Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Αναβαλλόμενη φορολογία, λογιστικός χειρισμός και ρυθμιστικές επιπτώσεις: το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα
This dissertation investigates the role and implications of deferred taxation in the banking sector, with a particular focus on the Greek financial system. Deferred Tax Assets (DTAs), especially those stemming from loan loss provisions and tax loss carryforwards, became central to banks’ capital structures during and after the Eurozone crisis. To address their limited reliability, Greece introduced a unique legislative framework—Laws 4172/2013, 4303/2014, and subsequent amendments—allowing the conversion of DTAs into state-guaranteed Deferred Tax Credits (DTCs). These instruments, fully eligible as Common Equity Tier 1 (CET1) capital, created a stabilizing mechanism but also embedded significant fiscal risks and intensified the sovereign–bank nexus. The dissertation adopts a mixed-methods approach combining legal/regulatory analysis, quantitative modelling, comparative assessment, and qualitative interviews. The case study of Attica Bank demonstrates an exceptional dependence on DTCs, with CET1 ratios almost entirely driven by these instruments. Comparative analysis of systemic banks confirms the structural importance of DTCs, revealing latent contingent liabilities exceeding €15 billion under stress scenarios. Semi-structured interviews with senior executives further highlight the strategic reliance on DTCs, while acknowledging risks to transparency, credibility, and long-term sustainability.The findings show that DTCs act as a double-edged sword: they strengthen bank capital positions in the short run but reinforce sovereign risk exposures and distort capital quality in the long run. The study makes three main contributions: (i) it provides the first comprehensive academic analysis of the Greek DTC mechanism, (ii) it bridges accounting, regulatory, and fiscal perspectives into an integrated framework, and (iii) it formulates policy recommendations to enhance transparency, reduce dependence on DTCs, and align supervisory practices within the EU. Overall, the dissertation demonstrates that while deferred taxation mechanisms stabilized the Greek banking sector, they also pose critical challenges for financial stability and fiscal sustainability in crisis-prone economies.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο και τις επιπτώσεις της αναβαλλόμενης φορολογίας στον τραπεζικό κλάδο, με ιδιαίτερη έμφαση στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα Αναβαλλόμενα Φορολογικά Στοιχεία (Deferred Tax Assets – DTAs), τα οποία προέρχονται κυρίως από ζημιές εις νέον και προβλέψεις για μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αποτέλεσαν κεντρικό στοιχείο της κεφαλαιακής διάρθρωσης των τραπεζών μετά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Για την ενίσχυση της αξιοπιστίας τους, η Ελλάδα εισήγαγε ένα ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο (Ν. 4172/2013, Ν. 4303/2014 και μεταγενέστερες τροποποιήσεις), που επέτρεψε τη μετατροπή των DTAs σε Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) με εγγύηση του Δημοσίου. Τα DTCs αναγνωρίστηκαν πλήρως ως Κεφάλαιο Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1), δημιουργώντας μεν έναν μηχανισμό σταθεροποίησης, αλλά ταυτόχρονα ενσωματώνοντας σημαντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους και εντείνοντας τον δεσμό κράτους–τραπεζών. Η μελέτη εφαρμόζει μεικτή μεθοδολογική προσέγγιση που συνδυάζει νομικο-κανονιστική ανάλυση, ποσοτική μοντελοποίηση, συγκριτική αξιολόγηση και ποιοτικά δεδομένα μέσω συνεντεύξεων. Η μελέτη περίπτωσης της Τράπεζας Αττικής ανέδειξε την εξαιρετικά υψηλή εξάρτησή της από τα DTCs, με το CET1 να προέρχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από αυτά. Η συγκριτική ανάλυση των συστημικών τραπεζών κατέδειξε τη δομική σημασία των DTCs, αποκαλύπτοντας δυνητικές δημοσιονομικές υποχρεώσεις άνω των €15 δισ. σε συνθήκες πίεσης. Οι συνεντεύξεις με ανώτερα τραπεζικά στελέχη επιβεβαίωσαν τη στρατηγική εξάρτηση από τα DTCs, αλλά και τους κινδύνους για τη διαφάνεια, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα DTCs λειτουργούν ως «δίκοπο μαχαίρι»: βραχυπρόθεσμα ενισχύουν την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, αλλά μακροπρόθεσμα επιβαρύνουν το Δημόσιο και υπονομεύουν την ποιότητα των κεφαλαίων. Η συμβολή της διατριβής συνοψίζεται σε τρία σημεία: (i) παρέχει την πρώτη ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή ανάλυση του ελληνικού μηχανισμού DTCs, (ii) γεφυρώνει τις διαστάσεις της λογιστικής, της κανονιστικής εποπτείας και της δημοσιονομικής πολιτικής σε ενιαίο πλαίσιο, και (iii) διατυπώνει προτάσεις πολιτικής για μεγαλύτερη διαφάνεια, μείωση της εξάρτησης από τα DTCs και εναρμόνιση της εποπτικής πρακτικής στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνολικά, η διατριβή αναδεικνύει ότι, ενώ οι μηχανισμοί αναβαλλόμενης φορολογίας συνέβαλαν στη σταθεροποίηση των ελληνικών τραπεζών, παράλληλα δημιουργούν κρίσιμες προκλήσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα σε οικονομίες με υψηλή ευπάθεια
Study of anticancer activity and the mechanism of Siderol in glioblastoma
Objective: Glioblastoma (GBM) is the most aggressive primary central nervous system (CNS) tumor in adults, with a poor prognosis. When possible, gross total resection is used as a therapeutic intervention, followed by radiotherapy and chemotherapy. Despite treatment, the tumor usually returns within 7-9 months. Recently, research has concentrated on the use of natural substances as a treatment for GBM. In addition, the combination of natural substances with radiotherapy and/or chemotherapy is very important field of research. Siderol is an ent-kaurane diterpenoid, isolated from the genus Sideritis. Sideritis extracts have already been studied for their anti-inflammatory, antioxidant, and anticancer properties. Materials - Methods: In this study we investigated the antitumoral effect of Siderol in GBM T98 and U87 cell lines, as well as the effects of combined treatment with temozolomide (TMZ) and radiotherapy (RT). Cell viability and proliferation were evaluated by the 3-(4,5-dimethylthiazol-2-yl)-2,5-diphenyltetrazolium bromide (MTT) assay and trypan blue exclusion assay. Different concentrations of siderol were used in order to calculate the IC50 values at 72 h after treatment. Flow cytometry used for the DNA cell cycle analysis after treatment with siderol in concentrations of IC50 and twice the IC50 values for 72 h. The effect of siderol in cell’s migratory ability was tested using wound healing assay. Furthermore, cell viability and proliferation after combined treatment with siderol and TMZ as well as siderol and RT, also were evaluated with the trypan blue exclusion assay and the effects of the combination treatment were analyzed with CompuSyn software. Also, we investigated the cytotoxicity of Siderol in NIH/3T3 cells. Results: Treatment with siderol significantly reduced cell viability in T98 and U87 cell lines in a dose-dependent manner and IC50 values were calculated, 18 μM and 13 μM, respectively. Moreover, siderol induced G0/G1 cell cycle arrest in a dose-dependent manner and inhibited the migration in both cell lines. Siderol and TMZ have synergistic effect in the majority of tested combinations in T98 and U87 cells. Concerning the combined treatment with siderol and radiation, there is no synergistic effect in the majority of tested combinations. Additionally, administration of increasing concentrations of siderol to NIH/3T3 cell cultures for 72 hours showed a hypotoxic effect at initial dosages of 10μM and 20μM and cell death at a rate of 50% (IC50) at 70μM. Conclusions: In conclusion, siderol may represent an innovative strategy for the treatment of GBM, and further studies are needed on siderol’s efficacy and mode of action.Αντικείμενο: Το γλοιοβλάστωμα (GBM) είναι ο πιο επιθετικός πρωτοπαθής όγκος του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) σε ενήλικες, με πολύ κακή πρόγνωση. Ως θεραπευτική προσέγγιση χρησιμοποιείται ολική μακροσκοπική εκτομή, όταν αυτό είναι δυνατόν, ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία. Παρά την θεραπευτική αντιμετώπιση, ο όγκος συνήθως επανεμφανίζεται εντός 7-9 μηνών. Τα τελευταία χρόνια, οι έρευνες έχουν επικεντρωθεί στη χρήση φυσικών ουσιών ως πιθανή θεραπεία για το GBM. Επιπλέον, ο συνδυασμός αυτών των φυσικών ουσιών με ακτινοθεραπεία ή/και χημειοθεραπεία είναι ένα πολύ σημαντικό πεδίο έρευνας. Η σιδερόλη είναι ένα εντοκαουρανικό διτερπενοειδές, που απομονώνεται από το γένος Sideritis. Τα εκχυλίσματα σιδερίτη έχουν ήδη μελετηθεί για τις αντιφλεγμονώδεις, αντιοξειδωτικές και αντικαρκινικές τους ιδιότητες. Υλικά - Μέθοδοι: Σε αυτή τη μελέτη διερευνήσαμε την αντικαρκινική δράση της σιδερόλης στις κυτταρικές σειρές GBM T98 και U87, καθώς και τις επιδράσεις της συνδυασμένης θεραπείας με τεμοζολομίδη (TMZ) και ακτινοθεραπεία (RT). Η κυτταρική βιωσιμότητα και ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων αξιολογήθηκαν με τη δοκιμασία βρωμιούχου 3-(4,5-διμεθυλοθειαζολ-2-υλ)-2,5-διφαινυλοτετραζολίου (MTT) και τη μέθοδο Trypan Blue. Χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές συγκεντρώσεις σιδερόλης για τον υπολογισμό των τιμών IC50 στις 72 ώρες μετά τη θεραπεία. Η κυτταρομετρία ροής χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση του κυτταρικού κύκλου του DNA μετά από θεραπεία με σιδερόλη σε συγκεντρώσεις IC50 και διπλάσια τιμή IC50 για 72 ώρες. Η επίδραση της σιδερόλης στην μεταναστευτική ικανότητα των κυττάρων ελέγχθηκε χρησιμοποιώντας την μέθοδο wound healing. Επιπλέον, η κυτταρική βιωσιμότητα και ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων μετά από συνδυασμένη θεραπεία με σιδερόλη και TMZ, καθώς και με σιδερόλη και RT, αξιολογήθηκαν επίσης με τη μέθοδο Trypan blue και οι επιδράσεις της συνδυαστικής θεραπείας αναλύθηκαν με το λογισμικό CompuSyn. Τέλος, διερευνήσαμε την κυτταροτοξικότητα της σιδερόλης στα κύτταρα NIH/3T3. Αποτελέσματα: Η θεραπεία με σιδερόλη μείωσε σημαντικά τη βιωσιμότητα των κυττάρων στις κυτταρικές σειρές T98 και U87 με δοσοεξαρτώμενο τρόπο και οι τιμές IC50 υπολογίστηκαν στα 18 μM και 13 μM, αντίστοιχα. Επιπλέον, η σιδερόλη προκάλεσε αναστολή του κυτταρικού κύκλου στην φάση G0/G1 με δοσοεξαρτώμενο τρόπο και ανέστειλε τη μετανάστευση των κυττάρων και στις δύο κυτταρικές σειρές. Η σιδερόλη και η TMZ έχουν συνεργιστική δράση στην πλειονότητα των συνδυασμών που δοκιμάστηκαν στα T98 και U87 κύτταρα. Όσον αφορά τη συνδυασμένη θεραπεία σιδερόλης και ακτινοβολίας, δεν υπάρχει συνεργιστική δράση στην πλειονότητα των συνδυασμών που δοκιμάστηκαν. Επιπλέον, η χορήγηση αυξανόμενων συγκεντρώσεων σιδερόλης σε κυτταροκαλλιέργειες NIH/3T3 για 72 ώρες έδειξε υποτοξική δράση στις αρχικές δόσεις, 10μM και 20μM, και κυτταρικό θάνατο σε ποσοστό 50% (IC50) στα 70μM. Συμπεράσματα: Συμπερασματικά, η σιδερόλη μπορεί να αποτελέσει μια καινοτόμο στρατηγική για τη θεραπεία του GBM και απαιτούνται περαιτέρω μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα και τον τρόπο δράσης της
Επεξεργασία της πληροφορίας αξιοποιώντας φειδωλές και χαμηλόβαθμες αναπαραστάσεις
This doctoral dissertation introduces a series of algorithms and problem-solving frameworks in the fields of machine learning and optimization theory, with applications in forensics, computer vision, signal processing, and natural language processing. The research explores both unimodal and multimodal techniques for feature computation and pattern classification. Initially, the problem of computing principal components subject to non-negativity constraints on the elements of the eigenvectors was studied. To solve this problem, Lagrange multiplier theory was employed. Subsequently, using Lagrange multipliers, an algorithm was designed to solve a wide range of optimization problems in the positive orthant with equality constraints. Next, considering the multimodal nature of data, cross-lingual document classification and mobile device classification were examined. For cross-lingual document classification, a method for processing multidimensional data was extended to compute text representations in a latent space constrained in the positive orthant, connecting multilingual information. Moreover, for the multimodal classification of mobile devices, a cost function was proposed that combines neural networks trained on both image and audio data. With the rapid spread of multimedia in the digital age, concerns about theirprovenance have intensified. To address risks related to the origin of multimedia content, an algorithm was proposed for estimating the electric network frequency. Electric network frequency estimation has applications in identifying the location and time at which a multimedia recording, such as an audio message from a mobile phone, was captured. Solving the aforementioned problems requires the application of optimization algorithms that aim to determine the optimal parameters yielding a local minimum of each problem’s cost function. In most deep learning problems, the cost function is non-convex, which can lead not only to local minima but also to saddle points, where the gradient vanishes without necessarily yielding an optimal solution. To avoid saddle points, an algorithm was proposed that extends a second-order optimization method by making it non-parametric, thereby enhancing its capability to solve problems with minimal parameter tuning.Η παρούσα διδακτορική διατριβή εισάγει μια σειρά αλγορίθμων και πλαισίων επίλυσης προβλημάτων στον τομέα της μηχανικής μάθησης και θεωρίας βελτιστοποίησης με εφαρμογές στην εγκληματολογία, την υπολογιστική όραση, την επεξεργασία σήματος και την φυσική επεξεργασία κειμένου. Η έρευνα εμβαθύνει τόσο σε μονοτροπικέςόσο και σε πολυτροπικές τεχνικές για τον υπολογισμό χαρακτηριστικών αλλά και την πρόβλεψη της κλάσης προτύπων. Αρχικά, μελετήθηκε το πρόβλημα υπολογισμού πρωτευουσών συνιστωσών με περιορισμούς θετικότητας στα στοιχεία των ιδιοδιανυσμάτων. Για τη επίλυση του προβλήματος έγινε χρήση της θεωρίας πολλαπλασιαστών Lagrange. Μελετήθηκε ο σχεδιασμός και η κατασκευή ενός αλγορίθμου για την επίλυση μιας ευρείας γκάμας προβλημάτων βελτιστοποίησης στο θετικό τεταρτημόριο με περιορισμούς ισότητας. Λαμβάνοντας υπόψιν την πολυτροπικότα των δεδομένων μελετήθηκε η ετερογλωσσική κατηγοριοποίηση κειμένων και η κατηγοριοποίηση κινητών συσκευών. Για την ετερογλωσσική κατηγοριοποίηση κειμένων πραγματοποιήθηκε επέκταση μεθόδου επεξεργασίας τανυστών για τον υπολογισμό της αναπαράστασης των κειμένων σε ένα λανθάνοντα χώρο ο οποίος εδρεύει στο θετικό τεταρτημόριο και συνδέει την ετερογλωσσική πληροφορία. Επιπλέον, για την πολυτροπική κατηγοριοποίηση των κινητών συσκευών, προτάθηκε συνάρτηση κόστους που συνδυάζει νευρωνικά δίκτυα τα οποία έχουν εκπαιδευτεί με δεδομένα εικόνας και ήχου. Με τη ραγδαία διάδοση των πολυμέσων στην ψηφιακή εποχή εντείνονται οι ανησυχίες σχετικά με την προέλευσή τους. Για την αντιμετώπιση των κινδύνων που σχετίζονται με την προέλευση των πολυμέσων προτάθηκε αλγόριθμος για την εκτίμηση της ηλεκτρικής συχνότητας του δικτύου. Η εκτίμηση της ηλεκτρικής συχνότητας του δικτύου έχει εφαρμογές στην αναγνώριση της τοποθεσίας και της χρονικής στιγμής που έγινε μια καταγραφή ενός πολυμέσου όπως ενός ηχητικού μηνύματος από ένα κινητό τηλέφωνο. Η επίλυση των παραπάνω προβλημάτων προϋποθέτει την εφαρμογή αλγορίθμων βελτιστοποίησης, οι οποίοι αποσκοπούν στον προσδιορισμό των βέλτιστων παραμέτρων που καθορίζουν ένα τοπικό ελάχιστο στη συνάρτηση κόστους κάθε προβλήματος. Στα περισσότερα προβλήματα μηχανικής μάθησης, η συνάρτηση κόστους είναι μη κυρτή, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε τοπικά ελάχιστα, αλλά και σε σαγμοειδή σημεία (saddle points), όπου η κλίση μηδενίζεται χωρίς να επιτυγχάνεται απαραίτητα βέλτιστη λύση. Για την αποφυγή σαγμοειδών σημείων, προτάθηκε ένας αλγόριθμος που επεκτείνει μια μέθοδο βελτιστοποίησης δεύτερης τάξης, καθιστώντας την μη παραμετρική και βελτιώνοντας έτσι την ικανότητά της να επιλύει προβλήματα με την ελάχιστη δυνατή παραμετροποίηση
Πρόβλεψη μεταφοράς λαμπρότητας για απόδοση φωτός σε πραγματικό χρόνο με χρήση νευρωνικών δικτύων και γεωμετρικής άλγεβρας
Precomputed Radiance Transfer (PRT) has long been a cornerstone of real-time rendering, enabling high-fidelity global illumination under complex lighting. However, traditional PRT suffers from prohibitive precomputation costs, limited scalability to high-resolution meshes, and impracticality for dynamic or animated scenes--severely constraining its use in interactive applications. Three key challenges arise in particular: (i) the expensive computation of per-vertex spherical harmonic (SH) coefficients, (ii) the lack of adaptability to changing geometry and lighting, and (iii) the memory and latency constraints that hinder deployment in real-time pipelines. Recent advances in neural rendering and neural radiance field (NeRF) research have demonstrated the potential of deep learning networks to model complex light transport efficiently. Yet, these methods are typically restricted to image-space rendering and remain poorly suited for SH-based lighting representations or integration within mesh-based pipelines. In parallel, Conformal Geometric Algebra (CGA) has gained attention in computer graphics for its ability to represent geometric entities and transformations in a unified algebraic framework, offering a mathematically consistent way to encode spatial and lighting relationships directly on meshes. To address these limitations, we introduce Neural-GASh, a neural rendering framework that reformulates PRT within a geometric deep learning paradigm. By encoding vertex-normal pairs as CGA multivectors and utilizing neural networks to predict radiance transfer coefficients, we bypass the costly precomputation while maintaining physical interpretability. The contributions of this work are threefold. First, we show that CGA-based encodings improve training stability and expressiveness by utilizing multivectors that capture spatial and angular relationships more richly than Euclidean inputs. Second, we show that graph neural networks (GNNs), leveraging mesh connectivity, capture self-occlusion and shadowing effects that MLP-based surrogates fail to reproduce. Third, we show how to integrate the trained models into Unity for real-time rendering, for both static and animated assets. Experimental evaluation across diverse 3D meshes confirms that Neural-GASh reduces precomputation by orders of magnitude while preserving high-quality illumination, including complex shadowing. The framework scales to tens of thousands of vertices in real-time, and the Unity prototype demonstrates its feasibility for interactive use cases. In summary, this thesis establishes GNN-based PRT as a scalable and effective alternative to classical precomputation, laying groundwork for future neural rendering pipelines in graphics and virtual reality.Ο αλγόριθμος Precomputed Radiance Transfer (PRT) αποτελεί εδώ και χρόνια ακρογωνιαίο λίθο της απόδοσης φωτός σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας υψηλής πιστότητας καθολικό φωτισμό υπό πολύπλοκες συνθήκες. Ωστόσο, ο πρωτότυπος PRT παρουσιάζει σημαντικά μειονεκτήματα, όπως υπερβολικά μεγάλο προ-υπολογιστικό κόστος, περιορισμένη επεκτασιμότητα σε τρισδιάστατα μοντέλα υψηλής ανάλυσης, και αδυναμία εφαρμογής του σε δυναμικές σκηνές, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη χρήση του σε διαδραστικές εφαρμογές. Ειδικότερα, τρεις βασικές προκλήσεις προκύπτουν: (i) ο δαπανηρός υπολογισμός των συντελεστών σφαιρικών αρμονικών (SH) ανά κορυφή, (ii) η έλλειψη προσαρμοστικότητας σε μεταβαλλόμενη γεωμετρία και φωτισμό, και (iii) οι περιορισμοί μνήμης και καθυστέρησης που δυσχεραίνουν την ενσωμάτωσή του σε προγραμματιστικές ροές πραγματικού χρόνου. Οι πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο της νευρωνικής απόδοσης φωτός και στα πεδία νευρωνικής λαμπρότητας (NeRFs) έχουν δείξει τη δυναμική των νευρωνικών δικτύων στην αποδοτική μοντελοποίηση πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων φωτός. Παρ' όλα αυτά, οι περισσότερες από αυτές τις μεθόδους περιορίζονται σε απόδοση φωτός βασισμένη σε εικόνες και δεν προσαρμόζονται εύκολα σε αναπαραστάσεις φωτισμού που βασίζονται σε SH ή σε προγραμματιστικές ροές βασισμένες σε τρισδιάστατα μοντέλα. Παράλληλα, η Σύμμορφη Γεωμετρική Άλγεβρα (CGA) έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας των γραφικών λόγω της ικανότητάς της να αναπαριστά γεωμετρικές οντότητες και μετασχηματισμούς μέσα σε ένα ενιαίο αλγεβρικό πλαίσιο, προσφέροντας έναν μαθηματικά συνεπή τρόπο κωδικοποίησης χωρικών και σχέσεων φωτισμού απευθείας πάνω στα πλέγματα. Για να αντιμετωπιστούν αυτοί οι περιορισμοί, παρουσιάζουμε το Neural-GASh, ένα πλαίσιο νευρωνικής απόδοσης φωτός που επαναδιατυπώνει τον PRT μέσα από το πρίσμα γεωμετρικής άλγεβρας και βαθιάς μάθησης. Κωδικοποιώντας τα ζεύγη κορυφών-κανονικών διανυσμάτων ως πολυδιανύσματα CGA και χρησιμοποιώντας νευρωνικά δίκτυα για την πρόβλεψη των συντελεστών μεταφοράς λαμπρότητας, παρακάμπτουμε το χρονοβόρο προ-υπολογιστικό στάδιο, διατηρώντας ταυτόχρονα τη φυσική ερμηνευσιμότητα του μοντέλου. Η συνεισφορά της παρούσας εργασίας είναι τριπλή. Πρώτον, δείχνουμε ότι οι κωδικοποιήσεις βασισμένες στη CGA βελτιώνουν τη σταθερότητα εκπαίδευσης και την εκφραστικότητα του μοντέλου, καθώς τα πολυδιανύσματα αποτυπώνουν πιο πλούσιες χωρικές και γωνιακές σχέσεις σε σχέση με δεδομένα εισόδου βασισμένα στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Δεύτερον, αξιοποιώντας την τοπολογία του τρισδιάστατου μοντέλου, αποδεικνύουμε ότι τα Νευρωνικά Δίκτυα Γράφων (GNNs) μπορούν να αποδώσουν φαινόμενα αυτoαπόκρυψης (self-occlusion) και σκιών (shadowing) που απλά πολυστρωματικά νευρωνικά δίκτυα προώθησης (MLPs) αδυνατούν να αναπαράγουν. Τρίτον, παρουσιάζουμε πώς τα εκπαιδευμένα μοντέλα μπορούν να ενσωματωθούν στην μηχανή γραφικών Unity για απόδοση φωτός σε πραγματικό χρόνο, τόσο σε στατικά όσο και σε δυναμικά μοντέλα. Η πειραματική μας αξιολόγηση σε μια ποικιλία τρισδιάστατων μοντέλων επιβεβαιώνει ότι το Neural-GASh μειώνει τον χρόνο προϋπολογισμού κατά τάξεις μεγέθους, διατηρώντας παράλληλα φωτισμό υψηλής ποιότητας και ρεαλιστική σκίαση. Το πλαίσιο κλιμακώνεται σε δεκάδες χιλιάδες κορυφές σε πραγματικό χρόνο, και η εφαρμογή του στην Unity αποδεικνύει την πρακτική του χρησιμότητα σε διαδραστικές εφαρμογές. Συνοψίζοντας, η παρούσα διατριβή καθιερώνει μια εκδοχή του PRT βασισμένη σε GNNs ως μια επεκτάσιμη και αποτελεσματική εναλλακτική στις κλασικές μεθόδους προϋπολογισμού, θέτοντας τις βάσεις για μελλοντικές ροές νευρωνικής απόδοσης φωτός στα γραφικά και την εικονική πραγματικότητα
Στρατηγική διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού: ενίσχυση της αποτελεσματικότητας οργανωσιακής απόδοσης μέσω των αρχών εκπαίδευσης ενηλίκων στο πλαίσιο των ελληνικών κέντρων προώθησης της απασχόλησης (κπα2): «το μοντέλο της ατομικής-ενδυνάμωσης»
This doctoral thesis examines the effects of integrating Adult Education (AE) principles in Strategic Human Resource Management (SHRM) practices to improve organizational performance in public sector contexts, with a focus on the Greek Public Employment Services (DYPA) under the Manpower Employment Organization (DYPA). While there has been an extensive research on the SHRM-performance relationships, the ways in which HR practices lead to organizational outcomes are still not clear, thus, the “black-box” problem which becomes obvious in public sector environments where traditional private sector models have limited effectiveness. This research introduces the ‘Individual-Enhancement Model’, a broad theoretical framework combining Adult Education principles with Strategic HRM via four main pillars: Organizational Performance (with a focus on adaptive performance), Organizational Learning Culture (with an emphasis on continuous improvement systems), Learning (based on andragogy and transformative learning theories), and Meaningful Work (by integrating motivation and meaning making at work). The study, supported by Resource-Based View and Adult Learning theories, makes theoretical linkage between learning and management sciences by the first systematic AE-SHRM integration in public sector contexts. The research leads to three new theories that address significant theoretical gaps: Constrained Synergy Theory, clarifying the way combined interventions bring about threshold effects in resource-limited organizations; Institutional Moderation Theory, explaining the mechanisms by which institutional contexts create differential patterns of effectiveness; and Public Sector Learning Theory, explaining that learning processes in public sector contexts are realized through fundamentally different mechanisms, these contexts being characterized by democratic accountability and regulatory compliance requirements. By means of its quantitative research design, the study makes use of the well-validated instruments that were administered to 620 employees (out of a total population of 2,128) from May to July 2023. Six culturally adapted scales formed the comprehensive instrument: Adaptive Performance Scale for organizational performance, Dimensions of Learning Organization Questionnaire (DLOQ) for learning culture, Transformative Outcomes and Processes Scale (TROPOS) and Self-Directed Learning Questionnaire for adult learning, and Work and Meaning Inventory (WAMI) and Work Preference Inventory (WPI) for meaningful work. The data analysis was performed through covariance-based Structural Equation Modelling (CB-SEM) in R (version 4.2.1) using the lavaan package, and robust MLR estimators were used to deal with possible non-normal distributions. This was done after a thorough two-stage validation process. The measurement model was confirmed by Confirmatory Factor Analysis in both pilot (n=238) and main samples (n=620), with bi-factor analysis and ESEM being used when standard CFA showed poor fit. Reliability was measured by McDonald’s omega and the model fit was judged by various indices (CFI, TLI, SRMR, RMSEA). Next, the structural model was used to test the hypothesized relationships, including mediation, moderation, and direct effects, thus statistically validating the results in both phases.Adult Education principle integration demonstrated strong positive relationships to organizational outcomes. To be specific, creativity, reactivity, and training effort as adaptive performance dimensions were positively related to self-directed learning, critical thinking, and meaningful work constructs. The Organizational Learning Culture had some moderate correlations with employee perceptions of personal growth and societal contribution. However, the individual dimensions had a weaker independent effect, thus the need for a holistic OLC consideration. Intrinsic motivation was identified as the main source of transformative learning and self-direction, whereas extrinsic factors only supported the perception of work meaning. Self-directed learning was the factor that led to motivational orientations and it was also an important moderator between transformative processes and adaptive performance, hence the catalytic role of self-directed learning in organizational learning environments was highlighted. The findings corroborate the Individual-Enhancement Model while at the same time they open up practical enhancement opportunities in terms of feedback mechanisms, open communication, and collaboration. These results represent quite a few practical and easily implementable frameworks suitable for the public sector transformation that, in turn, can support modernization priorities of the EU public administration as well as post-pandemic recovery objectives. The study confirms the Individual-Enhancement Model and at the same time it offers actionable cross-national policy development and organizational effectiveness. Nonetheless, there are certain limitations in the research findings. The cross-sectional design, purposive sampling method, and use of self-reported data limit the scope of causal inference, generalizability, and objectivity of the results. Moreover, the context-specific emphasis on Greek PESs may, in fact, restrict the direct applicability of the findings to other sectors or countries. To capture causal dynamics more accurately and test the model’s transferability, subsequent studies should consider longitudinal designs, experimental interventions, and cross-cultural validation studies. This research, in fact, propels forward theoretical concepts and practical applications in a significant manner; the framework employed elevates the effectiveness of employment services, thus facilitating job creation and economic growth through the implementation of evidence-based workforce development strategies that are directly relevant to public sector modernization initiatives and organizational transformation processes in the European Union.Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά πώς η ενσωμάτωση των αρχών της Εκπαίδευσης Ενηλίκων (ΕΕ) στις πρακτικές Στρατηγικής Διαχείρισης Ανθρωπίνου Δυναμικού (ΣΔΑΔ) μπορεί να ενισχύσει την οργανωσιακή απόδοση στον δημόσιο τομέα, εξετάζοντας συγκεκριμένα τις ελληνικές Δημόσιες Υπηρεσίες Απασχόλησης υπό την ΔΥΠΑ. Παρά την εκτεταμένη έρευνα σχετικά με τις σχέσεις ΣΔΑΔ-απόδοσης, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων οι πρακτικές ΔΑΔ μεταφράζονται σε οργανωσιακά αποτελέσματα παραμένουν ανεπαρκώς ερμηνευμένοι, δημιουργώντας το πρόβλημα του «μαύρου κουτιού» που καθίσταται ιδιαίτερα έντονο σε περιβάλλοντα του δημόσιου τομέα. Η διερεύνηση αναπτύσσει το Μοντέλο Ατομικής Ενδυνάμωσης, ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό πλαίσιο που ενσωματώνει τις αρχές της Εκπαίδευσης Ενηλίκων με τη Στρατηγική ΔΑΔ μέσω τεσσάρων βασικών πυλώνων: Οργανωσιακή Απόδοση (εστιάζοντας στην προσαρμοστική απόδοση), Οργανωσιακή Κουλτούρα Μάθησης (προάγοντας τη συνεχή βελτίωση και καινοτομία), Μάθηση (βασισμένη σε ανδραγωγική και μετασχηματιστική θεωρία ενηλίκων), και Εργασία με Νόημα (ενσωματώνοντας κίνητρα και απόδοση νοήματος). Βασιζόμενη στη θεωρία Πόρων και τις θεωρίες Εκπαίδευσης Ενηλίκων, η μελέτη αποδεικνύει πώς οι αρχές της ΕΕ γίνονται θεμελιώδη εργαλεία διοίκησης, δημιουργώντας θεωρητική σύγκλιση μεταξύ επιστημών μάθησης και διοίκησης. Η έρευνα παράγει τρεις πρωτοποριακές θεωρίες: τη Θεωρία Περιορισμένης Συνέργειας, που εξηγεί πώς οι συνδυασμένες παρεμβάσεις επιτυγχάνουν αποτελέσματα κατωφλίου εντός οργανισμών περιορισμένων πόρων, τη Θεωρία Θεσμικής Διαμεσολάβησης, που προτείνει μηχανισμούς διαφοροποιημένων μοτίβων αποτελεσματικότητας ανάλογα με τη θεσμική ευθυγράμμιση, και τη Θεωρία Μάθησης Δημόσιου Τομέα, που αποδεικνύει ότι οι διαδικασίες μάθησης λειτουργούν μέσω διαφορετικών μηχανισμών σε πλαίσια δημοκρατικής υπευθυνότητας. Μεθοδολογικά, η μελέτη χρησιμοποιεί ποσοτικό σχεδιασμό με επικυρωμένα όργανα σε 620 εργαζόμενους (από συνολικό πληθυσμό 2.128) μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 2023. Το όργανο περιλάμβανε έξι κλίμακες: την Κλίμακα Προσαρμοστικής Απόδοσης (APS), το Ερωτηματολόγιο Διαστάσεων Μαθησιακής Οργανωσιακής Κουλτούρας (DLOQ), την Κλίμακα Μετασχηματιστικών Αποτελεσμάτων και Διαδικασιών (TROPOS), το Ερωτηματολόγιο Αυτοκατευθυνόμενης Μάθησης, την Απογραφή Εργασίας και Νοήματος (WAMI), και την Απογραφή Προτίμησης Εργασίας (WPI). Η ανάλυση χρησιμοποίησε Μοντελοποίηση Δομικών Εξισώσεων (CB-SEM) στην R με το πακέτο lavaan, ακολουθώντας διαδικασία επικύρωσης δύο σταδίων μέσω Επιβεβαιωτικής Παραγοντικής Ανάλυσης και δομικού μοντέλου. Τα ευρήματα αποδεικνύουν σημαντικές θετικές συσχετίσεις μεταξύ της ενσωμάτωσης αρχών της Εκπαίδευσης Ενηλίκων και των οργανωσιακών αποτελεσμάτων. Οι διαστάσεις προσαρμοστικής απόδοσης συσχετίζονται θετικά με αυτοκατευθυνόμενη μάθηση, κριτική σκέψη και εργασία με νόημα. Η Οργανωσιακή Κουλτούρα Μάθησης παρουσίασε μέτριες συσχετίσεις με την προσωπική ανάπτυξη και την κοινωνική συνεισφορά. Η εσωτερική κινητοποίηση αναδείχθηκε ως βασικός οδηγός μετασχηματιστικής μάθησης, ενώ οι εξωτερικοί παράγοντες παρακίνησης ενίσχυσαν το αντιληπτό νόημα εργασίας. Η αυτοκατευθυνόμενη μάθηση λειτούργησε ως ισχυρός προβλεπτικός παράγοντας και κρίσιμος διαμεσολαβητής μεταξύ μετασχηματιστικών διαδικασιών και προσαρμοστικής απόδοσης. Τα αποτελέσματα επικυρώνουν το Μοντέλο της Ατομικής Ενδυνάμωσης και εντοπίζουν τους μηχανισμούς ανατροφοδότησης, ανοιχτή επικοινωνίας και συνεργασίας ως πρακτικούς μοχλούς ενίσχυσης οργανωσιακής αποτελεσματικότητας. Το Μοντέλο προσφέρει μια πρωτότυπη εννοιολογική γέφυρα που ενώνει την παιδαγωγική επιστήμη με τη διοικητική πρακτική, αποδεικνύοντας ότι οι αρχές της εκπαίδευσης ενηλίκων δεν περιορίζονται στα εκπαιδευτικά πλαίσια αλλά αποτελούν καταλύτες οργανωσιακού μετασχηματισμού. Οι τρεις νέες θεωρίες που αναπτύχθηκαν παρέχουν συγκεκριμένους μηχανισμούς για την κατανόηση των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων που χαρακτηρίζουν τον δημόσιο τομέα, προσφέροντας εργαλεία για την πρόβλεψη και διαχείριση οργανωσιακών αλλαγών σε περιβάλλοντα υψηλής πολυπλοκότητας και περιορισμένων πόρων. Από πρακτική άποψη, τα ευρήματα καθιστούν εφικτή την ανάπτυξη στοχευμένων παρεμβάσεων που αξιοποιούν τη δύναμη της αυτοκατευθυνόμενης μάθησης και της εσωτερικής κινητοποίησης για την ενίσχυση της προσαρμοστικής απόδοσης. Ταυτόχρονα, η διασύνδεση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες μετασχηματισμού του δημόσιου τομέα καθιστά την έρευνα άμεσα σχετική με τις τρέχουσες προκλήσεις δημόσιας διοίκησης, προσφέροντας βάσεις για τη χάραξη πολιτικών που ενισχύουν την οργανωσιακή απόδοση των εργαζομένων. Οι περιορισμοί περιλαμβάνουν τον διατομεακό σχεδιασμό, τη σκόπιμη δειγματοληψία και την εξάρτηση από αυτό-αναφερόμενα δεδομένα, που περιορίζουν την αιτιακή συμπερασματολογία και γενικευσιμότητα. Η εστίαση στο ελληνικό πλαίσιο απαιτεί πολιτισμική προσαρμογή για εφαρμογή σε διαφορετικά πλαίσια. Η μελλοντική έρευνα καλείται να ενσωματώσει διαχρονικά σχέδια και διαπολιτισμικές μελέτες. Παρά τους περιορισμούς, η διατριβή αποτελεί ουσιαστική συμβολή, παρουσιάζοντας καινοτόμο πλαίσιο στρατηγικής ανάπτυξης εργατικού δυναμικού που συνδέεται με τις πρωτοβουλίες εκσυγχρονισμού του ευρωπαϊκού δημόσιου τομέα
Contribution to the provision of flexibility services from distributed energy resources
The increasing penetration of renewable energy sources and the gradual decommissioning of conventional thermal units are transforming the operation of power systems. The need for flexibility is becoming increasingly important due to the stochastic nature of renewable generation and the increasing demand driven by the electrification of transport and heating, while a significant share of the available flexibility potential is now located in distribution networks through distributed energy resources. This dissertation investigates how this flexibility can be reliably quantified and leveraged to support the secure and efficient operation of power systems. Overall, the work develops a comprehensive and coherent framework for the definition, estimation, and utilization of flexibility from distributed energy resources, focusing on the coordination of transmission and distribution system operators, the estimation of available flexibility under uncertainty, and the technoeconomic evaluation of its value in the Greek balancing market. In the first part of the dissertation, the concept of flexibility is defined, and its importance for modern power systems across different voltage levels is highlighted. The main categories of flexibility sources and their technical characteristics are presented, as well as their capability to provide upward and downward flexibility in both active and reactive power. Furthermore, various coordination models between transmission and distribution system operators for the provision of ancillary services are examined. Through a comparative analysis, the advantages and limitations of each model are assessed with respect to economic efficiency, communication requirements, and applicability within the current regulatory framework. The second part focuses on estimating the aggregated flexibility of distribution networks at the interconnection point with the transmission system. A bottom-up approach is adopted, and an optimization methodology is proposed that directly computes the maximum possible provision of flexibility. The process is based on successive optimization runs along selected search directions in the active-reactive power (P-Q) domain, with the objective of identifying the boundary points of the flexibility curve. These points are then connected to form a coherent representation of the flexibility curve. The resulting curve is expressed as a convex polygon, that can be integrated into existing optimization tools used by Transmission System Operators as a set of linear constraints. The proposed methodology incorporates iterative sampling strategies that select search directions based on the information obtained in previous steps, achieving improved computational efficiency. Additionally, uncertainty is addressed through scenarios that account for the spatial and temporal correlations of renewable generation, while the temporal constraints of flexible units, such as batteries, are modeled in a multi-period optimization framework, enabling the estimation of both expected and worst-case flexibility curves. In addition, a statistical approach based on Kernel Density Estimation is proposed to estimate the probability distribution of the estimated flexibility, allowing for the extraction of flexibility values with a specific confidence interval. In the third part, a techno-economic assessment is carried out for the Greek power system, aiming to evaluate the operational and economic benefits of integrating distribution level flexibility into the balancing market. The analysis is based on real data for 2023, which is incorporated into the unit commitment and economic dispatch model of the day-ahead Integrated Scheduling Process. Using data from the Hellenic Energy Exchange, the study evaluates the contribution of low and medium voltage loads to reducing balancing costs and enhancing system reliability.Η αυξανόμενη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η σταδιακή απόσυρση συμβατικών θερμικών μονάδων μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανάγκη για ευελιξία εντείνεται λόγω της στοχαστικής παραγωγής και της αυξανόμενης ζήτησης που προκαλεί ο εξηλεκτρισμός μεταφορών και θέρμανσης, ενώ σημαντικό μέρος του διαθέσιμου δυναμικού ευελιξίας εντοπίζεται πλέον στα δίκτυα διανομής μέσω διεσπαρμένων ενεργειακών πόρων. Η παρούσα διατριβή εξετάζει πώς η ευελιξία αυτή μπορεί να ποσοτικοποιηθεί με αξιοπιστία και να αξιοποιηθεί για την υποστήριξη της ασφαλούς και οικονομικά αποδοτικής λειτουργίας του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Συνολικά, διαμορφώνεται ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαίσιο για τον ορισμό, την εκτίμηση και την αξιοποίηση της ευελιξίας των διεσπαρμένων ενεργειακών πόρων, εστιάζοντας στη συνεργασία διαχειριστών μεταφοράς και διανομής, στην ακριβή εκτίμηση της διαθέσιμης ευελιξίας υπό αβεβαιότητα και στην τεχνοοικονομική αποτίμηση της αξίας της στην ελληνική αγορά εξισορρόπησης. Στο πρώτο μέρος της διατριβής ορίζεται η έννοια της ευελιξίας και αναδεικνύεται η σημασία της για τα σύγχρονα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας στα διάφορα επίπεδα τάσης. Παρουσιάζονται οι βασικές κατηγορίες πηγών ευελιξίας και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, καθώς και η ικανότητά τους να παρέχουν ανοδική και καθοδική ευελιξία σε ενεργό και άεργο ισχύ. Επιπλέον, εξετάζονται μοντέλα συνεργασίας διαφορετικά μοντέλα συνεργασίας μεταξύ διαχειριστών συστήματος μεταφοράς και διανομής για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών. Μέσα από τη συγκριτική ανάλυση αποτιμώνται τα πλεονεκτήματα και οι περιορισμοί κάθε μοντέλου ως προς την οικονομική αποδοτικότητα, τις απαιτήσεις επικοινωνίας και τη δυνατότητα εφαρμογής τους με βάση το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο. Το δεύτερο μέρος της διατριβής εστιάζει στην εκτίμηση της συνολικής ευελιξίας του δικτύου διανομής στο σημείο διασύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς. Υιοθετείται μια bottom-up προσέγγιση και προτείνεται μια μεθοδολογία βελτιστοποίησης, η οποία υπολογίζει απευθείας τη μέγιστη δυνατή παροχή ευελιξίας. Η διαδικασία βασίζεται σε διαδοχικές επιλύσεις κατά μήκος επιλεγμένων κατευθύνσεων στο επίπεδο ενεργού-άεργου ισχύος (P-Q), με στόχο τον προσδιορισμό των οριακών σημείων της καμπύλης ευελιξίας. Τα οριακά σημεία ενώνονται ώστε να προκύψει μια συνεκτική αναπαράσταση του συνόλου ευελιξίας. Η τελική αποτύπωση εκφράζεται ως ένα κυρτό πολύγωνο, το οποίο δύναται να ενσωματωθεί στα υφιστάμενα εργαλεία βελτιστοποίησης των Διαχειριστών Συστήματος Μεταφοράς ως ένα σύνολο γραμμικών περιορισμών. Στην προτεινόμενη μεθοδολογία εισάγονται επαναληπτικές στρατηγικές δειγματοληψίας που επιλέγουν τις επόμενες κατευθύνσεις με βάση την πληροφορία που έχει ήδη αποκτηθεί στα προηγούμενα βήματα, επιτυγχάνοντας αυξημένη υπολογιστική απόδοση. Παράλληλα, η αβεβαιότητα ενσωματώνεται με σενάρια που διατηρούν τις χωρικές και χρονικές συσχετίσεις των ανανεώσιμων πηγών ενώ οι χρονικοί περιορισμοί ευέλικτων μονάδων, όπως οι μπαταρίες, μοντελοποιούνται σε ένα μοντέλο βελτιστοποίησης πολλαπλών περιόδων, επιτρέποντας την εκτίμηση τόσο της αναμενόμενης όσο και της δυσμενέστερης λύσης για τις καμπύλες ευελιξίας επόμενης ημέρας. Επιπλέον, προτείνεται μια στατιστική προσέγγιση εκτίμησης της κατανομής πιθανότητας της ευελιξίας με χρήση της μεθόδου Kernel Density Estimation, από την οποία μπορούν να προκύψουν τιμές με προκαθορισμένο επίπεδο εμπιστοσύνης. Στο τρίτο μέρος πραγματοποιείται μια τεχνοοικονομική αξιολόγηση για το ελληνικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο την αποτίμηση του λειτουργικού και οικονομικού οφέλους από την ένταξη της ευελιξίας του δικτύου διανομής στην αγορά εξισορρόπησης. Η ανάλυση βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα του 2023, τα οποία ενσωματώνονται στο μοντέλο βέλτιστης ένταξης και οικονομικής κατανομής της προ-ημερήσιας Διαδικασίας Ενοποιημένου Προγραμματισμού. Αξιοποιώντας δεδομένα του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, εξετάζεται η συμβολή φορτίων χαμηλής και μέσης τάσης στη μείωση του κόστους εξισορρόπησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του συστήματος
Φωτονικοί κρύσταλλοι WO3-x για φωτοεπαγόμενες εφαρμογές
Nanostructured transition-metal oxide semiconductors have attracted significant attention as functional materials for photoinduced environmental and energy applications, including the photocatalytic degradation of organic pollutants in water and the photoelectrochemical (PEC) splitting of water. Among them, nanostructured semiconductor substrates are also emerging as promising materials for the sensitive detection of organic compounds via surface-enhanced Raman scattering (SERS), offering an alternative to conventional noble-metal substrates that suffer from high cost, limited stability, and poor recyclability. Current research efforts focus on the development of metal oxides with well-controlled morphology and crystallinity, optimized electronic properties, and enhanced light-harvesting and charge-separation efficiency. A particularly effective structural approach involves integrating these oxides into photonic crystal architectures, such as inverse opals, which can manipulate light propagation and exploit slow-photon effects to enhance photoinduced processes. The present thesis focuses on the design and synthesis of photonic photocatalysts based on tungsten trioxide (WO₃), aimed at efficient visible-light utilization through slow-photon effects and improved charge-carrier separation for photocatalytic and photoelectrochemical applications. The approach includes the fabrication of inverse opal WO₃₋ₓ photonic structures, spectral tuning of their photonic band gap (PBG) relative to the semiconductor absorption edge, and targeted modification of their electronic properties to maximize performance. The study also explores hybridization with plasmonic metals to couple photonic and plasmonic effects for dual enhancement of photocatalytic and SERS activity.Photonic WO₃ inverse opals with tunable PBG were fabricated by the co-deposition of colloidal spheres and metal-oxide precursors followed by controlled thermal treatment. These ordered macroporous films displayed well-defined photonic stop bands and a close spectral overlap between the PBG and the absorption edge of WO₃, which selectively enhanced photocatalytic activity under ultraviolet and visible illumination. Optimal performance was achieved when the high-energy edge of the PBG coincided with the semiconductor absorption edge, leading to pronounced improvements in both PEC water splitting and photocatalytic degradation of pharmaceutical pollutants such as tetracycline and ibuprofen.To further enhance charge transport and light utilization, WO₃/TiO₂ photonic heterostructures were developed with varying W/Ti ratios. Structural and spectroscopic analyses confirmed the formation of monoclinic WO₃ and anatase TiO₂ phases uniformly distributed within the inverse opal network. Systematic variation of the oxide composition and colloidal template size enabled precise tuning of the PBG position. Mott–Schottky and UPS analyses revealed a continuous shift in Fermi level and the formation of type-II heterojunctions, which facilitated efficient interfacial charge transfer between WO₃ and TiO₂. The synergistic combination of slow-photon light trapping and interfacial charge separation led to markedly improved photoelectrochemical responses compared to single-component structures. The effect of controlled reduction on WO₃ photonic crystals was also investigated. Thermal or chemical reduction under H₂ or acid-induced conditions generated oxygen-deficient WO₃₋ₓ phases with enhanced n-type conductivity, visible–near-IR absorption, and improved PEC and photocatalytic performance. Structural analyses (XRD, Raman, XPS) confirmed the partial transformation of monoclinic to orthorhombic WO₃ accompanied by defect formation and a shift in the Fermi level. The optimized reduced samples exhibited superior photocurrent generation and degradation rates for pharmaceutical pollutants, attributed to the combined effects of oxygen vacancies, increased donor density, and reduced electron–hole recombination.To couple plasmonic and photonic effects, Au nanoparticles were incorporated into the WO₃ framework. The resulting hybrid Au/WO₃ systems displayed strong spectral overlap among the localized surface plasmon resonance (LSPR), the WO₃ absorption edge, and the photonic band gap. These resonant interactions significantly enhanced light absorption, charge separation, and photocatalytic efficiency. The plasmonic enhancement strongly depended on nanoparticle size: Au nanoparticles of 20 nm diameter provided optimal PEC performance due to near-field amplification via LSPR, whereas smaller particles (5 nm) favored pollutant degradation by lowering the Schottky barrier and facilitating interfacial electron transfer.Finally, hybrid plasmonic–photonic substrates based on Ag–WO₃/TiO₂ inverse opals were developed for SERS detection of organic analytes. These composites combined photonic light confinement with plasmonic field enhancement, resulting in a synergistic increase in Raman signal intensity. The optimized Ag–WO₃/TiO₂ substrates exhibited extremely high SERS sensitivity for 4-mercaptobenzoic acid (4-MBA), achieving a detection limit as low as 10⁻¹³ mol L⁻¹. The enhancement was primarily attributed to the electromagnetic mechanism, originating from the spectral overlap of the Ag nanoparticle LSPR and the photonic stop band with the excitation wavelength, while an additional chemical contribution arose from charge transfer between the adsorbed molecules and the semiconductor heterointerface. In summary, the work demonstrates that combining tungsten oxide photonic architectures with heterojunction engineering, defect control, and plasmonic coupling provides an effective pathway for tailoring light–matter interactions across multiple spectral regimes. The resulting plasmonic–photonic WO₃₋ₓ composites exhibit enhanced photocatalytic, photoelectrochemical, and SERS performance, offering a versatile platform for solar-driven environmental remediation and molecular sensing.Οι νανοδομημένοι ημιαγωγοί οξειδίων μεταβατικών μετάλλων έχουν προσελκύσει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον ως λειτουργικά υλικά για φωτοεπαγόμενες περιβαλλοντικές και ενεργειακές εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένης της φωτοκαταλυτικής αποικοδόμησης των οργανικών ρύπων στο νερό και της φωτοηλεκτροχημικής διάσπασης του νερού. Τα νανοδομημένα υποστρώματα ημιαγωγών αναδεικνύονται και ως υποσχόμενα υλικά για την ευαίσθητη ανίχνευση οργανικών ενώσεων μέσω της επιφανειακά-ενισχυμένης σκέδασης Raman (surface-enhanced Raman scattering ─ SERS), προσφέροντας μια εναλλακτική λύση στα συμβατικά υποστρώματα ευγενών μετάλλων που υποφέρουν από υψηλό κόστος, περιορισμένη σταθερότητα και χαμηλή ικανότητα ανακύκλωσης. Οι τρέχουσες ερευνητικές προσπάθειες επικεντρώνονται στην ανάπτυξη μεταλλικών οξειδίων με ελεγχόμενη μορφολογία και κρυσταλλικότητα, βελτιστοποιημένες ηλεκτρονικές ιδιότητες και ενισχυμένη απόδοση συλλογής φωτός και διαχωρισμού φορτίου. Μια ιδιαίτερα αποτελεσματική δομική προσέγγιση περιλαμβάνει την διαμόρφωση αυτών των οξειδίων στη δομή των φωτονικών κρυστάλλων, όπως τα αντίστροφα οπάλια, τα οποία μπορούν να ελέγξουν τη διάδοση του φωτός και να αξιοποιήσουν τα φαινόμενα του αργού φωτός για να ενισχύσουν τις φωτοεπαγόμενες διεργασίες. Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στον σχεδιασμό και τη σύνθεση φωτονικών φωτοκαταλυτών με βάση το τριοξείδιο του βολφραμίου (WO₃), με στόχο την αποδοτική αξιοποίηση του ορατού φωτός μέσω των φαινομένων των αργών φωτονίων και τον βελτιωμένο διαχωρισμό των φορέων φορτίου για φωτοκαταλυτικές και φωτοηλεκτροχημικές εφαρμογές. Η προσέγγιση περιλαμβάνει την κατασκευή φωτονικών δομών WO₃₋ₓ αντίστροφων οπαλίων, την φασματική ρύθμιση της ζώνης του φωτονικού χάσματος (photonic band gap ─ PBG) σε σχέση με την ακμή απορρόφησης του ημιαγωγού και την στοχευμένη τροποποίηση των ηλεκτρονικών ιδιοτήτων τους για τη μεγιστοποίηση της απόδοσης. Επίσης, η μελέτη διερευνά την σύζευξη με πλασματικά μέταλλα για τη συνέργεια των φωτονικών και πλασματικών επιδράσεων για διπλή ενίσχυση της φωτοκαταλυτικής δράσης και του μηχανισμού SERS. Φωτονικά αντίστροφα οπάλια WO₃ με ρυθμιζόμενο PBG κατασκευάστηκαν με την συν-απόθεση κολλοειδών σφαιρών και πρόδρομων διαλυμάτων μεταλλικών οξειδίων και ακολούθησε ελεγχόμενη θερμική κατεργασία. Αναπτύχθηκαν οργανωμένα μακροπορώδη υμένια που εμφάνισαν καλά ορισμένα φωτονικά χάσματα και μια στενή φασματική επικάλυψη μεταξύ του PBG και της ακμής απορρόφησης του WO₃, η οποία ενισχύει επιλεκτικά την φωτοκαταλυτική δραστηριότητα υπό υπεριώδες και ορατή ακτινοβόληση. Η βέλτιστη απόδοση επιτεύχθηκε όταν η ακμή υψηλής ενέργειας του PBG επικαλύπτεται με την ακμή απορρόφησης ημιαγωγού, οδηγώντας σε ισχυρή βελτίωση τόσο στην φωτοηλεκτροχημική διάσπαση του νερού όσο και στην φωτοκαταλυτική αποικοδόμηση φαρμακευτικών ρύπων, όπως η τετρακυκλίνη και η ιβουπροφαίνη. Για την περαιτέρω ενίσχυση της μεταφοράς φορτίου και της αξιοποίησης του φωτός, αναπτύχθηκαν φωτονικές ετεροδομές WO₃/TiO₂ με μεταβλητή αναλογία W/Ti. Οι δομικές και φασματοσκοπικές αναλύσεις επιβεβαίωσαν τον σχηματισμό ομοιόμορφα κατανεμημένων φάσεων μονοκλινούς WO₃ και ανατάση TiO₂ στο σκελετό του αντίστροφου οπαλίου. Η συστηματική μεταβολή της σύστασης των οξειδίων και του μεγέθους της μήτρας επέτρεψε ακρίβεια στο συντονισμό της θέσης του PBG. Οι αναλύσεις Mott-Schottky και UPS αποκάλυψαν μια συνεχή μετατόπιση στο επίπεδο Fermi και τον σχηματισμό ετεροεπαφών τύπου II, που διευκόλυναν την αποτελεσματική μεταφορά φορτίου στη διεπιφάνεια μεταξύ WO₃ και TiO₂. Ο συνδυασμός της παγίδευσης φωτός μέσω των αργών φωτονίων και του διαχωρισμού φορτίου στη διεπιφάνεια οδήγησε σε σημαντικά βελτιωμένες φωτοηλεκτροχημικές αποκρίσεις σε σύγκριση με τις δομές ενός συστατικού. Διερευνήθηκε η επίδραση της ελεγχόμενης αναγωγής στους φωτονικούς κρυστάλλους WO₃. Δημιουργήθηκαν φάσεις WO₃₋ₓ με έλλειμμα οξυγόνου με θερμική αναγωγή υπό H₂ ή χημική αναγωγή με οξύ που παρουσίασαν ενισχυμένη αγωγιμότητα, απορρόφηση στο ορατό-εγγύς υπέρυθρο και βελτιωμένη φωτοηλεκτροχημική και φωτοκαταλυτική απόδοση. Οι δομικές αναλύσεις (XRD, Raman, XPS) επιβεβαίωσαν τον μερικό μετασχηματισμό του μονοκλινούς WO₃ σε ορθορομβικό συνοδευόμενο από το σχηματισμό ατελειών και τη μετατόπιση του επίπεδου Fermi. Τα βελτιστοποιημένα ανηγμένα υμένια εμφάνισαν υψηλούς ρυθμούς παραγωγής φωτορεύματος και αποικοδόμησης φαρμακευτικών ρύπων, που αποδίδονται στις συνδυασμένες επιδράσεις των κενών οξυγόνου, της αυξημένης συγκέντρωσης δοτών και της μειωμένης επανασύνδεσης ηλεκτρονίων-οπών. Για να συνδυαστούν οι πλασμονικές και φωτονικές επιδράσεις, ενσωματώθηκαν νανοσωματίδια Au στο σκελετό του WO₃. Τα προκύπτοντα υβριδικά συστήματα Au/WO₃ εμφάνισαν ισχυρή φασματική επικάλυψη μεταξύ του τοπικού επιφανειακού πλασμονικού συντονισμού (localized surface plasmon resonance ─ LSPR), της ακμής απορρόφησης του WO₃ και του φωτονικού χάσματος. Αυτές οι συντονισμένες αλληλεπιδράσεις βελτίωσαν σημαντικά την απορρόφηση φωτός, τον διαχωρισμό φορτίου και την φωτοκαταλυτική απόδοση. Η πλασμονική ενίσχυση παρουσίασε εξάρτηση σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος των νανοσωματιδίων: τα νανοσωματίδια Au διαμέτρου 20 nm παρείχαν βέλτιστη φωτοηλεκτροχημική απόδοση λόγω της ενίσχυσης του κοντινού πεδίου μέσω LSPR, ενώ τα μικρότερα σωματίδια (5 nm) ευνόησαν την αποικοδόμηση των ρύπων μειώνοντας το φραγμό Schottky και διευκολύνοντας τη μεταφορά ηλεκτρονίων στη διεπιφάνεια. Τέλος, αναπτύχθηκαν υβριδικά πλασμονικά-φωτονικά υποστρώματα βασισμένα σε αντίστροφα οπάλια Ag–WO₃/TiO₂ για την ανίχνευση οργανικών μορίων με το μηχανισμό SERS. Αυτά τα σύνθετα υλικά συνδύασαν το αργό φως με την ενίσχυση του πλασμονικού πεδίου, με αποτέλεσμα την αύξηση στην ένταση του σήματος Raman. Τα βελτιστοποιημένα υποστρώματα Ag–WO₃/TiO₂ παρουσίασαν εξαιρετικά υψηλή ευαισθησία SERS για το 4-μερκαπτοβενζοϊκό οξύ (4-MBA), επιτυγχάνοντας όριο ανίχνευσης μόλις 10⁻¹³ mol L⁻¹. Η ενίσχυση αποδόθηκε κυρίως στον ηλεκτρομαγνητικό μηχανισμό, που προέρχεται από τη φασματική επικάλυψη του LSPR των νανοσωματιδίων Ag και του φωτονικού χάσματος με το μήκος κύματος διέγερσης, ενώ μια πρόσθετη χημική συνεισφορά οφείλεται στη μεταφορά φορτίου μεταξύ των προσροφημένων μορίων και της ετεροεπαφής των ημιαγωγών. Συνοπτικά, η εργασία καταδεικνύει ότι η φωτονική δομή του τριοξειδίου του βολφραμίου σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ετεροεπαφών, τον έλεγχο των ατελειών και τη πλασμονική σύζευξη παρέχει μια αποτελεσματική οδό για τη ρύθμιση των αλληλεπιδράσεων φωτός-ύλης σε πολλαπλά φασματικά συστήματα. Τα πλασμονικά-φωτονικά WO₃₋ₓ υμένια παρουσιάζουν βελτιωμένη φωτοκαταλυτική, φωτοηλεκτροχημική και SERS απόδοση, προσφέροντας μια ευέλικτη πλατφόρμα για την περιβαλλοντική αποκατάσταση βασιζόμενη στην ηλιακή ενέργεια του και την ανίχνευση μορίων
Μεταβολισμός του RNA και γονιδιωματική αστάθεια σε φυσιολογικές και παθολογικές συνθήκες
Cells exposed to genotoxic stress activate DNA damage response (DDR) pathways to preserve genome integrity. Although global translation is repressed under these conditions, cells promote selective translation of specific mRNAs involved in DNA repair, allowing rapid adaptation to genotoxic stressors. Here, we identify a post-transcriptional regulatory pathway in which UV irradiation triggers rapid nuclear accumulation of the RNA helicase DDX6 and m6A- modified transcripts encoding DNArepair-related factors. Shortly after, these mRNAs are exported to the cytoplasm and transiently stored in dynamically reorganized, DD6-positive P-bodies prior to selectivetranslation. This process requires the m6A methyltransferases METTL3 and METTL14, as well as the m6A reader YTHDF1, which links P-bodies to the translational machinery. Disruption of this m6A-P-body axis impairs translation of DNA repair proteins, delays lesion resolution, and promotes senescence and type I interferon responses. Our findings reveal an m6Α-driven sorting mechanism that channels select transcripts into a P-body–associated translation pathway to safeguard genome stability following UV-induced damage.Τα κύτταρα που εκτίθενται σε γενοτοξικό στρες επαναπρογραμματίζουν γρήγορα τη πρωτεινοσύνθεση για να διατηρήσουν τη σταθερότητα του γονιδιώματος. Αν και ηγενικευμένη μετάφραση καταστέλλεται υπό συνθήκες γενοτοξικού στρες, τα κύτταρα προάγουν την επιλεκτική μετάφραση συγκεκριμένων mRNA που εμπλέκονται στηνεπιδιόρθωση του DNA, επιτρέποντας την ταχεία προσαρμογή σε τέτοιους επιβαρυντικούς παράγοντες. Στην παρούσα μελέτη, ταυτοποιήσαμε ενα μετα-μεταγραφικό ρυθμιστικό μονοπάτι , κατά το οποίο η υπεριώδης (UV) ακτινοβολία προκαλεί ταχεία πυρηνική συσσώρευση της RNA ελικάσης DDX6 καθώς και m6A-τροποποιημένων μεταγραφών που κωδικοποιούν παράγοντες σχετιζόμενους με την επιδιόρθωση του DNA. Σύντομα μετά την αρχική συσσώρευση τους στον πυρήνα, τα εν λόγω mRNA μεταφέρονται στο κυτταρόπλασμα και αποθηκεύονται παροδικά σε μη μεμβρανικές ριβονουκλεοπρωτεινικές δομές, τα p-bodies, πριν υποβληθούν σε επιλεκτική μετάφραση. Η ρύθμιση αυτή απαιτεί τη δράση των μεθυλτρανσφερασών METTL3 και METTL14, καθώς και του αναγνωριστικού παράγοντα YTHDF1, ο οποίος λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των P-bodies και των ενεργών ριβοσωμάτων. Η διαταραχή του άξονα m6A–P-bodies εμποδίζει τη μετάφραση πρωτεϊνών επιδιόρθωσης DNA, καθυστερεί την επιδιόρθωση των βλαβών και προάγει τη γήρανση και τις αποκρίσεις ιντερφερόνης τύπου Ι. Τα ευρήματά μας αποκαλύπτουν έναν χρονικά και χωρικά συντονισμένο μηχανισμό ρύθμισης του RNA, εξαρτώμενο από m6A μεθυλίωση, που κατευθύνει επιλεγμένα μεταγραφικά μόρια μέσω των P-bodies στα ριβοσώματα ώστε να ελέγχει τη μετάφραση και να διατηρεί την ακεραιότητα του γονιδιώματος μετά από βλάβη που προκαλείται από UV
Study of the effect of a cardiopulmonary rehabilitation program on endothelial function, arterial stiffness and cardiac function of patients after SARS-CoV-2 infection
Introduction: Coronavirus (COVID-19) is primarily a respiratory disease; however, recent evidence suggests its impact on the cardiovascular system. In a large proportion, the effects persist beyond the acute phase of the disease. Evidence indicates that cardiopulmonary rehabilitation may help alleviate symptoms after COVID-19. This study aims to evaluate the impact of a cardiopulmonary rehabilitation program on improving endothelial function, arterial wall properties, and left ventricular function in patients after acute COVID-19 infection. Material/Methods: A total of 60 convalescent COVID-19 patients were enrolled in this study and examined 1 month (T0) and 4 months (T1) after the acute disease. As a control group, 60 individuals from the Outpatient Cardiology Clinic were enrolled after matching age, gender, and key cardiovascular risk factors. Individuals with COVID-19 were randomized 1:1 to participate or not in a 3-month rehabilitation program. All measurements were made one month and four months after the acute illness. Endothelium-dependent vasodilation was evaluated by flow-mediated dilation (FMD), and arterial wall properties were assessed by carotid-femoral pulse wave velocity (cf-PWV) and augmentation index (Aix). Left ventricular systolic performance was evaluated with global longitudinal strain (LV-GLS). The cf-PWV/LV-GLS ratio was calculated as an index of VAC. Inflammatory markers, interleukin-6, interleukin 1-b and high-sensitivity C-reactive protein (hs-CRP) were measured, and correlations were made. Results: No differences were found in demographic characteristics and cardiovascular risk factors between the control group and patients recovered from COVID-19. Furthermore, no differences were found between the rehabilitation and the non-rehabilitation group. Recovering patients had impaired vascular function, as indicated by reduced FMD (p = 0.02), PWV (p ≤ 0.001), and VAC (p = 0.001) compared to non-infected individuals. The rehabilitation program resulted in improvements in vascular function markers. A significant decrease in cf-PWV was observed only in the rehabilitation group (T0: 8.2 ±1.3 m/s vs. T1: 6.6 ±1.0 m/s, p=0.01) as well as AIx was significantly reduced during follow-up only in subjects who underwent rehabilitation (T0: 25.9 ±9.8 % vs. T1: 21.1 ±9.3 %, p < 0.001) Also, endothelial function (FMD) improved significantly in both the rehabilitation group (6.2 ±1.8 % vs. 8.6 ±2.4 %, p<0.001) and the control group (5.9 ±2.2 % vs. 6.6 ±1.8 %, p=0.009) but the improvement was greater in the rehabilitation group (p<0.001). Regarding cardiac function, LV-GLS (−19.67 ± 1.98 to −21.3 ± 1.93%, P < 0.001) improved only in the rehabilitation group. Similarly, VAC improved only in this group (−0.42 ± 0.11 to −0.31 ± 0.06 m·sec−1·%−1, P < .001). In addition, a significant improvement in VO2 max was noted after rehabilitation (T0: 15.70 (13.05, 21.45) ml·kg-1·min-1 vs. T1: 18.30 (13.95, 23.75) ml·kg-1·min-1, p=0.01). Finally, hs-CRP was improved in both groups, with a significantly greater improvement in the rehabilitation group. Convalescent COVID-19 patients in the rehabilitation group with increased serum levels of IL-6 had a greater reduction in FMD. Conclusions: A 3-month cardiopulmonary rehabilitation program after acute COVID-19 infection improves endothelial function, arterial stiffness, reflected waves, left ventricular function, and VAC, highlighting beneficial recovery mechanisms in this patient population.Εισαγωγή: Η νόσος του κορονοϊού (COVID-19) είναι πρωτίστως μια αναπνευστική νόσος, αν και σύγχρονα στοιχεία αποκαλύπτουν τις επιπτώσεις της στο καρδιαγγειακό σύστημα. Σε μεγάλο ποσοστό οι επιπτώσεις φαίνεται να εμμένουν και μετά την οξεία φάση της νόσου. Η καρδιοπνευμονική αποκατάσταση μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα μετά τον COVID-19. Αυτή η μελέτη στοχεύει να αξιολογήσει τον αντίκτυπο ενός προγράμματος καρδιοπνευμονικής αποκατάστασης στη βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, των ιδιοτήτων του αρτηριακού τοιχώματος και στη λειτουργία της αριστερής κοιλίας σε ασθενείς μετά την οξεία λοίμωξη COVID-19 Υλικό/Μέθοδοι: Στη μελέτη αυτή εντάχθηκαν συνολικά 60 αναρρώσαντες ασθενείς από COVID-19 και εξετάστηκαν 1 μήνα (Τ0) και 4 μήνες (Τ1) μετά την οξεία νόσηση. Τα άτομα με COVID-19 τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να συμμετάσχουν ή όχι σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης διάρκειας 3 μηνών. Ως ομάδα ελέγχου εγγράφηκαν 60 άτομα από το Εξωτερικό Καρδιολογικό Ιατρείο έπειτα από αντιστοίχιση σε ηλικία, φύλο και βασικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Έγιναν μετρήσεις στον ένα μήνα καθώς και τέσσερις μήνες μετά την οξεία νόσο. Αξιολογήθηκε η διαστολή της βραχιονίου αρτηρίας (flow mediated dilation, FMD), οι ιδιότητες του αρτηριακού τοιχώματος αξιολογήθηκαν με την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος μεταξύ καρωτίδας-μηριαίας αρτηρίας (cf-PWV) και με τον δείκτη ενίσχυσης των ανακλώμενων κυμάτων (AIx). Η συστολική απόδοση της αριστερής κοιλίας (LV) αξιολογήθηκε με συνολικό επίμηκες strain (GLS). Η αναλογία PWV/LV-GLS υπολογίστηκε ως δείκτης κοιλιοαρτηριακής σύζευξης (VAC). Μετρήθηκαν οι φλεγμονώδεις δείκτες, Ιντερλελευκίνη-6, Ιντερλευκίνη 1-b και C αντιδρώσα πρωτεΐνη υψηλής ευαισθησίας (hs-CRP) και έγιναν συσχετίσεις. Αποτελέσματα: Μεταξύ της ομάδας ελέγχου και των ασθενών που ανάρρωσαν από COVID-19 δεν βρέθηκαν διαφορές σε δημογραφικά χαρακτηριστικά και παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Επιπλέον, δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ της ομάδας που τυχαιοποιήθηκε στο πρόγραμμα της αποκατάστασης και της ομάδας της συντηρητικής αντιμετώπισης. Οι ασθενείς σε ανάρρωση είχαν διαταραγμένη αγγειακή λειτουργία με εξασθενημένο FMD (p=0.02), PWV (P ≤ 0,001) και μειωμένο VAC (P = 0,001) σε σύγκριση με άτομα που δεν είχα νοσήσει. Το πρόγραμμα αποκατάστασης οδήγησε σε βελτίωση στους δείκτες αγγειακής λειτουργίας. Αξιοσημείωτη μείωση του cf-PWV παρατηρήθηκε μόνο στην ομάδα αποκατάστασης (T0: 8,2 ±1,3 m/s έναντι T1: 6,6 ±1,0 m/s, p=0,01) ενώ και το AIx μειώθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μόνο σε άτομα που υποβλήθηκαν σε αποκατάσταση (T0: 25,9 ±9,8 % έναντι T1: 21,1 ±9,3 %, p < 0,001). Επίσης η ενδοθηλιακή λειτουργία (FMD) βελτιώθηκε σημαντικά τόσο στην ομάδα της αποκατάστασης (6,2 ±1,8 % εν. 8,6 ±2,4 %, p<0,001) όσο και στην ομάδα της συντηρητικής αντιμετώπισης (5,9 ±2,2% έναντι 6,6 ±1,8%, p=0,009) αλλά η βελτίωση ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα της αποκατάστασης (p<0.001). Όσον αφορά τη καρδιακή λειτουργία , το LV-GLS (−19,67 ± 1,98 σε −21,3 ± 1,93%, P < 0,001) βελτιώθηκε μόνο στην ομάδα της αποκατάστασης. Ομοίως, το VAC βελτιώθηκε μόνο σε αυτή την ομάδα (−0,42 ± 0,11 σε −0,31 ± 0,06 m · sec−1 ·%−1, P < ,001). Σημαντική βελτίωση στο VO2max σημειώθηκε μετά την αποκατάσταση (15,70 [13,05, 21,45] σε 18,30 [13,95, 23,75] ml · kg−1 · min−1, P = 0,01). Τέλος, η hs-CRP βελτιώθηκε και στις δύο ομάδες με σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στην ομάδα αποκατάστασης, ενώ οι αναρρώσαντες ασθενείς από COVID-19 της ομάδας της αποκατάστασης που είχαν υψηλότερα επίπεδα IL-6 στον ορό είχαν μεγαλύτερη μείωση του FMD. Συμπεράσματα: Ένα πρόγραμμα καρδιοπνευμονικής αποκατάστασης διάρκειας 3 μηνών μετά την οξεία λοίμωξη COVID-19, βελτιώνει την ενδοθηλιακή λειτουργία, την αρτηριακή σκληρία, τη λειτουργίας της αριστερής κοιλίας και τη κοιλιοαρτηριακή σύζευξη τονίζοντας τους ευεργετικούς μηχανισμούς αποκατάστασης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών
Ο ρόλος της διάθεσης ανάληψης κινδύνων των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διαμόρφωση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου στην Ευρωζώνη
What happens when the very same cut in policy rates triggers markedly different reactions from banks in Rome, Berlin and Athens? This dissertation shows that banks’ willingness to take risk is shaped not only by the level of the European Central Bank’s key policy rates, but also by how banks are funded and governed, and by the human context of each economy: the strength of institutions, the stock of social trust, and prevailing cultural attitudes toward uncertainty and competitive success. In doing so, it explains why a single monetary signal propagates so unevenly across the monetary union and offers a practical vantage point for managing the next episode of financial stress. The analysis draws on a balanced sample of eight hundred and fourteen listed banks from all euro-area countries over fourteen years. Using modern dynamic econometric methods that isolate, as far as possible, the causal effect of policy from concurrent macroeconomic shocks (and explicitly separating tranquil years from crisis periods), we measure how solvency risk, operational risk and liquidity risk respond to changes in policy. Three results stand out: First, a one-percentage-point reduction in the main policy rates is, on average, associated with a shift in bank-risk indicators on the order of roughly one to two tenths of a standard deviation (peaking around two tenths): policy rates are the primary lever. Second, transmission is not linear. When the central bank’s deposit rate turns negative (especially for deposit-funded institutions that cannot easily pass the cost to customers) a “turning point” emerges: further easing no longer stimulates credit and can raise fragility. Third, informal institutions act as filters. High social trust systematically dampens the push toward risk, whereas weak integrity amplifies it by a magnitude comparable to roughly one-half to two-thirds of the rate effect; cultural preferences shape how strongly each banking system reacts.The lesson is practical. If the European Central Bank is the driver and the accelerator is the interest rate, the road is never the same everywhere. Where rules are credible and trust is high the road is dry; where safeguards are weak it is slippery. To keep Europe on course, policy must modulate speed to the conditions of each road; and banks must adjust how they take risk in time. The study anticipates and addresses the usual pitfalls of multi-layered research (endogeneity, non-linear behaviour around negative rates, measurement comparability across countries, and common shocks), so that what remains is a clear, policy-relevant account of not only how much credit moves, but how its quality changes.Τι συμβαίνει όταν η ίδια ακριβώς μείωση των επιτοκίων πολιτικής προκαλεί εντελώς διαφορετικές αντιδράσεις από τις τράπεζες στη Ρώμη, στο Βερολίνο και στην Αθήνα. Η παρούσα διατριβή αποδεικνύει ότι η προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν κίνδυνο διαμορφώνεται όχι μόνο από το επίπεδο των βασικών επιτοκίων πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), αλλά και από τον τρόπο χρηματοδότησης και διακυβέρνησής τους, καθώς και από το ανθρώπινο και θεσμικό περιβάλλον κάθε οικονομίας: τη δύναμη των θεσμών, το απόθεμα κοινωνικής εμπιστοσύνης και τις επικρατούσες πολιτισμικές στάσεις απέναντι στην αβεβαιότητα και στην επιδίωξη της επιτυχίας μέσω ανταγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο, εξηγεί γιατί ένα ενιαίο νομισματικό σήμα διαχέεται τόσο άνισα εντός της νομισματικής ένωσης και προσφέρει μια πρακτική οπτική για τη διαχείριση του επόμενου επεισοδίου χρηματοπιστωτικής πίεσης. Η ανάλυση βασίζεται σε ισορροπημένο δείγμα 814 εισηγμένων τραπεζών από όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ για περίοδο δεκατεσσάρων ετών. Χρησιμοποιώντας σύγχρονες δυναμικές οικονομετρικές μεθόδους που απομονώνουν, όσο είναι εφικτό, την αιτιώδη επίδραση της νομισματικής πολιτικής από ταυτόχρονους μακροοικονομικούς κραδασμούς (και διαχωρίζοντας ρητά τα «ήπια» έτη από τις περιόδους κρίσης), μετράται ο τρόπος με τον οποίο ο κίνδυνος φερεγγυότητας, ο λειτουργικός και ο κίνδυνος ρευστότητας αντιδρούν σε μεταβολές της πολιτικής. Τρία αποτελέσματα ξεχωρίζουν: Πρώτον, μια μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στα βασικά επιτόκια πολιτικής συνδέεται, κατά μέσο όρο, με μετατόπιση των δεικτών τραπεζικού κινδύνου κατά τάξη μεγέθους περίπου 0,1–0,2 τυπικών αποκλίσεων (με κορύφωση κοντά στο 0,2)∙ τα επιτόκια πολιτικής αποτελούν τον πρωταρχικό μοχλό μετάδοσης. Δεύτερον, η μετάδοση δεν είναι γραμμική. Όταν το επιτόκιο καταθέσεων της κεντρικής τράπεζας γίνεται αρνητικό (ιδίως για τράπεζες που χρηματοδοτούνται από καταθέσεις και δεν μπορούν εύκολα να μετακυλήσουν το κόστος στους πελάτες) εμφανίζεται ένα «σημείο καμπής»: περαιτέρω χαλάρωση δεν ενθαρρύνει πλέον την πίστωση και μπορεί να αυξήσει την ευθραυστότητα. Τρίτον, οι άτυποι θεσμοί λειτουργούν ως φίλτρα. Η υψηλή κοινωνική εμπιστοσύνη αποδυναμώνει συστηματικά την ώθηση προς τον κίνδυνο, ενώ η ασθενής θεσμική ακεραιότητα την ενισχύει, σε μέγεθος συγκρίσιμο με περίπου το ήμισυ έως τα δύο τρίτα της επίδρασης των επιτοκίων· οι πολιτισμικές προτιμήσεις καθορίζουν πόσο έντονα αντιδρά κάθε τραπεζικό σύστημα. Το δίδαγμα είναι πρακτικό: Αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ο οδηγός και το «γκάζι» είναι το επιτόκιο, ο δρόμος δεν είναι ποτέ ίδιος παντού. Εκεί όπου οι κανόνες είναι αξιόπιστοι και η εμπιστοσύνη υψηλή, ο δρόμος είναι στεγνός· εκεί όπου οι δικλίδες είναι ασθενείς, είναι ολισθηρός. Για να παραμείνει η Ευρώπη στην πορεία της, η πολιτική πρέπει να προσαρμόζει την ταχύτητα στις συνθήκες κάθε δρόμου, και οι τράπεζες να προσαρμόζουν εγκαίρως τον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουν κίνδυνο. Η μελέτη προλαμβάνει και αντιμετωπίζει τις συνήθεις παγίδες της πολυεπίπεδης έρευνας (ενδογένεια, μη γραμμικές αντιδράσεις γύρω από αρνητικά επιτόκια, συγκρισιμότητα μετρήσεων μεταξύ χωρών και κοινούς μακροοικονομικούς κραδασμούς), ώστε να απομείνει ένα σαφές, χρήσιμο αφήγημα για τις πολιτικές των Κεντρικών Τραπεζών, όχι μόνο για το πόσο κινείται η πίστωση, αλλά και για το πώς αλλάζει η ποιότητά της