Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Αεροδρόμια και κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή: μεθοδολογία αποτίμησης και ιεράρχησης κινδύνων

    No full text
    Climate change is an unequivocal reality with profound impacts on all critical infrastructure systems, including transport, energy, healthcare, communications and national security. Within the transport sector, airports hold a pivotal role in economic development, facilitating global connectivity, international trade and human mobility. Due to their strategic importance, significant investments are made to enhance their functionality, resilience and sustainability. However, despite adaptation measures adopted to protect airports and other critical infrastructure from climate, natural and technological hazards, reality has proven that all assets exposed to hazards remain vulnerable. Amongst climate change hazards, hydrological hazards associated with coastal and fluvial flooding, create the larger impacts in terms of damages, disruption of operations, fatalities and recovery costs. Coastal, riverine, floating airports or airports built on reclaimed land in the oceans are exposed as per their location to sea level rise and extreme precipitation hazards. Despite the increased level of airports’ vulnerability risk assessment remains insufficiently integrated into airport planning, design and decision making. This gap underscores an urgent need for robust and standardised risk assessment approaches across all critical infrastructure, as climate hazards are projected to escalate in frequency and intensity. In recent years, attention toward assessing airport-related climate risks has grown, with a primary focus on sea-level rise. However, the threat posed by riverine flooding—particularly from extreme precipitation—has been largely overlooked despite documented incidents of river overflow impacting airports. This is a critical gap in the literature that this dissertation aims to cover. A key challenge in literature is the absence of a common and widely accepted methodology for assessing airports risk to climate extremes. The problem arises from the fuzzy use of the risk concept, the lack of standardised risk terms and failures in the interpretation of risk factors. In most cases risk assessment is conducted based on subjective criteria without further justification, which could lead to a more realistic climate risk assessments and false decision making with respect to safety, adaptation needs and resilience investments. Most researchers perceive climate risk as a function of the likelihood of climate hazard occurrence and its impacts, which is expressed as a function of Likelihood and Impact, R=Likelihood x Impact. Although this is a general formula that is widely used, it is not adequate to be implemented on all types of hazards and all disciplines, as it misses the basic concept of vulnerability. In most cases vulnerability is often underestimated and is implied by the impact and vice versa. The vulnerability assessment of airports and critical infrastructure is vital in decision making. Vulnerability ranking alone contributes to the identification of the more vulnerable airports, for which further risk assessment is necessary. Thus, instead of processing risk assessment procedures for all airports, risk assessment procedures can be limited to the airports that present higher vulnerability. Hence, in this approach time and financial resources are saved.In the case of airports’ climate change risk, researchers also approach risk from another perspective according to which, risk is defined by the hazard, exposure and vulnerability and is expressed as: Risk=Hazard x Exposure x Vulnerability. However, this risk function also presents severe ambiguities, deriving from the fact that exposure is not incorporated into vulnerability and the elimination of the concept of impact from risk assessment process. This approach reveals also severe misconceptions, deficiencies and ambiguities in the airports’ climate change risk assessment methodologies that have been developed and applied by researchers and needing further consideration. Another noticeable issue with respect to airports climate change risk assessment methodologies, is associated with the huge variability in the methods for assessing the occurrence likelihood of hazards, which are not assessed on a common basis and which can lead to differentiation in risk calculations. To address these shortcomings, this study proposes the development of an evidence-based model for assessing the risk of airports to climate extremes, focusing on flood occurrences generated by sea level rise and extreme precipitation. The scope of this research the development of an Airport Flood Risk Assessment Model (AFRA-M) that could be easily understood by all stakeholders and policy makers and easily implemented on all airports around the world. AFRA-M is designed for clarity, ease of use by stakeholders and policymakers and adaptability across global airport infrastructures. It addresses the limitations of existing models, including ambiguous terminology, reliance on complex hydraulic tools and uncertainties in adaptation effectiveness. Also, this dissertation provides a flood risk assessment model that can be used during emergency situations that require swift and effective decision making. The applicability of AFRA-M can be extended and implemented on other critical infrastructure, networks, systems in other sectors, public and private. as well as on private properties and various sectors. The adoption of the systematized AFRA-M enhances the accuracy of risk assessment and risk ranking, which is essential for more effective adaptation planning and prioritization of resilience investments.Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα με σοβαρές επιπτώσεις σε όλα τα συστήματα κρίσιμων υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών, της ενέργειας, της υγειονομικής περίθαλψης, των επικοινωνιών και της εθνικής ασφάλειας. Στον τομέα των μεταφορών, τα αεροδρόμια διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη, διευκολύνοντας την παγκόσμια συνδεσιμότητα, το διεθνές εμπόριο και την κινητικότητα των ανθρώπων. Λόγω της στρατηγικής τους σημασίας, πραγματοποιούνται σημαντικές επενδύσεις για την ενίσχυση της λειτουργικότητας, της ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητάς τους. Ωστόσο, παρά τα μέτρα προσαρμογής που έχουν υιοθετηθεί για την προστασία των αεροδρομίων και άλλων κρίσιμων υποδομών από κλιματικούς, φυσικούς και τεχνολογικούς κινδύνους, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι όλα τα εκτεθειμένα σε φυσικούς κινδύνους στοιχεία παραμένουν ευάλωτα. Μεταξύ των κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, οι υδρολογικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με παράκτιες και ποτάμιες πλημμύρες προκαλούν τις μεγαλύτερες επιπτώσεις σε όρους ζημιών, διακοπής λειτουργίας, ανθρώπινων απωλειών και κόστους αποκατάστασης. Παράκτια, παραποτάμια, πλωτά αεροδρόμια ή αεροδρόμια που είναι χτισμένα σε ανακτημένες από τη θάλασσα γη, εκτίθενται λόγω της θέσης τους στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και σε έντονες βροχοπτώσεις. Παρά την αυξανόμενη ευαλωτότητα των αεροδρομίων, η εκτίμηση της επικινδυνότητας παραμένει ανεπαρκώς ενσωματωμένη στον σχεδιασμό, τη μελέτη και τη λήψη αποφάσεων. Αυτό το κενό αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη για ισχυρές και τυποποιημένες προσεγγίσεις εκτίμησης επικινδυνότητας για όλες τις κρίσιμες υποδομές, καθώς οι κλιματικοί κίνδυνοι προβλέπεται να αυξηθούν σε συχνότητα και ένταση.Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον για την εκτίμηση των κλιματικής επικινδυνότητας που σχετίζονται με τα αεροδρόμια έχει αυξηθεί, με κύρια έμφαση στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Ωστόσο, η απειλή των ποτάμιων πλημμυρών—ιδίως λόγω έντονων βροχοπτώσεων—έχει σε μεγάλο βαθμό παραβλεφθεί, παρά τα τεκμηριωμένα περιστατικά υπερχείλισης ποταμών που επηρεάζουν αεροδρόμια. Αυτό αποτελεί κρίσιμο κενό στη βιβλιογραφία, κάτι που στοχεύει να καλύψει η παρούσα διατριβή. Ένα βασικό πρόβλημα στη βιβλιογραφία είναι η απουσία μιας κοινώς και ευρέως αποδεκτής μεθοδολογίας για την εκτίμηση της επικινδυνότητας των αεροδρομίων έναντι των ακραίων κλιματικών φαινομένων. Το πρόβλημα προκύπτει από την ασαφή χρήση της έννοιας της επικινδυνότητας, την έλλειψη τυποποιημένων όρων και σχέσεων καθώς και τις αποτυχίες στην ερμηνεία των παραγόντων επικινδυνότητας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εκτίμηση κινδύνου πραγματοποιείται με βάση υποκειμενικά κριτήρια χωρίς περαιτέρω αιτιολόγηση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ανακριβείς αξιολογήσεις και λανθασμένες αποφάσεις αναφορικά με την ασφάλεια, τις ανάγκες προσαρμογής και τις επενδύσεις ανθεκτικότητας. Οι περισσότεροι ερευνητές αντιλαμβάνονται την κλιματική επικινδυνότητα ως συνάρτηση της πιθανότητας εμφάνισης ενός κλιματικού κινδύνου και των επιπτώσεών του, εκφραζόμενο ως: Επικινδυνότητα = Πιθανότητα × Επίπτωση. Αν και αυτός ο γενικός τύπος είναι ευρέως χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατάλληλος για όλες τις μορφές κινδύνων και όλους τους επιστημονικούς κλάδους, καθώς παραλείπει την έννοια της ευαλωτότητας. Συνήθως η ευαλωτότητα υποτιμάται ή ταυτίζεται λανθασμένα με την επίπτωση. Η αξιολόγηση της ευαλωτότητας των αεροδρομίων και των κρίσιμων υποδομών είναι κρίσιμη για τη λήψη αποφάσεων. Η ιεράρχηση της ευαλωτότητας, από μόνη της, βοηθά στην αναγνώριση των πιο ευάλωτων αεροδρομίων που απαιτούν περαιτέρω εκτίμηση επικινδυνότητας. Έτσι, η αξιολόγηση επικινδυνότητας μπορεί να περιοριστεί στα πιο ευάλωτα αεροδρόμια, εξοικονομώντας χρόνο και πόρους. Εναλλακτικά, κάποιοι ερευνητές ορίζουν την επικινδυνότητα ως το εμβαδό του κινδύνου εκδήλωσης κλιματικού κινδύνου, της έκθεσης στον κίνδυνο και της ευαλωτότητας, ως Επικινδυνότητα = Κίνδυνος × Έκθεση × Ευαλωτότητα. Ωστόσο, και αυτή η προσέγγιση παρουσιάζει σοβαρές ασάφειες, καθώς η έκθεση δεν ενσωματώνεται στην ευαλωτότητα, ενώ η έννοια της επίπτωσης απουσιάζει παντελώς από τη διαδικασία αξιολόγησης. Αυτό οδηγεί σε εσφαλμένες ερμηνείες και μεθοδολογικές αδυναμίες στις υπάρχουσες μελέτες. Ένα ακόμη πρόβλημα στις μεθοδολογίες εκτίμησης επικινδυνότητας αποτελεί η μεγάλη διαφοροποίηση στις μεθόδους προσδιορισμού της πιθανότητας εμφάνισης των κινδύνων, καθώς δεν βασίζονται σε ένα κοινό υπόβαθρο, οδηγώντας έτσι σε διαφορετικές εκτιμήσεις. Για να αντιμετωπιστούν αυτά τα κενά, η παρούσα μελέτη προτείνει την ανάπτυξη ενός ακριβούς και ευρέως αποδεκτού μοντέλου εκτίμησης της επικινδυνότητας των αεροδρομίων έναντι των ακραίων κλιματικών φαινομένων, με έμφαση στις πλημμύρες από άνοδο της στάθμης της θάλασσας και τις ποτάμιες πλημμύρες λόγω έντονων βροχοπτώσεων. Ο στόχος είναι η δημιουργία του Μοντέλου Εκτίμησης Πλημμυρικής Επικινδυνότητας στα Αεροδρόμια (AFRA-M), το οποίο θα είναι κατανοητό από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και εύκολα εφαρμόσιμο σε όλα τα αεροδρόμια παγκοσμίως. Το AFRA-M έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι σαφές, εύχρηστο και ευέλικτο, ενώ αντιμετωπίζει τις ελλείψεις των υφιστάμενων μοντέλων, όπως η ασαφής ορολογία, η εξάρτηση από πολύπλοκα υδραυλικά εργαλεία και η αβεβαιότητα ως προς την αποτελεσματικότητα των μέτρων προσαρμογής. Επιπλέον, η διατριβή προτείνει ένα μοντέλο εκτίμησης πλημμυρικής επικινδυνότητας το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί και σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, όπου απαιτείται ταχεία, άμεση και αποτελεσματική λήψη αποφάσεων. Η εφαρμογή του AFRA-M μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες κρίσιμες υποδομές, δίκτυα, συστήματα καθώς και ιδιωτικές περιουσίες. Η υιοθέτηση του συστηματοποιημένου AFRA-M ενισχύει την ακρίβεια της εκτίμησης και κατάταξης της επικινδυνότητας, συμβάλλοντας στον εντοπισμό των πραγματικών αναγκών για προσαρμογής και ανθεκτικότητα καθώς και την ιεράρχηση των σχετικών επενδύσεων

    Χρειαζόμαστε το Καθήκον Πρόληψης στην Ελλάδα;: μια ανάλυση των εμπειριών των εκπαιδευτικών στην οικοδόμηση ανθεκτικότητας έναντι της ριζοσπαστικοποίησης που σχετίζεται με τον ακροδεξιό εξτρεμισμό στα ελληνικά δημόσια σχολεία

    No full text
    Recent decades have seen an international debate on extremism connected to right-wing ideology and how best to tackle this alarming phenomenon take place both within and outside academic communities and governmental policy bodies. Scholarship worldwide delves into the mechanisms of radicalisation that map the paths into extremist and terrorist acts. Concurrently, to build resilience against extremism that leads to terrorism, many countries enact national strategies focusing on the pre-crime sphere and the role of the public sector. The United Kingdom’s Government was the first to introduce one of the most influential counter-radicalisation agendas, which aims to identify people at risk of committing terrorist acts and intervene, known as the Prevent strategy. Unlike in the UΚ, in Greece, a solid legal framework regarding radicalisation and the engagement of the education sector in the prevention of extremism is absent. The conviction of Golden Dawn, an extreme right-wing political party, for being a criminal organisation and a number of its members in prison sentence was the motivation for my study. This adjudication sparked a debate in the educational community on how to discuss its meaning with students. Theoretically informed by the interpretivist-constructivist paradigm, my fieldwork combined fourteen classroom observations in twelve schools with semi-structured interviews, participant-generated photographs and follow-up interviews with twenty participants, teachers and Heads of schools. The data reveals different views and interpretations of the visibility of right-wing extremism threat in state secondary schools in Greece and its normalised form. Moreover, my research investigates the responsibility to deal with this alarming threat regarding social actors involved, professionalism and concerns about traumatised relationships of trust between teachers and students. Furthermore, my thesis aims to shed light on the mechanisms of building resilience against right-wing extremism within educational settings and investigate the necessity of a more securitised agenda, similar to Prevent in the UΚ. The influence of my research could be a starting point for reinforcing the idea of ‘active citizenship’ built on a humanistic and cosmopolitan approach and not under a strict securitised framework. Thus, this study could pave the way for a change that could provide the educational society in Greece with the essential tools to confront the above phenomenon.Τις τελευταίες δεκαετίες έχει λάβει χώρα μια διεθνής συζήτηση σχετικά με τον εξτρεμισμό που συνδέεται με την ακροδεξιά ιδεολογία και τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης αυτού του ανησυχητικού φαινομένου, τόσο εντός όσο και εκτός των ακαδημαϊκών κοινοτήτων και των φορέων κυβερνητικής πολιτικής. Η ακαδημαϊκή κοινότητα παγκοσμίως εμβαθύνει στους μηχανισμούς της ριζοσπαστικοποίησης που χαρτογραφούν τις οδούς προς τις εξτρεμιστικές και τρομοκρατικές πράξεις. Ταυτόχρονα, για την οικοδόμηση ανθεκτικότητας έναντι του εξτρεμισμού που οδηγεί στην τρομοκρατία, πολλές χώρες θεσπίζουν εθνικές στρατηγικές που επικεντρώνονται στον τομέα της προ-εγκληματικότητας και στον ρόλο του δημόσιου τομέα. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν η πρώτη που εισήγαγε μια από τις πιο σημαντικές ατζέντες κατά της ριζοσπαστικοποίησης, η οποία στοχεύει στον εντοπισμό ατόμων που κινδυνεύουν να διαπράξουν τρομοκρατικές πράξεις και στην παρέμβαση, γνωστή ως Στρατηγική Πρόληψης. Σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ελλάδα απουσιάζει ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο σχετικά με τη ριζοσπαστικοποίηση και τη συμμετοχή του εκπαιδευτικού τομέα στην πρόληψη του εξτρεμισμού. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής, ενός ακροδεξιού πολιτικού κόμματος, ως εγκληματική οργάνωση και ορισμένων μελών του που έχουν καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης ήταν το κίνητρο για τη μελέτη μου. Αυτή η κρίση πυροδότησε μια συζήτηση στην εκπαιδευτική κοινότητα σχετικά με το πώς να συζητηθεί η σημασία της με τους/ις μαθητές/τριες. Βασισμένη θεωρητικά στο ερμηνευτικό-κονστρουκτιβιστικό παράδειγμα, η έρευνα πεδίου μου συνδύασε δεκατέσσερις παρατηρήσεις σε τάξεις σε δώδεκα σχολεία με ημιδομημένες συνεντεύξεις, φωτογραφίες που δημιουργήθηκαν από συμμετέχοντες/ουσες και επακόλουθες συνεντεύξεις με είκοσι συμμετέχοντες/ουσες, εκπαιδευτικούς και διευθυντές/τριες σχολείων. Τα δεδομένα αποκαλύπτουν διαφορετικές απόψεις και ερμηνείες σχετικά με την ορατότητα της απειλής του ακροδεξιού εξτρεμισμού στα δημόσια λύκεια στην Ελλάδα και την νορμαλοποιημένη μορφή της. Επιπλέον, η έρευνά μου διερευνά την ευθύνη αντιμετώπισης αυτής της ανησυχητικής απειλής όσον αφορά τους εμπλεκόμενους κοινωνικούς φορείς, τον επαγγελματισμό και τις ανησυχίες για τις τραυματισμένες σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών/τριών. Επιπλέον, η διατριβή μου στοχεύει να ρίξει φως στους μηχανισμούς οικοδόμησης ανθεκτικότητας κατά του ακροδεξιού εξτρεμισμού στο εκπαιδευτικό περιβάλλον και να διερευνήσει την αναγκαιότητα μιας πιο αυστηρής ατζέντας ασφαλείας, παρόμοιας με την Στρατηγική Πρόληψης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η επιρροή της έρευνάς μου θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για την ενίσχυση της ιδέας της «ενεργού πολίτη» που βασίζεται σε μια ανθρωπιστική και κοσμοπολίτικη προσέγγιση και όχι σε ένα αυστηρό πλαίσιο ασφαλείας. Έτσι, αυτή η μελέτη θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για μια αλλαγή που θα μπορούσε να παρέχει στην εκπαιδευτική κοινωνία στην Ελλάδα τα απαραίτητα εργαλεία για την αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου

    The role of the distinction between production and non-production activities in the relationship between functional income distribution and economic growth

    No full text
    The wage share in total income has shown a downward trend since the ‘70. This development, combined with the global crisis of 2008 and the austerity policies that followed it, contributed to the revival of the interest regarding issues of income distribution. More specifically, the neo-Kaleckian approach of demand regimes—which examines the outcome of an increase in the wage share on economic growth—experienced resurgence in the post-crisis period. According to this approach, growth in each economy is driven either by an increase in the wage share or by an increase in the profit share of total income. In our research we argue that this particular approach does not take into account the fact that the decline in the wage share occurred simultaneously with an increase in non-production activities, that is, activities that do not generate surplus value but either consume it or redistribute it. The present dissertation introduces the distinction between production and non-production activities in the measurement of the wage share and analyzes the effect it has on the relationship between functional income distribution and economic growth. Specifically, a theoretical model is developed that shows that the wage share in total income consists of two parts: the wage share of production workers and the wage share of non-production workers. Given that the first constitutes the variable capital, while the second is part of the surplus value paid as wages to non-production workers, we expect these two components to have different effects on economic growth. Our empirical findings support this argument through the application of the ARDL method to the U.S. economy for the period 1950–2021. Additionally, with regard to non-production sectors, we examine their capacity to lead to an increase in production activities through the rise in demand for the output of the production sectors, which is caused by an increase in non-production activities. The analysis refers to the U.S. economy for the period 1995–2018. Based on the decomposition method of the Leontief matrix using the Miyazawa method, our findings support the argument that the production sectors drive non-production ones, and not the other way around.Το μερίδιο των μισθών στο συνολικό εισόδημα έχει παρουσιάσει μια πτωτική τάση από την δεκαετία του ‘70 έως και τις μέρες μας. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την παγκόσμια κρίση του 2008 και τις πολιτικές λιτότητας που την ακολούθησαν συντέλεσαν στην αναβίωση του ενδιαφέροντος σε θέματα διανομής του εισοδήματος. Πιο συγκεκριμένα, η νέο-καλετσκιανή προσέγγιση των καθεστώτων ζήτησης που εξετάζει το αποτέλεσμα μιας αύξησης του μεριδίου των μισθών στην οικονομική μεγέθυνση γνώρισε μια άνθηση την περίοδο μετά την κρίση. Βάσει αυτής της προσέγγισης, η μεγέθυνση σε μια οικονομία, δεδομένης της διάρθρωσης της, οδηγείται είτε από μια αύξηση του μεριδίου των μισθών είτε από μια αύξηση του μεριδίου των κερδών στο συνολικό εισόδημα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός πως η μείωση του μεριδίου των μισθών στο συνολικό εισόδημα έλαβε χώρα ταυτόχρονα με μια αύξηση των μη-παραγωγικών δραστηριοτήτων ως προς το ΑΕΠ, δηλαδή δραστηριοτήτων που δεν παράγουν υπεραξία αλλά είτε την καταναλώνουν είτε την αναδιανέμουν. Η παρούσα διατριβή εισάγει τη διάκριση των παραγωγικών και μη-παραγωγικών δραστηριοτήτων στη μέτρηση του μεριδίου των μισθών και αναλύει το αποτέλεσμα που αυτή επιφέρει στη σχέση της λειτουργικής διανομής του εισοδήματος με την οικονομική μεγέθυνση. Ειδικότερα, στην παρούσα διατριβή αναπτύσσεται ένα θεωρητικό μοντέλο που καταδεικνύει πως το μερίδιο των μισθών στο συνολικό εισόδημα αποτελείται από δύο μέρη, το μερίδιο των μισθών των παραγωγικών εργαζομένων και το μερίδιο των μη-παραγωγικών εργαζομένων. Δεδομένου πως από αυτά τα μεγέθη το πρώτο αποτελεί το μέρος του μεταβλητού κεφαλαίου, ενώ το δεύτερο αποτελεί μέρος της υπεραξίας που πληρώνεται ως μισθούς στους μη-παραγωγικούς εργαζομένους, αναμένουμε μια διαφορετική επίδραση των δύο αυτών μερών στην οικονομική μεγέθυνση. Τα ευρήματα μας υποστηρίζουν το παραπάνω επιχείρημα με την εφαρμογή της μεθόδου ARDL στην οικονομία των Η.Π.Α. για την περίοδο 1950-2021. Επιπλέον, σε σχέση με τους μη-παραγωγικούς τομείς, εξετάζεται η ικανότητα τους να οδηγήσουν σε μια αύξηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων μέσω της αύξησης της ζήτησης του προϊόντος του παραγωγικού τομέα που προκαλείται από μια επέκταση των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων για την οικονομία των Η.Π.Α. την περίοδο 1995-2018. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας βασίζονται στη μέθοδο διάσπασης του πίνακα Leontief με τη μέθοδο του Miyazawa. Τα ευρήματα μας υποστηρίζουν πως οι παραγωγικοί τομείς οδηγούν τους μη-παραγωγικούς και όχι το αντίστροφο

    Προσομοίωση και βελτιστοποίηση συστημάτων παραγωγής ισχύος από απορριπτόμενη θερμότητα κύριας ναυτικής μηχανής, βασισμένων σε κύκλους διπλού βρόχου

    No full text
    Climate change is a global challenge that is expected to impact both present and future generations. In recent years, the Earth's atmosphere has undergone significant changes. Scientific studies demonstrate that climate change has progressed gradually and is directly associated with increasing concentrations of carbon dioxide (CO₂) and methane (CH₄) in the atmosphere. These two gases, especially CO₂, influence the planet’s temperature. Due to the anticipated growth in international trade, pollution from shipping is expected to increase. This makes it essential to implement measures specifically tailored to the characteristics of the maritime sector to mitigate emissions. In line with the commitment of the shipping industry to reduce greenhouse gas emissions by at least 50% by 2050, new technologies have been developed. The international community is also taking action to address climate change. This PhD thesis examines different types of waste heat recovery technologies onboard ocean-going ships, to assess their technical principles and application feasibility. The study is driven by the need to reduce carbon dioxide emissions from combustion processes worldwide, as part of the broader effort to address greenhouse gas emissions and reduce reliance on hydrocarbons as fuel. A thermo-economic analysis is performed to enhance the understanding of available options and to support the Modelling and Optimisation of Main Diesel Engine Waste Heat Powered Systems Based on Dual-Loop Cycles, aiming to improve both fuel consumption and emissions.Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία παγκόσμια πρόκληση, η οποία αναμένεται να επηρεάσει τόσο τις παρούσες όσο και τις μελλοντικές γενιές. Τα τελευταία χρόνια, η ατμόσφαιρα της Γης έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές, με επιστημονικές μελέτες να καταδεικνύουν ότι η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται σταδιακά και συνδέεται άμεσα με τις αυξανόμενες συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) και μεθανίου (CH₄) στην ατμόσφαιρα. Τα δύο αυτά αέρια, και ιδίως το CO₂, επηρεάζουν καθοριστικά τη θερμοκρασία του πλανήτη.Η αναμενόμενη αύξηση του διεθνούς εμπορίου εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω ενίσχυση της ρύπανσης από τη ναυτιλία, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εφαρμογή μέτρων ειδικά προσαρμοσμένων στα χαρακτηριστικά του ναυτιλιακού τομέα, με σκοπό τον περιορισμό των εκπομπών. Στο πλαίσιο της δέσμευσης της ναυτιλιακής βιομηχανίας για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 50% έως το 2050, έχουν αναπτυχθεί νέες τεχνολογίες, ενώ παράλληλα η διεθνής κοινότητα λαμβάνει δράσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει διαφορετικούς τύπους τεχνολογιών ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας σε πλοία ανοικτής θαλάσσης, με στόχο την αξιολόγηση των τεχνικών τους αρχών και της εφικτότητας εφαρμογής τους. Η έρευνα υπαγορεύεται από την ανάγκη μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από διεργασίες καύσης σε παγκόσμιο επίπεδο, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και της μείωσης της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Πραγματοποιείται θερμοοικονομική ανάλυση με σκοπό την εις βάθος κατανόηση των διαθέσιμων τεχνολογικών επιλογών και την υποστήριξη της Προσομοίωσης και Βελτιστοποίησης Συστημάτων Παραγωγής Ισχύος από Απορριπτόμενη Θερμότητα της Κύριας Ναυτικής Μηχανής, Βασισμένων σε Κύκλους Διπλού Βρόχου, με στόχο τη βελτίωση τόσο της κατανάλωσης καυσίμου όσο και των εκπομπών

    Η λοίμωξη νέο COVID-19 από το νέο στέλεχος κορονοϊού στις αυτοάνοσες/αυτοφλεγμονώδεις και ηπατικές παθήσεις

    No full text
    As soon as the World Health Organization (WHO) declared the COVID-19 pandemic, concerns had been raised regarding the possibility of increased disease severity and adverse outcomes in patients with SAARD given the immune dysfunction in the context of autoimmunity and immunosuppressive treatment. Clinically significant questions regarding the clinical picture of COVID-19, disease severity, risk factors for adverse outcomes as well as their course before and after the introduction of vaccines and antivirals had to be answered. Additionally, concerns had been raised regarding the effect of immunosuppressive therapy on SARS-CoV-2 vaccine-induced immunogenicity, based on the precautions taken with the pneumococcal and influenza immunizations. To address these questions, we prospectively followed up patients with systemic autoimmune rheumatic diseases under immunosuppressive treatment during all major waves of the pandemic at a tertiary university hospital and other affiliated institutions. Among patients with systemic autoimmune rheumatic diseases infected for the first time by SARS-CoV-2, during the first wave of the pandemic, it was shown that the vast majority (86.8%) experienced asymptomatic, mild or moderate COVID-19; while fewer (12.8%) developed severe or critical disease necessitating hospitalization. The predominant clinical manifestations were fatigue (58.4%), low grade fever (45.4%) and upper respiratory tract symptoms (68.8%). Mortality was 1.3% comparable to that observed in the general population. Older age, lung disease in the context of the underlying rheumatic disease as well as were found to be independent predictive factors for hospitalization. As a next step, we conducted a prospective, nationwide, multicenter study, including 605 SAARD patients and 116 healthy individuals, where we prospectively evaluated serum anti-SARS-CoV-2 S1-protein IgG antibody titers, side-effects, and disease activity, one month after complete vaccination, in terms of distinct treatment modification strategies (none, partial and extended modifications). Patients with extended treatment modifications responded to vaccines similarly to controls and SAARD patients without immunosuppressive therapy. In contrast, patients with partial or without therapeutic modifications responded in 87.50% and 84.50%, respectively. Furthermore, SAARD patients with extended treatment modifications developed higher anti-SARS-CoV-2 antibody levels compared to those without or with partial modifications. MMF, RTX and MTX negatively affected anti-SARS-CoV-2 humoral responses. In 10.5% of vaccinated patients, mild clinical deterioration was noted; however, no differences in the incidence of deterioration were observed among the distinct treatment modification SAARD subgroups. Side-effects were generally comparable between SAARD patients and controls. Given that, we showed that mRNA SARS-CoV-2 vaccines are effective and safe, both in terms of side-effects and disease flares in SAARD patients. Treatment with MMF, RTX and/or MTX compromises anti-SARS-CoV-2 antibody responses, which are restored upon extended treatment modifications without affecting disease activity. Regarding the effect of vaccination on COVID-19 characteristics and outcomes, 134 vaccine-naïve, 89 2-dose vaccinated and 105 3-dose vaccinated patients with systemic rheumatic diseases who were infected with SARS-CoV- 2 were compared. The hospitalization rate was higher in the unvaccinated (26.9%) than in the 2-dose (14.6%, p = 0.03) or 3-dose (4.8%, p < 0.001) vaccinated patients. Severe/critical COVID-19 cases requiring oxygen supplementation were the least among 3-dose vaccinated (3.8%) compared to both 2-dose vaccinated (13.5%, p = 0.018) and unvaccinated (18.7%, p < 0.001) patients. ICU admission and death rates were similar among unvaccinated (3.7% and 2.2%, respectively) and 2-dose vaccinated patients (4.5%; and 2.2%, respectively), while no 3-dose vaccinated patients died or required ICU admission. Logistic regression analysis revealed a significant inverse association between 3-dose vaccination and severe/critical COVID-19 (OR = 0.078, 95% CI: 0.022–0.273, p < 0.001). Furthermore, in order to describe data on the safety and efficacy of MP and NM/R in patients with systemic autoimmune rheumatic diseases with COVID-19, 74 patients were identified who had been infected with SARS-CoV-2 and received MP (35.1%) or NM/R (64.9%). Most patients were vaccinated against SARS-CoV-2 (83.8%). During follow-up, all but 2 patients (97.3%) recovered at home without COVID-19–related complications while drug common adverse events were reported only by 4 patients receiving NM/R (metallic taste, gastrointestinal upset, hypertension), not leading to drug discontinuation. To evaluate the prevalence of autoantibodies (AAbs) in mechanically ventilated COVID-19 patients and their potential impact on clinical outcomes, we collected serum samples from 217 ICU-admitted COVID-19 patients within 48 hours of admission and tested for the presence of AAbs compare to 117 age- and sex-matched healthy pre-pandemics controls. AAbs were significantly more common in COVID-19 patients than in controls (80.2% vs. 62.4%, p < 0.001). COVID-19 patients more frequently were found positive for ANAs (48.4% vs. 21.4%, p < 0.001), anti-dsDNA (5.1% vs. 0%, p = 0.01), anti-CCP (8.3% vs. 1.7%, p = 0.014), and anti-CL IgM (21.7% vs. 9.4%, p = 0.005). Multiple autoantigen reactivity (≥3 autoantibodies) was observed in 82.8% of seropositive patients. However, no differences in clinical characteristics or ICU mortality were noted between AAb-positive and AAb-negative groups. Mortality was associated with older age, higher ferritin, D-dimers, APACHE II scores, lower oxygen saturation, and comorbidities; but not with AAbs. As such, severe COVID-19 seem to be associated with a higher prevalence of AAbs, but their presence does not influence clinical outcomes. Last but not least, to better characterize antibody responses to the novel COVID-19 vaccines in patients with liver diseases (PWLD), we prospectively assessed anti-SARS-CoV-2 S-spike IgG antibodies and neutralizing activity in fully vaccinated PWLD (n = 87) and controls (n = 40). Seroconversion rates were 97.4% in cirrhotic PWLD, 87.8% in non-cirrhotic PWLD and 100% (40/40) in controls. Adequate neutralizing activity was detected in 92.1%, 87.8% and 100% of cirrhotics, non-cirrhotics and controls, respectively. On multivariable analysis, immunosuppressive treatment was negatively correlated with anti-SARS-CoV-2 antibody titers and neutralizing activity, while age was negatively correlated only with neutralizing activity. A total of 52 responder PWLD were reassessed approximately 3 months post-vaccination and no differences were detected in humoral responses between cirrhotic and non-cirrhotic PWLD. No significant side effects were noted post vaccination, while no symptomatic breakthrough infections were reported during a 6-month follow up. Overall, our study showed that mRNA-based SARS-CoV-2 vaccines are safe and efficacious in PWLD. However, PWLD under immunosuppressive treatment and those of advanced age should probably be more closely monitored after vaccination. Collectively, the majority of autoimmune patients display a mild COVID-19 course with specific underlying disease features and COVID-19 related manifestations increasing the risk for severe COVID-19 and hospitalization. mRNA SARS-CoV-2 vaccines are effective and safe, both in terms of side-effects and disease flares in SAARD patients; similar to vaccination among PWLD with or without cirrhosis. Treatment with MMF, RTX and/or MTX compromises anti-SARS-CoV-2 antibody responses, which are restored upon treatment modifications without affecting disease activity. Following vaccination, COVID-19 symptomatology lessens, and 3-dose vaccinated patients seem to be more protected from severe breakthrough SARS-CoV-2 infections, compared to unvaccinated or 2-dose vaccinated ones. Last, these data show a favorable outcome and acceptable safety profile of the 2 oral antiviral therapies MP and NM/R among a high-risk autoimmune rheumatic population.Με την έναρξη της πανδημίας COVID-19 από τον ΠΟΥ, εκφράστηκαν ανησυχίες σχετικά με την πιθανότητα αυξημένης σοβαρότητας της νόσου και των επιπτώσεων αυτής σε ασθενείς με συστηματικά αυτοάνοσα και αυτοφλεγμονώδη νοσήματα, στα πλαίσια της ίδιας της υποκείμενης αυτοανοσίας αλλά και της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Σημαντικά κλινικά ερωτήματα σχετικά με την κλινική εικόνα της COVID-19, την βαρύτητα της νόσου, τους παράγοντες κινδύνου για δυσμενείς εκβάσεις, καθώς και τη φυσική πορεία αυτής πριν και μετά την εισαγωγή των εμβολίων και των αντιιικών φαρμάκων, έπρεπε να απαντηθούν. Επιπλέον, υπήρχε αβεβαιότητα σχετικά με την επίδραση της αυτοανοσίας και της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας και στην ανοσογονικότητα και ασφάλεια των νέων εμβολίων στους ασθενείς ενδιαφέροντος. Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, παρακολουθήσαμε προοπτικά ασθενείς με συστηματικά αυτοάνοσα ρευματολογικά νοσήματα υπό ανοσοκατασταλτική αγωγή κατά τη διάρκεια όλων των αρχικών κυμάτων της πανδημίας σε ένα τριτοβάθμιο πανεπιστημιακό νοσοκομείο και άλλα συνεργαζόμενα ιδρύματα. Μεταξύ των ασθενών με συστηματικά αυτοάνοσα ρευματολογικά νοσήματα που μολύνθηκαν για πρώτη φορά από τον SARS-CoV-2, κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, διαπιστώθηκε ότι η πλειοψηφία (86,8%) εμφάνισε ασυμπτωματική, ήπια ή μέτρια COVID-19, ενώ λιγότεροι (12,8%) ανέπτυξαν σοβαρή ή κρίσιμη νόσο που απαιτούσε νοσηλεία. Τα κυρίαρχα κλινικά συμπτώματα ήταν η κόπωση (58,4%), ο χαμηλός πυρετός (45,4%) και συμπτωματολογία ανώτερου αναπνευστικού (68,8%). Η θνησιμότητα της κοόρτης μας ήταν 1,3%, συγκρίσιμη δηλαδή με αυτή που παρατηρήθηκε στον γενικό πληθυσμό. Η προχωρημένη ηλικία, η πνευμονική συμμετοχή στο πλαίσιο της υποκείμενης ρευματολογικής νόσου καθώς και η ανοσοκατασταλτική θεραπεία βρέθηκαν να είναι ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες για νοσηλεία. Σαν επόμενο βήμα, διεξήγαμε μια προοπτική, πανελλαδική, πολυκεντρική μελέτη με 605 ασθενείς με συστηματικά αυτοάνοσα και αυτοφλεγμονώδη νοσήματα και 116 υγιείς μάρτυρες, και αξιολογήσαμε προοπτικά τους τίτλους αντισωμάτων IgG της πρωτεΐνης S1 του SARS-CoV-2, τις παρενέργειες και τη δραστηριότητα της νόσου, έναν μήνα μετά τον πλήρη εμβολιασμό. Οι ασθενείς με εκτεταμένες τροποποιήσεις της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας κατά τον εμβολιασμό ανταποκρίθηκαν συγκρίσιμα με τους μάρτυρες και τους ασθενείς χωρίς ανοσοκατασταλτική αγωγή. Αντίθετα, οι ασθενείς με μερικές ή χωρίς θεραπευτικές τροποποιήσεις ανταποκρίθηκαν σε ποσοστό 87,50% και 84,50%, αντίστοιχα. Επιπλέον, οι ασθενείς με εκτεταμένες τροποποιήσεις της θεραπείας ανέπτυξαν υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων αντι-SARS-CoV-2 σε σύγκριση με εκείνους χωρίς ή με μερικές τροποποιήσεις. Η MMF, η RTX και η MTX επηρέασαν αρνητικά τις ανοσολογικές αποκρίσεις έναντι των εμβολίων. Στο 10,5% των εμβολιασμένων ασθενών παρατηρήθηκε ήπια κλινική επιδείνωση, χωρίς όμως να παρατηρηθούν διαφορές μεταξύ αυτών που διέκοψαν την ανοσοκαταστολή έναντι αυτών που την ελάμβαναν κανονικά. Οι παρενέργειες ήταν γενικά συγκρίσιμες μεταξύ των ασθενών και των μαρτύρων. Σχετικά με την επίδραση του εμβολιασμού στην κλινική πορεία της COVID-19, συγκρίναμε 134 μη εμβολιασμένους με συστηματικά ρευματολογικά νοσήματα που μολύνθηκαν από τον SARS-CoV-2, 89 εμβολιασμένους με 2 δόσεις και 105 εμβολιασμένους ασθενείς με 3 δόσεις. Το ποσοστό νοσηλείας ήταν υψηλότερο στους μη εμβολιασμένους (26,9%) από ό,τι στους εμβολιασμένους με 2 δόσεις (14,6%, p = 0,03) ή 3 δόσεις (4,8%, p < 0,001) ασθενείς. Το σοβαρά/κρίσιμα περιστατικά COVID-19 που απαιτούσαν οξυγονοθεραπεία ήταν λιγότερα μεταξύ των εμβολιασμένων με 3 δόσεις (3,8%) σε σύγκριση με τους εμβολιασμένους με 2 δόσεις (13,5%, p = 0,018) και τους μη εμβολιασμένους (18,7%, p < 0,001) ασθενείς. Τα ποσοστά εισαγωγής στην ΜΕΘ και θνησιμότητας ήταν παρόμοια μεταξύ των μη εμβολιασμένων (3,7% και 2,2%, αντίστοιχα) και των εμβολιασμένων με 2 δόσεις ασθενών (4,5% και 2,2%, αντίστοιχα), ενώ κανένας ασθενής εμβολιασμένος με 3 δόσεις δεν πέθανε ή χρειάστηκε εισαγωγή στην ΜΕΘ. Ανάλυση με λογιστική παλινδρόμηση έδειξε σημαντική αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ του εμβολιασμού με 3 δόσεις και της σοβαρής/κρίσιμης COVID-19 (OR = 0,078, 95% CI: 0,022-0,273, p < 0,001). Επιπλέον, για να μελετήσουμε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της MP και της NM/R σε ασθενείς με συστηματικά αυτοάνοσα ρευματολογικά νοσήματα και COVID-19, εντοπίστηκαν 74 ασθενείς που είχαν μολυνθεί από τον SARS-CoV-2 και είχαν λάβει MP (35,1%) ή NM/R (64,9%). Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν εμβολιαστεί κατά του SARS-CoV-2 (83,8%). Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, όλοι εκτός από 2 ασθενείς (97,3%) ανάρρωσαν κατ’οίκον χωρίς επιπλοκές σχετιζόμενες με την COVID-19, ενώ ανεπιθύμητες ενέργειες εκ των αντιικών αναφέρθηκαν μόνο από 4 ασθενείς που έλαβαν NM/R (μεταλλική γεύση, γαστρεντερικές διαταραχές, υπέρταση), οι οποίες δεν οδήγησαν βέβαια σε διακοπή της θεραπείας. Για να αξιολογηθεί η παρουσία αυτοαντισωμάτων (AAbs) στα πλαίσια της COVID-19 και η πιθανή επίδραση αυτών στην κλινική πορεία της νόσου, συλλέχθηκαν δείγματα ορού αίματος από 217 ασθενείς με COVID-19 νοσηλευόμενων στην ΜΕΘ και εξετάστηκαν για την παρουσία AAbs σε σύγκριση με 117 υγιείς μάρτυρες πριν την πανδημία. Παρουσία AAbs ήταν σημαντικά πιο συχνή σε ασθενείς με COVID-19 από ότι στους μάρτυρες (80,2% έναντι 62,4%, p < 0,001). Οι ασθενείς με COVID-19 ήταν πιο συχνά θετικοί για ANAs (48,4% έναντι 21,4%, p < 0,001), αντι-dsDNA (5,1% έναντι 0%, p = 0,01), αντι-CCP (8,3% έναντι 1,7%, p = 0,014) και αντι-CL IgM (21,7% έναντι 9,4%, p = 0,005). Πολλαπλή αντιδραστικότητα έναντι αυτοαντιγόνων (≥3 αυτοαντισώματα) παρατηρήθηκε στο 82,8% των θετικών ασθενών. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στα κλινικά χαρακτηριστικά ή τη θνησιμότητα εντός της ΜΕΘ μεταξύ των AAb-θετικών και AAb-αρνητικών ασθενών. Η θνησιμότητα συσχετίστηκε με τη μεγάλη ηλικία, υψηλότερες τιμές φερριτίνης, D-διμερών, APACHE II σκορ, χαμηλότερου επίπεδα κορεσμού οξυγόνου και συννοσηρότητες, αλλά όχι την παρουσία AAbs. Κατά συνέπεια, η σοβαρή COVID-19 φαίνεται να σχετίζεται με την παρουσία AAbs, αλλά η παρουσία αυτών δεν επηρεάζει την κλινική έκβαση.Τέλος, για να χαρακτηρίσουμε καλύτερα τις ανοσολογικές αντιδράσεις στα νέα COVID-19 εμβόλια σε ασθενείς με ηπατικές παθήσεις (PWLD), αξιολογήσαμε προοπτικά τα αντισώματα IgG έναντι της πρωτεΐνης ακίδας του SARS-CoV-2 και τη εξουδετερωτική ικανότητα αυτών σε πλήρως εμβολιασμένους PWLD (n = 87) και μάρτυρες (n = 40). Τα ποσοστά ορομετατροπής ήταν 97,4% στους κιρρωτικούς PWLD, 87,8% στους μη κιρρωτικούς PWLD και 100% (40/40) στους μάρτυρες. Επαρκής εξουδετερωτική ικανότητα ανιχνεύθηκε σε 92,1%, 87,8% και 100% των κιρρωτικών, μη κιρρωτικών και μαρτύρων, αντίστοιχα. Στη πολυμεταβλητή ανάλυση, η ανοσοκατασταλτική θεραπεία συσχετίστηκε αρνητικά με τους τίτλους αντισωμάτων και τη εξουδετερωτική ικανότητα, ενώ η ηλικία συσχετίστηκε αρνητικά μόνο με τη εξουδετερωτική ικανότητα. Συνολικά 52 PWLD που είχαν ανταποκριθεί στον βασικό εμβολιασμό επανεξετάστηκαν περίπου 3 μήνες μετά τ και δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις ανοσολογικές αντιδράσεις μεταξύ κιρρωτικών και μη κιρρωτικών στην επαναληπτική δόση.Επίσης, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές παρενέργειες μετά τον εμβολιασμό, ενώ δεν αναφέρθηκαν συμπτωματικές COVID-19 λομώξεις κατά τη διάρκεια παρακολούθησης 6 μηνών. Συνολικά, η μελέτη μας έδειξε ότι τα εμβόλια mRNA-based SARS-CoV-2 είναι ασφαλή και αποτελεσματικά στους PWLD. Ωστόσο, οι PWLD υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία και οι ηλικιωμένοι θα πρέπει πιθανώς να παρακολουθούνται πιο στενά μετά τον εμβολιασμό.Συλλογικά, η πλειονότητα των αυτοάνοσων ασθενών εμφανίζει ήπια πορεία COVID-19, με συγκεκριμένα υποκείμενα χαρακτηριστικά της νόσου να αποτελούν παράγοντες κινδύνου για σοβαρή COVID-19 και νοσηλεία. Τα εμβόλια mRNA κατά του SARS-CoV-2 είναι αποτελεσματικά και ασφαλή, τόσο όσον αφορά τις παρενέργειες όσο και τις εξάρσεις της υποκείμενης νόσου σε ασθενείς με SAARD, παρόμοια δηλαδή με τον εμβολιασμό σε PWLD με ή χωρίς κίρρωση. Η θεραπεία με MMF, RTX και/ή MTX επηρεάζει αρνητικά τις ανοσολογικές αποκρίσεις, οι οποίες αποκαθίστανται μετά από προσωρινή διακοπή της θεραπείας κατά τον εμβολιασμό, χωρίς να επηρεάζεται βέβαια η δραστηριότητα της νόσου. Μετά την ανοσοποίηση, η βαρύτητα της COVID-19 αμβλύνεται περεταίρω και οι εμβολιασμένοι με 3 δόσεις ασθενείς φαίνεται να προστατεύονται περισσότερο από σοβαρή COVID-19, σε σύγκριση με τους μη εμβολιασμένους ή τους εμβολιασμένους με 2 δόσεις. Τέλος, τα δεδομένα δείχνουν ένα αποδεκτό προφίλ ασφάλειας και σημαντική προστασία από των 2 από του στόματος αντιιικών θεραπειών (MP και NM/R) σε ασθενείς υψηλού κινδύνου με αυτοάνοσα ρευματολογικά νοσήματα

    HRD score calculation in gynecological tumors

    No full text
    DNA damage can be categorized into two main classes based on its origin: endogenous and exogenous. In such cases the cell either leads to apoptosis, or causes cell cycle disruption or proceed to DNA damage repair through three main mechanisms (MMR,BER,NER) . The aim of this PhD thesis is the mutation detection in genes involved in the homologous recombination pathway as well as genomic instability detection. The existence of genomic instability is indicative of the inadequacy of the homologous recombination (HR) pathway. For its calculation, three biological parameters ("genomic scars") are used: the loss of heterozygosity (LOH), Telomeric Allelic Imbalance (ΤΑΙ) and the Large Scale Transitions (LST). The greatest predictive value, however, is the combined use of the above biomarkers, which is used to calculate a final value (HRD score), and seems to be increased in patients with a defective HR pathway. HRD (homologous recombination deficiency) means the inability of the cell to use the homologous recombination pathway (HR pathway) to repair DNA damage which is the leading cause of carcinogenesis. The BRCA1 and BRCA2 genes are essential for homologous recombination, and tumors which carry this type of mutations appear to be homologous recombination defect as a result of the loss of the second non mutated allele in the tumor. However, both epigenetic changes and mutations in many other additional genes involved in the HR pathway, including Fanconi anemia genes and the ΑRID1A, ATM, ATRX, BAP1, BARD1, BLM, BRIP1, CHEK1/2, MRE11A, NBN, PALB2, RAD50, RAD51, WRN genes may be responsible for the HRD phenomenon. Since 2014, four PARP inhibitors (PARPi) have been approved in the United States; olaparib, niraparib, rucaparib, and talazoparib. The purpose of this thesis is the investigation of the most appropriate algorithm for HRD score calculation as well as to determine the cut off of patients with a higher probability of PARP inhibitors treatment response. Upgraded technology equipment for next-generation sequencing (S5 System, Thermo Fisher) as well as GeneChip® System (Affymetrix) microarray platform will be used. Although most clinical trials to date have been shown to demonstrate the clinical significance of HRD in ovarian cancer, it is important to demonstrate its contribution as a biomarker to other gynaecological cancers such as breast and endometrial cancer.Οι πηγές των βλαβών του DNA είναι δύο. Οι ενδογενείς και οι εξωγενείς βλάβες. Στην περίπτωση πρόκλησης εξωγενών βλαβών το κύτταρο είτε οδηγείται σε απόπτωση, είτε προκαλείται διακοπή του κυτταρικού κύκλου ή καλείται να επιδιορθώσει τις βλάβες του με τη βοήθεια τριών κύριων μηχανισμών επιδιόρθωσης (MMR,BER,NER): Η συγκεκριμένη διατριβή αφορά την ανίχνευση μεταλλαγών σε γονίδια που συμμετέχουν στο μονοπάτι του ομόλογου ανασυνδυασμού καθώς και γενωμικής αστάθειας. Η ύπαρξη γενωμικής αστάθειας είναι ενδεικτική της ανεπάρκειας του μονοπατιού του ομόλογου ανασυνδυασμού (HR). Για τον υπολογισμό της, χρησιμοποιούνται τρεις βιολογικοί παράμετροι (‘’genomic scars’’): η απώλεια ετεροζυγωτίας (LOH, Loss of Heterozygosity), η ανισορροπία αλληλίων σε περιοχές τελομερών (TAI, Telomeric Allelic Imbalance), και οι Mεγάλης Kλίμακας Mεταθέσεις (LST, Large Scale Transitions) . Τη μεγαλύτερη προβλεπτική αξία όμως έχει η συνδυαστική χρήση των παραπάνω βιοδεικτών, η οποία χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό μιας τελικής τιμής (HRD score), και είναι αυξημένη σε ασθενείς με ελαττωματικό μονοπάτι HR. Με τον όρο HRD (hοmologous recombination deficiency) εννοείται η αδυναμία του κυττάρου να χρησιμοποιήσει το μονοπάτι του ομόλογου ανασυνδυασμού (HR μονοπάτι) για την επιδιόρθωση βλαβών του DNA και αποτελεί την κυριότερη αιτία πρόκλησης της καρκινογένεσης. Τα γονίδια BRCA1 και BRCA2 είναι απαραίτητα για τον ομόλογο ανασυνδυασμό και όγκοι ασθενών που φέρουν κληρονομούμενες μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια παρουσιάζουν HRD ως αποτέλεσμα της απώλειας στον όγκο του δεύτερου μη μεταλλαγμένου αλληλίου. Ωστόσο τόσο επιγενετικές τροποποιήσεις όσο και μεταλλαγές σε πολλά επιπρόσθετα γονίδια που εμπλέκονται στο μονοπάτι του ομόλογο ανασυνδυασμού, συμπεριλαμβανομένων των γονιδίων αναιμίας Fanconi και των γονιδίων ΑRID1A, ATM, ATRX, BAP1, BARD1, BLM, BRIP1, CHEK1/2, MRE11A, NBN, PALB2, RAD50, RAD51, WRN μπορεί να ευθύνονται για το φαινόμενο του HRD. Από το 2014, τέσσερις αναστολείς PARP (PARPi) έχουν εγκριθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. olaparib, niraparib, rucaparib, και talazoparib. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η εύρεση του καταλληλότερου αλγορίθμου για τον υπολογισμό του HRD score καθώς και ο καθορισμός της τιμής η οποία θα διαχωρίσει τους ασθενείς με μεγαλύτερη πιθανότητα ανταπόκρισης στη θεραπεία με PARP αναστολείς. Θα χρησιμοποιηθεί εκσυγχρονισμένος τεχνολογικός εξοπλισμός όσον αφορά τις πλατφορμές αλληλούχισης της επόμενης Γενιάς (S5 System, Thermo Fisher) αλλά και πλατοφόρμα μικροσυστοιχιών GeneChip® System (Affymetrix). Παρά το γεγονός του ότι οι περισσότερες κλινικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί, μέχρι σήμερα, για την απόδειξη της κλινικής σημασίας του HRD αφορούν τον καρκίνο των ωοθηκών, είναι πολύ σημαντικό να να αποδειχθεί η συνεισφορά του σαν βιοδείκτης και σε άλλους γυναικολογικούς καρκίνους όπως είναι ο καρκίνος του μαστού και ο καρκίνος του ενδομητρίου

    Creative economy and creative cities: the perspective of the Municipality of Chania as a creative city

    No full text
    The thesis explores the perspective of the Municipality of Chania as a creative city, based on the creative economy’s principles, the study of international practices and networks, as well as specific cases of creative cities, which connect their development with culture, creativity and innovation. Emphasis is given to Cultural and Creative Industries (CCIs), with a central role to the creative economy, as they link intangible services and products to creative content and market objectives. The concept of cultural diplomacy in the modern era is analyzed, while the effectiveness of the practices developed by the Municipality of Chania is examined through the S.W.O.T. analysis. In addition, useful proposals are formulated for the administrators of the Organization, so that networking and especially cultural diplomacy contribute to the development of the Municipality. Composite indicators, linked to culture and the creative economy in the framework of the European Commission's Cultural and Creative Cities Monitor, are presented, as well as two new methodological approaches to composite measurement of creativity and culture at country level. As far as the quantitative research, carried out for the needs of the thesis is concerned, the degree of satisfaction of the Municipality’s residents was examined regarding their quality of life, their relationship with culture, while the level of satisfaction of the creative professionals of the Municipality was also examined. The ultimate goal of the research was the design of policies, which will support the Municipality in its effort to develop in the field of creative economy, upgrading its cultural product and developing sustainable urban development policies. From the results of the quantitative research, it appears that the Municipality of Chania has diversity and spatial advantages, related to the authenticity of the place and its unique characteristics. However, low performances are recorded concerning the satisfaction of its residents in key areas, such as their quality of life, the tolerance of the Municipality towards the vulnerable and minority groups, the initiatives of the local authorities in the creative sector.Η παρούσα διατριβή διερευνά την προοπτική του Δήμου Χανίων ως δημιουργικής πόλης, βάσει των αρχών της δημιουργικής οικονομίας, της μελέτης διεθνών πρακτικών και δικτύων, καθώς και περιπτώσεων δημιουργικών πόλεων, που συνδέουν την ανάπτυξή τους, με τον πολιτισμό, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία. Έμφαση δίνεται στις Πολιτιστικές και Δημιουργικές Βιομηχανίες (ΠΔΒ), με κεντρική θέση στη δημιουργική οικονομία, καθώς συνδέουν άυλες υπηρεσίες και προϊόντα με το δημιουργικό περιεχόμενο και τους στόχους της αγοράς. Αναλύεται η έννοια της πολιτιστικής διπλωματίας στη σύγχρονη εποχή και εξετάζεται, μέσω της ανάλυσης S.W.O.T., η αποτελεσματικότητα των πρακτικών, που έχει αναπτύξει ο Δήμος Χανίων. Επιπρόσθετα, διατυπώνονται χρήσιμες προτάσεις προς τους διαχειριστές του Οργανισμού, ώστε η δικτύωση και κυρίως η πολιτιστική διπλωματία να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του δήμου. Παρουσιάζονται σύνθετοι δείκτες, που συνδέονται με τον πολιτισμό και τη δημιουργική οικονομία στο πλαίσιο του Παρατηρητηρίου Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και δύο νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις σύνθετης μέτρησης της δημιουργικότητας και του πολιτισμού σε επίπεδο χωρών. Στο πλαίσιο της ποσοτικής έρευνας, που διενεργήθηκε για τις ανάγκες της διατριβής, εξετάστηκε ο βαθμός ικανοποίησης των κατοίκων του Δήμου Χανίων αναφορικά με την ποιότητα ζωής τους, η σχέση τους με τον πολιτισμό, ενώ αποτυπώθηκε και το επίπεδο ικανοποίησης των δημιουργικών επαγγελματιών του Δήμου Χανίων. Απώτερος στόχος της έρευνας ήταν ο σχεδιασμός πολιτικών, που θα συνδράμουν τον Δήμο Χανίων στην προσπάθειά του να αναπτυχθεί στον τομέα της δημιουργικής οικονομίας, αναβαθμίζοντας το πολιτιστικό του προϊόν και αναπτύσσοντας πολιτικές βιώσιμης αστικής ανάπτυξης. Από τα αποτελέσματα της ποσοτικής έρευνας προκύπτει ότι ο Δήμος Χανίων διαθέτει ποικιλομορφία και χωρικά πλεονεκτήματα, που αφορούν στην αυθεντικότητα του τόπου και στα μοναδικά χαρακτηριστικά του. Ωστόσο, καταγράφονται χαμηλές επιδόσεις ως προς την ικανοποίηση των κατοίκων του σε καίριους τομείς, που αφορούν μεταξύ άλλων στην ποιότητα ζωής τους, την ανεκτικότητα του δήμου απέναντι στις ευάλωτες και μειονοτικές ομάδες του πληθυσμού, τις πρωτοβουλίες των τοπικών αρχών ως προς τον δημιουργικό τομέα

    Magnetic resonance imaging was a viable and non-intrusive method for diagnosing tracheomalacia in children

    No full text
    Tracheomalacia is a narrowing of the tracheal lumen, which occurs when the trachea is abnormally weak and the anterior and posterior walls appose. It is a dynamic phenomenon that can affect a segment or the entire tracheal wall. A brassy or barking cough is the most common clinical characteristic. There are no established management algorithms for diagnosing tracheomalacia, and flexible bronchoscopy is frequently used. Radiological, non-invasive methods include computed tomography (CT) and magnetic resonance imaging (MRI). Based on our findings, an MRI scan should be the primary diagnostic tool for assessing tracheomalacia in children whose only symptom is a recurrent brassy or barking cough. However, a more comprehensive diagnostic approach should be used if a chronic wet cough and/or sputum suggests a chronic endobronchial infection. This should include a CT scan and flexible bronchoscopy, as an MRI scan cannot detect the high likelihood of coexisting lower respiratory tract pathology. The lack of a gold standard and standardized diagnostic criteria are major obstacles in accurately assessing diagnostic methods for tracheomalacia in children. However, MRI scans provide an attractive option due to their advantages and superior performance.Η τραχειομαλάκυνση αποτελεί μορφή στένωσης του αυλού της τραχείας, η οποία συμβαίνει όταν η τραχεία είναι ασυνήθιστα αδύναμη, έτσι ώστε τα πρόσθια και οπίσθια τοιχώματα να έρχονται σε επαφή. Είναι ένα δυναμικό φαινόμενο που μπορεί να επηρεάσει ένα τμήμα ή ολόκληρο το τοίχωμα της τραχείας. Ο μεταλλικός ή υλακώδης βήχας είναι το πιο κοινό κλινικό χαρακτηριστικό. Δεν υπάρχουν καθιερωμένοι αλγόριθμοι διαχείρισης για τη διάγνωση της τραχειομαλάκυνσης και η ευέλικτη βρογχοσκόπηση χρησιμοποιείται συχνά ως μέθοδος εκλογής, αν και αποτελεί επεμβατικό τρόπο διάγνωσης. Οι ακτινολογικές, μη επεμβατικές μέθοδοι περιλαμβάνουν την υπολογιστική τομογραφία (CT) και την μαγνητική τομογραφία (MRI). Βάσει των αποτελεσμάτων μας, η μαγνητική τομογραφία θα πρέπει να είναι το πρωταρχικό διαγνωστικό εργαλείο για την αξιολόγηση της τραχειομαλάκυνσης σε παιδιά των οποίων το μόνο σύμπτωμα είναι ένας επαναλαμβανόμενος μεταλλικός ή υλακώδης βήχας. Ωστόσο, μια πιο ολοκληρωμένη διαγνωστική προσέγγιση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί εάν συνυπάρχει χρόνιος υγρός βήχας ή/ και πτύελα που υποδηλώνουν χρόνια ενδοβρογχική λοίμωξη. Αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει την αξονική τομογραφία καθώς και την εύκαμπτη βρογχοσκόπηση, καθώς η μαγνητική τομογραφία δεν μπορεί να ανιχνεύσει την υψηλή πιθανότητα συνυπάρχουσας παθολογίας του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. Η έλλειψη μεθόδου εκλογής για την διάγνωση καθώς και τυποποιημένων διαγνωστικών κριτηρίων είναι σημαντικά εμπόδια στην αξιολόγηση των διαγνωστικών μεθόδων για την διάγνωση της τραχειομαλάκυνσης στα παιδιά. Ωστόσο, η μαγνητική τομογραφία προσφέρεται ως μια ελκυστική επιλογή, λόγω των πλεονεκτημάτων και της ανώτερης απόδοσής της

    Ανάπτυξη και εφαρμογή οπτικής διαγνωστικής τεχνικής με χρήση ακτινών λέιζερ σε συνδυασμό με μηχανική μάθηση για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας, τον έλεγχο της ποιότητας και την ανίχνευση νοθείας δειγμάτων ελαιολάδου και γάλακτος

    No full text
    The growing public awareness for food quality and safety, and the increasing number of food fraud cases, have led to a greater demand for fast and reliable food authentication techniques. Food fraud, which can include composition alteration, adulteration, substitution, mislabeling, etc., is a worldwide issue affecting various food industry sectors. These deceptive practices pose significant health risks to consumers, particularly when harmful or inferior substances are used in food products. Furthermore, fraudulent activities result in substantial economic losses and reputational damage for producers and retailers. High-value foodstuffs, such as dairy products and premium olive oils, are especially susceptible to fraud due to their economic and nutritional significance. In addition to consumer-related concerns, food fraud presents challenges for regulatory authorities, who constantly try to enforce compliance and maintain food standards within an evolving global market. The traditional analytical methods applied for food authentication, while effective, can be time-consuming, costly, and require qualified personnel and extensive sample preparation. As a result, there is a growing need for rapid, accurate, and cost-effective analytical techniques that can ensure food authenticity, detect adulteration, and enhance traceability. In this context, Laser-Induced Breakdown Spectroscopy (LIBS) has emerged as a powerful, and very rapid non-destructive spectroscopic technique for food analysis. LIBS is a laser based spectroscopic technique that uses a focused laser beam to create a plasma onto the surface of a sample, which then emits light. The emitted light is collected, and analyzed, enabling the identification and quantification of the elemental composition of the sample. One of the key advantages of LIBS is its ability to perform rapid, real-time, and in-situ analysis, often requiring minimal or not at all sample preparation. Furthermore, LIBS can detect almost all of the elements of the periodic table, many of which serve as critical markers for determining food authentication, quality, and safety. The versatility of LIBS extends to its capability to analyze various food matrices, including solid, liquid, and powdered samples. Recent advancements in LIBS technology, particularly its combination with machine learning, have significantly enhanced the related data processing capabilities, allowing for the rapid interpretation of complex spectral data, and delivering highly accurate results. As a result, LIBS is considered a cutting-edge tool for food fraud prevention, offering an innovative approach to ensuring food transparency. The present thesis investigates the combined use of LIBS technique and machine learning on food authentication-related issues. In particular, the identification of origin, detection of adulteration, and quality control, with emphasis on milk and olive oil, are explored. To achieve these objectives, an extensive series of LIBS experiments was conducted on one of the largest sample collections analyzed to date. Over 1000 milk samples from different animal origins and extra virgin olive oil (EVOO) samples from several renowned olive oil-producing regions in Greece have been studied. Numerous machine learning algorithms have been employed to analyze the LIBS spectroscopic data, thoroughly assessing their performance and effectiveness. Comparative studies have also been performed, evaluating the capabilities of LIBS and comparing its results with those from other spectroscopic techniques, such as UV-Vis-NIR absorption spectroscopy. In addition, some data fusion strategies have been explored, demonstrating the benefits of the combination of LIBS with other spectroscopic techniques. In the first chapter of the present thesis, a comprehensive review of LIBS foods-related applications, emphasizing staple foods, such as olive oil, milk, and honey, is presented. A detailed discussion of the principles of LIBS, including the fundamental physical processes, technical aspects, and instrumentation-related issues, is given. A description of machine learning methods often combined with LIBS is also provided. Emphasis is given to the learning styles, along with the challenges and some major pitfalls associated with the application of machine learning in LIBS analysis. Following this theoretical background, the recent advancements in LIBS-based authentication studies for olive oil, milk, and honey are reviewed. The focus is placed on key applications, including the identification of geographical, cultivar, animal, and botanical origin, and the detection of adulteration. Next, in Chapters 2 and 3, the application of LIBS for milk analysis is presented. In more detail, in Chapter 2, the classification of liquid and powdered milk samples, based on their animal origin, i.e., cow, goat, and sheep milk, is examined, using nanosecond (ns) laser pulses, while in Chapter 3 only lyophilized powder milk samples were studied using femtosecond (fs) laser pulses. In all cases, the collected spectroscopic data were analyzed by several machine learning algorithms, including Linear Discriminant Analysis (LDA), Multilayer Perceptron (MLP) neural network, Support Vector Machine (SVMs), Gradient Boosting (GB), and Logistic Regression (LR). A thorough evaluation of the performance of these algorithms was conducted, focusing particularly on their predictive performance. Moreover, the impact of the spectral features of the major inorganic components of milk, i.e., magnesium (Mg), calcium (Ca), sodium (Na), and potassium (K) were also studied in terms of milk’s samples classification. In Chapters 4 and 5, the potential of LIBS and UV-Vis-NIR absorption spectroscopy for the discrimination of pure EVOOs from EVOOs adulterated with lower-quality edible oils (i.e., corn, pomace, soybean, and sunflower oils) and the identification of the type of adulterant are studied. In Chapter 4, the LIBS related results are presented, while Chapter 5 the results from the combined study, i.e., using both LIBS and UV-Vis-NIR absorption spectroscopy are presented and discussed. For the analysis of the spectroscopic data, the LDA, SVMs, GB, and LR algorithms were used and are thoroughly assessed. Finally, the comparison of the performance of the two spectroscopic techniques is presented.Η συνεχής ανάδειξη της σημασίας της διασφάλισης της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων και ο αυξανόμενος αριθμός περιπτώσεων απάτης έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερη ζήτηση αξιόπιστων τεχνικών πιστοποίησης της αυθεντικότητας των τροφίμων. Η απάτη τροφίμων, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αλλαγή σύστασης, τη νόθευση και τη λανθασμένη σήμανση, είναι ένα παγκόσμιο ζήτημα που επηρεάζει διάφορα τμήματα της βιομηχανίας τροφίμων. Τέτοιου τύπου δόλιες πρακτικές ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών, ιδίως όταν στα τρόφιμα εισάγονται επιβλαβείς ή κατώτερης διατροφικής αξίας ουσίες, ενώ, συγχρόνως, οδηγούν σε σημαντικές οικονομικές απώλειες και ζημία στη φήμη των παραγωγών. Ορισμένα τρόφιμα, υψηλής διατροφικής αξίας, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το ελαιόλαδο, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε δόλιες δραστηριότητες, λόγω της οικονομικής και διατροφικής τους σημασίας. Εκτός από τις ανησυχίες που σχετίζονται με τους καταναλωτές, η απάτη τροφίμων αποτελεί σοβαρό ζήτημα για τις ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες καλούνται να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση και τη διατήρηση των προτύπων τροφίμων σε μια συνεχώς εξελισσόμενη παγκόσμια αγορά. Οι παραδοσιακές αναλυτικές μέθοδοι που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα για την πιστοποίηση της γνησιότητας των τροφίμων, αν και αποτελεσματικές, μπορεί να είναι χρονοβόρες, δαπανηρές και απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό και εκτεταμένη προετοιμασία των δειγμάτων. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει αυξανόμενη ανάγκη για ταχείες, ακριβείς και οικονομικά αποδοτικές αναλυτικές τεχνικές που μπορούν να διασφαλίσουν τη γνησιότητα των τροφίμων, να ανιχνεύσουν τη νοθεία και να ενισχύσουν την ιχνηλασιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η φασματοσκοπία πλάσματος επαγόμενου από λέιζερ (LIBS) έχει αναδειχθεί ως μια κατάλληλη αναλυτική τεχνική. Η τεχνική LIBS στηρίζεται στην αλληλεπίδραση μιας ισχυρής δέσμης λέιζερ με το υπό μελέτη δείγμα, οδηγώντας στον σχηματισμό πλάσματος, το οποίο εκπέμπει φως. Το εκπεμπόμενο φως συλλέγεται και αναλύεται, επιτρέποντας τον προσδιορισμό της στοιχειώδους σύστασης του δείγματος. Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα της τεχνικής είναι η ικανότητά της να παρέχει γρήγορη, πραγματικού χρόνου και επιτόπια ανάλυση, ειδικά χωρίς εκτεταμένη ή, στις περισσότερες περιπτώσεις, καθόλου προετοιμασία δείγματος. Η τεχνική είναι επίσης ικανή να ανιχνεύσει πληθώρα στοιχείων, τα οποία είναι συχνά κρίσιμα για την αναγνώριση της αυθεντικότητας, τη ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων. Επιπλέον, μπορεί να αναλύσει διάφορα τρόφιμα, όπως υγρά, στερεά ή σε σκόνη. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην τεχνολογία και τον προγραμματισμό, συμπεριλαμβανομένης της συνδυασμένης χρήσης της τεχνικής με τη μηχανική μάθηση, έχουν ενισχύσει σημαντικά την ικανότητά της να επεξεργάζεται σύνθετα δεδομένα και να παρέχει εξαιρετικά ακριβή αποτελέσματα. Συνεπώς, η τεχνική LIBS έχει αναδειχθεί ως ένα σύγχρονο εργαλείο για την πρόληψη της απάτης, προσφέροντας μια καινοτόμο προσέγγιση για τη διασφάλιση της διαφάνειας των τροφίμων.Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την συνδυασμένη εφαρμογή της τεχνικής LIBS και της μηχανικής μάθησης σε ζητήματα πιστοποίησης της αυθεντικότητας τροφίμων. Συγκεκριμένα, εξετάζονται ζητήματα όπως η αναγνώριση της προέλευσης, η ανίχνευση νόθευσης και ο ποιοτικός έλεγχος, με έμφαση στο γάλα και το ελαιόλαδο. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, πραγματοποιήθηκε μια εκτενής σειρά πειραμάτων LIBS σε μία από τις μεγαλύτερες συλλογές δειγμάτων που έχουν αναλυθεί μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερα, μελετήθηκαν περισσότερα από 1000 δείγματα γάλακτος, διαφορετικής ζωικής προέλευσης, καθώς και δείγματα εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου από διάφορες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν πολλαπλοί αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης για την ανάλυση των φασματοσκοπικών δεδομένων, με την απόδοση και την αποτελεσματικότητά τους να αξιολογούνται λεπτομερώς. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν μελέτες όπου οι δυνατότητες της τεχνικής LIBS αξιολογήθηκαν σε σχέση με άλλες φασματοσκοπικές τεχνικές (συγκριτικά ή/και συνδυαστικά), όπως η φασματοσκοπία απορρόφησης. Το Κεφάλαιο 1 της παρούσας διατριβής παρέχει μια πλήρη ανασκόπηση των εφαρμογών της τεχνικής LIBS στην ανάλυση τροφίμων, με έμφαση σε βασικά τρόφιμα όπως το ελαιόλαδο, το γάλα και το μέλι. Στο κεφάλαιο παρουσιάζονται λεπτομερώς οι αρχές λειτουργίας της τεχνικής, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών φυσικών διεργασιών και των τεχνικών πτυχών. Επιπλέον, δίνεται η περιγραφή των μεθόδων μηχανικής μάθησης που συνδυάζονται συνήθως με τη τεχνική, με έμφαση στις μορφές μάθησης, καθώς και στις προκλήσεις και τις βασικές παγίδες που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της στην ανάλυση φασματοσκοπικών δεδομένων. Στη συνέχεια, αναφέρονται οι πρόσφατες μελέτες ανάλυσης του ελαιόλαδου, γάλακτος και μελιού, εστιάζοντας κυρίως στην αναγνώριση της γεωγραφικής προέλευσης, του φυτικού και ζωικού είδους και στην ανίχνευση νόθευσης. Στα Κεφάλαια 2 και 3 παρουσιάζεται η εφαρμογή της τεχνικής LIBS στην ανάλυση του γάλακτος. Συγκεκριμένα, στο Κεφάλαιο 2 περιγράφεται η ταξινόμηση δειγμάτων γάλακτος σε υγρή μορφή και μορφή σκόνης, με βάση την ζωική προέλευση (αγελαδινό, κατσικίσιο και πρόβειο γάλα), χρησιμοποιώντας φάσματα LIBS που συλλέχθηκαν με χρήση nanosecond (ns) λέιζερ. Στο Κεφάλαιο 3 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της ίδιας ανάλυσης, σε δείγματα γάλακτος υπό μορφή σκόνης, των οποίων τα φάσματα LIBS συλλέχθηκαν με χρήση femtosecond (fs) λέιζερ. Η ανάλυση των φασματοσκοπικών δεδομένων υλοποιήθηκε με εφαρμογή των εξής αλγόριθμων μηχανικής μάθησης: Linear Discriminant Analysis (LDA), Multilayer Perceptron (MLP) neural network, Support Vector Machine (SVMs), Gradient Boosting (GB), και Logistic Regression (LR). Επιπλέον, αξιολογήθηκε η επίδραση της επιλογής χαρακτηριστικών φασματικών εκπομπών στην απόδοση της ταξινόμησης των δειγμάτων γάλακτος βάσει της ζωικής προέλευσης, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον σε βασικές φασματικές εκπομπές που αντιστοιχούν στο ανόργανο περιεχόμενο του γάλακτος, όπως το μαγνήσιο (Mg), το ασβέστιο (Ca), το νάτριο (Na) και το κάλιο (K). Στα Κεφάλαια 4 και 5 παρουσιάζονται οι δυνατότητες της τεχνικής LIBS για την πιστοποίησης της αυθεντικότητας του ελαιόλαδου, εστιάζοντας στην ανίχνευση της νόθευσης. Συγκεκριμένα, εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα αναμείχθηκαν με κατώτερης ποιότητας φυτικά έλαια, όπως λάδι καλαμποκιού, πυρηνέλαιου, σόγιας και ηλιέλαιου. Στις παρούσες μελέτες ο στόχος ήταν η διάκριση των καθαρών ελαιόλαδων από τα νοθευμένα και η αναγνώριση του φυτικού ελαίου που χρησιμοποιήθηκε. Στο Κεφάλαιο 4, η ανίχνευση της νόθευσης βασίστηκε αποκλειστικά στα δεδομένα LIBS, ενώ στο Κεφάλαιο 5, εξετάζεται η εφαρμογή τόσο της τεχνικής LIBS όσο και της φασματοσκοπίας απορρόφησης στα ίδια δείγματα ελαιόλαδου, επιτρέποντας μια άμεση σύγκριση της απόδοσης των δύο τεχνικών. Για την ανάλυση των δεδομένων εφαρμόστηκαν οι αλγόριθμοι LDA, SVMs, GB και LR

    The nationalist outbursts in post- Tito's era Yugoslavia and the war in Bosnia

    No full text
    The primary objective of this thesis is to examine how the Bosnian War and its associated events were perceived both by the directly involved parties and by the international community. Additionally, it seeks to analyze the role of national rivalries within Yugoslavia, particularly in the period following Tito’s death, and how these rivalries contributed not only to the outbreak of war in Bosnia but also to the broader disintegration of Yugoslavia. To achieve this, the study will draw upon a range of scholarly works, as well as primary sources, including newspaper articles (from Serbian, Croatian, and Bosnian press), magazines and Reports. In terms of structure, the first chapter will provide a historical overview of Yugoslavia. The second chapter will examine the rise and development of nationalism within the Yugoslav republics during the post-Tito era. Finally, the third chapter will analyze the consequences of the nationalist upheaval in Yugoslavia following Tito’s death, with a particular focus on the Bosnian War and the ways in which its events were represented by the various parties involved.Ο βασικός στόχος της διδακτορικής διατριβής αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν ο πόλεμος της Βοσνίας και οι σχετικές με αυτόν εξελίξεις τόσο από τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, όσο και από τη Διεθνή Κοινότητα. Πέραν τούτου, οι επιμέρους στόχοι υπό το πρίσμα και του βασικού στόχου, αφορούν τους εθνικούς ανταγωνισμούς στη Γιουγκοσλαβία κυρίως την περίοδο μετά το θάνατο του Τίτο και τον τρόπο που αυτοί συνέβαλαν στη διεξαγωγή του πολέμου στη Βοσνία καθώς και στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Για να καταστεί αυτό δυνατό γίνεται έρευνα τόσο σε σχετικά βιβλία, όσο και σε μια σειρά πρωτογενών πηγών και κειμένων όπως άρθρα από εφημερίδες (σερβικές, κροατικές και βοσνιακές) και περιοδικά καθώς και σε Εκθέσεις. Αναφορικά με τη δομή της διδακτορικής διατριβής, το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στην ιστορική πορεία της Γιουγκοσλαβίας. Το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην ανάπτυξη του εθνικισμού στις Δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στις συνέπειες των εθνικιστικών εξάρσεων στη μετατιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, εστιάζοντας στον πόλεμο στη Βοσνία καθώς και στην παρουσίαση των γεγονότων αυτού από καθεμιά από τις εμπλεκόμενες δυνάμεις

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇