Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Estimation of small nerve fiber function as an early marker of peripheral neuropathy in children and adolescents with insulin-dependent diabetes mellitus
SUMMARY Introduction: Peripheral diabetic neuropathy (PDN) is a common complication of type 1diabetes mellitus (T1DM). It is divided into clinical and subclinical PDN, which is more common in children and adolescents. It is also distinguished into neuropathy of large diameter nerve fibers and small diameter or thin nerve fibers. Skin biopsy for the study of intraepidermal nerve fiber density, accurately assesses small nerve fiber neuropathy. QST (quantitative sensory testing) is a quantitative sensory test for small nerve fiber neuropathy, and particularly the sensation of hot/ cold and associated pain. Aims: Early detection of subclinical peripheral neuropathy by assessing the function of fine and large nerve fibers in children and adolescents with T1DM.Methods: The study population included 45 children and adolescents with T1DM with a mean (+/- SE) age of 15.8 +/- 0.54 years, a disease duration of 6.0 +/- 0.51 years and HbA1c : 7.9 +/- 0.19% and 28 unrelated healthy controls of similar age (15.6 +/- 0.52 years) and gender. The vibration perception threshold (VPT) ( index of large nerve fibers impairment) was assessed on the index finger, thumb, big toe and outer malleolus with a biothesiometer and the QST ( quantitative sensory testing), a quantitative hot/cold sensation test (HDT,CDT,HPT, CPT) was assessed for the definition of hot detection threshold, or cold detection threshold, and also of hot pain threshold, and cold pain threshold, on the palm, sole and cheek, for the study of fine somatic nerve fiber neuropathy. Skin biopsy was also performed on 41 children and adolescents with T1DM and 18 age-matched healthy controls. It should be noted that skin biopsy is the only completely objective method for the diagnosis of diabetic small nerve fiber neuropathy. A 95% confidence interval was calculated from the control measurements, for the definition of normality, of VPT, QST and skin biopsy tests. Results: Abnormal VPT in patients was found in the index finger in 29 (64.5%), in the thumb in 33 (73.4%), in the big toe in 33 (73.4%) and in the ankle in 27 (60%) of patients. Compared to the controls, higher VPT values were found in the patients at all measurement sites in the upper and lower extremities (p<0.01). Regarding QST, 30.0% of the patients had abnormal cold detection threshold (CDT) values in the cheek, 7.3% in the thenar and 21.9% in the foot. Moreover 34.14% of patients had abnormal hot detection threshold (HDT) of the cheek, 63.41% of the thenar and 48.78% of the foot, 15.79% abnormal hot pain threshold (HPT) of the cheek, the thenar 36.84% and foot 28.95% and abnormal cold pain threshold (CPT) of cheek 29.63%, thenar 22.22%, and foot 29.63%. Regarding QST, we found that T1DM patients presented impaired cold sensation in the lower extremities (p<0.01), and also impaired cold stimulus pain in the cheek (p<0.01) and warm sensation in the palm (p<0.01) among patients in comparison with the controls. Hot detection threshold (HDT) showed a significant positive correlation with the age (p< 0,01) and height, while cold (CDT) was associated with the BMI and the T1DM duration (p< 0,05). However, no correlation of QST and VPT parameters with HbA1c was found. From the skin biopsies it was found that on average the patients had a statistically significantly reduced density of intraepidermal nerve fibers compared to the healthy controls (p<0.01) and in fact exact p=0.008203. Moreover, 11/42 of our patients (39%) had abnormally reduced IENFD of small nerve fibers. There was a clear correlation between the functional examination of cold perception (CDT) and the structural examination of skin biopsy (IENFD)(p< 0.01). Thus, it was found that the lower the cold perception threshold in the lower extremities, the lower was the density of intraepidermal nerve fibers. However, no association of IENFD with HbA1c levels (p=0,95), diabetes duration (p=0,70), nor with hot detection threshold in lower limbs was found (p=0,121). Conclusions: In conclusion, the children and adolescents with T1DM of our study, although asymptomatic, presented a high percentage of pathological measurements of peripheral neuropathy of large and small nerve fibers early in the course of the disease, which were associated with age, diabetes duration, height and BMI. In term of skin biopsy, which is the gold standard for the study of small nerve fiber neuropathy, a reduced intraepidermal nerve fiber density was found in a significant percentage (39%) of T1DM patients, which was correlated with abnormal temperature perception thresholds (QST). Therefore, these findings underline the importance of the early detection of subclinical neuropathy in childhood diabetes for its prevention.ΠΕΡΙΛΗΨΗ Εισαγωγή: Η περιφερική νευροπάθεια αποτελεί συχνή επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1-(ΣΔ1). Διακρίνεται σε κλινική και υποκλινική, που είναι πιο συχνή σε παιδιά και εφήβους. Επίσης διακρίνεται σε νευροπάθεια των μεγάλης διαμέτρου νευρικών ινών και των μικρής διαμέτρου ή λεπτών νευρικών ινών. Η βιοψία δέρματος για τη μελέτη της πυκνότητας των ενδοεπιδερμικών νευρικών ινών, εκτιμά με ακρίβεια την παρουσία νευροπάθειας των λεπτών νευρικών ινών. Το QST (quantitative sensory testing) αποτελεί ποσοτική αισθητική δοκιμασία για τη νευροπάθεια των λεπτών νευρικών ινών, και ιδιαίτερα της αισθητικότητας του θερμού/ ψυχρού και του σχετιζόμενου πόνου. Σκοπός της μελέτης: Πρώιμη ανίχνευση της περιφερικής διαβητικής νευροπάθειας (ΠΔΝ) με την εκτίμηση της λειτουργίας των λεπτών αλλά και των μεγάλων νευρικών ινών στα παιδιά και εφήβους με ΣΔ1. Υλικό-Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 45 παιδιά και έφηβοι με ΣΔ1 με μέση (±SE) ηλικία 15.8±0.54 έτη, διάρκεια νόσου 6.0±0.51 έτη και HbA1c: 7.9±0.19% και 28 μη συγγενείς υγιείς μάρτυρες παρόμοιας ηλικίας (15.6±0.52 έτη) και φύλου. Εκτιμήθηκαν: α) ο ουδός αισθητικότητας των δονήσεων-(VPT,vibration perception threshold) ως δείκτης λειτουργίας των μεγάλων νευρικών ινών στο δείκτη, στον αντίχειρα, στο μεγάλο δάκτυλο του ποδός και στον αστράγαλο με το biothesiometer και β) το QST-(quantitative sensory testing), μία ποσοτική δοκιμασία αισθητικότητας του θερμού/ψυχρού, [cold detection threshold, hot detection threshold (CDT, HDT)] και του πόνου από θερμό ή ψυχρό ερέθισμα, [hot pain threshold, cold pain threshold (HPT, CPT)] στην παλάμη, το πέλμα και την παρειά, για τη μελέτη της νευροπάθειας των λεπτών σωματικών ινών. Επίσης έγινε βιοψία δέρματος σε 41 παιδιά και εφήβους με ΣΔ1 και 28 υγιείς μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας. Να σημειωθεί ότι η βιοψία δέρματος είναι η μοναδική πλήρως αντικειμενική μέθοδος διάγνωσης της διαβητικής νευροπάθειας των λεπτών ινών. Αποτελέσματα: Από τις μετρήσεις των μαρτύρων υπολογίστηκε το 95% διάστημα εμπιστοσύνης για τον προσδιορισμό των φυσιολογικών τιμών των μετρήσεων της ΠΔΝ. Στους ασθενείς βρέθηκε παθολογικό VPT στο δείκτη σε 29 (64,5%), στον αντίχειρα σε 33 (73,4%), στο μεγάλο δάκτυλο του ποδός σε 33 (73,4%) και στον αστράγαλο σε 27 (60%). Διαπιστώθηκαν στους ασθενείς συγκριτικά με τους μάρτυρες υψηλότερες τιμές VPT σε όλες τις θέσεις μέτρησης στα άνω και κάτω άκρα (p<0.01). Ως προς το QST, από τους ασθενείς παθολογικές τιμές CDT (cold detection threshold) στην παρειά είχαν 39,0%, στο θέναρ 7,3% και στον άκρο πόδα 21,9%. Παθολογικό HDT (hot detection threshold) παρειάς είχαν 34,14% ασθενείς, θέναρος 63,41% και άκρου ποδός 48,78%, παθολογικό HPT (hot pain threshold) παρειάς είχαν 15,79%, θέναρος (36,84%) και άκρου ποδός (28,95%) και παθολογικό CPT (cold pain threshold) παρειάς (29,63%), θέναρος (22,22%), και άκρου ποδός (29,63%). Ως προς το QST, διαπιστώσαμε ότι οι ασθενείς με ΣΔ1 αντιλήφθηκαν πιο αργά από τους μάρτυρες το αίσθημα του ψυχρού (CDT) στο κάτω άκρο (p<0.01), τον πόνο που προκαλείται από ψυχρό ερέθισμα (CPT) στο μάγουλο (p<0.01) και το αίσθημα του θερμού (HDT) στην παλάμη (p<0.01). Ο δείκτης αισθητικότητας του θερμού (HDT) παρουσίαζε σημαντική θετική συσχέτιση με την ηλικία (p< 0,01) και το ύψος του ασθενούς, ενώ του ψυχρού ερεθίσματος CDT με τον BMI και τη διάρκεια του ΣΔ1 (p< 0,05). Όμως καμιά συσχέτιση των παραμέτρων QST και VPT με τη HbA1c δεν διαπιστώθηκε. Από τις βιοψίες δέρματος διαπιστώθηκε ότι κατά μέσο όρο οι ασθενείς είχαν στατιστικά σημαντικά μειωμένη πυκνότητα ενδοεπιδερμικών νευρικών ινών (IENFD) (intraepidermal nerve fiber density) σε σχέση με τους υγιείς μάρτυρες (p<0.01) και μάλιστα exact p=0.008203. Επίσης διαπιστώθηκε ότι 16 στους 41 ασθενείς, δηλαδή ποσοστό 39%, είχαν παθολογικά μειωμένη πυκνότητα ενδοεπιδερμικών ινών. Υπάρχει σαφής συσχέτιση της λειτουργικής εξέτασης της αντίληψης του ψυχρού με τη δομική εξέταση της βιοψίας δέρματος (p< 0.01). Έτσι, βρέθηκε ότι όσο πιο χαμηλός ήταν ο ουδός αντίληψης του ψυχρού στα κάτω άκρα, τόσο μικρότερη ήταν η πυκνότητα των ενδοεπιδερμικών ινών. Όμως διαπιστώθηκε στους ασθενείς ότι η ενδοεπιδερμική πυκνότητα νευρικών ινών δεν σχετιζόταν με την ποιότητα του γλυκαιμικού ελέγχου (HbA1c) (p=0,95), ούτε με τη διάρκεια του διαβήτη (p=0,70) και με τον ουδό αντίληψης του θερμού στα κάτω άκρα (p=0,121). Συμπεράσματα: Συμπερασματικά τα παιδιά και οι έφηβοι με ΣΔ1 της μελέτης μας, αν και ασυμπτωματικά, παρουσίασαν σε υψηλό ποσοστό παθολογικές μετρήσεις περιφερικής νευροπάθειας (που συσχετιζόταν θετικά με την ηλικία, τη διάρκεια νόσου, το ύψος και το BMI) των μεγάλων και των λεπτών νευρικών ινών νωρίς στην πορεία της νόσου. Με τη βιοψία δέρματος, που είναι η μέθοδος αναφοράς για τη μελέτη της νευροπάθειας των λεπτών ινών, διαπιστώθηκε μειωμένη πυκνότητα των ενδοεπιδερμικών νευρικών ινών σε σημαντικό ποσοστό (39%) των παιδιατρικών ασθενών με ΣΔ1 της μελέτης μας καθώς και συσχέτιση αυτών των αποτελεσμάτων με παθολογικούς ουδούς αντίληψης της θερμοκρασίας με το QST. Η έγκαιρη διάγνωση υποκλινικής ΠΔΝ είναι απαραίτητη για την πρόληψή της
Das Dienstmädchen in der griechischen und deutschsprachigen Literatur (1900–1950): ein soziologischer Ansatz
The dissertation focuses on the representation of the domestic servant in selected Greek and German literary works from the first half of the 20th century. It begins by outlining the social and historical context of the specific period in both countries, with an emphasis on the position of domestic workers. It then presents sociological and psychoanalytic theories that support the literary analysis. Through the study of three Greek and three German works, the ways in which the servant is depicted and what her figure symbolizes are explored. The research highlights how literature reflects or even reproduces dominant social perceptions regarding class, gender, and power.Η διατριβή εστιάζει στην απεικόνιση της οικιακής υπηρέτριας σε επιλεγμένα ελληνικά και γερμανικά λογοτεχνικά έργα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Αρχικά, σκιαγραφείται το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της συγκεκριμένης περιόδου στις δύο χώρες, με έμφαση στη θέση των οικιακών εργατριών. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές θεωρίες που υποστηρίζουν τη λογοτεχνική ανάλυση. Μέσα από τη μελέτη τριών ελληνικών και τριών γερμανικών έργων, διερευνώνται οι τρόποι με τους οποίους η υπηρέτρια παρουσιάζεται καθώς και το τι συμβολίζει η μορφή της. Η έρευνα αναδεικνύει πώς η λογοτεχνία αντανακλά ή και αναπαράγει κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από την τάξη, το φύλο και την εξουσίαDie Dissertation konzentriert sich auf die Darstellung des Hausmädchens in ausgewählten griechischen und deutschsprachigen literarischen Werken der ersten Hälfte des 20. Jahrhunderts. Zunächst wird der soziale und historische Kontext dieser Zeit in beiden Ländern skizziert, mit besonderem Augenmerk auf die Stellung der Hausangestellten. Anschließend werden soziologische und psychoanalytische Theorien vorgestellt, die die literarische Analyse untermauern. Anhand der Untersuchung von drei griechischen und drei deutschen Werken werden die Darstellungsweisen des Dienstmädchens sowie die symbolische Bedeutung dieser Figur analysiert. Die Studie zeigt auf, wie Literatur dominante gesellschaftliche Vorstellungen über Klasse, Geschlecht und Macht widerspiegelt oder auch reproduziert
Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην απορρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων και της μιτοφαγίας στην νέκρωση και στον νευροεκφυλισμό
Whole-body energy metabolism in mammals is highly regulated by a superfamily of nuclear hormone receptors (NHRs), known as peroxisome proliferator-activated receptors (PPARs), which act as lipid sensors. Dysregulation of cellular energy metabolism is a hallmark of many neurodegenerative disorders. Notably, activation of PPARs by natural or synthetic ligands, such as thiazolidinediones (TZDs), has been shown to confer neuroprotection and promote neuronal development in both cell cultures and mouse models of neurodegenerative diseases. However, the molecular mechanisms that mediate this neuroprotection remain elusive. We hypothesized that PPARs serve as a crucial link between alterations in mitochondrial function and lipid metabolism under both physiological and disease contexts. To investigate this, we searched for the putative orthologue of PPARγ in Caenorhabditis elegans, a highly malleable genetic model that holds promise for elucidating its mechanisms of action and their potential translation to higher organisms. Our results strongly suggest that the nuclear hormone receptor (NHR)SEX-1 is the functional orthologue of PPARγ in C. elegans. We identified SEX-1 as a master regulator of systemic metabolism, playing an important role in lipid metabolism and lipid droplet (LD) homeostasis. Furthermore, we show that SEX-1has a central role in mitochondrial quality control, regulating the balance between mitophagy and mitochondrial biogenesis. In addition, we found that SEX-1modulates the association between LDs and mitochondria, thereby maintaining metabolic homeostasis. Specifically, our findings show that SEX-1 controls the dynamics of LDs and mitochondria, including their size, number, function, and interaction between the two organelles. Consistent with its metabolic functions, our study reveals an essential role for SEX-1 in promoting neuronal health and function. We demonstrate that SEX1is required for maintaining the structural and functional integrity of AFDthermosensory neurons, thereby affecting thermotaxis. Finally, our findings uncover a novel link between SEX-1, sphingolipid metabolism – mediated through the mlt-8and sms-5 genes – and neuronal LD dynamics. In summary, our work identifiesSEX-1 as a critical regulator of metabolic and neuronal homeostasis, providing new insights into the interplay between lipid metabolism, mitochondrial function, and neuroprotection.Ο ενεργειακός μεταβολισμός ολόκληρου του σώματος ρυθμίζεται σε μεγάλο ποσοστό από μια υπεροικογένεια πυρηνικών ορμονικών υποδοχέων, γνωστών ως υποδοχείς που ενεργοποιούνται από τους πολλαπλασιαστές υπεροξειδιοσωμάτων(PPARs), οι οποίοι λειτουργούν ως αισθητήρες λιπιδίων. Η απορρύθμιση του κυτταρικού ενεργειακού μεταβολισμού αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα πολλών νευροεκφυλιστικών διαταραχών. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ενεργοποίηση των PPARs από φυσικούς ή συνθετικούς συνδέτες, όπως οι θειαζολιδινεδιόνες (TZDs), έχει αποδειχθεί ότι παρέχει νευροπροστασία και προάγει την ανάπτυξη των νευρώνων,τόσο σε κυτταροκαλλιέργειες όσο και σε μοντέλα ποντικών με νευροεκφυλιστικές ασθένειες. Ωστόσο, οι μοριακοί μηχανισμοί που μεσολαβούν αυτή την ευροπροστασία παραμένουν ασαφείς. Υποθέσαμε ότι οι PPARs λειτουργούν ως κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ της λειτουργίας των μιτοχονδρίων και του μεταβολισμού των λιπιδίων, τόσο σε φυσιολογικές συνθήκες όσο και σε παθολογικές καταστάσεις. Για να διερευνήσουμε αυτή την υπόθεση, χαρακτηρίσαμε λειτουργικά τον ορθόλογο του PPARγ πυρηνικό υποδοχέα στο Caenorhabditis elegans (C. elegans), ένα ιδιαίτερα ευέλικτο γενετικό μοντέλο οργανισμού, κατάλληλο για την αποσαφήνιση αυτών των μηχανισμών και της πιθανής τους συντήρησης σε ανώτερους οργανισμούς. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν έντονα ότι ο πυρηνικός ορμονικός υποδοχέας SEX1 αποτελεί τον λειτουργικό ορθόλογο του PPARγ στον νηματώδη C. elegans. Ταυτοποιήσαμε τον SEX-1 ως κύριο ρυθμιστή του συστηματικού μεταβολισμού, με καθοριστικό ρόλο στον μεταβολισμό των λιπιδίων και στην ομοιόσταση των λιπιδικών σταγονιδίων (LDs). Επιπλέον, ο SEX-1 διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον ποιοτικό έλεγχο των μιτοχονδρίων, ρυθμίζοντας την ισορροπία μεταξύ μιτοφαγίας και μιτοχονδριακής βιογένεσης. Τα δεδομένα μας αποκαλύπτουν επίσης ότι ο SEX1ελέγχει τη διασταύρωση μεταξύ μιτοχονδρίων και LDs, διατηρώντας έτσι τη μεταβολική ομοιόσταση. Συγκεκριμένα, ο SEX-1 ρυθμίζει άμεσα το μέγεθος, τον αριθμό, τη λειτουργία και την αλληλεπίδραση των LDs και των μιτοχονδρίων, υπογραμμίζοντας τη σημασία του για τον κυτταρικό μεταβολισμό. Εκτός από τις μεταβολικές του λειτουργίες, ο SEX-1 είναι απαραίτητος για την υγεία και τη λειτουργία των νευρώνων. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι ο SEX-1 είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της δομικής και λειτουργικής ακεραιότητας των θερμοαισθητήριων νευρώνων AFD, επηρεάζοντας τη θερμοταξία. Η μελέτη μας αποκαλύπτει έναν νέο σύνδεσμο μεταξύ του SEX-1, του μεταβολισμού των σφιγγολιπιδίων—μέσω των γονιδίων mlt-8 και sms-5—και της δυναμικής των νευρωνικών LDs. Συνολικά, η μελέτη μας αναδεικνύει τον SEX-1 ως έναν κρίσιμο ρυθμιστή της μεταβολικής και νευρωνικής ομοιόστασης, παρέχοντας νέες γνώσεις σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ του μεταβολισμού των λιπιδίων, της λειτουργίας των μιτοχονδρίων και της νευροπροστασίας. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την κατανόηση των μηχανισμών που μεσολαβούνται από τους PPARs και ενδέχεται να έχουν μεταφραστική σημασία για την ανάπτυξη θεραπευτικών στρατηγικών που στοχεύουν στις μεταβολικές δυσλειτουργίες των νευροεκφυλιστικών ασθενειών
Γεωμορφολογική εξέλιξη και περιβαλλοντικές αλλαγές που επηρέασαν την ανθρώπινη κατοίκηση στην κοιλάδα του Ανθεμούντα κατά το Ολόκαινο
This doctoral dissertation focuses on the geomorphological evolution and environmental changes that influenced human habitation in the Anthemountas Valley (Northern Greece) during the Holocene. In recent years, the basin has become the subject of intensive archaeological investigation, as it demonstrates continuous human occupation from the Neolithic period to the present day. The location and long-term use of settlement sites appear to be closely tied to geomorphology, geography, and the natural processes that have shaped the local environment. Moreover, the basin was strongly affected by active tectonics, climatic changes, and sea-level changes during the transition from the Pleistocene to the Holocene. The research follows a geoarchaeological and geomorphological approach, combining the reconstruction of fluvial processes, the interpretation of sedimentary environments, and the assessment of tectonic controls with the spatial dynamics of human occupation. It is well established that river systems respond rapidly to extreme events, such as floods or tectono-climatic interactions, which leave clear signatures in their sedimentary records. The methodological framework includes geomorphological mapping, longitudinal profile analysis, SL index calculation, sedimentological analysis, radiocarbon (C14) dating, and Bayesian age-depth modelling. Eight sediment cores were drilled across the valley, of which two (E2-1 and TP1-1) were selected for detailed stratigraphic and sedimentological study. The results reveal a lithostratigraphic sequence spanning approximately 30,000 years BP - currently the most extensive continuous record from the region. The geomorphological evolution of the Anthemountas River Basin during the Pleistocene and Holocene is closely linked to tectonic activity, sea-level fluctuations, and climatic variability. A phase of intense sedimentation is identified during the Early Holocene, reflecting enhanced fluvial activity under wetter climatic conditions and rising sea levels. However, the absence of marine deposits within the sediment cores suggests that the Holocene transgression did not reach the interior of the basin. Tectonic influence, particularly from antithetic faults of the Anthemountas Fault system, appears to have significantly affected stream courses and hydrological behavior (e.g., avulsions, fluvial erosion), with direct consequences for settlement patterns. This dissertation highlights the value of geomorphological analysis in reconstructing past environmental conditions and contributes to our understanding of human-environment interaction, particularly in tectonically and climatically sensitive regions of the Eastern Mediterranean.Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στη μελέτη της γεωμορφολογικής εξέλιξης και των περιβαλλοντικών αλλαγών που επηρέασαν την ανθρώπινη κατοίκηση στην κοιλάδα του Ανθεμούντα (Βόρεια Ελλάδα) κατά το Ολόκαινο. Την τελευταία δεκαετία η περιοχή βρίσκεται στο επίκεντρο αρχαιολογικών ερευνών, καθώς παρουσιάζει μια διαχρονική ανθρώπινη κατοίκηση από την Νεολιθική εποχή έως και σήμερα. Η τοποθεσία και η διαχρονικότητα των θέσεων κατοίκησης φαίνεται ότι έχουν στενή σχέση με την γεωμορφολογία, την γεωγραφία και τις φυσικές διεργασίες που διαμόρφωσαν το φυσικό περιβάλλον της περιοχής. Επιπρόσθετα, η κοιλάδα ήταν πολύ επηρεασμένη από την ενεργό τεκτονική, τα κλιματικά γεγονότα και τις αλλαγές στο επίπεδο της θάλασσας κατά την διάρκεια της μετάβασης από το Πλειστόκαινο στο Ολόκαινο. Η έρευνα ακολουθεί μια γεωαρχαιολογική-γεωμορφολογική προσέγγιση, συνδυάζοντας την ανασύσταση των ποτάμιων διεργασιών, την ερμηνεία ιζηματογενών περιβαλλόντων, την επίδραση της τεκτονικής και τη σχέση γεωμορφολογικής εξέλιξης και ανθρώπινης παρουσίας. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα ποτάμια συστήματα εμφανίζουν ταχεία αντίδραση σε ακραία φαινόμενα, όπως πλημμύρες ή κλιματική-τεκτονική αλληλεπίδραση, στοιχεία των οποίων καταγράφονται στα ποτάμια ιζήματα. Οι μέθοδοι που εφαρμόστηκαν γι’αυτή την μελετη είναι γεωμορφολογική χαρτογράφηση, ανάλυση επιμήκων προφίλ, υπολογισμός του δείκτη SL, ιζηματολογικές αναλύσεις, ραδιοχρονολογήσεις C14 και δημιουργία μοντέλου βάθους-ηλικίας. Οκτώ γεωτρήσεις πραγματοποιήθηκαν, εκ των οποίων δύο (E2-1 και TP1-1) επιλέχθηκαν για λεπτομερή ιζηματολογική ανάλυση. Τα αποτελέσματα δείχνουν μια λιθοστρωματογραφική ακολουθία περίπου 30.000 ετών B.P., την πιο εκτεταμένη της περιοχής μέχρι σήμερα. Η εξέλιξη της κοιλάδας του ποταμού Ανθεμούντα κατά τη διάρκεια του Πλειστόκαινου και του Ολόκαινου συνδέεται στενά με την τεκτονική δραστηριότητα, τις αλλαγές στη στάθμη της θάλασσας και το κλίμα. Η ανάλυση έχει εντοπίσει τα υλικά πρόσχωσης του Ύστερου Πλειστόκαινου και τη μετάβαση στο Ολόκαινο. Κατά το πρώιμο Ολόκαινο παρατηρείται έντονη ιζηματογένεση, ενδεικτική αυξημένης ποτάμιας δραστηριότητας λόγω υγρότερων συνθηκών και ανόδου της στάθμης της θάλασσας. Ωστόσο, η απουσία θαλάσσιων ιζημάτων στους πυρήνες δείχνει ότι η θαλάσσια διείσδυση δεν έφτασε στο εσωτερικό της λεκάνης. Η τεκτονική επίδραση, ιδιαίτερα μέσω αντιθετικών ρηγμάτων, φαίνεται να επηρέασε σημαντικά την πορεία και συμπεριφορά των ρεμάτων της λεκάνης (π.χ. μεταθέσεις κοίτης, διάβρωση), με άμεση επίπτωση στην θέση των οικισμών. Η διατριβή αναδεικνύει τη σημασία της γεωμορφολογικής μελέτης στην ανασύσταση του παλαιοπεριβάλλοντος και συνεισφέρει στη γνώση για την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπου και περιβάλλοντος, ειδικά σε τεκτονικά και κλιματικά ευαίσθητες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου
The profile of patients with nociplastic shoulder pain: exploring clinical and biopsychosocial factors
Chronic shoulder pain is a complex and often persistent condition, which is not always explained by the severity of the underlying pathology. Despite advances in diagnosis and treatment, a significant proportion of patients continue to experience pain even after receiving evidence-based therapeutic interventions. One possible reason for these rather disappointing clinical outcomes is that current care may fail to adequately consider the predominant pain phenotype, as well as the underlying mechanisms and key factors that sustain the pain experience. In clinical practice, the majority of patients with shoulder pain receive a structural or mechanical diagnosis, which often overlooks the chronic nature of pain as a distinct clinical entity. This highlights the need to move beyond the biomedical model towards a precision medicine approach in understanding shoulder pain. This doctoral thesis focuses on the phenotypic classification of shoulder pain, with particular emphasis on the nociplastic type and its associated biopsychophysiological characteristics. Nociplastic pain is defined as pain that arises from altered nociception despite no clear evidence of actual or threatened tissue damage causing the activation of peripheral nociceptors or evidence for disease or lesion of the somatosensory system causing the pain. Through a series of four studies, this thesis represents the first attempt to investigate the profile of patients with nociplastic shoulder pain. Specifically, Study A involved a systematic review evaluating the psychometric properties of quantitative sensory testing (QST) tools used for the shoulder. Study B assessed the reliability and validity of the IASP criteria for identifying patients with nociplastic pain. Study C explored the acceptability and feasibility of an innovative mHealth application designed to assist health professionals in classifying pain types. Finally, Study D was an observational study involving 110 participants, of whom 70 presented with chronic shoulder pain. These participants were assessed on pain-related parameters, psychological and behavioural factors, functional capacity, quality of life, sleep quality, self-efficacy, and heart rate variability (HRV).The analysis revealed distinct pain subgroups (nociceptive, neuropathic, and nociplastic), with the nociplastic group demonstrating significant differences. Patients with nociplastic pain exhibited wider pain distribution, higher levels of catastrophising, emotional distress, low self-efficacy, kinesiophobia, poor sleep quality, and worse health perception. These characteristics reflect a phenotypically distinct subgroup, marked by a high biopsychosocial burden and poorer prognosis. The thesis concludes by emphasising the need for a phenotype-based approach to chronic shoulder pain and advocates for multifactorial interventions tailored to the patient profile. Understanding and identifying the nociplastic subgroup may enhance rehabilitation outcomes and improve patients’ quality of life.Ο χρόνιος πόνος στον ώμο αποτελεί μία σύνθετη και συχνά επίμονη κατάσταση, η οποία δεν εξηγείται πάντα από τη σοβαρότητα της υποκείμενης παθολογίας. Παρά την πρόοδο στη διάγνωση και τη θεραπεία, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών συνεχίζει να βιώνει πόνο ακόμη και μετά από ενδεδειγμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις. Ένας πιθανός λόγος για τα μάλλον απογοητευτικά θεραπευτικά αποτελέσματα που παρατηρούνται σε ασθενείς με πόνο στον ώμο είναι ότι η παρεχόμενη φροντίδα ενδέχεται να μην λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον επικρατούντα φαινότυπο πόνου, ούτε τους αιτιολογικούς μηχανισμούς και καθοριστικούς παράγοντες που τον διατηρούν. Στην πράξη, η πλειονότητα των ασθενών με πόνο στον ώμο λαμβάνει μια δομική ή μηχανική διάγνωση, η οποία συχνά αγνοεί τη χρόνια διάσταση του πόνου ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα. Το γεγονός αυτό ενισχύει την ανάγκη για κατανόηση του πόνου στον ώμο πέρα από το βιοϊατρικό μοντέλο, προς την κατεύθυνση της ιατρικής ακριβείας (precision medicine).Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη φαινοτυπική ταξινόμηση του πόνου στον ώμο, με ιδιαίτερη έμφαση στον αλγοπλαστικό τύπο πόνου και τους βιοψυχοφυσιολογικούς παράγοντες που τον χαρακτηρίζουν. Ο αλγοπλαστικός πόνος ορίζεται ως «πόνος που προκύπτει από αλλοιωμένη αντίληψη των επιβλαβών ερεθισμάτων (nociception), χωρίς σαφή ένδειξη πραγματικής ή επικείμενης βλάβης ιστών που να προκαλεί ενεργοποίηση των περιφερικών υποδοχέων ή ένδειξη κάποιας νόσου ή βλάβης του σωματοαισθητικού συστήματος». Μέσα από μία σειρά τεσσάρων μελετών, έγινε η πρώτη προσπάθεια διερεύνησης του προφίλ των ασθενών με αλγοπλαστικό πόνο στον ώμο. Πιο αναλυτικά, η Μελέτη Α περιλάμβανε συστηματική ανασκόπηση για την αξιολόγηση των ψυχομετρικών ιδιοτήτων των ποσοτικών αισθητηριακών δοκιμασιών (QST) στον ώμο, ενώ η Μελέτη Β πραγματοποιήθηκε έλεγχος της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των κριτηρίων της IASP για την αναγνώριση ασθενών με αλγοπλαστικό πόνο. Η Μελέτη Γ εξέτασε την αποδοχή και την εφαρμοστηκότητα μιας καινοτόμου mHealth εφαρμογής για την ταξινόμηση τύπων πόνου από επαγγελματίες υγείας. Τέλος, στην Μελέτη Δ, πραγματοποιήθηκε παρατηρητική μελέτη με συμμετοχή 110 ατόμων, εκ των οποίων οι 70 παρουσίαζαν χρόνιο πόνο στον ώμο. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν ως προς παραμέτρους που σχετίζονται με τον πόνο, ψυχολογικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες, τη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής, τον ύπνο, την αυτοαποτελεσματικότητα, καθώς και τη μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού (HRV).Από την ανάλυση προέκυψαν διακριτές υποομάδες πόνου (αλγαισθητική, νευροπαθητική, αλγοπλαστική), με την τελευταία να εμφανίζει σημαντικές διαφορές. Οι ασθενείς με αλγοπλαστικό πόνο εμφάνιζαν μεγαλύτερη κατανομή του πόνου, αυξημένη καταστροφολογία, συναισθηματική δυσφορία, χαμηλή αυτοαποτελεσματικότητα, κινησιοφοβία, κακή ποιότητα ύπνου και χειρότερη αντίληψη της υγείας. Τα χαρακτηριστικά αυτά αντικατοπτρίζουν μια φαινοτυπικά ξεχωριστή ομάδα με βιοψυχοκοινωνικό φορτίο και φτωχότερη πρόγνωση. Η διατριβή καταλήγει στην ανάγκη φαινοτυπικής προσέγγισης του χρόνιου πόνου στον ώμο και προτείνει πολυπαραγοντικές παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στο προφίλ του ασθενούς. Η κατανόηση και η αναγνώριση της αλγοπλαστικής υποομάδας δύναται να βελτιώσει την έκβαση της αποκατάστασης και την ποιότητα ζωής των ασθενών
The role of vitamin C combined with silicone gel in healing dermatological surgical wounds
The process of healing a dermatologic surgical wound is highly complex. Any disruption at any stage may lead to delayed closure, prolonged hospitalization, increased expenses, and adverse effects on patients' daily routines. The primary objective of this clinical study was to assess the efficacy of postoperative interventions involving oral vitamin C or topical silicone gel, either independently or in combination, in the context of healing from dermatologic surgery trauma. Furthermore, the study sought to investigate the potential impact of inflammatory markers, such as IL-6 and CRP, as well as lifestyle interventions, specifically physical activity and smoking, on the healing process. Methodology: A prospective study was conducted from August 2017 to December 2021 at the Outpatient Dermatological Clinic in Tzaneio General Hospital in Greece to evaluate the effect of vitamin C, silicone gel, or the combination of both on small and medium-sized dermatological trauma healing. A total of 112 patients were included in the study; 29 patients had a natural postoperative healing, while 83 received oral vitamin C or topical silicone gel, or the combination of both. Manchester Scar Scale Score was used to evaluate the healing. Results: The findings indicate that IL-6 exhibited the anticipated increase following surgery, followed by a subsequent decrease. Conversely, CRP revealed a significant increase exclusively in Groups A and B postoperatively; however, the levels following the operation were lower than those recorded preoperatively, lacking statistical significance. Furthermore, the serum levels of Vitamin C did not appear to influence the healing process, nor did gender have an observable effect. Evidence suggests that physical activity correlated with improved healing outcomes in the group demonstrating higher levels of exercise, while smoking appeared to have a detrimental impact on healing. Lastly, obesity did not demonstrate a statistically significant effect on the healing of dermatosurgical wounds. Conclusions: Based on the research findings, it is concluded that the use of combined therapy involving oral administration of vitamin C and topical application of silicone gel accelerates the postoperative healing process in cases of dermatologic surgery trauma.Η διαδικασία επούλωσης ενός δερματολογικού χειρουργικού τραύματος είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Οποιαδήποτε διαταραχή σε οποιοδήποτε στάδιο μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένη σύγκλειση, παρατεταμένη νοσηλεία, αυξημένα έξοδα και ανεπιθύμητες επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ασθενών. Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της κλινικής μελέτης ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μετεγχειρητικών παρεμβάσεων που περιλαμβάνουν χορήγηση βιταμίνης C από το στόμα ή τοπική γέλη σιλικόνης, είτε ανεξάρτητα είτε σε συνδυασμό, στο πλαίσιο της επούλωσης από δερματολογικό χειρουργικό τραύμα. Επιπλέον, η μελέτη επεδίωξε να διερευνήσει την πιθανή επίδραση φλεγμονωδών δεικτών, όπως η IL-6 και η CRP, καθώς και παρεμβάσεων στον τρόπο ζωής, ειδικά η φυσική δραστηριότητα και το κάπνισμα, στη διαδικασία επούλωσης. Η μελέτη διεξήχθη από τον Αύγουστο του 2017 έως τον Δεκέμβριο του 2021 στην Εξωτερική Δερματολογική Κλινική στο Γενικό Νοσοκομείο Τζάνειο στην Ελλάδα. Αξιολογήθηκε η επίδραση της βιταμίνης C, της γέλης σιλικόνης ή του συνδυασμού και των δύο στην επούλωση δερματολογικών τραυμάτων μικρού και μεσαίου μεγέθους σε 112 ασθενείς. Από το σύνολο, 29 είχαν φυσική μετεγχειρητική επούλωση, 28 έλαβαν βιταμίνη C από το στόμα, 28 εφάρμοσαν τοπικά γέλη σιλικόνης και 28 χρησιμοποίησαν τον συνδυασμό και των δύο. Για την αξιολόγηση της επούλωσης χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο μετεγχειρητικής ουλής-κλίμακα Manchester. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τον συνδυασμό από του στόματος χορήγησης βιταμίνης C και τοπικής γέλης σιλικόνης παρουσίασαν ταχύτερη επούλωση τραυμάτων σε σύγκριση με τις άλλες ομάδες θεραπείας. Με βάση τα ευρήματα η IL-6 παρουσίασε την αναμενόμενη από την βιβλιογραφία διακύμανση αύξησης μετεγχειρητικά και στη συνέχεια μείωση, ενώ για τη CRP παρατηρήσαμε σημαντική αύξηση μόνο στις ομάδες Α και Β μετά την επέμβαση, με τα μετεγχειρητικά επίπεδα χαμηλότερα από τα προεγχειρητικά αλλά χωρίς στατιστική σημαντικότητα. Η βιταμίνη C στον ορό των ασθενών δεν έδειξε να επηρεάζει την επούλωση όπως και το φύλο. Η φυσική δραστηριότητα έδειξε τάση καλύτερης επούλωσης στην ομάδα που ασκούνταν πιο πολύ, ενώ το κάπνισμα φαίνεται να δρα ανασταλτικά σε αυτήν. Τέλος, σχετικά με την παχυσαρκία, φάνηκε να μην έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στην επούλωση των δερματοχειρουργικών τραυμάτων
Les bibliothèques municipales de l'Attique: enregistrement et mesure de la qualité des services: conservation, gestion du matériel et maintenance préventive
Municipal Libraries, due to their location on the social web, allow access to services such as access to information, attracting and retaining the citizen in the context of lifelong learning, skills acquisition, entertainment, communication and learning. In this new environment, an ambitious project will be undertaken: the Municipal Libraries of Attica under investigation to prove, although they have been affected by the unfavorable economic climate, that they are indeed continuing their leading role in the local community, orienting themselves with the help of innovative actions their services in attracting the public and their potential audience from pre-school to old age. The mapping of the current situation and the extent to which the Municipal Libraries of Attica have been affected, is utilized in finding good practices that are applied, based on research results, by libraries of other countries for their communication with their public, which could be applied to Greek space in the context of a more comprehensive model of dealing with the recession that will include their quality and active participation in social becoming. In addition, the present dissertation deals the issue of preservation and management of book and archival material, so that they remain as unchanged as possible in terms of their nature, materiality, but also in terms of the meaning they carry, in order to be narrated, with in the most objective way possible, their history to future generations. Through the systematic examination of the properties and mechanisms of wear, the possibilities but also the limitations of maintenance, of any kind of information object-carrier, you expect the acquisition of skills that will allow decisions to be made regarding correct conservation and material management practices. Finally, from the positions and concerns that emerge, it is recognized the necessity of a change in the staffing policy of the Municipal Libraries, the cooperation of librarians and conservators as well as the creation of autonomous maintenance laboratories for optimal management of rare collections and documents. The research was conducted under special circumstances, due to the covid-19 pandemic. The process consisted of two stages: Pilot to determine the degree of satisfaction of objectives, specifications and requirements set as well as control of acceptance, understanding and use by respondents. This was followed by the main research with a structured questionnaire which was distributed to thirty five (35) Municipal Libraries of Attica. The valid questionnaires collected were used for statistical processing using the Likert scale (cumulative rating scale). The presented results are enriched by the reference to relevant performance indicators. Tables and graphs are presented and the results are analyzed. General conclusions are drawn that help guide research towards specific problem-solving actions. Finally, it is attempted in combination with the interviews of the experts of the profession, a further analysis of the actions in the direction of innovation with references to the role and importance of the Municipal Libraries in the modern changing environment of information and the knowledge economy.Οι Δημοτικές Βιβλιοθήκες, λόγω της θέσης τους στον κοινωνικό ιστό, επιτρέπουν την προσέγγιση σε υπηρεσίες όπως πρόσβαση στην πληροφορία, προσέλκυση και επανεκπαίδευση του πολίτη στο πλαίσιο της δια βίου μάθησης, απόκτηση δεξιοτήτων, ψυχαγωγία, επικοινωνία και μάθηση. Σ’ αυτό το νέο περιβάλλον, θα επιχειρηθεί ένα φιλόδοξο εγχείρημα: οι υπό διερεύνηση τριάντα πέντε (35) Δημοτικές Βιβλιοθήκες της Αττικής να αποδείξουν, αν και έχουν πληγεί από το δυσμενές οικονομικό κλίμα, την περίοδο της πανδημίας ότι πράγματι συνεχίζουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στην τοπική κοινωνία, προσανατολίζοντας με την αρωγή καινοτόμων δράσεων τις υπηρεσίες τους στην προσέλκυση του κοινού και του εν δυνάμει κοινού τους από την προνηπιακή έως την τρίτη ηλικία. Η χαρτογράφηση της υφιστάμενης κατάστασης και αποτύπωσης του βαθμού που έχουν πληγεί οι 35 Δημοτικές Βιβλιοθήκες της Αττικής, αξιοποιείται στην ανεύρεση ορθών πρακτικών που εφαρμόζονται, βάσει αποτελεσμάτων έρευνας, από βιβλιοθήκες άλλων χωρών για την επικοινωνία τους με το κοινό τους, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και στον ελληνικό χώρο στα πλαίσια ενός συνολικότερου μοντέλου αντιμετώπισης της ύφεσης που θα περιλαμβάνει την ποιότητα και την ενεργό συμμετοχή τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η διατριβή πραγματεύεται το ζήτημα της διατήρησης και διαχείρισης βιβλιακού και αρχειακού υλικού, ώστε να παραμείνουν κατά το δυνατόν αναλλοίωτα, ως προς τη φύση τους, την υλική τους υπόσταση, αλλά και ως προς το νόημα που φέρουν. Μέσω της συστηματικής εξέτασης των ιδιοτήτων και των μηχανισμών φθοράς, των δυνατοτήτων αλλά και των περιορισμών συντήρησης, κάθε είδους αντικειμένου-φορέα πληροφορίας, προσδοκάτε η απόκτηση δεξιοτήτων που θα επιτρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις που θα αφορούν σωστές πρακτικές διατήρησης και διαχείρισης υλικού. Τέλος, από τις τοποθετήσεις και τους προβληματισμούς που αναδεικνύονται, αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα αλλαγής στην πολιτική στελέχωσης των Δημοτικών Βιβλιοθηκών, της συνεργασίας βιβλιοθηκονόμων και συντηρητών καθώς και της δημιουργίας αυτόνομων εργαστήριων συντήρησης για θέματα βέλτιστης διαχείρισης σπάνιων συλλογών και εγγράφων. Η έρευνα διεξήχθη κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, λόγω της πανδημίας του Covid-19. Η διαδικασία περιλάμβανε δυο στάδια: Πιλοτικό για να διαπιστωθεί ο βαθμός ικανοποίησης στόχων και απαιτήσεων που έχουν τεθεί καθώς επίσης ελέγχου της αποδοχής, κατανόησης και χρήσης του εκ μέρους των ερωτηθέντων. Στη συνέχεια, ακολούθησε η κυρίως έρευνα με δομημένο ερωτηματολόγιο το οποίο διανεμήθηκε σε τριάντα πέντε (35) Δημοτικές Βιβλιοθήκες της Αττικής. Τα ερωτηματολόγια χρησιμοποιήθηκαν για στατιστική επεξεργασία με τη χρήση της κλίμακας Likert (κλίμακα αθροιστικής βαθμολόγησης). Τέλος, επιχειρείται σε συνδυασμό με τις συνεντεύξεις των ειδικών του επαγγέλματος μια περαιτέρω ανάλυση δράσεων στην κατεύθυνση της καινοτομίας με αναφορές στο ρόλο και τη σημασία των Δημοτικών Βιβλιοθηκών στο σύγχρονο μεταβαλλόμενο περιβάλλον της πληροφόρησης και της οικονομίας της γνώσης.Les bibliothèques municipales, de par leur position dans le tissu social, permettent l'accès à des services tels que l'accès à l'information, l'attraction et la rééducation des citoyens dans le cadre de l'apprentissage tout au long de la vie, l'acquisition de compétences, le divertissement, la communication et l'apprentissage. Dans ce nouvel environnement, un projet ambitieux sera tenté: les trente-cinq (35) bibliothèques municipales de l'Attique étudiées prouveront, bien qu'elles aient été affectées par le climat économique défavorable pendant la pandémie, qu'elles continuent effectivement leur rôle de premier plan dans la communauté locale, en orientant leurs services vers l'attraction de leur public et public potentiel, de l'école maternelle aux seniors, à l'aide d'actions innovantes. La cartographie de la situation actuelle et l'enregistrement de la mesure dans laquelle les 35 bibliothèques municipales de l'Attique ont été affectées sont utilisés pour trouver de bonnes pratiques qui sont appliquées, sur la base des résultats de la recherche, par les bibliothèques d'autres pays pour leur communication avec leur public, qui pourraient également être appliquées en Grèce dans le cadre d'un modèle plus complet de gestion de la récession qui inclura leur qualité et leur participation active aux événements sociaux. La thèse aborde la question de la préservation et de la gestion des documents bibliographiques et archivistiques, afin qu'ils restent aussi inaltérés que possible, dans leur nature, leur substance matérielle, mais aussi dans le sens qu'ils portent. Grâce à l’examen systématique des propriétés et des mécanismes de détérioration, des possibilités et des limites de préservation de chaque type d’objet porteur d’information, vous espérez acquérir des compétences qui permettront de prendre des décisions concernant les pratiques correctes de préservation et de gestion du matériel. Enfin, à partir des positions et des préoccupations qui émergent, on reconnaît la nécessité d'un changement dans la politique de dotation en personnel des bibliothèques municipales, la coopération entre bibliothécaires et conservateurs, ainsi que la création de laboratoires de conservation autonomes pour les questions de gestion optimale des collections et documents rares.
La recherche a été menée dans des circonstances particulières, en raison de la pandémie de Covid-19. Le processus comprenait deux étapes : une phase pilote pour déterminer le degré de satisfaction des objectifs et des exigences fixés ainsi que pour vérifier son acceptation, sa compréhension et son utilisation par les répondants. Ensuite, la recherche principale a suivi avec un questionnaire structuré qui a été distribué à trente-cinq (35) bibliothèques municipales de l'Attique.
Les questionnaires ont été utilisés pour le traitement statistique à l'aide de l'échelle de Likert (échelle d'évaluation récapitulative). Enfin, en combinaison avec des entretiens avec des experts de la profession, une analyse plus approfondie des actions en direction de l'innovation est tentée avec des références au rôle et à l'importance des bibliothèques municipales dans l'environnement moderne en constante évolution de l'information et de l'économie de la connaissance
Μy name is Kirikou: υβριδικές ταυτότητες και συγκροτητικές παράμετροι των σύγχρονων Ευρωπαϊκών ταινιών animation μεγάλου μήκους (1998-2015)
The thesis examines the contemporary European feature animation films (1998-2015) as part of a cultural hybridity framework. 33 feature animation films are here tested via their (co-) production methods, their narrative structure and aesthetic form. It is concluded that these films -with the Kirikou films by Michel Ocelot here becoming a paradigm case- each express a different, hybrid cultural response to a continuously changing cultural field, beyond the US studio animation practices and the preexisting European tradition of the auteurs. Oral tradition issues, gender and a form that advocate the multisensory perception and the mix of aesthetic techniques run through all these artistic creations.Η διατριβή εξετάζει την ευρωπαϊκή παραγωγή ταινιών animation μεγάλου μήκους (1998-2015) υπό το πρίσμα της υβριδικότητας στο πλαίσιο των πολιτισμικών σπουδών. 33 σύγχρονες ταινίες εξετάζονται ως προς τις συνθήκες παραγωγής, την αφηγηματική δομή και την αισθητική φόρμα. Συμπεραίνεται ότι οι συγκεκριμένες ταινίες, με προεξάρχουσες τις ταινίες του Kirikou (σκηνοθέτης: Michel Ocelot) ως παράδειγμα, δηλώνουν η καθεμία μια διαφορετική, υβριδική πολιτισμική απόκριση σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πολιτισμικό πεδίο, ανάμεσα στην πολιτική ταινιώ animation των μεγάλων αμερικανικών στούντιο και της προϋπάρχουσας ευρωπαϊκής παράδοσης των δημιουργών. Θέματα προφορικής παράδοης, φύλου, και μια φόρμα που προκρίνει την πολυαισθητηριακή αντίληψη και την μίξη των αισθητικών τεχνικών διατρέχει όλες τις παραπάνω καλλιτεχνικές δημιουργίες
Study of biodiesel production during cultures of oleaginous yeast strains on sugar-based renewable substrates
The continuous rise in demand for biofuel production and existing techniques in which mainly edible / conventional oils are used as starting materials for the synthesis of biodiesel (viz. mainly fatty acid methyl-esters deriving from transmethylation of oils / fats), which are unlikely to remain sustainable in the future due to the significant "food vs. fuels" dilemma, highlight the need for biotechnological methods to produce non-conventional lipids that could be converted into biodiesel. Considering the increasing production of waste from various food and fuel industries and the challenges they pose in treatment and disposal, combining biotechnological methods with these inexpensive sources of carbon and other nutrients as starting materials for microbial fermentations to produce high-value-added end products or compounds that could be easily converted into biofuels, can render the entire process economically viable and environmentally friendly. The experiments for this dissertation were conducted in shake flasks and laboratory-scale bioreactors, initially focusing on the growth of various oleaginous yeasts on several types of low-cost hydrophilic compounds employed as microbial substrates. The objective was to use various low-cost sugar-type or glycerol-type components as starting materials for microbial processes to produce microbial lipids (single-cell oils – SCOs), which could serve as precursors for the synthesis of "second-generation" and high-quality biofuels (biodiesel). The most significant results were obtained with the strains Cryptococcus curvatus ATCC 20509 and Lipomyces starkeyi DSM 70296, which were consequently used for most parts of the dissertation. Experiments were conducted with various carbon-to-nitrogen ratios, different initial concentrations of the saccharide (or glycerol-based) carbon source, and variations in the nature of the carbon source to maximize microbial lipid production. Commercial lactose derived from cheese-whey was mainly used as a carbon source in the first case, due to the ability of the microorganism C. curvatus to utilize this carbon source. The effects of inorganic and organic nitrogen sources on growth and lipid production were also examined. This microorganism was also cultured in commercial xylose, a relatively low-cost sugar widely used in the chemical synthesis of xylitol, as a carbon source. On the other hand, L. starkeyi did not show high growth in lactose but exhibited very satisfactory growth in commercial xylose. Subsequently, experiments were conducted using industrial glycerol as the carbon source for both strains. Industrial glycerol is the main by-product generated during biodiesel production process, and the quantities of this by-product are very large and continuously increasing. Olive mill wastewater (OMW) was used as a co-substrate for the processes (simultaneous use of this wastewater as a carbon source and water employed in the fermentation, in order to partially replace tap water normally used in these processes). Simultaneously, experiments were conducted to evaluate various lipid extraction methods, and fermentations were carried out in bioreactors using wastes or low-cost products such as whey (concentrated or not), commercial xylose, glycerol, and OMWs, added into the liquid media in order to yield at different initial concentrations of phenolic compounds. OMW and low-cost xylose (derived from lignocellulosic materials) were simultaneously used as substrates for microbial growth to form nutrient media with similar initial xylose concentrations (≈70 and ≈100 g/L) but different initial concentrations of phenolic compounds (0,0 – control experiment, 1,0, 1,5, and 2,0 g/L) to assess the ability of Cryptococcus curvatus ATCC 20509 and Lipomyces starkeyi DSM 70296 to produce lipids, intracellular polysaccharides (IPS), and xylitol under nitrogen-limited conditions while also potentially detoxifying (i.e. removing color and phenolic compounds) the waste. Results showed that for L. starkeyi, increasing the concentration of phenolic compounds did not significantly affect biomass production and even slightly increased it, while lipids showed an increase compared to the control experiment. For the control, the maximum biomass and lipid values for L. starkeyi were 24,8 and 11,8 g/L, respectively (within ~200 hours), whereas in the experiment with 2,0 g/L phenolic compounds, biomass and lipids reached 20,5 and 9,6 g/L. However, IPS production was negatively affected, decreasing from 20% w/w in the control to 5% w/w. Additionally, a reduction of phenolic compounds (~30% w/w) was observed, which was not accompanied by a corresponding decolorization of the waste. Notably, xylitol production reached 5,1 g/L. In a fed-batch culture systems using a laboratory-scale bioreactor, L. starkeyi produced 60,2 g/L biomass containing 54,3% lipids (lipids = 32,7 g/L, productivity ≈ 0,32 g/L/h) within 108 hours. C. curvatus was cultured in mixtures of xylose and OMW with increasing initial phenolic compound levels (from 0.0 g/L – control experiment without addition of OMW to 2,0 g/L). While biomass levels were unaffected, lipid content decreased. In a batch bioreactor experiment performed without OMW addition, C. curvatus produced 37,0 g/L of total biomass, containing approximately 45% w/w lipids using xylose as the starting material. C. curvatus ATCC 20509 also demonstrated the ability to grow in high initial lactose concentrations (up to 200 g/L), although the optimal concentration appears to be 100–120 g/L, which is promising for treating wastes with high lactose content (i.e. concentrated deproteinized cheese-whey). In experiments conducted with culture media containing commercial lactose derived from cheese-whey, where OMW was partially used as fermentation liquid in order to partially replace the employed tap water, the microorganism's ability to grow and produce SCOs was studied under constant initial sugar concentration (~40 g/L) and varying initial phenolic compound concentrations (0,0 – control, 0,5, 1,0, 1,5, 2,0, and 2,5 g/L). Results indicated that as phenolic concentration increased, biomass and lipid production decreased compared to the control, where 12,0 g/L biomass and 3,8 g/L lipids were obtained. At an initial phenolic concentration of 2,5 g/L, the corresponding values were 5,5 g/L and 1,5 g/L. At lower initial phenolic concentrations, biomass and lipid production were less affected, and a reduction in phenolic concentration and decolorization (up to 36% and 27%, respectively, at 1,0 g/L phenolics) were observed. Under identical fermentation conditions, various lipid extraction methods were compared for L. starkeyi DSM 70296. The Folch method (i.e. utilization of a mixture of chloroform / methanol at 2/1 v/v in which dry biomass remained for some days in darkness), acid cell lysis (HCl), and a combination of both were tested. Under said fermentation conditions (biomass for all methods was 24 ± 1,8 g/L) lipid yields were respectively 2,4 g/L (utilization of Folch solvent for three days), 5,6 g/L (Folch for five days), 9,1 g/L (acid lysis), and 10,2 g/L (combination of acid lysis followed by Folch). The respective yields for Soxhlet extraction, ultrasonics followed by Folch and green solvents were 15,8, 6,4, and 5,1 g/L respectively. Corresponding lipid yields (lipids as % of dry biomass, YL/X % w/w) were 9,8, 22,1, 35,8, 40,6, 63,5, 25,6, and 21,0%. Finally, fed-batch bioreactor experiments were conducted using Cryptococcus curvatus ATCC 20509 and Lipomyces starkeyi DSM 70296 in media with OMWs enriched with crude glycerol used as carbon source, providing an initial glycerol concentration of 45 g/L. For C. curvatus, biomass reached 36,0 g/L, and lipids were 16,6 g/L with a lipid yield of 43,3% w/w. For L. starkeyi, biomass was slightly lower (34,8 g/L), but lipids (19,6 g/L) and lipid yield (56,3%) were higher. The fatty acid composition of the cellular produced lipids presented for all species studied a predominance of oleic acid ~53%. Moreover, palmitic acid was found ~25%, rendering the yeast lipid suitable for its subsequent conversion into 2nd generation biodiesel. Concluding, non-conventional yeast strains, mostly belonging to the species C. curvatus and L. starkeyi were revealed as capable candidates for the conversion of abundant low-cost agro-industrial resources (i.e. whey, lactose, xylose, glycerol diluted, in various ratios, into OMWs) into SCOs with satisfactory lipid productions and productivities. Cell densities recorded in several growth conditions and mainly in fed-batch laboratory-scale bioreactor trials were very high, and comparable with some of the best values of the international literature. The fatty acid composition of yeast lipids produced presented similarities with that of commodity vegetable oils, constituting perfect candidates for their conversion into 2nd generation biodiesel. Therefore, the yeast strains tested in this study could be regarded as possible candidates for simultaneous treatment / valorization of abundant low-cost hydrophilic compounds, and their satisfactory bioconversion into SCOs, amenable to constitute the precursors of high-quality biodiesel.Η συνεχής αύξηση στη ζήτηση για παραγωγή βιοκαυσίμων και οι υπάρχουσες τεχνικές που φαίνεται ότι δεν θα δύνανται να είναι βιώσιμες μελλοντικά λόγω του σοβαρού διλήμματος «food vs fuels», δείχνουν την ανάγκη για την εξεύρεση βιοτεχνολογικών μεθόδων παραγωγής των προϊόντων αυτών. Έχοντας υπόψιν την αυξανόμενη παραγωγή αποβλήτων από τις διάφορες βιομηχανίες τροφίμων και καυσίμων και τη δυσκολία που παρουσιάζουν στην εξυγίανση και απόρριψή τους, ο συνδυασμός βιοτεχνολογικών μεθόδων με τις φτηνές αυτές πηγές άνθρακα και άλλων θρεπτικών στοιχείων χρησιμοποιουμένων ως υλικών εκκίνησης των μικροβιακών ζυμώσεων για τη παραγωγή τελικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας ή και βιοκαυσίμων, δύναται να καταστήσει την όλη διαδικασία οικονομικά συμφέρουσα και φιλική προς το περιβάλλον. Στην ανωτέρω προσέγγιση / φιλοσοφία κινείται και η παρούσα διδακτορική διατριβή, στόχος της οποίας είναι η δυνατότητα αξιοποίησης ποικίλων υδρόφιλων χαμηλού κόστους υλικών (π.χ. εμπορική λακτόζη, εμπορική ξυλόζη, τυρόγαλα, ακάθαρτη γλυκερόλη και υγρά απόβλητα ελαιοτριβείων) προς παραγωγή κυτταρικής μάζας που θα περιέχει σε αξιοσημείωτα ποσά μικροβιακά λιπίδια. Το σύνολο των πειραμάτων της διατριβής διεξήχθησαν σε κωνικές φιάλες και σε εργαστηριακής κλίμακας βιοαντιδραστήρες εξετάζοντας αρχικά την αύξηση διαφόρων ελαιογόνων ζυμών. Ο στόχος της μελέτης ήταν η χρήση διαφόρων χαμηλού κόστους υδροφίλων συστατικών ως υλικών εκκίνησης των μικροβιακών διεργασιών προκειμένου να παραχθούν μικροβιακά λιπίδια (single cell oils – SCOs) τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον προάγγελο της σύνθεσης «2ης γενιάς» και υψηλής ποιότητας βιολογικού πετρελαίου (βιοντήζελ). Τα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα εξήχθησαν με τα στελέχη Cryptococcus curvatus ATCC 20509 και Lipomyces starkeyi DSM 70296, ως εκ τούτου αυτά χρησιμοποιήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της διατριβής. Πειράματα έλαβαν χώρα σε διάφορους λόγους άνθρακα/αζώτου, με ποικίλες αρχικές συγκεντρώσεις της σακχαρούχου (ή γλυκερινούχου) πηγής άνθρακα καθώς και με τη φύση της πηγής αζώτου με σκοπό την μέγιστη παραγωγή μικροβιακών λιπιδίων. Σαν πηγή άνθρακα στη πρώτη περίπτωση έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως λακτόζη που προέρχεται από τυρόγαλα, λόγω της ικανότητας του μικροοργανισμού C. curvatus να την αναλώνει, ενώ εξετάζεται και η επίδραση του ανόργανου και του οργανικού αζώτου στην ανάπτυξη και παραγωγή λιπιδίων. Ο μικροοργανισμός αυτός καλλιεργήθηκε επίσης και στην εμπορική ξυλόζη, ένα σχετικά χαμηλής αξίας σάκχαρο το οποίο ευρέως χρησιμοποιείται στη χημική σύνθεση της ξυλιτόλης, χρησιμοποιούμενη ως πηγή άνθρακα. Από την άλλη πλευρά, ο μικροοργανισμός L. starkeyi δεν έδωσε αύξηση στη λακτόζη, ενώ έδωσε πολύ ικανοποιητική αύξηση στην εμπορική ξυλόζη. Στη συνέχεια εκτελέστηκαν πειράματα και με πηγή άνθρακα τη βιομηχανική γλυκερόλη και στα δύο στελέχη. Η βιομηχανική γλυκερόλη είναι το κύριο παράπλευρο συστατικό το οποίο δημιουργείται κατόπιν της σύνθεσης βιοντήζελ, οι δε ποσότητες αυτού του παραπροϊόντος είναι πολύ μεγάλες και διαρκώς αυξανόμενες. Τα υγρά απόβλητα ελαιουργείων (ΥΑΕ) χρησιμοποιήθηκαν ως συν-υπόστρωμα των διεργασιών (παράλληλη χρήση των αποβλήτων αυτών ως πηγής άνθρακα και ως υγρού της ζύμωσης). Ταυτόχρονα διενεργήθηκαν πειράματα στα οποία εξετάζονται διάφορες μέθοδοι παραλαβής λιπιδίων, ενώ πραγματοποιήθηκαν και ζυμώσεις σε βιοαντιδραστήρα παρουσία αποβλήτων ή χαμηλού κόστους προϊόντων όπως τυρόγαλα (συμπυκνωμένο ή μη), εμπορική ξυλόζη, γλυκερόλη και ΥΑΕ (προστιθέμενα σε διάφορες αναλογίες ώστε να υπάρχουν στο μέσο αύξησης ποικίλες αρχικές συγκεντρώσεις φαινολικών συστατικών). Τα ΥΑΕ και η ξυλόζη που προέρχεται από λιγνοκυτταρινούχες ύλες, χρησιμοποιούνται συγχρόνως ως υποστρώματα για την αύξηση μικροοργανισμών. Σκοπός είναι να δημιουργηθούν θρεπτικά μέσα που παρουσιάζουν παρόμοια αρχική συγκέντρωση ξυλόζης (≈70 και ≈100 g/L) και διαφορετικές αρχικές συγκεντρώσεις φαινολικών ενώσεων (0,0 - τυφλό, 1,0, 1,5 και 2,0 g/L), προκειμένου να εξεταστεί η δυνατότητα των ζυμών Cryptococcus curvatus ATCC 20509 και Lipomyces starkeyi DSM 70296 να παράγουν λιπίδια, ενδοπολυσακχαρίτες (IPS) και ξυλιτόλη σε περιοριστικές σε άζωτο συνθήκες και ταυτόχρονα να επιτελεστεί σχετική αποτοξίνωση του αποβλήτου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για το μικροοργανισμό L. starkeyi με την αύξηση της συγκέντρωσης των φαινολικών ενώσεων η παραγωγή βιομάζας δεν επηρεάστηκε σημαντικά και μάλιστα αυξήθηκε ελαφρώς, ενώ τα λιπίδια παρουσίασαν αύξηση σε σχέση με το πείραμα χωρίς την παρουσία φαινολικών ενώσεων. Στο τυφλό η μέγιστη βιομάζα και λίπος για το L. starkeyi ήταν 24,8 και 11,8 g/L αντίστοιχα (μέσα σε ~200 h), ενώ στο πείραμα με 2,0 g/L φαινολικών, η βιομάζα και το λίπος ήταν 20,5 και 9,6 g/L. Ωστόσο η παραγωγή IPS φάνηκε να επηρεάζεται αρνητικά, καθώς από 20% w/w στο τυφλό, μειώθηκαν στο 5% w/w επί ξ.ο.. Παρατηρήθηκε επίσης μια μείωση της συγκέντρωσης των φαινολικών ενώσεων (~40% w/w), η οποία δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχο αποχρωματισμό του αποβλήτου. Αξίζει να σημειωθεί πως παρατηρήθηκε παραγωγή ξυλιτόλης σε ποσότητα 5,1 g/L. Σε ημι-συνεχές τροφοδοτούμενο σύστημα καλλιέργειας σε εργαστηριακής κλίμακας βιοπαντιδραστήρα, ο μικροοργανισμός Lipomyces starkeyi παρήγαγε εντός 108 ωρών 60,2 g/L βιομάζας που περιείχε 54,3% λίπος επί ξ.ο. (λίπος = 32,7 g/L, παραγωγικότητα ≈ 0,32 g/L/h). Ο μικροοργανισμός C. curvatus καλλιεργήθηκε σε μίγματα ξυλόζης και ΥΑΕ και με αυξανόμενες αρχικές τιμές φαινολικών συστατικών (μελέτες από 0.0 g/L – μάρτυρας χωρίς ΥΑΕ έως 2,0 g/L), ενώ οι τιμές βιομάζας δεν μειώνονταν, μειωνόταν το ποσοστό λίπους επί ξηράς ουσίας. Σε κλειστό βιοαντιδραστήρα χωρίς προσθήκη ΥΑΕ, ο μικροοργανισμός C. curvatus με την ξυλόζη ως υλικό εκκίνησης παρήγαγε 37,0 g/L συνολικής βιομάζας η οποία περιείχε περίπου 45% w/w λιπίδια. Στην περίπτωση του μικροοργανισμού Cryptococcus curvatus ATCC 20509 ο εν λόγω μικροοργανισμός έδειξε ικανότητα να αυξάνεται και σε υψηλές αρχικές συγκεντρώσεις λακτόζης (έως και 200 g/L) αν και η βέλτιστη συγκέντρωση λακτόζης φαίνεται να βρίσκεται στα 100 - 120 g/L, γεγονός όμως που είναι ενθαρρυντικό όσον αφορά στην επεξεργασία αποβλήτων με υψηλές συγκεντρώσεις του ανωτέρω σακχάρου. Σε πειράματα που διεξήχθησαν σε θρεπτικό μέσο που περιείχε εμπορική λακτόζη που προερχόταν από τυρόγαλα, όπου τα ΥΑΕ χρησιμοποιήθηκαν εν μέρει ως υγρό ζύμωσης, μελετήθηκε η ικανότητα του μικροοργανισμού να αναπτύσσεται και να παράγει λίπος, υπό συνθήκες σταθερής αρχικής συγκέντρωσης σακχάρου (~40 g/L) και διαφορετικής αρχικής συγκέντρωσης φαινολικών συστατικών (αρχική συγκέντρωση φαινολικών 0,0 - μάρτυρας, 0,5, 1,0, 1,5, 2,0 και 2,5 g/L). Παρατηρήθηκε πως όσο αυξάνει η συγκέντρωση των φαινολικών, η βιομάζα και η παραγωγή λίπους μειώνεται σε σχέση με το μάρτυρα, όπου είχαμε 12,0 g/L βιομάζα και 3,8 g/L λιπίδια, ενώ σε αρχική συγκέντρωση φαινολικών 2,5 g/L οι αντίστοιχες τιμές ήταν 5,5 g/L και 1,5 g/L. Στις μικρότερες όμως αρχικές συγκεντρώσεις φαινολικών συστατικών η βιομάζα και η παραγωγή λίπους επηρεάστηκε λιγότερο, ενώ παρατηρήθηκε και μια μείωση στη συγκέντρωση των φαινολικών, καθώς και αποχρωματισμός μέχρι και της τάξεως του 28% και 30% αντίστοιχα (στην περίπτωση όπου είχαμε αρχική συγκέντρωση φαινολικών 1,0 g/L). Σε ζυμώσεις υπό παρόμοιες συνθήκες έγινε σύγκριση των ακολούθων διαδικασιών για τη παραλαβή του λίπους στο μικροοργανισμό Lipomyces starkeyi DSM 70296: η μέθοδος Folch σε δείγματα που παρέμειναν σε μίγμα χλωροφορμίου/μεθανόλης (Folch) 2/1 (v/v) υπό σκιά για τρεις και πέντε ημέρες αντίστοιχα, η μέθοδος όξινης λύσης των κυττάρων (HCl) για παραλαβή του λίπους και τέλος ο συνδυασμός των δύο προαναφερθεισών μεθόδων. Έχοντας εξασφαλίσει τις ίδιες συνθήκες ζύμωσης για όλα τα δείγματα, και κατά συνέπεια η βιομάζα για όλες τις μεθόδους είναι 24 ± 1,8 g/L, παρατηρήθηκε πως όταν το δείγμα αφέθηκε στο αντιδραστήριο Folch για τρεις ημέρες παραλάβαμε 2,4 g/L λιπιδίων και στις πέντε ημέρες 5,6 g/L. Στην όξινη μέθοδο είχαμε 9,1 g/L και στο συνδυασμό των δύο μεθόδων 10,2 g/L. Στην εκχύλιση με τη χρήση συσκευής Soxhlet, τη χρήση υπερήχων και διαλύτη εκχύλισης το αντιδραστήριο Folch και τους πράσινους διαλύτες οι αντίστοιχες τιμές ήταν 15,8, 6,4 και 5,1 g/L. Οι αντίστοιχες αποδόσεις (λίπος επί ξηράς ουσίας, YL/X % w/w) ήταν 9,8, 22,1, 35,8, 40,6, 63,5, 25,6και 21,0%. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν πειράματα σε βιοαντιδραστήρα ημι-συνεχούς τροφοδοτούμενης διεργασίας χρησιμοποιώντας τους μικροοργανισμούς Cryptococcus curvatus ATCC 20509 και Lipomyces starkeyi DSM 70296. Ως υγρό ζύμωσης χρησιμοποιήθηκαν τα ΥΑΕ εμπλουτισμένα με ακάθαρτη γλυκερόλη ως πηγή άνθρακα, ώστε να έχει μια αρχική συγκέντρωση γλυκερόλης 45 g/L. Παρατηρήθηκε πως στη περίπτωση του C. curvatus η βιομάζα έφτασε τα 36,0 g/L και το λίπος αντίστοιχα 16,6 g/L με μια απόδοση λίπους επί ξ.ο. 43,3% w/w. Κατά αντιστοιχία στο L starkeyi ενώ η βιομάζα ήταν ελαφρώς χαμηλότερη (34,8 g/L), τα λιπίδια κατά απόλυτη τιμή και ως απόδοση ήταν αυξημένα, ήτοι 19,6 g/L και 56,3%. Η σύσταση των λιπιδίων σε λιπαρά οξέα που παράγονται από τα κύτταρα παρουσίαζε κυρίως κυριαρχία του ελαϊκού οξέος ~53% κατά μέσο όρο, για όλα τα είδη που μελετήθηκαν. Επιπλέον, ανιχνεύθηκε παλμιτικό οξύ ~25% κατά μέσο όρο, καθιστώντας τα λιπίδια της ζύμης κατάλληλα για τη μετέπειτα μετατροπή τους σε βιοντήζελ 2ης γενιάς. Συμπερασματικώς, μη συμβατικά στελέχη ζυμών, κυρίως ανήκοντα στα είδη C. curvatus και L. starkeyi, αναδείχθηκαν ως ικανοί υποψήφιοι για τη μετατροπή άφθονων και χαμηλού κόστους αγροτοβιομηχανικών πόρων (π.χ. τυρόγαλα, λακτόζη, ξυλόζη, αραιωμένη γλυκερόλη σε διάφορες αναλογίες, μέσα σε υγρά απόβλητα ελαιουργείων - OMWs) σε έλαια από μονοκύτταρους μικροοργανισμούς (SCOs), με ικανοποιητικές παραγωγές και αποδοτικότητες λιπιδίων. Οι πυκνότητες κυττάρων που καταγράφηκαν σε διάφορες συνθήκες αύξησης, και κυρίως σε πειράματα ημι-συνεχούς καλλιέργειας σε εργαστηριακής κλίμακας βιοαντιδραστήρες, ήταν πολύ υψηλές και συγκρίσιμες με μερικές από τις καλύτερες τιμές της διεθνούς βιβλιογραφίας. Η σύνθεση λιπαρών οξέων των λιπιδίων που παράχθηκαν από τις ζύμες παρουσίασε ομοιότητες με αυτή των φυτικών ελαίων ευρείας χρήσης, καθιστώντας τα ιδανικούς υποψήφιους για μετατροπή σε βιοντήζελ δεύτερης γενιάς. Επομένως, τα στελέχη ζυμών που δοκιμάστηκαν σε αυτή τη μελέτη μπορούν να θεωρηθούν ως πιθανοί υποψήφιοι για ταυτόχρονη επεξεργασία/αξιοποίηση άφθονων, χαμηλού κόστους υδρόφιλων ενώσεων και την ικανοποιητική βιομετατροπή τους σε μικροβιακά λιπίδια που μπορούν να αποτελέσουν πρόδρομες ύλες για βιοντήζελ υψηλής ποιότητας
Αθλητική χορηγία ως στρατηγική επένδυση: μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση των τιμών των μετοχών, του κυβερνητικού κινδύνου και των επιδράσεων στους χορηγούς
This study delves into the effects of sustainability investments, financial leverage, and growth rates on stock price returns within football clubs. Employing a combination of data envelopment analysis and regression analysis, our research uncovers critical insights. Firstly, sustainability investments emerge as significant drivers of football clubs' stock price returns, indicating investor appreciation and underlining the pivotal role of sustainable practices. Secondly, a positive correlation is identified between the growth of football clubs and their stock price performance, highlighting the importance of growth strategies in stock price dynamics. Thirdly, although no significant association between financial leverage and sustainability investments is detected, it suggests the presence of other factors shaping clubs' decisions regarding sustainability initiatives. Furthermore, the study delineates its limitations, emphasizing the necessity for further exploration into the motivators behind clubs' sustainability endeavours. These findings carry profound implications for both academia and industry, accentuating the positive repercussions of sustainability investments on stock returns and advocating for nuanced approaches that intertwine financial decisions with sustainability pursuits in football clubs. In addition, the study elucidates the econometric methodologies employed to assess stock prices alongside sporting performance, elucidating the impact of football outcomes on the stock prices of jersey sponsors. Lastly, the study concludes by delving into the economic dynamics surrounding the hosting of the Olympic Games, revealing a positive nexus between hosting the Olympics and GDP growth, while stressing the significance of informed decision-making and enduring sustainability considerations.Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις επιπτώσεις των επενδύσεων βιωσιμότητας, της χρηματοοικονομικής μόχλευσης και των ρυθμών ανάπτυξης στις αποδόσεις των τιμών των μετοχών των ποδοσφαιρικών συλλόγων. Χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ανάλυσης δεδομένων και ανάλυσης παλινδρόμησης, η έρευνα μας αποκαλύπτει κρίσιμες γνώσεις. Πρώτον, οι επενδύσεις βιωσιμότητας αναδεικνύονται ως σημαντικοί παράγοντες των αποδόσεων των τιμών των μετοχών των ποδοσφαιρικών συλλόγων, υποδηλώνοντας την εκτίμηση των επενδυτών και υπογραμμίζοντας τον κομβικό ρόλο των βιώσιμων πρακτικών. Δεύτερον, εντοπίζεται θετική συσχέτιση μεταξύ της ανάπτυξης των ποδοσφαιρικών συλλόγων και της απόδοσης των τιμών των μετοχών τους, αναδεικνύοντας τη σημασία των στρατηγικών ανάπτυξης στη δυναμική των τιμών των μετοχών. Τρίτον, αν και δεν εντοπίζεται σημαντική συσχέτιση μεταξύ της χρηματοοικονομικής μόχλευσης και των επενδύσεων βιωσιμότητας, υποδηλώνει την παρουσία άλλων παραγόντων που διαμορφώνουν τις αποφάσεις των συλλόγων σχετικά με τις πρωτοβουλίες βιωσιμότητας. Επιπλέον, η μελέτη περιγράφει τους περιορισμούς της, τονίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των κινήτρων πίσω από τις προσπάθειες των συλλόγων για βιωσιμότητα. Τέλος, η μελέτη ολοκληρώνεται με την εμβάθυνση στην οικονομική δυναμική που περιβάλλει τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων, αποκαλύπτοντας μια θετική σχέση μεταξύ της φιλοξενίας των Ολυμπιακών Αγώνων και της ανάπτυξης του ΑΕΠ, τονίζοντας παράλληλα τη σημασία της τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων και των διαρκών εκτιμήσεων για τη βιωσιμότητα