Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Investigation of total quality management and leadership in primary and secondary education in Greece: a comparative study of physical education and other subject educators

    No full text
    The primary aim of this research was the development of a reliable, valid, and standardized questionnaire for measuring Total Quality Management (TQM) in Primary and Secondary Education in Greece, based on Deming’s 14 principles. The construction of this instrument was deemed necessary due to the absence of a universally accepted research tool in the educational context, both in the international and Greek literature, aligned with the Deming model. The sample consisted of 822 educational executives from across Greece, including 374 men and 448 women. Of these, 604 held the position of school principal, 60 were deputy principals, and 158 served as assistant principals. The study also explored the relationships between TQM and transformational leadership, as well as differences in their implementation based on gender, age, position, specialty, years of service (both in general education and specifically as a principal or deputy principal), type of school unit, and geographical region. Statistical analysis using SPSS 29.0 included descriptive statistics, exploratory and confirmatory factor analyses, Cronbach’s alpha reliability testing, and Pearson correlation analysis to examine relationships between the TQM and leadership factors. To identify group differences, multivariate analyses of variance (MANOVAs) were conducted. The final TQM questionnaire demonstrated high validity and reliability, comprising 19 items grouped into four key factors: “Purpose - Leadership,” “Improvement - Processes,” “Motivation - Encouragement” and “Elimination of Fear.” The results revealed a strong positive correlation between TQM and transformational leadership, confirming the crucial role of leadership in enhancing educational quality. Additionally, variations in TQM practices were identified based on position, years of experience, gender, age, school type, and region. Notably, Physical Education executives recorded higher scores across most factors, creating psychologically safe working environments with a strong leadership orientation. The discussion of the findings highlighted the institutional need to strengthen the leadership role of school principals as agents of change, to enhance leadership training for educational executives, and to integrate self-evaluation tools and quality assurance mechanisms within school units. The contribution of this study is multifaceted, as it offers a model tool for systematically capturing quality in educational administration and serves as a foundation for future interventions, research, and educational policies aimed at the continuous improvement of the Greek educational system.Βασικός σκοπός της έρευνας ήταν η δημιουργία ενός αξιόπιστου, έγκυρου και σταθμισμένου ερωτηματολογίου μέτρησης της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας (ΔΟΠ) στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στην Ελλάδα, βασισμένου στις 14 αρχές του Deming. Η σύνταξή του κρίθηκε αναγκαία λόγω της απουσίας ενός καθολικά αποδεκτού ερευνητικού εργαλείου στην εκπαίδευση, στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία, σύμφωνα με το μοντέλο Deming. Το δείγμα αποτέλεσαν 822 εκπαιδευτικά στελέχη από όλη την Ελλάδα, εκ των οποίων 374 ήταν άνδρες και 448 γυναίκες. Οι 604 ήταν διευθυντές/ντριες, 60 αναπληρωτές διευθυντές/ντριες και 158 υποδιευθυντές/ντριες. Παράλληλα, διερευνήθηκαν οι σχέσεις ΔΟΠ και ηγεσίας, καθώς και οι διαφορές στην εφαρμογή τους ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, τη θέση, την ειδικότητα, την προϋπηρεσία του στελέχους (έτη γενικά στην εκπαίδευση και ειδικά ως διευθυντής/ντρια ή υποδιευθυντής/ντρια) τον τύπο σχολικής μονάδας και τη γεωγραφική περιφέρεια. Η στατιστική επεξεργασία μέσω SPSS 29.0 περιλάμβανε περιγραφικές αναλύσεις, επιβεβαιωτική και διερευνητική παραγοντική ανάλυση, Cronbach’s alpha για τον έλεγχο αξιοπιστίας και εσωτερικής συνοχής και ανάλυση συσχετίσεων (Pearson correlation) για τη διερεύνηση συσχετίσεων μεταξύ των παραγόντων ΔΟΠ και ηγεσίας. Για τη διερεύνηση διαφορών εφαρμόστηκαν πολυμεταβλητές αναλύσεις διακύμανσης (MANOVAs). Το τελικό ερωτηματολόγιο της ΔΟΠ παρουσίασε υψηλή εγκυρότητα και αξιοπιστία, με 19 ερωτήσεις που ομαδοποιήθηκαν σε τέσσερις παράγοντες: «Σκοπός - Ηγεσία», «Βελτίωση - Διαδικασίες», «Παρακίνηση - Ενθάρρυνση» και «Αποβολή Φόβου». Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ ΔΟΠ και μετασχηματιστικής ηγεσίας, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της ηγεσίας στην ενίσχυση της ποιότητας. Επίσης διαπιστώθηκαν διαφοροποιήσεις στη ΔΟΠ ως προς τη θέση, την προϋπηρεσία, το φύλο, την ηλικία, τον τύπο σχολείου και την περιφέρεια. Ειδικά ως προς την ειδικότητα, τα στελέχη Φυσικής Αγωγής ΠΕ11 εμφάνισαν υψηλότερα σκορ στους περισσότερους παράγοντες, δημιουργώντας ψυχολογικά ασφαλή εργασιακά περιβάλλοντα με ισχυρό ηγετικό προσανατολισμό. Η συζήτηση των αποτελεσμάτων ανέδειξε την ανάγκη θεσμικής ενίσχυσης του ρόλου των διευθυντών ως φορέων ηγεσίας και αλλαγής, την αναβάθμιση της επιμόρφωσης των στελεχών και την ανάγκη ενσωμάτωσης εργαλείων αυτοαξιολόγησης και μηχανισμών διασφάλισης ποιότητας στις σχολικές μονάδες. Η συμβολή της παρούσας μελέτης είναι πολλαπλή, καθώς προσφέρει ένα πρότυπο εργαλείο για τη συστηματική αποτύπωση της ποιότητας στη σχολική διοίκηση αποτελώντας τη βάση για μελλοντικές παρεμβάσεις, έρευνες και εκπαιδευτικές πολιτικές που στοχεύουν στη συνεχή βελτίωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος

    The interpretation of patristic tradition in the work of Fr. Symeon Kragiopoulos: the old man and the restoration of the image

    No full text
    The purpose of this study is to render the Patristic teaching relevant and applicable to the modern human being. It also aims to present the pathology of the “old man” and the process of his healing as accomplished within the Church of Christ, according to the teaching of Fr. Symeon Kragiopoulos. The fall of the first-created humans and its consequences caused the distortion of human nature, resulting in the transmission of the ancestral sin from generation to generation in an ever-worsening condition. The human being dominated by sin—characterized by self-love, passions, distorted thoughts, and disordered states—is the one whom the Apostle Paul and the Fathers call the “old man.” Fr. Symeon describes this “old man,” particularly among baptized Christians who live apart from divine grace, in all the range of spiritual pathology: the ego, self-love, self-deification, worldly-mindedness, attachment to earthly pleasures and comforts, self-justification, and conformity to worldly standards. Through His incarnation, crucifixion, and death, Christ destroyed the death brought about by sin, granting salvation to every person baptized in His name. In baptism, the old man dies and is grafted with the new man, who is Christ Himself. However, baptism alone is not sufficient, since many Christians choose to live as if unbaptized, allowing the old man to remain alive within them. Baptism marks the beginning of healing, while faith is the primary means through which this healing is realized. Faith activates the mind, the emotions, and the will, turning them toward God, freeing the person from the old man, and leading him into obedience and love for Christ. The conscious Christian, who truly believes and cares for his salvation, must turn entirely toward Christ, participating in the Mysteries of the Church and engaging in spiritual struggle. Repentance, confession, participation in the Holy Eucharist, prayer, humility, obedience to the Church, and forgiveness are, according to Fr. Symeon, renewed and reinterpreted so as to be practical and accessible for modern people. The key to spiritual life lies in learning obedience to the will of God, expressed through the phrase “let it be blessed,” which leads to self-denial and constitutes a form of modern martyrdom. Through God’s philanthropic actions—His allowing of trials and sufferings—salvation becomes accessible to all who trust in Him and live in obedience to the Church. The ultimate goal of this earthly journey is for the believer to live a spiritual life as a divine-human life, as the Holy Spirit gradually forms Christ within the soul. Thus, the human being returns to his original place—the Paradise. The perfection of this life will be fulfilled in the Kingdom of Heaven, where Christ awaits him.Σκοπός της εργασίας είναι η επικαιροποίηση της Πατερική διδασκαλίας ώστε να γίνει κατανοητή και εφαρμόσιμη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η εργασία στόχο έχει επίσης να παρουσιάσει την παθολογία του παλαιού ανθρώπου και την θεραπεία που επιτελείται μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, μέσα από την διδαχή του π. Συμεών. Η πτώση των πρωτοπλάστων, αλλά και τα επακόλουθά της, έκαναν να διαστρεβλωθεί ο άνθρωπος και να περνάει το μίασμα αυτό του προπατορικού αμαρτήματος από γενεά σε γενεά διαρκώς επιδεινούμενο. Ο άνθρωπος της αμαρτίας με τη φιλαυτία του, τα πάθη, τους λογισμούς και τις αρρωστημένες καταστάσεις του, είναι αυτός που ονομάζει ο απόστολος Παύλος και οι Πατέρες «παλαιό άνθρωπο». Ο παλαιός άνθρωπος, ιδίως αυτός των βαπτισμένων χριστιανών, περιγράφεται από τον π. Συμεών σε όλο το φάσμα και με όλη την παθολογία. γίνεται αναφορά στο εγώ, στην φιλαυτία, στην θεοποίηση του εαυτού, στο κοσμικό φρόνημα και την προσκόλληση στην επίγεια ζωή με τις ανέσεις και τις ευχαριστήσεις της, στο κατεστημένο στην αυτοδικαίωση. Ο Χριστός με τη σάρκωσή του, τη σταυρική θυσία και τον θάνατό του, θανατώνει τον θάνατο που επέφερε η αμαρτία. Αυτό το έκανε για τον κάθε άνθρωπο, ο οποίος θα βαπτισθεί στο όνομά του. Με το βάπτισμα πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος και «μπολιάζεται» με τον νέο άνθρωπο που είναι ο Χριστός. Αλλά όμως το βάπτισμα μόνο δεν αρκεί, διότι οι περισσότεροι χριστιανοί επιλέγουν και μετά το βάπτισμα να ζουν ως μη βαπτισμένοι και ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Το βάπτισμα είναι η αρχή της θεραπείας του παλαιού ανθρώπου, και η πίστη είναι το κύριο μέσο για να θεραπευτεί. Η πίστη ενεργοποιεί τον νου, το συναίσθημα και τη βούληση του ανθρώπου να στραφούν προς τον Θεό, τον κάνει να ελευθερώνεται από τον παλαιό άνθρωπο και τον οδηγεί στην υπακοή και στην αγάπη για τον Χριστό. Ο χριστιανός που βαπτίσθηκε, πιστεύει στον Χριστό και νοιάζεται σοβαρά για τη σωτηρία του, χρειάζεται να στραφεί προς τον Χριστό με όλες του τις δυνάμεις, συμμετέχοντας συνειδητά στα μυστήρια της Εκκλησίας και να κάνει τον ανάλογο πνευματικό αγώνα. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία, η προσευχή, η ταπείνωση, η υπακοή στην Εκκλησία, η συγχώρηση του πλησίον, επικαιροποιούνται από τον π. Συμεών έτσι που να είναι εφαρμόσιμα για τον σύγχρονο άνθρωπο. Το κλειδί της πνευματικής ζωής, είναι να μάθει ο χριστιανός μέσα στην Εκκλησία το μάθημα της υπακοής στο θέλημα του Θεού, με το το «νά ’ναι ευλογημένο», το οποίο οδηγεί στην απάρνηση του εαυτού και αποτελεί σύγχρονο μαρτύριο. Με τις φιλάνθρωπες ενέργειες του Θεού, ο οποίος επιτρέπει τις θλίψεις και τα παθήματα της ζωής, η σωτηρία γίνεται εύκολη για τον κάθε άνθρωπο, αρκεί να τον εμπιστευθεί κάνοντας υπακοή στην Εκκλησία. Το τέλος αυτής της πορείας στην επίγεια ζωή είναι να ζει ο πιστός την πνευματική ζωή ως θεανθρώπινη ζωή, καθώς όλο και περισσότερο το Άγιο Πνεύμα που έρχεται μέσα του, μορφώνει στην ψυχή του τον Χριστό. Επανήλθε ο άνθρωπος εκεί που ανήκε, στον Παράδεισο. Η τελείωση αυτής της ζωής θα έλθει στην βασιλεία των Ουρανών όπου τον αναμένει ο Χριστός

    Study of the attitudes of relatives of patients with Alzheimer’s disease and related dementias toward euthanasia

    No full text
    Introduction: Alzheimer's disease (AD) is the most prevalent form of dementia, characterized by progressive memory loss and increasing dependence on third parties. This condition places a substantial emotional and financial burden on the family environment. Despite the prohibition of euthanasia in Greece, it remains a subject of discourse, particularly in the context of the progressive depersonalization of patients and the consequent burden on their relatives. Aim: The objective of this study is to examine the attitudes of the relatives of patients who lives with dementia and AD toward euthanasia. Material & Methods: The study encompasses four distinct groups of participants: relatives of patients with early, moderate, and advanced stages of AD, along with a control group comprising individuals without AD patients. The sample consists of 171 relatives and 86 subjects in the control group, and it was collected between January 2023 and January 2025. The following instruments were utilized for data collection: the Mini-Mental State Examination (MMSE) for cognitive function evaluation, the Barthel Index (BI) for functional autonomy assessment, the Geriatric Depression Scale (GDS) for the assessment of depressive symptomatology, and the End-of-Life Attitudes Scale (EAS) for attitudes towards euthanasia. Results: The EAS questionnaire has high internal consistency (a=0.949). 79.5% of the sample is in favor of euthanasia. This attitude is not ultimately influenced by the disease itself (p>0.05). The demographic characteristics that determined the opinions of the sample are age, educational level, marital status, and religion. Relatives of patients who are depressed are more positive about euthanasia, while those who have fully dependent relatives and live with them are less positive about the possibility of losing them. Conclusions: The study's findings, while not conclusive, offer insights into the complex interplay between personal beliefs, familial dynamics, and end-of-life decisions. While the proportion of individuals in favor of euthanasia is notably high, the attitudes of relatives of AD patients are predominantly influenced by bioethical concerns and demographic factors, rather than the nature of the disease itself.Εισαγωγή: Η Νόσος Alzheimer (ΝΑ) αποτελεί την πιο συχνή μορφή άνοιας, οδηγώντας σε προοδευτική απώλεια μνήμης και αυξανόμενη εξάρτηση από τρίτους, γεγονός που συνεπάγεται σημαντική συναισθηματική και οικονομική επιβάρυνση για το οικογενειακό περιβάλλον. Παρότι η ευθανασία παραμένει απαγορευμένη στην Ελλάδα, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, ιδίως στο πλαίσιο της προοδευτικής αποπροσωποποίησης των ασθενών και της επιβάρυνσης των συγγενών τους. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση της στάσης των συγγενών των ασθενών που ζουν με ΝΑ και συναφή ανοϊκά σύνδρομα απέναντι στην ευθανασία. Υλικό & Μέθοδος: Η μελέτη περιλαμβάνει τέσσερις ομάδες συμμετεχόντων: συγγενείς ασθενών με ΝΑ σε πρώιμο, μέτριο και προχωρημένο στάδιο, και μια ομάδα ελέγχου χωρίς ασθενείς με ΝΑ. Το δείγμα αποτελείται από 171 συγγενείς και 86 άτομα στην ομάδα ελέγχου και η συλλογή δεδομένων έγινε μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Ιανουαρίου 2025. Για τη συλλογή χρησιμοποιήθηκαν τα ακόλουθα εργαλεία: MMSE για τη γνωστική λειτουργία, Barthel Index για τη λειτουργική αυτονομία, GDS για το επίπεδο καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και EAS για τη στάση απέναντι στην ευθανασία. Αποτελέσματα: Το ερωτηματολόγιο EAS έχει υψηλή εσωτερική συνέπεια (a=0,949). Το 79,5% του δείγματος τάσσεται υπέρ της ευθανασίας. Η στάση αυτή δεν επηρεάζεται τελικά από την ίδια την ασθένεια (p>0,05). Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά που καθόρισαν τις απόψεις του δείγματος είναι η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, η οικογενειακή κατάσταση και η θρησκεία. Ενώ, οι συγγενείς ασθενών που εμφανίζουν κατάθλιψη είναι πιο θετικοί στην ευθανασία ενώ αυτοί που έχουν πλήρως εξαρτημένους συγγενείς και ζουν μαζί τους είναι λιγότερο θετικοί στο ενδεχόμενο απώλειάς τους. Συμπεράσματα: Παρόλο που το ποσοστό υπέρ της ευθανασίας είναι ιδιαίτερα υψηλό, η στάση των συγγενών ασθενών με ΝΑ αποδίδεται σε ζητήματα βιοηθικής και σε δημογραφικούς παράγοντες παρά στην ίδια τη νόσο

    Chemical composition and pharmacological properties of olive oil and table olives under various production and storage conditions

    No full text
    The olive tree is one of the oldest cultivated species in Greece and the broader Mediterranean region, with enduring significance for both diet and economy. Today, olive cultivation has expanded to five continents with Mediterranean-like climates, which reflects its wide geographical spread. The two main products derived from the olive fruit – olive oil and table olives—hold a prominent place in modern research due to their bioactive properties. Olive oil, the product of mechanical processing without chemical treatments, is regarded as one of the most important plant-based oils. Table olives, by contrast, are complex fermented or processed products whose composition varies significantly depending on the processing method and varietal traits. Over recent decades, increasing scientific attention has focused on the phenolic compounds of olive-derived products, which appear to play a pivotal role in their health-promoting properties. While initial studies emphasized the lipid composition of olive oil, the phenolic fraction is now considered central. A similar interest in research has emerged for the phenolic content of table olives, particularly in light of processing- and fermentation-induced transformations. Within the framework of this thesis, the main objective was to elucidate the factors affecting the stability of phenolic compounds during storage and to evaluate strategies that maintain or enhance the health protective properties of the final products. The interdisciplinary design of the study combined chemical, genetic and pharmacological approaches to better understand and preserve their biological activity. The research began with a systematic evaluation of the phenolic and oxidative stability of olive oil over time. Experimental storage trials demonstrated the gradual degradation of secoiridoids and highlighted the critical role of the lipid matrix— in particular the percentage of monounsaturated fatty acids (MUFA)— in the protection of phenolic components. Subsequently, secoiridoid degradation products were isolated and structurally characterized, occurring via hydrolysis and oxidation. Their identification shed light on key degradation pathways and provided new insights into the stability and biological relevance of the resulting compounds. The study of the lipid profile of olive oils from varieties of known genetic identity, using NMR spectroscopy and statistical methods of multivariate approach, revealed the genetic background as a determinant of the lipid composition of the samples. The genotyping of both Greek and foreign cultivars using SSR markers highlighted the genetic diversity of the species and supported the contribution of genotype in shaping the lipid profile. The inclusion of ancient Greek olive trees in the study revealed genetic similarities with modern cultivars of unique profiles, underscoring the value of preserving genetic diversity for the production of high-quality olive products. In the field of table olives, research was extended towards the utilization of the bioactive components of the Kalamata variety, with the formulation of an experimental extract of phenolic character into a nutritional supplement. The selection of the starting material was based on a systematic analysis of 133 samples using quantitative NMR spectroscopy, with the aim of identifying varieties and production batches with increased phenolic load and enhanced stability. Pharmacological evaluation was performed in 48 volunteers with mild hypercholesterolemia, recording changes in markers related to cardiovascular health. The results highlighted the potential to exploit the health-protective properties of this formulation in real-life settings. Overall, this thesis adopts a multi-level approach to the study of the olive, combining data from chemical composition, genetic correlation of varieties and processing conditions.Το δέντρο της ελιάς αποτελεί μία από τις αρχαιότερες καλλιέργειες στον ελλαδικό χώρο και την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, με διαχρονική σημασία τόσο για τη διατροφή όσο και για την οικονομία. Σήμερα, η καλλιέργεια της ελιάς έχει επεκταθεί σε πέντε ηπείρους, σε περιοχές με παρόμοιο κλίμα, γεγονός που αποτυπώνει την ευρεία γεωγραφική της διάδοση. Τα προϊόντα που προκύπτουν από τον ελαιόκαρπο –το ελαιόλαδο και η επιτραπέζια ελιά – αποτελούν βασικά στοιχεία στο πλαίσιο της διατροφής και αντικείμενο εντατικής επιστημονικής μελέτης. Το ελαιόλαδο, προϊόν μηχανικής επεξεργασίας του καρπού χωρίς χρήση χημικών μέσων, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φυτικά έλαια. Η επιτραπέζια ελιά, από την άλλη, αποτελεί ένα σύνθετο τρόφιμο, του οποίου η σύσταση μεταβάλλεται ουσιωδώς ανάλογα με τον τύπο επεξεργασίας και τις ποικιλιακές ιδιαιτερότητες. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, το επιστημονικό ενδιαφέρον έχει στραφεί στη μελέτη των φαινολικών συστατικών των προϊόντων της ελιάς, τα οποία φαίνεται να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις υγειοπροστατευτικές τους ιδιότητες. Ενώ αρχικά η προσοχή επικεντρωνόταν στη λιπιδική σύσταση του ελαιολάδου, σήμερα το φαινολικό του κλάσμα αποτελεί το επίκεντρο πολλών μελετών. Αντίστοιχο ενδιαφέρον έχει αναδυθεί και για τη φαινολική σύσταση της επιτραπέζιας ελιάς, ιδίως λόγω των χημικών μεταβολών που προκαλούνται κατά την επεξεργασία και ζύμωση. Στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής, βασικός στόχος ήταν η διαλεύκανση των παραγόντων που επιδρούν στη σταθερότητα των φαινολικών ενώσεων κατά την αποθήκευση, καθώς και η αξιολόγηση στρατηγικών που διατηρούν ή και ενισχύουν τις υγειοπροστατευτικές ιδιότητες των τελικών προϊόντων. Ο διεπιστημονικός σχεδιασμός της μελέτης συνέδεσε χημικές, γενετικές και φαρμακολογικές προσεγγίσεις, με σκοπό την πληρέστερη κατανόηση και διατήρηση της βιολογικής τους δραστικότητας. Η ερευνητική πορεία ξεκίνησε με τη συστηματική αξιολόγηση της φαινολικής και οξειδωτικής σταθερότητας του ελαιολάδου σε βάθος χρόνου. Πειραματικά τεστ αποθήκευσης ανέδειξαν τη σταδιακή αποδόμηση των σεκοϊριδοειδών και υπογράμμισαν τον κρίσιμο ρόλο της λιπιδικής μήτρας – ιδίως του ποσοστού μονοακόρεστων λιπαρών οξέων (MUFA – στην προστασία των φαινολικών συστατικών. Στη συνέχεια, απομονώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν προϊόντα αποδόμησης των σεκοϊριδοειδών, τα οποία προέκυψαν μέσω υδρόλυσης και οξείδωσης. Η ανάλυση αυτών των παραγώγων διαφώτισε κρίσιμες πτυχές του μηχανισμού αποδόμησης και προσέφερε νέα δεδομένα για τη σταθερότητα και τη βιολογική αξία των δευτερογενών μεταβολιτών. Η μελέτη του λιπιδικού προφίλ ελαιολάδων από ποικιλίες γνωστής γενετικής ταυτότητας, με χρήση φασματοσκοπίας NMR και στατιστικών μεθόδων πολυπαραγοντικής προσέγγισης, ανέδειξε το γενετικό υπόβαθρο ως καθοριστική συνιστώσα της λιπιδικής σύστασης των δειγμάτων. Η γονοτυπική ανάλυση ελληνικών και ξένων ποικιλιών με μικροδορυφορικούς δείκτες (SSRs) ανέδειξε τη γενετική ποικιλομορφία του είδους, και υποστήριξε τη συμβολή του γονοτύπου στη διαμόρφωση του λιπιδικού προφίλ. Η γονοτύπηση υπεραιωνόβιων ελαιόδεντρων του Ελλαδικού χώρου αποκάλυψε ομοιότητες με σύγχρονες ποικιλίες μοναδικού χαρακτήρα, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της διατήρησης της γενετικής ποικιλομορφίας για τη βιώσιμη παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας. Στο πεδίο της επιτραπέζιας ελιάς, η έρευνα επεκτάθηκε προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης των βιοδραστικών συστατικών της ποικιλίας Καλαμών, με τη διαμόρφωση ενός πειραματικού εκχυλίσματος φαινολικού χαρακτήρα και τη μορφοποίησή του σε διατροφικό συμπλήρωμα. Η επιλογή της πρώτης ύλης βασίστηκε σε συστηματική ανάλυση 133 δειγμάτων με χρήση ποσοτικής φασματοσκοπίας NMR, με στόχο τον εντοπισμό ποικιλιών και παρτίδων παραγωγής με αυξημένο φαινολικό φορτίο και ενισχυμένη σταθερότητα. Η φαρμακολογική αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε σε 48 εθελοντές με ήπιας μορφής υπερχοληστερολαιμία, καταγράφοντας μεταβολές σε δείκτες που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή υγεία. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν τη δυνατότητα αξιοποίησης των υγειοπροστατευτικών χαρακτηριστικών του μορφοποιημένου εκχυλίσματος σε πραγματικές συνθήκες λήψης. Συνολικά, η παρούσα διατριβή υιοθετεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση στη μελέτη της ελιάς, συνδυάζοντας δεδομένα από τη χημική σύσταση, τη γενετική συσχέτιση των ποικιλιών και τις συνθήκες επεξεργασίας

    Les sources byzantines du Synaxaire de saint Nicodème l’Hagiorite.

    No full text
    The aim of this dissertation is to investigate the manuscripts used by Saint Nikodemos the Hagiorite in the compilation of his Synaxarion. Following the identification of relevant manuscripts from the Protaton and the Monasteries of Pantokratoros, Dionysiou, and Koutloumousiou on Mount Athos, a comparative method was applied between these manuscripts, the printed Synaxarion of Maximos Margounios, and the Synaxarion of Saint Nikodemos, in order to accurately determine the sources em-ployed by the saint. The dissertation is structured as follows: Part One examines the personality and literary work of Saint Nikodemos, with particular focus on his Synaxarion, through its Prologue, subsequent editions, and its influence on the creation of new Synaxaria. It also presents the manuscripts identified during the research and includes a reference to Maximos Margounios and his printed Synaxarion, which served as the impe-tus for Saint Nikodemos’s compilation. Part Two contains a detailed comparative study (including comparison of headings, epigrams, narrative structure, and vocabulary) between the Synaxaria of Nikodemos, the aforementioned monastic manuscripts, and the Synaxarion of Margounios. Part Three presents the research findings, accompanied by relevant diagrams. Finally, the dissertation concludes with an appendix listing the saints added by Saint Nikodemos to his Synaxarion, who were not included in the printed version by Margounios. This study contributes to a more comprehensive understanding of the sources and methodology employed by Saint Nikodemos the Hagiorite in the com-position of his Synaxarion.Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η διερεύνηση των χειρογράφων που χρησιμοποίησε ο άγιος Νικόδημος για τη σύνταξη του Συναξαριστή του. Μετά τον εντοπισμό των σχετικών χειρογράφων από το Πρωτάτο και τις Μονές Παντοκράτορος, Διονυσίου και Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους, εφαρμόστηκε συγκριτική μέθοδος μεταξύ αυtών, του τυπωμένου Συναξαριστή του Μάξιμου Μαργουνίου και του Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου, προκειμένου να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι πηγές που χρησιμοποίησε ο άγιος Νικόδημος. Η διατριβή διαρθρώνεται ως εξής: Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η προσωπικότητα και το συγγραφικό έργο του αγίου Νικοδήμου, καθώς και το έργο του Συναξαριστή του, μέσα από το Προοίμιό του, τις εκδόσεις που το ακολούθησαν και την επίδραση του στη δημιουργία νέων Συναξαριστών. Παρουσιάζονται επίσης τα χειρόγραφα που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας και ακολουθεί αναφορά στον Μάξιμο Μαργούνιο και τον τυπωμένο Συναξαριστή του, ο οποίος αποτέλεσε την αφορμή για τη σύνταξη του έργου του αγίου Νικοδήμου. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει την αναλυτική συγκριτική μελέτη (σύγκριση επικεφαλίδων, επιγραμμάτων, διήγησης και λεξιλογίου) των Συναξαρίων του Νικοδήμου με τα χειρόγραφα των παραπάνω μονών και τον Συναξαριστή του Μαργουνίου. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας, συνοδευόμενα από σχετικά διαγράμματα. Τέλος, η διατριβή ολοκληρώνεται με επίμετρο που καταγράφει τους αγίους που πρόσθεσε ο άγιος Νικόδημος στον Συναξαριστή και δεν περιλαμβάνονταν στον τυπωμένο Συναξαριστή του Μαργουνίου. Η μελέτη συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση των πηγών και της μεθοδολογίας που ακολούθησε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για τη σύνταξη του Συναξαριστή του.Le but de la présente thèse est d’examiner les manuscrits qu’a utilisés saint Nicodème pour la composition de son Synaxaire. Après l’identification des manuscrits concernés provenant du Protaton et des monastères de Pantocrator, Dionysiou et Koutloumousiou du Mont Athos, une méthode comparative a été appliquée entre ceux-ci, le Synaxaire imprimé de Maxime Margounios et le Synaxaire de saint Nicodème, afin de déterminer avec précision les sources utilisées par ce dernier. La thèse est structurée comme suit: Dans la première partie, sont étudiées la personnalité et l’œuvre littéraire de saint Nicodème, ainsi que son Synaxaire, à travers son Prologue, les éditions qui ont suivi et l’influence qu’il a exercée sur la création de nouveaux Synaxaires. Sont également présentés les manuscrits identifiés au cours de la recherche, suivis d’une présentation de Maxime Margounios et de son Synaxaire imprimé, qui fut à l’origine de la rédaction de l’œuvre de saint Nicodème. La deuxième partie comprend une étude comparative détaillée (comparaison des titres, des épigrammes, de la narration et du lexique) entre les Synaxaires de Nicodème, les manuscrits des monastères susmentionnés et le Synaxaire de Margounios. Dans la troisième partie sont présentés les résultats de la recherche, accompagnés de graphiques pertinents. Enfin, la thèse se conclut par un appendice recensant les saints ajoutés par saint Nicodème à son Synaxaire et qui ne figuraient pas dans le Synaxaire imprimé de Margounios. Cette étude contribue à une meilleure compréhension des sources et de la méthodologie suivie par saint Nicodème l’Hagiorite dans la composition de son Synaxaire

    Chrestomathies as textbooks for ancient Greek course in Hellenic schools of the Greek state (1836-1929)

    No full text
    The aim of the present thesis was to draw conclusions about the role of the ancient Greek course in the first cycle of secondary education –particularly in the three-year Hellenic schools for male students and the girls’ schools/Hellenic schools for female students– during the period 1836 to 1929. The time limits of this thesis were chosen as follows; in 1836 secondary education was formally organized by the Greek state, while in 1929 the so-called Hellenic schools were abolished. The research aimed to present the most complete possible picture of the ancient Greek course throughout the entire existence of the above schools. The methodology used was basically the historical-interpretive method combined with qualitative content analysis. The main research objects were the Chrestomathies, that is textbooks which included ancient Greek texts. Specifically, 77 Chrestomathies were studied, selected according to defined criteria; moreover, another 25 Chrestomathies were examined to ensure the reliability of the conclusions drawn in relation to the research questions. The current thesis consists of five chapters. In the first chapter the term “Chrestomathy” is clarified; also all relative documents concerning the teaching of the subject in the first cycle of secondary education during the Ottoman period up to the beginning of the period under study, are presented in order to better understand aspects of the course during the period under review. In the second chapter the legislative framework relevant to the ancient Greek course and its evolution over time, is examined focusing on aspects such as the subject’s position within the curriculum, the prescribed content, the pedagogical aim and methodological principles –both in the boys’ and girls’ Hellenic schools. The relevant legislation is examined in conjunction with the context of the period, political, economic, social and cultural. The third chapter initially presents the specific context of the introduction of Chrestomathies in Hellenic schools. Below, the data that emerged from the comparative analysis of the Chrestomathies used in boys’ and girls’ Hellenic schools, at various levels, is presented with emphasis on the type of male and female citizen the official state sought to shape, as well as the changes in the aims of educational policy over the years. In this light, the fourth chapter thoroughly investigates the criteria underlying the selection of specific ancient Greek texts, after a brief presentation of their content. The fifth chapter examines the teachers’ association minutes book of a Hellenic school in Thessaloniki in order to determine whether the instructions of the Ministry of Education were actually implemented in practice, that is if efforts were made to cultivate the type of male and female citizen that the official state sought to shape through the ancient Greek course. Finally, the conclusions of research are recorded which reveal, among other things, both a differentiation in the characteristics attributed by the state to the ideal male and female citizen, and a gradual shift in focus from the formation of the inner moral person to the formation of the virtuous citizen and patriot, in accordance with the context of the era.Σκοπός της διατριβής ήταν η εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον ρόλο του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών στον κατώτερο κύκλο της μέσης εκπαίδευσης, στα τριετούς διάρκειας Ελληνικά Σχολεία αρρένων, καθώς και στα Παρθεναγωγεία/Ελληνικά Σχολεία θηλέων κατά τη χρονική περίοδο από το 1836 έως το 1929. Τα χρονικά όρια της έρευνας επιλέχθηκαν ως εξής· το 1836 οργανώνεται ουσιαστικά η μέση εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος, ενώ το 1929 καταργούνται τα Ελληνικά Σχολεία. Στόχος ήταν να σχηματιστεί μια κατά το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας των συγκεκριμένων τύπων σχολείων. Ως προς τη μεθοδολογία, χρησιμοποιήθηκε κατά βάση η ιστορική-ερμηνευτική μέθοδος σε συνδυασμό με την ποιοτική ανάλυση περιεχομένου. Βασικό ερευνητικό αντικείμενο αποτέλεσαν οι Χρηστομάθειες, τα διδακτικά, δηλαδή, βιβλία που περιλαμβάνουν αρχαιοελληνικά κείμενα. Ειδικότερα, τον βασικό πυρήνα της έρευνας αποτέλεσαν 77 Χρηστομάθειες, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια, ενώ μελετήθηκαν τουλάχιστον άλλες 25, προκειμένου να εξαχθούν κατά το δυνατόν ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν. Στο πλαίσιο αυτό, στο πρώτο κεφάλαιο αποσαφηνίζεται ο όρος Χρηστομάθεια και παρουσιάζονται τα σχετικά με τη διδασκαλία του μαθήματος στον πρώτο κύκλο της μέσης εκπαίδευσης κατά την οθωμανική περίοδο έως και την έναρξη της μελετώμενης περιόδου, προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα πτυχές του μαθήματος κατά την υπό εξέταση περίοδο. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται το σχετικό με το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών νομοθετικό πλαίσιο, καθώς και οι μεταβολές του με την πάροδο των ετών σε διάφορα επίπεδα, όπως η θέση του μαθήματος στα προγράμματα μαθημάτων, η διδακτέα ύλη, η στόχευση και στοιχεία μεθοδολογίας, τόσο στα Ελληνικά Σχολεία αρρένων όσο και στα Παρθεναγωγεία/Ελληνικά Σχολεία θηλέων. Η νομοθεσία συνεξετάζεται με το συγκείμενο της περιόδου, πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται αρχικά το ιδιαίτερο πλαίσιο εισαγωγής των Χρηστομαθειών στα Ελληνικά Σχολεία. Στη συνέχεια, παρατίθενται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη μελέτη των Χρηστομαθειών στα Ελληνικά Σχολεία αρρένων σε σύγκριση με των θηλέων, σε διάφορα επίπεδα, με έμφαση στο είδος του πολίτη και της πολίτιδας που επιδιώκει το επίσημο κράτος να διαμορφώσει, καθώς και στις μεταβολές ως προς τη στόχευση της εκπαιδευτικής πολιτικής με την πάροδο των ετών. Υπό το πρίσμα αυτό, στο τέταρτο κεφάλαιο ερευνώνται διεξοδικά οι λόγοι για τους οποίους επιλέγονται συγκεκριμένα αρχαιοελληνικά κείμενα, μετά από σύντομη παρουσίαση του περιεχομένου τους. Στο πέμπτο κεφάλαιο μελετώνται τα πρακτικά ενός Ελληνικού Σχολείου στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν εφαρμόζονται στην πράξη οι οδηγίες του αρμόδιου Υπουργείου και, επομένως, εάν καταβάλλονται οι προσπάθειες να διαμορφωθεί το είδος του πολίτη και της πολίτιδας που το επίσημο κράτος επιδιώκει να διαπλάσει μέσω του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών. Στο τέλος, καταγράφονται τα συμπεράσματα της έρευνας, με βάση τα οποία διαπιστώνονται, μεταξύ άλλων, αφενός διαφοροποίηση ως προς τα επιδιωκόμενα από το επίσημο κράτος χαρακτηριστικά του μελλοντικού πολίτη και της μελλοντικής πολίτιδας και αφετέρου μετατόπιση της στόχευσης από τη διαμόρφωση του έσω ανθρώπου στη διάπλαση του χρηστού πολίτη και πατριώτη, σε συνάρτηση με το συγκείμενο της εποχής

    Ηλεκτρονική μικροσκοπία διέλευσης/διέλευσης-σάρωσης και υπολογιστική ανάλυση προηγμένων ημιαγωγικών ετεροδομών και υβριδικών λειτουργικών νανοϋλικών

    No full text
    This PhD thesis investigates the structural and electronic properties of epitaxial heterostructures and low-dimensional materials, focusing on In-based III-V semiconductors and hybrid nanostructures. The studied systems include (I) GaAs/Inx(Al,Ga)1-xAs core-shell nanowires (CSNWs), (II) ultrathin InxGa1-xN/GaN quantum wells (QWs), (III) InxGa1-xN/GaN epilayers, and (IV) Fe-based bimetallic ferromagnetic nanoparticles (NPs) anchored on nanodiamond (ND) templates. Transmission electron microscopy (TEM), high-resolution TEM (HRTEM), and scanning TEM (STEM/HRSTEM) combined with spectroscopic techniques were employed to analyze structure and stoichiometry at the nanoscale. Strain mapping was performed by geometric phase analysis on high resolution images and images comprising scanning Moiré fringes, while theoretical modelling (atomistic, finite-element) and topological analysis complemented the experimental work. (I) GaAs/Inx(Al,Ga)1-xAs CSNWs: The CSNWs featured GaAs cores with small radius (10 nm) and thick Inx(Al,Ga)1-xAs shells (80 nm thickness) with indium contents in the range 0.2-1. The shells impose tensile strain on the core, reducing its band gap, promising for near-IR applications. Theoretical strain fields agreed with HR(S)TEM observations, showing high axial strain and low radial/azimuthal strain due to in-plane elastic relaxation of the CSNWs. Beyond a critical In content in the range 0.5-0.65, plastic relaxation via lattice and partial dislocations was observed, which is detrimental for the internal quantum efficiency. Finite-element analysis revealed that slight shell-thickness asymmetries during the early stages of shell growth induce bending of the CSNWs, whereas increasing the shell thickness redistributes the internal stresses and restores the straight alignment of the heterostructures. It was also found that the facet junctions served as preferential sites for plastic relaxation and that the GaAs/InAs CSNWs presented characteristic interfacial dislocations at the facet junctions. (II) InxGa1-xN/GaN QWs: Monolayer-thick QWs were studied by first-principles and empirical potential calculations to assess strain and clustering effects on the band gap. Tensile strained GaN barriers are beneficial for enhancing indium incorporation. The in-plane strain in GaN reduced the superlattice bandgap for indium contents below 0.5, but at higher x it induced a blue shift due to strain relaxation in the QW. Indium clustering led to only a minor average bandgap reduction. (III) InxGa1-xN/GaN epilayers: In-rich epilayers grown by molecular beam epitaxy (MBE) with indium content near 0.35 deposited under different temperatures and stoichiometries exhibited plastic relaxation in the range 56-91%. STEM Moiré interferometry paired with geometric phase analysis revealed a correlation between relaxation and interfacial In composition. Under low plastic relaxation, compositional pulling led to a sequestration layer with graded In content and progressive misfit dislocation formation. Low-temperature, N-rich growth enhanced In incorporation and surface roughness, promoting higher degrees of plastic relaxation. (IV) FeX (X=Rh, Co, Ni) NPs on nanodiamond: Hybrid FeX/ND systems synthesized via wet chemistry and subsequent annealing to achieve high coercivity and magnetization were studied by HRTEM, STEM and energy dispersive X-ray (EDX) spectroscopy. STEM confirmed 4-10nm alloy NPs with Fe:X aromic ratios equal to 3:7. Annealing induced alloying and, at FeCo/ND and FeNi/ND interfaces, graphitization of ND into few-layer graphene driven by the catalytic activity of the NPs. NDs effectively suppressed NP coarsening, preserving nanometric dimensions.Η διατριβή διερευνά τις δομικές και ηλεκτρονικές ιδιότητες επιταξιακών και χαμηλοδιάστατων λειτουργικών υλικών, με έμφαση στις ετεροδομές ημιαγωγών III–V και σε υβριδικές νανοδομές. Μελετήθηκαν: (I) νανοσύρματα πυρήνα-κελύφους (core-shell nanowires, CSNWs) τύπου GaAs/Inx(Al,Ga)1-xAs, (II) υπέρλεπτα κβαντικά φρέατα (quantum wells, QWs) InxGa1-xN/GaN, (III) επιταξιακά υμένια InxGa1-xN/GaN και (IV) φερρομαγνητικά νανοσωματίδια (NPs) αγκιστρωμένα σε ελεύθερα υποστρώματα συσσωματωμάτων νανοαδάμαντα (ND). Για τον χαρακτηρισμό χρησιμοποιήθηκε ηλεκτρονική μικροσκοπία διέλευσης (TEM), υψηλής ανάλυσης TEM (HRTEM) και σαρωτική TEM (STEM/HRSTEM), σε συνδυασμό με φασματοσκοπικές τεχνικές, προκειμένου να αναλυθεί η δομή και η στοιχειομετρία στη νανοκλίμακα. Η χαρτογράφηση των πεδίων παραμόρφωσης πραγματοποιήθηκε μέσω γεωμετρικής ανάλυσης φάσης (GPA) σε εικόνες υψηλής ανάλυσης και εικόνες κροσσών Moiré STEM, σε συνδυασμό με θεωρητική μοντελοποίηση (ατομιστική και πεπερασμένων στοιχείων). (I) GaAs/Inx(Al,Ga)1-xAs CSNW: Τα CSNW είχαν πυρήνες μικρής ακτίνας (10nm) και κελύφη μεγάλου πάχους (80nm) με συστάσεις ινδίου 0.2-1. Τα κελύφη επέβαλαν εφελκυστικές τάσεις στον πυρήνα, μειώνοντας το ενεργειακό χάσμα του για εφαρμογές στο κοντινό υπέρυθρο. Τα πεδία παραμόρφωσης χαρτογραφήθηκαν με GPA σε εικόνες HR(S)TEM. Οι θεωρητικοί υπολογισμοί συμφωνούσαν με τις παρατηρήσεις HR(S)TEM, δείχνοντας υψηλές αξονικές και χαμηλές ακτινικές/αζιμουθιακές παραμορφώσεις λόγω ελαστικής αφηρέμησης κάθετα στον άξονα του CSNW. Η κρίσιμη σύσταση ινδίου προσδιορίστηκε στη περιοχή 0.5-0.65, μετά από την οποία παρατηρήθηκε πλαστική αφηρέμηση μέσω πλεγματικών και κλασματικών εξαρμόσεων. Ανάλυση με πεπερασμένα στοιχεία έδειξε ότι η έκκεντρη εναπόθεση του κελύφους στα πρώτα στάδια ανάπτυξης οδηγεί σε κάμψη των νανοσυρμάτων, ενώ με αύξηση του πάχους, τα νανοσύρματα επανέρχονται σε όρθια θέση λόγω ανακατανομής των τάσεων. Επιπλέον, αναδείχθηκε η προτιμητέα έναρξη πλαστικής αφηρέμησης κοντά στις συμφύσεις των πλευρικών εδρών, ενώ στα CSNW GaAs/InAs εντοπίστηκαν χαρακτηριστικές διεπιφανειακές εξαρμόσεις συναρμογής στις συμφύσεις. (II) InxGa1-xN/GaN QW: Κβαντικά φρέατα πάχους ενός ατομικού επιπέδου μελετήθηκαν μέσω υπολογισμών πρώτων αρχών και εμπειρικού δυναμικού για την εκτίμηση των επιδράσεων της παραμόρφωσης και της συσσωμάτωσης ινδίου στο ενεργειακό χάσμα. Η εισαγωγή επίπεδης εντατικής κατάστασης στα φράγματα GaN ευνοεί την ενσωμάτωση του ινδίου. Η παραμόρφωση στο GaN προκάλεσε μείωση του ενεργειακού χάσματος για σύσταση ινδίου (x) μικρότερη από 0.5 αλλά, σε υψηλότερες συστάσεις, επήλθε μετατόπιση προς το ιώδες λόγω μερικής αφηρέμησης του QW. Η συσσωμάτωση ινδίου προκάλεσε μικρή μείωση του ενεργειακού χάσματος. (III) Υμένια InxGa1-xN/GaN: Υμένια με σύσταση ινδίου περίπου 0.35, ανεπτυγμένα με επιταξία με μοριακές δέσμες (MBE) υπό διαφορετικές συνθήκες, παρουσίασαν πλαστική αφηρέμηση μεταξύ 56-91%. Η ευρεία χαρτογράφηση της παραμόρφωσης με συμβολομετρία κροσσών Moiré αποκάλυψε συσχέτιση μεταξύ αφηρέμησης και διεπιφανειακής συγκέντρωσης ινδίου. Σε συνθήκες μικρής αφηρέμησης, η απώθηση ινδίου οδήγησε στη δημιουργία διαστρωμάτωσης με βαθμιαία αύξηση της περιεκτικότητας In και προοδευτική εισαγωγή ατελειών. Η ανάπτυξη σε χαμηλές θερμοκρασίες και υπό περίσσεια αζώτου ενίσχυσε την ενσωμάτωση ινδίου αυξάνοντας το βαθμό πλαστικής αφηρέμησης. (IV) FeX (X:Rh,Co,Ni) NP σε νανοαδάμαντα: Υβριδικά συστήματα FeX/ND, συντεθειμένα με υγροχημικές μεθόδους και επακόλουθη ανόπτηση για επίτευξη υψηλών τιμών μαγνήτισης, μελετήθηκαν με HRTEM, STEM και φασματοσκοπία EDX. Η STEM κατέδειξε νανοσωματιδία 4-10 nm με αναλογία Fe:X, 3:7. Η ανόπτηση προκάλεσε ανάμιξη των μετάλλων και, στις διεπιφάνειες NP/ND, γραφιτοποίηση του νανοαδάμαντα, μέσω της καταλυτικής δράσης των NP. Το υπόστρωμα ND απέτρεψε τη συσσωμάτωση των NP, διατηρώντας τις νανομετρικές τους διαστάσεις μετά την ανόπτηση

    Evaluation of PD-L1 expression in papillary thyroid carcinoma, correlation with clinicopathologic parameters and potential utility as a diagnostic and prognostic biomarker.

    No full text
    Background: Programmed cell death ligand 1 (PD-L1) expression is a well-established prerequisite for the use of immune checkpoint inhibitors and is increasingly recognized as a prognostic biomarker in various malignancies. However, its prognostic significance in thyroid cancer (TC), particularly papillary thyroid carcinoma (PTC), remains largely unexplored and somewhat controversial, with findings to date being limited and inconsistent. The aim of this study was to evaluate PD-L1 expression in a well-characterized cohort of patients with PTC and assess its association with key clinicopathological features and clinical outcomes. Materials and Methods: This retrospective, single-center cohort study included patients with histologically confirmed PTC who underwent thyroid surgery at the “Korgialeneio – Benakeio” General Hospital of Athens in Greece between 2007 and 2018. Formalin-fixed, paraffin-embedded (FFPE) tumor samples were assessed for PD-L1 expression using immunohistochemistry and scored using the combined positive score (CPS), with CPS ≥10 indicating PD-L1 positivity. Clinicopathological data were collected through review of patients’ medical records and postoperative histopathology reports, and associations with PD-L1 status were analyzed. Disease-free recurrence (DFS) and overall survival (OS) were also evaluated using Kaplan–Meier methods. Results: Among 81 PTC patients included in this study (median age: 48 years, 83% female), PD-L1 positivity (CPS ≥10) was observed in 45.7%. CPS ≥10 status was significantly associated with larger tumor size, higher pT stage (pT3–pT4), extrathyroidal extension, lymph node metastasis, and the presence of aggressive histologic variants. Coexisting Hashimoto’s thyroiditis and higher rates of radioactive iodine therapy (RAI) were also more common in the PD-L1–positive group. At a median follow-up of 9 years, the overall recurrence rate was 8.6%, with significantly higher recurrence and shorter DFS among patients with CPS ≥10 tumors. OS remained high across both groups. Conclusions: PD-L1 expression was present in nearly half of this real-world Greek PTC cohort and was associated with multiple adverse clinicopathological features and an increased risk of recurrence. These findings support the potential utility of PD-L1 as a prognostic biomarker in PTC and may inform postoperative risk stratification and follow-up strategies.Υπόβαθρο: Η έκφραση του υποδοχέα του PD-L1 (Programmed cell death ligand 1, Προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου - 1) αποτελεί έναν καλά τεκμηριωμένο βιολογικό δείκτη στην ανοσοθεραπεία για τη χορήγηση αναστολέων σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού (immune checkpoint inhibitors), ενώ αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας ως προγνωστικός βιοδείκτης σε διάφορες κακοήθειες. Ωστόσο, η προγνωστική του αξία στον καρκίνο του θυρεοειδούς, και ειδικότερα στον θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς (Papillary Thyroid Carcinoma, PTC), είναι αντικείμενο συζήτησης και τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών είναι σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικά. Εργαλεία και Μέθοδος: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της έκφρασης του PD-L1 σε μια καλά τεκμηριώμένη ομάδα ασθενών με PTC, η συσχέτισή της με βασικά κλινικοπαθολογοανατομικά χαρακτηριστικά και με την έκβαση της νόσου. Η μελέτη ήταν μονοκεντρική με αναδρομικό χαρακτήρα, περιλαμβάνοντας ασθενείς με ιστολογικά επιβεβαιωμένο PTC, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θυρεοειδεκτομή στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Κοργιαλένειο – Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.», κατά την περίοδο 2007–2018. Η έκφραση του PD-L1 αξιολογήθηκε σε δείγματα παραφινωμένων ιστοτεμαχίων (Formalin-fixed paraffin-embedded, FFPE) με χρήση ανοσοϊστοχημείας, ενώ η βαθμολόγηση διενεργήθηκε με βάση το Combined Positive Score (CPS), θεωρώντας θετική την έκφραση με CPS ≥10. Τα κλινικοπαθολογοανατομικά δεδομένα συλλέχθηκαν από τους ιατρικούς φακέλους και τις ιστολογικές εκθέσεις και η συσχέτισή τους με την έκφραση του PD-L1 αναλύθηκε στατιστικά. Η επιβίωση χωρίς νόσο (Disease-free recurrence, DFS) και η συνολική επιβίωση (Overall Survival, OS) εκτιμήθηκαν με τη μέθοδο Kaplan–Meier. Αποτελέσματα: Συνολικά, στη μελέτη περιλήφθηκαν 81 ασθενείς με PTC (διάμεση ηλικία 48 έτη, 83% γυναίκες). Έκφραση του PD-L1 με CPS ≥10 παρατηρήθηκε στο 45,7% των περιπτώσεων. Η θετική έκφραση του PD-L1 συσχετίστηκε - στατιστικά σημαντικά - με μεγαλύτερο μέγεθος όγκου, υψηλότερο στάδιο pT (pT3–pT4), εξωθυρεοειδική επέκταση, λεμφαδενικές μεταστάσεις και παρουσία επιθετικών ιστολογικών ποικιλιών. Επιπλέον, παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα συνύπαρξης θυρεοειδίτιδας Hashimoto και υψηλότερα ποσοστά χορήγησης ραδιενεργού ιωδίου στην ομάδα με PD-L1 θετικούς όγκους. Στον διάμεσο χρόνο παρακολούθησης των 9 ετών, το ποσοστό υποτροπής ήταν 8,6%, με σαφώς υψηλότερη συχνότητα και βραχύτερη DFS (Disease-free recurrence, επιβίωση χωρίς νόσο) στους ασθενείς με PD-L1 θετικούς όγκους, ενώ η συνολική επιβίωση παρέμεινε υψηλή και στις δύο ομάδες. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα αυτά αποκαλύπτουν ότι σχεδόν οι μισοί από την παρούσα σειρά ασθενών με PTC εμφάνισαν έκφραση του PD-L1, η οποία συσχετίστηκε με δυσμενή κλινικοπαθολογοανατομικά χαρακτηριστικά και αυξημένο κίνδυνο υποτροπής. Η έκφραση του PD-L1 ενδέχεται να χρησιμεύσει ως προγνωστικός δείκτης και μέσο για τη βελτίωση της μετεγχειρητικής παρακολούθησης και διαχείρισης των ασθενών με PTC

    Aποδοτική διαχείριση και αξιοποίηση διάχυτης μικροενέργειας για την τροφοδοσία αυτόνομων κυβερνοφυσικών μικροσυστημάτων

    No full text
    Autonomous cyber-physical microsystems (µCPS) promise long-horizon sensing, inference, and actuation with minimal maintenance, yet their feasibility is governed less by average harvested power than by the dynamics and losses of the power path and by bursty, deadline-driven workloads observed through sparse telemetry. This thesis develops a principled framework that converts diffuse environmental energy into predictable service. First, it introduces macroscopic, loss-aware models that map incident source flux to usable electrical power through realistic conversion, storage, and protection, explicitly accounting for cold-start energy, quiescent drains, leakage, equivalent series resistance, and undervoltage hysteresis. These models define mission-level autonomy metrics—energy neutrality over a horizon and survivability within protection bounds—that guide both design and evaluation. Second, it presents DREAM (Dynamic Rest & Energy-Aware Management), a runtime that uses low-cost observables (primarily storage-voltage trajectories and discrete protection events) to orchestrate rest, energy aggregation, and execution of high-crest-factor tasks (sensing, computation, communication) so that deadlines are met without inducing brownouts. Third, it proposes a trace-driven sizing methodology that selects harvester technology/area, storage type/capacity, and converter modes to meet mission-level energy and service constraints over stated horizons with quantifiable confidence under realistic temporal variability in sources and networks. Validation across representative case studies demonstrates sustained service with materially fewer brownouts and improved predictability versus battery-only baselines and controllers that optimize average power without explicit deliverability or protection modeling. The results provide designers with a credible path from environmental energy fluxes to system-level performance guarantees for maintainable, sustainable, and trustworthy µCPS.Τα αυτόνομα κυβερνοφυσικά μικροσυστήματα (µCPS) υπόσχονται ανίχνευση, συμπερασμό και ενεργοποίηση μακροπρόθεσμα με ελάχιστη συντήρηση, ωστόσο η σκοπιμότητά τους εξαρτάται λιγότερο από τη μέση παραγόμενη ισχύ και περισσότερο από τη δυναμική και τις απώλειες της διαδρομής ισχύος και από τα διαλείποντα, καθορισμένα από προθεσμίες φορτία εργασίας που παρατηρούνται μέσω αραιής τηλεμετρίας. Η παρούσα διατριβή αναπτύσσει ένα θεμελιώδες πλαίσιο που μετατρέπει τη διάχυτη ενέργεια του περιβάλλοντος σε προβλέψιμη υπηρεσία. Πρώτον, εισάγει μακροσκοπικά μοντέλα που λαμβάνουν υπόψη τις απώλειες και χαρτογραφούν τη ροή της πηγής που προσπίπτει σε χρησιμοποιήσιμη ηλεκτρική ενέργεια μέσω ρεαλιστικής μετατροπής, αποθήκευσης και προστασίας, λαμβάνοντας ρητά υπόψη την ενέργεια ψυχρής εκκίνησης, τις αδρανείς διαρροές, τη διαρροή, την ισοδύναμη σειριακή αντίσταση και την υστέρηση υποτάσης. Αυτά τα μοντέλα ορίζουν μετρήσεις αυτονομίας σε επίπεδο αποστολής — ενεργειακή ουδετερότητα σε ένα ορίζοντα και επιβιωσιμότητα εντός των ορίων προστασίας — που καθοδηγούν τόσο το σχεδιασμό όσο και την αξιολόγηση. Δεύτερον, παρουσιάζει το DREAM (Dynamic Rest & Energy-Aware Management), ένα περιβάλλον εκτέλεσης που χρησιμοποιεί παρατηρήσιμα στοιχεία χαμηλού κόστους (κυρίως τροχιές τάσης αποθήκευσης και διακριτά συμβάντα προστασίας) για να συντονίζει την ανάπαυση, τη συγκέντρωση ενέργειας και την εκτέλεση εργασιών υψηλού συντελεστή κορυφής (ανίχνευση, υπολογισμός, επικοινωνία), έτσι ώστε να τηρούνται οι προθεσμίες χωρίς να προκαλούνται πτώσεις τάσης. Τρίτον, προτείνει μια μεθοδολογία διαστασιολόγησης βάσει ιχνών που επιλέγει την τεχνολογία/περιοχή συγκομιδής, τον τύπο/χωρητικότητα αποθήκευσης και τους τρόπους μετατροπής, ώστε να πληροί τους περιορισμούς ενέργειας και υπηρεσιών σε επίπεδο αποστολής σε καθορισμένους ορίζοντες με ποσοτικοποιήσιμη αξιοπιστία υπό ρεαλιστικές χρονικές διακυμάνσεις στις πηγές και τα δίκτυα. Η επικύρωση σε αντιπροσωπευτικές μελέτες περιπτώσεων καταδεικνύει τη διατήρηση της υπηρεσίας με σημαντικά λιγότερες διακοπές ρεύματος και βελτιωμένη προβλεψιμότητα σε σύγκριση με τις βασικές γραμμές που βασίζονται αποκλειστικά σε μπαταρίες και τους ελεγκτές που βελτιστοποιούν τη μέση ισχύ χωρίς ρητή μοντελοποίηση της δυνατότητας παράδοσης ή της προστασίας. Τα αποτελέσματα παρέχουν στους σχεδιαστές μια αξιόπιστη διαδρομή από τις ροές ενέργειας του περιβάλλοντος έως τις εγγυήσεις απόδοσης σε επίπεδο συστήματος για διατηρήσιμα, βιώσιμα και αξιόπιστα µCPS

    The development of combinatorial thinking in preschool children (aged 4-6) with the contribution of digital learning environments

    No full text
    This dissertation deals with the development of combinatorial thinking in preschool children aged 4 to 6. Combinatorics is considered one of the most important branches of discrete mathematics (NCTM, 2000), and teaching it provides multiple benefits to students (observation skills, development of critical thinking, etc., Felda, 1996; Silwana et al., 2021; Pamungkas & Khaerunnisa, 2020; Yuberti et al., 2019), while laying the foundation for learning other mathematical concepts (Batanero et al., 1997; Graumann & Germany, 2002). It is therefore necessary to include combinatorics in the mathematics curriculum from the early stages of education through to the higher levels (English, 1993b; NCTM, 2000). The first researchers to study combinatorial thinking, Piaget & Inhelder (1958, 1975), argued that children are only capable of developing combinatorial thinking at the formal operational stage (ages 12 to 15). However, later researchers refuted this claim (Fishbein, 1975; 1970), finding that through appropriate teaching and learning contexts, younger students can develop combinatorial thinking. Various studies have been conducted in recent years in preschool education, examining students' errors, strategies, and modes of representation, as well as the role of digital tools in the development of combinatorial thinking (English, 1991; English, 1992; Siakalli, 2013; van Bommel & Palmer, 2018a, 2018b, 2018c; Kafoussi & Fessakis, 2009; Frantzeskaki, Kafoussi & Fessakis, 2020). However, there is limited research on the development of combinatorial thinking in preschool children aged 4 to 6, with no research to date examining: a) children's strategies regardless of the number of solutions they identified, b) the differences between children aged 4 to 5 and children aged 5 to 6, c) the comparison of learning environments with ICT and hands-on materials, and d) children's engagement with all types of combinatorial problems (combinations, permutations, arrangements). The purpose of this thesis is to investigate the combinatorial thinking of preschool children aged 4 to 6 years in two learning environments—with and without the use of ICT—for all types of combinatorial problems (combinations with and without repetition, permutations, arrangements without repetition, with and without restriction, and arrangements with repetition, with and without restriction) and, in particular: a) the influence of the two learning environments on the number of solutions identified by the children, b) the strategies developed by the children in all types of combinatorial problems in the two environments, c) the identification of any differences between children aged 4 to 5 and children aged 5 to 6, and d) the identification of children's mistakes and difficulties when engaging with all types of combinatorial problems.A total of 72 preschool children aged 4 to 6, 32 pre-kindergarteners and 40 kindergarteners, from four classes of a typical public kindergarten participated in the study. The classes were divided into two groups and worked in two different learning environments, with and without ICT, 37 and 35 children respectively, and worked on all types of combinatorial problems. Following the methodology of the teaching experiment, the research consisted of three phases: a) interviews before the intervention, b) teaching intervention implemented in the classroom, and c) interviews after the intervention. The research lasted approximately 6 months. The research data consisted of worksheets completed by the children during their engagement with all types of combinatorial problems, both before and after the intervention. The qualitative analysis of the results was based on content analysis, and the quantitative analysis was based on nonparametric statistical tests.Based on the results, the two learning environments did not appear to influence the children's performance, as both groups identified approximately the same number of solutions. The main strategies that emerged when the children engaged with all the combinatorial problems in both environments were: a) the use of a fixed element, b) the use of a pattern, c) the use of ABC elements, and d) the random selection of elements. The strategy of finding pairs was only identified in permutation and arrangement problems. Most children in all types of combinatorial problems (with the exception of the problem of combinations without repetition) used ABC elements. Few children used the odometer or partial odometer, as well as finding pairs both before and after the intervention. It is worth noting, however, that after the intervention, a smaller number of children were found to choose elements randomly. It should be noted that the children who found all or most of the solutions used the odometer and pairing strategies, strategies that were not found in those with fewer solutions.With regard to the performance of children aged 4 to 5 and children aged 5 to 6, a statistically significant difference was found, with children aged 5 to 6 performing better on many types of combinatorial problems, both before and after the intervention. It is worth noting that children aged 4 to 5, had more difficulty in arrangements problems with repetition, perhaps due to their increased demands. The strategy used mainly by both children aged 4 to 5 and children aged 5 to 6, was the use of ABC elements. It should be noted, however, that children aged 5 to 6 often used more sophisticated strategies (such as the odometer and finding pairs) than children aged 4 to 5. The most common mistake identified by children in all types of combinatorial problems was the use of elements in the same order. In addition, it was observed that in combinatorial problems, children use elements in permutations in their attempt to find a new solution. Another significant mistake identified was the use of the same element twice in a solution in combinatorial problems where this was not allowed (combinations without repetition, permutations and arrangements without repetition). In conclusion, the combinatorial problem that seemed to cause the most difficulty for the children was that of permutations, both before and after the intervention.Further research needs to be conducted in order to uncover additional data regarding the development of combinatorial thinking in preschool children aged 4 to 6. In particular, the effect of the nature of the elements (colors, shapes, etc.), the number of elements given in a problem, and the influence of not mentioning the number of possible solutions on their identification could be examined. In addition, interventions to address children's difficulties with permutation problems could be explored.Η παρούσα διατριβή ασχολείται με την ανάπτυξη συνδυαστικής σκέψης παιδιών προσχολικής ηλικίας 4 έως 6 ετών. Η συνδυαστική θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς κλάδους των διακριτών μαθηματικών (NCTM, 2000) και η διδασκαλία της παρέχει πολλαπλά οφέλη στους/στις μαθητές/τριες (ικανότητα παρατήρησης, ανάπτυξη κριτικής σκέψης κ.ά., Felda,1996; Silwana, κ.ά., 2021; Pamungkas & Khaerunnisa, 2020; Yuberti, κ.ά., 2019), θέτοντας ταυτόχρονα τη βάση για την εκμάθηση άλλων μαθηματικών εννοιών (Batanero, κ.ά., 1997; Graumann & Germany, 2002). Κρίνεται λοιπόν αναγκαίο η συνδυαστική να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα σπουδών των μαθηματικών από τις πρώτες βασικές βαθμίδες εκπαίδευσης μέχρι και τις ανώτερες (English, 1993b; NCTM, 2000). Οι πρώτοι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη συνδυαστική Piaget & Inhelder (1958,1975), υποστήριξαν ότι ένα παιδί είναι ικανό για την ανάπτυξη της συνδυαστικής σκέψης, μόνο στο επίσημο λειτουργικό στάδιο (12 έως 15 ετών). Μετέπειτα ερευνητές, ήρθαν όμως να αντικρούσουν αυτόν τον ισχυρισμό (Fishbein, 1975; 1970), διαπιστώνοντας ότι μέσα από κατάλληλα διδακτικά και μαθησιακά πλαίσια, οι μαθητές σε μικρότερη ηλικία μπορούν να αναπτύξουν συνδυαστική σκέψη. Ποικίλες έρευνες έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, στην προσχολική εκπαίδευση, εξετάζοντας τα λάθη, τις στρατηγικές, τον τρόπο αναπαράστασης των μαθητών/τριών, καθώς και τον ρόλο των ψηφιακών εργαλείων στην ανάπτυξη της συνδυαστικής σκέψης (English, 1991; English, 1992; Σιακαλλή, 2013; van Bommel & Palmer, 2018a, 2018b, 2018c; Kafoussi & Fessakis, 2009; Frantzeskaki, Kafoussi & Fessakis, 2020). Ωστόσο, περιορισμένες είναι οι έρευνες που ασχολούνται με την ανάπτυξη συνδυαστικής σκέψης παιδιών προσχολικής ηλικίας 4 έως 6 ετών, με καμία έρευνα ως τώρα να εξετάζει: α) τις στρατηγικές των παιδιών ανεξάρτητα από τον αριθμό λύσεων που εντόπισαν, β) τις διαφορές μεταξύ προνηπίων και νηπίων , γ) τη σύγκριση περιβαλλόντων μάθησης με ΤΠΕ και χειραπτικά υλικά, καθώς και δ) την εμπλοκή των παιδιών με όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής (συνδυασμούς, μεταθέσεις, διατάξεις). Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η διερεύνηση της συνδυαστικής σκέψης παιδιών προσχολικής ηλικίας 4 έως 6 ετών, σε δύο περιβάλλοντα μάθησης -χωρίς και με χρήση ΤΠΕ- για όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής (συνδυασμοί χωρίς και με επανάληψη, μεταθέσεις, διατάξεις χωρίς επανάληψη, χωρίς και με περιορισμό και διατάξεις με επανάληψη, χωρίς και με περιορισμό) και ειδικότερα: α) την επιρροή των δυο περιβαλλόντων μάθησης, στον αριθμό λύσεων που εντόπισαν τα παιδιά, β) τις στρατηγικές που ανέπτυξαν τα παιδιά σε όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής στα δύο περιβάλλοντα, γ) τον εντοπισμό τυχόν διαφορών μεταξύ προνηπίων και νηπίων και δ) τον εντοπισμό λαθών και δυσκολιών των παιδιών κατά την εμπλοκή τους με όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής. Στην έρευνα έλαβαν μέρος συνολικά 72 παιδιά προσχολικής ηλικίας 4 έως 6 ετών, 32 προνήπια και 40 νήπια, από τέσσερα τμήματα ενός τυπικού δημοσίου νηπιαγωγείου. Τα τμήματα χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και εργάστηκαν σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα μάθησης, χωρίς και με ΤΠΕ, 37 και 35 παιδιά αντίστοιχα και εργάστηκαν με όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής. Ακολουθώντας τη μεθοδολογία του διδακτικού πειράματος, η έρευνα αποτελούνταν από τρεις φάσεις: α) συνεντεύξεις πριν την παρέμβαση, β) διδακτική παρέμβαση που υλοποιήθηκε στηντάξη και γ) συνεντεύξεις μετά την παρέμβαση. Η έρευνα διήρκησε περίπου 6 μήνες. Δεδομένα της έρευνας αποτέλεσαν τα φύλλα εργασίας που συμπληρώθηκαν από τα παιδιά κατά την εμπλοκή τους με όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής, τόσο πριν όσο και μετά την παρέμβαση. Η ποιοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων στηρίχθηκε στη μέθοδο ανάλυσης περιεχομένου και η ποσοτική ανάλυση σε στατιστικούς μη παραμετρικούς ελέγχους.Βάσει αποτελεσμάτων, τα δύο περιβάλλοντα μάθησης, δε φάνηκε να έχουν επιρροή στις επιδόσεις των παιδιών, αφού και οι δύο ομάδες εντόπισαν περίπου τον ίδιο αριθμό λύσεων. Οι κύριες στρατηγικές που αναδύθηκαν κατά την εμπλοκή των παιδιών με όλα τα προβλήματα συνδυαστικής και στα δύο περιβάλλοντα ήταν οι εξής: α) η χρήση σταθερού στοιχείου, β) η χρήση μοτίβου, γ) η χρήση στοιχείων ΑΒΓ και δ) η τυχαία επιλογή στοιχείων. Η στρατηγική της εύρεσης ανά ζεύγη εντοπίστηκε μόνο στα προβλήματα των μεταθέσεων και διατάξεων. Τα περισσότερα παιδιά σε όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής (με εξαίρεση το πρόβλημα των συνδυασμών χωρίς επανάληψη), έκαναν χρήση στοιχείων ΑΒΓ. Ελάχιστα παιδιά έκαναν χρήση οδόμετρου ή μερική χρήση οδόμετρου, καθώς και εύρεση ανά ζεύγη τόσο πριν όσο και μετά την παρέμβαση. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι μετά την παρέμβαση, εντοπίστηκε μικρότερος αριθμός των παιδιών που επέλεγαν τυχαία τα στοιχεία. Επισημαίνεται ότι στα παιδιά που εντόπισαν όλες ή τις περισσότερες λύσεις εντοπίστηκαν στρατηγικές οδόμετρου και εύρεση ανά ζεύγη, στρατηγικές που δεν εντοπίστηκαν σε εκείνα με τις λιγότερες λύσεις. Όσον αφορά την επίδοση των προνηπίων και νηπίων, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά, με τα νήπια να έχουν καλύτερες επιδόσεις σε πολλούς τύπους προβλημάτων συνδυαστικής, τόσο πριν όσο και μετά την παρέμβαση. Αξίζει να επισημανθεί ότι τα προνήπια δυσκολεύτηκαν περισσότερα στα προβλήματα των διατάξεων με επανάληψη ίσως λόγω των αυξημένων απαιτήσεών τους. Η στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε κυρίως τόσο από προνήπια όσο και νήπια, ήταν η χρήση στοιχείων ΑΒΓ. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα νήπια έκαναν συχνά χρήση πιο εξελιγμένων στρατηγικών (τύπου οδόμετρου και εύρεση ανά ζεύγη) σε σχέση με τα προνήπια. Το πιο συχνό λάθος που εντοπίστηκε από τα παιδιά σε όλους τους τύπους προβλημάτων συνδυαστικής ήταν η χρήση στοιχείων με την ίδια σειρά. Επιπλέον παρατηρήθηκε ότι στα προβλήματα συνδυασμών, τα παιδιά κάνουν χρήση στοιχείων σε αντιμετάθεση, στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν μία νέα λύση. Σημαντικό επίσης λάθος που εντοπίστηκε, ήταν η χρήση του ίδιου στοιχείου δύο φορές σε μία λύση, στα προβλήματα συνδυαστικής που δεν επιτρεπόταν (συνδυασμοί χωρίς επανάληψη, μεταθέσεις και διατάξεις χωρίς επανάληψη). Κλείνοντας, το πρόβλημα συνδυαστικής που φάνηκε να δυσκολεύει περισσότερο τα παιδιά ήταν εκείνο των μεταθέσεων τόσο πριν όσο και μετά την παρέμβαση Περαιτέρω έρευνες χρειάζεται να διεξαχθούν, ώστε να αναδυθούν κι άλλα στοιχεία σχετικά με την ανάπτυξη συνδυαστικής σκέψης παιδιών προσχολικής ηλικίας 4 έως 6 ετών. Ειδικότερα θα μπορούσε να εξεταστεί η επίδραση της φύσης των στοιχείων, (χρώματα, σχήματα κλπ.), του αριθμού των στοιχείων που δίνονται σε ένα πρόβλημα, καθώς και η επιρροή της μη αναφοράς του αριθμού των δυνατών λύσεων στον εντοπισμό τους. Επιπλέον, θα μπορούσε να διερευνηθούν παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των δυσκολιών των παιδιών στα προβλήματα των μεταθέσεων

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇