Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Ψηφιακές τεχνολογίες μάθησης στην επαγγελματική κατάρτιση: ενσωματώνοντας συστήματα ανοικτής μάθησης, αναδυόμενες τεχνολογίες και μικρο-πιστοποιητικά στα δημόσια ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης στην Ελλάδα

    No full text
    This professional doctoral thesis investigates the systemic modernization of Vocational Education and Training (VET) in Greece through a series of integrated, practice-based case studies. Rooted in the dual role of the researcher as both institutional VET leader and policy advisor, the study addresses the intersection of digital innovation, skills governance, and pedagogical transformation in public vocational institutions. Through eight thematic case studies—ranging from Vocational Open Online Courses (VOOCs) and micro-credential ecosystems to artificial intelligence, augmented reality, and gender-focused STEM education—this research explores how emerging technologies and labor market intelligence can shape more responsive, inclusive, and future-ready curricula. A core methodological approach is Design-Based Research (DBR), supported by case study analysis, learning analytics, and policy integration. The work is grounded in major EU initiatives, such as CHAISE and SECOVE, and linked to evolving national legislation (e.g., Laws 4368/2016, 4763/2020, and 4921/2022).The thesis concludes with a meta-reflection on institutional transformation, emphasizing the need for cross-sectoral collaboration, continuous professional development of trainers, and adaptive, learner-centered design frameworks. It calls for institutionalizing mechanisms such as THRIVET (Thematic Research Institutes for VET) and the development of a Digital Skills Observatory for Trainers, to ensure sustainable innovation in vocational training. This study contributes a transferable model for aligning VET curricula with dynamic labor market needs while reaffirming the value of practitioner-led educational research in shaping systemic policy reform.Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά τον συστημικό εκσυγχρονισμό της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΚ) στην Ελλάδα μέσω μιας σειράς ενσωματωμένων, πρακτικά προσανατολισμένων μελετών περίπτωσης. Βασισμένη στον διττό ρόλο του ερευνητή ως Διευθυντή Ινστιτούτου ΕΕΚ και συμβούλου πολιτικής, η έρευνα εστιάζει στη διασταύρωση ψηφιακής καινοτομίας, διακυβέρνησης δεξιοτήτων και παιδαγωγικού μετασχηματισμού στα Δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης . Μέσα από οκτώ θεματικές μελέτες περίπτωσης—που εκτείνονται από τα Vocational Open Online Courses (VOOCs) και τα μικρο-διαπιστευτήρια (micro-credentials) έως την τεχνητή νοημοσύνη, την επαυξημένη πραγματικότητα και την ενίσχυση της συμμετοχής των φύλων στην επαγγελματική κατάρτιση STEAM—η διατριβή εξετάζει πώς οι αναδυόμενες τεχνολογίες και η πληροφορία της αγοράς εργασίας μπορούν να διαμορφώσουν πιο ευέλικτα, χωρίς αποκλεισμούς και προσαρμοσμένα προγράμματα σπουδών. Η μεθοδολογική προσέγγιση εστιάζει στη Έρευνα Βασισμένη στον Σχεδιασμό (Design-Based Research), υποστηριζόμενη από αναλύσεις μελέτης περίπτωσης, μαθησιακές αναλυτικές μεθόδους και ενσωμάτωση πολιτικών. Η έρευνα εντάσσεται σε ευρωπαϊκές στρατηγικές πρωτοβουλίες, όπως τα προγράμματα CHAISE και SECOVE, και διασυνδέεται με το εξελισσόμενο θεσμικό και νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα (π.χ. Νόμοι 4368/2016, 4763/2020, 4921/2022). Η διατριβή καταλήγει σε μια μετα-ανάλυση θεσμικού μετασχηματισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για διεπιστημονική συνεργασία, συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και σχεδιαστικά πλαίσια με επίκεντρο τον εκπαιδευόμενο. Προτείνεται η θεσμοθέτηση μηχανισμών όπως τα Θεματικά Ερευνητικά Ινστιτούτα ΕΕΚ (THRIVET) και η δημιουργία Παρατηρητηρίου Ψηφιακών Δεξιοτήτων Εκπαιδευτικών, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιώσιμη καινοτομία στην επαγγελματική εκπαίδευση. Η μελέτη αυτή συμβάλλει σε ένα μεταβιβάσιμο μοντέλο για την ευθυγράμμιση των προγραμμάτων σπουδών της ΕΕΚ με τις δυναμικά μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας, επιβεβαιώνοντας τη συμβολή της έρευνας από την πράξη στη διαμόρφωση πολιτικών καινοτομιών

    Επιβολή προσαρμοστικών προδιαγραφών επόδοσης για αβέβαια μη γραμμικά συστήματα με περιορισμούς στην είσοδο και την ανατροφοδότηση

    No full text
    Control systems are fundamental in engineering, enabling automation and precision in fields such as robotics, power generation, autonomous vehicles, and aerospace. However, real-world constraints such as actuator saturation, limited feedback, and external disturbances pose significant challenges in achieving both stability and high performance. From a theoretical standpoint, such constraints complicate the design of control laws that guarantee robustness and precision, while in practice, they can lead to degraded system performance or even instability. This dissertation introduces a novel framework for Adaptive Performance Control (APC) for uncertain nonlinear systems subject to actuation and feedback limitations. Building on the principles of Prescribed Performance Control (PPC), we establish a systematic approach for enforcing adaptive performance specifications while ensuring compliance with real-world constraints, including control input saturation, rate limits, and partial state feedback. The first part of the thesis is devoted to the development of the theoretical foundations of APC. It presents approximation-free control schemes for uncertain nonlinear systems, ensuring the boundedness of closed-loop signals while dynamically adjusting performance specifications based on actuation constraints, both in terms of amplitude and rate of change of the control signal. Sufficient conditions on the level of input constraints required to guarantee boundedness of closed-loop signals, as well as conditions for achieving accurate tracking, are derived using Lyapunov analysis. Additionally, a novel output-feedback APC scheme is proposed to eliminate the reliance on full-state measurements, enhancing the robustness and applicability in practical scenarios. A nonlinear separation principle is exploited to demonstrate that the output-feedback controller can recover the performance characteristics of its state-feedback counterpart. The second part of the thesis extends the APC methodology to three benchmark applications. The first application focuses on adaptive cruise control (ACC), where a robust control framework integrates APC into vehicular systems, ensuring compliance with actuation and performance constraints while guaranteeing collision avoidance. The second application addresses formation control of input-constrained multi-agent systems, introducing a decentralized APC approach for leader-follower formations, experimentally validated using a swarm of quadcopters. The third application involves target tracking with collision avoidance, proposing an adaptive trajectory- tracking scheme for input-constrained mobile robots that dynamically modifies performance specifications to avoid obstacles. The proposed APC methodology is rigorously validated through theoretical analysis, simulations, and real-world experiments, highlighting its ability to achieve high-precision control under operational constraints.Τα συστήματα ελέγχου αποτελούν θεμέλιο της μηχανικής, επιτρέποντας την αυτοματοποίηση και την ακρίβεια σε τομείς όπως η ρομποτική, η παραγωγή ενέργειας, τα αυτόνομα οχήματα και η αεροναυπηγική. Ωστόσο, οι περιορισμοί που προκύπτουν στην πράξη, όπως ο κορεσμός των ενεργοποιητών, οι περιορισμένες μετρήσεις και οι εξωτερικές διαταραχές, δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις στην επίτευξη τόσο της ευστάθειας όσο και της υψηλής απόδοσης. Από θεωρητική σκοπιά, τέτοιοι περιορισμοί καθιστούν πολύπλοκο τον σχεδιασμό νόμων ελέγχου που να εγγυώνται ευρωστία και ακρίβεια, ενώ στην πράξη μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση της απόδοσης του συστήματος ή ακόμη και σε αστάθεια. Η παρούσα διατριβή προτείνει ένα νέο πλαίσιο Ελέγχου Προσαρμοστικής Απόδοσης (Adaptive Performance Control - APC) για αβέβαια μη γραμμικά συστήματα που υπόκεινται σε περιορισμούς ενεργοποίησης και ανάδρασης. Βασιζόμενοι στις αρχές του Ελέγχου Προκαθορισμένης Απόδοσης (Prescribed Performance Control - PPC), αναπτύσσεται μια συστηματική μεθοδολογία που επιβάλλει προσαρμοζόμενες προδιαγραφές απόδοσης, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη συμμόρφωση με τους πρακτικούς περιορισμούς, όπως ο κορεσμός των σημάτων ελέγχου, οι περιορισμοί ρυθμού μεταβολής και η μερική ανάδραση καταστάσεων. Το πρώτο μέρος της διατριβής επικεντρώνεται στην ανάπτυξη των θεωρητικών θεμελίων του APC. Παρουσιάζονται σχήματα ελέγχου χωρίς ανάγκη προσεγγίσεων για αβέβαια μη γραμμικά συστήματα, διασφαλίζοντας τη φραγμένη συμπεριφορά των σημάτων κλειστού βρόχου, ενώ οι προδιαγραφές απόδοσης προσαρμόζονται δυναμικά με βάση τους περιορισμούς του ενεργοποιητή, τόσο ως προς το πλάτος όσο και ως προς το ρυθμό μεταβολής του σήματος ελέγχου. Παρέχονται επαρκείς συνθήκες για το απαιτούμενο επίπεδο περιορισμών ώστε να διασφαλίζεται η φραγμένη συμπεριφορά και επιτυγχάνεται ακριβής παρακολούθηση χρησιμοποιώντας ανάλυση Lyapunov. Επιπλέον, προτείνεται μια νέα προσαρμοστική στρατηγική ελέγχου με ανάδραση εξόδου (output-feedback APC), που εξαλείφει την ανάγκη για πλήρη μέτρηση των καταστάσεων, ενισχύοντας τη ευρωστία και την πρακτική εφαρμοσιμότητα. Ένα μη γραμμικό θεώρημα διαχωρισμού αξιοποιείται για να αποδειχθεί ότι ο ελεγκτής με μερική ανάδραση μπορεί να ανακτήσει τα χαρακτηριστικά απόδοσης του αντίστοιχου ελεγκτή με πλήρη ανάδραση. Το δεύτερο μέρος της διατριβής μελετάει τη μεθοδολογία APC σε τρεις ενδεικτικές εφαρμογές. Η πρώτη εφαρμογή αφορά τον προσαρμοστικό έλεγχο ταχύτητας (Adaptive Cruise Control - ACC), όπου προτείνεται ένα εύρωστο πλαίσιο ελέγχου που ενσωματώνει το APC σε οχήματα, εξασφαλίζοντας συμμόρφωση με περιορισμούς ενεργοποίησης και απόδοσης, ενώ ταυτόχρονα εγγυάται αποφυγή σύγκρουσης. Η δεύτερη εφαρμογή εστιάζει στον έλεγχο σχηματισμού πολυπρακτορικών συστημάτων με περιορισμούς εισόδου, προτείνοντας μια αποκεντρωμένη στρατηγική APC για σχηματισμούς τύπου ηγέτη-ακόλουθου, η οποία επικυρώνεται πειραματικά μέσω σμήνους τετρακόπτερων. Η τρίτη εφαρμογή αφορά παρακολούθηση κινούμενου στόχου με αποφυγή σύγκρουσης, όπου προτείνεται μια προσαρμοστική στρατηγική παρακολούθησης τροχιάς για κινητούς ρομποτικούς πράκτορες με περιορισμούς εισόδου, οι οποίοι προσαρμόζουν δυναμικά τις προδιαγραφές απόδοσης ώστε να αποφεύγουν εμπόδια. Η προτεινόμενη μεθοδολογία APC επικυρώνεται αυστηρά μέσω θεωρητικής ανάλυσης, προσομοιώσεων και πειραματικών εφαρμογών, αναδεικνύοντας την ικανότητά της να επιτυγχάνει έλεγχο υψηλής ακρίβειας υπό λειτουργικούς περιορισμούς

    Optimization of 3D printing products using innovative composite materials from plastic and biochar

    No full text
    This doctoral dissertation investigates and optimizes composite materials for use in Additive Manufacturing (AM) technologies, with an emphasis on 3D Printing via melt extrusion and resin photopolymerization. The study focuses on the use of biochar as a reinforcing filler in thermoplastic matrices, aiming to enhance the mechanical, thermal, and structural properties of printable composite materials. The research approach is based on a combined assessment of experimental data and theoretical models to study the behavior of materials such as PLA, ABS, PP, HDPE, and PETG, both in their pure form and in combination with various concentrations of biochar. The development, fabrication, and processing of composite filaments were carried out under controlled extrusion and photopolymerization parameters. Extensive characterization followed, employing techniques such as SEM, EDS, TGA, DSC, BDS, Raman spectroscopy, and MFR measurements. Particular emphasis was placed on examining the effect of biochar on enhancing tensile and flexural strength, hardness, and thermal stability of the materials. The selection of biochar was justified based on its environmental sustainability and multifunctional properties, while optimal concentrations and processing conditions that lead to high performance in AM processes were explored. This study contributes to the research community by offering, for the first time, a detailed and quantitative evaluation of the effects of olive-derived biochar on pure polymers. It provides a documented framework for material selection and the design of composite filaments for engineering, industrial, and environmental applications. Furthermore, it offers comparative data for assessing the compatibility of a sustainable, eco-friendly material—olive-derived biochar—with various thermoplastics, thereby supporting more rational material choices in AM. Specifically, Chapter 1 introduces the most commonly used 3D printing materials (PLA, ABS, PP, HDPE, and PETG), the available filler material options, and their key mechanical, thermal, and chemical properties. It analyzes the impact of additives on 3D-printed products, the evaluation methods, and the techniques for their application. Chapter 2 discusses the raw materials used for biochar production and describes the production process in detail, with specific reference to pyrolysis and its types. The properties, characteristics, and most common applications of biochar are examined, followed by a literature review of the current state of knowledge regarding biochar-based 3D printing composites. Chapter 3 presents in detail the two experimental techniques followed in the dissertation for the fabrication and evaluation of biochar-reinforced composites: fused filament fabrication (FFF) and the preparation of biochar-infused materials for resin 3D printing. Chapter 4 analyzes the results related to the PETG/biochar composite, with a detailed account of mechanical tests, SEM imaging, Raman spectroscopy, TGA and DSC analyses, and measurements of viscosity and melt flow rate. Chapter 5 presents the results for the other materials studied, namely ABS, PLA, PP, and HDPE, each combined with biochar. Finally, Chapter 6 summarizes the conclusions drawn from the completion of this doctoral dissertation.Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται τη διερεύνηση και βελτιστοποίηση σύνθετων υλικών για χρήση σε τεχνολογίες προσθετικής κατασκευής (Additive Manufacturing – AM), με έμφαση στη μέθοδο της τρισδιάστατης εκτύπωσης (3D Printing) μέσω εξώθησης τήγματος και μέσω της χρήσης φωτοπολυμερισμού ρητίνης. Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται η χρήση βιοεξανθρακώματος ως ενισχυτικού πληρωτικού σε θερμοπλαστικές μήτρες, με στόχο τη βελτίωση των μηχανικών, θερμικών και δομικών ιδιοτήτων των εκτυπώσιμων σύνθετων υλικών. Η ερευνητική προσέγγιση βασίστηκε στη συνδυαστική αξιολόγηση πειραματικών δεδομένων και θεωρητικών μοντέλων για τη μελέτη της συμπεριφοράς υλικών όπως τα PLA, ABS, PP, HDPE και PETG, σε καθαρή μορφή και σε συνδυασμό με ποικίλες συγκεντρώσεις βιοεξανθρακώματος. Η ανάπτυξη, παρασκευή και επεξεργασία των σύνθετων νημάτων πραγματοποιήθηκε με ελεγχόμενες παραμέτρους εξώθησης και με ελεγχόμενες παραμέτρους φωτοπολυμερισμού ρητίνης, ενώ ακολούθησαν εκτενείς χαρακτηρισμοί με τεχνικές όπως SEM, EDS, TGA, DSC, BDS, Raman και MFR. Σημαντική έμφαση δόθηκε στη μελέτη της επίδρασης του βιοεξανθρακώματος στην ενίσχυση της εφελκυστικής και καμπτικής αντοχής, της σκληρότητας και της θερμικής σταθερότητας των υλικών. Η επιλογή του βιοεξανθρακώματος τεκμηριώθηκε βάσει της περιβαλλοντικής του βιωσιμότητας και των πολυλειτουργικών του ιδιοτήτων, ενώ διερευνήθηκαν οι βέλτιστες συγκεντρώσεις και οι συνθήκες επεξεργασίας που οδηγούν σε υψηλή απόδοση κατά την AM διαδικασία. Αναλυτικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφονται τις παρούσας διατριβής παρουσιάζει τα πιο διαδεδομένα υλικά 3D εκτύπωσης (PLA, ABS, PP, HDPE και PETG), οι υπάρχουσες επιλογές σε πρόσμικτα υλικά και οι κυριότερες μηχανικές, θερμικές και χημικές ιδιότητες τους. Αναλύεται η επίδραση των πρόσμικτων υλικών στα προϊόντα 3D εκτύπωσης, οι μέθοδοι αξιολόγησης, καθώς οι τρόποι χρήσης τους. Στο κεφάλαιο 2 γίνεται αναφορά στις πρώτες ύλες για την παραγωγή του βιοεξανθρακώματος και περιγράφεται η διαδικασία παραγωγής του με αναλυτική αναφορά στη πυρόλυση και τα είδη της. Αναλύονται οι ιδιότητες, τα χαρακτηριστικά και οι πιο διαδεδομένες εφαρμογές του βιοεξανθρακώματος. Τέλος, γίνεται η βιβλιογραφική ανασκόπηση στην στάθμη της γνώσης, στα σύνθετα υλικά 3D εκτύπωσης με βιοεξανθράκωμα. Στο κεφάλαιο 3 παρουσιάζονται αναλυτικά οι δύο πειραματικές τεχνικές που ακολουθήθηκαν στα πλαίσια της διατριβής, για την παρασκευή και αξιολόγηση πρόσμικτων υλικών με βιοεξανθράκωμα. Η τεχνολογία εναπόθεσης τηγμένου υλικού και η παρασκευή πρόσμικτων υλικών για εκτύπωση σε 3D εκτυπωτή ρητίνης. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύονται τα αποτελέσματα του σύνθετου υλικού PETG/βιοεξανθράκωμα. Γίνεται αναλυτική αναφορά στις μηχανικές δοκιμές, στην ανάλυση των δειγμάτων μέσω ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σάρωσης (SEM), της φασματοσκοπίας Raman, στις αναλύσεις TGA και DSC και στη μέτρηση ανάλυση του ιξώδους και του ρυθμού ροής τήγματος. Στο κεφάλαιο 5 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα για τα υπόλοιπα υλικά που μελετήθηκαν στα πλαίσια της διατριβής. Τα υλικά αυτά ήταν το ABS, PLA, PP, HDPE αναμιγμένα με το βιοεξανθράκωμα. Τέλος, το κεφάλαιο 6 περιέχει τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την ολοκλήρωση της διδακτορικής διατριβής

    A prospective comparative analysis of preoperative malnutrition screening tools in general surgery

    No full text
    Introduction: The nutritional status of hospitalized patients is a critical and modifiable factor that directly influences prognosis, therapeutic management, and postoperative outcomes. Malnutrition has been recognized as an independent prognostic indicator of increased morbidity and mortality, as well as prolonged hospital stay. In surgical patients specifically, it adversely affects wound healing, increases the incidence of postoperative infections, and raises the likelihood of discharge to rehabilitation facilities. Despite its significance, malnutrition is frequently underdiagnosed in clinical practice, mainly due to the absence of universally accepted assessment tools and the heterogeneity of applied methodologies. Screening tools based on structured questionnaires offer the advantages of speed, ease of application, and reproducibility. However, their utility in surgical populations remains insufficiently studied. The need to identify the most appropriate tool for detecting patients at high nutritional risk is imperative, as early detection and targeted nutritional intervention can significantly reduce adverse outcomes. Aim of the study: The objective of this prospective study was to compare seven nutritional screening tools (MNA-SF, MST, MUST, NRI, NRS-2002, PONS, and SNAQ) in terms of their diagnostic accuracy and prognostic capacity regarding postoperative outcomes. Methods: This was a multicentre prospective cohort study. Consecutive adult patients undergoing elective or emergency major abdominal operations for benign or malignant conditions were included from 12 hospitals across Greece between January 2022 and December 2023. Patients unable to provide nutritional history and/or written informed consent were excluded. Malnutrition was diagnosed using the Subjective Global Assessment (SGA), which served as the reference standard. In addition, eight malnutrition risk assessment tools were applied: GLIM (Global Leadership Initiative on Malnutrition), MNA-SF (Mini Nutritional Assessment – Short Form), MST (Malnutrition Screening Tool), MUST (Malnutrition Universal Screening Tool), NRI (Nutritional Risk Index), NRS-2002 (Nutrition Risk Screening 2002), PONS (Perioperative Nutrition Screen), and SNAQ (Short Nutrition Assessment Questionnaire). Diagnostic accuracy was assessed in terms of sensitivity, specificity, diagnostic odds ratio and area under the receiver operating characteristic curve (AUC). Construct validity was evaluated through associations with clinically relevant variables, and prognostic validity was assessed using logistic regression models. Results: A total of 1,649 patients were included in the study. The majority underwent colorectal surgery (58%), while 21% underwent upper gastrointestinal surgery and 14% underwent hepatobiliary operations . According to the SGA, 34.1% of patients were classified as malnourished. The validity of the SGA was confirmed both in terms of agreement with clinical parameters and prognostic relevance. The estimated prevalence of malnutrition risk varied significantly across tools, ranging from 24.0% using the NRS-2002 to 58.6% with the MNA-SF. Among ordinal scale tools, the MNA-SF (AUC = 0.83, 95% CI: 0.81–0.85) and MUST (AUC = 0.79, 95% CI: 0.77–0.82) demonstrated the highest discriminatory ability, with minimal inter-centre heterogeneity. As binary classifiers, both MNA-SF and MUST yielded high diagnostic odds ratios—30.2 (95% CI: 20.2–45.1) and 16.1 (95% CI: 12.4–21.1), respectively. However, only MUST achieved a balanced sensitivity and specificity close to 80%, rendering it suitable for both diagnostic and prognostic use. Discussion: Early identification of malnourished or high-risk patients and implementation of targeted nutritional interventions prior to surgery may significantly improve clinical outcomes. In the present study, the MUST tool emerged as the most reliable in detecting patients at high nutritional risk and in predicting postoperative complications.Εισαγωγή: Η διατροφική κατάσταση των νοσηλευόμενων ασθενών αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό και τροποποιήσιμο παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την πρόγνωση, τη θεραπευτική αντιμετώπιση και τη μετεγχειρητική πορεία. Η υποθρεψία έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης αυξημένης νοσηρότητας και θνητότητας, καθώς και παράτασης του χρόνου νοσηλείας και ειδικά στους χειρουργικούς ασθενείς επηρεάζει δυσμενώς την επούλωση τραυμάτων, αυξάνει τις μετεγχειρητικές λοιμώξεις και την πιθανότητα εξόδου προς κέντρα αποκατάστασης. Παρά τη σημασία της, συχνά υποδιαγιγνώσκεται στην κλινική πράξη, κυρίως λόγω της απουσίας καθολικά αποδεκτών εργαλείων αξιολόγησης και της ετερογένειας στις χρησιμοποιούμενες μεθόδους. Τα εργαλεία προσυμπτωματικού ελέγχου (screening tools) που βασίζονται σε δομημένα ερωτηματολόγια έχουν το πλεονέκτημα της ταχύτητας, της ευκολίας εφαρμογής και της επαναληψιμότητας. Ωστόσο, η εφαρμογή τους στους χειρουργικούς ασθενείς παραμένει ελλιπώς μελετημένη. Η ανάγκη επιλογής του καταλληλότερου εργαλείου για την αναγνώριση ασθενών υψηλού διατροφικού κινδύνου καθίσταται επιτακτική, καθώς η έγκαιρη ανίχνευση και η στοχευμένη παρέμβαση μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις ανεπιθύμητες εκβάσεις. Σκοπός: Η παρούσα προοπτική μελέτη είχε ως στόχο τη σύγκριση επτά εργαλείων εκτίμησης της θρεπτικής κατάστασης (MNA-SF, MST, MUST, NRI, NRS-2002, PONS και SNAQ), ως προς τη διαγνωστική τους ακρίβεια και την προγνωστική τους ικανότητα σε σχέση με τις μετεγχειρητικές εκβάσεις. Μέθοδοι: Πρόκειται για πολυκεντρική, προοπτική μελέτη κοόρτης. Συμπεριλήφθηκαν διαδοχικοί ασθενείς που υποβλήθηκαν σε προγραμματισμένη ή επείγουσα μείζονα χειρουργική επέμβαση γενικής χειρουργικής για καλοήθη ή κακοήθη νοσήματα, σε 12 ελληνικά νοσοκομεία, κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 2022 έως Δεκεμβρίου 2023. Ασθενείς που δεν μπορούσαν να παράσχουν διατροφικό ιστορικό ή/και έγγραφη συγκατάθεση αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Η υποθρεψία διαγνώστηκε βάσει του Subjective Global Assessment (SGA), το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο αναφοράς (gold standard). Παράλληλα, εφαρμόστηκαν οκτώ εργαλεία εκτίμησης διατροφικού κινδύνου: GLIM (Global Leadership Initiative on Malnutrition), MNA-SF (Mini Nutrition Assessment – Short Form), MST (Malnutrition Screening Tool), MUST (Malnutrition Universal Screening Tool), NRI (Nutritional Risk Index), NRS-2002 (Nutrition Risk Screening 2002), PONS (Perioperative Nutrition Screen) και SNAQ (Short Nutrition Assessment Questionnaire). Αξιολογήθηκε η διαγνωστική ακρίβεια των εργαλείων ως προς την ευαισθησία, την ειδικότητα, τον διαγνωστικό λόγο πιθανοτήτων (diagnostic odds ratio) και την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη ROC (AUC). Επίσης, εξετάστηκε η εγκυρότητα εννοιολογικής κατασκευής μέσω συσχετίσεων με συναφείς μεταβλητές (construct validity) καθώς και η προγνωστική εγκυρότητα για την εμφάνιση επιπλοκών, μέσω λογιστικής παλινδρόμησης. Αποτελέσματα: Συνολικά στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 1.649 ασθενείς. Η πλειονότητα αυτών υποβλήθηκε σε επεμβάσεις παχέος εντέρου (58%), ενώ το 21% σε επεμβάσεις ανώτερου γαστρεντερικού και το 14% σε επεμβάσεις ήπατος-παγκρέατος-χοληφόρων. Σύμφωνα με την εκτίμηση μέσω του SGA, το 34,1% των ασθενών αναγνωρίστηκαν ως υποθρεπτικοί. Η εγκυρότητα του SGA επιβεβαιώθηκε τόσο ως προς τη συμφωνία με σχετικές κλινικές παραμέτρους όσο και ως προς την προγνωστική του ικανότητα. Η εκτίμηση του κινδύνου υποθρεψίας διέφερε σημαντικά μεταξύ των εργαλείων. Η αξιολόγηση του κινδύνου υποθρεψίας κυμαινόταν από 24% με βάση το εργαλείο NRS-2002 έως και 58.6% με βάση το MNA-SF. Στις διαβαθμισμένες (ordinal) κλίμακες, τα εργαλεία MNA-SF (AUC = 0,83, 95% CI: 0,81–0,85) και MUST (AUC = 0,79, 95% CI: 0,77–0,82) παρουσίασαν την καλύτερη διακριτική ικανότητα για την ανίχνευση υποθρεψίας, με χαμηλό βαθμό ετερογένειας μεταξύ των συμμετεχόντων κέντρων. Ως δυαδικοί ταξινομητές, τα εργαλεία MNA-SF και MUST ανέδειξαν υψηλούς διαγνωστικούς λόγους πιθανοτήτων: OR = 30,2 (95% CI: 20,2–45,1) και OR = 16,1 (95% CI: 12,4–21,1) αντίστοιχα. Παρά ταύτα, μόνο το MUST προσέγγισε ισοδύναμα επίπεδα ευαισθησίας και ειδικότητας (~80%), καθιστώντας το κατάλληλο εργαλείο τόσο για διαγνωστική όσο και για προγνωστική χρήση. Συζήτηση: Η έγκαιρη αναγνώριση των υποθρεπτικών ή υψηλού κινδύνου ασθενών και η στοχευμένη διατροφική παρέμβαση προ της επέμβασης μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων. Στην παρούσα μελέτη, ο εργαλείο MUST αποδείχθηκε το πλέον αξιόπιστο ως προς την αναγνώριση ασθενών υψηλού διατροφικού κινδύνου και την πρόβλεψη μετεγχειρητικών επιπλοκών

    Assessment of the role of autoantigens and autoimmunity mechanisms in the pathogenesis of idiopathic inflammatory myopathies and psoriatic arthritis

    No full text
    This study examines the role of myositis-specific autoantigens and autoantibodies associated with Idiopathic Inflammatory Myopathies (IIM) in the pathogenesis of psoriatic arthritis and IIM in a Greek population. General Section An extensive literature review was conducted on myositis-specific autoantigens and autoantibodies and their potential role in the pathogenesis of autoimmune rheumatic diseases, as well as their association with specific clinical syndromes and target organ involvement. These antibodies appear to play an increasingly important role in the diagnosis of Idiopathic Inflammatory Myopathies. Antinuclear antibodies (ANA) are detected in a significant proportion of patients with psoriatic disease. However, the specific targets of ANA remain largely unknown. For this reason, it was investigated whether the myositis-specific autoantigens and autoantibodies of IIM could represent ANA targets. Experimental Section ANA are detected at high rates in the serum of patients with psoriatic disease. However, autoantibodies associated with IIM are not detected in these patients and thus do not offer diagnostic value regarding the interpretation of ANA in psoriatic disease. ANA frequency reached 40.6%, yet no reactivity was observed against any of the myositis-specific antigens and antibodies. Therefore, researchers focused on the role of these antibodies in the pathogenesis and autoimmune mechanisms of IIM. In a second phase, a literature review was conducted on cases of inflammatory myositis following COVID-19 vaccination, prompted by a case hospitalized in our clinic. In 49 identified cases (mean age 56.5 years, 59% female), 70% had received an mRNA vaccine. Muscle involvement was the most frequent manifestation (79.5%), while skin lesions and interstitial lung disease (ILD) were observed in 53% and 34.6% of cases, respectively—mostly in mRNA vaccine recipients. Treatment approaches included corticosteroids, immunoglobulins, and immunosuppressants. Although the causal relationship with vaccination remains controversial, potential pathogenic mechanisms include cross-reactivity between viral and host epitopes, molecular mimicry, and the bystander effect. The overall evaluation of cases highlights the need for systematic monitoring and epidemiological vigilance regarding new cases of myositis in the post-COVID-19 pandemic era. Lastly, the possibility of a paraneoplastic manifestation should be considered even in patients where IIM onset closely follows SARS-CoV-2 vaccination. Cohort Analysis In a cohort of 113 Greek patients with IIM (2001–2024) monitored in our hospital, cancer-associated myositis (CAM) cases were identified, recorded, and studied, accounting for 22.1% of cases. Older age and the presence of dermatomyositis were associated with CAM. A strong risk factor was the presence of anti-TIF1γ antibodies (OR: 6.9, p<0.001), while anti-Jo1 antibodies appeared protective (OR: 0.13). Gottron’s papules, heliotrope rash, and Holster sign were positively associated with CAM, whereas Raynaud’s phenomenon, ILD, and NSIP had a protective role. The most frequent malignancies were breast, ovarian, and lung cancers. The findings underscore the importance of systematic oncological screening in IIM patients. Subgroup Analysis A focused analysis of the anti-TIF1γ-positive subgroup revealed a strong association with dermatomyositis (95%) and more severe skin involvement (mean CDASI score 27.35 vs 14 in negatives, p=0.0015). Malignancy frequency was significantly higher (60% vs 20.4%, p=0.001), and survival was lower (55.7% vs 82.6%, p<0.001). Additionally, dysphagia was more frequent, whereas ILD was less common. These results establish anti-TIF1γ antibodies as markers of a distinct IIM phenotype with increased cancer risk and poor prognosis. Conclusion Overall, the study highlights the diagnostic and prognostic value of specific autoantibodies and autoantigens and emphasizes the importance of timely and individualized cancer screening in patients with IIM.Η παρούσα εργασία εξετάζει το ρόλο των νοσοειδικών αυτοαντιγόνων και αυτοαντισωμάτων που σχετίζονται με Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Μυοσίτιδες στην παθογένεια της ψωριασικής αρθρίτιδας και των ΙΙΜ σε ελληνικό πληθυσμό. Στο Γενικό μέρος διενεργήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση εκτενής σχετικά με τα νοσοειδικά αυτοαντιγόνα και αυτοαντισώματα και τον πιθανό ρόλο τους στην παθογένεια των αυτοάνοσων ρευματικών νοσημάτων καθώς και τη συσχέτιση τους με συγκεκριμένα κλινικά σύνδρομα και προσβολή οργάνων στόχων. Τα ανωτέρω αντισώματα φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο στη διαγνωστική των Ιδιοπαθών φλεγμονωδών Μυοσιτίδων. Στον ορό ασθενών με ψωριασική νόσο ανιχνεύονται αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ) σε ικανό ποσοστό. Ωστόσο, ο στόχος των αντιπυρηνικών αντισωμάτων παραμένει σε μεγάλο ποσοστό άγνωστος. Για το λόγο αυτό, διερευνήθηκε αν τα νοσοειδικά αυτοαντιγόνα και αυτοαντισώματα των Ιδιοπαθών Φλεγμονωδών Μυοσιτίδων αποτελούν το στόχο των ΑΝΑ. Πειραματικό μέροςΣτον ορό ασθενών με ψωριασική νόσο ανιχνεύονται ΑΝΑ σε υψηλά ποσοστά. Ωστόσο, τα αυτοαντισώματα που σχετίζονται με ΙΙΜ δεν ανιχνεύονται σε αυτούς τους ασθενείς, και επομένως δεν προσφέρουν διαγνωστική αξία όσον αφορά την ερμηνεία των ΑΝΑ στην ψωριασική νόσο. Η συχνότητα των ΑΝΑ αγγίζει το 40,6% ωστόσο δεν διεπιστώθη αντιδραστικότητα για κανένα από τα νοσοειδικά αντιγόνα και αντισώματα των ΙΦΜ. Για το λόγο αυτό το ενδιαφέρον των ερευνητών εστιάστηκε στη διερεύνηση του ρόλο των ανωτέρων αντισωμάτων στην παθογένεια και τους μηχανισμούς αυτοανοσίας των ΙΙΜ. Σε δεύτερη φάση, πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση περιστατικών φλεγμονώδους μυοσίτιδας μετά από εμβολιασμό για COVID-19 με αφορμή περιστατικό που νοσηλεύτηκε στην κλινική μας. Σε 49 περιπτώσεις που εντοπίστηκαν (μέση ηλικία 56,5 ετών, 59% γυναίκες), το 70% είχε λάβει mRNA εμβόλιο. Η μυϊκή προσβολή ήταν η συχνότερη εκδήλωση (79,5%), ενώ δερματικές αλλοιώσεις και διάμεση πνευμονοπάθεια παρατηρήθηκαν στο 53% και 34,6% αντίστοιχα, κυρίως σε λήπτες mRNA εμβολίων. Η θεραπευτική προσέγγιση περιλάμβανε κορτικοστεροειδή, ανοσοσφαιρίνες και ανοσοκατασταλτικά. Παρότι η αιτιολογική συσχέτιση με τον εμβολιασμό παραμένει αμφιλεγόμενη μεταξύ των πιθανών παθογενετικών μηχανισμών συγκαταλέγονται η διασταυρούμενη αντίδραση επιτόπων του ιού με μόρια του ξενιστή, ο μοριακός μιμητισμός και το bystander effect . H συνολική αξιολόγηση των περιστατικών αναδεικνύει την ανάγκη για συστηματική παρακολούθηση και επιδημιολογική επαγρύπνηση για τις νέες περιπτώσεις μυοσίτιδας στην εποχή μετά την πανδημία COVID-19. Τέλος το ενδεχόμενο παρανεοπλασματικής εκδήλωσης θα πρέπει να εκτιμάται ακόμα και σε ασθενείς όπου η εκδήλωση της ΙΦΜ βρίσκεται σε χρονική εγγύτητα προς τον εμβολιασμό έναντι του SARS-COV2. Στο δείγμα 113 ασθενών ελληνικού πληθυσμού με ΙΙΜ (2001–2024) που παρακολουθείται στο νοσοκομείο μας, αναζητήθηκαν, κατεγράφησαν και μελετήθηκαν οι περιπτώσεις CAM που υπολογίστηκαν στο 22,1% των περιπτώσεων. Η μεγαλύτερη ηλικία και η παρουσία δερματομυοσίτιδας σχετίστηκαν με CAM. Ισχυρός παράγοντας κινδύνου ήταν η παρουσία anti-TIF1γ αντισωμάτων (OR: 6,9, p<0.001), ενώ τα anti-Jo1 προσέφεραν προστασία (OR: 0.13). Οι βλατίδες Gottron , το σημείο του ηλιοτροπίου και το Holster sign σχετίζονταν θετικά με CAM, ενώ η παρουσία Raynaud, ILD και NSIP εμφάνιζαν προστατευτικό ρόλο. Οι συχνότερες κακοήθειες ήταν του μαστού, των ωοθηκών και των πνευμόνων. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία συστηματικού ογκολογικού ελέγχου στους ασθενείς με ΙΙΜ.Ειδική ανάλυση της υποομάδας των anti-TIF1γ θετικών ασθενών ανέδειξε έντονη συσχέτιση με δερματομυοσίτιδα (95%) και σοβαρότερη δερματική συμμετοχή (μέσο CDASI 27,35 έναντι 14 στους αρνητικούς, p=0.0015). Η συχνότητα κακοηθειών ήταν σημαντικά αυξημένη (60% έναντι 20,4%, p=0.001), ενώ η επιβίωση ήταν μειωμένη (55,7% έναντι 82,6%, p<0.001). Επίσης, παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα δυσφαγίας, ενώ η ILD ήταν λιγότερο συχνή. Τα αποτελέσματα αυτά καθιστούν τα anti-TIF1γ αντισώματα δείκτη ενός ιδιαίτερου φαινοτύπου ΙΙΜ με αυξημένο ογκολογικό κίνδυνο και κακή πρόγνωση. Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει τη διαγνωστική και προγνωστική αξία συγκεκριμένων αυτοαντισωμάτων και αυτοαντιγόνων και υπογραμμίζει τη σημασία του έγκαιρου και εξατομικευμένου ελέγχου για κακοήθεια στους ασθενείς με ΙΙΜ

    The impact of infertility on the mental health of women undergoing IVF

    No full text
    Infertility is a medical condition that can affect a significant number of couples worldwide, posing physical, emotional and psychological challenges. In recent years, the advent of assisted reproductive technologies, such as in vitro fertilization (IVF), has given hope to individuals struggling with infertility. While IVF offers a promising path to parenthood, the psychological toll it can take on the couple, and specifically on women undergoing treatment, remains a critical area of research. Aim: This study aims to explore the impact of infertility on the mental health of women undergoing IVF treatment. Given the demonstrated existence of psychological difficulties during the IVF process and the lack of studies focusing specifically on women's mental health, this study aims to: 1. Examine the impact of infertility on the mental health of women before and during IVF treatment. 2. Investigate how age, educational level, and miscarriage history influence the quality of life of women undergoing IVF. Methods: For the assessment of infertility on women’s mental health, the CES-D Scale, the State-Trait Anxiety Inventory for Adults, and the Fertility Problem Inventory scale were given before or during the diagnostic evaluation of the infertility and before the initiation of infertility treatment (ovulation induction). To assess the effect of ART on the mental health of the participants, the fertility quality of life tool was applied at the end of the procedure. Findings: The current study found that the greater age, the greater educational level and not having experienced a miscarriage were significantly associated with better quality of life and decreased stress during the IVF procedure. Conclusions: The application of psychological interventions is suggested in all women undergoing infertility treatment to cope with the challenges associated with infertility treatment.Η υπογονιμότητα είναι μια ιατρική κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει σημαντικό αριθμό ζευγαριών παγκοσμίως, θέτοντας σωματικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές προκλήσεις. Τα τελευταία χρόνια, η έλευση των τεχνολογιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), έδωσε ελπίδα στα άτομα που αγωνίζονται με υπογονιμότητα. Ενώ η εξωσωματική γονιμοποίηση προσφέρει μια πολλά υποσχόμενη πορεία προς τη γονεϊκότητα, το ψυχολογικό τίμημα που μπορεί να επιφέρει στο ζευγάρι, και συγκεκριμένα στις γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία, παραμένει ένας κρίσιμος τομέας έρευνας. Σκοπός: Δεδομένης της αποδεδειγμένης ύπαρξης ψυχολογικών δυσκολιών κατά τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης και της έλλειψης μελετών που να εστιάζουν ειδικά στην ψυχική υγεία των γυναικών, η παρούσα μελέτη έχει ως στόχο: 1. Να εξετάσει τις επιπτώσεις της υπογονιμότητας στην ψυχική υγεία των γυναικών πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας εξωσωματικής γονιμοποίησης. 2. Να διερευνήσει πώς η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και το ιστορικό αποβολών επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των γυναικών που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Μέθοδοι: Για την αξιολόγηση της υπογονιμότητας στην ψυχική υγεία των γυναικών, η κλίμακα CES-D, το State-Trait Anxiety Inventory for Adults και η κλίμακα Fertility Problem Inventory χορηγήθηκαν πριν ή κατά τη διάρκεια της διαγνωστικής αξιολόγησης της υπογονιμότητας και πριν από την έναρξη της θεραπείας υπογονιμότητας (πρόκληση ωορρηξίας). Για να εκτιμηθεί η επίδραση της ART στην ψυχική υγεία των συμμετεχόντων, εφαρμόστηκε το εργαλείο ποιότητας ζωής της γονιμότητας στο τέλος της διαδικασίας. Αποτελέσματα: Η παρούσα μελέτη διαπίστωσε ότι η μεγαλύτερη ηλικία, το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και η μη ύπαρξη αποβολής σχετίζονταν σημαντικά με καλύτερη ποιότητα ζωής και μειωμένο άγχος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξωσωματικής γονιμοποίησης. Συμπεράσματα: Η εφαρμογή ψυχολογικών παρεμβάσεων προτείνεται σε όλες τις γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία υπογονιμότητας ως ένας τρόπος αντιμετώπισης των προκλήσεων που σχετίζονται με τη θεραπεία υπογονιμότητας

    Study of the transport of gases and aerosols to the lungs of infants and young children using a mechanical breathing simulator model

    No full text
    The management of respiratory diseases in neonates and infants is challenging. The anatomy of the upper airway and the physiology of the respiratory system differ from those of older children and adults. Among the most common respiratory diseases are chronic lung disease of infancy, bronchiolitis, and asthma, the treatment of which is based on the administration of oxygen and inhaled medications (aerosols). The successful treatment of these disorders depends on the adequate transport and distribution of the above in the lower respiratory tract. A prototype mechanical breathing simulator was constructed to study the transport and distribution of oxygen and aerosols in neonates and infants' respiratory system. Simulation experiments were performed, with various respiratory parameters corresponding to different breathing patterns. It was studied the oxygen delivery to the lower respiratory tract using low-flow nasal cannula (LFNC) and high-flow nasal cannula (HFNC), as well as the deposition of aerosols. The oxygen delivery to the lower respiratory tract during LFNC depends on the device flow and patient factors, such as inspiratory time, respiratory rate, tidal volume, and minute ventilation. In young infants, the oxygen “pool” phenomenon in the upper respiratory tract results in high values ​​of delivered oxygen to the lungs. Existing mathematical formulas for predicting delivered oxygen either overestimate or underestimate the oxygen content of the mixture delivered to the lower respiratory tract. In HFNC, the fraction of delivered oxygen depends on the nasal cannula flow and patient factors. High flow rates result in the desired oxygen mixture. However, at low flows or intermediate flows with increased respiratory rates, the delivered oxygen is significantly lower. The above results were illustrated in predictive diagrams, with which the adjustment of LFNC or HFNC devices can be made through clinical assessment of respiratory rate, facilitating the proper delivery of oxygen in clinical practice. Regarding aerosols, their deposition in the lower respiratory tract is very low in infants and is further reduced by crying or at very small tidal volumes.Η αντιμετώπιση των αναπνευστικών νοσημάτων σε νεογνά και βρέφη παρουσιάζει προκλήσεις. Η ανατομία του ανώτερου αεραγωγού και η φυσιολογία του αναπνευστικού διαφέρουν από αυτές των μεγαλύτερων παιδιών και των ενηλίκων. Μεταξύ των συχνότερων νόσων του αναπνευστικού συγκαταλέγονται η χρόνια πνευμονική νόσος των βρεφών, η βρογχιολίτιδα και το άσθμα, των οποίων η αντιμετώπιση βασίζεται στη χορήγηση μίγματος υψηλής συγκέντρωσης οξυγόνου καθώς και εισπνεόμενων φαρμάκων (αερολυμάτων). Η επιτυχής αντιμετώπιση της νόσου εξαρτάται από την επαρκή διακίνηση και δράση των παραπάνω στο κατώτερο αναπνευστικό. Με σκοπό τη μελέτη του τρόπου διακίνησης του οξυγόνου και των αερολυμάτων στο αναπνευστικό σύστημα νεογνών και βρεφών, κατασκευάστηκε ένας πρωτότυπος μηχανικός προσομοιωτής της αναπνοής. Με τη χρήση αυτού έγινε μία σειρά πειραμάτων προσομοίωσης, με ποικίλες αναπνευστικές παραμέτρους που αντιστοιχούσαν σε διαφορετικά πρότυπα αναπνοής. Μελετήθηκε η απόδοση του οξυγόνου στο κατώτερο αναπνευστικό με τη χρήση ρινικής κάνουλας χαμηλής ροής (LFNC), ρινικής κάνουλας υψηλής ροής (HFNC) και η εναπόθεση αερολυμάτων. Η απόδοση οξυγόνου στο κατώτερο αναπνευστικό κατά τη χρήση LFNC εξαρτάται από τη ροή της συσκευής και από παράγοντες του ασθενή, όπως ο χρόνος εισπνοής, η αναπνευστική συχνότητα, ο αναπνεόμενος όγκος και ο κατά λεπτό αερισμός. Στα μικρά βρέφη, το φαινόμενο της «δεξαμενής» οξυγόνου στο ανώτερο αναπνευστικό επιφέρει πολύ υψηλές τιμές αποδιδόμενου οξυγόνου στους πνεύμονες. Οι υπάρχοντες μαθηματικοί τύποι πρόβλεψης του αποδιδόμενου οξυγόνου είτε υπερεκτιμούν είτε υποεκτιμούν την περιεκτικότητα σε οξυγόνο του μίγματος που αποδίδεται στο κατώτερο αναπνευστικό. Στην HFNC, το κλάσμα αποδιδόμενου οξυγόνου εξαρτάται από τη ροή της ρινικής κάνουλας και από αντίστοιχους παράγοντες του ασθενή. Υψηλές τιμές ροής επιφέρουν το επιθυμητό μίγμα οξυγόνου. Ωστόσο, σε χαμηλές ροές ή σε ενδιάμεσες ροές με αυξημένη αναπνευστική συχνότητα, το αποδιδόμενο οξυγόνο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Τα παραπάνω αποτελέσματα απεικονίστηκαν σε διαγράμματα πρόβλεψης, με τα οποία η ρύθμιση των συσκευών LFNC ή HFNC μπορεί να γίνει μέσω κλινικής αξιολόγησης της αναπνευστικής συχνότητας διευκολύνοντας την ορθή χορήγηση οξυγόνου στην κλινική πράξη. Σχετικά με τα αερολύματα, η εναπόθεσή τους στο κατώτερο αναπνευστικό είναι πολύ χαμηλή στα βρέφη, και μειώνεται περισσότερο με το κλάμα ή σε πολύ μικρούς αναπνεόμενους όγκους

    Study of egg quality characteristics following the supplementation of pomegranate byproducts on laying hens' diets

    No full text
    Pomegranate fruit has been widely used in traditional medicine. Both the edible and non-edible parts of the plant contain bioactive compounds, mainly phenolic compounds, which exert antioxidant, antimicrobial, anti-inflammatory, antineoplastic and other beneficial effects. Pomegranate can be utilized as a feed additive for livestock. In this sector, research has focused mainly on pomegranate byproducts. Pomegranate peel is a byproduct rich in phenolic compounds, which has been investigated mainly in broilers and ruminants, whereas relevant literature in laying hens is limited. Furthermore, the utilization of plant byproducts is in line with the terms of circular economy and environmental protection. The present work had two main objectives. The first one was to investigate the effects of pomegranate peel byproduct (PPB) dietary supplementation on egg quality and nutritional parameters in laying hens. The second objective was to investigate the effects of PPB supplementation and xylanase on egg quality and nutritional parameters in laying hens. The examined parameters were important for the industry (e.g. egg weight, eggshell quality, yolk color) and the consumer (e.g. yolk lipid oxidation, cholesterol content, total phenolic content). Performance of laying hens was also assessed. For the first study, an 8-week dietary experiment was carried out. A total of 48 Isa Brown laying hens were distributed into four experimental groups and offered diets supplemented with PPB as follows: 0% (Control); 1% (PPB1 group); 2.5% (PPB2.5 group); 5% (PPB5 group). The results showed that PPB5 eggs had heavier eggshells compared to Control and PPB1, whereas eggshell thickness was greater in this group compared with PPB1. Moreover, a linear response was recorded for egg weight. All PPB levels enhanced yolk color and reduced yolk MDA levels in a dose-dependent manner. The administration of 1% PPB resulted in elevated yolk cholesterol levels. Lipidomic analysis revealed alterations in yolk lipidomic profiles of PPB2.5 and PPB5 groups. Mainly, ceramides were upregulated. For the second objective, diets supplemented with 2,5% or 5% PPB were used, based on the results of the first study, with or without the inclusion of xylanase. A total of 48 Isa Brown laying hens were distributed to the following experimental groups and fed with the experimental diets for 8 weeks: T1 (2.5% PPB); T2 (2.5% PPB & xylanase); T3 (5% PPB); T4 (5% PPB & xylanase). At the end of the experimental period, eggs were analyzed for quality and nutritional parameters. The results showed that xylanase addition enhanced yolk color and TPC, when combined with 2,5% PPB inclusion level. The groups supplemented with the higher PPB inclusion level (T3, T4) had lower yolk MDA content, which was in agreement with the results of the first study. Overall, dried and grinded pomegranate peel can improve several egg quality parameters (egg weight, yolk color, MDA content, lipidomic profile) following dietary supplementation in laying hens, while maintaining hens’ performance. The addition of xylanase enzyme was more efficient when combined with 2.5% PPB inclusion level. A secondary objective achieved was to obtain information about the possibilities of utilizing pomegranate byproducts as livestock feed additives.Το ρόδι περιέχει σημαντικές συγκεντρώσεις βιοενεργών συστατικών στα διάφορα τμήματά του. Πρόκειται κυρίως για φαινολικά συστατικά, που ασκούν αντιοξειδωτικές, αντιμικροβιακές, αντιφλεγμονώδεις, αντινεοπλασματικές και άλλες ευεργετικές επιδράσεις. Εξαιτίας των συστατικών αυτών, μπορεί να αξιοποιηθεί στον κλάδο της διατροφής παραγωγικών ζώων, με τη σχετική έρευνα να έχει εστιάσει κυρίως στα παραπροϊόντα της επεξεργασίας του ροδιού. Ο φλοιός του ροδιού είναι ένα παραπροϊόν πλούσιο σε φαινολικά συστατικά. Η ενσωμάτωσή του στη διατροφή παραγωγικών ζώων έχει διερευνηθεί κυρίως σε μηρυκαστικά και κρεοπαραγωγά ορνίθια, ενώ η αντίστοιχη βιβλιογραφία στις αυγοπαραγωγές όρνιθες είναι περιορισμένη. Η παρούσα διατριβή είχε δύο στόχους: α) να διερευνήσει τις επιδράσεις της χορήγησης ενός παραπροϊόντος φλοιού ροδιού (ΠΦΡ) στο σιτηρέσιο αυγοπαραγωγών ορνίθων στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και σε παραμέτρους θρεπτικής αξίας των αυγών και β) να εξετάσει τα αποτελέσματα της ταυτόχρονης χορήγησης ΠΦΡ και ενζύμου ξυλανάσης στο σιτηρέσιο αυγοπαραγωγών ορνίθων σε αντίστοιχες παραμέτρους του αυγού. Οι παράμετροι που εξετάστηκαν ήταν σημαντικές για τη βιομηχανία (πχ μέγεθος αυγού, ποιότητα κελύφους, χρωματισμός λεκίθου) και για τον καταναλωτή (πχ οξείδωση λιπιδίων, επίπεδα χοληστερόλης, ολικό φαινολικό περιεχόμενο). Παράλληλα, εκτιμήθηκαν οι αποδόσεις των ορνίθων. Για την επίτευξη του πρώτου στόχου, 48 αυγοπαραγωγές όρνιθες Isa Brown κατανεμήθηκαν σε 4 πειραματικές ομάδες και διατρέφονταν για 8 εβδομάδες με σιτηρέσια εμπλουτισμένα με ΠΦΡ ως εξής: 0% (ομάδα Μαρτύρων), 1% (ομάδα ΠΦΡ1), 2,5% (ομάδα ΠΦΡ2,5), 5% (ομάδα ΠΦΡ5). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στην ομάδα ΠΦΡ5 το βάρος του κελύφους ήταν μεγαλύτερο συγκριτικά με την ομάδα των Μαρτύρων και την ομάδα ΠΦΡ1, ενώ το πάχος του κελύφους ήταν μεγαλύτερο συγκριτικά με την ομάδα ΠΦΡ1. Ακόμη, καταγράφηκε γραμμική απόκριση ως προς την αύξηση του βάρους του αυγού. Παρατηρήθηκε, δοσοεξαρτώμενα, ενίσχυση του χρωματισμού της λεκίθου και ελάττωση των επιπέδων MDA στη λέκιθο. Η χορήγηση 1% ΠΦΡ οδήγησε σε αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στη λέκιθο. Η λιπιδομική ανάλυση έδειξε διαφοροποιήσεις στο λιπιδομικό προφίλ των λεκίθων στις ομάδες ΠΦΡ2,5 και ΠΦΡ5 συγκριτικά με αυτό της ομάδας των Μαρτύρων, με αυξήσεις κυρίως σε Ceramides. Για την πραγματοποίηση του δεύτερου στόχου, χορηγήθηκαν τα σιτηρέσια που ήταν εμπλουτισμένα με 2,5% και 5% ΠΦΡ σε 48 αυγοπαραγωγές όρνιθες Isa Brown με ή χωρίς την προσθήκη ξυλανάσης, ως εξής: Τ1 (2,5% ΠΦΡ), Τ2 (2,5% ΠΦΡ + ξυλανάση), Τ3 (5% ΠΦΡ), Τ4 (5% ΠΦΡ + ξυλανάση). Η διάρκεια του πειραματισμού ήταν 8 εβδομάδες. Ακολούθησε εκτίμηση παραμέτρων ποιότητας και θρεπτικής αξίας στα παραγόμενα αυγά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η προσθήκη ξυλανάσης οδήγησε σε πιο έντονο χρωματισμό και υψηλότερο ολικό φαινολικό περιεχόμενο στη λέκιθο, όταν συνδυάστηκε με επίπεδο χορήγησης ΠΦΡ 2,5%. Τα επίπεδα MDA της λεκίθου ήταν χαμηλότερα στις ομάδες Τ3 και Τ4. Συνολικά, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο φλοιός του ροδιού, μετά από ξήρανση, άλεση και ενσωμάτωση στο σιτηρέσιο αυγοπαραγωγών ορνίθων, μπορεί να βελτιώσει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά των αυγών (βάρος αυγού, χρωματισμός λεκίθου, επίπεδα MDA, λιπιδομικό προφίλ), διατηρώντας τις αποδόσεις των πτηνών. Η προσθήκη ενζύμου ξυλανάσης ήταν περισσότερο αποτελεσματική όταν συνδυάστηκε με επίπεδο χορήγησης ΠΦΡ 2,5%. Τέλος, ένας δευτερεύων στόχος που επιτεύχθηκε είναι η απόκτηση πληροφόρησης για τη δυνατότητα αποτελεσματικής διαχείρισης των παραπροϊόντων της βιομηχανικής επεξεργασίας ροδιού, μέσω της ενσωμάτωσής τους σε ζωοτροφές

    Sensory evaluation of spirits, with focus on grape marc distillates: comparison of different sensory methodologies and correlation with analytical chemistry markers of the products

    No full text
    Grape marc spirits, compose a traditional yet timeless product category of beverages, with increasing relevance in the Greek and international spirits markets. Nevertheless, research on the sensory aspects of those products, particularly regarding the Greek spirits is limited. This research provides a detailed understanding of Greek grape marc spirits (Tsipouro and Tsikoudia), focusing on their volatile composition, sensory characteristics, and classification methodologies. Firstly, headspace solid-phase microextraction coupled with gas chromatography–mass spectrometry (HS-SPME-GC-MS) identified over 200 volatile compounds, including higher alcohols, esters, acids, and terpenes, in 39 samples from eight major geographical regions. Chemometric analysis using partial least squares discriminant analysis (PLS-DA) achieved 76.92% accuracy in classifying samples by geographical origin and 100% accuracy for three out of four Protected Geographical Indication (PGI), with the Tyrnavos region showing the most distinctive separation. Another study explored the potential of attenuated total reflectance–Fourier transform infrared (ATR-FTIR) spectroscopy combined with chemometrics as a rapid classification tool. This approach demonstrated high accuracy, correctly classifying 89.5% of products from northern regions and 83.3% from southern regions. Moreover, it achieved a 95% accuracy in identifying double-distilled products, highlighting its utility for quick and non-destructive analysis. An additional distinction that emerged was between the PGI distillates of Crete (Tsikoudia) and those of other PGI regions (Tsipouro). Focusing on sensory evaluation, the combination of Polarized Projective Mapping (PPM) and Ultra Flash Profiling (UFP) allowed the first profiling of Greek grape marc spirits in terms of sensory attributes. These methods revealed that grape variety was the primary factor influencing sensory differentiation, while distillation style also had a significant impact. Clear clusters were observed based on these variables, with the methods collectively explaining 39.7% and 43.1% of the variance in sensory data, respectively. This classification approach demonstrated the feasibility of linking sensory attributes to production aspects, such as grape varieties, distillation techniques, and geographical origin. Furthermore, after enriching the original product set with spirits from Cyprus (Zivania) and Italy (Grappa), a sensory wheel was developed. This was achieved through integration of Check-All-That-Apply (CATA), Rate-All-That-Apply (RATA), and Ultra Flash Profile (UFP) methods, while using a panel of trained wine assessors. Forty five (45) unique sensory descriptors across aroma, taste, and mouthfeel were identified, and were further organized into primary and secondary categories, resulting in a practical tool for quality control and product differentiation. Those multidisciplinary approaches advance the scientific understanding of Greek grape marc spirits, offering valuable tools for authentication, quality assurance, and market communication. They underline the unique qualities of these traditional products, supporting their promotion and recognition in local and international marketsΤα αποστάγματα στεμφύλων σταφυλής, αποτελούν μια παραδοσιακή αλλά και διαχρονική κατηγορία ποτών με ανοδικές προοπτικές στην Ελληνική αλλά και διεθνή αγορά. Παρόλα αυτά, η εμπεριστατωμένη γνώση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών αυτών των προϊόντων μέχρι σήμερα είναι αρκετά περιορισμένη, ειδικά όσον αφορά τα Ελληνικά προϊόντα. Στην παρουσα μελέτη παρουσιάζεται λεπτομερής ανάλυση των Ελληνικών αποσταγμάτων στέμφυλων σταφυλιών (Τσίπουρο και Τσικουδιά), εστιάζοντας στη σύσταση των πτητικών ενώσεων, των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών, και διαφόρων μεθόδων ταξινόμησης αυτών. Χρησιμοποιώντας ως μέθοδο εκχύλισης την μικροεκχύλιση στερεής φάσης σε συνδυασμό με αέρια χρωματογραφία-φασματομετρία μαζών (HS-SPME-GC-MS) ταυτοποιήθηκαν περισσότερες από 200 πτητικές ενώσεις, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων αλκοολών, εστέρων, οξέων και τερπενίων, σε 39 δείγματα μη αρωματισμένων και μη παλαιωμένων αποσταγμάτων στεμφύλων, από οκτώ μεγάλες γεωγραφικές περιοχές. Η χημειομετρική ανάλυση μέσω της διακριτικής ανάλυσης μερικών ελαχίστων τετραγώνων (PLS-DA) πέτυχε ακρίβεια 76,92% στην ταξινόμηση των δειγμάτων ανά γεωγραφική προέλευση και 100% ακρίβεια για τρεις από τις τέσσερις περιοχές Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ), με την περιοχή του Τυρνάβου να παρουσιάζει τη μεγαλύτερη διακριτότητα. Ακολούθως αξιολογήθηκε η δυνατότητα της φασματοσκοπίας υπερύθρων με αποσβένουσα ολική ανάκλαση (ATR-FTIR) σε συνδυασμό με χημειομετρία ως ένα ταχύ εργαλείο ταξινόμησης. Αυτή η προσέγγιση έδειξε υψηλή ακρίβεια, ταξινομώντας σωστά το 89,5% των προϊόντων από τον Βορρά και το 83,3% από τον Νότο. Επιπλέον, πέτυχε ακρίβεια 95% στην ταυτοποίηση προϊόντων διπλής απόσταξης. Ένας επιπλέον διαχωρισμός που προέκυψε ήταν των αποσταγμάτων Κρήτης (Τσικουδιά), σε σχέση με τιςυπόλοιπες ΠΓΕ περιοχές (Τσίπουρο). Εστιάζοντας στην οργανοληπτική αξιολόγηση, ο συνδυασμός της Προβολικής Χαρτογράφησης με χρήση πόλων (PPM) και της Πολύ Σύντομης Περιγραφής (UFP) επέτρεψε την πρώτη αισθητηριακή χαρτογράφηση των Ελληνικών αποσταγμάτων στεμφύλων σταφυλής. Αυτές οι μέθοδοι αποκάλυψαν ότι η ποικιλία σταφυλιών ήταν ο κύριος παράγοντας που επηρέασε την αισθητηριακή διαφοροποίηση, ενώ ο τρόπος απόσταξης είχε επίσης σημαντική επίδραση. Παρατηρήθηκαν σαφείς ομάδες προϊόντων βάσει αυτών των παραμέτρων, με τις μεθόδους να εξηγούν συνολικά το 39,7% και 43,1% της διακύμανσης των αισθητηριακών δεδομένων, αντίστοιχα. Αυτή η ταξινομική προσέγγιση απέδειξε τη δυνατότητα σύνδεσης των αισθητηριακών χαρακτηριστικών των προϊόντων, με παραμέτρους όπως οι ποικιλίες σταφυλιών, οι τεχνικές απόσταξης και η γεωγραφική προέλευση. Επιπλέον, αναπτύχθηκε ένας αισθητηριακός τροχός για την γενικότερη κατηγορία των μη αρωματισμένων και μη παλαιομένων αποσταγμάτων στεμφύλων, εμπλουτίζοντας τον αρχικό αριθμό δειγμάτων, με δείγματα από την Κύπρο (Ζιβανίες) και την Ιταλία (Grappa). Mέσω της ενσωμάτωσης των μεθόδων Σημειώστε/ Βαθμολογήστε όλα όσα ισχύουν και Πολύ Σύντομη Περιγραφή, ταυτοποιήθηκαν 45 μοναδικοί αισθητηριακοί περιγραφείς για το άρωμα, τη γεύση και την υφή. Αυτοί οι όροι οργανώθηκαν σε κύριες και δευτερεύουσες κατηγορίες, δημιουργώντας ένα πρακτικό εργαλείο για τον ποιοτικό έλεγχο και τη διαφοροποίηση των προϊόντων. Αυτές οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις προωθούν την επιστημονική κατανόηση των Ελληνικών αποσταγμάτων στέμφυλων, παρέχοντας πολύτιμα εργαλεία για την πιστοποίηση, τη διασφάλιση ποιότητας και την επικοινωνία με την αγορά. Υπογραμμίζουν την μοναδικότητα αυτών των παραδοσιακών αποσταγμάτων, υποστηρίζοντας την προώθηση και αναγνώρισή τους σε τοπικό και διεθνές επίπεδο

    Moralische und politische Argumente für die Begründung und Einschränkungen eines Rechts auf Migration

    No full text
    The dissertation begins with the question of the possibility of a general foundation for the right to migration, as a right corresponding to the obligations of reception, integration, and political equalization. It examines reasons why such a right necessarily transcends the distinction between refugees and migrants, and shifts the basis on which it must be conceived and examined from the receiving state to the level of an international society of independent and outward-looking states. With this cosmopolitan normative foundation, which diverges both from theories of international distributive justice and from ethnocentric conceptions, the reasonable extensions of Kant’s universal right to hospitality are sought through the relationship of cosmopolitan law with other aspects of Kantian theory regarding the state and the international structure. Other major philosophical contributions that are utilized are Rawls’s conception of non-ideal theory primarily, as well as concrete Hegelian ideas from the Philosophy of Right, which serve to reinforce an endeavor for a reasonable extension of the right to hospitality toward asylum, the regularization of residence, and naturalization. The conception of the person as unconditionally capable and obligated to live under relations of political equality emerges as a guide both for duties toward the stranger and for those toward other states of the international society. Thus, an unconditional general duty of reception is excluded, while instead of mere response to need and the rectification of an international inequality, the right of exit is proposed as the foundation of a universal duty to respond to the consequent claim of reception, but with a differentiated, variable content. The right to emigration validates the rights and obligations of the individual toward their state, while being harmonized with the non-univocal relationship between the individual and the international order (both directly and through their state). Naturally, this imposes on the receiving state a fuller sovereignty of law in regulating the field of migrant reception. The argument is completed with the intrastate dimension of the duties of cosmopolitan law, with their proposed basis being Kant’s conception of the cosmopolitan spirit: the limitation of political homelessness and the perpetuation of inequality between natives and newcomers thus emerges as a duty of virtue - in an analogical sense - toward the collective self.Η διατριβή εκκινεί από το ερώτημα της δυνατότητας μιας γενικής θεμελίωσης του δικαιώματος μετανάστευσης, ως δικαιώματος που αντιστοιχεί στις υποχρεώσεις υποδοχής, ένταξης και πολιτικής ισοτίμησης. Εξετάζονται λόγοι για τους οποίους ένα τέτοιο δικαίωμα αναγκαστικά υπερβαίνει την διάκριση μεταξύ προσφύγων και μεταναστών, μετατοπίζεται δε το υπόβαθρο επί του οποίου οφείλει να συλλαμβάνεται και να εξετάζεται, από το υποδεχόμενο κράτος στο επίπεδο μιας διεθνούς κοινωνίας ανεξάρτητων και εξωστρεφών κρατών. Μ’ αυτό το κοσμοπολιτικό κανονιστικό υπόβαθρο, το οποίο αποκλίνει τόσο από θεωρίες διεθνούς διανεμητικής δικαιοσύνης όσο και από εθνοκεντρικές αντιλήψεις, αναζητώνται οι εύλογες προεκτάσεις του καντιανού καθολικού δικαιώματος στη φιλοξενία μέσα από την σχέση του κοσμοπολιτικού δικαίου με ευρύτερες θέσεις της καντιανής θεωρίας για το κράτος και την διεθνή δομή. Αξιοποιούνται επίσης, πρώτιστα η ρωλσιανή σύλληψη της μη ιδεώδους θεωρίας, αλλά και εγελιανές σκέψεις από την Φιλοσοφία Δικαίου, οι οποίες λειτουργούν ενισχυτικά προς ένα εγχείρημα εύλογης επέκτασης του δικαιώματος φιλοξενίας προς το άσυλο, την οριστικοποίηση της διαμονής και την πολιτογράφηση. Η αντίληψη του προσώπου ως απροϋπόθετα ικανού και υπόχρεου να ζήσει υπό σχέσεις πολιτικής ισοτιμίας αναδεικνύεται ως οδηγός τόσο για τα καθήκοντα απέναντι στον ξένο, όσο και για εκείνα προς τα άλλα κράτη της διεθνούς κοινωνίας. Έτσι, αποκλείεται ένα άνευ όρων γενικό καθήκον υποδοχής, ενώ στην θέση της ανταπόκρισης στην ανάγκη και της αποκατάστασης μιας διεθνούς ανισότητας, προτείνεται το δικαίωμα εξόδου ως θεμέλιο ενός καθολικού καθήκοντος ανταπόκρισης στο συνακόλουθο αίτημα υποδοχής, με διαβαθμισμένο όμως κατ’ ιδίαν περιεχόμενο. Το δικαίωμα αποδημίας επικυρώνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου προς την πολιτεία του, εναρμονιζόμενο παράλληλα με την μη μονοσήμαντη σχέση μεταξύ ατόμου και διεθνούς τάξης (απευθείας και διαμέσου της πολιτείας του). Φυσιολογικά έτσι επιβάλλει στο κράτος υποδοχής μια πληρέστερη κυριαρχία του νόμου κατά την ρύθμιση του πεδίου της υποδοχής μεταναστών. Το επιχείρημα ολοκληρώνεται με την ενδοπολιτειακή διάσταση των καθηκόντων του κοσμοπολιτικού δικαίου, με προτεινόμενο έρεισμά τους την καντιανή σύλληψη του κοσμοπολιτικού φρονήματος: ο περιορισμός της πολιτικής ανεστιότητας και της διαιώνισης της ανισοτιμίας μεταξύ γηγενών και επήλυδων αναδεικνύεται έτσι ως οιονεί αρεταϊκό καθήκον προς τον συλλογικό εαυτό.Die Dissertation beginnt mit der Frage nach der Möglichkeit einer allgemeinen Begründung des Rechts auf Migration als eines Rechts, das den Verpflichtungen der Aufnahme, Integration und politischen Gleichstellung entspricht. Es werden Gründe untersucht, warum ein solches Recht notwendigerweise die Unterscheidung zwischen Flüchtlingen und Migranten übersteigt und der Hintergrund, auf dem es begriffen und geprüft werden muss, vom aufnehmenden Staat auf die Ebene einer internationalen Gesellschaft unabhängiger und nach außen orientierter Staaten verlagert wird. Vor diesem weltbürgerlichlen normativen Hintergrund, der sowohl von Theorien internationaler distributiver Gerechtigkeit als auch von ethnozentrischen Auffassungen abweicht, werden die vernünftigen Erweiterungen des kantischen universellen Rechts auf Gastfreundschaft im Zusammenhang des Weltbürgerrechts mit weiter gefassten Positionen der kantischen Staats- und Völkerrechtstheorie gesucht. Es werden zudem primär Rawls’ Konzeption der nicht-idealen Theorie sowie hegelsche Gedanken aus der Rechtsphilosophie herangezogen, die ein Vorhaben einer vernünftigen Ausweitung des Rechts auf Gastfreundschaft auf Asyl, die Festigung des Aufenthalts und die Einbürgerung verstärken. Die Auffassung der Person als bedingungslos fähig und verpflichtet, unter Bedingungen politischer Gleichheit zu leben, erweist sich als Leitlinie sowohl für die Pflichten gegenüber dem Fremden als auch für jene gegenüber den anderen Staaten der internationalen Gesellschaft. Damit wird eine bedingungslose allgemeine Aufnahmepflicht ausgeschlossen, während anstelle der bloßen Reaktion auf Bedürftigkeit und der Behebung internationaler Ungleichheit das Ausreiserecht als Grundlage einer universellen Pflicht zur Reaktion auf das daraus folgende Aufnahmeersuchen vorgeschlagen wird, allerdings mit differenziertem, individuell spezifischem Inhalt. Das Recht auf Auswanderung bestätigt die Rechte und Pflichten des Individuums gegenüber seinem Staat und harmoniert zugleich mit der nicht eindeutigen Beziehung zwischen Individuum und internationaler Ordnung (direkt und vermittels seines Staates). Natürlich fordert dies vom aufnehmenden Staat eine umfassendere Herrschaft des Rechts bei der Regelung des Bereichs der Aufnahme von Migranten. Das Argument wird mit der innerstaatlichen Dimension der Pflichten des Weltbürgerrechts abgeschlossen, deren vorgeschlagene Grundlage die kantische Konzeption der weltbürgerlichen Gesinnung: Die Begrenzung der politischen Heimatlosigkeit und der Fortdauer der Ungleichheit zwischen Einheimischen und Zugezogenen wird so als einer Art Tugendpflicht gegenüber dem kollektiven Selbst hervorgehoben

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇