Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Μελέτη των ρυθμιστικών λειτουργών των μεταγράφων μέσω συνδυαστικής ανάλυσης δεδομένων αλληλούχησης μεγάλου όγκου
Biological systems are complex systems composed of multiple interconnected components that collectively strive to maintain normal function across diverse physiological conditions. The inherently multi-modal nature of these systems necessitates their study through integrative approaches that capture this complexity. Understanding the intricate regulatory mechanisms that govern gene expression is essential in order to elucidate biological function and disease pathology. This dissertation presents an integrated computational framework to investigate transcript regulatory functions by leveraging data generated through high-throughput sequencing, such as sequence variants, regulatory interactions, and expression profiles within clinical contexts. The first part of this work outlines an automated bioinformatics pipeline developed in R, designed to assess the potential impact of genetic variants on microRNA recognition elements (MREs), splicing sites, and open reading frames (ORFs). By integrating established computational tools such as microT-CNN for target prediction, SpliceAI for splicing impact estimation, and ORFfinder for coding sequence identification, the pipeline enables efficient annotation of variant effects in non-coding and coding regions. This framework facilitates reproducible, high-throughput analysis and contributes to ongoing efforts in personalized genomic medicine by enhancing the interpretability of coding and non-coding variants. The second part focuses on the development of algorithmic workflows for constructing and analyzing complex gene regulatory networks involving microRNAs, transcription factors (TFs), and their target genes. These networks are tailored to the specific biological context under investigation and subsequently analyzed to identify biologically meaningful tripartite subnetworks that conform to established regulatory principles, such as miRNA-mediated repression of gene targets or TF-driven regulation of expression. This framework offers insights into disease-associated regulatory dysregulation and supports the systematic prioritization of candidate regulatory motifs for further investigation. The third and final project deploys a multi-omic approach to the discovery of integrated prognostic biomarkers. Specifically, it integrates serum microRNA expression profiles, routine clinical laboratory measurements, and demographic variables to predict COVID-19 disease severity, ICU admission, and mortality risk. Through the application of statistical modeling and machine learning techniques, the study highlights the predictive utility of multi-modal data integration for improving clinical decision-making and optimizing resource allocation in hospitals during infectious disease outbreaks. Collectively, this dissertation offers novel computational tools and analytical strategies for deciphering the regulatory landscape of the human transcriptome. It underscores the value of integrative bioinformatics in advancing our understanding of gene regulation, variant functionality, and clinically relevant biomarker discovery. By doing so, it aims to assemble heterogeneous elements of biological regulation into a more unified and comprehensive picture of cellular function and disease.Τα βιολογικά συστήματα είναι σύνθετα συστήματα που αποτελούνται από πολλαπλά αλληλοσυνδεόμενα στοιχεία, τα οποία συνεργάζονται για να διατηρήσουν τη φυσιολογική λειτουργία του δικτύου υπό ποικίλες φυσιολογικές συνθήκες. Η εγγενώς πολυδιάστατη φύση αυτών των συστημάτων καθιστά απαραίτητη τη μελέτη τους μέσω ολοκληρωτικών προσεγγίσεων που συλλαμβάνουν αυτήν την πολυπλοκότητα. Η κατανόηση των περίπλοκων ρυθμιστικών μηχανισμών που καθορίζουν την έκφραση των γονιδίων είναι θεμελιώδης για τη διαλεύκανση της βιολογικής λειτουργίας και της παθολογίας των ασθενειών. Η παρούσα διατριβή παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο υπολογιστικό πλαίσιο για τη μελέτη των ρυθμιστικών λειτουργιών των μεταγραφών, αξιοποιώντας δεδομένα που προέρχονται από αλληλούχιση υψηλής απόδοσης, όπως παραλλαγές αλληλουχιών, ρυθμιστικές αλληλεπιδράσεις και προφίλ γονιδιακής έκφρασης στο πλαίσιο κλινικών εφαρμογών.Το πρώτο μέρος αυτής της εργασίας περιγράφει μία αυτοματοποιημένη βιοπληροφορική ροή εργασίας που αναπτύχθηκε στη γλώσσα προγραμματισμού R, με στόχο την αξιολόγηση της δυνητικής επίδρασης γενετικών παραλλαγών σε στοιχεία αναγνώρισης microRNA (MREs), θέσεις ματίσματος και ανοικτά πλαίσια ανάγνωσης (ORFs). Ενσωματώνοντας καθιερωμένα υπολογιστικά εργαλεία όπως το microT-CNN για την πρόβλεψη στόχων microRNA, το SpliceAI για την εκτίμηση επιπτώσεων στο μάτισμα και το ORFfinder για την αναγνώριση κωδικών περιοχών, η ροή εργασίας επιτρέπει τον αποτελεσματικό χαρακτηρισμό των επιδράσεων παραλλαγών σε μη-κωδικές και κωδικές περιοχές. Το πλαίσιο αυτό διευκολύνει την αναπαραγώγιμη ανάλυση μεγάλης κλίμακας και συμβάλλει στις συνεχιζόμενες προσπάθειες για εξατομικευμένη γονιδιωματική ιατρική, βελτιώνοντας την ερμηνευσιμότητα των κωδικών και μη-κωδικών γενετικών παραλλαγών. Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στην ανάπτυξη αλγοριθμικών ροών εργασίας για την κατασκευή και την ανάλυση σύνθετων γονιδιακών ρυθμιστικών δικτύων που περιλαμβάνουν microRNAs, μεταγραφικούς παράγοντες (TFs) και τα γονίδια στόχους τους. Τα δίκτυα αυτά προσαρμόζονται στο εκάστοτε βιολογικό πλαίσιο και αναλύονται με σκοπό τον εντοπισμό βιολογικά σημαντικών τριμερών υποδικτύων, τα οποία συμμορφώνονται με καθιερωμένες ρυθμιστικές αρχές, όπως την καταστολή γονιδίων μέσω της δράσης των microRNAs ή τη ρύθμιση της έκφρασης γονιδίων από TFs. Η προσέγγιση αυτή προσφέρει βαθύτερη κατανόηση των φαινομένων απορρύθμισης που σχετίζονται με ασθένειες και υποστηρίζει τη συστηματική ιεράρχηση υποψήφιων ρυθμιστικών μηχανισμών για περαιτέρω διερεύνηση. Το τρίτο και τελευταίο μέρος αξιοποιεί μια πολυ-ομική προσέγγιση για την ανακάλυψη συνδυαστικών προγνωστικών βιοδεικτών. Συγκεκριμένα, συνδυάζει προφίλ έκφρασης microRNA που κυκλοφορούν στον ορό αίματος, αποτελέσματα εργαστηριακών αιματολογικών εξετάσεων ρουτίνας και δημογραφικά στοιχεία, προκειμένου να προβλέψει τη σοβαρότητα της νόσου COVID-19, την εισαγωγή σε ΜΕΘ και τον κίνδυνο θνησιμότητας. Μέσω στατιστικής μοντελοποίησης και εφαρμογής τεχνικών μηχανικής μάθησης, η μελέτη αναδεικνύει τη χρησιμότητα της πολυδιάστατης ενσωμάτωσης δεδομένων για τη βελτίωση της κλινικής λήψης αποφάσεων και τη βελτιστοποίηση της κατανομής πόρων στα νοσοκομεία κατά τη διάρκεια επιδημιών λοιμωδών νόσων. Συνολικά, αυτή η διατριβή προσφέρει καινοτόμα υπολογιστικά εργαλεία και αναλυτικές στρατηγικές για την αποκωδικοποίηση του ρυθμιστικού τοπίου του ανθρώπινου μεταγραφώματος. Αναδεικνύει την αξία της ολοκληρωτικής βιοπληροφορικής για την κατανόηση της ρύθμισης των γονιδίων, της λειτουργικότητας γενετικών παραλλαγών και της ανακάλυψης κλινικά σημαντικών βιοδεικτών. Στόχος της είναι να συνθέσει τα ετερογενή στοιχεία της βιολογικής ρύθμισης σε μια ενιαία και πιο ολοκληρωμένη εικόνα της κυτταρικής λειτουργίας και της νοσηρότητας
Ανθρώπινη υγεία και ευημερία στο αστικό δομημένο περιβάλλον
This PhD thesis investigates the complex interactions between urban environmental factors and public health outcomes in Chania, Greece, with a specific focus on quality of life (QoL) among residents. Through four studies, this research examines the role of environmental influences such as air pollution, noise pollution, and extreme temperatures on the Health and Wellbeing of the population. The first study investigates the relationship between extreme temperatures and elderly mortality, focusing on cardiovascular and respiratory diseases in the region of Chania. The study finds a strong association between temperature extremes and increased mortality rates among elderly populations, highlighting the vulnerability of this group to heat stress and cold spells. It recommends the implementation of climate adaptation strategies, including early warning systems and cooling interventions, to mitigate the health risks associated with extreme temperatures. The second study assesses the QoL in Chania using the WHOQOL-BREF survey, identifying key factors that influence residents' physical and mental health, social relations, and environmental satisfaction. It highlights the importance of integrating QoL assessments into urban planning policies to improve environmental quality, public health, and social equity. The third study focuses on air pollution, utilizing bike-mounted sensors and bike stations to measure pollutants like PM2.5, PM10, NO₂, SO2, and CO across Chania. The results demonstrate significant seasonal variations in pollution levels, with higher concentrations observed during the winter months, primarily due to heating emissions. The study emphasizes the need for integrated air quality assessments in urban planning and policy development, recommending measures like expanding public transportation networks, enforcing emission control measures, and enhancing real-time air quality monitoring. The fourth study investigates noise pollution in Chania by utilizing both bike-mounted noise sensors and sensors on bike stations to analyze spatial and temporal variations in noise levels. The study finds that Chania's urban core experiences consistently high noise levels, particularly in winter, due to traffic congestion and commercial activity. It calls for adaptive noise mitigation measures such as traffic management, pedestrianization, and green infrastructure to reduce noise exposure and enhance urban livability. In conclusion, this PhD thesis underscores the critical need for integrated urban policies that address environmental stressors while promoting H&WB. By combining objective environmental data with subjective well-being assessments, this study provides actionable insights for urban planners and policymakers to create healthier, more sustainable cities. The findings suggest that enhancing the built environment, improving infrastructure, and fostering social cohesion can collectively improve the QoL of residents, particularly in urban areas with high pollution levels and limited access to green spaces. Future research should continue to explore the intersections between environmental exposure, public health, and social equity, with a particular focus on vulnerable populations and regions experiencing rapid urbanization.Η διδακτορική αυτή διατριβή εξετάζει τις σύνθετες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αστικών περιβαλλοντικών παραμέτρων και των αποτελεσμάτων στη δημόσια υγεία στην πόλη των Χανίων, με ειδική έμφαση στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Μέσω τεσσάρων μελετών, η παρούσα έρευνα αναλύει το ρόλο των περιβαλλοντικών επιδράσεων, όπως η ρύπανση του αέρα, η ρύπανση από τον θόρυβο και οι ακραίες θερμοκρασίες, στην υγεία και την ευημερία του πληθυσμού. Η πρώτη μελέτη διερευνά τη σχέση μεταξύ ακραίων θερμοκρασιών και θνησιμότητας στους ηλικιωμένους, εστιάζοντας σε καρδιοαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις στην περιοχή των Χανίων. Η μελέτη διαπιστώνει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ ακραίων θερμοκρασιών και αυξημένων ποσοστών θνησιμότητας στους ηλικιωμένους, υπογραμμίζοντας την ευπάθεια αυτής της ομάδας στην καταπόνηση από τις ακραίες καιρικές συνθήκες. Προτείνει την εφαρμογή στρατηγικών προσαρμογής στο κλίμα, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων προειδοποίησης και ψυκτικών παρεμβάσεων, προκειμένου να προστατευτούν οι ευάλωτοι πληθυσμοί από τις επιπτώσεις των υψηλών και χαμηλών θερμοκρασιών. Η δεύτερη μελέτη αξιολογεί την ποιότητα ζωής στα Χανιά χρησιμοποιώντας την έρευνα WHOQOL-BREF, προσδιορίζοντας βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη φυσική και ψυχική υγεία των κατοίκων, τις κοινωνικές σχέσεις και την ικανοποίηση από το περιβάλλον. Τονίζεται η σημασία της ενσωμάτωσης των αξιολογήσεων ποιότητας ζωής στις πολιτικές αστικού σχεδιασμού για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής ποιότητας, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ισότητας. Η τρίτη μελέτη επικεντρώνεται στη ρύπανση του αέρα, χρησιμοποιώντας αισθητήρες τοποθετημένους σε ποδήλατα και σταθμούς ποδηλάτων με σκοπό τη μέτρηση αέριων ρύπων όπως PM2.5, PM10, NO₂, SO2 και CO στα Χανιά. Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντικές εποχιακές διακυμάνσεις στα επίπεδα ρύπανσης, με υψηλότερες συγκεντρώσεις κατά τους χειμερινούς μήνες, κυρίως λόγω των εκπομπών θέρμανσης. Η μελέτη τονίζει την ανάγκη για ολοκληρωμένες αξιολογήσεις ποιότητας αέρα στον αστικό σχεδιασμό και την ανάπτυξη πολιτικών, προτείνοντας μέτρα όπως η επέκταση των δημόσιων συγκοινωνιών, η ενίσχυση των μέτρων ελέγχου εκπομπών και η ενίσχυση της παρακολούθησης ποιότητας αέρα σε πραγματικό χρόνο. Η τέταρτη μελέτη εξετάζει τη ρύπανση από τον θόρυβο στα Χανιά, χρησιμοποιώντας αισθητήρες θορύβου τοποθετημένους σε ποδήλατα και σταθμούς ποδηλάτων, με σκοπό την αξιολόγηση των χωρικών και χρονικών διαφορών του θορύβου. Η μελέτη καταλήγει ότι το κέντρο της πόλης των Χανίων αντιμετωπίζει συνεχώς υψηλά επίπεδα θορύβου, ιδιαίτερα το χειμώνα, λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης και των εμπορικών δραστηριοτήτων. Τονίζεται η σημασία προσαρμοστικών μέτρων μείωσης του θορύβου, όπως η διαχείριση της κυκλοφορίας και η ενίσχυση της πράσινης υποδομής για τη μείωση της έκθεσης στον θόρυβο και τη βελτίωση της αστικής βιωσιμότητας. Συμπερασματικά, η παρούσα διδακτορική διατριβή υπογραμμίζει τη ζωτική ανάγκη για ολοκληρωμένες αστικές πολιτικές που να αντιμετωπίζουν τις περιβαλλοντικές πιέσεις ενώ προάγουν την υγεία και την ευημερία των πολιτών. Συνδυάζοντας τα αντικειμενικά περιβαλλοντικά δεδομένα με τις υποκειμενικές αξιολογήσεις της ευημερίας, η έρευνα αυτή παρέχει εφαρμόσιμες προτάσεις για τους αστικούς σχεδιαστές και τους υπεύθυνους πολιτικής για τη δημιουργία πιο υγιών και βιώσιμων πόλεων. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η βελτίωση του δομημένου περιβάλλοντος, η αναβάθμιση των υποδομών και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μπορούν να συμβάλουν συνολικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλά επίπεδα ρύπανσης και περιορισμένη πρόσβαση σε πράσινους χώρους. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να συνεχίσει να εξερευνά τις διασταυρώσεις μεταξύ της περιβαλλοντικής έκθεσης, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ισότητας, με ιδιαίτερη έμφαση σε ευάλωτες ομάδες και περιοχές που βιώνουν ταχεία αστικοποίησ
Έξυπνα βιομηχανικά δίκτυα και ψηφιακά δίδυμα για την βελτιστοποίηση των σφαλμάτων επικάλυψης σε προηγμένες φωτολιθογραφικές διεργασίες
Photolithography is a microfabrication process used to transfer intricate patterns onto semiconductor wafers through the use of light-sensitive materials. It serves as a foundational technology in semiconductor manufacturing, enabling the creation of integrated circuits (IC) with ever-decreasing feature sizes. In photolithography, yield refers to the percentage of semiconductor devices that meet quality and performance standards after the manufacturing process, serving as a critical indicator of process reliability and product quality. Throughput, on the other hand, measures the efficiency of the manufacturing process by quantifying the number of wafers processed within a given time period. Manufacturers constantly grapple with a fundamental dilemma: increasing throughput to meet high production demands often risks reducing yield if process parameters are compromised, while an exclusive focus on yield may slow production rates. This tension between quality and efficiency drives ongoing research aimed at optimizing process parameters, modeling techniques, and equipment performance to achieve a balance where improvements in yield do not come at the expense of throughput. This study contends that targeted modifications to the overlay (OL) modeling process in advanced photolithography can significantly enhance yield without compromising throughput. By systematically analyzing process parameters and modeling techniques, the research seeks to identify optimal strategies that balance efficiency and output, thereby offering valuable insights for improving semiconductor manufacturing. This research highlights the essential challenge of balancing throughput and quality, particularly due to the time-intensive nature of precise OL sensor measurements. To address this, the study proposes a Sensor Markers Selection (SMS) algorithm utilizing Genetic Algorithms (GA), optimizing measurement selection to achieve an improved balance between uniformity and information gain without reducing throughput. Additionally, a novel Surface Reconstruction (SR) technique is introduced to enhance OL modeling accuracy. By leveraging spatial interpolation, this approach enables more precise parameter tuning while minimizing the number of necessary sensor measurements. The research further investigates Ridge Regression as an effective alternative to traditional Least Squares (LSQ) methods to address multicollinearity in high-dimensional OL models. Lastly, the thesis proposes a Digital Twin (DT) architecture for self-adaptive OL control. This architecture integrates Advanced Process Control (APC) and computational techniques, dynamically estimating and adjusting OL models to reduce sensor dependency while maintaining throughput. This approach demonstrates significant potential for advancing Moore’s Law through data-driven methodologies in photolithography. The proposed methods were validated using an actual industrial process involving 300 mm wafers. The results indicate substantial improvement in OL accuracy in both the x and y directions, underscoring the practical effectiveness of the presented techniques.Η φωτολιθογραφία είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά περίπλοκων μοτίβων σε πλακίδια ημιαγωγών με τη χρήση φωτοευαίσθητων υλικών. Χρησιμεύει ως θεμελιώδης τεχνολογία στην κατασκευή ημιαγωγών, επιτρέποντας τη δημιουργία ολοκληρωμένων κυκλωμάτων με ολοένα και μικρότερα μεγέθη χαρακτηριστικών. Στη φωτολιθογραφία, η απόδοση (yield) αναφέρεται στο ποσοστό των διατάξεων ημιαγωγών που πληρούν τα πρότυπα ποιότητας μετά τη διαδικασία κατασκευής, αποτελώντας κρίσιμο δείκτη αξιοπιστίας της διαδικασίας και ποιότητας του προϊόντος. Ο ρυθμός παραγωγής (throughput) , από την άλλη πλευρά, μετρά την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας κατασκευής με την ποσοτικοποίηση του αριθμού των πλακιδίων που επεξεργάζονται μέσα σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Η βελτίωση της απόδοσης για την ικανοποίηση των υψηλών απαιτήσεων παραγωγής συχνά ενέχει τον κίνδυνο μείωσης του ρυθμού παραγωγής, ενώ η αποκλειστική εστίαση στην απόδοση μπορεί να επιβραδύνει τον ρυθμό παραγωγής. Αυτή η διαρκής πάλη μεταξύ ποιότητας και αποδοτικότητας οδηγεί στη συνεχή έρευνα με στόχο τη βελτιστοποίηση των παραμέτρων της διαδικασίας, των τεχνικών μοντελοποίησης και της απόδοσης του εξοπλισμού για την επίτευξη μιας ισορροπίας όπου οι βελτιώσεις στην απόδοση δεν έρχονται σε βάρος του ρυθμού παραγωγής. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι στοχευμένες τροποποιήσεις στη διαδικασία μοντελοποίησης σφαλμάτων επικάλυψης στην προηγμένη φωτολιθογραφία μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την απόδοση της φωτολιθογραφίας χωρίς να διακυβεύεται ο ρυθμός παραγωγής. Με τη συστηματική ανάλυση των παραμέτρων της διαδικασίας και των τεχνικών μοντελοποίησης, η έρευνα επιδιώκει να εντοπίσει βέλτιστες στρατηγικές που εξισορροπούν τον ρυθμό παραγωγής και την απόδοση, προσφέροντας έτσι πολύτιμες γνώσεις για τη βελτίωση της κατασκευής ημιαγωγών. Η έρευνα αναδεικνύει την ουσιαστική πρόκληση ιδίως λόγω της χρονοβόρας φύσης των μετρήσεων μέσω ασθητήρων. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, η μελέτη προτείνει έναν αλγόριθμο επιλογής σημείων μέτρησης (SMS) που χρησιμοποιεί γενετικούς αλγόριθμους (GA), βελτιστοποιώντας την επιλογή των μετρήσεων για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ ομοιομορφίας και κέρδους πληροφορίας χωρίς μείωση της απόδοσης. Επιπλέον, εισάγεται μια νέα τεχνική ανακατασκευής επιφάνειας για τη βελτίωση της ακρίβειας μοντελοποίησης του σφάλματος επικάλυψης. Αξιοποιώντας τη χωρική παρεμβολή, η προσέγγιση αυτή επιτρέπει ακριβέστερη ρύθμιση των παραμέτρων, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τον αριθμό των απαραίτητων μετρήσεων αισθητήρων. Η εργασία διερευνά περαιτέρω την παλινδρόμηση κορυφογραμμής ως αποτελεσματική εναλλακτική λύση στις παραδοσιακές μεθόδους ελαχίστων τετραγώνων για την αντιμετώπιση της πολυσυγγραμμικότητας σε μοντέλα υψηλής διάστασης. Τέλος, η διατριβή προτείνει μια αρχιτεκτονική Ψηφιακού Διδύμου για αυτοπροσαρμοζόμενο έλεγχο. Αυτή η αρχιτεκτονική ενσωματώνει προηγμένο έλεγχο διεργασιών και τεχνικές συνδυασμού, εκτιμώντας και προσαρμόζοντας δυναμικά τα μοντέλα επικάλυψης για τη μείωση της εξάρτησης από τους αισθητήρες, διατηρώντας παράλληλα τον ρυθμό παραγωγής. Η προσέγγιση αυτή επιδεικνύει σημαντικές δυνατότητες για την προώθηση του νόμου του Moore μέσω μεθοδολογιών με βάση τα δεδομένα στη φωτολιθογραφία. Οι προτεινόμενες μέθοδοι επικυρώθηκαν με τη χρήση μιας πραγματικής βιομηχανικής διεργασίας που περιλαμβάνει πλακίδια 300 mm. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν σημαντική βελτίωση της ακρίβειας μοντελοποίησης σφαλμάτων επικάλυψης τόσο στις διευθύνσεις x όσο και y, υπογραμμίζοντας την πρακτική αποτελεσματικότητα των παρουσιαζόμενων τεχνικών
Conspiracy narratives in the 'Antiquitates Romanae' of Dionysius of Halicarnassus
This doctoral thesis explores the underexamined role of conspiracy narratives in Dionysius of Halicarnassus’ Antiquitates Romanae, a work rich with accounts of political intrigue and secret machinations from Rome’s earliest history. Though Dionysius is often studied for his rhetorical mastery, historiographical methods, and engagement with Roman tradition, his treatment of conspiracy remains largely overlooked. This study takes a text-centred approach, seeking toilluminate how Dionysius crafts these narratives and its actors, and what they reveal about his historical vision. Structured in five chapters, the thesis begins with an exploration of language, analysing the vocabulary Dionysius employs to weave his accounts of conspiracy and grouping it into distinct linguistic categories. The second chapter shifts focus to the author’s role in shaping these narratives—his interventions in source material, his narrative techniques, and the ways in which he constructs his identity as a historian while engaging with his readership. The third and most expansive chapter turns to characterisation, examining the figures who populate these conspiratorial episodes—conspirators, accomplices, and victims alike. Rather than approaching them through literary technique alone, this section groups them according to the physical and ethical traits that Dionysius ascribes to them, revealing deeper patterns in his portrayal of conspiracy. The fourth chapter delves into the motivations that drive these conspiratorial actions, distinguishing between internal forces—ambition, fear, personal vendettas—and external pressures, such as political turmoil or shifting alliances. Here, particular attention is given to Dionysius’ narrative voice and the extent to which he inserts himself into the psychology of his characters. The final chapter examines recurring motifs that shape these narratives: the gravity of oaths, the secrecy of nighttime actions, the plea of the supplicant, and the weight of kairoticmoments—those instances of critical timing that can alter the course of the conspiracy. Through these elements, the thesis reveals Dionysius’ broader narrative strategies, ideological leanings, and his conception of history itself. This study sheds light on Dionysius’ handling of conspiracies, offering a deeper understanding of both his historiographical approach.Στη διδακτορική διατριβή εξετάζω τις αφηγήσεις συνωμοσιών στη Ῥωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία του Διονυσίου Αλικαρνασσέα, εστιάζοντας στον τρόπο που τις διηγείται ο συγγραφέας. Παρόλο που ο Διονύσιος έχει μελετηθεί εκτενώς για τη ρητορική και την ιστοριογραφική τουπροσέγγιση, η στάση του απέναντι στις συνωμοσίες παραμένει σε μεγάλο βαθμόανεξερεύνητη. Η διατριβή, δομημένη σε πέντε κεφάλαια, ξεκινά με την ανάλυση της γλώσσαςπου χρησιμοποιεί ο Διονύσιος στις αφηγήσεις συνωμοσιών και με την ταξινόμηση τουλεξιλογίου. Στη συνέχεια, εξετάζεται ο ρόλος του ως ιστορικού, οι αφηγηματικές του τεχνικές και η σχέση του με το αναγνωστικό κοινό. Στο τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνομαι στησκιαγράφηση των χαρακτήρων –συνωμοτών, συνεργών και θυμάτων– αναλύοντας τα φυσικά και ηθικά τους χαρακτηριστικά. Το τέταρτο κεφάλαιο διερευνά τα κίνητρα των συνωμοσιών, τα οποία διακρίνονται μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, ενώ παράλληλα εξετάζει την ψυχολογική διείσδυση του Διονυσίου στους χαρακτήρες του. Το τελευταίο κεφάλαιο αναλύει επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως οι όρκοι, η μυστικότητα της νύχτας και οι κρίσιμες στιγμές που καθορίζουν την πορεία μιας συνωμοσίας. Μέσα από αυτήν τη μελέτη, η διατριβή αναδεικνύει τις αφηγηματικές στρατηγικές του Διονυσίου, τις ιστοριογραφικές του πεποιθήσεις και τη συνολικότερη αντίληψή του για την ιστορία, προσφέροντας μια νέα οπτική στη Ῥωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία
Prognostic value of clinical, laboratory, imaging and surgical findings in patients with right lower quadrant pain
This study evaluates the diagnostic and prognostic significance of clinical, laboratory, and imaging parameters in patients presenting with right lower quadrant abdominal pain, focusing on the differential diagnosis of appendicitis. A total of 150 patients presented to the Emergency Department of the General Hospital of Didymoteicho between 2020 and 2022 with right lower quadrant pain. Of these, 41 women with a positive pregnancy test were excluded, resulting in a final sample of 109 patients. The parameters assessed included demographic, clinical, laboratory, and imaging data, which were analyzed in relation to: (1) the diagnosis of acute appendicitis versus other causes of right lower quadrant pain; (2) the decision to proceed with surgical intervention; (3) the histopathological classification of appendicitis and (4) clinical outcomes, including the presence or absence of postoperative complications and complete or incomplete recovery. Statistical analysis was performed using R software (version 4.3.2). Chi-squared and Wilcoxon rank-sum tests were used, along with calculations of relative risk (RR) and odds ratio (OR), to evaluate associations between the studied parameters. This thesis highlights critical factors for achieving more accurate and timely differential diagnoses of right lower quadrant pain, with a focus on appendicitis, in a specific population in Greece.Η παρούσα μελέτη αξιολογεί τη διαγνωστική και προγνωστική σημασία κλινικών, εργαστηριακών και απεικονιστικών παραμέτρων σε ασθενείς με κοιλιακό άλγος στο δεξιό λαγόνιο βόθρο, στοχεύοντας στη διαφορική διάγνωση της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Συνολικά, 150 ασθενείς προσήλθαν στα επείγοντα περιστατικά του Γενικού Νοσοκομείου Διδυμοτείχου στο διάστημα 2020-2022 με άλγος Δεξιού λαγονίου βόθρου. Από τους ασθενείς αυτούς, 41 γυναίκες με θετικό τεστ εγκυμοσύνης απορρίφθηκαν από τη μελέτη, διαμορφώνοντας το τελικό δείγμα της έρευνας σε 109 ασθενείς. Το σύνολο των παραμέτρων που αξιολογήθηκε περιελάμβανε δημογραφικά, κλινικά, εργαστηριακά και απεικονιστικά χαρακτηριστικά και ευρήματα τα οποία συσχετίστηκαν με τη διάγνωση της σκωληκοειδίτιδας σε σχέση με άλλες παθήσεις του Δεξιού λαγονίου βόθρου, την επιλογή χειρουργικής αντιμετώπισης του άλγους δεξιού λαγονίου βόθρου, την ιστοπαθολογική κατηγοριοποίηση της σκωληκοειδίτιδας και το κλινικό αποτέλεσμα της διάγνωσης ανάλογα με την εμφάνιση ή όχι μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς και την πλήρη ή όχι ανάρρωση του ασθενούς. H στατιστική ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του λογισμικού R (έκδοση 4.3.2). Οι στατιστικοί έλεγχοι chi-squared και Wilcoxon rank-sum test, καθώς και ο σχετικός κίνδυνος (RR) και ο λόγος σχετικών πιθανοτήτων (OR) χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση της συσχέτισης μεταξύ των υπό μελέτη παραμέτρων. Η παρούσα διατριβή ενισχύει και αναδεικνύει τις παραμέτρους αξιολόγησης για μια πιο ασφαλή και αξιόπιστη διαφορική διάγνωση των παθήσεων του άλγους δεξιού λαγονίου βόθρου με επίκεντρο την οξεία σκωληκοειδίτιδα σε συγκεκριμένο πληθυσμό αυτής της μελέτης
The impact of accreditation procedures on beliefs, behaviors, and patient safety in public hospital clinics: quantitative multimethod research
Introduction Ensuring the quality and safety of healthcare services is a primary goal for health systems worldwide. The implementation of quality management standards in healthcare has been recognized as an effective mechanism for improving organizational operations and patient safety. The ELOT EN 15224:2017 standard is a specialized quality management system tailored for the healthcare sector, incorporating key principles of clinical governance and risk management. Although widely adopted in European countries, systematic evaluation of its impact on the perceptions and behaviors of healthcare professionals remains limited. Aim This study explores the impact of implementing the ELOT EN 15224:2017 standard on the beliefs, behaviors, and sense of security among healthcare professionals working in public clinics. Additionally, it assesses differences in safety perceptions between professionals in certified and non-certified clinics and examines the correlation between standardization processes and long-term improvements in safety and quality indicators. Finally, it investigates whether the transformation of safety culture through standardization positively influenced compliance and performance indicators among healthcare professionals. Methodology A quantitative research approach was employed using a structured questionnaire based on the Hospital Survey on Patient Safety Culture (HSOPSC) 1.0. The research sample consisted of healthcare professionals working in public clinics, both in certified and non-certified units. Statistical analysis included descriptive statistics, comparative analyses, and correlations between variables to determine the impact of standardization on hospital safety culture. Results The findings demonstrated that implementing the ELOT EN 15224:2017 standard significantly improved healthcare professionals’ beliefs and behaviors regarding safety. Professionals in certified clinics reported a greater sense of security and confidence in standardized procedures. Notable differences were observed in safety perceptions between certified and non-certified clinics, with the former exhibiting higher levels of compliance and acceptance of standards. Furthermore, longitudinal analysis revealed that safety and quality indicators improved in units where the standard was applied, indicating the positive contribution of standardization to risk management and service quality enhancement. Conclusion The standardization of procedures based on the ELOT EN 15224:2017 standard has significantly contributed to improving safety and quality in public clinics, reinforcing healthcare professionals’ confidence in processes and encouraging the reporting of safety incidents. The transformation of safety culture through standardization positively affected compliance and performance, while the systematic implementation of the standard was associated with long-term improvements in quality indicators. Thus, adopting quality management standards emerges as a strategy that can enhance healthcare service safety and effectiveness, supporting continuous improvement and fostering a positive hospital safety culture.Εισαγωγή Η διασφάλιση της ποιότητας και της ασφάλειας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας αποτελεί πρωταρχικό στόχο των υγειονομικών συστημάτων παγκοσμίως. Η εφαρμογή προτύπων διαχείρισης ποιότητας στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης έχει αναγνωριστεί ως αποτελεσματικός μηχανισμός βελτίωσης της οργανωτικής λειτουργίας και της ασφάλειας των ασθενών. Το πρότυπο ΕΛΟΤ EN 15224:2017 αποτελεί εξειδικευμένο πρότυπο διαχείρισης ποιότητας που επικεντρώνεται στις απαιτήσεις του τομέα της υγείας και ενσωματώνει βασικές αρχές κλινικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων. Παρότι η εφαρμογή του προτύπου είναι διαδεδομένη σε ευρωπαϊκές χώρες, η συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεών του στις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές των επαγγελματιών υγείας παραμένει περιορισμένη. Σκοπός Η έρευνα επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της επίδρασης της εφαρμογής του προτύπου ΕΛΟΤ EN 15224:2017 στις πεποιθήσεις, τις συμπεριφορές και το αίσθημα ασφάλειας των επαγγελματιών υγείας που εργάζονται σε δημόσιες κλινικές. Επιπλέον, αξιολογήθηκε η διαφορά στην αντίληψη της ασφάλειας μεταξύ επαγγελματιών υγείας σε πιστοποιημένες και μη πιστοποιημένες κλινικές, καθώς και η συσχέτιση των διαδικασιών προτυποποίησης με τη διαχρονική εξέλιξη των δεικτών ασφάλειας και ποιότητας. Τέλος, εξετάστηκε αν η αλλαγή της κουλτούρας ασφάλειας μέσω της προτυποποίησης επηρέασε θετικά τους δείκτες συμμόρφωσης και απόδοσης των επαγγελματιών υγείας.Μεθοδολογία Πραγματοποιήθηκε ποσοτική έρευνα με τη χρήση ερωτηματολογίου, το οποίοσυμπεριλάμβανε το Hospital Survey on Patient Safety Culture (HSOPSC) 1.0. Το δείγμα της έρευνας περιλάμβανε επαγγελματίες υγείας που εργάζονται σε δημόσιες κλινικές, τόσο σε πιστοποιημένες όσο και σε μη πιστοποιημένες μονάδες. Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε περιγραφική στατιστική, συγκριτικές αναλύσεις και συσχετίσεις μεταξύ των μεταβλητών, με στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για την επίδραση της προτυποποίησης στη νοσοκομειακή κουλτούρα ασφάλειας. Αποτελέσματα Τα ευρήματα κατέδειξαν ότι η εφαρμογή του προτύπου ΕΛΟΤ EN 15224:2017 βελτίωσε σημαντικά τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές των επαγγελματιών υγείας ως προς την ασφάλεια. Οι επαγγελματίες που εργάζονταν σε πιστοποιημένες κλινικές ανέφεραν μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης στις διαδικασίες. Παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην αντίληψη της ασφάλειας μεταξύ των δύο κατηγοριών κλινικών, με τις πιστοποιημένες μονάδες να παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα συμμόρφωσης και αποδοχής των προτύπων. Επιπλέον, η διαχρονική ανάλυση έδειξε ότι οι δείκτες ασφάλειας και ποιότητας παρουσίασαν βελτίωση στις μονάδες όπου εφαρμόστηκε το πρότυπο, γεγονός που υποδηλώνει τη θετική συνεισφορά της προτυποποίησης στη διαχείριση των κινδύνων και στην αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Συμπεράσματα Η προτυποποίηση των διαδικασιών βάσει του προτύπου ΕΛΟΤ EN 15224:2017 συνέβαλε ουσιαστικά στη βελτίωση της ασφάλειας και της ποιότητας στις δημόσιες κλινικές, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των επαγγελματιών υγείας προς τις διαδικασίες και ενθαρρύνοντας την αναφορά περιστατικών ασφάλειας. Η αλλαγή της κουλτούρας ασφάλειας μέσω της προτυποποίησης είχε θετική επίδραση στη συμμόρφωση και την απόδοση των επαγγελματιών, ενώ η συστηματική εφαρμογή του προτύπου συσχετίστηκε με τη βελτίωση των δεικτών ποιότητας σε βάθος χρόνου. Συνεπώς, η υιοθέτηση προτύπων διαχείρισης ποιότητας συνιστά μια στρατηγική που μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των υγειονομικών υπηρεσιών, υποστηρίζοντας τη συνεχή βελτίωση και την προαγωγή μιας θετικής νοσοκομειακής κουλτούρας
Δημιουργία υδροπηκτωμάτων κολλαγόνου με την ενσωμάτωση αιθέριων ελαίων για την καταπολέμηση βακτηριακών μολύνσεων σε εφαρμογές μηχανικής των ιστών
Increased consumption and misuse of antimicrobial agents in both humans and animals have contributed to the spread of antimicrobial resistance, which seriously threatens public and animal health. Whereas infections due to antimicrobial resistance exhibited by bacteria can be adaptive, intrinsic, and acquired, multidrug-resistant bacteria (e.g., methicillin-resistant Staphylococcus aureus) cause infections that end up with longer hospitalization periods, remarkable morbidity, and mortality, as well as high healthcare costs. According to Organization of Economic Cooperation and Development (OECD) report, approximately 2.4 million people are expected to die due to this kind of infection in North America, Australia, and Europe over the next three decades, and treatment cost may reach USD 3.5 billion per year. In general, S. aureus is one of the major opportunistic human pathogens, which can escape the immune system. Among the wide variety of infections, S. aureus is a well-known bacterium associated with wound infections, where the outermost layer of wounds is colonized. In particular, S. aureus-caused infections may be evaluated as a potential risk factor for methicillin-resistant S. aureus (MRSA) concern, which has brought about the need for development of alternative antimicrobials to substitute traditional antibiotics. Moreover, S. aureus (especially MRSA) has the ability to adhere to living or inert surfaces, secreting an extracellular polymeric substance of proteins, polysaccharides, nucleic acids, and water, known as a biofilm. Subsequently, the biofilm matrix acts as a physical barrier that prevents the permeability of the drug into the bacterial community and helps the microbe resist and minimize the effect of traditional antibiotics. These challenges have given rise to a significant interest in the scientific community in developing herbal-based therapeutics with antimicrobial activity (e.g., essential oils) as a safer and green alternative to antibiotics. Essential oils (EOs) are colored, aroma-rich, complex hydrophobic liquids, also known as volatile oils. They are defined as the secondary metabolic product of aromatic plants and are found in various plant parts such as flowers, roots, barks, stems, leaves, and seeds. EOs are potential agents to diminish antimicrobial resistance due to their significant therapeutic properties (i.e., antibacterial, antiseptic, and antioxidant activities). For this reason, EOs from pharmaceutical plants have also been examined as potent antimicrobial agents in animal production systems. The antimicrobial activity of EOs does not only stem from their qualitative chemical composition, but also from the quantitative intensity of every single component that is included in the structure, as well as all plant-based products. Their complex composition mainly includes terpenes (generally monoterpenes and sesquiterpenes) and terpenoids. Even though some of these chemicals are water soluble, most of them are hydrophobic, so EOs are defined as hydrophobic. In this study, EOs of Thymus sibthorpii, Origanum vulgare, Salvia fruticosa, and Crithmum maritimum plants were chosen as the potential antimicrobial agents against various S. aureus strains to deal with the antimicrobial resistance problem. All these plant species have already been incorporated in traditional medications due to their potential anti-inflammatory, antimicrobial, antioxidant, and anti-cancer properties. The antimicrobial activities of the above four EOs were screened against methicillin-sensitive S. aureus (MSSA), MRSA, and the reference strain S. aureus ATCC 29213 applying the Kirby–Bauer disc diffusion and broth microdilution methods. The modified microtiter plate biofilm assay was also performed to assess the biofilm formation ability of tested strains, and the anti-biofilm activity of EOs, as well as reference antimicrobials. Staphylococcus epidermidis (S. epidermidis) ATCC 12228 and S. epidermidis 35984 were used as negative and positive quality control strains, respectively, for this bioassay. Penicillin, enrofloxacin, gentamicin sulfate, tetracycline hydrochloride, and cefaclor were examined as reference antimicrobials in this context. The observed bacterial growth inhibition varied significantly depending on the type and concentration of the antimicrobials. Thymus sibthorpii EO was determined as the strongest antimicrobial, with 0.091 mg/mL minimum inhibitory concentration (MIC) and a 14–33 mm diameter inhibition zone at 5% (v/v) concentration. All tested EOs indicated almost 95% inhibition of biofilm formation at their half MIC, while gentamicin sulfate did not show sufficient anti-biofilm activity. None of the methicillin-resistant strains showed resistance to the EOs compared to methicillin-sensitive strains. Thus, Thymus sibthorpii and Origanum vulgare EOs might be determined potential antimicrobial agent alternatives to overcome the problem of microbial resistance. Although the strong antimicrobial activity of Thymus sibthorpii EO was revealed in the first experimental chapter of this study, a type of administration is needed via a biomaterial system, because of the high sensitivity and volatility of EO. Among a wide variety of biomaterial formulations, collagen hydrogels have been reported as particularly effective for incorporating essential oils to use in tissue engineering applications. On the other hand, to our best knowledge, Thymus sibthorpii EO has not been introduced yet within medical devices in the field of tissue engineering applications according to the literature. Collagen, a fibrous, non-soluble protein, is one of the most prominent polymers for the development of antimicrobial biomaterials, attributable to its superior biocompatibility, excellent biodegradability, hydrophilic nature, reduced cytotoxicity, and high cell attachment affinity. Nevertheless, the fabricated forms of collagen need to be functionalized via in situ crosslinking due to a lack of stability. Since physical and biological crosslinking mechanisms have generally resulted in low crosslinking efficacy, carboxyl, and amine terminal crosslinking strategies are favored in research, as arises in literature. Among the above, since carbodiimide and glutaraldehyde often cause cytotoxicity, alternative crosslinkers such as multi-arm, star-shaped poly(ethylene glycol) succinimidyl glutarate (starPEG) have emerged as the subject of research. At the second experimental part of this study, at first crosslinking efficiency was screened. For this purpose, 300 μl collagen type I hydrogels crosslinked with six different starPEG molecules were developed and optimized, followed by assessment of free amine content of the hydrogels using TNBSA assay, and evaluation of their enzymatic degradation profile using collagenase assay. Furthermore, the optimally starPEG-crosslinked collagen hydrogels were loaded with several concentrations (0.5, 1, 2% v/v) of Thymus sibthorpii EO and the release profile and kinetics of the EO were investigated. For this purpose, the fabricated EO-loaded hydrogels were soaked into 1 mL of 1x PBS (pH 7.4) at 37 C using a horizontal shaker incubator. At each defined time point (0, 0.5, 1, 1.5, 2, 2.5, 3, 3.5, 4, 24, and 48 h), 100 μL of sample was removed and replaced by 100 μL fresh 1x PBS. The linear calibration curve was prepared with different concentrations of Thymus sibthorpii EO using 70% v/v ethanol, which was used as a solvent. Then, the absorbance of the supernatant was measured at 365 nm and the concentration of the released Thymus sibthorpii EO was determined by using the standard curve to find where their concentration corresponds. After spectrophotometric evaluation, the cumulative release percentage of EO was estimated. Furthermore, we studied the release kinetics according to the release profile of Thymus sibthorpii EO. Hence, the zero-order, first-order, Higuchi, Korsmeyer-Peppas, and Hixon-Crowell release kinetics models have been applied to post-burst-release data. Finally, the antimicrobial activity of the developed composite hydrogels was assessed against S. aureus, and Escherichia coli (E. coli) using Kirby-Bauer disc diffusion method, whilst their cytocompatibility and cytotoxicity was examined on NIH-3T3 fibroblast cell line by alamarBlue cell viability assay, and Quant-iT PicoGreen dsDNA cell proliferation assay.starPEG-crosslinked collagen type I hydrogels presented significantly decreased free amine content for all types of crosslinkers with all tested concentrations compared to non-crosslinked hydrogels (p < 0.05). An effective plateau was observed between 0.5 and 2 mM, and no statistical difference was noted among 0.5 mM, 1 mM, and 2 mM crosslinked hydrogels (p < 0.05). In this plateau, the free amine reduction percentage was between 44.82% and 58.57%. Non-crosslinked hydrogels were completely degraded within a couple of hours. In general perspective, scaffolds showed higher resistance to degradation when crosslinked with glutaraldehyde (GTA), that was used as a positive control. However, hydrogels crosslinked with 0.5 mM of 4SP, pentaerythritol, 10 kDa showed no statistical difference compared to GTA crosslinked hydrogels, whilst 0.5 mM of 4SP, pentaerythritol, 20 kDa, and 8SP, hexaglycerol, 20 kDa displayed the lowest significant difference than all other groups (p < 0.05). Therefore, 0.5 mM of the above three crosslinkers were deemed to be optimal conditions for functionalizing collagen hydrogels. The non-crosslinked hydrogels demonstrated burst release and completely released EO within a couple of hours was observed. Although GTA crosslinked scaffolds released almost all loaded quantity of the EO at 0.5% v/v from the polymeric network, the chosen optimized hydrogels crosslinked with 0.5 mM of 4SP, pentaerythritol, 10 kDa, 4SP, pentaerythritol, 20 kDa and 8SP, hexaglycerol, 20 kDa, released 63.92 3.31%, 75.85 9.00% and 57.82 4.08% of the EO loaded at the same concentration after 48 h. Moreover, the release kinetics was studied by applying five different mathematical models. Hixson-Crowell model did not fit any of the experimental groups, whilst the other four models fitted to different experimental groups. On the other hand, the release exponent (n) values evaluated by the Korsmeyer-Peppas model indicated that the release mechanism of EO from crosslinked hydrogels obeyed the Fickian diffusion. 0.5% v/v EO-loaded collagen type I hydrogels showed adequate antibacterial activity against S. aureus. More specifically, hydrogels crosslinked with 0.5 mM 4SP, pentaerythritol, 10 kDa and loaded with 0.5 v% EO demonstrated 2.83 0.47 cm, and 1.23 0.15 cm inhibition zone diameter against S. aureus, and E. coli, respectively. Moreover, hydrogels containing 0.5% v/v of EO, which was the minor concentration, did not show a statistical difference regarding their antimicrobial activity compared to positive control penicillin (for gram-positive bacteria), and enrofloxacin (for gram-negative bacteria) (p < 0.05). Hence, 0.5% v/v concentration of Thymus sibthorpii EO was chosen as the optimal concentration to incorporate into collagen scaffolds. According to cell metabolic activity and proliferation studies, none of the fabricated hydrogels showed any toxicity on ΝΙΗ-3Τ3 fibroblast cell line (p < 0.05).In the quest for alternative antibacterial therapies, herein, we developed collagen type I hydrogel systems optimally crosslinked and loaded with Thymus sibthorpii essential oil. The proposed antimicrobial agent incorporated into the collagen type I scaffolds showed strong activity against S. aureus, demonstrated a sustained release profile, and had no toxicity on fibroblasts. Collectively, the outcomes obtained highlight the importance of Thymus sibthorpii essential oil incorporated in collagen type I hydrogels, as an effective and alternative antibacterial therapy for regenerative medicine and tissue engineering purposes and for the reduction of the possible antimicrobial resistance.Η αυξημένη κατανάλωση και η ακατάλληλη χρήση αντιμικροβιακών παραγόντων τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα έχουν συνεισφέρει στην εξάπλωση της μικροβιακής αντοχής, η οποία απειλεί σοβαρά τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Ενώ οι λοιμώξεις που οφείλονται σε μικροβιακή αντοχή των βακτηρίων μπορεί να είναι προσαρμοστικές, εγγενείς ή επίκτητες, τα πολυανθεκτικά βακτήρια (π.χ., ο ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus) προκαλούν λοιμώξεις που οδηγούν σε μεγαλύτερες περιόδους νοσηλείας, σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα, καθώς και υψηλό κόστος υγειονομικής περίθαλψης. Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), περίπου 2,4 εκατομμύρια άνθρωποι αναμένεται να πεθάνουν λόγω αυτού του είδους των λοιμώξεων στη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και την Ευρώπη κατά τις επόμενες τρεις δεκαετίες, ενώ η θεραπεία μπορεί να κοστίσει έως και 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως. Γενικά, ο S. aureus είναι ένας από τους κύριους ευκαιριακούς παθογόνους μικροοργανισμούς στον άνθρωπο, που μπορεί να διαφεύγει από το ανοσοποιητικό σύστημα. Μεταξύ της μεγάλης ποικιλίας λοιμώξεων, ο S. aureus είναι ένα γνωστό βακτήριο που σχετίζεται με μολύνσεις τραυμάτων, αποικίζοντας συνήθως το επιφανειακό στρώμα των τραυμάτων. Συγκεκριμένα, οι λοιμώξεις που προκαλούνται από τον S. aureus μπορεί να αξιολογηθούν ως ένας πιθανός παράγοντας κινδύνου για ανησυχία σχετικά με τον ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη S. aureus (methicillin-resistant S. aureus, MRSA), γεγονός που έχει οδηγήσει στην ανάγκη για ανάπτυξη εναλλακτικών αντιμικροβιακών, υποκατάστατων των παραδοσιακών αντιβιοτικών. Επιπλέον, ο S. aureus (ιδιαίτερα ο MRSA) έχει την ικανότητα να προσκολλάται σε ζωντανές ή αδρανείς επιφάνειες, εκκρίνοντας μια εξωκυτταρική πολυμερική ουσία που αποτελείται από πρωτεΐνες, πολυσακχαρίτες, νουκλεϊκά οξέα και νερό, γνωστή ως βιοϋμένιο (biofilm). Στη συνέχεια, η μήτρα του βιοϋμενίου δρα ως φυσικό εμπόδιο, αποτρέποντας τη διείσδυση του φαρμάκου στην βακτηριακή κοινότητα και βοηθώντας τον μικροοργανισμό να αντιστέκεται και να ελαχιστοποιεί την επίδραση των χορηγούμενων αντιβιοτικών σε αυτήν. Αυτές οι προκλήσεις έχουν προκαλέσει σημαντικό ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα για την ανάπτυξη θεραπευτικών προσεγγίσεων με βάση δραστικές ενώσεις φαρμακευτικών/αρωματικών φυτών, που επιδεικνύουν αντιμικροβιακή δράση (αιθέρια έλαια), ως μια ασφαλέστερη και πιο φιλική προς το περιβάλλον εναλλακτική προσέγγιση στα αντιβιοτικά. Τα αιθέρια έλαια (Essential Oils, EOs) είναι έγχρωμα, αρωματικά, πολύπλοκα υδρόφοβα υγρά, γνωστά επίσης ως πτητικά έλαια. Ορίζονται ως το δευτερεύον μεταβολικό προϊόν των αρωματικών φυτών και βρίσκονται σε διάφορα μέρη των φυτών, όπως τα άνθη, οι ρίζες, οι φλοιοί, οι μίσχοι, τα φύλλα και οι σπόροι. Τα αιθέρια έλαια μπορούν να αποτελέσουν δυνητικά εναλλακτικούς παράγοντες ώστε η χρήση τους να μειώσει την μικροβιακή αντοχή λόγω των σημαντικών θεραπευτικών τους ιδιοτήτων (αντιβακτηριακή, αντισηπτική και αντιοξειδωτική δράση). Για αυτόν τον λόγο, τα αιθέρια έλαια από φαρμακευτικά φυτά έχουν επίσης μελετηθεί ως ισχυροί αντιμικροβιακοί παράγοντες στα συστήματα εκτροφής ζώων. Η αντιμικροβιακή δράση των αιθέριων ελαίων δεν προέρχεται μόνο από την ποιοτική χημική τους σύνθεση, αλλά και από την ποσοτική ένταση κάθε συστατικού που περιλαμβάνεται στη σύστασή τους, όπως και όλων των δραστικών ουσιών που περιέχονται στο φυτικό είδος. Η πολύπλοκη σύνθεσή τους περιλαμβάνει κυρίως τερπένια (συνήθως μονοτερπένια και σεσκιτερπένια) και τερπενοειδή. Παρόλο που ορισμένες από αυτές τις χημικές ουσίες είναι υδατοδιαλυτές, οι περισσότερες είναι υδρόφοβες, συνεπώς τα αιθέρια έλαια ορίζονται γενικά ως υδρόφοβα. Στην παρούσα μελέτη, τα αιθέρια έλαια των φυτών Thymus sibthorpii, Origanum vulgare, Salvia fruticosa και Crithmum maritimum επιλέχθηκαν ως πιθανοί αντιμικροβιακοί παράγοντες κατά διαφόρων στελεχών του S. aureus, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μικροβιακής αντοχής. Όλα αυτά τα είδη έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί σε παραδοσιακές θεραπείες λόγω των πιθανών αντιφλεγμονωδών, αντιμικροβιακών, αντιοξειδωτικών και αντικαρκινικών ιδιοτήτων τους. Η αντιμικροβιακή δραστικότητα των τεσσάρων αιθέριων ελαίων ελέγχθηκε κατά των στελεχών του ευαίσθητου στη μεθικιλλίνη S. aureus (methicillin-sensitive S. aureus, MSSA), του ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη S. aureus (MRSA) και του στελέχους αναφοράς S. aureus ATCC 29213 εφαρμόζοντας τη μέθοδο διάχυσης δίσκου Kirby–Bauer και τη μέθοδο μικροαραιώσεων σε θρεπτικό υλικό. Επίσης, πραγματοποιήθηκε η τροποποιημένη μέθοδος μικροτιτλοδότησης για την αξιολόγηση της ικανότητας σχηματισμού βιοϋμενίου των εξεταζόμενων στελεχών, καθώς και της αντιβιοϋμενιακής δράσης των αιθέριων ελαίων, όπως και των αντιμικροβιακών παραγόντων αναφοράς. Οι Staphylococcus epidermidis (S. epidermidis) ATCC 12228 και ο S. epidermidis 35984 χρησιμοποιήθηκαν αντίστοιχα ως αρνητικά και θετικά στελέχη αναφοράς για τον ποιοτικό έλεγχο στην βιοδοκιμή. Η πενικιλλίνη, η ενροφλοξασίνη, η θειϊκή γενταμυκίνη, η υδροχλωρική τετρακυκλίνη και η κεφακλόρη εξετάστηκαν ως αντιμικροβιακοί παράγοντες αναφοράς στον συγκεκριμένο πειραματισμό. Η παρατηρούμενη αναστολή της βακτηριακής ανάπτυξης διέφερε σημαντικά ανάλογα με τον τύπο και τη συγκέντρωση των αντιμικροβιακών παραγόντων. Το αιθέριο έλαιο του Thymus sibthorpii καθορίστηκε ως το ισχυρότερο σε αντιμικροβιακή δράση, με ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (minimum inhibitory concentration, MIC) στα 0,091 mg/mL και ζώνη αναστολής διαμέτρου 14–33 mm σε συγκέντρωση 5% (v/v). Όλα τα εξεταζόμενα αιθέρια έλαια έδειξαν σχεδόν 95% αναστολή του σχηματισμού βιοϋμενίου στο 50% της MIC τους, ενώ η θειϊκή γενταμυκίνη δεν παρουσίασε επαρκή αντιβιοϋμενιακή δράση. Κανένα από τα ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη δεν έδειξε αντοχή στα αιθέρια έλαια σε σύγκριση με τα ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη στελέχη. Συνεπώς, τα αιθέρια έλαια του Thymus sibthorpii και του Origanum vulgare θα μπορούσαν να προσδιοριστούν ως πιθανοί εναλλακτικοί αντιμικροβιακοί παράγοντες για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μικροβιακής αντοχής. Αν και η ισχυρή αντιμικροβιακή δράση του αιθέριου ελαίου του Thymus sibthorpii αποκαλύφθηκε στο πρώτο πειραματικό κεφάλαιο της διατριβής, στο δεύτερο διερευνήθηκε ο τρόπος χορήγησης των αιθέριων ελαίων μέσω εγκλεισμού σε διαφορετικές κατηγορίες βιοϋλικών λόγω της υψηλής ευαισθησίας και πτητικότητας του αιθέριου ελαίου. Μεταξύ ποικίλων βιοϋλικών, τα υδροπηκτώματα κολλαγόνου έχουν αναφερθεί ως ιδιαίτερα αποτελεσματικά για την ενσωμάτωση αιθέριων ελαίων σε εφαρμογές που σχετίζονται με την αναγεννητική ιστών. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, το αιθέριο έλαιο του Thymus sibthorpii δεν έχει έως σήμερα ενσωματωθεί σε βιοϋλικά που να χρησιμοποιούνται στον τομέα της μηχανικής και αναγεννητικής ιστών. Το κολλαγόνο, μια ινώδης, μη διαλυτή πρωτεΐνη, είναι ένα από τα πλέον σημαντικά πολυμερή για την ανάπτυξη αντιμικροβιακών βιοϋλικών, λόγω της εξαιρετικής βιοσυμβατότητάς του, της άριστης βιοαποδομησιμότητας, της υδρόφιλης φύσης του, της μειωμένης κυτταροτοξικότητας και της υψηλής συγγένειας στην κυτταρική του πρόσδεση. Ωστόσο, οι παρασκευασμένες μορφές κολλαγόνου χρειάζονται «ενεργοποίηση» μέσω in situ διασύνδεσης (crosslinking) λόγω έλλειψης σταθερότητας. Δεδομένου ότι οι φυσικοί και βιολογικοί μηχανισμοί διασύνδεσης έχουν γενικά χαμηλή αποτελεσματικότητα, οι στρατηγικές crosslinking των καρβοξυλικών και αμινικών άκρων προτιμώνται στην έρευνα, όπως προκύπτει από τη βιβλιογραφία. Μεταξύ αυτών, καθώς οι καρβοδιιμίδες και η γλουταραλδεΰδη προκαλούν συχνά κυτταροτοξικότητα, έχουν αναδειχθεί εναλλακτικοί παράγοντες διασύνδεσης, όπως η πολύ βραχιονική, αστροειδούς σχήματος πολυ(αιθυλενογλυκόλη) σουκινιμιδυλική γλουταραλδεΰδη (starPEG), ως αντικείμενο έρευνας για την πειραματική μας δομή.Στο δεύτερο πειραματικό μέρος αυτής της μελέτης, αρχικά εξετάστηκε η αποτελεσματικότητα της διασύνδεσης. Για το σκοπό αυτό, αναπτύχθηκαν και βελτιστοποιήθηκαν υδροπηκτώματα κολλαγόνου τύπου Ι, όγκου 300 μl, με διασύνδεση με έξι διαφορετικά μόρια starPEG, και ακολούθησε αξιολόγηση της περιεκτικότητας σε ελεύθερη αμίνη των υδροπηκτωμάτων χρησιμοποιώντας τη δοκιμασία TNBSA και αξιολόγηση του προφίλ ενζυμικής αποικοδόμησής τους χρησιμοποιώντας τη δοκιμασία κολλαγενάσης. Στη συνέχεια, στα υδροπηκτώματα κολλαγόνου, που βελτιστοποιήθηκαν με τη διασύνδεση με starPEG ενσωματώθηκαν διάφορες συγκεντρώσεις (0,5, 1, 2% v/v) αιθέριου ελαίου Thymus sibthorpii (EO) και διερευνήθηκαν το προφίλ απελευθέρωσης και η κινητική του αιθέριου ελαίου (EO). Για αυτόν τον σκοπό, τα παρασκευασμένα υδροπηκτώματα που περιείχαν EO τοποθετήθηκαν σε 1 mL διαλύματος PBS 1x (pH 7,4) στους 37°C, χρησιμοποιώντας έναν οριζόντιο αναδευτήρα-επωαστήρα. Σε κάθε καθορισμένο χρονικό σημείο (0, 0,5, 1, 1,5, 2, 2,5, 3, 3,5, 4, 24 και 48 ώρες), αφαιρούνταν 100 μL του δείγματος και αντικαθίσταντο με 100 μL φρέσκου διαλύματος PBS 1x. Η γραμμική καμπύλη βαθμονόμησης παρασκευάστηκε με διαφορετικές συγκεντρώσεις EO Thymus sibthorpii, χρησιμοποιώντας 70% v/v αιθανόλη ως διαλύτη. Στη συνέχεια, η απορρόφηση του υπερκείμενου διαλύματος μετρήθηκε στα 365 nm και η συγκέντρωση του απελευθερωμένου EO υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας την πρότυπη καμπύλη για να προσδιοριστεί το σημείο αντιστοιχίας της συγκέντρωσης. Μετά τη φασματοφωτομετρική αξιολόγηση, εκτιμήθηκε το ποσοστό σωρευτικής απελευθέρωσης του EO. Επιπλέον, μελετήθηκε η κινητική απελευθέρωσης σύμφωνα με το προφίλ απελευθέρωσης του EO Thymus sibthorpii. Συνεπώς, τα μοντέλα κινητικής απελευθέρωσης μηδενικής τάξης, πρώτης τάξης, Higuchi, Korsmeyer-Peppas και Hixon-Crowell εφαρμόστηκαν στα δεδομένα μετά την αρχική ριπή απελευθέρωσης. Τέλος, η αντιμικροβιακή δραστικότητα των αναπτυγμένων σύνθετων υδροπηκτωμάτων αξιολογήθηκε κατά του S. aureus και της Escherichia coli (E. coli), χρησιμοποιώντας τη μέθοδο διάχυσης δίσκου Kirby-Bauer, ενώ η κυτταροσυμβατότητα
Longitudinal study of the impact of positive psychosocial factors on dietary compliance and functional outcomes in adolescents with celiac disease
Celiac disease (CD) is a chronic autoimmune disorder characterized by an immune-mediated response to gluten, leading to intestinal damage and systemic complications. While the physiological mechanisms of the disease have been extensively studied, its psychological and social dimensions, particularly in adolescents, remain less understood. This dissertation is based on a diary follow-up study, investigating the long-term impact of CD on adolescents, with a particular focus on positive psychological characteristics and adherence to a gluten-free diet (GFD). Findings indicate that psychological factors play a significant role in disease management. Levels of emotional distress, such as anxiety and emotional difficulties, fluctuate over time and are closely related to dietary adherence. Periods of increased psychological burden are associated with lower compliance with the gluten-free diet, highlighting the bidirectional relationship between mental health and disease management. Moreover, social stigma and the difficulty of maintaining a strict diet in social environments contribute to feelings of isolation and reduced self-efficacy. Economic constraints further exacerbate these challenges, as limited access to gluten-free foods affects adherence rates. The study also highlights significant temporal changes in psychological adaptation. Over time, many adolescents develop coping strategies that enhance their resilience, such as increased social support and the establishment of structured routines. However, a subset of participants continues to experience persistent emotional difficulties, making the development of specialized psychosocial interventions necessary. A key finding is the urgent need for structured transition services from pediatric to adult healthcare. Many adolescents struggle with disease management as they enter adulthood, facing gaps in care and reduced medical support. Establishing specialized transition programs and integrating medical, nutritional, and psychological care are essential for improving the long-term outcomes of CD. Future research should further explore the role of the gut-brain axis in the psychological manifestations of CD and the long-term psychological adaptations of adolescents transitioning into adulthood. A comprehensive approach to CD management, addressing biological and psychosocial factors, is essential for improving the quality of life of individuals with CD.Η κοιλιοκάκη (CD) είναι μια χρόνια αυτοάνοση διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ανοσολογική αντίδραση στη γλουτένη, οδηγώντας σε βλάβες στο έντερο και συστηματικές επιπλοκές. Ενώ οι φυσιολογικοί μηχανισμοί της νόσου έχουν μελετηθεί εκτενώς, οι ψυχολογικές και κοινωνικές της διαστάσεις, ιδιαίτερα στους εφήβους, παραμένουν λιγότερο κατανοητές. Η παρούσα διατριβή βασίζεται σε μελέτη ημερολογιακής παρακολούθησης, διερευνώντας τη μακροχρόνια επίδραση της κοιλιοκάκης στους εφήβους, με έμφαση στα θετικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά και τη συμμόρφωση στη δίαιτα χωρίς γλουτένη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της νόσου. Τα επίπεδα συναισθηματικής δυσφορίας, όπως το άγχος και συναισθηματικές δυσκολίες, μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου και σχετίζονται στενά με τη συμμόρφωση στη δίαιτα ελεύθερη γλουτένης (GFD). Περίοδοι αυξημένης ψυχολογικής επιβάρυνσης συνδέονται με χαμηλότερη διατροφική συμμόρφωση, υπογραμμίζοντας τη διπλή σχέση μεταξύ ψυχικής υγείας και διαχείρισης της νόσου. Επιπλέον, το κοινωνικό στίγμα και η δυσκολία διατήρησης μιας αυστηρής δίαιτας σε κοινωνικά περιβάλλοντα εντείνουν αισθήματα απομόνωσης και μειωμένης αυτοαποτελεσματικότητας. Οι οικονομικοί περιορισμοί εντείνουν τις προκλήσεις αυτές, καθώς η περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα χωρίς γλουτένη επηρεάζει τα ποσοστά συμμόρφωσης.Η μελέτη αναδεικνύει επίσης σημαντικές χρονικές μεταβολές στην ψυχολογική προσαρμογή. Με την πάροδο του χρόνου, πολλοί έφηβοι αναπτύσσουν στρατηγικές αντιμετώπισης που ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους, όπως η αυξημένη στήριξη από το κοινωνικό τους περιβάλλον και η διαμόρφωση σταθερής ρουτίνας. Ωστόσο, ένα μέρος των συμμετεχόντων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει επίμονες συναισθηματικές δυσκολίες, καθιστώντας αναγκαία την ανάπτυξη εξειδικευμένων ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων. Ένα βασικό εύρημα είναι η επιτακτική ανάγκη για οργανωμένες υπηρεσίες μετάβασης από την παιδιατρική στην ιατρική φροντίδα ενηλίκων. Πολλοί έφηβοι δυσκολεύονται στη διαχείριση της νόσου κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή, αντιμετωπίζοντας κενά στη φροντίδα και μειωμένη ιατρική υποστήριξη. Η δημιουργία εξειδικευμένων προγραμμάτων μετάβασης, που ενσωματώνουν ιατρική, διατροφική και ψυχολογική φροντίδα, είναι απαραίτητη για τη βελτίωση των μακροπρόθεσμων εκβάσεων της νόσου. Μελλοντική έρευνα θα πρέπει να διερευνήσει περαιτέρω το ρόλο του άξονα εντέρου-εγκεφάλου στις ψυχολογικές εκδηλώσεις της κοιλιοκάκης, καθώς και στις μακροχρόνιες ψυχολογικές προσαρμογές των εφήβων κατά τη μετάβασή τους στην ενήλικη ζωή. Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στη διαχείριση της νόσου, που λαμβάνει υπόψη τόσο βιολογικούς όσο και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόμων με κοιλιοκάκη
Quality assessment in health services: the human resources approach and the patient perspective
The quality of hospital care is a particularly complex concept influenced by many factors. Some aspects of quality are easy to identify and measure, while others are more challenging. Safety, as one of the dimensions of quality in healthcare services, serves as the foundation upon which other aspects of quality care are built and is the cornerstone of high-quality healthcare. As healthcare organizations strive to improve the quality and safety of their services, there is a growing recognition of the importance of developing a safety culture aimed at promoting patient safety and enhancing their care. Until now, the measurement of safety has relied almost exclusively on information provided by healthcare professionals through incident reporting, data recording, or surveys. However, recent findings highlight the importance of patients as "smoke detectors" in assessing safety. A growing number of international studies indicate that patients can provide feedback on factors known to affect the safety of their care, which in turn can be used proactively for corresponding management in hospitals.Η ποιότητα της νοσοκομειακής περίθαλψης είναι ιδιαίτερα περίπλοκη έννοια που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Μερικά στοιχεία της ποιότητας είναι εύκολο να προσδιορισθούν και να μετρηθούν, ενώ άλλα είναι πιο δύσκολο. Η ασφάλεια ως μία από τις διαστάσεις της ποιότητας στις υπηρεσίες υγείας, αποτελεί τη βάση στην οποία δομούνται οι υπόλοιπες πτυχές της ποιοτικής φροντίδας και τον ακρογωνιαίο λίθο της υψηλής ποιότητας της υγειονομικής περίθαλψης. Καθώς οι οργανισμοί που παρέχουν υπηρεσίες υγείας προσπαθούν να βελτιώσουν την ποιότητα και ασφάλεια των υπηρεσιών τους, υπάρχει μία συνεχώς αυξανόμενη αναγνώριση της σημασίας ανάπτυξης κουλτούρας ασφάλειας, με στόχο την προαγωγή της ασφάλειας των ασθενών και τη βελτίωση της φροντίδας τους. Μέχρι σήμερα η μέτρηση της ασφάλειας έχει σχεδόν αποκλειστικά βασισθεί στην παροχή πληροφοριών από τους επαγγελματίες υγείας, μέσω της αναφοράς συμβάντων, καταγραφής πληροφοριών ή ερωτηματολογίων. Πρόσφατα στοιχεία ωστόσο, τονίζουντη σημασία των ασθενών ως «ανιχνευτών καπνού» για την αξιολόγηση της ασφάλειας. Ένας αυξανόμενος αριθμός διεθνών μελετών αναφέρουν ότι, οι ασθενείς έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν ανατροφοδότηση σχετικά με τους παράγοντες που είναι γνωστό ότι συμβάλλουν στην ασφάλεια της φροντίδας τους, που με τη σειρά της μπορεί να χρησιμοποιηθεί προληπτικά για την αντίστοιχη διαχείριση στα νοσοκομεία
Probability in high dimension: threshold phenomena for the measure of random polytopes
We study the question how to obtain a threshold for the expected measure of a random polytope defined as the convex hull of independent random points with a log-concave distribution. For a precise formulation of the problem, let μ be a log-concave probability measure on R^nand for any N > n consider the random polytope K_N = conv{X_1, . . . , X_N }, where X_1, X_2,... are independent random points in R^n distributed according to μ. The question is if there exists a threshold for the expected measure E[μ(K_N)]] of K_N .Our approach is based on the Cramer transform Λ* of μ. We examine the existence of moments of all orders for Λ* and establish, under some conditions, a sharp threshold for E[μ(K_N)]: It is close to 0 if lnN=(1+o_n(1))E[Λ*].The main condition is that the parameter β(μ)=Var(Λ*)/Ε[Λ*]^2 should be small (ideally o_n(1)).Μελετάμε το ερώτημα αν εμφανίζονται φαινόμενα κατωφλίου για τη μέση τιμή του μέτρου του τυχαίου πολυτόπου που ορίζεται ως η κυρτή θήκη ανεξάρτητων τυχαίων σημείων με την ίδια (τυχούσα) λογαριθμικά κοίλη κατανομή. Για μια ακριβέστερη διατύπωση του προβλήματος, έστω μ ένα λογαριθμικά κοίλο μέτρο πιθανότητας στον R^n και για κάθε N > n ας θεωρήσουμε το τυχαίο πολύτοπο K_N=conv{X_1,...,X_N}, όπου X_1,X_2,... είναι μια ακολουθία ανεξάρτητων τυχαίων σημείων στον R^n που έχουν κατανομή μ. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει φαινόμενο κατωφλίου για τη μέση τιμή E[μ(K_N)] του μέτρου του K_N. Η προσέγγισή μας βασίζεται στον μετασχηματισμό Cramer Λ* του μ. Εξετάζουμε την ύπαρξη ροπών κάθε τάξης της Λ* και στη συνέχεια αποδεικνύουμε ότι, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, εμφανίζεται ισχυρό φαινόμενο κατωφλίου για την E[μ(K_N)]: Eίναι κοντά στο 0 αν lnN=(1+o_n(1))E[Λ*]. Η βασική προϋπόθεση είναι η παράμετρος β(μ)=Var(Λ*)/Ε[Λ*]^2 να είναι μικρή (ιδανικά ο_n(1))