Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
The historical development and analysis of economic theories and the factors shaping fiscal and monetary policy strategies as pillars of the economic growth of the Greek economy
This dissertation consists of five (5) independent chapters, which are combined with each other. Initially, the first (1st) chapter of the dissertation provides an introduction to the dissertation while the purpose of the dissertation is discussed. In addition, the first chapter also structures the research questions, mentions the research limitations and the importance of the thesis. The second (2nd) chapter of the thesis describes and reviews the literature related to this thesis topic. The third chapter of the thesis discusses the research methodology followed by the writer on the thesis. Continuing in the fourth (4th) chapter of the thesis, the historical development and analysis of economic theories from ancient times to the most modern new economic theories is examined, while the factors of creation and differentiation of economic schools are examined and the relationship between economics and philosophy is analysed, as well as the relationship between economic theories and the Greek economy, i.e. whether or not the Greek governments adopted an economic theory and an economic school for their economic policies or whether they had a tendency to empiricism, which is further discussed in chapter five (5) of the thesis. In the fifth and last chapter of the thesis, the macroeconomic analysis of the main macroeconomic variables of the Greek economy for the historical period from 1950-2019 is carried out, since basic macroeconomic concepts and models have been analysed and the theoretical background and the economic policy and economic philosophy of the Greek governments from 1950-2019 have been examined. The above is enriched by the factors that shape fiscal and monetary policy. Finally, research findings/conclusions on the Greek economy and the history of economic theories are extracted and suggestions are made for further research on the history of economic theories and the macroeconomic analysis of key macroeconomic variables.Η εν λόγω διδακτορική διατριβή αποτελείται από πέντε (5) αυτοτελή/ανεξάρτητα κεφάλαια όπου όμως συνδυάζονται εκατέρωθεν μεταξύ τους. Αρχικά στο πρώτο (1ο) κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής γίνεται μία εισαγωγή επί της διδακτορικής διατριβής ενώ παράλληλα εξετάζεται ο σκοπός της διδακτορικής διατριβής. Επιπρόσθετα στο πρώτο κεφάλαιο δομούνται και τα ερευνητικά ερωτήματα, αναφέρονται οι περιορισμοί έρευνας καθώς και η σημαντικότητα της διδακτορικής διατριβής. Στο δεύτερο (2ο) κεφάλαιο της διατριβής περιγράφεται και γίνεται μία ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που αφορά το εν λόγω θέμα της διδακτορικής διατριβής. Στο τρίτο κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής αναλύεται η ερευνητική μεθοδολογία που ακολουθεί ο γράφων επί της διατριβής. Συνεχίζοντας στο τέταρτο (4ο) κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής εξετάζεται η ιστορική εξέλιξη και ανάλυση των οικονομικών θεωριών από αρχαιοτάτων χρόνων έως τις πιο σύγχρονες νέες οικονομικές θεωρίες ενώ ευρίσκονται οι παράγοντες δημιουργίας και διαφοροποίησης των Οικονομικών Σχολών και αναλύεται η σχέση οικονομίας και φιλοσοφίας καθώς και η σχέση οικονομικών θεωριών και ελληνικής οικονομίας εάν δηλαδή οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις υιοθέτησαν ή μη κάποια οικονομική θεωρία και οικονομική σχολή για τις οικονομικές πολιτικές τους ή είχαν μία τάση εμπειρισμού που αυτό εξετάζεται περεταίρω στο πέμπτο (5ο) κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής. Στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής γίνεται η μακροοικονομική ανάλυση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας για την ιστορική περίοδο από το 1950-2019 αφού έχουν αναλυθεί βασικές μακροοικονομικές έννοιες και υποδείγματα και έχει εξεταστεί το θεωρητικό υπόβαθρο και αναλύεται και η οικονομική πολιτική και οικονομική φιλοσοφία των ελληνικών κυβερνήσεων από το 1950-2019. Τα παραπάνω είναι εμπλουτισμένα με τους παράγοντες που διαμορφώνουν την δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική. Τέλος, εξάγονται τα ερευνητικά πορίσματα/συμπεράσματα για την ελληνική οικονομία και την ιστορία οικονομικών θεωριών καθώς και γίνονται προτάσεις για περεταίρω έρευνα επί της ιστορίας οικονομικών θεωριών και της μακροοικονομικής ανάλυσης βασικών μακροοικονομικών μεγεθών
Indirect moral damage and psychiatric damage in greek and cypriot law
The thesis examines the restoration of non-pecuniary damage caused to indirect victims, through the lens of legislation, jurisprudence and legal theory in the two legal classes – Greek and Cypriot.Η διατριβή εξετάζει την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας που προκαλείται σε έμμεσα θύματα, μέσα από το πρίσμα των νομοθεσιών, της νομολογίας και της θεωρίας του δικαίου στις δύο έννομες τάξεις – Ελληνική και Κυπριακή
Το μικροβίωμα του παχέος εντέρου και του στοματοφάρυγγα στον μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου
Research has shown that the intestinal microbiome differs between colorectal cancer (CRC) patients and healthy individuals, reflecting dysbiosis. Certain bacterial species linked to CRC are enhanced or diminished through specific pathogenic mechanisms, but the role of the microbiome in metastatic CRC remains unclear. Additionally, little is known regarding the effects of the presence of the primary tumor on microbial composition in advanced CRC. Oral bacteria can reach the large intestine via ingestion or hematogenous spread, promoting biofilm formation, dysbiosis, and tumorigenesis. Given this interaction, examining the oropharyngeal microbiome in CRC patients is of interest. Moreover, circulating bacterial DNA in peripheral blood has been associated with intestinal dysbiosis and the spread of microbial elements into the bloodstream, suggesting enhanced bacterial translocation in CRC. This study aimed to clarify the microbiome’s role in metastatic CRC. For this purpose rectal swab, oropharyngeal swab and peripheral blood samples were collected from CRC patients (n = 75) and healthy individuals (n = 25). The patients were equally divided into three groups. Group 2 (n = 25) included patients with non-metastatic CRC who underwent surgical resection. Group 3 (n = 25) included patients with metastatic CRC who underwent surgical resection of the primary tumor. Group 4 (n = 25) included patients with metastatic CRC without surgical resection of the primary tumor. 16S rRNA sequencing was used to analyze the microbiota profile of all samples. DNA extracted from peripheral blood was also analyzed using PCR, with specific primers targeting Escherichia coli, and Fusobacterium nucleatum. Our findings indicate that the presence of the primary tumor in metastatic CRC correlates with significant shifts in members of the rectal swab microbiota (Actinomycetaceae, Campylobacter, Campylobacteraceae, Enterocloster, Parvimonas and Sutterellaceae). Notably, distinct alterations in the oropharyngeal microbiota (Anaerovoracaceae, Corynebacteriaceae, Corynebacterium, Peptostreptococcaceae and Peptostreptococcus) were also noted in relation to the presence of the primary tumor. Patients who have undergone surgical resection exhibit similar microbial profiles in both rectal and oropharyngeal swabs, regardless of CRC stage. Analysis of blood microbiota in CRC patients provided compelling insights, revealing a clearer distinction between patient Groups. De novo clustering identified five distinct blood Clusters that strongly correlated with disease state. Specifically, 15 bacterial families and 32 species exhibited unique patterns within blood clusters. Species including Blautia luti, Clostridium celatum, Clostridium lentum, Lactobacillus amylovorus, Megasphaera elsdenii, Peptostreptococcus stomatis, Ruminococcus gnavus and Streptococcus gallolyticus were significantly more prevalent or abundant in nonresected metastatic CRC. The significantly higher detection of the NusG gene of Fusobacterium nucleatum in the blood of metastatic CRC patients without primary tumor resection supports its role as an intratumoral pathogen associated with advanced disease stages. Additionally, our findings on blood microbial sources revealed a diverse blood community which is largely shared with colorectal and oropharyngeal microbiota. Although the majority of uniquely represented species in blood were of uncertain source, the taxa Streptococcus mitis, Finegoldia magna and Escherichia coli presented the most clearly defined potential source. Overall, our study reveals the importance of colorectal tumor microenvironent in shaping local and distant communities. Blood microbiota presents great reliability as a potential biomarker for metastatic CRC, reinforcing the hypothesis of an oral-intestinal-circulatory axis in CRC-related dysbiosis.Η έρευνα έχει δείξει ότι το εντερικό μικροβίωμα διαφέρει μεταξύ ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου (ΚΠΕ) και υγιών ατόμων, αντικατοπτρίζοντας την έννοια της δυσβίωσης. Συγκεκριμένα βακτηριακά είδη που έχουν συσχετισθεί με τον ΚΠΕ ενισχύονται ή καταστέλλονται διαμέσου ειδικών παθογενετικών μηχανισμών, ωστόσο ο ρόλος του μικροβιώματος στον μεταστατικό ΚΠΕ παραμένει ασαφής. Επιπλέον, λίγα είναι γνωστά σχετικά με τις επιδράσεις της παρουσίας του πρωτοπαθούς όγκου στη μικροβιακή σύνθεση σε προχωρημένο ΚΠΕ. Στελέχη του στοματικού μικροβιώματος μπορούν να αποικίσουν το παχύ έντερο μέσω κατάποσης ή αιματογενούς διασποράς, προάγοντας τον σχηματισμό βιομεμβρανών, δυσβίωση, και ογκογένεση. Δεδομένης αυτής της αλληλεπίδρασης, ενδιαφέρον προκαλεί η εξέταση του στοματοφαρυγγικού μικροβιώματος σε ασθενείς με ΚΠΕ. Επίσης, το κυκλοφορούν βακτηριακό DNA στο περιφερικό αίμα έχει συσχετισθεί με εντερική δυσβίωση και διασπορά μικροβιακών στοιχείων στην κυκλοφορία του αίματος, υποδηλώνοντας ενισχυμένη βακτηριακή μετατόπιση στον ΚΠΕ. Η μελέτη αυτή είχε ως σκοπό την αποσαφήνιση του ρόλου του μικροβιώματος στον μεταστατικό ΚΠΕ. Για τον σκοπό αυτό συλλέχθηκαν δείγματα μέσω πρωκτικού και στοματοφαρυγγικού επιχρίσματος (swab) και λήψης περιφερικού αίματος από ασθενείς με ΚΠΕ (n = 75) και υγιή άτομα (n = 25). Αλληλούχιση του 16S rRNA χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση του προφίλ της μικροχλωρίδας όλων των δειγμάτων. Το DNA που εξήχθη από το περιφερικό αίμα αναλύθηκε επίσης με τη χρήση της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR), με συγκεκριμένους εκκινητές που στόχευαν τα βακτήρια Escherichia coli και Fusobacterium nucleatum. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η παρουσία του πρωτοπαθούς όγκου στο μεταστατικό ΚΠΕ συσχετίζεται με σημαντικές μεταβολές σε μέλη της μικροχλωρίδας του πρωκτικού επιχρίσματος (Actinomycetaceae, Campylobacter, Campylobacteraceae, Enterocloster, Parvimonas και Sutterellaceae). Επιπροσθέτως, παρατηρήθηκαν διακριτές μεταβολές στη μικροχλωρίδα του στοματοφάρυγγα (Anaerovoracaceae, Corynebacteriaceae, Corynebacterium, Peptostreptococcaceae και Peptostreptococcus) σε σχέση με την παρουσία του πρωτοπαθούς όγκου. Οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική εκτομή του πρωτοπαθούς όγκου παρουσίασαν παρόμοια μικροβιακά προφίλ τόσο στα πρωκτικά όσο και στα στοματοφαρυγγικά επιχρίσματα, ανεξαρτήτως του σταδίου του ΚΠΕ. Η ανάλυση της μικροχλωρίδας του αίματος σε ασθενείς με ΚΠΕ παρείχε σημαντικές πληροφορίες, αποκαλύπτοντας μια σαφέστερη διάκριση μεταξύ των ομάδων των ασθενών. Η εφαρμογή εκ νέου ομαδοποίησης (de novo clustering) εντόπισε πέντε διακριτά clusters στο αίμα που συσχετίστηκαν ισχυρά με την κατάσταση της νόσου. Συγκεκριμένα, 15 βακτηριακές οικογένειες και 32 είδη εμφάνισαν μοναδικά μοτίβα στα clusters του αίματος. Είδη όπως τα Blautia luti, Clostridium celatum, Clostridium lentum, Lactobacillus amylovorus, Megasphaera elsdenii, Peptostreptococcus stomatis, Ruminococcus gnavus και Streptococcus gallolyticus παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερη ανίχνευση ή αφθονία στο μη χειρουργημένο μεταστατικό ΚΠΕ. Η σημαντικά υψηλότερη ανίχνευση του γονιδίου NusG του Fusobacterium nucleatum στο αίμα των ασθενών με μεταστατικό ΚΠΕ χωρίς χειρουργική εκτομή του πρωτοπαθούς όγκου υποστηρίζει τον ρόλο του ως ενδοογκικό παθογόνο που σχετίζεται με προχωρημένα στάδια της νόσου. Επιπλέον, τα ευρήματα σχετικά με την προέλευση της μικροχλωρίδας του αίματος αποκάλυψαν μια ποικίλη μικροβιακή κοινότητα στο αίμα, η οποία σε μεγάλο βαθμό διαμοιράζεται στελέχη με την εντερική και στοματοφαρυγγική μικροχλωρίδα. Αν και η πλειοψηφία των μοναδικά παρουσιαζόμενων ειδών στο αίμα είχε αβέβαιη προέλευση, τα είδη Streptococcus mitis, Finegoldia magna και Escherichia coli παρουσίασαν την πιο σαφώς καθορισμένη δυνητική προέλευση. Συνολικά, η μελέτη αποκαλύπτει τη σημασία του μικροπεριβάλλοντος του ΚΠΕ στη διαμόρφωση τοπικών και απομακρυσμένων μικροβιακών κοινοτήτων. Η μικροχλωρίδα του αίματος παρουσιάζει μεγάλη αξιοπιστία ως δυνητικός βιοδείκτης στο μεταστατικό ΚΠΕ, ενισχύοντας την υπόθεση ύπαρξης ενός άξονα στόματος-εντέρου-κυκλοφορίας στη δυσβίωση που σχετίζεται με τον ΚΠΕ
Kinetic theatre at preschool age: a programme of psychomotor and music-kinetic education to support preschool children's playfulness
Movement, as an innate characteristic of preschool children, is intrinsically linked to alternative teaching methods through art, shaping the concept of the modern kindergarten by promoting creative learning. The aim of the present study was to examine the effect of a kinetic theatre programme on the five dimensions (physical spontaneity, social spontaneity, cognitive spontaneity, manifest joy and sense of humour) of preschool children’s playfulness. Specific objectives included examining the retention of playfulness three months post-intervention (follow-up) and assessing potential variations in the programme’s effectiveness based on gender and geographic region. The study sample consisted of 333 preschool age children. The measurement tools were administered at three different time points- pre-, post-intervention and follow-up after three months- and included: a) a demographic characteristics questionnaire and b) the Children’s Playfulness Scale (CPS· Barnett, 1990) for evaluating playfulness. The intervention programme lasted six weeks, with the programme’s design and implementation carried out by the researcher. The results indicated the positive effect of the kinetic theatre programme on preschool children’s playfulness, both after its completion and three months later. In terms of gender and geographic area, the programme benefited on playfulness in an equal way for both boys and girls, regardless of their geographic area. However, the intervention pointed out that preschool children from rural areas demonstrated higher levels of manifest joy compared to their urban counterparts. Consequently, kinetic theatre can be a useful teaching tool for physical education teachers and preschool educators, highlighting the importance of art and movement through play in the all-round development of young children.Η κίνηση, ως έμφυτο χαρακτηριστικό των νηπίων, συνδέεται άμεσα με τις εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας μέσω της τέχνης που διαμορφώνουν την ιδέα του σύγχρονου νηπιαγωγείου προάγοντας τη δημιουργική μάθηση. Σκοπός της παρούσας έρευνας αποτέλεσε η διερεύνηση της επίδρασης ενός προγράμματος κινητικού θεάτρου στις πέντε διαστάσεις (κινητικός, κοινωνικός, νοητικός αυθορμητισμός, εκδήλωση χαράς και αίσθησης χιούμορ) της παιγνιώδους συμπεριφοράς των νηπίων. Επιμέρους στόχοι ήταν η μελέτη της διατήρησης των επιπέδων της παιγνιώδους συμπεριφοράς μετά το πέρας τριών μηνών από τη λήξη του προγράμματος (follow-up), καθώς και της διαφοροποιημένης ανταπόκρισης του προγράμματος στην παιγνιώδη συμπεριφορά βάσει του φύλου και της γεωγραφικής περιοχής των νηπίων. Το δείγμα αποτέλεσαν 333 παιδιά προσχολικής ηλικίας, ενώ ως εργαλεία μέτρησης χρησιμοποιήθηκαν πριν, μετά και τρεις μήνες ύστερα από τη λήξη του προγράμματος, α) ένα ερωτηματολόγιο δημογραφικών χαρακτηριστικών και β) το Children’s Playfulness Scale (CPS· Barnett, 1990) για την αποτίμηση της παιγνιώδους συμπεριφοράς. Η εφαρμογή του προγράμματος διήρκησε έξι εβδομάδες, ενώ ο σχεδιασμός και η υλοποίηση πραγματοποιήθηκαν από την ερευνήτρια. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν τη θετική επίδραση του προγράμματος στην παιγνιώδη συμπεριφορά των νηπίων τόσο μετά την ολοκλήρωσή του, όσο και τρεις μήνες αργότερα. Όσον αφορά το φύλο και τη γεωγραφική περιοχή, διαπιστώθηκε ότι τα αγόρια και τα κορίτσια επωφελήθηκαν εξίσου καλά από το πρόγραμμα, ανεξαρτήτως της περιοχής προέλευσης τους, με εξαίρεση την εκδήλωση χαράς, όπου υπερείχαν τα παιδιά της παρέμβασης από τις αγροτικές περιοχές. Συνεπώς, το κινητικό θέατρο δύναται να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο διδασκαλίας για τους εκπαιδευτικούς φυσικής αγωγής (Φ.Α.) και τους νηπιαγωγούς, αναδεικνύοντας τη σημασία της τέχνης και της κίνησης μέσω του παιχνιδιού στην ολόπλευρη ανάπτυξη των νηπίων
Contribution of electricity storage to resource adequacy of power systems
The fundamental objective of this thesis is to evaluate the contribution of energy storage to the capacity adequacy of power systems. To this end, a comprehensive stochastic model for resource adequacy assessment (RAA) is initially developed, based on Monte Carlo simulation technique. Alternative methods for incorporating energy storage into RAA models, as described in the international literature, are introduced and elaborated, along with defining the concept of capacity credit, which indicates the share of storage capacity contributing to system adequacy. In the first part of this thesis, the contribution of storage to capacity adequacy is assessed under a variety of scenarios that enable the evaluation of different factors affecting the capacity credit of storage facilities. This analysis implements a storage management policy aimed at minimizing unserved load, as is common in literature. The parametric analysis examines factors such as the characteristics of storage facilities and the features of the power system in which they are integrated. Specifically, the scenarios explore different technologies (e.g., pumped hydro storage stations and battery storage systems), sizes (power and energy capacity), round trip efficiency levels, and reliability levels of storage facilities. The analysis also considers varying conditions for the development of renewable energy sources (RES) in the system, including the technology mix and penetration levels, and investigates the impact of system adequacy levels and the reliability characteristics of generation units on the estimated contribution of storage to adequacy. The contribution of storage to system capacity adequacy largely depends on how it is managed. Identifying the limitations and shortcomings of existing approaches, in the second part of this thesis, a novel approach for integrating stand-alone storage facilities into stochastic resource adequacy assessment models is proposed and developed. The new methodology is based on the management of storage facilities according to their participation in electricity markets, subject to real-time redispatch according to system needs, in order to maximize their contribution to capacity adequacy during generation system failures that may cause power deficits. In case of real-time contingencies, a realistic operating profile is generated for energy storage systems aiming to enhance system reliability by mitigating loss of load events, while maintaining their market schedule to the extent possible. Unlike traditional methods in the literature, the proposed approach does not rely on perfect foresight for future occurrences such as generator failures, nor does it utilize single-dimensional adequacy-focused management strategies that are disconnected from regular operation of the assets. Instead, storages normally follow a market-driven schedule, being redispatched in real-time when necessary for capacity adequacy purposes, considering their energy and power capacity limitations. The proposed methodology is applied to battery energy storage station configurations of different sizes to calculate system reliability levels and the capacity credit of storage. Additionally, a comparative analysis is conducted between the proposed methodology and existing approaches in the literature for integrating storage into resource adequacy assessment models. This includes interpreting and evaluating system adequacy outcomes and the contribution of storage to adequacy under alternative methodologies. However, beyond adequacy results, the analysis extends to a holistic evaluation of storage’s role in system operation and cost. Following, the proposed real-time redispatch method is extended to battery energy storage systems deployed behind-the-meter of renewable energy facilities, specifically photovoltaic (PV) stations. The dispatch schedule, which represents the scheduled participation of PV-plus-battery stations in the market, is designed to maximize their market revenue but can be modified in real-time by applying the developed redispatch method, if generation shortfall events take place, to enhance the contribution of generation and storage assets to capacity adequacy. Alongside the proposed method, existing dispatch approaches from the literature for such stations are developed and implemented within resource adequacy assessment models, demonstrating that these approaches define the range of potential contribution of PV-plus-battery stations to capacity adequacy. The proposed and existing methods are applied to various alternative PV-plus-battery configurations, and the system adequacy levels, as well as the capacity credit of the stations are computed and compared under each alternative. The capacity adequacy contribution of batteries integrated into PV stations is compared to that of stand-alone battery storage facilities, applying the proposed real-time redispatch methodology in both cases.Βασικός στόχος της παρούσας διατριβής είναι η αξιολόγηση των δυνατοτήτων συμβολής της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην επάρκεια ισχύος των συστημάτων παραγωγής. Για το σκοπό αυτό αρχικά αναπτύσσεται πλήρες στοχαστικό μοντέλο εκτίμησης της επάρκειας ισχύος βασιζόμενο στην τεχνική προσομοιώσεων Monte Carlo. Εν συνεχεία παρουσιάζονται και αναπτύσσονται οι κυρίαρχες εναλλακτικές προσεγγίσεις για την εισαγωγή της αποθήκευσης στις μεθοδολογίες εκτίμησης της επάρκειας ισχύος που είναι σήμερα διαθέσιμες στη διεθνή βιβλιογραφία και ορίζεται η έννοια της ικανότητας συνεισφοράς σε ισχύ (capacity credit), που εκφράζει το ποσοστό της ισχύος των συστημάτων αποθήκευσης που συνιστά συμβολή στην επάρκεια του συστήματος. Στο πρώτο μέρος της εργασίας εκτιμάται η συμβολή της αποθήκευσης στην επάρκεια ισχύος, για ένα σύνολο εναλλακτικών σεναρίων που επιτρέπουν να αξιολογηθεί η επίδραση διαφορετικών παραγόντων στο capacity credit των αποθηκευτικών σταθμών. Στην ανάλυση αυτή εφαρμόζεται πολιτική διαχείρισης της αποθήκευσης που αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση του μη εξυπηρετούμενου φορτίου, όπως είθισται στη βιβλιογραφία. Παράγοντες που αξιολογούνται στο πλαίσιο της παραμετρικής ανάλυσης περιλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά των αποθηκευτικών σταθμών και του συστήματος στο οποίο αυτοί εισάγονται. Συγκεκριμένα, εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια τεχνολογίας (σταθμοί αντλησιοταμίευσης και συσσωρευτών), μεγέθους (ισχύος και χωρητικότητας), βαθμού απόδοσης και αξιοπιστίας των σταθμών αποθήκευσης, διαφορετικές καταστάσεις ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) του συστήματος, όσον αφορά το μείγμα των τεχνολογιών και το επίπεδο διείσδυσής τους, ενώ εξετάζεται επιπλέον η επίδραση του επιπέδου επάρκειας του συστήματος και των χαρακτηριστικών αξιοπιστίας των μονάδων παραγωγής του στη υπολογιζόμενη συμβολή της αποθήκευσης στην επάρκεια ισχύος. Η συμβολή της αποθήκευσης στην επάρκεια ισχύος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο διαχείρισής της. Εντοπίζοντας τους περιορισμούς των διαθέσιμων προσεγγίσεων της βιβλιογραφίας, στο δεύτερο μέρος της εργασίας καταστρώνεται και αναπτύσσεται πρωτότυπη μεθοδολογία ενσωμάτωσης των αποθηκευτικών σταθμών στα στοχαστικά μοντέλα εκτίμησης της επάρκειας ισχύος των ηλεκτρικών συστημάτων. Η νέα μεθοδολογία έχει ως αφετηρία τη διαχείριση των αποθηκευτικών σταθμών με βάση τη συμμετοχή τους στις αγορές ηλεκτρισμού, η οποία υπόκειται σε ανακατανομή πραγματικού χρόνου (real-time redispatch) σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος, ώστε να μεγιστοποιηθεί η συμβολή τους στην επάρκεια ισχύος όταν προκύπτουν γεγονότα βλαβών στα στοιχεία του συστήματος παραγωγής, που ενδέχεται να δημιουργήσουν έλλειμμα ισχύος. Στις καταστάσεις αυτές, η λειτουργία των αποθηκευτικών σταθμών τροποποιείται σε πραγματικό χρόνο με στόχο τη μείωση των περικοπών φορτίου, επιδιώκοντας παράλληλα την ελάχιστη δυνατή απόκλιση από το πρόγραμμα κατανομής βάσει του οποίου οι σταθμοί συμμετέχουν στην αγορά. Σε αντίθεση με τις συνήθεις προσεγγίσεις της βιβλιογραφίας, η προτεινόμενη μέθοδος δεν βασίζεται στην τέλεια πρόβλεψη μελλοντικών συμβάντων αξιοπιστίας, ούτε καταφεύγει σε μονοδιάστατες στρατηγικές διαχείρισης της αποθήκευσης, αμιγώς προσανατολισμένες στην ενίσχυση της επάρκειας του συστήματος, οι οποίες δεν αντικατοπτρίζουν μία ρεαλιστική πολιτική διαχείρισης οντοτήτων που συμμετέχουν στις αγορές. Αντίθετα, οι μονάδες αποθήκευσης ακολουθούν υπό κανονικές συνθήκες το πρόγραμμα κατανομής που υπαγορεύεται από τη συμμετοχή τους στις αγορές, από το οποίο δύνανται να παρεκκλίνουν σε πραγματικό χρόνο, όταν αυτό είναι απαραίτητο για λόγους επάρκειας. Η προτεινόμενη μέθοδος εφαρμόζεται για διαμορφώσεις σταθμών συσσωρευτών διαφορετικών μεγεθών και υπολογίζεται το επίπεδο αξιοπιστίας του συστήματος καθώς και το capacity credit των επιμέρους σταθμών, ενώ πραγματοποιείται συγκριτική αξιολόγησή της σε σχέση με τις διαθέσιμες τεχνικές της βιβλιογραφίας. Παράλληλα με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων επάρκειας, η ανάλυση επιτρέπει τη συνολικότερη αποτίμηση της συμβολής της αποθήκευσης στη λειτουργία και το κόστος παραγωγής ενός ηλεκτρικού συστήματος. Στη συνέχεια, η προτεινόμενη μέθοδος ανακατανομής σε πραγματικό χρόνο επεκτείνεται σε συστήματα μπαταριών που αναπτύσσονται κατάντη του μετρητή (behind-the-meter) σε φωτοβολταϊκούς (Φ/Β) σταθμούς. Το πρόγραμμα κατανομής βάσει του οποίου οι Φ/Β σταθμοί με μπαταρία συμμετέχουν στην αγορά καταστρώνεται με στόχο τη μεγιστοποίηση των εσόδων τους και τροποποιείται σε πραγματικό χρόνο σύμφωνα με τις ανάγκες ισχύος του συστήματος, με εφαρμογή της μεθόδου ανακατανομής που αναπτύχθηκε. Παράλληλα με την προτεινόμενη μέθοδο εφαρμόζονται και οι υφιστάμενες στη βιβλιογραφία προσεγγίσεις κατανομής τέτοιων σταθμών στο πλαίσιο των μοντέλων εκτίμησης της επάρκειας και δείχνεται ότι οι προσεγγίσεις αυτές οριοθετούν το εύρος της δυνατής συμβολής των Φ/Β με μπαταρία στην επάρκεια ισχύος ενός συστήματος. Η προτεινόμενη και οι υφιστάμενες μέθοδοι εφαρμόζονται για πλήθος εναλλακτικών διαμορφώσεων Φ/Β με μπαταρία και υπολογίζονται και συγκρίνονται τα επίπεδα επάρκειας του συστήματος και το capacity credit των σταθμών υπό κάθε εναλλακτική. Η συμβολή στην επάρκεια ισχύος μπαταριών που ενσωματώνονται σε Φ/Β σταθμούς συγκρίνεται με αυτή αντίστοιχων αυτόνομων σταθμών μπαταριών, εφαρμόζοντας και στις δύο περιπτώσεις την προτεινόμενη μεθοδολογία ανακατανομής πραγματικού χρόνου
Expression of sirtuin 1 (SIRT1) levels in plasma and peripheral blood mononuclear cells and evaluation of TGF - beta in plasma of patients with idiopathic pulmonary fibrosis
AIM: Idiopathic pulmonary fibrosis (IPF) is a devastating lung disorder that is characterized by aggressive and dysbalanced wound healing. IPF is mainly a disease of the elderly and thus is likely to share common pathophysiologic mechanisms with other more age-related diseases. Emerging evidence has linked disturbance of sirtuin-1 (SIRT1) expression and activity with aging and diseases of the elderly. In the present study, we aimed to evaluate SIRT1 expression in the peripheral blood mononuclear cells (PBMCs) of patients with IPF given the lack of studies in the literature. METHODS: We enrolled 34 IPF patients and 22 healthy volunteers (age and sex-matched). In both groups, SIRT1 levels were assessed in plasma, cell pellets of PBMCs, and supernatant from PBMCs’ culture with and without the addition of 10% human serum. We also measured transforming growth factor β1 (TGF-β1) concentration in plasma from IPF patients and controls. RESULTS: The mean (SD) age (years) of the healthy volunteers was 68.57±6.97 and of the IPF patients was 71.28±5.39 years (p>0.05). The mean SIRT1 concentration was found significantly decreased in the supernatant of PBMCs culture (without the addition of serum) in IPF subjects versus controls (1.97±0.59 ng/ml versus 2.40±0.74 ng/ml, respectively, p=0.047). No significant differences were observed between the two groups in the SIRT1 concentration of all the other materials. TGFβ1 concentration of IPF subjects was significantly increased when compared to controls (1281.38±2742.74 versus 131.11±156.06 pg/ml, respectively, p=0.032). Decreased SIRT1 levels in no-serum supernatant were predictive of IPF, after adjustment for age and sex (p=0.014, OR=0.124 [95%CI: 0.023-0.653]). CONCLUSION: The findings of decreased concentration of SIRT1 in PBMCs supernatant and increased concentration of TGFβ1 in plasma in IPF patients versus controls provide important insights into the role of SIRT1 in IPF and could serve as a biomarker for the diagnosis and prognosis of patients with IPF.ΣΚΟΠΟΣ: Η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση (ΙΠΙ) είναι μια καταστροφική πνευμονική πάθηση που χαρακτηρίζεται από επιθετική και ανώμαλη διαδικασία επούλωσης. Η ΙΠΙ είναι κυρίως νόσος των ηλικιωμένων και επομένως είναι πιθανό να μοιράζεται κοινούς παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς με άλλες σχετιζόμενες με την ηλικία ασθένειες. Τα βιβλιογραφικά δεδομένα έχουν συνδέσει τη διαταραχή της έκφρασης και της δραστηριότητας της σιρτουίνης-1 (SIRT1) με τη γήρανση και με ασθένειες που προσβάλλουν άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Στην παρούσα μελέτη, στοχεύσαμε να αξιολογήσουμε την έκφραση της SIRT1 στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs) ασθενών με ΙΠΙ δεδομένης της έλλειψης μελετών στη βιβλιογραφία. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΙ: 34 ασθενείς με ΙΠΙ και 22 υγιείς εθελοντές (αντίστοιχης ηλικίας και φύλου) συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη. Και στις δύο ομάδες, τα επίπεδα της SIRT1 αξιολογήθηκαν στο πλάσμα, τα προϊόντα λύσης των PBMCs και το υπερκείμενο από τηνκαλλιέργεια των PBMCs με και χωρίς την προσθήκη 10% ανθρώπινου ορού. Μετρήθηκε επίσης η συγκέντρωση του μετασχηματιστικού αυξητικού παράγοντα β1 (TGF-β1) στο πλάσμα από τους ασθενείς με ΙΠΙ και την ομάδα ελέγχου. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η μέση (±SD) ηλικία (έτη) των υγιών εθελοντών ήταν 68,57±6,97 και των ασθενών με ΙΠΙ ήταν 71,28±5,39 έτη (p>0,05). Η μέση συγκέντρωση της SIRT1 βρέθηκε σημαντικά μειωμένη στο υπερκείμενο της καλλιέργειας PBMCs (χωρίς την προσθήκη ορού) σε άτομα με ΙΠΙ έναντι των υγιών μαρτύρων (1,97±0,59 ng/ml έναντι 2,40±0,74 ng/ml, αντίστοιχα, p=0,047). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στη συγκέντρωση της SIRT1 σε όλα τα υπόλοιπα υλικά. Η συγκέντρωση του TGFβ1 των συμμετεχόντων με ΙΠΙ βρέθηκε σημαντικά αυξημένη σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (1281,38±2742,74 έναντι 131,11±156,06 pg/ml, αντίστοιχα, p=0,032). Τα μειωμένα επίπεδα SIRT1 στο υπερκείμενο χωρίς ορό ήταν προγνωστικά της ΙΠΙ στο δείγμα μας, μετά από προσαρμογή για την ηλικία και το φύλο (p=0,014, OR=0,124 [95%CI: 0,023-0,653]). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Τα ευρήματα της μειωμένης συγκέντρωσης της SIRT1 στο υπερκείμενο υγρό μετά από καλλιέργεια των PBMCs χωρίς την προσθήκη ορού και της αυξημένης συγκέντρωσης του TGFβ1 στο πλάσμα σε ασθενείς με ΙΠΙ έναντι των υγιών μαρτύρων παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για το ρόλο της SIRT1 στην ΙΠΙ και θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βιοδείκτες για τη διάγνωση και την πρόγνωση ασθενών με ΙΠΙ
The evolution of health workers as a motivating factor towards the administrations of health units
The lifelong learning of health professionals represents a continuous and evolving pathway to enhanced professional practice and the delivery of improved health services. The motivation of health workers to pursue higher-level studies represents a component of their continuing education, and is associated with their capacity to obtain and utilize knowledge. The present study investigates the motivation of medical and nursing staff, as well as administrative staff, employed at the Health Unit of Giannitsa, Pella Prefecture. This paper examines strategic motivation as a means of motivating health service workers to improve their performance and professional development. Through theoretical analysis and empirical research, it attempts to map the framework for enhancing human resources, introducing flexible training programmes and implementing effective leadership approaches. The study aims to understand the factors that limit employee performance and to identify mechanisms that enhance employee engagement. This paper examines strategic motivation as a means of motivating health service workers to improve their performance and professional development. Through theoretical analysis and empirical research, it attempts to map the framework for enhancing human resources, introducing flexible training programmes and implementing effective leadership approaches. The study aims to understand the factors that limit employee performance and to identify mechanisms that enhance employee engagement. The research highlights the role of leadership, particularly charismatic and transformational leadership, in enhancing the professional development of health workers. Through skills such as empathy, transparency and effective communication, leaders can shape a work environment that promotes motivation and efficiency. In addition, the extent to which the leader, charismatic and transformational, can, through a psychological approach to employees, influence their final choice of motivation and performance is tested. Particular emphasis is placed on empathy, honesty and good information as critical leadership characteristics that can act as levers for enhancing employee commitment. The research highlights the role of the leader as a mentor, particularly in times of crisis, such as the COVID-19 pandemic, where stability, communication skills and adaptability of leadership prove essential to sustaining employee performance and job satisfaction. In particular, the analysis shows that the existence of communication channels and the promotion of collaborative structures enhance overall job satisfaction and employee retention in the industry. Furthermore, the case study of the General Hospital of Giannitsa illustrates the importance of strategic push as a tool for shaping a supportive work environment. It does not focus exclusively on financial incentives but highlights the importance of moral recognition, strengthening interpersonal relations and participation in the decision-making process. The focus on organisational culture and the adaptation of leadership to the needs of staff is shown to be of paramount importance in enhancing workplace loyalty. Finally, strategic impetus is not only a means of improving employee performance, but also a tool for management development, enhancing the sustainability of health services by investing in human capital and creating a framework for professional development. Methodologically, a quantitative survey was conducted through questionnaires to examine motivation, participation in continuing education, and employees' perceptions of leadership. The survey was carried out after the COVID-19 pandemic, a period when health workers had to cope with unprecedented conditions. Although continuing education is considered important for professional development, the results show that its direct link to job performance is not widely recognised. This may be due to the need for workers to focus on practical skills and immediate support after a period of crisis. The survey was conducted at a time when the health system was in recovery from the COVID-19 pandemic, which significantly shaped workers' perceptions. Although theory highlights leadership as a key motivational factor, the results show that employees focus more on direct motivation, such as job security and organizational support. This may be related to the exhaustion caused by the pandemic and the need for more immediate, tangible incentives such as job security and recognition. Strategic motivation and incentives play an important role in the theoretical foundation of work motivation. However, research conducted in the aftermath of pandemic COVID-19 demonstrates that workers may focus more on factors such as stability, organisational support and work-life balance, suggesting that, in times of crisis and recovery, workers' priorities may change, affecting the effectiveness of the motivational incentives proposed in theory. The findings underscore the necessity to reinforce staff motivation and ongoing training, as well as to enhance the management leadership model. The research suggests specific strategies, such as increasing human resources, introducing flexible training programs, and implementing leadership approaches that foster collaboration and trust, which could lead to higher levels of performance and job satisfaction, contributing to improved quality of health services.Η συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εργαζομένων στην υγεία, συνιστά την αέναη και δυναμική πορεία προς μία επαγγελματική σταδιοδρομία, που οραματίζεται και στοχεύει στη βελτίωση των επαγγελματικών πρακτικών και των παρεχόμενων υπηρεσιών στο χώρο της υγείας. Η παρακίνηση των εργαζομένων στην υγεία προς την πραγμάτωση σπουδών ανωτέρου επιπέδου, αποτελεί μέρος της συνεχιζόμενης εκπαίδευσής τους και συνδέεται με την ικανότητά τους να αποκτούν και να εφαρμόζουν τη γνώση. Στην παρούσα μελέτη διερευνάται η παρακίνηση του ιατρο-νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού στη Μονάδα Υγείας Γιαννιτσών του Νομού Πέλλας. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη στρατηγική ώθηση ως μέσο παρακίνησης των εργαζομένων στις υπηρεσίες υγείας, με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της επαγγελματικής τους ανάπτυξης. Μέσα από τη θεωρητική ανάλυση και την εμπειρική έρευνα, επιχειρείται η χαρτογράφηση του πλαισίου που αφορά την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, την εισαγωγή ευέλικτων προγραμμάτων εκπαίδευσης και την εφαρμογή αποτελεσματικών ηγετικών προσεγγίσεων. Η μελέτη στοχεύει στην κατανόηση των παραγόντων που περιορίζουν την απόδοση των εργαζομένων και στην ανάδειξη μηχανισμών που ενισχύουν την εργασιακή τους δέσμευση. Η έρευνα αναδεικνύει τον ρόλο της ηγεσίας, ειδικότερα της χαρισματικής και μετασχηματιστικής, στην ενίσχυση της επαγγελματικής ανάπτυξης των εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Μέσα από δεξιότητες όπως η ενσυναίσθηση, η διαφάνεια και η αποτελεσματική επικοινωνία, οι ηγέτες δύνανται να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον εργασίας που προωθεί την παρακίνηση και την αποδοτικότητα. Επιπλέον, ελέγχεται ο βαθμός στον οποίο ο ηγέτης, χαρισματικός και μετασχηματικός, δύναται, μέσω της ψυχολογικής προσέγγισης των εργαζομένων, να επηρεάσει την τελική επιλογή τους ως προς την παρακίνηση και την απόδοση. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενσυναίσθηση, την ειλικρίνεια και την ορθή πληροφόρηση ως κρίσιμα χαρακτηριστικά ηγεσίας που μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλοί ενίσχυσης της δέσμευσης των εργαζομένων. Η έρευνα αναδεικνύει τον ρόλο του ηγέτη ως μέντορα, ιδίως σε περιόδους κρίσης, όπως η πανδημία COVID-19, όπου η σταθερότητα, η επικοινωνιακή ικανότητα και η προσαρμοστικότητα της ηγεσίας αποδεικνύονται ουσιώδεις για τη διατήρηση της απόδοσης και της επαγγελματικής ικανοποίησης των εργαζομένων. Ειδικότερα, η ανάλυση δείχνει ότι η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας και η προώθηση συνεργατικών δομών ενισχύουν τη συνολική εργασιακή ικανοποίηση και τη διατήρηση των εργαζομένων στον κλάδο. Επιπλέον, η μελέτη περίπτωσης του Γενικού Νοσοκομείου Γιαννιτσών αποτυπώνει τη σημασία της στρατηγικής ώθησης ως εργαλείου για τη διαμόρφωση ενός υποστηρικτικού εργασιακού περιβάλλοντος. Δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά σε οικονομικά κίνητρα αλλά αναδεικνύει τη σημασία της ηθικής αναγνώρισης, της ενίσχυσης των διαπροσωπικών σχέσεων και της συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η εστίαση στην οργανωσιακή κουλτούρα και στην προσαρμογή της ηγεσίας στις ανάγκες του προσωπικού αποδεικνύεται εξέχουσης σημασίας για την ενίσχυση της εργασιακής αφοσίωσης. Τέλος, η στρατηγική ώθηση δεν αποτελεί μόνο μέσο βελτίωσης της απόδοσης των εργαζομένων, αλλά και εργαλείο διοικητικής ανάπτυξης, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών υγείας μέσω της επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο και της δημιουργίας ενός πλαισίου επαγγελματικής εξέλιξης. Μεθοδολογικά, εφαρμόστηκε ποσοτική έρευνα, μέσω ερωτηματολογίων, όπου εξετάστηκαν τα κίνητρα, η συμμετοχή στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση, καθώς και η αντίληψη των εργαζομένων για την ηγεσία. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μετά την πανδημία COVID-19, μια περίοδο όπου οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας κλήθηκαν να ανταπεξέλθουν σε πρωτόγνωρες συνθήκες. Παρότι η συνεχιζόμενη εκπαίδευση θεωρείται σημαντική για την επαγγελματική ανάπτυξη, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η άμεση σύνδεσή της με την εργασιακή απόδοση δεν αναγνωρίζεται ευρέως. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στην ανάγκη των εργαζομένων να επικεντρωθούν σε πρακτικές δεξιότητες και σε άμεση υποστήριξη μετά από μια περίοδο κρίσης. Η έρευνα διεξήχθη σε μια περίοδο όπου το σύστημα υγείας βρισκόταν σε φάση ανάκαμψης από την πανδημία COVID-19, γεγονός που διαμόρφωσε σημαντικά την αντίληψη των εργαζομένων. Παρότι η θεωρία αναδεικνύει την ηγεσία ως βασικό παράγοντα παρακίνησης, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι εστιάζουν περισσότερο σε άμεσα κίνητρα, όπως η εργασιακή ασφάλεια και η οργανωσιακή υποστήριξη. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με την εξάντληση που προκάλεσε η πανδημία και την ανάγκη για πιο άμεσα, χειροπιαστά κίνητρα όπως η εργασιακή ασφάλεια και η αναγνώριση. Η στρατηγική ώθηση και τα κίνητρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη θεωρητική θεμελίωση της εργασιακής παρακίνησης. Ωστόσο, η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά την πανδημία COVID-19, καταδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι ενδέχεται να εστιάζουν περισσότερο σε παράγοντες όπως η σταθερότητα, η οργανωσιακή υποστήριξη και η εξισορρόπηση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, υποδηλώνοντας ότι, σε περιόδους κρίσης και ανάκαμψης, οι προτεραιότητες των εργαζομένων μπορεί να μεταβάλλονται, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα των κινήτρων που προτείνονται στη θεωρία. Τα ευρήματα τονίζουν την ανάγκη, για ενίσχυση των κινήτρων και της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης του προσωπικού, καθώς και τη βελτίωση του διοικητικού μοντέλου ηγεσίας. Η έρευνα προτείνει συγκεκριμένες στρατηγικές, όπως η αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού, η εισαγωγή ευέλικτων προγραμμάτων εκπαίδευσης και η εφαρμογή ηγετικών προσεγγίσεων, που ενισχύουν τη συνεργασία και την εμπιστοσύνη, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υψηλότερα επίπεδα απόδοσης και επαγγελματικής ικανοποίησης, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας
Mechanisms of consolidation of Metaxas' dictatorship in the society of Ioannina: youth and propaganda
Starting with the documentation of the first scouting groups in Ioannina and other areas of the region after the end of World War I, this study aims to capture the Greek state’s efforts to assimilate the “non-Greek-speaking” populations of the New Lands through youth organization and the spread of scouting in the area. Through the evident similarities and differences between the organization of scouts and the youth movement under the Metaxas regime, the research delves into the formation of the National Youth Organization at the local level. It focuses on the field of education, emphasizing the role of teachers and education supervisors in imposing and disseminating the regime’s ideas through the school network. The overlap of roles between educators and organization’s leaders ensured the “consent” of the youth, creating an impression of their “massive and spontaneous” participation and facilitating the expansion of the organization through the educational network. The regime’s officials were aware that school-aged youth were at a voulnerable period of life, during which they could easily be molded into a body of devoted citizens willing to be recruited to fulfill national directives. The teaching of History and National and Moral Education, the school excursions, and the celebration of national anniversaries fostered a nationalist fervor and highlighted the superiority of the Greek nation. The teaching of the Greek language and the collection of folkloric elements served to showcase racial continuity and cultural distinctiveness. Through archival evidence, this study explores the regime’s efforts to expand and establish itself in rural areas, as well as the challenges it faced due to the poverty of the population and the meager state funding. Particularly, the economic destitution of the countryside hindered the implementation of proposed measures, such as the provision of uniforms, which were crucial for the organization’s image and for boosting the morale of its members, and the creation of school gardens, deemed essential for self-sufficiency in food production during the interwar period. The response of young people to the organization’s mandates is examined through their behaviors, interpersonal relationships, and indifference to fulfill duties, behaviors that foreshadowed the profound transformation of these individuals following the collapse of the Metaxas regime. In conclusion, this thesis aims to document the Metaxas dictatorship’s efforts to establish itself in the Ioannina region, both in the city and the countryside, the mechanisms it activated in this endeavor, and the political legacy it bequeathed to the postwar life of the area. The study of the mechanisms for the formation, establishment, and expansion of authoritarian institutions is especially relevant in today’s world, where there is a trend toward the establishment of regimes that, while not as totalitarian as those of the interwar period, still operate with a one-party, totalizing mindset. This tendency is expressed either through the increasing influence of parties with authoritarian ideologies or through the establishment of regimes that, despite having a democratic façade, dismantle the institutional counterweights of state power—those mechanisms of balance and control that, according to the constitutional separation of powers, safeguard the freedoms and rights of citizens.Αρχίζοντας με την καταγραφή των πρώτων προσκοπικών ομάδων στα Ιωάννινα και σε άλλες περιοχές του νομού, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αποτυπώσει την προσπάθεια του ελληνικού κράτους να αφομοιώσει τους ετερόφωνους πληθυσμούς των Νέων Χωρών με την οργάνωση των νέων και την εξάπλωση του προσκοπισμού στην περιοχή. Μέσα από τις εμφανείς ομοιότητες, αλλά και διαφορές ανάμεσα στην οργάνωση των προσκόπων και της μεταξικής νεολαίας, η έρευνα προχωράει στον τρόπο συγκρότησης της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (Ε.Ο.Ν.) σε τοπικό επίπεδο. Εστιάζει στον χώρο της εκπαίδευσης και κυρίως στον ρόλο των δασκάλων και των επιθεωρητών, στην επιβολή και διάδοση των ιδεών του καθεστώτος μέσα από το σχολικό δίκτυο. Η ταύτιση των ρόλων εκπαιδευτικού και ομαδάρχη εξασφάλιζε τη «συναίνεση» των νέων δίνοντας την εντύπωση της «αθρόας και αυθόρμητης» συμμετοχής τους και διευκόλυνε την εξάπλωση της οργάνωσης μέσα από το εκπαιδευτικό δίκτυο. Οι ιθύνοντες του καθεστώτος είχαν επίγνωση ότι η μαθητική νεολαία βρίσκεται σε μια ευαίσθητη περίοδο της ζωής της, κατά την οποία εύκολα μπορεί να διαπλαστεί ώστε να αποτελέσει ένα σώμα αφοσιωμένων πολιτών, πρόθυμο να στρατολογηθεί για την εκπλήρωση των εθνικών επιταγών. Η διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας και της Εθνικής και Ηθικής Αγωγής, οι σχολικές εκδρομές, ο εορτασμός των εθνικών επετείων, καλλιέργησαν μια εθνικιστική έξαρση και πρόβαλαν την ανωτερότητα του ελληνικού έθνους. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και η συγκέντρωση λαογραφικών στοιχείων υπηρέτησαν την ανάδειξη της φυλετικής συνέχειας και της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Μέσα από αρχειακά τεκμήρια διερευνώνται οι προσπάθειες του καθεστώτος να εξαπλωθεί και να εδραιωθεί στην ύπαιθρο χώρα και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε εκεί εξαιτίας της φτώχιας των κατοίκων και της πενιχρής κρατικής χρηματοδότησης. Ιδιαίτερα η οικονομική εξαθλίωση της υπαίθρου δυσχέρανε την εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων, όπως είναι η προμήθεια των στολών, που είχε μεγάλη σημασία για την εικόνα της οργάνωσης και την ανύψωση του ηθικού των μελών, η δημιουργία σχολικών κήπων, που κρίθηκε απαραίτητη στο πλαίσιο της σιτάρκειας του μεσοπολέμου κ.αλ. Η ανταπόκριση των νέων στις επιταγές της οργάνωσης διερευνάται στις συμπεριφορές τους, στις μεταξύ τους σχέσεις και στην αδιαφορία τους για εκτέλεση των καθηκόντων, συμπεριφορές που προοικονομούν τη ριζική αλλαγή των ανθρώπων αυτών μετά την κατάρρευση του μεταξικού καθεστώτος. Συμπερασματικά η παρούσα διατριβή έχει σαν στόχο να καταγράψει την προσπάθεια εδραίωσης της μεταξικής δικτατορίας στον χώρο των Ιωαννίνων τόσο της πόλης όσο και της υπαίθρου, τους μηχανισμούς που ενεργοποίησε στην προσπάθεια αυτή, και την πολιτική αντίληψη που κληροδότησε στη μεταπολεμική ζωή του τόπου. Η μελέτη των μηχανισμών συγκρότησης, εδραίωσης και εξάπλωσης αυταρχικών θεσμών προκρίνεται ιδιαίτερα στην εποχή μας που υπάρχει μια τάση προς την εγκαθίδρυση καθεστώτων όχι της ίδιας ολοκληρωτικής μορφής με τα καθεστώτα του μεσοπολέμου, αλλά με μια αντίληψη ολοκληρωτικής μονοκομματικής επιβολής. Η τάση αυτή εκφράζεται, είτε με την αύξηση ποσοστών επιρροής κομμάτων που απηχούν ολοκληρωτικές αντιλήψεις, είτε με την εγκαθίδρυση καθεστώτων, τα οποία, αν και έχουν μια δημοκρατική επίφαση, καταργούν ωστόσο τα θεσμικά αντίβαρα της κρατικής εξουσίας• τους μηχανισμούς δηλαδή εξισορρόπησης και ελέγχου της εξουσίας που, σύμφωνα με τη συνταγματική διάκριση των εξουσιών, συνδέονται με την αρχή προστασίας των ελευθεριών και δικαιωμάτων των πολιτών
Αποδοτική βαθιά μάθηση σε κινητά και ενσωματωμένα υπολογιστικά περιβάλλοντα
Deep learning has fundamentally transformed the field of artificial intelligence, enabling significant advancements in areas such as natural language processing, computer vision, and autonomous decision-making. However, the ever-increasing complexity of modern models entails substantial computational demands, rendering the use of powerful cloud infrastructures essential. This dependence on centralized computing introduces limitations in terms of latency, privacy, and availability, posing a challenge for the deployment of AI applications on mobile and embedded systems. This dissertation investigates the intersection of deep learning and efficiency in resource-constrained environments, with the aim of establishing a holistic framework for the efficient development and execution of AI systems at the network edge. The research focuses on three key studies: (a) the development of CARIn, an adaptive inference framework designed to execute multiple neural networks on heterogeneous mobile devices using multi-objective optimization techniques; (b) the thorough evaluation and adaptation of Transformer models for mobile environments through low-cost architectural and hardware-aware optimizations; and (c) the design of A-THENA, an efficient intrusion detection system for IoT networks, based on Transformers with time-aware positional encodings. Through these contributions, this dissertation formulates a comprehensive approach to efficient deep learning in mobile and embedded computing environments. By exploring the interplay between model optimization, hardware adaptation, and real-world application requirements, this work bridges the gap between cutting-edge AI research and its practical deployment. The findings emphasize that efficiency is not merely an optimization objective but a foundational enabler for the future of AI, ensuring that deep learning technologies can operate seamlessly, sustainably, and intelligently across a wide range of computing platforms.Η βαθιά μάθηση έχει μετασχηματίσει ριζικά το πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, προσφέροντας σημαντικές προόδους σε τομείς όπως η επεξεργασία φυσικής γλώσσας, η όραση υπολογιστών και η αυτόνομη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, η συνεχώς αυξανόμενη πολυπλοκότητα των μοντέλων συνεπάγεται σημαντικές υπολογιστικές απαιτήσεις, καθιστώντας αναγκαία την αξιοποίηση ισχυρών υποδομών νέφους. Η εξάρτηση αυτή από κεντρικοποιημένους πόρους δημιουργεί περιορισμούς σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση, την ιδιωτικότητα και τη διαθεσιμότητα, αποτελώντας εμπόδιο για την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης σε κινητά και ενσωματωμένα συστήματα. Η παρούσα διατριβή διερευνά τη διασταύρωση βαθιάς μάθησης και αποδοτικότητας σε περιβάλλοντα με περιορισμένους υπολογιστικούς πόρους, με στόχο τη διαμόρφωση ενός ολιστικού πλαισίου για την αποδοτική ανάπτυξη και εκτέλεση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στις παρυφές του δικτύου. Η έρευνα εστιάζει σε τρεις επιμέρους μελέτες: (α) την ανάπτυξη του CARIn, ενός προσαρμοστικού πλαισίου για την εκτέλεση πολλαπλών νευρωνικών δικτύων σε ετερογενείς κινητές συσκευές, με χρήση τεχνικών βελτιστοποίησης πολλαπλών στόχων· (β) την ενδελεχή αξιολόγηση και προσαρμογή μοντέλων μετασχηματιστών για κινητά περιβάλλοντα, μέσω αρχιτεκτονικών βελτιστοποιήσεων χαμηλού κόστους· και (γ) τη σχεδίαση του A-THENA, ενός αποδοτικού συστήματος ανίχνευσης εισβολών σε IoT δίκτυα, βασισμένου σε μετασχηματιστές με χρονικά ευαίσθητες κωδικοποιήσεις θέσης. Μέσα από αυτές τις συνεισφορές, η διατριβή διαμορφώνει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για αποδοτική βαθιά μάθηση σε κινητά και ενσωματωμένα υπολογιστικά περιβάλλοντα. Εξερευνώντας τη διασύνδεση μεταξύ της βελτιστοποίησης μοντέλων, της προσαρμογής στο υλικό και των απαιτήσεων πραγματικών εφαρμογών, η έρευνα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ των τελευταίων εξελίξεων στην τεχνητή νοημοσύνη και της πρακτικής τους ανάπτυξης. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η αποδοτικότητα δεν αποτελεί απλώς στόχο βελτιστοποίησης, αλλά θεμελιώδη παράγοντα για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, διασφαλίζοντας ότι οι τεχνολογίες βαθιάς μάθησης μπορούν να λειτουργούν απρόσκοπτα, βιώσιμα και ευφυώς σε ένα ευρύ φάσμα υπολογιστικών πλατφορμών
Early prediction of unfavorable outcome in patients with COVID-19 disease
“Early prediction of unfavorable outcome in patients with COVID-19 disease” Interferon gamma-induced protein 10 (IP-10) for the early prognosis of the risk for severe respiratory failure and death in COVID-19 pneumonia. Summary Objectives: Elevated concentrations of soluble urokinase plasminogen activator receptor (suPAR) predict progression to severe respiratory failure (SRF) or death among patients with COVID-19 pneumonia and guide early anakinra treatment. As suPAR testing may not be routinely available in every health-care setting, alternative biomarkers are needed. We investigated the performance of C-reactive protein (CRP), interferon gamma-induced protein-10 (IP-10) and TNF-related apoptosis-inducing ligand (TRAIL) for predicting SRF or death in COVID-19.Methods: Two cohorts were studied; one discovery cohort with 534 patients from the SAVE-MORE clinical trial; and one validation cohort with 364 patients from the SAVE trial including also 145 comparators. CRP, IP-10 and TRAIL were measured by the MeMed Key® platform in order to select the biomarker with the best prognostic performance for the early prediction of progression into SRF or death. Results: IP-10 had the best prognostic performance: baseline concentrations 2000 pg/ml or higher predicted equally well to suPAR (sensitivity 85.0 %; negative predictive value 96.6 %). Odds ratio for poor outcome among anakinra-treated participants of the SAVE-MORE trial was 0.35 compared to placebo when IP-10 was 2,000 pg/ml or more. IP-10 could divide different strata of severity for SRF/death by day 14 in the validation cohort. Anakinra treatment decreased this risk irrespective the IP-10 concentrations. Conclusions: IP-10 concentrations of 2,000 pg/ml or higher are a valid alternative to suPAR for the early prediction of progression into SRF or death the first 14 days from hospital admission for COVID-19 and they may guide anakinra treatment.«Πρώιμη πρόγνωση δυσμενούς έκβασης σε ασθενείς με νόσο COVID-19» Η πρωτεΐνη 10 (IP-10) που επάγεται από την ιντερφερόνη-γ για την πρώιμη πρόγνωση του κινδύνου για σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια και θάνατο στην πνευμονία COVID-19 Περίληψη Στόχοι: Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του διαλυτού υποδοχέα του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου τύπου ουροκινάσης (suPAR) μπορούν να προβλέψουν την εξέλιξη σε σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια (SRF) ή θάνατο σε ασθενείς με πνευμονία COVID-19 και να καθοδηγήσουν την έναρξη πρώιμης θεραπείας με anakinra. Καθώς η δοκιμασία suPAR μπορεί να μην είναι συχνά διαθέσιμη σε κάθε χώρο παροχής φροντίδας υγείας, χρειάζονται εναλλακτικοί βιοδείκτες. Διερευνήσαμε την απόδοση της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP), της επαγόμενης από ιντερφερόνη-γ πρωτεΐνης-10 (IP-10) και του συνδέτη που επάγει απόπτωση σχετιζόμενη με τον TNF (TRAIL) για την πρόβλεψη SRF ή θανάτου στην COVID-19. Μέθοδοι: Δύο σειρές (κοόρτης) ασθενών μελετήθηκαν. Η μία κοόρτη αφορούσε τους ασθενείς της προς διερεύνηση ομάδας ενδιαφέροντος (discovery cohort) και η δεύτερη τους ασθενείς της ομάδας επικύρωσης (validation cohort). Η πρώτη κοόρτη περιελάμβανε 534 ασθενείς από την κλινική μελέτη SAVE-MORE και δεύτερη κοόρτη (ομάδα ελέγχου) 364 ασθενείς από τη μελέτη SAVE συμπεριλαμβανομένων των 145 προς σύγκριση . Η CRP, η IP-10 και η πρωτείνη TRAIL μετρήθηκαν από την πλατφόρμα MeMed Key® προκειμένου να επιλεγεί ο βιοδείκτης με την καλύτερη προγνωστική απόδοση για την έγκαιρη πρόβλεψη της εξέλιξης σε SRF ή θάνατο. Αποτελέσματα: Η IP-10 είχε την καλύτερη προγνωστική απόδοση: Βασικές συγκεντρώσεις IP-10 ≥ 2000 pg/ml προέβλεπαν εξίσου καλά με το suPAR (ευαισθησία 85,0 %, αρνητική προγνωστική αξία 96,6 %). Ο λόγος πιθανοτήτων (OR) για δυσμενή έκβαση μεταξύ των συμμετεχόντων που έλαβαν θεραπεία με anakinra στη μελέτη SAVE-MORE ήταν 0,35 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο όταν η τιμή της IP-10 ήταν 2.000 pg/ml ή περισσότερο. Η IP-10 μπορούσε να διακρίνει μεταξύ διαφορετικών επιπέδων βαρύτητας για SRF/θάνατο κατά την 14η ημέρα στην ομάδα επιβεβαίωσης. Η θεραπεία με Anakinra μείωσε αυτόν τον κίνδυνο ανεξάρτητα από τις συγκεντρώσεις IP-10. Συμπεράσματα: Οι συγκεντρώσεις IP-10 2.000 pg/ml ή υψηλότερες αποτελούν μια έγκυρη εναλλακτική έναντι του suPAR για την έγκαιρη πρόβλεψη της εξέλιξης σε SRF ή θάνατο τις πρώτες 14 ημέρες από την εισαγωγή στο νοσοκομείο για COVID-19 και μπορεί να καθοδηγούν τη θεραπεία με anakinra