, παρουσιάζονται οι νέες μέθοδοι κατασκευής των ασαφών συνεπαγωγών, αρνήσεων και Copula πάνω στις οποίες στηρίζεται η παρούσα διδακτορική διατριβή. Αναλύονται οι ιδιότητες τους και παρουσιάζονται ορισμένα θεωρήματα και πορίσματα πάνω σε αυτές

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇