Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Η δυνατότητα εφαρμογής και η αποδοχή μιας εφαρμογής (κινητού) για άνδρες με συμπτώματα κατωτέρου ουροποιητικού / καλοήθη υπερπλασία προστάτη: μια πιλοτική μελέτη

    No full text
    ABSTRACT Background The increasing prevalence of smartphone use presents a valuable opportunity to monitor patients experiencing lower urinary tract symptoms (LUTS) and benign prostatic obstruction (BPO) through well-designed medical applications. Objectives Primary: Assess the feasibility and the acceptability of a mobile app (MyBPHCare) for men with LUTS/BPO. Secondary: Capture medical adherence using electrοnic reminders, recοrd if treatment provided is in compliance with guidelines. Design, Setting, and Participants This observational cohort pilot study was conducted in Greece, Türkiye, and Italy, involving men aged over 40 years with LUTS, either untreated or under treatment. Patients with previous LUTS/BPO invasive treatment – pelvic surgery - radiοtherapy, histοry of neurolοgical disease, histοry of bladder or prοstate cancer, as well as patients unable tο provide infοrmed cοnsent, analphabet, unable to οperate a smartphone / tablet / computer and unable to understand the language were excluded. Patients received standard care according to the physician’s practice. Duration was 6 months. Standard questionnaires, diagnostic tools, medication, and follow-up visits were employed. Quality of the app was assessed by the patients using a standardized, translated and validated app rating user questionnaire known as the uMARS. No intervention was made. Results and Limitations Overall, 68.15% filled in the uMARS questionnaire and the uMARS mean scores were: App Quality (3.43), Engagement (3.21), Functionality (3.47), Aesthetics (3.37), and Information (3.68), all ranging between “Acceptable” and “Good”. 96.3% of the participants would recommend using the app. Limitations of the study: younger patients were keener to participate, internet connection was required. Conclusions The MyBPHCare app demonstrates potential as a feasible and well-accepted tool for virtually monitoring men with LUTS/BPO. Patient Summary This study is the first to assess a digital app designed to manage a benign urological condition. The results suggest that the app meets the criteria for potential feasibility.ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ιστορικό Η αυξανόμενη χρήση των έξυπνων κινητών τηλεφώνων προσφέρει μια πολύτιμη ευκαιρία για την παρακολούθηση ασθενών με συμπτώματα κατώτερου ουροποιητικού και καλοήθη υπερπλασία προστάτη μέσω κατάλληλα σχεδιασμένων ιατρικών εφαρμογών. Σκοποί Κύριος σκοπός: Αξιολόγηση της εφαρμογής και της αποδοχής της χρήσης μιας εφαρμογής κινητού (MyBPHCare) για άνδρες με συμπτώματα κατώτερου ουροποιητικού / καλοήθη προστατική απόφραξη. Δευτερεύοντες σκοποί: Καταγραφή της συμμόρφωσης στη φαρμακευτική αγωγή μέσω ηλεκτρονικών υπενθυμίσεων, και έλεγχος της συμμόρφωσης της θεραπείας με τις κατευθυντήριες οδηγίες. Μελέτη – Πληθυσμός – Μέθοδοι Πρόκειται για πιλοτική προοπτική μελέτη παρατήρησης, που διεξήχθη στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Ιταλία και περιλάμβανε άνδρες άνω των 40 ετών με συμπτώματα κατώτερου ουροποιητικού, είτε χωρίς θεραπεία είτε υπό φαρμακευτική αγωγή. Αποκλείστηκαν ασθενείς με προηγούμενη επεμβατική θεραπεία για συμπτώματα κατώτερου ουροποιητικού / καλοήθη προστατική απόφραξη – χειρουργείο στην πύελο – ακτινοθεραπεία, ιστορικό νευρολογικής νόσου, ιστορικό καρκίνου της ουροδόχου κύστης ή του προστάτη, καθώς και όσοι δεν μπορούσαν να δώσουν ενυπόγραφη συγκατάθεση, ήταν αναλφάβητοι, αδυνατούσαν να χειριστούν κινητό / τάμπλετ / υπολογιστή ή δεν κατανοούσαν τη γλώσσα. Οι ασθενείς έλαβαν την καθιερωμένη φροντίδα σύμφωνα με την κλινική πρακτική του θεράποντος ιατρού. Η διάρκεια της μελέτης ήταν 6 μήνες. Χρησιμοποιήθηκαν τυποποιημένα ερωτηματολόγια, διαγνωστικά εργαλεία, φαρμακευτική αγωγή και επισκέψεις παρακολούθησης. Η ποιότητα της εφαρμογής αξιολογήθηκε από τους ασθενείς μέσω του τυποποιημένου, μεταφρασμένου και επικυρωμένου ερωτηματολογίου αξιολόγησης εφαρμογών uMARS. Δεν πραγματοποιήθηκε καμία παρέμβαση. Αποτελέσματα και Περιορισμοί Συνολικά, το 68,15% συμπλήρωσε το ερωτηματολόγιο uMARS και οι μέσοι όροι uMARS ήταν: Ποιότητα Εφαρμογής (3,43), Εμπλοκή Χρήστη (3,21), Λειτουργικότητα (3,47), Αισθητική (3,37) και Πληροφορίες (3,68), κυμαινόμενοι μεταξύ του «Αποδεκτού» και του «Καλού». Το 96,3% των συμμετεχόντων θα συνέστηνε τη χρήση της εφαρμογής. Περιορισμοί της μελέτης: νεότεροι ασθενείς ήταν περισσότερο πρόθυμοι να συμμετάσχουν, ενώ απαιτείτο σύνδεση στο διαδίκτυο. Συμπεράσματα Η εφαρμογή MyBPHCare δείχνει ότι αποτελεί ένα εφικτό και καλά αποδεκτό εργαλείο για την εικονική παρακολούθηση ανδρών με συμπτώματα κατώτερου ουροποιητικού / καλοήθη προστατική απόφραξη. Σύνοψη για τους Ασθενείς Αυτή η μελέτη είναι η πρώτη που αξιολογεί μια ψηφιακή εφαρμογή σχεδιασμένη για την αντιμετώπιση μιας καλοήθους ουρολογικής κατάστασης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η εφαρμογή πληροί τα κριτήρια εν δυνάμει εφικτότητας

    Effective leadership in decision making as a mediating factor between teachers and parents in primary schools in Western Macedonia

    No full text
    The quality of leadership exercised within the school is crucial to developing an effective school and enhancing student achievement. Leadership is characterised by high communication skills and elements of moral authority of the leader, which are essential for resolving conflicts that arise in the school environment. In primary education, parental involvement is often a cause of conflict between teachers and parents, which makes the role of the headteacher critical in managing these relationships. The Principal, as a senior member of the school unit, assumes the role of mediator with the aim of smoothing communication and enhancing cooperation between the two parties. This thesis focuses on the role of the school leader in mediating between teachers and parents, with emphasis on the communication skills and strategies required for the effectiveness and ethical dimension of his/her intervention. The study was implemented using quantitative methodology and systematic sampling, using a specially designed questionnaire based on previous research with related content. Data were entered and analyzed using the statistical program IBM SPSS Statistics version 21. The results highlighted two key strategies associated with the effectiveness of the principal in the role of mediator: the active involvement of parents and teachers in the problem-solving process and the individual information and intervention of the principal to restore relationships. Through a factor analysis, key characteristics that the principal as a mediator should possess emerged: cooperativeness, organizational skills, use of body language, application of proactive practices, dynamic character, moral integrity, scientific training and continuous information. In conclusion, principals who take an active role in mediation perceive their role positively and see the effectiveness of their interventions from both the parents' and teachers' perspective. In contrast, vice-principals and teachers, who are recipients rather than protagonists of the mediation role, express reservations about the effectiveness and responsiveness of these interventions, considering that they do not sufficiently promote the effectiveness of communication and cooperation within the school community.Η ποιότητα της ηγεσίας που ασκείται εντός της εκπαιδευτικής μονάδας είναι καθοριστική για την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού σχολείου και την ενίσχυση των επιδόσεων των μαθητών. Η ηγεσία χαρακτηρίζεται από υψηλές επικοινωνιακές δεξιότητες και στοιχεία ηθικού κύρους του ηγέτη, τα οποία είναι ουσιώδη για την επίλυση συγκρούσεων που ανακύπτουν στο σχολικό περιβάλλον. Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, η γονεϊκή εμπλοκή συχνά αποτελεί αιτία συγκρούσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων, γεγονός που καθιστά τον ρόλο του/της Διευθυντή/ντριας κρίσιμο στη διαχείριση αυτών των σχέσεων. Ο/Η Διευθυντής/ντρια, ως ανώτερο στέλεχος της σχολικής μονάδας, αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή με στόχο την εξομάλυνση της επικοινωνίας και την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των δύο μερών. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στον ρόλο του σχολικού ηγέτη στη διαμεσολάβηση ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και γονείς, με έμφαση στις επικοινωνιακές δεξιότητες και στρατηγικές που απαιτούνται για την αποτελεσματικότητα και την ηθική διάσταση της παρέμβασής του/της. Η μελέτη υλοποιήθηκε με ποσοτική μεθοδολογία και συστηματική δειγματοληψία, χρησιμοποιώντας ειδικά διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο που βασίστηκε σε προγενέστερες έρευνες με συναφές περιεχόμενο. Τα δεδομένα καταχωρήθηκαν και αναλύθηκαν με τη χρήση του στατιστικού προγράμματος IBM SPSS Statistics έκδοση 21. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν δύο βασικές στρατηγικές που συνδέονται με την αποτελεσματικότητα του/της Διευθυντή/ντριας στον ρόλο του διαμεσολαβητή: η ενεργή συμμετοχή γονέων και εκπαιδευτικών στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων και η ατομική ενημέρωση και παρέμβαση του/της Διευθυντή/ντριας για την αποκατάσταση των σχέσεων. Μέσω παραγοντικής ανάλυσης αναδείχθηκαν βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει ο/η Διευθυντής/ντρια ως διαμεσολαβητής: συνεργατικότητα, οργανωτικότητα, χρήση της γλώσσας του σώματος, εφαρμογή δραστικών πρακτικών, δυναμικός χαρακτήρας, ηθική ακεραιότητα, επιστημονική κατάρτιση και συνεχής ενημέρωση. Συμπερασματικά, οι Διευθυντές/ντριες που αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στη διαμεσολάβηση αντιλαμβάνονται θετικά τον ρόλο τους και διαπιστώνουν την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεών τους τόσο από την πλευρά των γονέων όσο και από την πλευρά των εκπαιδευτικών. Αντίθετα, οι υποδιευθυντές και οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι είναι δέκτες και όχι πρωταγωνιστές του διαμεσολαβητικού ρόλου, εκφράζουν επιφυλάξεις σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ανταπόκριση αυτών των παρεμβάσεων, θεωρώντας ότι δεν προωθούν επαρκώς την αποδοτικότητα της επικοινωνίας και της συνεργασίας εντός της σχολικής κοινότητας

    Forms of invalidity in the evidentiary process of civil litigation

    No full text
    The crucial facts of a civil trial must de proved by the means of evidence which are restrictively referred to in article 339 of the Greek Code of Civil Procedure, namely confession, autopsy, expertise, documents, examination of the parties, testimonies, affidavits and judicial presumptions. The above-mentioned means of evidence must be distinguished from the procedural acts of the procedural law, insofar as the breach of those provisions that must be observed in order for the means of evidence to be valid does not result in procedural invalidity, but in the inadmissibility of the respective means of evidence. This dissertation aims to distinguish the means of evidence from the procedural acts of the procedural law as well as to categorize invalid means of evidence into non-existent and inadmissible, based mainly on the findings of case law. More specifically, the general part presents the categories of non-existent and inadmissible means of evidence. The last one category includes: a) the illegally acquired means of evidence, b) the means of evidence the use of which is excluded either by the law itself or by a valid agreement of the parties, and c) the means of evidence that have not been submitted or invocated in a lawful manner. Simultaneously, the general part lays emphasis on the inspection of the means of evidence through the appeal in cassation. Subsequently, the special part of this study presents all the terms of existence of the major means of evidence which are mentioned in article 339 of the Greek Code of Civil Procedure (confession, autopsy, expertise, testimonies, affidavits and documents). Furthermore, special attention is devoted to all cases that each means of evidence is deemed non-existent or even invalid, under the subscription of procedural prejudice according to article 159 n. 3 of the Greek Code of Civil Procedure. Despite the fact that, invalidity does not apply, as a sanction, to the means of evidence (since the last ones are not procedural acts of the procedural law), courts quite often apply the provisions of invalidity in order to deem a means of evidence as valid. The procedural legislator has already adopted this view, as follows from the provision of article 424 s. b of the Greek Code of Civil Procedure regarding the validity of affidavits.Η απόδειξη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στην πολιτική δίκη υλοποιείται κατά κανόνα με τα περιοριστικώς προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ομολογία, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, την εξέταση των διαδίκων, τους μάρτυρες, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα πρέπει να διακρίνονται από τις διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου, στο μέτρο που η παραβίαση των διατάξεων που προβλέπουν την παραγωγή των αποδεικτικών μέσων δεν συνεπάγεται δικονομική ακυρότητα, αλλά το μη επιτρεπτό του εκάστοτε αποδεικτικού μέσου. Η παρούσα διατριβή, λοιπόν, αποσκοπεί ακριβώς στη διάκριση των αποδεικτικών μέσων από τις διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου καθώς και στη κατηγοριοποίηση των ανίσχυρων αποδεικτικών μέσων σε ανυπόστατα και μη επιτρεπτά, αξιοποιώντας κυρίως τα πορίσματα της ελληνικής νομολογίας. Πιο συγκεκριμένα, στο γενικό μέρος της διατριβής παρουσιάζονται οι κατηγορίες των ανυπόστατων και μη επιτρεπτών αποδεικτικών μέσων. Στην τελευταία κατηγορία εντάσσονται: α) τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, β) εκείνα που η χρήση των οποίων απαγορεύεται είτε από τον ίδιο το νόμο είτε με έγκυρη συμφωνία των διαδίκων, και γ) τα αποδεικτικά μέσα ως προς τα οποία δεν έλαβε χώρα παραδεκτή προσκομιδή και επίκλησή τους. Παράλληλα, στο γενικό μέρος εκτίθενται και όλες οι περιπτώσεις ελέγχου των αποδεικτικών μέσων με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Εν συνεχεία, στο ειδικό μέρος της διατριβής αναλύονται οι προϋποθέσεις υποστατού των κυριότερων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ και δη της ομολογίας, της αυτοψίας, της πραγματογνωμοσύνης, των μαρτύρων, των ένορκων βεβαιώσεων και των εγγράφων. Ακολούθως, παρατίθενται όλες εκείνες οι περιπτώσεις, οι οποίες κατά κανόνα έχουν διαμορφωθεί από τη δικαστηριακή πρακτική, με βάση τις οποίες έκαστο αποδεικτικό μέσο κρίνεται ως ανυπόστατο ή και άκυρο, υπό την προϋπόθεση της επίκλησης και απόδειξης δικονομικής βλάβης κατ’ άρθρο 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ. Παρά το γεγονός ότι η ακυρότητα, ως κύρωση, είναι ασύμβατη με τα αποδεικτικά μέσα (αφού αυτά καθαυτά δεν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου), η νομολογία ουκ ολίγες φορές προσφεύγει στις περί ακυρότητας διατάξεις προκειμένου να διασώσει το κύρος ενός αποδεικτικού μέσου. Ο δικονομικός νομοθέτης έχει ήδη αρχίσει να υιοθετεί την άποψη αυτή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. β’ ΚΠολΔ αναφορικά με το κύρος των ένορκων βεβαιώσεων

    Μνήμη και ανάμνηση στους υπομνηματιστές του Αριστοτέλη

    No full text
    The aim of the present doctoral thesis is to present and discuss theories of memory endorsed by the commentators of Aristotelian works. Exponents from all three major groups of Aristotelian commentators are being investigated in this context. The first part focuses on the views of Alexander of Aphrodisias, who is the first to postulate a separate mnemonic capacity in the soul. The second part discusses the views of Neoplatonists, such as Philoponus and Simplicius. The analyzed texts mainly come from commentaries on Aristotle’s 'De anima' and from commentaries on Aristotle’s treatises in which the acquisition of knowledge is discussed. The last part of the thesis investigates the Byzantine reception of Aristotle's 'De memoria', a tradition that mainly derives from the sole extant commentary of this work, composed by Michael of Ephesus. Overall, the work serves as a general introduction to the theories of memory in Late Antiquity, and also as a collection of the relevant sources.Η παρούσα διατριβή παρουσιάζει και αναλύει θεωρίες και απόψεις για τη μνήμη και τη συναφή έννοια της ανάμνησης όπως αυτές εκφράστηκαν από αρχαίους και βυζαντινούς υπομνηματιστές του Αριστοτέλη. Η εργασία διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος πραγματεύεται την ερμηνεία της αριστοτελικής έννοιας της μνήμης από τον Αλέξανδρο Αφροδισιέα. Ο Αλέξανδρος ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερμήνευσε τη μνήμη ως ενέργεια μιας αντίστοιχης ξεχωριστής ψυχικής δύναμης, εφάμιλλης της αίσθησης και της φαντασίας. Το δεύτερο μέρος εστιάζει σε Νεοπλατωνικούς σχολιαστές, όπως ο Φιλόπονος και ο ψευδο-Σιμπλίκιος. Οι φιλόσοφοι αυτής της περιόδου δίνουν έμφαση κυρίως στη μνήμη ως ανάμνηση, στο πλαίσιο της πλατωνικής θεωρίας της γνώσης, και έτσι χάνεται η διάκριση της έννοιας της μνήμης από την ανάμνηση. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν καθόλου σωζόμενα υπομνήματα στο σύντομο έργο "Περί μνήμης και αναμνήσεως", όπου ο Αριστοτέλης πραγματεύεται τις έννοιες αυτές, τα κειμενικά αποσπάσματα που αναλύονται προέρχονται κυρίως από υπομνήματα στο αριστοτελικό "Περί ψυχής" και από υπομνήματα σε έργα του Αριστοτέλη με θέμα τη διαδικασία απόκτησης της γνώσης. Στο τελευταίο μέρος μελετάται η πρόσληψη του αριστοτελικού "Περί μνήμης" κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το μόνο σωζόμενο υπόμνημα στο "Περί μνήμης" ανάγεται στον δωδέκατο αιώνα π.Χ. και έχει γραφεί από τον βυζαντινό λόγιο Μιχαήλ Εφέσιο. Το έργο του Μιχαήλ είχε μεγάλη απήχηση στους μεταγενέστερους υπομνηματιστές και παραφραστές του Βυζαντίου. Η εργασία αυτή λοιπόν αποτελεί μια γενική εισαγωγή στις θεωρίες για τη μνήμη της Ύστερης αρχαιότητας και των Βυζαντινών χρόνων και παράλληλα λειτουργεί ως μια συλλογή των διαθέσιμων κειμενικών πηγών για το θέμα αυτό

    Development of biodegradable microbeads using novel biomaterials and droplet microfluidics for the preparation of cosmeceuticals

    No full text
    Microbeads (MBs) play a pivotal role in the formulation and application of numerous cosmeceutical products, as they are widely employed as carriers for bioactive compounds, exfoliating agents, or rheology modifiers in semi-solid and liquid preparations. Traditionally, MBs have been manufactured using synthetic polymers such as polyethylene and polypropylene. However, their resistance to biodegradation contributes significantly to environmental pollution and the accumulation of primary microplastics. The growing concern regarding the ecological footprint of such MBs has led to a global shift toward the development of biodegradable alter-natives that retain the desired physicochemical and functional properties. Therefore, the combined demand for environmental sustainability and increasingly stringent regulatory frame-works in the healthcare and cosmetics industries underscores the urgent need for novel bio-materials that provide performance and safety without burdening the ecosystem. Within this context, biodegradable polymers have attracted substantial interest as promising sustainable alternatives, owing to their ability to degrade into non-toxic by-products under physiological or environmental conditions. These materials are derived from natural or synthetic polymers that undergo degradation primarily through enzymatic or hydrolytic mechanisms. In recent years, numerous biopolymers have been proposed for use in cosmeceutical applications (e.g., toothpastes, exfoliating formulations, creams), aiming to replace conventional plastics or other naturally derived materials that pose limitations in functionality or bio-degradability. Despite their potential, the use of such biodegradable materials is not without challenges. Many of the associated drawbacks stem from fundamental properties of the resulting MBs. For example, in exfoliating formulations, particles with irregular morphology may induce undesirable skin effects such as microabrasions or uneven exfoliation. Additionally, poor control over particle size distribution may adversely affect the rheological behavior of the final product, thus impacting its sensorial qualities and ease of application. Considering the above, the central objective of this doctoral research thesis was to design and develop biodegradable MBs from novel aliphatic polyesters using microfluidic technology, tailored to exhibit optimal physicochemical characteristics (size, shape, surface roughness, etc.) for use in cosmeceutical exfoliating formulations. The ultimate goal was to maximize product functionality and sensorial performance, while maintaining environmental compatibility and biodegradability. The first part of the thesis focused on the synthesis and extensive physicochemical cha-acterization of novel triblock copolymers based on poly(lactic acid) (PLA) and polyethylene glycol (PEG), of the PLA-PEG-PLA type. Two main polymer series were synthesized. In the first, the molecular weight of PEG was kept constant at 2,000 g/mol, while the [LA/PEG] molar ratio varied from 20/1 to 640/1. In the second series, the LA/PEG molar ratio was fixed at 640/1, and PEG with various molecular weights (1,000, 4,000, 6,000, and 8,000 g/mol) was used as the central block to evaluate the effect of PEG molecular weight on copolymer properties. The molecular weight, structural and thermal properties, and degree of crystallinity of the copolymers were evaluated using a suite of analytical techniques including gel permeation chromatography (GPC/SEC), nuclear magnetic resonance (NMR), Fourier-transform infrared spectroscopy (FTIR), X-ray diffraction (XRD), differential scanning calorimetry (DSC), thermo-gravimetric analysis (TGA), polarized light microscopy (PLM), and broadband dielectric spectroscopy (BDS). The results confirmed successful synthesis of homogeneous copolymers in both series. PEG incorporation was found to act as an internal plasticizer, leading to significant reductions in the glass transition temperature (Tg), while simultaneously affecting crystallinity and structural dynamics. Interestingly, although PEG incorporation suppressed crystalline nucleation, an overall increase in crystallinity was observed in the final materials. Selected copolymers synthesized with PEG 2,000 were further processed via droplet microfluidics to form MBs. Systematic variation of process parameters enabled optimization of particle size distribution and morphology. It was found that copolymers with low LA/PEG ratios (20/1 and 40/1) were unable to form MBs under the given conditions. The most effective processing conditions were achieved with a dispersed phase flow rate of 10 μL/min and a continuous aqueous phase flow rate of 100 μL/min, yielding monodisperse and robust MBs with well-defined morphological characteristics. Notably, increasing the aqueous phase flow rate led to larger MBs, while the hydrophilic nature of PEG induced a sponge-like structure in MBs derived from the 160/1 copolymer. The resulting MBs were then evaluated for their potential use in exfoliating cosmeceutical gel formulations. Surface morphology, mass loss, thermal stability, and crystallinity were monitored under different aqueous environments (distilled water, tap water, seawater, and NaOH solution) to assess biodegradation over time. The MBs exhibited slow hydrolytic degradation over 120 days, which was attributed to the absence of enzymatic activity. Importantly, the thermal stability of the MBs remained largely unaffected under all conditions tested. In parallel, exfoliating hydrogel formulations containing PLA-PEG-PLA MBs were prepared and subjected to sensorial evaluation. MB-containing gels demonstrated superior grain feel and residual skin sensation, while performing less favorably in terms of spreadability and smoothness, indicating potential trade-offs in sensorial attributes that could guide further formulation refinement. In the final stage of the thesis, nanoemulsions of curcumin (a potent natural antioxidant) were developed using microfluidic emulsification. These nanoemulsions showed enhanced colloidal stability and effective drug encapsulation. The incorporation of curcumin-loaded nanoemulsions into the new exfoliating gels added significant cosmeceutical value, by combining physical exfoliation with biological activity. The solubility of curcumin was first screened across a variety of oils, with coconut oil emerging as the most suitable carrier due to its high solubilizing capacity. Optimized nanoemulsions were produced under specific oil-to-water phase ratios and subsequently characterized by dynamic light scattering (DLS) for particle size and ζ-potential, while their antioxidant activity was assessed via DPPH assay. In vitro skin permeability studies (using Strat-M® synthetic membranes) revealed that nanoencapsulation significantly improved the transdermal delivery of curcumin compared to its free form. Further-more, the antioxidant activity of nanoencapsulated curcumin remained stable after 24 hours of UV exposure, highlighting the protective effect of the carrier system. In conclusion, this doctoral thesis demonstrates that microfluidic-assisted fabrication of biodegradable MBs from amphiphilic PLA-PEG-PLA copolymers, alongside the development of curcumin-loaded nanoemulsions with enhanced physicochemical stability, can lead to the formulation of next-generation, multifunctional cosmeceutical exfoliating products that are both effective and environmentally responsible.Τα μικροσφαιρίδια (microbeads, ΜΒs) διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη σύνθεση και τη χρήση πολλών φαρμακο-καλλυντικών προϊόντων, καθώς χρησιμοποιούνται ευρέως ως φορείς μεταφοράς βιοδραστικών ουσιών, απολεπιστικοί παράγοντες ή ρυθμιστές των ρεολογικών ιδιοτήτων των σκευασμάτων αυτών. Παραδοσιακά, τα MBs κατασκευάζονται από συνθετικά πολυμερή, όπως πολυαιθυλένιο και πολυπροπυλένιο, τα οποία, λόγω της ανθεκτικότητάς τους στη βιοαποικοδόμηση, συμβάλλουν σημαντικά στη ρύπανση του περιβάλλοντος και στη δημιουργία πρωτογενών μικροπλαστικών. Η αυξανόμενη ανησυχία για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εν λόγω MBs έχει οδηγήσει στην αναζήτηση εναλλακτικών βιοδιασπώμενων υλικών, τα οποία θα διατηρούν παράλληλα και τις επιθυμητές φυσικοχημικές και λειτουργικές τους ιδιότητες. Επομένως, η ανάγκη για περιβαλλοντική βιωσιμότητα, σε συνδυασμό με τις αυστηρότερες κανονιστικές ρυθμίσεις που διέπουν το κλάδο της Υγείας, καθιστά επιτακτική την αναζήτηση νέων βιοϋλικών, ικανών να προσφέρουν αποτελεσματικότητα και ασφάλεια στα φαρμακο-καλλυντικά προϊόντα, χωρίς να επιβαρύνουν όμως το περιβάλλον.το πλαίσιο αυτό, τα βιοδιασπώμενα πολυμερή έχουν προσελκύσει αξιοσημείωτο ενδιαφέρον ως βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις λόγω της ικανότητάς τους να αποικοδομούνται σε μη τοξικά παραπροϊόντα υπό φυσιολογικές συνθήκες. Αυτά τα υλικά προέρχονται κυρίως από φυσικά ή συνθετικά πολυμερή που αποικοδομούνται μέσω μικροβιακής/ενζυματικής δράσης ή υδρολυτικών διεργασιών. Τα τελευταία χρόνια, πολλά νέα βιοπολυμερή έχουν προταθεί για εφαρμογή σε διάφορα φαρμακο-καλλυντικά προϊόντα (όπως οδοντόπαστες, απολεπιστικά σκευάσματα, κρέμες καλλυντικών, κ.ά.) ως φιλικές προς το περιβάλλον εναλλακτικές λύσεις έναντι των συμβατικών πλαστικών υλικών (ή άλλων υλικών φυσικής προέλευσης) που χρησιμοποιούνται ευρέως. Παρά όμως τα σημαντικά πλεονεκτήματα, η χρήση των εν λόγω βιοϋλικών συνοδεύεται με σοβαρά προβλήματα, τα οποία, μεταξύ άλλων, σχετίζονται άμεσα με τις θεμελιακές ιδιότητες των MBs που προκύπτουν. Για παράδειγμα, σε απολεπιστικά φαρμακο-καλλυντικά προϊόντα η ακανόνιστη μορφολογία των σωματιδίων μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητα αποτελέσματα στο δέρμα, όπως μικροτραυματισμούς ή άνιση απολέπιση, ενώ η μη ελεγχόμενη κατανομή του μεγέθους τους μπορεί να επηρεάσει τις ρεολογικές ιδιότητες των ημι-στερεών ή υγρών φαρμακο-καλλυντικών σκευασμάτων που προκύπτουν από αυτά, αλλοιώνοντας έτσι την αίσθηση και την ευκολία εφαρμογής των τελικών προϊόντων.αμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, σκοπός της εν λόγω διδακτορικής έρευνας είναι η δημιουργία βιοδιαποικοδομήσιμων MBs από νέους αλειφατικούς πολυεστέρες με τη χρήση μικρορευστονικών διατάξεων (microfluidics), τα οποία θα διαθέτουν τις βέλτιστες θεμελιακές ιδιότητες (μέγεθος, σχήμα, επιφανειακή τραχύτητα κ.α.) για χρήση σε φαρμακο-καλλυντικά προϊόντα (απολεπιστικά σκευάσματα), βελτιστοποιώντας έτσι τη λειτουργικότητα και τις αισθητικές ιδιότητες των τελικών σκευασμάτων, εξασφαλίζοντας όμως παράλληλα και την περιβαλλοντική τους βιωσιμότητα. Στο πρώτο μέρος της διατριβής μελετήθηκε η σύνθεση και ο εκτενής φυσικοχημικός χαρακτηρισμός νέων τρισυσταδικών συμπολυμερών του πολυ(γαλακτικού οξέος) (PLA), με τη χρήση της πολυαιθυλενογλυκόλης (PEG) (συμπολυμερή τύπου PLA-PEG-PLA). Πιο συγκεκριμένα, παρασκευάστηκαν δυο σειρές συμπολυμερών με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην πρώτη, εξετάστηκαν διαφορετικές μοριακές αναλογίες [LA/PEG] από 20/1 έως 640/1, διατηρώντας σταθερό το μοριακό βάρος της PEG (2.000 g/mol), ενώ στην δεύτερη διατηρήθηκε σταθερή η μοριακή αναλογία LA/PEG στο 640/1 και χρησιμοποιήθηκε ως κεντρικό μόριο PEG με διαφορετικό μοριακό βάρος (1.000,4.000,6.000 και 8.000 g/mol) προκειμένου να εξεταστεί η επίδραση του στα τελικά συμπολυμερή. Το μοριακό βάρος, οι δομικές και θερμικές ιδιότητες καθώς και η κρυστάλλωση των νέων συμπολυμερών χαρακτηρίστηκαν με τεχνικές όπως η χρωματογραφία διέλευσης μέσω πηκτής (GPC/SEC) η φασματοσκοπία πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού (NMR), η φασματοσκοπία υπερύθρων μετασχηματισμού Fourier (FT-IR), η περίθλαση ακτίνων Χ (XRD), η διαφορική θερμιδομετρία σάρωσης (DSC), η θερμοσταθμική ανάλυση (TGA), οπτικό πολωτικό μικροσκόπιο (PLM) και διηλεκτρική φασματοσκοπία (BDS). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και στις δύο σειρές παρασκευάστηκαν ομογενή συμπολυμερή, ενώ προσθήκη της PEG στο κέντρο της αλυσίδας του συμπολυμερούς λειτουργεί ως πλαστικοποιητής, μειώνοντας σημαντικά τη θερμοκρασία υαλώδους μετάπτωσης (Tg) των τελικών υλικών. Επιπρόσθετα, η μελέτη έδειξε ότι παρόλο που η ενσωμάτωση της PEG φαίνεται να παρεμποδίζει τον πυρήνωση των κρυσταλλικών περιοχών, παρατηρείται γενική αύξηση του βαθμού κρυσταλλικότητας στα συμπολυμερή. Στη συνέχεια, μέρος των εν λόγω υλικών (επιλέχθησαν τα συμπολυμερή που παρασκευάστηκαν με PEG 2.000) χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή ΜΒs μέσω μικρορευστονικών διατάξεων (microfluidics), βελτιστοποιώντας τη μορφολογία και την κατανομή μεγέθους τους, μέσω διαφοροποίησης των παραμέτρων της παραγωγής τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα συμπολυμερή με μοριακή αναλογία 20/1 και 40/1 δεν μπόρεσαν να δώσουν MBs ενώ το σύστημα παραμέτρων με ρυθμό ροής 10 μL/min οργανική φάσης και 100 μL/min υδατική φάσης αντίστοιχα, ήταν ικανό να δώσει ευδιάκριτα και σκληρά MBs με μικρή πολυδιασπορά και διαφορετικές μορφολογίες. Παρατηρήθηκε επίσης ότι η αύξηση της ροής της υδατικής φάσης οδήγησε σε αύξηση του μεγέθους των τελικών MBs, ενώ η υδρόφιλη φύση του PEG προκάλεσε την δημιουργία σπογγώδης δομής στα MBs με μοριακή αναλογία 160/1. Ακολούθως, τα βιοαποικοδομήσιμα ΜΒs αξιολογήθηκαν για την πιθανή εφαρμογή τους σε φαρμακο-καλλυντικά απολεπιστικά σκευάσματα. Η επιφάνεια, η απώλεια βάρους, η θερμική σταθερότητα και η κρυσταλλικότητα των σφαιριδίων αναλύθηκαν σε διάφορες συνθήκες προ-κειμένου να εκτιμηθεί η επίδραση διαφορετικών υδατικών περιβαλλόντων (απεσταγμένο νερό, νερό βρύσης, θαλασσινό νερό και διάλυμα NaOH) στη βιοαποικοδόμησή τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα MBs υδρολύονται με αργό βαθμό σε χρονικό διάστημα 120 ημερών, το οποίο οφείλεται στην απουσία ενζύμων ενώ η θερμική σταθερότητά τους δεν εμφάνισε σημαντικές μεταπτώσεις.Επιπλέον, παρασκευάστηκαν απολεπιστικές υδρογέλες (scrub gels) που περιείχαν ΜΒs PLA-PEG-PLA και πραγματοποιήθηκε αισθητηριακή ανάλυση. Οι συνθέσεις με MBs από συμπολυμερή παρουσίασαν σημαντικές βελτιώσεις στην αίσθηση των κόκκων και στην αίσθηση υπολείμματος, αλλά είχαν μειωμένη απόδοση σε χαρακτηριστικά όπως η επάλειψη και η απαλότητα, γεγονός που υποδηλώνει έναν συμβιβασμό στις προτιμήσεις των χρηστών. Τέλος, παρασκευαστήκαν νανογαλακτώματα κουρκουμίνης, μιας ισχυρής φυσικής αντιοξειδωτικής ουσίας, με τη χρήση μικρορευστονικών διατάξεων, εξασφαλίζοντας αυξημένη σταθερότητα και αποδοτική ενσωμάτωση της κουρκουμίνης. Η ενσωμάτωση των νανογαλακτωμάτων κουρκουμίνης στα νέα απολεπιστικά σκευάσματα, προσδίδει σημαντική φαρμακο-καλλυντική αξία, καθώς συνδυάζει τη μηχανική απολέπιση της επιδερμίδας με τη βιολογική δράση της κουρκουμίνης. Αρχικά πραγματοποιήθηκε μελέτη διαλυτότητας της κουρκουμίνης σε διάφορα έλαια, όπου και διαπιστώθηκε ότι το έλαιο καρύδας παρουσιάζει την υψηλότερη διαλυτότητα. Στην συνέχεια, εξετάστηκαν διάφορες αναλογίες ροής ελαιώδης/υδατικής φάσης για να βρεθούν οι βέλτιστες συνθήκες παρασκευής των νανογαλακτωμάτων. Πραγματοποιήθηκε μέτρηση της μέσης υδροδυναμικής διαμέτρου και του Ζ-δυναμικού με την χρήση δυναμικής σκέδασης φωτός (DLS), της αντιοξειδωτικής ικανότητας μέσω της δοκιμής DPPH καθώς και in vitro μελέτες διαπερατότητας της νανοεγκλεισμένης κουρκουμίνης με τη χρήση τεχνητών μεμβρανών που προσομοιάζουν το ανθρώπινο δέρμα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ενθυλάκωση της κουρκουμίνης στα νανογαλακτώματα προσφέρει αυξημένη φυσική σταθερότητα (ζ-δυναμικό > -30 mV), ενώ προσφέρει και προστασία έναντι της UV ακτινοβολίας. Τέλος, η μελέτη διαπερατότητας σε μεμβράνη προσομοίωσης δέρματος έδειξε ότι ο εγκλεισμός της κουρκουμίνης στα νανογαλακτώματα οδήγησε σε αυξημένη διαπερατότητα σε σχέση με την μη εγκλεισμένη κουρκουμίνη. Συμπερασματικά, μέσω της παρούσας διδακτορικής διατριβής διαπιστώνεται ότι η χρήση μικρορευστονικών διατάξεων για την παραγωγή MBs από νέα βιοαποικοδομήσιμα αμφίφιλα συμπολυμερη και την παρασκευή αντιοξειδωτικών νανογαλακτωμάτων κουρκουμίνης με βελτιωμένη σταθερότητα, είναι σε θέση να οδηγήσει στη δημιουργία αποτελεσματικών απολεπι-στικών και αντιοξειδωτικών φαρμακο-καλλυντικών σκευασμάτων

    The work of the brothers Konstantinos and Michael from Chionades in the church of Saint Achillios of Voio, Pentalofos, Kozani [177(4?)]: contribution to 18th-century post-Βyzantine painting

    No full text
    The painted church of Saint Achillios in Pentalofos, Kozani, was decorated by the brothers from Chionades, Konstantinos and Michael, during a period of significant demographic and economic growth in the region. The iconographic program followed by the two brothers in the church of Saint Achillios is marked by clarity with the intention to catechize the faithful. The first chapter refers to the history of the monument. The second examines the architecture of the church and the third chapter refers to the extensive iconographic program, followed by its analysis in the next chapter. This program includes a multitude of extensive iconographic cycles, such as the Christological cycle, Mother of God cycle, the Akathist Hymn cycle, Old Testament themes, martyrdoms of saints and a significant number of individual figures of saints. The fifth chapter analyzes the murals in the narthex, while the sixth offers a detailed description of the painted ornamentation. The following chapter offers a general overview of the church’s decoration. The relationship of Konstantinos and Michael’s painting with the tradition of the Northwestern Greek School, is highlighted, pointing to palaeologian models. Iconographic types originating from the Cretan School are also identified, either through the use of “anthivola” or through the painters’ direct experience with earlier or contemporary monuments in Epirus and Macedonia. Undeniably, there exists a strong relationship between the murals of Saint Achillios in Pentalofos and those of the monastery of Saint George in Eptachori (1625), where several identical depictions have been identified. Chapter eight offers an in-depth analysis of the main characteristics of the artistic work of the brothers Konstantinos and Michael. Most of the figures are drawn in accurate proportions, while symmetry and an intense decorative quality dominates the compositions. The color palette is confined to primary colors with a notable use of neutral colors. Particular emphasis is placed on the arrangement of color harmonies and contrasts. The concluding chapter refers to the contribution of Konstantinos and Michael, whose primary objective was the decoration of churches, following the thematic tradition of their era in accordance with the Orthodox Church. Their work served the dual purpose of catechizing the faithful and sustaining hope for liberation. The iconographic analysis of the murals in the Church of Saint Achillios in Pentalofos, Kozani, facilitated their accurate dating, while simultaneously highlighting the artistic value of the contribution made by the painters Konstantinos and Michael. Their work does not present significant innovations and belongs to what some scholars call “folk” art —an artistic expression whose aesthetic merit is often subject to debate. Nevertheless, this form of art remains deeply rooted in tradition and acts as a vital link in the progression of Post-Byzantine art. Through their work, Konstantinos and Michael demonstrated a commendable level of capacity and professionalism, leaving a distinct artistic imprint and contributing meaningfully to the broader evolution of ecclesiastical art.Ο κατάγραφος ναός του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου Κοζάνης διακοσμήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, από τους Χιοναδίτες αδελφούς Κωνσταντίνο και Μιχαήλ σε μία περίοδο που η περιοχή γνώρισε μεγάλη δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη. Ο ναός αυτός αποτελεί ένα σημαντικό μνημείο για την περιοχή καθώς αποτελεί το παλαιότερο χρονολογημένο κτίσμα του οικισμού (1742). Το εικονογραφικό πρόγραμμα που ακολούθησαν τα δύο αδέλφια στο ναό του Αγίου Αχιλλείου χαρακτηρίζεται από σαφήνεια εστιάζοντας στην κατήχηση των πιστών. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στο ιστορικό πλαίσιο ενώ το επόμενο στην αρχιτεκτονική του ναού. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στο εικονογραφικό πρόγραμμα και στο επόμενο κεφάλαιο ακολουθεί η ανάλυσή του. Το εικονογραφικό πρόγραμμα περιλαμβάνει πλήθος εκτενών εικονογραφικών κύκλων όπως τον Χριστολογικό, τον Θεομητορικό, τον κύκλο του Ακαθίστου Ύμνου, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη και μαρτύρια αγίων ενώ σημαντικός είναι και ο αριθμός των μεμονωμένων μορφών. Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται ανάλυση των τοιχογραφιών του νάρθηκα και στο έκτο αναλυτική περιγραφή του γραπτού κοσμήματος. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί εξελίσσεται η γενική θεώρηση του διακόσμου. Επισημαίνεται η σχέση της ζωγραφικής του Κωνσταντίνου και του Μιχαήλ με την παράδοση της Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδος, που παραπέμπει σε παλαιολόγεια πρότυπα. Εντοπίζονται επίσης εικονογραφικοί τύποι που προέρχονται από έργα της Κρητικής Σχολής είτε μέσω ανθιβόλων είτε με άμεση εμπειρία των δύο ζωγράφων με μνημεία προγενέστερα ή σύγχρονα της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Αναμφισβήτητη είναι η σχέση των τοιχογραφιών του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου με αυτές της μονής Αγίου Γεωργίου Επταχωρίου (1625) όπου εντοπίστηκαν αρκετές πανομοιότυπες παραστάσεις. Στο όγδοο κεφάλαιο αναλύονται τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου των ζωγράφων αδελφών Κωνσταντίνου και Μιχαήλ: Οι μορφές στην πλειονότητά τους σχεδιάζονται με σωστές αναλογίες. Επικρατεί συμμετρία και έντονη διακοσμητικότητα. Η χρωματική παλέτα περιορίζεται στα βασικά χρώματα και σε κάποιες αποχρώσεις τους, ενώ έντονη είναι και η χρήση ουδέτερων χρωμάτων. Σημαντική είναι η παράθεση χρωματικών αρμονιών και αντιθέσεων που επιβεβαιώνουν την ικανότητα των ζωγράφων στη χρήση των χρωμάτων, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία στις συνθέσεις. Στο τελευταίο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στους ζωγράφους Κωνσταντίνο και Μιχαήλ που στόχο είχαν τη διακόσμηση των ναών ακολουθώντας τη θεματολογία της εποχής σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ικανοποιώντας τις ανάγκες των πιστών για κατήχηση και την ελπίδα για την απελευθέρωση. Η εικονογραφική μελέτη των τοιχογραφιών του ναού του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου Κοζάνης οδήγησε στην ακριβή χρονολόγηση τους, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται και η καλλιτεχνική προσφορά των ζωγράφων Κωνσταντίνου και Μιχαήλ. Το έργο τους, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες καινοτομίες και ανήκει στη λεγόμενη «λαϊκή» τέχνη όπως χαρακτηρίζεται από κάποιους μελετητές, μία τέχνη που συχνά αμφισβητείται η αισθητική της αξία. Αυτή η τέχνη όμως, είναι η τέχνη που συνδέεται με την παράδοση, εκφράζει την ομαδική αισθητική ενός λαού ενώ παράλληλα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο της εξέλιξης της μεταβυζαντινής τέχνης. Ο Κωνσταντίνος και ο Μιχαήλ απέδειξαν με το έργο τους ότι ανταποκρίθηκαν αντάξια στο καθήκον τους, με τις γνώσεις τους και τον επαγγελματισμό τους, αφήνοντας την προσωπική τους καλλιτεχνική σφραγίδα στον χώρο της ζωγραφικής και συμβάλλοντας στην εξέλιξή της

    Investigation of the incidence of brucellosis within the livestock population of Western Greece and assessment of their knowledge and attitudes regarding the prevention and eradication of the disease

    No full text
    Brucellosis is one of the most widespread zoonotic diseases, transmitted from animals to humans through pathogenic bacteria of the genus Brucella. Infection in humans usually occurs through direct contact with infected animals or through consumption of unpasteurized dairy products and meat. Due to the nature of the disease, people working in livestock and meat production facilities are at greater risk of infection. Symptoms include fever, fatigue and joint pain, while in more severe cases it can affect vital organs such as the brain and heart. This Doctoral Thesis examines brucellosis, in order to investigate the factors influencing its spread, as well as to evaluate its effects on the health of livestock farmers and the Greek economy. The central objective is the mapping of brucellosis cases in the Greek livestock population and slaughterhouse workers, with an emphasis on risk factors, the behavior of professionals, and prevention strategies. The research focused on the study of the attitudes of livestock breeders and slaughterhouse workers in Western Greece regarding the observance of personal and professional hygiene measures. The study population included 314 animal owners in Western Greece, whose occupations bring them into direct contact with animals and their products. Through questionnaires and blood tests, the research investigated the knowledge of the participants about brucellosis, the frequency of contact with the disease, and the prevention measures followed. According to the results of the research, compliance with personal hygiene and space hygiene measures is associated with a significant reduction in the probability of contracting honey fever (brucellosis). Participants who strictly adhered to guidelines for cleanliness and proper livestock management had lower rates of positive results for brucellosis compared to those who did not strictly follow the measures. Specifically, factors associated with reducing cases include milk processing, personal hygiene, and animal health control. Analysis of the data also showed that education of farmers and workers about brucellosis and prevention measures is crucial. Those who had better knowledge of the risks and prevention strategies applied the measures more systematically and had a reduced risk of infection. Notably, knowledge and application of workplace hygiene principles had a more direct effect on reducing disease transmission than knowledge of animal health control. Finally, the conclusions of the thesis underline the importance of continuing and strengthening education and prevention programs, especially in areas with increased livestock activity. The enforcement of preventive measures combined with the systematic training of workers in hygiene rules can contribute significantly to the reduction of brucellosis cases and the preservation of public health.Η βρουκέλλωση είναι μια από τις πιο διαδεδομένες ζωοανθρωπονόσους, μεταδιδόμενη από τα ζώα στους ανθρώπους μέσω παθογόνων βακτηρίων του γένους Brucella. Η μόλυνση στους ανθρώπους συμβαίνει συνήθως μέσω της άμεσης επαφής με μολυσμένα ζώα ή μέσω της κατανάλωσης μη παστεριωμένων γαλακτοκομικών προϊόντων και κρέατος. Εξαιτίας της φύσης της ασθένειας, οι άνθρωποι που εργάζονται σε κτηνοτροφικές και κρεοπαραγωγικές μονάδες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, κόπωση και πόνους στις αρθρώσεις, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να επηρεάσει ζωτικά όργανα όπως ο εγκέφαλος και η καρδιά. Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή εξετάζει τη βρουκέλλωση, με σκοπό να διερευνηθούν οι παράγοντες που επηρεάζουν την εξάπλωσή της, καθώς και να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία των κτηνοτρόφων και την ελληνική οικονομία. Ο κεντρικός στόχος είναι η χαρτογράφηση των κρουσμάτων βρουκέλλωσης στον ελληνικό κτηνοτροφικό πληθυσμό και στους εργαζόμενους στα σφαγεία, με έμφαση στους παράγοντες κινδύνου, τη συμπεριφορά των επαγγελματιών, και τις στρατηγικές πρόληψης. Η έρευνα επικεντρώθηκε στη μελέτη των στάσεων των κτηνοτρόφων και των εργαζομένων στα σφαγεία στην Δυτική Ελλάδα όσον αφορά στην τήρηση των μέτρων προσωπικής και επαγγελματικής υγιεινής. Ο πληθυσμός μελέτης περιλάμβανε 314 ιδιοκτήτες ζώων στην Δυτική Ελλάδα, οι ασχολίες των οποίων τους φέρνουν σε άμεση επαφή με τα ζώα και τα προϊόντα τους. Μέσω ερωτηματολογίων και αιματολογικών εξετάσεων, η έρευνα διερεύνησε τη γνώση των συμμετεχόντων για τη βρουκέλλωση, τη συχνότητα επαφής με τη νόσο, και τα μέτρα πρόληψης που τηρούνται. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η συμμόρφωση με τα μέτρα προσωπικής υγιεινής και υγιεινής του χώρου συνδέεται με σημαντική μείωση της πιθανότητας νόσησης από μελιταίο πυρετό (βρουκέλλωση). Οι συμμετέχοντες που τηρούσαν αυστηρά τις οδηγίες για την καθαριότητα και τη σωστή διαχείριση του ζωικού κεφαλαίου είχαν χαμηλότερα ποσοστά θετικών αποτελεσμάτων στη βρουκέλλωση σε σύγκριση με εκείνους που δεν ακολουθούσαν πιστά τα μέτρα. Συγκεκριμένα, οι παράγοντες που συνδέονται με τη μείωση των κρουσμάτων περιλαμβάνουν την επεξεργασία του γάλακτος, την τήρηση της προσωπικής υγιεινής, και τον έλεγχο της υγείας των ζώων. Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε επίσης ότι η εκπαίδευση των κτηνοτρόφων και των εργαζομένων σχετικά με τη βρουκέλλωση και τα μέτρα πρόληψης είναι ζωτικής σημασίας. Όσοι είχαν καλύτερη γνώση των κινδύνων και των στρατηγικών πρόληψης εφάρμοζαν πιο συστηματικά τα μέτρα και είχαν μειωμένο κίνδυνο μόλυνσης. Αξιοσημείωτο είναι ότι η γνώση και η εφαρμογή των αρχών υγιεινής στο χώρο εργασίας είχε πιο άμεση επίδραση στη μείωση της μετάδοσης της νόσου από τη γνώση περί του ελέγχου της υγείας των ζώων.Τέλος, τα συμπεράσματα της διατριβής υπογραμμίζουν τη σημασία της συνέχισης και ενίσχυσης των προγραμμάτων εκπαίδευσης και πρόληψης, ειδικά σε περιοχές με αυξημένη κτηνοτροφική δραστηριότητα. Η επιβολή των προληπτικών μέτρων σε συνδυασμό με τη συστηματική εκπαίδευση των εργαζομένων στους κανόνες υγιεινής μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση των κρουσμάτων βρουκέλλωσης και τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας

    Climate change and inequalities: the case of Greece

    No full text
    This doctoral dissertation empirically investigates the relationship between climate change and income inequality in Greece during the period 2002-2022. Anchored in an interdisciplinary theoretical framework, it conceptualises the climate crisis as a phenomenon deeply mediated by existing socioeconomic inequalities, highlighting rising temperatures as a potential accelerator of social vulnerability. Particular emphasis is placed on regional disparities and on the role of the welfare state as a mechanism for mitigating the unequal distribution of climate impacts. The study offers a threefold contribution: theoretical, methodological, and empirical. Empirically, the analysis draws on panel data covering the four NUTS 1-level geographic regions of Greece to capture spatial differences in exposure to climate variability and the socioeconomic vulnerability of lower-income groups. Methodologically, the dissertation contributes to the empirical literature on climate impacts by applying advanced panel econometric techniques to a largely unexplored field: the distributive dimension of the climate crisis. The analysis incorporates lag structures, logarithmic and differenced transformations, and implements robust statistical diagnostics to ensure the validity of results. This approach provides a solid quantitative framework for analysing the intersection between social policy and environmental precarity. Theoretically, the dissertation introduces the concept of eco-social policy within the framework of the welfare state, proposing an enriched perspective on social protection under conditions of ecological disruption. The findings indicate that rising average temperatures are positively and statistically significantly associated with increases in income inequality. This effect becomes more pronounced with temporal lags and exhibits regional variation. Meanwhile, public social protection expenditures appear to exert an equalising influence in the short term, though their intensity and duration are insufficient to effectively reverse the overall upward trend in inequality. The dissertation concludes by emphasising the need to strengthen the social protection system through the integration of environmental considerations into the design of social policy. The proposed adoption of eco-social welfare state characteristics is presented as a coherent and equitable strategic response to the multifaceted challenges of climate change. Overall, the study contributes to both international and Greek scholarship by offering novel empirical evidence and outlining institutional directions for the development of more socially resilient and environmentally responsive social policy.Η παρούσα διατριβή διερευνά εμπειρικά τη σχέση μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2002-2022. Ενταγμένη σε ένα διεπιστημονικό θεωρητικό πλαίσιο, προσεγγίζει την κλιματική κρίση ως φαινόμενο που διαμεσολαβείται έντονα από τις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, αναδεικνύοντας τη θερμοκρασιακή άνοδο ως δυνητικό επιταχυντή της κοινωνικής επισφάλειας. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στις χωρικές διαφοροποιήσεις, καθώς και στον ρόλο του κοινωνικού κράτους ως μηχανισμού άμβλυνσης των άνισων επιπτώσεων. Η συμβολή της μελέτης είναι τριπλή: θεωρητική, μεθοδολογική και εμπειρική. Εμπειρικά, η διατριβή αξιοποιεί δεδομένα panel για τις τέσσερις γεωγραφικές ενότητες επιπέδου NUTS 1 της Ελλάδας, με σκοπό την αποτύπωση των περιφερειακών διαφορών στην έκθεση στις κλιματικές μεταβολές και την κοινωνικοοικονομική ευπάθεια των φτωχότερων εισοδηματικών στρωμάτων. Μεθοδολογικά, η μελέτη συνεισφέρει στον εμπειρικό διάλογο για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, υιοθετώντας προηγμένες τεχνικές panel οικονομετρίας και εφαρμόζοντάς τες σε ένα μέχρι πρότινος ελάχιστα διερευνημένο αντικείμενο: τη διανεμητική διάσταση της κλιματικής κρίσης. Μέσω της ενσωμάτωσης χρονικών υστερήσεων, μετασχηματισμών λογαρίθμων και διαφορών, καθώς και της εφαρμογής αυστηρών ελέγχων στατιστικής εγκυρότητας, η μεθοδολογική προσέγγιση διασφαλίζει την αξιοπιστία των ευρημάτων και προσφέρει ένα στιβαρό πλαίσιο ποσοτικής ανάλυσης στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής υπό καθεστώς περιβαλλοντικής επισφάλειας. Σε θεωρητικό επίπεδο, η διατριβή ενσωματώνει την έννοια της οικο-κοινωνικής πολιτικής στο πλαίσιο του κράτους ευημερίας, προτείνοντας μια ενισχυμένη προσέγγιση της κοινωνικής προστασίας υπό τις συνθήκες της υπερθέρμανσης. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας συσχετίζεται θετικά και στατιστικά σημαντικά με την όξυνση της εισοδηματικής ανισότητας. Η επίδραση αυτή είναι εντονότερη με χρονική καθυστέρηση και διαφοροποιείται μεταξύ των υπό μελέτη περιφερειών. Παράλληλα, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας φαίνεται να επιδρούν εξισωτικά σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, χωρίς, όμως, να διαθέτουν την απαιτούμενη ένταση ή διάρκεια ώστε να ανακόψουν αποτελεσματικά τη συνολική ανοδική τάση των ανισοτήτων. Η διατριβή καταλήγει στην ανάγκη ενίσχυσης του συστήματος κοινωνικής προστασίας μέσω της ουσιαστικής ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής διάστασης στον σχεδιασμό κοινωνικής πολιτικής. Το προτεινόμενο παράδειγμα υιοθέτησης των χαρακτηριστικών ενός οικο-κοινωνικού καθεστώτος ευημερίας προβάλλεται ως συνεκτική και δίκαιη στρατηγική απάντηση στις σύνθετες προκλήσεις της κλιματικής κρίσης. Συνολικά, η μελέτη εμπλουτίζει τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία, προσφέροντας νέα εμπειρικά ευρήματα και προτείνοντας θεσμικές κατευθύνσεις για την οικοδόμηση μιας κοινωνικά ανθεκτικότερης και περιβαλλοντικά ευαίσθητης κοινωνικής πολιτικής

    Investigation of the efficacy of phytogenic products for the control of campylobacteriosis in broiler chicks

    No full text
    Infection with Campylobacter spp. is the most common cause of foodborne disease in humans and represents a major risk for public health. The main source of human infection is the handling and/or consumption of undercooked poultry meat, especially broiler meat. Campylobacteriosis in broilers is mainly caused by Campylobacter jejuni and Campylobacter coli. Up to 100% of the broilers in a flock can be infected with the microorganism at the slaughter age. All the microbial risk assessments concluded that the most effective intervention to reduce the prevalence of Campylobacter spp. in humans is the control of the microorganism at farm level. Reducing the population of Campylobacter spp. in poultry carcasses by 2 log10 units could lower the risk of human infection by more than 90%.Phytogenic products have been used for several years as natural additives in the feed and water of broilers due to a number of biologically positive effects, including antimicrobial ones. The frequent use of phytogenic products in the drinking water of commercial farms and the urgent need for the development of innovative methods to control the prevalence of Campylobacter spp. in broilers motivated the present study and shaped its main objectives. The first objective of the doctoral thesis was the in vitro evaluation of the antimicrobial activity of eight commercial products approved by the European Union for use in the drinking water of broilers. These products contain specific combinations of phytogenic products or organic acids. The antimicrobial activity of these commercial products was determined by the method of the Minimum Inhibitory Concentration (MIC) against one C. jejuni strain and one C. coli strain. To ensure comparability of results, a protocol was developed using a single method for all commercial products tested. According to the results of the in vitro study, all the selected commercial products tested were able to inhibit the growth of the Campylobacter spp. However, among the tested commercial products in the in vitro study, only the products "Herbal acid" and "AEN 350 B Liquid" were able to inhibit the growth of C. jejuni and C. coli at a lower than the maximum recommended dose concentration according to the manufacturer. However, only Herbal acid is reported as having antimicrobial properties while contributing to the health of the gastrointestinal microflora of broilers. In addition, the pH reduction caused by Herbal Acid in drinking water could be combined with the pH reduction in the gastrointestinal tract of broilers, resulting in a hostile environment for the colonization by pathogenic microorganisms, including Campylobacter spp. Furthermore, the effect of this phytogenic product on health, welfare of broilers and on the control of Campylobacter spp. has not yet been studied, despite its increasing frequency of use in poultry production. Therefore, considering all the above, the phytogenic product "Herbal Acid" was selected for further in vivo investigation. The second and main objective of the present study was to evaluate the effect of the commercial phytogenic product "Herbal Acid", based on the results of the in vitro study, on the performance, health, welfare and population of Campylobacter spp. in the ceca of broilers. Furthermore, it is the first time that the effect of the administration of this phytogenic product on the histomorphology of the intestine, the pH of the contents of the crop, duodenum, jejunum, ileum and cecum, and the viscosity of the contents of the jejunum and ileum of broilers was evaluated. Finally, the effect of experimental infection with C. jejuni and the separate administration of the phytogenic product on the performance, health and welfare of the broilers was evaluated. The experimental design involved random assignment of 128 day-old broiler chicks to 4 experimental groups of 32 broilers each. Each group consisted of 4 subgroups of 8 broilers each. The total duration of the experiment was 36 days. The experimental treatments carried out were the administration of the commercial phytogenic product Herbal Acid through the drinking water and the infection of the broilers with C. jejuni. Specifically, the experimental groups were the following four Group A: broilers that served as negative controls, Group B: broilers that received Herbal Acid, Group C: broilers that received C. jejuni infection, and Group D: broilers that received Herbal Acid and C. jejuni infection. The broilers were infected with 106 CFU/C. jejuni on the 18th day of life. According to the experimentation protocol, the body weight of the broilers was estimated on days 1, 7, 13, 18, 23 and 36, while the average daily feed intake, the feed conversion ratio, and the average daily water intake were calculated for the intervals 1-13, 14-23, 24-36 and 1-36. The European production efficiency factor was calculated for the entire experimental period (days 1-36). The clinical condition of the broilers was recorded daily. On days 7, 13, 18, 20, 23, and 36 of the experiment, a calibrated assessment of the incidence and intensity of diarrheal feces was carried out through the assessment of plumage besmirchment in the area around the cloaca. Two sampling ’points were performed, on day 23 (5 days post-infection) and day 36 (18 days post-infection). The tests performed were: (a) macroscopic evaluation of lesions in the footpads, hock burns, gizzard, liver and intestine of the broilers; (b) histomorphometric and histopathologic evaluation of tissue samples from the duodenum, jejunum and ileum of the broilers; (c) histopathologic examination of liver tissue samples from the broilers; (d) measurement of the pH of the contents of the crop, duodenum, jejunum, ileum and cecum of the broilers; (e) measurement of the viscosity of the contents of the jejunum and ileum of the broilers; (f) enumeration of C. jejuni in the crop and cecum of the broilers; (g) isolation of C. jejuni from the liver; (h) enumeration of the microflora of the cecum of the broilers. According to the results of the in vivo study, the infection of broilers with C. jejuni strain KC40 resulted in a significantly high population of C. jejuni in the ceca of the broilers, significantly increased the incidence and intensity of diarrheal feces, had negative effects on intestinal histomorphology, and resulted in a high isolation rate of the microorganism from the liver of the broilers. The administration of Herbal Acid significantly reduced the population of C. jejuni in the cecum of broilers (5 days after infection), reduced the incidence rate and the degree of intensity of diarrheal feces, improved the histomorphometric changes caused by C. jejuni in the intestine, and significantly reduced the isolation rate of the microorganism from the liver of infected broilers, without, however, limiting the transmission of C. jejuni between the broilers.Το Campylobacter spp. είναι το πιο συχνό αίτιο τροφιμογενούς νόσου στον άνθρωπο και αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η κύρια πηγή μόλυνσης του ανθρώπου είναι ο χειρισμός ή/και η κατανάλωση ατελώς θερμικά επεξεργασμένου κρέατος πουλερικών και ειδικότερα των κρεοπαραγωγών ορνιθίων. Η καμπυλοβακτηρίωση των ορνιθίων οφείλεται συνηθέστερα στη μόλυνση με το Campylobacter jejuni και το Campylobacter coli. Αναφέρεται ότι σε ηλικία σφαγής, ένα σμήνος κρεοπαραγωγών ορνιθίων ενδέχεται να είναι μολυσμένο με τον μικροοργανισμό, καταγράφοντας ποσοστό θετικότητας μεταξύ των ορνιθίων έως και 100% Όλες οι εκτιμήσεις μικροβιακού κινδύνου καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος του Campylobacter spp. σε επίπεδο εκτροφής αποτελεί το πιο αποδοτικό μέτρο παρέμβασης για τη μείωση του επιπολασμού του μικροοργανισμού στον άνθρωπο. Έχει αναφερθεί ότι η μείωση του πληθυσμού του Campylobacter spp. κατά 2 log10 στα σφάγια των ορνιθίων θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο μόλυνσης του ανθρώπου σε ποσοστό μεγαλύτερο από 90%. Τα φυτογενή προϊόντα χρησιμοποιούνται εδώ και αρκετά χρόνια ως φυσικά προσθετικά στην τροφή και το νερό των ορνιθίων, καθώς εμφανίζουν πλήθος βιολογικών ευεργετικών δράσεων συμπεριλαμβανομένης της αντιμικροβιακής. Η συχνή χρήση εμπορικών φυτογενών προϊόντων στο πόσιμο νερό των εμπορικών εκτροφών καθώς και η επιτακτική ανάγκη για την ανάπτυξη καινοτόμων μεθόδων ελέγχου του επιπολασμού του Campylobacter spp. στα κρεοπαραγωγά ορνίθια, αποτέλεσαν το κίνητρο για την παρούσα μελέτη και διαμόρφωσαν τους βασικούς στόχους της. Ο πρώτος στόχος της διδακτορικής διατριβής αφορούσε την in vitro αξιολόγηση της αντικαμπυλοβακτηριδιακής δράσης οκτώ εμπορικών προϊόντων, τα οποία έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση για χρήση στο πόσιμο νερό των ορνιθίων, και περιέχουν συγκεκριμένους συνδυασμούς φυτογενών προϊόντων ή οργανικών οξέων. Ο καθορισμός της αντικαμπυλοβακτηριδιακής δράσης αυτών των εμπορικών προϊόντων, πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο υπολογισμού της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (Minimal Inhibitory Concentration; MIC), έναντι ενός στελέχους C.jejuni και ενός στελέχους C.coli. Για να διασφαλιστεί η σύγκριση των αποτελεσμάτων, σχεδιάστηκε ένα πρωτόκολλο που χρησιμοποιεί μια ενιαία μέθοδο για όλα τα εμπορικά προϊόντα που εξετάσθηκαν. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της in vitro μελέτης, όλα τα εμπορικά προϊόντα που επιλέχθηκαν ανέστειλαν την ανάπτυξη των εξεταζόμενων στελεχών Campylobacter spp. Ωστόσο, από το σύνολο των εμπορικών προϊόντων που μελετήθηκαν στην in vitro μελέτη, μόνο τα προϊόντα με τις εμπορικές ονομασίες «Herbal acid» και «AEN 350 B Liquid», ανέστειλαν την ανάπτυξη του C. jejuni και του C. coli, σε μικρότερη συγκέντρωση από την μέγιστη προτεινόμενη συγκέντρωση χορήγησης, με βάση το φύλο οδηγιών χρήσης τους. Επιπρόσθετα, μόνο στο Herbal acid αναφέρονται οι αντιμικροβιακές ιδιότητες στο φύλο οδηγιών χρήσης, συμβάλλοντας παράλληλα στην υγεία της μικροχλωρίδας του γαστρεντερικού των ορνιθίων. Επιπλέον, η μείωση του pH που προκαλεί το Herbal acid στο πόσιμο νερό, θα μπορούσε να συνδυαστεί με την μείωση του pH στο γαστρεντερικό σύστημα των ορνιθίων με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός «εχθρικού» περιβάλλοντος για τον αποικισμό των παθογόνων μικροοργανισμών συμπεριλαμβανομένου του Campylobacter spp. Επιπρόσθετα, η δράση του συγκεκριμένου φυτογενούς προϊόντος στην υγεία και την ευζωία των ορνιθίων, καθώς και στον έλεγχο του Campylobacter spp. δεν έχει μελετηθεί, παρά την αυξημένη συχνότητα χρήσης του στην πτηνοτροφία. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα παραπάνω το τελικό προϊόν το οποίο επιλέχθηκε για την περαιτέρω in vivo διερεύνηση ήταν το φυτογενές προϊόν με την εμπορική ονομασία «Herbal acid». Ο δεύτερος και κύριος στόχος της της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της επίδρασης ενός εμπορικού φυτογενούς προϊόντος, με βάση τα αποτελέσματα της in vitro δοκιμής, στις αποδόσεις, στην υγεία, την ευζωία και τον πληθυσμό των Campylobacter spp. στα τυφλά των ορνιθίων όπου κυρίως αποικίζουν. Επίσης, αξιολογήθηκε για πρώτη φορά η επίδραση της χορήγησης του συγκεκριμένου φυτογενούς προϊόντος στην ιστομορφολογία του εντέρου, στο pH του περιεχομένου στον πρόλοβο, στο δωδεκαδάκτυλο, στη νήστιδα, στον ειλεό και στα τυφλά, καθώς και στο ιξώδες του περιεχομένου της νήστιδας και του ειλεού των ορνιθίων. Τέλος αξιολογήθηκε η επίδραση της πειραματικής μόλυνσης με C. jejuni και της χορήγησης του φυτογενούς προϊόντος ξεχωριστά στις αποδόσεις, στην υγεία και την ευζωία των ορνιθίων. Ο πειραματικός σχεδιασμός περιλάμβανε την τυχαία κατανομή 128 νεοσσών, ηλικίας 1-ημέρας, σε 4 πειραματικές ομάδες των 32 ορνιθίων. Κάθε ομάδα, αποτελούταν από 4 επιμέρους υποομάδες-επαναλήψεις των 8 ορνιθίων. Η συνολική διάρκεια του πειραματισμού ήταν 36 ημέρες. Οι πειραματικοί χειρισμοί που διενεργήθηκαν ήταν η χορήγηση του εμπορικού φυτογενούς προϊόντος Herbal acid μέσω του πόσιμου νερού και η μόλυνση των ορνιθίων με C. jejuni. Συγκεκριμένα, οι πειραματικές ομάδες ήταν οι εξής τέσσερις: Ομάδα Α: τα ορνίθια της οποίας χρησιμοποιήθηκαν ως αρνητικοί μάρτυρες, Ομάδα Β: στα ορνίθια της οποίας χορηγήθηκε το Herbal acid, Ομάδα Γ: στα ορνίθια της οποίας διενεργήθηκε μόλυνση με C. jejuni, και Ομάδα Δ: στα ορνίθια της οποίας χορηγήθηκε το Herbal acid και διενεργήθηκε μόλυνση με C. jejuni. Τα ορνίθια μολυνθήκαν την 18η ημέρα της ζωής τους με 106 CFU/C.jejuni. Κατά την διάρκεια του πειραματισμού το σωματικό βάρος των ορνιθίων εκτιμήθηκε την 1η, 7η, 13η, 18η, 23η και 36η ημέρα, ενώ η μέση ημερήσια κατανάλωση τροφής, ο δείκτης μετατρεψιμότητας της τροφής και η μέση ημερήσια κατανάλωση νερού υπολογίστηκαν για τα διαστήματα 1η-13η, 14η-23η, 24η-36η και 1η-36η ημέρα. Ο Ευρωπαϊκός δείκτης παραγωγικότητας υπολογίστηκε για την συνολική περίοδο του πειραματισμού (1η-36η ημέρα). Η κλινική εικόνα των ορνιθίων ελεγχόταν καθημερινά. Την 7η, 13η, 18η, 20η, 23η και 36η ημέρα του πειραματισμού, διενεργήθηκε βαθμονομική εκτίμηση του ποσοστού εμφάνισης και του βαθμού έντασης διαρροϊκών κοπράνων, μέσω της εκτίμησης της ρύπανσης του πτερώματος στην περιοχή της αμάρας. Συνολικά, στον in vivo πειραματισμό πραγματοποιήθηκαν 2 δειγματοληψίες, την 23η ημέρα (5 ημέρες μετά τη μόλυνση) και την 36η ημέρα (18 ημέρες μετά τη μόλυνση). Οι εξετάσεις που διενεργήθηκαν ήταν: α) η μακροσκοπική εκτίμηση των αλλοιώσεων στα πέλματα, τους ταρσούς, το μυώδη στόμαχο, το ήπαρ και το έντερο των ορνιθίων β) η ιστομορφομετρική και ιστοπαθολογική εκτίμηση ιστοτεμαχίων από το δωδεκαδάκτυλο, τη νήστιδα και τον ειλεό των ορνιθίων, γ) η ιστοπαθολογική διερεύνηση σε ιστοτεμάχια ήπατος των ορνιθίων, δ) η μέτρηση του pH του περιεχομένου στον πρόλοβο, στο δωδεκαδάκτυλο, στη νήστιδα, στον ειλεό και στα τυφλά των ορνιθίων, ε) η μέτρηση του ιξώδους του περιεχομένου της νήστιδας και του ειλεού των ορνιθίων ζ) η βακτηριολογική καταμέτρηση των C. jejuni στον πρόλοβο και τα τυφλά των ορνιθίων, η) η απομόνωση του C. jejuni από το ήπαρ, θ) η βακτηριολογική καταμέτρηση της μικροβιακής χλωρίδας των τυφλών των ορνιθίων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της in vivo μελέτης, η μόλυνση των κρεοπαραγωγών ορνιθίων με το στέλεχος C. jejuni KC40 οδήγησε σε σημαντικά υψηλό πληθυσμό του C. jejuni στη περιοχή των τυφλών του εντέρου των ορνιθίων, αύξησε σημαντικά τον ποσοστό εμφάνισης και το βαθμό έντασης διαρροϊκών κοπράνων, είχε αρνητικές επιπτώσεις στην εντερική ιστομορφολογία και οδήγησε σε υψηλό ποσοστό απομόνωσης του μικροοργανισμού από το ήπαρ των ορνιθίων. Η χορήγηση του Ηerbal acid μείωσε σημαντικά τον πληθυσμό του C. jejuni στα τυφλά των ορνιθίων (5 ημέρες μετά τη μόλυνση), περιόρισε το ποσοστό εμφάνισης και το βαθμό έντασης διαρροϊκών κοπράνων, βελτίωσε τις ιστομορφομετρικές μεταβολές που προκάλεσε το C. jejuni στο έντερο και περιόρισε σε σημαντικό βαθμό το ποσοστό απομόνωσης του μικροοργανισμού από το ήπαρ των μολυσμένων ορνιθίων, χωρίς ωστόσο να περιορίσει τη μετάδοση του C. jejuni μεταξύ των ορνιθίων

    Effect of special yellow filters use on standard automated perimetry in normal individuals, patients with preperimetric glaucoma and glaucoma patients

    No full text
    Purpose: The aim of the present study was to investigate the effect of two special yellow filters, Kiros 1 – 400 (KIROS) and Lumior 1 – 400 (LUMIOR), on visual fields (VF) in standard automated perimetry (SAP) and contrast sensitivity (CS), in healthy individuals, in patients with preperimetric glaucoma and in glaucoma patients. Essilor Class I, visible light transmittance (VLT ) yellow filters (43 % - 80 %) were used, (a) KIROS (VLT 75 %) and (b) LUMIOR (VLT 65 %).Materials and Methods: This study is a prospective comparative study involving 31 eyes of 31 normal individuals aged 32.14 (8.13) years (14 males and 17 females), 30 patients with preperimetric glaucoma 53.80 (16.64) years (25 males and 5 females) and 42 glaucoma patients 66.88 (9.43) years (21 males and 21 females). All normal individuals underwent a series of three visual field (VF) examinations (24-2, Swedish Interactive Threshold Algorithm (SITA) standard) with the Humphrey field analyzer (HFA II 740, Carl Zeiss Meditec, Jena, Germany) and three CS examinations with the PR chart (Precision Vision, Inc., Woodstock, IL).The initial VF examination was performed without the use of a filter (NF) and then the other two examinations using the yellow KIROS filter and the yellow-orange LUMIOR filter. Upon completion of the normal individuals study, the KIROS filter was selected over the LUMIOR filter for screening in patients with preperimetric glaucoma and glaucoma patients. The effect NF as well as both yellow filters on global VF indices was evaluated and compared, between MD, PSD, VFI and GHT on CS values. Results: In the normal individuals MD_NF was -0.59 dB, MD_KIROS was -0.56 dB (improved by 0.03 dB from MD_NF ) and MD_LUMIOR was -0.64 dB (reduced by 0,05 dB from MD_NF and by 0,08 dB from MD_KIROS). PSD_NF was 1.44 dB, PSD_KIROS 1.51 dB (reduced by 0,07 dB from PSD_NF) and PSD_LUMIOR was 1.53 dB (reduced by 0,09 dB from PSD_NF and reduced by 0,02 dB from PSD_KIROS). VFI_NF, VFI_KIROS and VFI_LUMIOR were 99%. The GHT variable showed no change, being « Within Normal Limits » either with or without the use of filters. The CS_NF value was 1.78, the CS_KIROS value was 1.81 (improved by 0.02 from CS_NF) and the CS_LUMIOR was 1.80 (improved by 0.02 from CS_NF and with the KIROS filter reduced by 0.01). In patients with Preperimetric Glaucoma MD_NF was -0.31 dB, MD_Kiros was -0.20 dB (improved by 0.11 dB). PSD_NF was 1.52 dB and PSD_Kiros 1.48 dB (improved by 0.04 dB). Concerning the variables VFI and GHT was similar and unchanged by the use of KIROS. The CS_NF was 1.66 and the CS_KIROS was 1.69 (improved by 0.03). In glaucoma patients the MD_NF was -2.15 dB and MD_KIROS -2.29 dB (reduced by - 0.15 dB). The PSD_NF was 2.31 dB and PSD_KIROS 2.45 dB (increased by 0.14 dB) . VFI_NF was 96.50 % and VFI_KIROS 97%. Changes in values categorization were observed in GHT. CS_NF were 1.52 (1.45/ 1.60) and CS_KIROS 1.55 (1.50/ 1.65) (improved by 0.03).From tests on the global indices of the VF, the following values were found, which did not present a statistically significant difference in any index. In the group of normal individuals the p-value for MD, PSD and VFI indices were p= 0.79, p= 0.22 and p= 0.53, respectively. In the group of patients with preperimetric glaucoma and with glaucoma the p-values for indices MD, PSD ,VFI και GHT were p= 0.42 & 0.39, p= 0.29 & 0.56, p= 0.42 & 0.53 and p= 0.71 & 0.66, respectively. In CS, in all groups (normal individuals and patients) a statistically significant difference was detected favouring KIROS, which is equivalent to less than one letter in the PR optotype. Conclusions: The use of yellow filters (category I : VLT 75% and 65%) didn’t affect the global VF indices and CS of normal individuals, patients with preperimetric glaucoma and glaucoma patients, while significant improves their CS. Further studies are needed to investigate the clinical significance of these findings.Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει την επίδραση των δύο ειδικών κίτρινων φίλτρων, Kiros 1 – 400 (KIROS) και Lumior 1 – 400 (LUMIOR), στα οπτικά πεδία (VF) στην τυπική αυτοματοποιημένη περιμετρία (SAP) και στην ευαισθησία αντίθεσης (CS), σε υγιείς μάρτυρες, σε ασθενείς με προπεριμετρικό γλαύκωμα και σε γλαυκωματικούς ασθενείς. Χρησιμοποιήθηκαν τα κίτρινα φίλτρα Essilor Κατηγορίας I, διαπερατότητας ορατού φάσματος (VLT ) (43 % - 80 %), (α) KIROS (VLT 75 %) και (β) LUMIOR (VLT 65 %). Υλικά και Μέθοδοι: Αυτή η μελέτη ήταν μια προοπτική συγκριτική μελέτη 31 οφθαλμών 31 υγιών ατόμων ηλικίας 32.14 (8.13) ετών (14 άνδρες και 17 γυναίκες), 30 ασθενών με προπεριμετρικό γλαύκωμα 53.80 (16.64) ετών (25 άντρες και 5 γυναίκες) και 42 γλαυκωματικών ασθενών 66.88 (9.43) ετών ( 21 άντρες και 21 γυναίκες). Όλοι οι υγιείς συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μια σειρά από τρεις εξετάσεις VF (24-2, Swedish Interactive Thresholding Algorithm (SITA) Standard) με τον αναλυτή πεδίου Humphrey (HFA II 740, Carl Zeiss Meditec, Jena, Γερμανία) και CS με το οπτότυπο PR (Precision Vision, Inc., Woodstock, IL). Η πρώτη εξέταση πραγματοποιήθηκε χωρίς τη χρήση φίλτρου (NF) και στη συνέχεια οι άλλες δύο εξετάσεις με τη χρήση του κίτρινου φίλτρου KIROS και με το κίτρινο-πορτοκαλί φίλτρο LUMIOR. Με την ολοκλήρωση της μελέτης των υγιών μαρτύρων, επιλέχθηκε το φίλτρο KIROS έναντι του φίλτρου LUMIOR για τον έλεγχο σε ασθενείς με προπεριμετρικό γλαύκωμα και σε γλαυκωματικούς ασθενείς. Η επίδραση NF καθώς και των δύο κίτρινων φίλτρων αξιολογήθηκε και συγκρίθηκε ανάμεσα στους γενικούς δείκτες VF οι οποίοι ήταν το MD, PSD, VFI, GHT και των τιμών της CS. Αποτελέσματα: Στους υγιείς μάρτυρες το MD_NF ήταν -0.59 dB, το MD_KIROS -0.56 dB ( βελτιωμένο κατά 0.03 dB συγκριτικά με το MD_NF ) και το MD_LUMIOR ήταν -0.64 dB (μειωμένο κατά 0,05 dB σε σχέση με το MD_NF και κατά 0,08 dB από MD_KIROS). Το PSD_NF ήταν 1.44 dB, το PSD_KIROS 1.51 dB (μειωμένο κατά 0,07 dB από το PSD_NF) και το PSD_LUMIOR ήταν 1.53 dB (μειωμένο κατά 0,09 dB από το PSD_NF και ελαττωμένο κατά 0,02 dB από το PSD_KIROS). Το VFI_NF, το VFI_KIROS και το VFI_LUMIOR ήταν 99%. Η μεταβλητή GHT δεν παρουσίασε καμία αλλαγή, η οποία ήταν «Within Normal Limits », είτε με τη χρήση των φίλτρων είτε χωρίς αυτά. Το CS_NF ήταν 1.78, το CS_KIROS 1.81 (βελτιωμένο κατά 0.02 σε σύγκριση με το CS_NF) και το CS_LUMIOR 1.80 (βελτιωμένο κατά 0.02 από το CS_NF και μειωμένο κατά 0,01 από το CS_KIROS). Στους ασθενείς με προπεριμετρικό γλαύκωμα το MD_NF ήταν -0.31 dB, το MD_KIROS ήταν -0.20 dB ( βελτιωμένο κατά 0.11 dB). Το PSD_NF ήταν 1.52 dB και το PSD_ KIROS 1.48 dB (βελτιωμένο κατά 0.04 dB). Όσον αφορά τις τιμές VFI και GHT ήταν όμοιες και δεν τροποποιήθηκαν με τη χρήση του KIROS. Το CS_NF ήταν 1.66 και το CS_KIROS 1.69 (βελτιωμένο κατά 0.03). Στους ασθενείς με γλαύκωμα το MD_NF ήταν -2.15 dB και το MD_KIROS -2.29 dB (μειωμένο κατά -0.15 dB). Το PSD_NF ήταν 2.31 dB και το PSD_KIROS 2.45 dB (αυξημένο κατά 0.14 dB). Το VFI_NF ήταν 96.50 % και το VFI KIROS 97 %. Στις τιμές GHT παρατηρήθηκαν μεταβολές στην κατηγοριοποίηση των τιμών. Το CS_NF ήταν 1.52 και το CS_KIROS 1.55 (βελτιωμένο κατά 0.03). Από τον έλεγχο των γενικών δεικτών του οπτικού πεδίου βρέθηκαν οι παρακάτω τιμές, οι οποίες δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική διαφορά σε κανέναν δείκτη. Στην ομάδα των υγιών μαρτύρων η τιμή p-value για τους δείκτες MD, PSD και VFI ήταν p= 0.79, p= 0.22 και p= 0.53, αντίστοιχα. Στην ομάδα των ασθενών με προπεριμετρικό γλαύκωμα και με γλαύκωμα οι τιμές p-value για τους δείκτες MD, PSD ,VFI και GHT ήταν p= 0.42 & 0.39, p= 0.29 & 0.56, p= 0.42 & 0.53 και p= 0.71 & 0.66, αντίστοιχα. Στο CS, σε όλες τις ομάδες (υγιείς και ασθενείς), εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά (p < 0,01) υπέρ του φίλτρου KIROS, η οποία ισοδυναμεί με λιγότερο από ένα γράμμα στο διάγραμμα PR. Συμπεράσματα: Η χρήση κίτρινων φίλτρων (κατηγορία 1: VLT 75% και 65%) δεν επηρέασε τους γενικούς δείκτες VF και το CS των υγιών μαρτύρων, των ασθενών με προπεριμετρικό γλαύκωμα και των γλαυκωματικών ασθενών αλλά βελτιώνει σημαντικά την CS αυτών. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για τη διερεύνηση της κλινικής σημασίας αυτών των ευρημάτων

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇