Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Association of sexual dysfunction with microvascular and macrovascular complications of type 2 diabetes mellitus
The present cross-sectional study aimed to investigate the relationship between sexual dysfunction and diabetic kidney disease (DKD), diabetic retinopathy (DR), diabetic peripheral neuropathy (DPN), cardiac autonomic neuropathy (CAN) and arterial stiffness in patients with type 2 diabetes mellitus (T2DM). The relationship between erectile dysfunction and metabolic syndrome was also assessed in male participants. For the assessment of erectile and female sexual dysfunction, the International Index of Erectile Function (IIEF) and the Female Sexual Function Index (FSFI) questionnaires were used, respectively. Patients underwent fundoscopy, the 24-hour urine albumin secretion was assessed, the estimated glomerular filtration rate (eGFR) was calculated with the CKD-EPI equation, they were evaluated with the Neuropathy Disability Score and the Neuropathy Symptom Score instruments for DPN, CAN assessment was performed with the classic battery of tests for cardiovascular autonomic neuropathy and with the time domain methods for the 24h heart rate variability (HRV), while a 24-hour ambulatory blood pressure and pulse wave velocity (PWV) assessment was performed. In total, 80 T2DM patients, 50 males and 30 females with a median age of 65 years and a median diabetes duration of 10 years agreed to participate in the study. Sexual dysfunction was present in 80% of the patients, in 86% of males and 73.3% of females. The presence of sexual dysfunction was not associated with DKD, DR, DPN, CAN or albuminuria. Sexual dysfunction was associated with lower eGFR values. eGFR was associated with the severity of erectile dysfunction in males and with the domains of desire, arousal and lubrication and with the total FSFI score in females. As for 24-hour heart rate variability, SDNNI was negatively associated with erectile dysfunction and RMSSD was positively related to female sexual dysfunction. Sexual dysfunction in males and females was also negatively associated with systolic and diastolic nocturnal deeping. Multivariate linear and logistic regression analyses revealed the prognostic value of systolic deeping for sexual dysfunction, as well as for the IIEF score for erectile function and the FSFI score for lubrication and pain. Sexual dysfunction in males and females was associated with higher PWV. In male participants, erectile dysfunction was not related to metabolic syndrome. Only abnormal HDL was associated with erectile dysfunction, however, after the implementation of multivariate linear regression analyses, no significant association was observed. In conclusion, the prevalence of sexual dysfunction is high in elderly T2DM patients. Sexual dysfunction in males and females was associated with eGFR, nocturnal systolic and diastolic deeping and PWV, erectile dysfunction was associated with eGFR and SDNNI, and female sexual dysfunction was associated with eGFR and RMSSD. Systolic deeping had a prognostic value for sexual dysfunction, as well as for the IIEF score for erectile function and the FSFI scores for lubrication and pain. Larger, prospective studies are needed to confirm these correlations.Σκοπός της παρούσας συγχρονικής μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ της σεξουαλικής δυσλειτουργίας και της διαβητικής νεφρικής νόσου (ΔΝΝ), της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (ΔΑ), της περιφερικής διαβητικής νευροπάθειας (ΠΔΝ), της διαβητικής νευροπάθειας του αυτόνομου νευρικού συστήματος του καρδιαγγειακού (ΔΝΑΝΣΚ) και της αρτηριακής σκληρίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2). Στον ανδρικό πληθυσμό της μελέτης διερευνήθηκε και η συσχέτιση της στυτικής δυσλειτουργίας με το μεταβολικό σύνδρομο. Η στυτική δυσλειτουργία αξιολογήθηκε με το ερωτηματολόγιο International Index of Erectile Function (IIEF) και η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία με το ερωτηματολόγιο Female Sexual Function Index (FSFI). Οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε βυθοσκόπηση, σε συλλογή ούρων 24ώρου για τον προσδιορισμό αλβουμίνης ή λευκωματίνης, υπολογίστηκε ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης (ΡΣΔ) με τον τύπο CKD-EPI, αξιολογήθηκαν με τα εργαλεία Neuropathy Disability Score και Neuropathy Symptom Score για τη ΠΔΝ, με τις κλασικές καρδιαγγειακές δοκιμασίες και με την 24ωρη μεταβλητότητα της καρδιακής συχνότητας για τη ΔΝΑΝΣΚ, και με την 24ωρη περιπατητική καταγραφή της αρτηριακής πίεσης και της ταχύτητας του σφυσμικού κύματος (pulse wave velocity, PWV) για την αρτηριακή σκληρία. Συνολικά 80 ασθενείς με ΣΔ2, 50 άνδρες και 30 γυναίκες με διάμεση ηλικία τα 65 έτη και διάμεση διάρκεια ΣΔ2 τα 10 έτη, δέχτηκαν να συμμετάσχουν στη μελέτη. Σεξουαλική δυσλειτουργία είχε το 80% του συνόλου, το 86% των ανδρών και το 73,3% των γυναικών. Η σεξουαλική δυσλειτουργία δε συσχετίστηκε με τη ΔΑ, την ΠΔΝ, τη ΔΝΑΝΣΚ, τη ΔΝΝ ή την αλβουμινουρία. Η σεξουαλική δυσλειτουργία συσχετίστηκε με χαμηλότερες τιμές του ΡΣΔ. Ο ΡΣΔ συσχετίστηκε με τη βαρύτητα της στυτικής δυσλειτουργίας στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες με τους τομείς της επιθυμίας, της διέγερσης, της κολπικής εφύγρανσης και με το συνολικό FSFI σκορ. Ο δείκτης SDNNI συσχετίστηκε αρνητικά με τη στυτική δυσλειτουργία και ο δείκτης RMSSD θετικά με τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία. Η σεξουαλική δυσλειτουργία συσχετίστηκε επίσης με χαμηλότερα ποσοστά συστολικής και διαστολικής νυχτερινής εμβύθισης. Μετά την εφαρμογή πολυπαραγοντικών μοντέλων λογιστικής και γραμμικής παλινδρόμησης, η συστολική εμβύθιση είχε προγνωστική αξία για την εκδήλωση σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπως επίσης και για το IIEF σκορ για τη στυτική λειτουργία και το FSFI σκορ για την κολπική εφύγρανση και τον πόνο. Η παρουσία σεξουαλικής δυσλειτουργίας συσχετίστηκε με υψηλότερες τιμές της PWV. Στους άνδρες ασθενείς, η στυτική δυσλειτουργία δε συσχετίστηκε με την παρουσία μεταβολικού συνδρόμου. Μόνο η παρουσία παθολογικής HDL συσχετίστηκε με τη στυτική δυσλειτουργία, ωστόσο, μετά την εφαρμογή πολυπαραγοντικών μοντέλων γραμμικής παλινδρόμησης, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Συμπερασματικά, ο επιπολασμός της σεξουαλικής δυσλειτουργίας είναι μεγάλος στους ηλικιωμένους ασθενείς με ΣΔ2. Η σεξουαλική δυσλειτουργία στο σύνολο του πληθυσμού της μελέτης συσχετίστηκε με το ΡΣΔ, τη συστολική και διαστολική εμβύθιση και τη PWV, η στυτική δυσλειτουργία συσχετίστηκε με το ΡΣΔ και το δείκτη SDNNI και η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία με το ΡΣΔ και το δείκτη RMSSD. Η συστολική εμβύθιση είχε προγνωστική αξία για την εκδήλωση σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπως επίσης και για το IIEF σκορ για τη στυτική λειτουργία και για το FSFI σκορ για την κολπική εφύγρανση και τον πόνο. Μεγαλύτερες, προοπτικές μελέτες χρειάζονται για την επιβεβαίωση των ανωτέρω συσχετίσεων
Investigation of the effectiveness of a home-based educational program for patients with type 2 diabetes mellitus
Aim: Ιnvestigation of the effectiveness of a health literacy-adapted educational intervention for patients with type 2 diabetes mellitus (T2DM) conducted at home aimed at achieving glycemic control goals and improving health literacy (HL) and self-efficacy (SE). Method: This is an experimental study with an intervention group and a control group consisting of a random sample of patients with T2DM who were monitored at the diabetes clinic and home care department of the Hospital of Drama, Greece. The intervention group participated in a structured home-education program, while the control group received standard care during routine visits. All patients completed two scales before the intervention, immediately after and 3 months post-intervention. These scales included the short form of the European Health Literacy Survey Questionnaire (HLS-EU-Q16) to measure HL and the Diabetes Management Self-Efficacy Scale (DMSES) to assess Self-Efficacy (SE) in individuals with T2DM. Additionally, BMI was calculated and medical history, demographic characteristics, and glycemic control metrics, such as A1C (A1C) fasting plasma glucose (FPG) and postprandial plasma glucose (PPG), were also recorded. Results: A total of 120 patients with T2DM (response rate: 92.3%) were enrolled in the study, with 60 participants in the control group and 60 in the intervention group. The mean age of participants in the control group was 64 years [SD= 10.6], while in the intervention group it was 66.9 [SD= 10.6]. he majority of participants in both groups were female (55%, 51%, respectively). The two groups did not differ significantly in their characteristics. In the overall sample, a statistically significant positive correlation was found between HL and SE and a significant negative association was observed between A1C and diet, physical activity. HL was found significantly correlated with age, gender, education level, and A1C. Women and older people had lower HL, while a higher education level was significantly associated with higher HL. Higher A1C levels were significantly associated with lower HL. Additionally, SE partially mediates the relationship between HL and A1C, in a statistically significant manner. In the intervention group, the average weight decreased by 2.5 kg (BMI -0.9 kg/m2) 3 months post-intervention. A1C in this group decreased by an average of 0.64% (7.6%→6.96%) 3 months post-intervention and the proportion of those who achieved A1C targets increased from 28.3% to 56.7%. Both FPG and PPG also decreased significantly in the intervention group 3 months post-intervention. FPG decreased by an average of 21.72 mg/dl (from 136.2 mg/dl to 114.5 mg/dl) and PPG decreased by 16.67 mg/dl (from 162 mg/dl to 145.3 mg/dl). The proportion of patients achieving FPG and PPG targets in the intervention group increased from 35.6% to 76.7% and from 64.4% to 93.3%, respectively. HL and SE increased significantly immediately after the intervention in the intervention group and this effect was maintained 3 months later. SE continued to fully mediate the relationship between HL and A1C in the intervention group immediately after the intervention. Conclusion: The results of the study confirm that family-based and HL-adapted intervention programs can enhance the successful management of T2DM. An HL-adapted intervention may help patients with T2DM achieve the glycemic control goals, while also improving both their HL and SE.Εισαγωγή: Η παρούσα διατριβή εξετάζει την επίδραση ενός προγράμματος κατ’ οίκον εκπαίδευσης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2), εστιάζοντας στη βελτίωση της διαχείρισης της νόσου, στην επίτευξη των θεραπευτικών στόχων και στη βελτίωση παραγόντων που σχετίζονται με αυτούς μέσω προσαρμοσμένης εκπαίδευσης. Σκοπός: Σκοπός ήταν η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας ενός προγράμματος κατ’ οίκον εκπαίδευσης, προσαρμοσμένου στην εγγραμματοσύνη υγείας (ΕΥ) ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας αφορούσε στην επίτευξη των στόχων που σχετίζονται με την γλυκαιμική ρύθμιση, την αύξηση της αυτοαποτελεσματικότητας (ΑΑ) διαχείρισης της νόσου και την αύξηση της ΕΥ των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα. Επιπλέον στόχος της μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ ΕΥ, ΑΑ και επίτευξης των θεραπευτικών στόχων σε ασθενείς με ΣΔΤ2. Υλικό και μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε συγχρονική μελέτη συσχέτισης (Φάση 1) και τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή με ομάδα παρέμβασης και ομάδα ελέγχου (Φάση 2), με τυχαίο δείγμα 120 ασθενών με ΣΔΤ2 που παρακολουθούνταν στο Εξωτερικό Διαβητολογικό Ιατρείο και στο τμήμα κατ' οίκον νοσηλείας του νοσοκομείου Δράμας. Η ομάδα παρέμβασης παρακολούθησε δομημένο πρόγραμμα κατ' οίκον εκπαίδευσης ενώ η ομάδα ελέγχου έλαβε τη συνήθη φροντίδα. Όλοι οι ασθενείς συμπλήρωσαν τη σύντομη μορφή της κλίμακας HLS-EU-Q16 για την αξιολόγηση της ΕΥ και την κλίμακα DMSES για την αξιολόγηση της ΑΑ για τη διαχείριση του ΣΔΤ2, σε 3 χρονικές στιγμές: πριν από την παρέμβαση, αμέσως μετά την παρέμβαση και 3 μήνες μετά. Καταγράφηκαν επίσης το ιατρικό ιστορικό, δημογραφικά χαρακτηριστικά, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (A1C), η γλυκόζη νηστείας πλάσματος (FPG), η μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος (PPG) και υπολογίστηκε ο BMI. Αποτελέσματα: Στη μελέτη συμμετείχαν 60 ασθενείς με ΣΔΤ2 στην ομάδα ελέγχου και 60 στην ομάδα παρέμβασης (ποσοστό ανταπόκρισης 92,3%). Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων στην ομάδα ελέγχου ήταν 64 έτη και στην ομάδα παρέμβασης 66,9 έτη με την πλειονότητα και στις δύο ομάδες να είναι γυναίκες (55% και 51,7% αντίστοιχα). Οι δύο ομάδες δεν διέφεραν σημαντικά ως προς τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους. Στο συνολικό δείγμα βρέθηκε στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ ΕΥ και ΑΑ. Η ΕΥ συσχετίστηκε με την ηλικία, φύλο, επίπεδο εκπαίδευσης και την A1C με τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους να έχουν χαμηλότερη ΕΥ, ενώ αντίθετα το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης συσχετίστηκε σημαντικά με υψηλότερη ΕΥ. Η υψηλότερη A1C συσχετίστηκε σημαντικά με χαμηλότερη ΕΥ. Επίσης, η ΑΑ βρέθηκε να μεσολαβεί εν μέρει στη σχέση μεταξύ ΕΥ και A1C, με σημαντικό τρόπο. Το βάρος των ασθενών στην ομάδα παρέμβασης μειώθηκε κατά μέσο όρο 2,5 kg (BMI -0.9 kg/m2) 3 μήνες μετά την παρέμβαση (p<0.001). Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα της μελέτης επιβεβαιώνουν ότι τα προγράμματα κατ’ οίκον παρέμβασης μπορούν να συμβάλλουν στην επιτυχή διαχείριση του ΣΔΤ2. Μια παρέμβαση προσαρμοσμένη στην ΕΥ των ασθενών με ΣΔΤ2 μπορεί να τους βοηθήσει να επιτύχουν τους γλυκαιμικούς στόχους να αυξήσουν την ΑΑ και την ΕΥ τους
The issues of social justice and social injustice in the textbooks and course files for the Religion course of Gymnasium and General Lyceum
The purpose of the thesis was to study the issues of social injustice and social justice, the extent and the way in which they are presented in the 2010 textbooks and in the 2017 course files for the Religion course of the Gymnasium and General Lyceum. The choice of the issues of social injustice and justice is linked to their criticality for the quality of social relations, the development of citizenship and active political life in society. The choice of dealing with the Religious course textbooks is linked to the importance that school textbooks have for the organization of school knowledge and the implementation of school education. The first chapter examined the issue of injustice and justice in the 2010 Gymnasium and General Lyceum Religious course textbooks. The second chapter examined the issue of injustice and justice in the 2017 course files of the Religion course of the Gymnasium and General Lyceum. The third chapter concerns critical reflections on the Christian perception of injustice and justice, as revealed in the textbooks and course files of the Religious course that were examined. The fourth chapter explored the context and method of teaching religion in schools and formulated an alternative proposal for this issue.Σκοπός της διατριβής ήταν η μελέτη των ζητημάτων της κοινωνικής αδικίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, της έκτασης και του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται στα εγχειρίδια του 2010 και στους φακέλους του 2017 Γυμνασίου και γενικού Λυκείου του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η επιλογή των ζητημάτων της κοινωνικής αδικίας και δικαιοσύνης συνδέεται με την κρισιμότητά τους για την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων, την ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη και της ενεργής πολιτικής ζωής στην κοινωνία. Η επιλογή της ενασχόλησης με τα σχολικά βιβλία των Θρησκευτικών συνδέεται με τη σημασία που έχουν τα σχολικά εγχειρίδια για την οργάνωση της σχολικής γνώσης και υλοποίηση της σχολικής εκπαίδευσης. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάστηκε το ζήτημα της αδικίας και της δικαιοσύνης στα εγχειρίδια Θρησκευτικών Γυμνασίου και Γενικού Λυκείου του 2010. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάστηκε το ζήτημα της αδικίας και της δικαιοσύνης στους φακέλους του μαθήματος Θρησκευτικών Γυμνασίου και Γενικού Λυκείου. Στο τρίτο κεφάλαιο διατυπώθηκαν κριτικές παρατηρήσεις για τη χριστιανική αντίληψη της αδικίας και της δικαιοσύνης, όπως αυτή αποκαλύπτεται στα βιβλία και στους φακέλους του μαθήματος των Θρησκευτικών που εξετάστηκαν. Στο τέταρτο κεφάλαιο διερευνήθηκε το πλαίσιο και ο τρόπος διδασκαλίας της θρησκείας στα σχολεία και διατυπώθηκα εναλλακτική πρόταση για το ζήτημα αυτό
Υπερηχητικά ενεργοποιούμενα νανοφάρμακα για στοχευμένη θεραπεία του καρκίνου του παγκρέατος
Pancreatic cancer is one of the leading causes of cancer-related deaths in the Western world due to the lack of potent therapeutics and biomarkers for early diagnosis. A primary reason is the asymptomatic nature of the disease, as patients with stage III locally advanced pancreatic cancer (LAPC) exhibit severe symptoms only later, when the disease intersects with the celiac trunk or the superior mesenteric artery. Additionally, gemcitabine (GEM), one of the most commonly used monotherapies, is only marginally effective. In recent years, combination therapies have improved survival rates in patients with various cancer malignancies. These therapies leverage the synergistic effects of multiple drug molecules targeting different pathways. Two combination therapies currently employed in clinical practice for LAPC are FOLFIRINOX (co-administration of folinic acid, fluorouracil, irinotecan, and oxaliplatin) and the co-administration of GEM with nab-paclitaxel (albumin-bound paclitaxel, nab-PTX). Despite the noticeable clinical benefit of the FOLFIRINOX regimen in improving overall survival, only a small number of patients can benefit from this therapy due to its high risk of lethal toxicity. To address these limitations, alternative strategies such as stimulus-responsive drug delivery systems are being explored to enhance efficacy while reducing systemic toxicity. Among these, ultrasound-mediated therapies have gained attention due to their non-invasive nature and ability to spatially control drug release. Ultrasound, a mechanical sound wave, can efficiently induce hyperthermia and generate cytotoxic reactive oxygen species (ROS). The combination of ultrasound waves with sonosensitizers (i.e., porphyrin molecules) to produce ROS is known as sonodynamic therapy (SDT). Although the mechanistic mode of action of SDT is not yet fully understood, it has shown promise in oncology for delivering small anticancer drugs and biologics (i.e., proteins, nucleic acids). Polymer-drug conjugates (PDCs) have recently garnered attention from the pharmaceutical industry, as they enable controlled and targeted drug release through the use of suitable linkers. Therefore, the aim of my thesis is to synthesize and biologically evaluate multidrug PDCs that release anticancer drugs via ultrasound stimulation. Initially, commercially available monomer synthons were functionalized to attach drug molecules through covalent coupling. The choice of linker was a key consideration, as it plays a critical role in drug release. Accordingly, two types of linkers were synthesized: one containing disulfide bonds that can be easily hydrolyzed in cells via enzymes and acidic pH (the fast-reducible linker), and another with no sensitivity to changes in the cellular environment (the slow-reducible linker). Two anticancer drugs, GEM and camptothecin (CPT), were used, resulting in four hydrophobic monomer prodrugs that were ready for polymerization with various drug and linker combinations. To investigate the release rates of the synthesized linkers and the efficacy of the drugs, these hydrophobic monomers were polymerized via reversible addition-fragmentation chain transfer (RAFT) polymerization with hydrophilic polyethylene glycol (PEG). Amphiphilic polymers were formed, and nanoparticles were generated through precipitation. Release studies demonstrated that drug release was enhanced under cancer cell culture conditions when the drug was attached to the disulfide-containing linker. Upon ultrasound irradiation, accelerated drug release was observed in these PDCs, which was further enhanced by the presence of a sonosensitizer due to ROS generation. Systematic in vitro testing across different treatment modalities revealed that some formulations were capable of outperforming the IC50 values of the parent drugs by up to five orders of magnitude. The drug-monomers were further combined with thermoresponsive polymers in a hyperthermia setting. Mild hyperthermia at 41–42°C has been shown to induce multifaceted effects on tumor physiology at both the tissue and cellular levels, including increased cell membrane fluidity, fragmentation of the endoplasmic reticulum, reduced ATP production, heat-shock protein overexpression, and activation of apoptotic caspase signaling pathways. Thus, thermoresponsive PDCs were developed to respond to mild hyperthermia conditions in combination with ultrasound activation. Starting from the polymerizable monomer-drug precursors, RAFT polymerization was performed with oligo(ethylene glycol) methyl ether methacrylate (OEGMA500) and di(ethylene glycol) methyl ether methacrylate (MeO2MA)—which have a lower critical solution temperature (LCST) of approximately 41–42°C, aligned with the desired hyperthermia range—yielding a library of thermoresponsive PDCs. Their release rates were evaluated above and below the LCST, with and without ultrasound, and in acidic or neutral pH. In vitro studies revealed that synergism was observed among the treatment modalities—PDCs, ultrasound, and temperaure—with IC50 values significantly lower than those of the parent drugs. Finally, polyelectrolyte complexes (PECs) were developed to address critical challenges in drug delivery systems, such as improved biocompatibility and enhanced cellular uptake due to better interactions with cell membranes. Polyionic PDCs were synthesized using free radical polymerization (FRP), incorporating 2-(dimethylamino)ethyl methacrylate (DMAEMA) and HPMA-Suc to achieve positive and negative charges, respectively. These polyions were used to form PECs via nanoprecipitation through electrostatic interactions, and release experiments were conducted at two different pH levels. In vitro experiments demonstrated that enhanced cytotoxicity was achieved for PECs, particularly those containing CPT, along with low hemolysis, indicating their potential as novel nanomedicines that maximize therapeutic efficacy while ensuring safety.Ο καρκίνος του παγκρέατος αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου στον δυτικό κόσμο λόγω των περιορισμένων θεραπευτικών επιλογών και της απουσίας βιοδεικτών για έγκαιρη διάγνωση. Μια συνήθης θεραπεία για τον εν λόγω καρκίνο είναι η γεμσιταβίνη (GEM), η οποία ωστόσο εμφανίζει περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Για τον λόγο αυτό, απαντάται συχνά σε συνδυαστικές θεραπείες, όπως η συγχορήγηση GEM με δεσμευμένη σε αλβουμίνη πακλιταξέλη και το FOLFIRINOX (συγχορήγηση φολινικού οξέος, φθοροουρακίλης, ιρινοτεκάνης και οξαλιπλατίνης), οι οποίες αν και βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα, εμφανίζουν υψηλή τοξικότητα με αποτέλεσμα η χρήση τους να είναι περιορισμένη. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν αυτές οι προκλήσεις, έχουν μελετηθεί υβρίδια πολυμερών-φαρμάκων (PDCs), τα οποία επιτρέπουν ελεγχόμενη και στοχευμένη απελευθέρωση των τελευταίων. Τα εν λόγω υβρίδια, μπορούν να αυξήσουν περαιτέρω την αποτελεσματικότητά τους όταν χρησιμοποιούνται παράλληλα με θεραπείες όπως η σονοδυναμική (SDT). Πιο συγκεκριμένα, έχει βρεθεί ότι η τελευταία, όπου συνδυάζει υπερήχους με σονοευαισθητοποιητές, παράγει κυτταροτοξικές ελεύθερες ρίζες οξυγόνου (ROS) οι οποίες βελτιώνουν στην αποτελεσματικότητα τέτοιων συστημάτων ενώ παράλληλα μειώνουν τη συστημική τοξικότητα. Στην παρούσα διατριβή πραγματοποιήθηκε η PDCs με GEM και καμπτοθεκίνη (CPT), συνδεδεμένα μέσω ταχέως και βραδέως υδρολυόμενων συνδετών. Μέσω πολυμερισμού ριζών μεταφοράς αλυσίδας με αντιστρεπτή προσθήκη-απόσπαση (RAFT) με πολυαιθυλενογλυκόλη (PEG), σχηματίστηκαν αμφίφιλα νανοσωματίδια. Μελέτες αποδέσμευσης έδειξαν αυξημένη απελευθέρωση των φαρμάκων σε όξινες συνθήκες με τον ταχέως υδρολυόμενο συνδέτη, με περαιτέρω ενίσχυση από υπερήχους και ROS. Σε in vitro ορισμένα PDCs εμφάνισαν έως πέντε τάξεις μεγέθους μικρότερα IC50 από τα αρχικά φάρμακα. Επιπρόσθετα, αναπτύχθηκαν θερμοαποκρίσιμα PDCs κατάλληλα για ήπια υπερθερμία (41–42°C). Για την σύνθεση αυτών, χρησιμοποιήθηκαν μεθακρυλικός ολιγο(αιθυλενογλυκολ)μεθυλαιθερας και μεθακρυλικός δι(αιθυλενογλυκολ)μεθυλαιθερας για την δημουργία του πολυμερών με θερμοκρασία κατώτερου ορίου διαλυτότητας (LCST) στους 41–42°C, δηλαδή τη θερμοκρασία υπερθερμίας. In vitro μελέτες έδειξαν συνεργητική δράση του θεραπευτικού μοντέλου (PDCs, υπέρηχοι και θερμοκρασία) με τιμές IC50 σημαντικά χαμηλότερες από αυτές των αρχικών φαρμάκων. Επίσης, πολυηλεκτρολυτικά συμπλέγματα (PECs) κατασκευάστηκαν με πολυιονικά PDCs με σκοπό τη βελτίωση της βιοσυμβατότητας και της κυτταρικής πρόσληψης. In vitro πειράματα έδειξαν ενισχυμένη κυτταροτοξικότητα και χαμηλή αιμόλυση, υποδεικνύοντας τη δυνατότητά τους ως ασφαλή, αποτελεσματικά νανοφάρμακα. Η μελέτη αυτή υπογραμμίζει τη δυναμική των PDCs και PECs με υπερήχους ως καινοτόμες πλατφόρμες για τη θεραπεία του καρκίνου του παγκρέατος, προσφέροντας βελτιωμένη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια μέσω στοχευμένης μεταφοράς και απελευθέρωσης φαρμάκων
Body-weight-supported treadmill training as a physical therapy mean, to patients with spinal cord injury
The present study aims to investigate the effect of body weight supported treadmill (BWSTT) gait training in patients with spinal cord lesion or spinal cord injury (SCI). The research focuses on the restoration of mobility, functionality, spasticity, quality of life, and the study of parameters such as bone metabolism and body composition. Methods: 26 patients with spinal cord injuries participated in the study. The intervention lasted six weeks, with three BWSTT sessions per week. Participants were assessed using valid instruments: the WISCI II scale to evaluate walking ability, the Barthel Index to measure functional capacity, the Modified Ashworth Scale (MAS) to assess spasticity, and the WHOQOL-BREF questionnaire to estimate quality of life. Dual-energy X-ray absorptiometry (DEXA) was used to measure bone density and body composition. In addition, blood markers of bone metabolism, such as osteocalcin, parathyroid hormone (PTH), calcitonin, bone alkaline phosphatase (BAP) and vitamins D (25-OH and 1,25(OH)₂) were recorded. Data was collected before and after the intervention. Results: Mobility: There was a statistically significant increase in walking speed on the powered treadmill by 206.67% and distance travelled by 343.48%. The WISCI II value showed a mean increase of 1.50 ± 10.91, p: 0.011. Functionality: The Barthel Index recorded a mean increase of 8.66 ± 33.07, p: 0.001, indicating increased autonomy in activities of daily living. Spasticity: In the pooled analysis of MAS, the mean difference before and after intervention was -1.42 ± 1.07, p: 0.0008, indicating a statistically significant reduction in spasticity in selected muscles. Bone Metabolism: the mean difference in osteocalcin levels was 4.22 ± 28.62ng/ml, p: 0.004, suggesting increased bone formation activity. The other indices did not record statistically significant changes. Quality of Life: Although no statistically significant changes were found in the WHOQOL-BREF scores, evidence of improvement in individual domains was observed. Conclusions: The findings of this study demonstrate the positive effect of BWSTT on mobility, function and bone metabolism in patients with spinal cord injury and highlight the potential to reduce spasticity through targeted interventions. However, the absence of significant improvements in bone density and quality of life may dictate the need for interventions of longer duration and intensity. Further investigation of the efficacy of BWSTT, particularly through comparative studies using exoskeletons, is a critical area of future research, with the aim of integrated management of patients with spinal cord lesions.Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στη διερεύνηση της επίδρασης της προπόνησης βάδισης σε ηλεκτροκίνητο διάδρομο με υποστήριξη σωματικού βάρους (BWSTT) σε ασθενείς με βλάβη νωτιαίου μυελού (Ν.Μ.). Η έρευνα επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της κινητικότητας, της λειτουργικότητας, της σπαστικότητας, της ποιότητας ζωής, καθώς και στη μελέτη παραμέτρων όπως ο οστικός μεταβολισμός και η σωματική σύσταση. Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 26 ασθενείς με βλάβες Ν.Μ.. Η παρέμβαση διήρκεσε έξι εβδομάδες, με τρεις συνεδρίες BWSTT ανά εβδομάδα. Η αξιολόγηση των συμμετεχόντων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση έγκυρων εργαλείων: την Κλίμακα WISCI II για την εκτίμηση της ικανότητας βάδισης, τον Δείκτη Barthel για την εκτίμηση της λειτουργικότητας, την Τροποποιημένη Κλίμακα Ashworth (MAS) για την αξιολόγηση της σπαστικότητας και το ερωτηματολόγιο WHOQOL-BREF για την αξιολόγηση της ποιότητας ζωής. Χρησιμοποιήθηκε απορροφησιομετρία ακτινών Χ διπλής ενέργειας (DEXA) για την εκτίμηση της οστικής πυκνότητας και της σύστασης σώματος. Επιπλέον, καταγράφηκαν αιματικοί δείκτες οστικού μεταβολισμού, όπως η οστεοκαλσίνη, η παραθορμόνη (PTH), η καλσιτονίνη, η αλκαλική φωσφατάση οστικής προέλευσης (BAP) και οι βιταμίνες D (25-OH και 1,25(OH)₂). Τα δεδομένα συλλέχθηκαν πριν και μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης. Αποτελέσματα: Κινητικότητα: Παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική αύξηση της ταχύτητας βάδισης επάνω στον ηλεκτροκίνητο διάδρομο κατά 206,67% και της διανυόμενης απόστασης κατά 343,48%. Η τιμή του WISCI II παρουσίασε μέση αύξηση 1,50 ± 10,91, p: 0,011. Λειτουργικότητα: Ο Δείκτης Barthel κατέγραψε μέση αύξηση 8,66 ± 33,07, p: 0,001, υποδεικνύοντας αυξημένη αυτονομία στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής. Σπαστικότητα: Στη συγκεντρωτική ανάλυση της MAS, η μέση διαφορά πριν και μετά την παρέμβαση ήταν -1,42 ±1,07, p: 0.0008, υποδηλώνοντας στατιστικώς σημαντική μείωση της σπαστικότητας σε επιλεγμένους μυς. Οστικός Μεταβολισμός: Η μέση διαφορά στα επίπεδα οστεοκαλσίνης ήταν 4,22 ± 28,62ng/ml, p: 0,004, γεγονός που υποδηλώνει αυξημένη δραστηριότητα οστικού σχηματισμού. Οι υπόλοιποι δείκτες δεν κατέγραψαν στατιστικώς σημαντικές αλλαγές. Ποιότητα Ζωής: Αν και δεν διαπιστώθηκαν στατιστικώς σημαντικές μεταβολές στις βαθμολογίες του WHOQOL-BREF, παρατηρήθηκαν ενδείξεις βελτίωσης σε επιμέρους τομείς. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα της μελέτης καταδεικνύουν τη θετική επίδραση της BWSTT στην κινητικότητα, τη λειτουργικότητα και τον οστικό μεταβολισμό σε ασθενείς με βλάβη Ν.Μ., ενώ αναδεικνύουν τη δυνατότητα μείωσης της σπαστικότητας μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων. Ωστόσο, η απουσία σημαντικών βελτιώσεων στην οστική πυκνότητα και την ποιότητα ζωής ίσως να υπαγορεύει την ανάγκη για παρεμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας και έντασης. Η περαιτέρω διερεύνηση της αποτελεσματικότητας της BWSTT, ιδίως μέσω συγκριτικών μελετών με τη χρήση εξωσκελετών, αποτελεί κρίσιμο πεδίο μελλοντικής έρευνας, με στόχο την ολοκληρωμένη διαχείριση ασθενών με βλάβες Ν.Μ.
Creative writing and literary criticism: from theory to writing experimentation
The thesis explores the dynamic connection between Creative Writing and Literary Criticism, proposing a teaching and research model that incorporates writing experimentation in the creative laboratory. The central assumption is that the writer can also function as a critic. Critical activity is considered a tool that enhances aesthetic and ideological awareness, enriching creative expression. The structure of the thesis moves around four main pillars: (a) literary criticism (what is criticism, historical development and current situation), (b) Creative Writing (history, relationship with criticism, historical and pedagogical models), (c) the proposal for a new teaching model in the field of Creative Writing and (d) the submission of critical texts associated with specific poetic genres, where critical analyses of contemporary poetic works are submitted, searching for genre and thematic conventions. The proposed "critical model" seeks to renew critical discourse, combining the tradition with the experimental and questioning established narrative conventions. At the heart of the model is the activation of the writer-academic as a public intellectual who intervenes creatively and critically in public discourse, against the standardization and cultural uniformity of mass culture. Utilizing the "critical model" for the study of contemporary Greek poets, in the research part, a functional classification of poetic and genre subtypes of contemporary Greek poetry is proposed. The aim is to highlight the genre and ideological conventions of contemporary poetry so that they can be utilized as a tool for criticism and creative experimentation.Η διατριβή διερευνά τη δυναμική σύνδεση Δημιουργικής Γραφής και Λογοτεχνικής Κριτικής, προτείνοντας ένα διδακτικό και ερευνητικό μοντέλο που ενσωματώνει τον συγγραφικό πειραματισμό στο δημιουργικό εργαστήριο. Κεντρική υπόθεση είναι ότι ο/η συγγραφέας μπορεί να λειτουργήσει και ως κριτικός. Η κριτική δραστηριότητα θεωρείται εργαλείο που ενισχύει την αισθητική και ιδεολογική επίγνωση, εμπλουτίζοντας τη δημιουργική έκφραση. Η δομή της διατριβής κινείται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: (α) τη λογοτεχνική κριτική (τι είναι η κριτική, ιστορική εξέλιξη και παρούσα κατάσταση), (β) τη Δημιουργική Γραφή (ιστορία, σχέση με την κριτική ιστορικά και παιδαγωγικά μοντέλα), (γ) την πρόταση για ένα νέο διδακτικό μοντέλο στο πεδίο της Δημιουργικής Γραφής και (δ) την κατάθεση κριτικών κειμένων που συνδέονται με συγκεκριμένα ποιητικά είδη, όπου κατατίθενται κριτικές αναλύσεις σύγχρονων ποιητικών έργων, αναζητώντας ειδολογικές και θεματικές συμβάσεις. Το προτεινόμενο "κριτικό μοντέλο" επιδιώκει να ανανεώσει τον κριτικό λόγο, συνδυάζοντας το παραδοσιακό με το πειραματικό και αμφισβητώντας παγιωμένες αφηγηματικές συμβάσεις. Στο επίκεντρο του μοντέλου βρίσκεται η ενεργοποίηση του/της συγγραφέα-ακαδημαϊκού ως δημόσιου διανοούμενου που παρεμβαίνει δημιουργικά και κριτικά στον δημόσιο λόγο, ενάντια στην τυποποίηση και την πολιτισμική ομοιομορφία της μαζικής κουλτούρας. Αξιοποιώντας το "κριτικό μοντέλο" για τη μελέτη σύγχρονων Ελλήνων και Ελληνίδων ποιητών και ποιητριών, στο ερευνητικό μέρος, προτείνεται μία λειτουργική ταξινόμηση ποιητικών και ειδών υποειδών της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι ειδολογικές και ιδεολογικές συμβάσεις της σύγχρονης ώστε να αξιοποιούν ως εργαλείο κριτικής και δημιουργικού πειραματισμού
Nile the donor
The Nile River was the foundation of Egyptian power, profoundly influencing the social, economic, and political development of ancient Egypt. Its geographical position and the utilization of its water resources led to the formation of an advanced civilization. Herodotus described Egypt as the "gift of the Nile," emphasizing the society’s absolute dependence on the river’s annual floods and the fertile land they provided. The Nile shaped agricultural practices, governance structures, and the religious identity of the region, serving as the core of social and economic growth. This dissertation focuses on the management of irrigation water during the Hellenistic and Roman periods, examining how the Nile’s annual floods determined the economy, social organization, and institutional functions. Special emphasis is placed on the integration of technology and legislation in the use of water resources for irrigation purposes. The dissertation is structured into four main chapters. The first chapter analyzes the significance of the Nile’s floods in agriculture, taxation, and societal stability. Additionally, it explores the legal framework that regulated irrigation water management and the role of the administration in its distribution. The second chapter examines the construction and maintenance techniques of canals, dams, and other infrastructure, as well as the ways in which both the community and the state supported these works. The third chapter investigates irrigation machines and innovative techniques that were implemented, along with their impact on agricultural productivity. The fourth chapter focuses on the case study of the Arsinoite nome: the Faiyum region serves as a representative example of the application of technological, organizational, and legislative measures in water resource management. The analysis of this area sheds light on the practices and strategies adopted for managing natural resources. Finally, this research highlights the significance of the Nile as a key regulator of social and economic life, demonstrating the interconnection between the natural environment, technology, and state organization in antiquity.Ο ποταμός Νείλος αποτέλεσε θεμέλιο της αιγυπτιακής ισχύος, επηρεάζοντας καθοριστικά την κοινωνική, οικονομική και πολιτική εξέλιξη της αρχαίας Αιγύπτου. Η γεωγραφική του θέση και η αξιοποίηση των υδάτινων πόρων του οδήγησαν στη διαμόρφωση ενός ανεπτυγμένου πολιτισμού. Ο Ηρόδοτος χαρακτήρισε την Αίγυπτο ως «δώρο του Νείλου», υπογραμμίζοντας την απόλυτη εξάρτηση της κοινωνίας από τις περιοδικές πλημμύρες και την εύφορη γη που αυτές εξασφάλιζαν. Ο Νείλος καθόρισε τις γεωργικές πρακτικές, τη δομή της διακυβέρνησης και τη θρησκευτική ταυτότητα της περιοχής, αποτελώντας τον πυρήνα της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη διαχείριση των αρδευτικών υδάτων κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, εξετάζοντας τους τρόπους με τους οποίους οι ετήσιες πλημμύρες του Νείλου καθόρισαν την οικονομία, την κοινωνική οργάνωση και τη θεσμική λειτουργία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενσωμάτωση της τεχνολογίας και της νομοθεσίας στην αξιοποίηση των υδάτινων πόρων που προορίζονταν για αρδευτικές λειτουργίες. Η διδακτορική διατριβή δομείται σε τέσσερα βασικά κεφάλαια. Στο πρώτο Κεφάλαιο αναλύεται η σημασία των πλημμυρών στη γεωργία, τη φορολογία και τη σταθερότητα της κοινωνίας. Παράλληλα, εξετάζεται το νομοθετικό πλαίσιο που ρύθμιζε τη διαχείριση των αρδευτικών υδάτων και ο ρόλος της διοίκησης στη διανομή τους. Στο δεύτερο Κεφάλαιο μελετώνται οι τεχνικές κατασκευής και συντήρησης καναλιών, φραγμάτων και άλλων υποδομών, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους η κοινότητα και η κρατική διοίκηση υποστήριζαν αυτές τις εργασίες. Στο τρίτο Κεφάλαιο διερευνώνται οι αρδευτικές μηχανές και οι καινοτόμες τεχνικές που εφαρμόστηκαν, καθώς και η επίδρασή τους στην αποδοτικότητα των γεωργικών δραστηριοτήτων. Στο τέταρτο Κεφάλαιο μελετάται το παράδειγμα του Αρσινοΐτη νομού. Tο Φαγιούμ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής τεχνολογικών, οργανωτικών και νομοθετικών μέτρων στη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Η ανάλυση της περιοχής φωτίζει τις πρακτικές και τις στρατηγικές που υιοθετήθηκαν για τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Τέλος, η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία του Νείλου ως ρυθμιστικού παράγοντα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, καταδεικνύοντας τη σύνδεση μεταξύ φυσικού περιβάλλοντος, τεχνολογίας και κρατικής οργάνωσης στην αρχαιότητα
Ανάλυση απόδοσης στις αθλοπαιδιές με χρήση νέων τεχνολογιών
The advent of new technologies in performance analysis has significantly transformed the study of team sports, particularly football. This doctoral dissertation explores the integration of modern methods such as notational analysis, athlete positioning data, artificial intelligence (AI), and advanced statistical techniques to analyze playing styles and their impact on performance. By examining 2999 matches from various European leagues, the research identifies and quantifies distinct playing styles across all phases and sub-phases of the game. Factor analysis, machine learning algorithms, and Generalized Estimating Equations (GEE) are employed to analyze performance indicators and tactical situations. Chapter 1 provides a comprehensive literature review on soccer playing styles, highlighting the importance and methodologies for identifying and classifying these styles. Chapter 2 uses factor analysis to group 88 performance indicators into 19 factors, offering a detailed framework for understanding playing styles during key moments of the game. Chapter 3 explores the physical demands of different playing styles, revealing significant variations in physical performance indicators across tactical situations. Chapter 4 employs the t-SNE machine learning algorithm to create a visual map of playing styles in European football, offering practical insights for coaches and analysts. Chapter 5 utilizes GEE to identify key performance indicators (KPIs) that significantly impact match outcomes, providing a nuanced understanding of how tactical approaches influence success. This dissertation contributes to the scientific literature on sports performance analysis and provides valuable insights for practitioners in the field, facilitating a deeper understanding of football tactics and strategic planning. The study highlights the importance of playing styles in understanding team tactics and offers empirical evidence on the effectiveness of different styles. It also underscores the necessity for future research to explore contextual factors, longitudinal changes in playing styles, and the integration of emerging technologies to enhance performance analysis further.Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στην ανάλυση απόδοσης έχει αλλάξει σημαντικά τη μελέτη των ομαδικών αθλημάτων, ιδιαίτερα του ποδοσφαίρου. Αυτή η διδακτορική διατριβή διερευνά την ενσωμάτωση σύγχρονων μεθόδων όπως σημειογραφική ανάλυση, δεδομένα θέσης αθλητών, τεχνητή νοημοσύνη (AI) και προηγμένες στατιστικές τεχνικές για την ανάλυση των στυλ παιχνιδιού και τον αντίκτυπό τους στην απόδοση. Εξετάζοντας 2999 αγώνες από διάφορα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, η έρευνα προσδιορίζει και ποσοτικοποιεί διαφορετικά στυλ παιχνιδιού σε όλες τις φάσεις και τις υποφάσεις του παιχνιδιού. Η παραγοντική ανάλυση, οι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης και οι Generalized Estimating Equations (GEE) χρησιμοποιούνται για την ανάλυση δεικτών απόδοσης και τακτικών καταστάσεων. Το Κεφάλαιο 1 παρέχει μια βιβλιογραφική ανασκόπηση για τα στυλ παιχνιδιού στο ποδόσφαιρο, υπογραμμίζοντας τη σημασία και τις μεθοδολογίες που έχουν αναπτυχθεί για τον προσδιορισμό και την ταξινόμηση αυτών των στυλ. Το Κεφάλαιο 2 χρησιμοποιεί την ανάλυση παραγόντων για να ομαδοποιήσει 88 δείκτες απόδοσης σε 19 παράγοντες, προσφέροντας ένα λεπτομερές πλαίσιο για την κατανόηση των στυλ παιχνιδιού κατά τις πέντε φάσεις του. Το Κεφάλαιο 3 διερευνά τις φυσικές απαιτήσεις των διαφορετικών στυλ παιχνιδιού, αποκαλύπτοντας σημαντικές παραλλαγές στους δείκτες φυσικής απόδοσης μεταξύ τακτικών καταστάσεων. Το Κεφάλαιο 4 χρησιμοποιεί τον αλγόριθμο μηχανικής μάθησης t-SNE για τη δημιουργία ενός οπτικού χάρτη των στυλ παιχνιδιού στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, προσφέροντας πρακτικές γνώσεις για προπονητές και αναλυτές. Το Κεφάλαιο 5 χρησιμοποιεί την GEE για να προσδιορίσει βασικούς δείκτες απόδοσης (KPI) που επηρεάζουν σημαντικά τα αποτελέσματα των αγώνων, παρέχοντας μια λεπτομερή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι τακτικές προσεγγίσεις επηρεάζουν την επιτυχία. Αυτή η διατριβή συνεισφέρει στην επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με την ανάλυση αθλητικών επιδόσεων και παρέχει πολύτιμες γνώσεις για τους επαγγελματίες του χώρου, διευκολύνοντας τη βαθύτερη κατανόηση των τακτικών ποδοσφαίρου και του στρατηγικού σχεδιασμού. Η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία των στυλ παιχνιδιού για την κατανόηση των τακτικών της ομάδας και προσφέρει εμπειρικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα διαφορετικών στυλ. Υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη για μελλοντική έρευνα για τη διερεύνηση καταστατικών παραγόντων, τις διαχρονικές αλλαγές στα στυλ παιχνιδιού και την ενσωμάτωση αναδυόμενων τεχνολογιών για περαιτέρω βελτίωση της ανάλυσης απόδοσης
Προγνωστική μοντελοποίηση για την πρόληψη επιπλοκών ασθενών που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια με χρήση τεχνικών τεχνητής νοημοσύνης και βαθιάς μάθησης
Heart failure (HF) remains a major global health challenge, contributing to high morbidity and mortality rates. Early detection and risk stratification are crucial for preventing complications, yet traditional clinical methods often lack accuracy and reliability. Recent advancements in artificial intelligence (AI) and deep learning (DL) offer promising solutions for improving predictive modeling in HF management. This dissertation begins with a systematic review of the role of AI in HF evaluation. A comprehensive literature search across four major databases – PubMed, Scopus, Web of Science and IEEE Xplore – identified 137 relevant studies, categorized into five primary application areas: cardiovascular disease classification, HF detection, image analysis, risk assessment and other clinical analyses. The findings highlight the increasing adoption of AI techniques in cardiovascular medicine, demonstrating their potential for improving diagnostic accuracy, identifying underlying cardiomyopathies, refining risk assessment models, and personalizing treatment strategies. Building on these insights, this dissertation develops AI-driven predictive models for HF-related complications, focusing on three key aspects. First, a novel hybrid feature selection methodology is introduced, integrating Extremely Randomized Trees with non-linear correlation measures to enhance one-year all-cause mortality prediction in HF patients using classic echocardiographic and key demographic data. Unlike conventional feature selection methods, this approach is model-independent, ensuring robustness and generalizability. The optimal feature subset as identified through loss graph inspection maintains high predictive performance while significantly reducing dimensionality. Additionally, SHapley Additive exPlanations is employed to enhance model interpretability, offering insights into how individual features influence predictions. Second, a DL framework is developed for the automated detection of HF with reduced ejection fraction using echocardiographic video data. The study leverages the TimeSformer architecture, a Transformer-based model optimized for spatiotemporal feature extraction, in conjunction with transfer learning. Pretraining on a large open-access dataset followed by fine-tuning on a specialized clinical dataset significantly enhances classification accuracy. Furthermore, left ventricle masking is incorporated to improve model focus on diagnostically relevant structures, further boosting performance. Finally, this research addresses the challenge of uncertainty in medical imaging predictions by introducing an uncertainty-aware convolutional neural network. The model utilizes test-time augmentation to quantify aleatoric uncertainty in cardiac MRI data, enabling the generation of empirical distributions for test samples. This methodology not only provides reliable uncertainty estimates but also enhances overall classification performance, offering a valuable tool for improving clinical decision-making. The results of this dissertation underscore the transformative potential of AI-based predictive modelling in HF assessment. The proposed methodologies enhance diagnostic accuracy, interpretability and reliability, paving the way for their integration into clinical workflows. Future research should focus on refining these models with larger, more diverse datasets and exploring their real-world applicability in personalized patient care. Ultimately, this dissertation contributes to the advancement of precision medicine in HF care, paving the way for more accurate, individualized and clinically actionable AI solutions.Η καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ) παραμένει μια σημαντική παγκόσμια πρόκληση για την υγεία, συμβάλλοντας σε υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας. Η έγκαιρη ανίχνευση και η εκτίμηση κινδύνου είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη επιπλοκών, ωστόσο οι παραδοσιακές κλινικές μέθοδοι συχνά στερούνται ακρίβειας και αξιοπιστίας. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και τη βαθιά μάθηση (ΒΜ) προσφέρουν πολλά υποσχόμενες λύσεις για τη βελτίωση της προγνωστικής μοντελοποίησης στη διαχείριση της ΚΑ. Η παρούσα διατριβή ξεκινά με μια συστηματική ανασκόπηση του ρόλου της ΤΝ στην αξιολόγηση της ΚΑ. Μια εκτενής βιβλιογραφική αναζήτηση σε τέσσερις μεγάλες βάσεις δεδομένων – PubMed, Scopus, Web of Science και IEEE Xplore – εντόπισε 137 σχετικές μελέτες, οι οποίες κατατάχθηκαν σε πέντε κύριες περιοχές εφαρμογής: ταξινόμηση καρδιοαγγειακών νοσημάτων, ανίχνευση ΚΑ, ανάλυση εικόνας, εκτίμηση κινδύνου και άλλες κλινικές αναλύσεις. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την αυξανόμενη υιοθέτηση τεχνικών ΤΝ στην καρδιοαγγειακή ιατρική, επισημαίνοντας τις δυνατότητές τους για τη βελτίωση της διαγνωστικής ακρίβειας, την ανίχνευση υποκείμενων καρδιομυοπαθειών, την εξειδίκευση των μοντέλων εκτίμησης κινδύνου και την εξατομίκευση στρατηγικών θεραπείας. Βασισμένη σε αυτές τις γνώσεις, η παρούσα διατριβή αναπτύσσει μοντέλα πρόβλεψης με βάση την ΤΝ για επιπλοκές που σχετίζονται με την ΚΑ, εστιάζοντας σε τρεις βασικές πτυχές. Πρώτον, προτείνεται μια καινοτόμος υβριδική μεθοδολογία επιλογής χαρακτηριστικών, η οποία ενσωματώνει τα Extremely Randomized Trees με μη γραμμικά μέτρα συσχέτισης για τη βελτίωση της πρόβλεψης θνησιμότητας από κάθε αιτία εντός ενός έτους σε ασθενείς με ΚΑ, χρησιμοποιώντας κλασικά υπερηχοκαρδιογραφικά και βασικά δημογραφικά δεδομένα. Σε αντίθεση με τις συμβατικές μεθόδους επιλογής χαρακτηριστικών, αυτή η προσέγγιση είναι ανεξάρτητη από το μοντέλο, εξασφαλίζοντας αξιοπιστία και γενικευσιμότητα. Το βέλτιστο υποσύνολο χαρακτηριστικών, όπως προσδιορίζεται μέσω της επιθεώρησης του γραφήματος απωλειών, διατηρεί υψηλή προβλεπτική απόδοση, ενώ μειώνει σημαντικά τις διαστάσεις των δεδομένων. Επιπλέον, χρησιμοποιείται η μέθοδος SHapley Additive exPlanations για να ενισχυθεί η ερμηνευσιμότητα του μοντέλου, προσφέροντας πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα επιμέρους χαρακτηριστικά επηρεάζουν τις προβλέψεις. Δεύτερον, αναπτύσσεται ένα πλαίσιο ΒΜ για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση της ΚΑ με μειωμένο κλάσμα εξώθησης χρησιμοποιώντας δεδομένα από υπερηχοκαρδιογραφικά βίντεο. Η μελέτη αξιοποιεί την αρχιτεκτονική TimeSformer, ένα μοντέλο βασισμένο στους Transformers αλλά βελτιστοποιημένο για εξαγωγή χρονικών και χωρικών χαρακτηριστικών, σε συνδυασμό με τεχνικές μεταφοράς μάθησης. Η προ-εκπαίδευση του μοντέλου σε ένα μεγάλο σύνολο δεδομένων, ακολουθούμενη από την προσαρμογή του σε ένα εξειδικευμένο κλινικό σύνολο δεδομένων, ενισχύει σημαντικά την ακρίβεια ταξινόμησης. Επιπλέον, εφαρμόζονται μάσκες αριστερής κοιλίας για να βελτιωθεί η εστίαση του μοντέλου σε διαγνωστικά σημαντικές δομές, ενισχύοντας περαιτέρω την απόδοση. Τέλος, η παρούσα έρευνα αντιμετωπίζει την πρόκληση της αβεβαιότητας στις προβλέψεις ιατρικής απεικόνισης με την εισαγωγή ενός νευρωνικού δικτύου με επίγνωση αβεβαιότητας. Το μοντέλο χρησιμοποιεί την τεχνική test-time augmentation για να ποσοτικοποιήσει την αλεατορική αβεβαιότητα σε δεδομένα μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς, επιτρέποντας τη δημιουργία εμπειρικών κατανομών για τα δείγματα δοκιμής. Αυτή η μεθοδολογία όχι μόνο παρέχει αξιόπιστες εκτιμήσεις αβεβαιότητας αλλά ενισχύει και την συνολική απόδοση της ταξινόμησης, προσφέροντας ένα πολύτιμο εργαλείο για τη βελτίωση της κλινικής λήψης αποφάσεων. Τα αποτελέσματα της παρούσας διατριβής υπογραμμίζουν τις μετασχηματιστικές δυνατότητες της προγνωστικής μοντελοποίησης με βάση την ΤΝ στην αξιολόγηση της ΚΑ. Οι προτεινόμενες μεθοδολογίες ενισχύουν την ακρίβεια, την ερμηνευσιμότητα και την αξιοπιστία της διάγνωσης, ανοίγοντας τον δρόμο για την ενσωμάτωσή τους σε κλινικό πλαίσιο. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί στη βελτίωση αυτών των μοντέλων με μεγαλύτερα, πιο ποικιλόμορφα σύνολα δεδομένων και στην εξερεύνηση της εφαρμογής τους στην πραγματική κλινική πράξη για εξατομικευμένη φροντίδα ασθενών. Καταλήγοντας, αυτή η διατριβή συμβάλλει στην πρόοδο της ιατρικής ακριβείας στη φροντίδα της ΚΑ, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες και κλινικά εφαρμόσιμες λύσεις ΤΝ
Utilization of microalgae/cyanobacteria for bioproduct production from wastewater streams
The main issue of the modern era is the continuously increasing global demand for food and energy, combined with the degradation of the natural environment. The growth of the global population, projected to reach 10.4 billion by 2100, leads to increasing energy demands and a rise in environmental pollution. Additionally, the expansion of global industry contributes to ongoing atmospheric pollution and the contamination of aquatic ecosystems. As a result, the treatment of wastewater through sustainable methods—such as the use of microalgae and cyanobacteria—has become imperative. Using these microorganisms for wastewater treatment is considered ideal, as they not only biodegrade the wastewater but also produce intracellular products. This doctoral dissertation focused on the investigation of biological methods for the treatment of wastewater streams using bacteria and photosynthetic microorganisms, and on the simultaneous evaluation of high value-added bioproducts. Specifically, the following were examined: a) The cultivation of newly identified marine strains of microalgae and cyanobacteria in artificial media. b) The treatment of traditional cream dessert (pudding) production line wastewater using an attached-growth biological filter with indigenous microorganisms and suspended-growth reactors with cyanobacteria (Leptolyngbya sp., Arthrospira sp., Geitlerinema sp.), and the treatment of secondary cheese whey using marine strains (Geitlerinema sp., Picochlorum costavermella).c) The treatment of table olive wastewater using the marine microalga Picochlorum costavermella, in photobioreactors at laboratory and pilot scale (1 L, 10 L, 40 L).d) The biodegradation of pharmaceutical industry wastewater using the cyanobacterium Leptolyngbya sp. under different system operation modes. It was found that marine strains were successfully cultivated in artificial high-salinity media, and that organic and inorganic components were effectively removed in all tested substrates. Specifically, through the biological filter, significant removal of organic components and solids from the traditional cream (pudding) wastewater was achieved, while the cyanobacterial cultures further reduced the organic load. Furthermore, the biological treatment of secondary cheese whey and table olive wastewater (substrates with particularly high salinity) was successfully achieved using marine strains of microalgae and cyanobacteria. Finally, the acclimatization of Leptolyngbya sp. to pharmaceutical wastewater led to successful biodegradation and a reduction in the phytotoxic effects of the wastewater. All systems recorded high bioproduct yields, depending on the experimental conditions. As observed, the selection of appropriate species and experimental conditions determined the optimal performance of each system.Το κυριότερο πρόβλημα της σύγχρονης εποχής είναι η συνεχώς αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για τροφή και ενέργεια, σε συνδυασμό με την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος. Η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, με πρόβλεψη τα 10,4 δισεκατομμύρια έως το 2100, επιφέρει αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις και αύξηση της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Επίσης, η αύξηση της βιομηχανίας παγκοσμίως συνεισφέρει στη συνεχόμενη ατμοσφαιρική ρύπανση αλλά και ρύπανση των υδατικών οικοσυστημάτων. Ως αποτέλεσμα, είναι πια επιτακτική η επεξεργασία των υγρών αποβλήτων με βιώσιμες μεθόδους, όπως είναι η χρήση μικροφυκών και κυανοβακτηρίων. Η χρήση αυτών των μικροοργανισμών για την επεξεργασία υγρών αποβλήτων κρίνεται ιδανική, καθώς πέραν της βιοαποδόμησης των αποβλήτων παράλληλα παράγονται ενδοκυτταρικά προϊόντα. Η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώθηκε στη διερεύνηση βιολογικών μεθόδων για την επεξεργασία ρευμάτων υγρών αποβλήτων με χρήση βακτηρίων και φωτοσυνθετικών μικροοργανισμών, και στην ταυτόχρονη αξιολόγηση των βιοπροϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Συγκεκριμένα, εξετάστηκαν τα παρακάτω: α) Η ανάπτυξη νέων ταυτοποιημένων θαλάσσιων στελεχών μικροφυκών και κυανοβακτηρίων σε τεχνητά μέσα. β) Η επεξεργασία αποβλήτου παραδοσιακής κρέμας χρησιμοποιώντας βιολογικό φίλτρο προσκολλημένης ανάπτυξης με γηγενείς μικροοργανισμούς και αντιδραστήρες αιωρούμενης ανάπτυξης με κυανοβακτήρια (Leptolyngbya sp., Arthrospira sp., Geitlerinema sp.), και η επεξεργασία τυρογάλακτος με θαλάσσια στελέχη (Geitlerinema sp., Picochlorum costavermella). γ) Η χρήση του θαλάσσιου μικροφύκους Picochlorum costavermella για την επεξεργασία αποβλήτων επιτραπέζιας ελιάς, σε φωτοαντιδραστήρες εργαστηριακής και πιλοτικής κλίμακας (1 L, 10 L, 40 L).δ) Η βιοαποδόμηση αποβλήτων φαρμακοβιομηχανίας με το κυανοβακτήριο Leptolyngbya sp. υπό διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας των συστημάτων. Διαπιστώθηκε η επιτυχής ανάπτυξη των θαλάσσιων στελεχών σε τεχνητά μέσα υψηλής αλατότητας, και η αποτελεσματική απομάκρυνση των οργανικών και ανόργανων συστατικών σε όλα τα εξεταζόμενα υποστρώματα. Συγκεκριμένα, μέσω του βιολογικού φίλτρου επιτεύχθηκε σημαντική απομάκρυνση οργανικών συστατικών και στερεών του αποβλήτου της παραδοσιακής κρέμας, ενώ οι καλλιέργειες κυανοβακτηρίων επέφεραν περαιτέρω απομάκρυνση του οργανικού φορτίου. Επίσης, με τα θαλάσσια στελέχη μικροφυκών και κυανοβακτηρίων κατέστη επιτυχής η βιολογική επεξεργασία του δευτερογενούς ορού γάλακτος και των αποβλήτων επιτραπέζιας ελιάς, υποστρωμάτων με ιδιαίτερα υψηλή αλατότητα. Τέλος, ο εγκλιματισμός του Leptolyngbya sp. στο απόβλητο φαρμακοβιομηχανίας οδήγησε σε επιτυχή βιοαποδόμηση και μείωση της φυτοτοξικής επίδρασης των αποβλήτων. Σε όλα τα συστήματα καταγράφηκαν υψηλά ποσοστά περιεκτικότητας βιοπαραγόμενων προϊόντων, ανάλογα τις συνθήκες των πειραμάτων. Όπως διαπιστώθηκε, η επιλογή των κατάλληλων ειδών και των πειραματικών συνθηκών καθόρισε τη βέλτιστη απόδοση του εκάστοτε συστήματος