Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    The teaching of ecclesiastical history in modern Greek primary and secondary education, 19th - 20th centuries

    No full text
    This doctoral dissertation includes the historical development of church – state relation in Greece, founding of the state to the present days and impact on the field of education. Particular emphasis is placed on the changes and educational reforms and curricula from the 19th century to 2009, which influenced the subject of religious studies. The doctoral thesis the focuses on the teaching of ecclesiastical history in primary and secondary education, on the processes of writing books for the ecclesiastical history course. It then focuses on the concept of national identity and the role of the lesson in promoting it.Η παρούσα διδακτορική διατριβή περιλαμβάνει την ιστορική εξέλιξη των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας από την ίδρυση του κράτους μέχρι τη σύγχρονη εποχή, και του αντίκτυπού των σχέσεων τους στο χώρο της εκπαίδευσης. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαιδευτική πολιτική και τα προγράμματα σπουδών από τον 19ο αιώνα μέχρι το 2009, που επηρέασαν το μάθημα των Θρησκευτικών. Στη συνέχεια, η διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στη διδασκαλία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στην πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στις διαδικασίες συγγραφής και του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, καθώς και στις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα που επηρέασαν το μάθημα. Στη συνέχεια, εστιάζει στην έννοια της εθνικής ταυτότητας και στο ρόλο του μαθήματος για την ανάδειξή της

    The social and cultural integration of immigrants from Pakistan and Bangladesh

    No full text
    Migration was and is a multidimensional phenomenon which played an important role in shaping Greece as we know it today. It has actively contributed to the shaping of its demographic, economic, political, cultural and social structure. Like most social changes, the changes brought about by the phenomenon of immigration have tested the reflexes of Greek society and in many respects their preparedness has had to be re-examined. Historically, Greece has been a sending country for migrants, while in recent decades it has become a receiving country. Its geographical location is of paramount importance as it is sometimes a crossing point for migrants to Western European countries. However, endless bureaucratic and other procedures make migrants part of a reality they had not foreseen. The phenomenon of migration is inextricably intertwined with the concept of social integration. Social integration is a concept that is understood in terms of the participation of migrants in a range of institutions such as education and work. Moreover, the process of social integration involves adopting the cultural characteristics of the host country and integrating into its social life. The success of social integration depends, however, not only on the migrants themselves, but also on the host society, the state institutions and the policies adopted to facilitate this process. Acceptance, inclusion and equal opportunities are the foundations for successful integration. In conclusion, the process of social inclusion is a way of mutually understanding diversity while promoting respect between peoples and is a key element in creating a cohesive and just society.Η μετανάστευση αποτελεί ένα πολυδιάστατο φαινόμενο το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της Ελλάδας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Συνέβαλε ενεργά στην διαμόρφωση της δημογραφικής, οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής της δομής. Όπως οι περισσότερες κοινωνικές αλλαγές, έτσι και οι αλλαγές που επιφέρει το φαινόμενο της μετανάστευσης δοκίμασαν τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας και σε πολλά σημεία χρειάστηκε να επανεξετασθεί η ετοιμότητα τους. Ιστορικά, η Ελλάδα υπήρξε χωρά αποστολής μεταναστών ενώ τις τελευταίες δεκαετίες έχει μεταβληθεί σε μια χώρα υποδοχής. Η γεωγραφική της θέσης παίζει ρόλο υψίστης σημασίας καθώς κάποιες φορές αποτελεί το πέρασμα για τους μετανάστες προς χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Όμως, ατέρμονες γραφειοκρατικές και όχι μόνο διαδικασίες καθιστούν τους μετανάστες μέλη μιας πραγματικότητας που δεν είχαν προβλέψει. Το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Η κοινωνική ενσωμάτωση είναι μια έννοια, η οποία νοηματοδοτείται από τη συμμετοχή των μεταναστών σε μια σειρά θεσμών όπως είναι η εκπαίδευση και η εργασία. Επιπλέον, η διαδικασία της κοινωνικής ενσωμάτωσης περιλαμβάνει την υιοθέτηση των πολιτισμικών χαρακτηριστικών της χώρας υποδοχής και την ένταξη στην κοινωνική ζωή της. Η επιτυχία της κοινωνικής ενσωμάτωσης δεν εξαρτάται, ωστόσο, μόνο από τους ίδιους τους μετανάστες, αλλά και από την κοινωνία υποδοχής, τους κρατικούς φορείς και τις πολιτικές που υιοθετούνται για να διευκολύνουν αυτή τη διαδικασία. Η αποδοχή, η συμπερίληψη και οι ίσες ευκαιρίες είναι τα θεμέλια για την επιτυχία της ενσωμάτωσης.Εν κατακλείδι, η διαδικασία της κοινωνικής ενσωμάτωσης είναι ένας τρόπος αμοιβαίας κατανόησης της διαφορετικότητας ενώ, παράλληλα, προτάσσει το σεβασμό μεταξύ των λαών και αποτελεί βασικό στοιχείο για τη δημιουργία μιας συνεκτικής και δίκαιης κοινωνίας

    The Epistolary of Constantine Akropolites

    No full text
    The Epistolary of Constantine Akropolites The dissertation titled "The Epistolary of Constantine Akropolites" consists of three parts. The first part, "Constantine Akropolites: His Life and Work," presents a detailed biography of the scholar. The second part, "The Epistolary of Constantine Akropolites," analyzes the codex of his letters, examines their content, categorizes the recipients, and attempts to identify them. Additionally, Akropolites himself is studied as a recipient of letters through the epistolaries of his correspondents. The third part, "Rhetoric and Language," focuses on the linguistic and rhetorical analysis of his letters. The dissertation highlights the epistolary as a valuable historical and biographical source, exploring the social context in which the correspondents operated, as well as the intellectual and political concerns of Akropolites. It also attempts to classify the recipients and determine their identities. However, the absence of nearly all names of the recipients makes both their identification and the dating of the letters particularly challenging. Constantine Akropolites, the eldest son of the historian and Grand Logothete George Akropolites, received an exceptional education from prominent scholars of his time. Following in his father’s footsteps, he entered the administrative hierarchy of the Palaiologean Empire, serving under Andronikos II Palaiologos, initially as Logothetes tou Genikou and later as Megas Logothetes. His literary work is extensive, covering both secular and religious topics. His epistolary, comprising 196 letters, serves as a significant source for understanding the intellectual and social landscape of his era. His correspondence reflects the synthesis of classical education with Byzantine rhetoric and theological thought. His letters address a wide range of topics and are characterized by the use of various rhetorical techniques, revealing his profound mastery of rhetorical art. The concept of friendship holds a special place in his correspondence, which he perceives as a virtue based on sincerity, pure love, generosity, and devotion. The language used by Akropolites is highly refined and follows the Atticizing tradition, frequently employing scholarly forms, archaic expressions, and complex syntactical structures. He draws elements from Aristotelian and Platonic thought by adapting them to Byzantine context. Overall, the dissertation aspires to contribute to a more comprehensive understanding of Akropolites’ life and work, focusing on the historical, educational, and social conditions of his time, as well as his ideas, views, and values as reflected in his correspondence.Το Επιστολάριο του Κωνσταντίνου Ακροπολίτη Η διατριβή με τίτλο «Το Επιστολάριο του Κωνσταντίνου Ακροπολίτη» αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, «Κωνσταντίνος Ακροπολίτης: Η ζωή και το έργο του», παρουσιάζει μια λεπτομερή βιογραφία του λόγιου. Το δεύτερο μέρος, «Το Επιστολάριο του Κωνσταντίνου Ακροπολίτη», αναλύει τον κώδικα των επιστολών του, εξετάζει το περιεχόμενό τους, κατηγοριοποιεί τους αποδέκτες και επιχειρεί την ταύτισή τους. Επιπλέον, μελετάται ο ίδιος ο Ακροπολίτης ως αποδέκτης επιστολών, μέσα από τις επιστολές των αλληλογράφων του. Το τρίτο μέρος, «Ρητορική και Γλώσσα», επικεντρώνεται στη γλωσσική και ρητορική ανάλυση των επιστολών του. Η διατριβή αναδεικνύει την επιστολογραφία ως πολύτιμη ιστορική και βιογραφική πηγή, διερευνώντας το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο κινούνταν οι αλληλογράφοι, καθώς και τις πνευματικές και πολιτικές ανησυχίες του Ακροπολίτη. Γίνεται επίσης προσπάθεια να ταξινομηθούν οι αποδέκτες και να προσδιοριστούν οι ταυτότητές τους. Ωστόσο, η απουσία σχεδόν όλων των ονομάτων των αποδεκτών καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τόσο την ταύτισή τους όσο και τη χρονολόγηση των επιστολών. Ο Κωνσταντίνος Ακροπολίτης, πρωτότοκος γιος του ιστορικού και Μεγάλου Λογοθέτη Γεωργίου Ακροπολίτη, έλαβε εξαιρετική μόρφωση από τους διαπρεπέστερους λογίους της εποχής του. Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, εντάχθηκε στη διοικητική ιεραρχία της Παλαιολόγειας Αυτοκρατορίας, υπηρετώντας υπό τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, αρχικά ως Λογοθέτης του Γενικού και αργότερα ως Μέγας Λογοθέτης. Το συγγραφικό του έργο είναι εκτενές, καλύπτοντας τόσο κοσμικά όσο και θρησκευτικά θέματα. Η επιστολογραφία του, που αποτελείται από 196 επιστολές, αποτελεί σημαντική πηγή για την κατανόηση του πνευματικού και κοινωνικού περιβάλλοντος της εποχής του. Οι επιστολές του θίγουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και χαρακτηρίζονται από τη χρήση ποικίλων ρητορικών τεχνικών, αποκαλύπτοντας την άρτια γνώση της ρητορικής τέχνης. Η έννοια της φιλίας κατέχει ξεχωριστή θέση στην αλληλογραφία του, την οποία αντιλαμβάνεται ως αρετή βασισμένη στην ειλικρίνεια, την αγνή αγάπη, τη γενναιοδωρία και την αφοσίωση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι εκλεπτυσμένη και ακολουθεί την αττικίζουσα παράδοση, κάνοντας συχνή χρήση λόγιων τύπων, αρχαϊκών εκφράσεων και σύνθετων συντακτικών δομών. Αντλεί στοιχεία από την αριστοτελική και πλατωνική σκέψη, προσαρμόζοντάς τα στο βυζαντινό πλαίσιο. Συνολικά, η διατριβή φιλοδοξεί να συμβάλει σε μια πληρέστερη κατανόηση της ζωής και του έργου του Ακροπολίτη, εστιάζοντας στις ιστορικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής του, καθώς και στις ιδέες, απόψεις και αξίες του, όπως αυτές αποτυπώνονται στην αλληλογραφία του

    Ποικιλίες αναφορικών προτάσεων: σύγχρονες προσεγγίσεις

    No full text
    The present thesis focuses on o-opios and pu restrictive relative clauses in Greek and its main goal is to investigate the syntactic representation of these structures. The main claim put forth is that, while both o-opios and pu relative clauses involve A΄-movement and share the property that the relative head is externally merged outside the relative clause, their syntactic derivations differ due to the interaction among the relativizer, the gap position, and the relative head. Specifically, o-opios relatives are derived via wh-movement of the relativizer to the Spec,CP position within the relative clause. This movement accounts for the obligatory presence of a gap inside the clause and restricts the interpretation of A΄-copies to individual-denoting variables. In contrast, pu relative clauses are derived via the movement of the internal NP relative head—bearing either individual or predicative denotations—to a Topic position inside the relative clause. This left-dislocated NP adheres to either CLLD, licensing resumptive pronouns or Topicalization, licensing gap relatives. Thus, both resumptive and non-resumptive pu relatives share a unified derivation, built on top of a topicalization operation. The postulation of a Topic position is motivated by the nature of the NP that is moved, which, unlike the o-opios relativizer, is not a pronoun and lacks quantificational features. Thus, in both o-opios and pu relative clauses, the movement of a nominal element inside the relative clause gives rise to predication, resulting in a subject-predicate structure. Furthermore, both types of relative clauses function as nominal modifiers, and as such are traditionally analyzed as adjuncts. Under this view, adjunction reduces to an instance of pair-Merge which applies between the NP relative head and the relative clause headed by the o-opios or pu. In this modification structure, the relativizers serve as an overt realization of the structural mechanism of nominal modification. In o-opios relatives, the element responsible for establishing predication relations is identified as the determiner o (‘the’), which precedes the wh-element opios, forming part of the relative pronoun in syntax, (o opios, ‘the who’). The definite article that precedes the relative pronoun is interpreted as a linker. In pu relatives, the relativizer pu functions as the syntactic and interpretive mediator (a ‘relator’ in den Dikken’s, 2006 terms). Beyond explaining the differences between o-opios and pu relatives in terms of gap position, head position, and interpretive properties, the proposed structural analysis also accounts for their behavior with respect to various A′-related phenomena, such as reconstruction, binding effects, Weak Crossover etc. The patterns observed indicate that movement and reconstruction effects are contingent not only to the nature and type of the element that reconstructs but also to the position in which it is interpreted at the C-I interface.Η παρούσα διατριβή εστιάζει στις περιοριστικές αναφορικές προτάσεις στα Ελληνικά που εισάγονται με την αναφορική αντωνυμία ο οποίος και το στοιχείο που, με κύριο στόχο τη διερεύνηση της συντακτικής τους αναπαράστασης. Στην παρούσα μελέτη υποστηρίζεται ότι, παρόλο που και οι δύο τύποι αναφορικών προτάσεων προκύπτουν μέσω Α΄-μετακίνησης και η κεφαλή της αναφορικής πρότασης συγχωνεύεται εξωτερικά (external Merge) εκτός της αναφορικής πρότασης, η συντακτική τους παραγωγή διαφέρει. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στην αλληλεπίδραση μεταξύ του στοιχείου αναφορικοποίησης (relativizer), του κενού που εντοπίζεται στην αναφορική πρόταση και της αναφορικής κεφαλής. Συγκεκριμένα, οι αναφορικές προτάσεις με το ο οποίος προκύπτουν μέσω wh-μετακίνησης του αναφορικού στοιχείου στη θέση του χαρακτηριστή του συμπληρωματικού δείκτη (Spec,CP) εντός της αναφορικής πρότασης. Η μετακίνηση αυτή εξηγεί την υποχρεωτική παρουσία του κενού (gap) στη δομή και περιορίζει την ερμηνεία των A΄-αντιγράφων σε μεταβλητές που δηλώνουν ατομικές οντότητες. Αντίθετα, οι αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με το που προκύπτουν μέσω μετακίνησης (εσωτερικής συγχώνευσης) της ονοματικής κεφαλής—η οποία σχετίζεται είτε με ατομικές οντότητες είτε με ιδιότητες—ως Θέματος (Topic) εντός της αναφορικής πρότασης. Αυτή η μετακίνηση βασίζεται είτε στην Αριστερή μετατόπιση με κλιτικό (CLLD), η οποία επιτρέπει την παρουσία ανακλητικής αντωνυμίας εντός της αναφορικής πρότασης, είτε στη Θεματοποίηση (Topicalization), η οποία επιτρέπει την εμφάνιση που αναφορικών προτάσεων με κενό (gap). Έτσι, τόσο οι ανακλητικές (resumptive relatives) όσο και οι μη-ανακλητικές που αναφορικές προτάσεις προκύπτουν από μία ενιαία δομή, που βασίζεται στη διαδικασία της Θεματοποίησης. Η παρουσία θέσης Θέματος (Topic position) στις που αναφορικές προτάσεις σχετίζεται με τη φύση του ονοματικού στοιχείου που μετακινείται, το οποίο, σε αντίθεση με το ο-οποίος, δεν είναι αντωνυμία και δεν φέρει ποσοδεικτικά χαρακτηριστικά. Έτσι, και στους δύο τύπους αναφορικών προτάσεων, η μετακίνηση ενός ονοματικού στοιχείου εντός της πρότασης οδηγεί στη δημιουργία σχέσης κατηγόρησης (predication), η οποία παράγει μια δομή υποκειμένου-κατηγορήματος. Επιπλέον, και οι δύο τύποι αναφορικών προτάσεων τροποποιούν ονοματικά στοιχεία και, ως εκ τούτου, αναλύονται ως προσαρτήματα. Υπό αυτό το πρίσμα, τα προσαρτήματα σχετίζονται με τη διαδικασία pair-Merge, η οποία εφαρμόζεται μεταξύ της αναφορικής κεφαλής και της αναφορικής πρότασης που εισάγεται είτε μέσω του ο-οποίος είτε με το που. Στο πλαίσιο αυτής της τροποποίησης, τα στοιχεία αναφορικοποίησης λειτουργούν ως πραγματώσεις του δομικού μηχανισμού τροποποίησης των ονοματικών στοιχείων. Στις αναφορικές με το ο οποίος, το στοιχείο που ευθύνεται για σχέσης κατηγόρησης είναι το άρθρο ο, το οποίο προηγείται του wh-στοιχείου οποίος, σχηματίζοντας συντακτικά το σύνθετο αναφορικό στοιχείο ο οποίος. Το άρθρο που προηγείται του αναφορικού στοιχείου ερμηνεύεται ως linker. Αντίστοιχα, στις αναφορικές με που, το στοιχείο που λειτουργεί ως συντακτικός και ερμηνευτικός μεσολαβητής, ως relator κατά τον den Dikken (2006). Τέλος, η προτεινόμενη συντακτική ανάλυση εξηγεί όχι μόνο τις διαφορές μεταξύ των δύο τύπων αναφορικών προτάσεων αναφορικά με το κενό, το είδος της κεφάλης και την ερμηνεία τους, αλλά και τις διαφορές που παρατηρούνται σε σχέση με διάφορα A΄-φαινόμενα, όπως η ανασύνθεση (reconstruction), τα φαινόμενα δέσμευσης, ασθενούς διάσχισης (Weak Crossover) κτλ. Οι διαφορές αυτές αποδίδονται στο είδος αλλά και στον σημασιολογικό τύπο του στοιχείου που εμπλέκεται στο εκάστοτε φαινόμενο, αλλά και στην θέση στην οποία το στοιχείο αυτό ερμηνεύεται στη διεπαφή με το εννοιολογικό-προθετικό σύστημα (Conceptual-Intentional, C-I)

    Ο λειτουργικός ρόλος των ισομορφών της RasGAP Νευροϊνιδίνης στα κύτταρα του κεντρικού νευρικού συστήματος

    No full text
    Neurofibromin, the protein encoded by the NF1 gene, is known for its role as the primary RasGAP in the central nervous system (CNS), and as a protein associated with both the cytoskeleton and the cell nucleus. Inherited or de novo NF1 mutations (>3000 recognized to date) cause Neurofibromatosis Type 1 (NF-1), a disease characterized by a broad spectrum of clinical symptoms in the CNS, ranging from learning disabilities to 5-fold increased risk of glioblastoma. The confirmation of a causative mutation through molecular diagnosis does not provide insights into prognosis or treatment, as the correlations between genotype and phenotype remain limited. Part of the reason for these weak correlations are alternative splicing events, such as of exons 31 and 51, that lead to the expression of four different isoforms with potentially distinct cellular roles, which remain poorly elucidated. In particular, alternative splicing of exon 51, which includes a nuclear localization sequence (NLS) may generate two isoform types: NLS that express the NLS sequence and can enter the nucleus via Ran, and ΔNLS that lack any nuclear-cytoplasmic trafficking capacity. This study focuses on investigating the functions of NLS and ΔNLS neurofibromin isoforms. To study the functional differences between the two isoform types, we genetically modified SF268 glioblastoma cell lines with appropriate shRNAs that allow the expression of either NLS or ΔNLS neurofibromin isoforms, or maintain the physiological NLS:ΔNLS ratio through the expression of a scrambled shRNA. We first investigated using immunocytochemistry, coupled to quantification and statistical analysis of confocal microscopy data, whether the previous shown colocalization of neurofibromin with tubulins reflects its function as a Microtubule-Associated Protein (MAP), and further, whether the NLS and ΔNLS isoforms are different MAPs. Our findings demonstrate that a. both types of isoforms are indeed distinct MAPs, as they produce statistically significant effects on microtubule nucleation, bundling, and branching (both for cytoplasmic and mitotic microtubules), b. in addition to α- and β-tubulin co-localization, they also bind to γ-tubulin, differentially affecting the size of the centrosome, microtubule nucleation at the centrosome, and its relative position to the nucleus, particularly during cell migration, and c. their varying functions as MAPs are evidenced by the significantly altered geometry of asters and mitotic spindles, especially in ΔNLS-SF268 cells where chromosome segregation is significantly disrupted and leads to increased frequency of micronuclei. Our data also reveal that the two isoforms of neurofibromin display discrete capacities as RasGAPs. By analyzing the temporal activation of H-Ras within the intracellular signalling pathway of the cannabinoid receptor 1 (CB1R), we show that ΔNLS isoforms possess greater RasGAP activity compared to the NLS ones. Specifically, the activation of H-Ras peaks at a later time but is maintained for a longer period in comparison to cells expressing NLS isoforms or both types. Moreover, our analysis of the translocation of H-Ras molecules from lipid rafts to less-ordered membrane regions (by detecting of H-Ras in cellular membrane subfractions) reveals that ΔNLS isoforms strongly facilitate the movement of H-Ras molecules away from the lipid rafts, thereby exhibiting an enhanced capacity to regulate Ras activation. Furthermore, our quantitative analysis of ΔNLS transcript expression through RT-qPCR shows significant increases during the differentiation of early post-mitotic chick embryo cortical neurons, both in tissue and in culture. Consequently, we designed specific Splice-Switching Oligonucleotides (SSOs) to induce exon 51 skipping; after exposure to these SSOs of freshly plated primary neurons in culture for 3 or more days, we attained reversal of the NLS:ΔNLS ratio at the onset of neuronal differentiation. Thus, we demonstrate that such perturbation a. results in the dynamic activation of H-Ras molecules upon CB1R stimulation, forcing a “treadmilling” pattern of H-Ras movement out-and-in the lipid rafts, thereby confirming ΔNLS isoforms as more potent RasGAPs than the NLS ones, as evidenced in ΔNLS-SF268 cells, b. causes a delay in the transcriptional program governing neuronal differentiation, and imposes changes in the expression of regulatory and transcription factors related with cytoskeleton function (as shown with RNA sequencing analysis) and c. disrupts actin polymerization, causing increased collateral branching, increased neurite length with reduced diameter, and reduced growth cone volume, as demonstrated by the quantification and statistical analysis of these parameters from multiphoton confocal microscopy data. Additionally, through proteomic analysis of immunoprecipitates, we demonstrate that each isoform exhibits unique protein-protein interactions with regulatory proteins involved in the Rho–ROCK–myosin II pathway, thereby offering additional evidence of their contrasting roles in cytoskeletal contractility. Importantly, our pharmacological interventions targeting actomyosin organization reveal a compartmentalized function of the ΔNLS and NLS neurofibromin isoforms within neurites and growth cones. The results of this research significantly enhance our understanding of the multifunctional neurofibromin protein, providing novel insights into the mechanisms of action of neurofibromin isoforms, which may facilitate the development of genotype-phenotype correlations and prognostic indicators for NF-1.Η νευροϊνιδίνη, η πρωτεΐνη που κωδικοποιείται από το γονίδιο NF1, θεωρείται ως η κύρια RasGAP του νευρικού συστήματος, δηλαδή ως αρνητικός ρυθμιστής του μοριακού διακόπτη Ras, αλλά και ως πρωτεΐνη που σχετίζεται με τον κυτταροσκελετό και με τον πυρήνα του κυττάρου. Κληρονομούμενες ή de novo μεταλλάξεις του NF1 προκαλούν τη νόσο Νευροϊνωμάτωση τύπου 1 (NF-1), νόσο με ποικίλα κλινικά συμπτώματα κυρίως στο ΚΝΣ που δύναται να κυμαίνονται από μαθησιακές δυσκολίες έως υψηλή προδιάθεση για ανάπτυξη γλοιοβλαστώματος, χωρίς ωστόσο σαφή συσχέτιση μεταξύ γονοτύπου και φαινοτύπου και άρα δυσκολίες στην πρόγνωση της εξέλιξης της νόσου βάσει της μοριακής διάγνωσης. Η δυσκολία αυτή επιτείνεται και από το εναλλακτικό μάτισμα των εξονίων 31 και 51, που οδηγεί στην έκφραση ισομορφών με πιθανά διακριτούς κυτταρικούς ρόλους. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στην έρευνα των διακριτών λειτουργιών των ισομορφών που προέρχονται από το εναλλακτικό μάτισμα του εξονίου 51. Δεδομένου ότι το εξόνιο 51 εμπεριέχει αλληλουχία πυρηνικού εντοπισμού (Nuclear Localization Sequence, NLS), η εναλλακτική έκφραση του δημιουργεί δύο βασικές ισομορφές: τις NLS, που εκφράζουν την αλληλουχία NLS και δύνανται να εισέλθουν στον πυρήνα μέσω της Ran, και τις ΔNLS, που στερούνται τη δυνατότητα πυρηνο-κυτταροπλασματικής διακίνησης. Για τη μελέτη των λειτουργικών διαφορών των δύο τύπων ισομορφών, δημιουργήσαμε γενετικά τροποποιημένες σειρές κυττάρων γλοιοβλαστώματος SF268 με κατάλληλα shRNAs, ώστε να εκφράζουν είτε NLS είτε ΔNLS ισομορφές νευροϊνιδίνης ή να διατηρούν τη φυσιολογική αναλογία NLS:ΔNLS λόγω έκφρασης shRNA-μάρτυρα ελέγχου. Σε αυτές τις σειρές πρώτα διερευνήσαμε αν ο συνεντοπισμός της νευροϊνιδίνης με τους μικροσωληνίσκους οφείλεται στην ικανότητα του μορίου να δρά ως πρωτεΐνη που συνδέεται με μικροσωληνίσκους (Microtubule Associated Protein, MAP) και περαιτέρω αν οι NLS διαφέρουν από τις ΔNLS ισομορφές ως MAPs (με μεθόδους ανοσοκυτταροχημείας, και ποσοτικοποίησης-στατιστικής ανάλυσης δεδομένων συνεστιακής μικροσκοπίας). Αποδείξαμε ότι: α. και οι δύο τύποι ισομορφών είναι MAPs, καθώς παράγουν διακριτά και στατιστικά σηματικά αποτελέσματα στην πυρήνωση, δέσμωση και τη διακλάδωση των μικροσωληνίσκων τόσο του κυτταροπλάσματος όσο και της μιτωτικής ατράκτου β. εκτός της συγγένειας για α- και β-τουμπουλίνες, παρουσιάζουν συγγένεια και με τη γ-τουμπουλίνη, επηρεάζοντας με διαφορετικό τρόπο το μέγεθος του κεντροσώματος, την πυρήνωση των μικροσωληνίσκων σε αυτά, αλλά και τη σχετική του θέση ως προς τον πυρήνα, ειδικά κατά την κυτταρική μετανάστευση γ. η διαφορετική λειτουργία των ισομορφών ως MAPs αποδεικνύεται κυρίως από την εξαιρετικά αλλοιωμένη γεωμετρία που προκαλούν, ειδικά οι ΔNLS ισομορφές, στους αστέρες και τη μιτωτική άτρακτο, που με τη σειρά της προκαλεί απορρύθμιση στον διαχωρισμό των χρωμοσωμάτων και στην αυξημένη συχνότητα μικροπυρηνίσκων και ανευπλοειδίας. Η μελέτη αποκάλυψε επίσης ότι οι δύο ισομορφές της νευροϊνιδίνης παρουσιάζουν διακριτή λειτουργία στο ρόλο τους ως RasGAPs. Αναλύοντας την ενεργοποίηση της H-Ras στο μονοπάτι ενδοκυττάριας σηματοδότησης του κανναβινοειδούς υποδοχέα 1 (cannabinoid receptor 1, CB1R), δείξαμε ότι οι ΔNLS-ισομορφές έχουν ισχυρότερη RasGAP δραστικότητα, δηλαδή, η ενεργοποίηση κορυφώνεται αργότερα, αλλά διαρκεί περισσότερο, σε σύγκριση με τα κύτταρα που εκφράζουν NLS ισομορφές ή και τις δύο. Επιπλέον, η ανάλυση της μετακίνησης των μορίων H-Ras από τις λιπιδικές σχεδίες προς τις λιγότερο διατεταγμένες περιοχές της μεμβράνης (ανίχνευση H-Ras σε κλάσματα κυτταρικών μεμβρανών) αποκάλυψε ότι οι ΔNLS προωθούν έντονα τη μετανάστευση μορίων H-Ras προς μετάδοση του μηνύματος ενδοκυττάρια και συνεπώς έχουν αυξημένη ικανότητα ελέγχου της ενεργοποίησης Ras. Ποσοτική ανάλυση της έκφρασης του ΔNLS μεταγράφου με RT-qPCR έδειξε ότι αυτή αυξάνεται με τη διαφοροποίηση των νευρώνων του φλοιού (έμβρυο όρνιθας) είτε στον ιστό είτε στην καλλέργεια, οπότε σχεδιάσαμε ειδικά αντινοηματικά ολιγονουκλεοτίδια (splice-switching oligonucleotides, SSOs) που επάγουν την παράλειψη του εξονίου 51, με στόχο την αναστροφή του λόγου έκφρασης NLS:ΔNLS ισομορφών άμα την έναρξη της νευρωνικής διαφοροποίησης στην καλλιέργεια. Η αναστροφή αυτή σε πρωτογενείς νευρώνες α. οδηγεί, μετά από διέργεση του CB1R, σε δυναμική ενεργοποίησή της H-Ras αλλά και σε δραστική ανατροφοδότηση της στις λιπιδικές σχεδίες, επιβεβαιώνοντας το ρόλο των ΔNLS ισομορφών ως δραστικότερων RasGΑPs όπως διαπιστώσαμε και στα ΔNLS-SF268 κύτταρα, β. προκαλεί καθυστέρηση στο μεταγραφικό πρόγραμμα νευρωνικής διαφοροποίησης και αλλαγές στην έκφραση ρυθμιστικών και μεταγραφικών παραγόντων που σχετίζονται με τη λειτουργία του κυτταροσκελετού (ανάλυση RNA-sequencing) και γ. διαταράσσει την ικανότητα πολυμερισμού της ακτίνης, οδηγώντας σε αύξηση των πλευρικών διακλαδώσεων, του μήκους των νευριτών και μείωση της διάμετρου τους, καθώς και μείωση του όγκου των αυξητικών κώνων, όπως αποδεικνύει η ποσοτικοποίηση και στατιστική ανάλυση αυτών των παραμέτρων επί δεδομένων πολυφωτονικής συνεστιακής μικροσκοπίας. Επιπλέον, με αναλύσεις πρωτεωμικής εντοπίσαμε ειδικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ κάθε ισομορφής με ρυθμιστικές πρωτεϊνες του μονοπατιού Rho–ROCK–μυοσίνης II, αποδεικνύοντας περαιτέρω τον αντίθετο ρόλο των ισομορφών στη συσταλτικότητα του κυτταροσκελετού. Αξιοσημείωτα, φαρμακολογικές επεμβάσεις στη διάταξη της ακτομυοσίνης τεκμηρίωσαν τη χωρική εξειδίκευση των ΔNLS και NLS ισομορφών της νευροϊνιδίνης στους νευρίτες και τους αυξητικούς κώνους. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας διευρύνουν σημαντικά τη γνώση μας για τις πολλαπλές λειτουργίες της νευροϊνιδίνης και παρέχουν νέες πληροφορίες για τους μηχανισμούς δράσης των ισομορφών της, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν μελλοντικά στη συσχέτιση γονοτύπου-φαινοτύπου και την ανάπτυξη προγνωστικών δεικτών για τη NF-1

    The historical popular novel of the 20th century in the Greek shadow theater

    No full text
    The central aim of this dissertation is to explore the relationship between the historical popular novel of the 20th century and the Greek shadow theatre, focusing particularly on the identification of borrowings from the former to the latter. The first chapter offers a historical overview of the trajectory of shadow theatre from the East to the West, with particular emphasis on its adaptation to the Greek cultural context and the efforts made to renew its repertoire. Simultaneously, the development of the popular novel in Greece is examined, including the definitions of the terms “popular” and “historical”, as well as the criteria that qualify a work as a historical novel. Within this framework, significant scholarly efforts that attempt to bridge popular literature with shadow theatre are also presented. The second chapter focuses on the analysis of selected historical popular novels or novels containing historical elements, which are examined in comparison with corresponding works of the Greek shadow theatre. The comparative approach is developed along three main axes: thematic content, plot structure, and character typology. The third chapter presents the research findings, with particular emphasis on the ways in which a written form of popular art, such as the historical popular novel, interacts with and is transformed through an oral form, namely the Greek shadow theatre.Βασικό ζητούμενο της διατριβής αποτελεί η σχέση και η ανίχνευση δανείων από το ιστορικό λαϊκό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα στο ελληνικό θέατρο σκιών. Στο πρώτο κεφάλαιο, επιχειρείται ιστορική ανασκόπηση της διαδρομής του θεάτρου σκιών από την Ανατολή προς τη Δύση, με έμφαση στη μεταφορά του στην ελληνική πραγματικότητα και στις προσπάθειες ανανέωσης του ρεπερτορίου του. Παράλληλα, παρουσιάζεται η εξέλιξη του λαϊκού μυθιστορήματος στην Ελλάδα, με ορισμό των εννοιών «λαϊκό» και «ιστορικό», και καταγραφή των κριτηρίων που καθιστούν ένα έργο ιστορικό μυθιστόρημα. Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφονται και αξιόλογες προσπάθειες μελετητών σύζευξης της λαϊκής λογοτεχνίας με το θέατρο σκιών. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην ανάλυση συγκεκριμένων ιστορικών λαϊκών μυθιστορημάτων ή μυθιστορημάτων με ιστορικά στοιχεία τα οποία εξετάζονται σε σύγκριση με αντίστοιχα έργα του ελληνικού θεάτρου σκιών. Η σύγκριση εστιάζει σε τρία βασικά επίπεδα: τη θεματολογία, την πλοκή και τους χαρακτήρες. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα συμπεράσματα της έρευνας, με ιδιαίτερη έμφαση στους τρόπους με τους οποίους ένα γραπτό είδος λαϊκής τέχνης, όπως το λαϊκό μυθιστόρημα, αλληλεπιδρά και μετασχηματίζεται μέσα από μια προφορική μορφή, όπως το ελληνικό θέατρο σκιών

    The preservation of cultural heritage: civil and international approach

    No full text
    Abstract This dissertation explores the preservation and safeguarding of cultural heritage, a matter of fundamental significance to human beings and their well-being. International law presents a diversity of definitions in this regard. According to UNESCO, heritage represents our legacy from the past, our experiences in the present, and what we pass on to future generations. Cultural and natural heritage are considered irreplaceable sources of life and inspiration. The dissertation is structured into three chapters: The first chapter examines the significance and content of cultural heritage, as well as its protection in all its forms. The second chapter investigates the legal rights over monuments and their circulation, with particular emphasis on the prohibition of illicit trafficking. The third chapter focuses on the repatriation of monuments as a human right, highlighting the removal of cultural property from its place of origin as a form of "cultural genocide" and ethnic cleansing. It also addresses the process of repatriation, as well as specific cases involving the removal of monuments in armed conflict and the reunification of fragmented monuments. Cultural heritage has suffered destruction throughout history. As early as the 2nd century B.C., the historian Polybius condemned the looting of cultural property during Roman conquests, calling it an act of madness. The monuments of the Acropolis of Athens and Palmyra in Syria stand as prominent examples of violence and looting during the 19th and 20th centuries. In contemporary times, the illegal trade of cultural objects—through auctions and increasingly via the internet—poses significant threats to heritage. UNESCO has identified this illicit trafficking as one of the most persistent illegal activities worldwide, alongside drug and arms trafficking, due to its high financial stakes. The protection of cultural property in international legal texts is articulated through prohibitions on damage, destruction, looting, and illicit excavation; obligations for preservation; bans on illegal trafficking; and duties of restitution. Additionally, states are required to cooperate internationally. In the context of armed conflict, the body of legal norms regulating the obligations of parties falls under International Humanitarian Law and is recognized as customary international law. Current developments also consider the emergence of a customary rule on the protection of cultural property in times of peace, following the methodology of the International Law Commission. The convergence of human rights law and humanitarian law further supports the application of human rights provisions in cultural heritage protection cases. Hellenic law grants heightened constitutional protection to the cultural environment and monuments, benefiting both current and future generations. Law 4858/2021 codifies the protection of all monuments within Greek territory and extends it to those linked to Greece, regardless of location or time of removal. Monuments and archaeological sites are classified as inalienable public goods with use rights, and public enjoyment thereof constitutes an expression of individual personality. Legal rights over monuments are a prerequisite for lawful circulation, as legitimacy of origin is contingent upon these rights. International treaties portray monuments as public goods. At the international level, legal authority over monuments and their circulation is determined by the laws of the State of origin. Cultural rights, as recognized by the international community, aim to ensure the protection of individuals as fully developed personalities. Monument circulation relates to the human right to participate in cultural life through access and preservation. The principle of monument integrity requires that monuments remain undivided and whole to fulfill their purpose and social function as cultural identity markers and historical testimonies. Separated parts are inherently linked to the original monuments and cannot be treated as independent legal entities. A key example is the statues of Poseidon and Athena from the west pediment of the Parthenon, divided between the British Museum and the Acropolis Museum. According to Law 4858/2021, rights over monuments are accompanied by numerous obligations, as they serve the public interest and possess intrinsic value. Ownership and possession acquire a distinct meaning based on their status as public goods, the recognition of human rights, and the principle of equal access to national heritage. Illegal trafficking of cultural property during armed conflict is prohibited under international humanitarian law. Legal circulation requires prior verification of lawful provenance, an emerging norm in customary international law. UNESCO’s 1970 Convention imposes an obligation on States Parties to act against illegal import, export, and transfer of cultural goods. The ICOM Code of Ethics mandates that museums retain only those artifacts accompanied by valid legal documentation. The due diligence principle requires meticulous scrutiny of provenance in all transactions, evaluating acquisition conditions, compensation, export certificates, and checks against stolen art registries. Unauthorized circulation of artifacts—particularly through auctions—is prohibited under Hellenic law. A landmark decision on June 9, 2020, by a U.S. Court of Appeals in Sotheby’s v. Hellenic Ministry of Culture upheld Greece’s sovereign right to demand the withdrawal of an artifact from auction and confirmed the state's sovereign immunity. The issue of repatriation is rooted in the understanding that cultural property must remain in its place of origin due to its cultural significance. The emotional and identity-related bond between people and their monuments frames repatriation as a matter of human rights, enshrined in numerous legal instruments, as the right of access to heritage constitutes participation in cultural life. The removal or destruction of monuments, particularly in armed conflict and occupation, is interpreted as "cultural genocide" or ethnic cleansing. The International Criminal Tribunal for the former Yugoslavia recognized cultural destruction as a key aspect of genocide. Similarly, the International Court of Justice acknowledged the elimination of Armenian cultural elements by Azerbaijan in its December 7, 2021 ruling, describing it as an effort to legitimize occupation and permanently estrange displaced persons. Turkey has pursued similar tactics since the 1974 invasion and continued occupation of northern part of Cyprus, engaging in systematic destruction and erasure of the region's cultural heritage to "Turkify" the occupied territory and assert permanent presence. The conversion of Hagia Sophia into a mosque is also viewed as an act of monument distortion. Various legal instruments govern the repatriation of cultural property. Under the 1970 UNESCO Convention, States Parties are obliged, upon request by the State of origin, to take necessary actions for the recovery and return of illegally exported artifacts. Even for illicit imports predating the Convention, States are encouraged to reach agreements aligned with its principles. Hence, pre-1970 imports are not legitimate grounds for non-compliance. The 1995 UNIDROIT Convention further addresses the return of stolen and illegally exported cultural objects. At the EU level, relevant Directives apply. Illegal trafficking necessitates restitution. Once both the origin and unlawful acquisition of an object are substantiated, repatriation must follow. This documentation process is often protracted and complex. On January 22, 2024, three artifacts were repatriated from the University of Atlanta Museum after evidence confirmed their illegal excavation and export from Greece. Greek citizens’ right—and the corresponding obligation of the Hellenic State—to pursue repatriation of national heritage is grounded in the legal imperative to preserve cultural property, which shapes national identity, nurtures social cohesion, and serves as a source of knowledge. A notable case is the "Chian Decree" or "Chian Column"—the world's earliest constitution, dating from the 8th or 6th century B.C. Allegedly, Solon drew inspiration from it to draft laws that laid the foundation for Athenian democracy. Discovered embedded in a wall in Ottoman-occupied Chios in 1907, the artifact was published in 1909 and remains in the Istanbul Archaeological Museum. Numerous international instruments mandate repatriation during armed conflict. Binding UN Security Council Resolutions stress all member states' obligation to ensure the safe return of unlawfully trafficked cultural property. This duty has been upheld by the ICJ in the Preah Vihear Temple case (Cambodia v. Thailand) and by Italy’s Supreme Administrative Court regarding the return of the Aphrodite of Cyrene to Libya. The obligation to reunite fragmented monuments derives from the principle of integrity. When monuments are disassembled and scattered, they must be restored to their original form. The ICJ affirmed this obligation in the Cambodia v. Thailand decision. Judicial rulings and bilateral agreements supporting reunification reflect the emergence of a customary international norm. Notable cases include the mosaics of Kanakaria and Edessa, and the Heracles of Perge. A quintessential case is the Acropolis Monuments (e.g., 60% of the Parthenon’s pediments and metopes, the 6th Caryatid, Erechtheion column segments), now housed in the British Museum. These elements were illicitly removed under Ottoman occupation. Particularly noteworthy is the Caryatid from the Erechtheion, which remains in London despite no formal repatriation request—though it structurally completes the set of six columns held at the Acropolis Museum. Safeguarding cultural heritage has become a defining challenge of our era. Legal regimes continue to evolve through ongoing enrichment of provisions across multiple fields of law. This dissertation centers monuments themselves, highlighting their intrinsic value, public function, status as public goods and cultural identity symbols, and the principle of their integrity. Its contribution lies in the simultaneous study, analysis, and synthesis of legal branches—domestic and international—considering also soft law instruments, aiming at a holistic treatment of increasingly complex legal challenges. The findings of this research raise original, innovative issues and open new paths in legal thought regarding cultural heritage protection and rights thereto, such as the potential emergence of a customary rule on monument reunification and the entitlement of Greek citizens to demand repatriation. Its originality further lies in adopting a holistic methodology for examining cultural heritage protection, enabling a multidimensional approach to the evolving legal framework. As international principles increasingly shift toward more robust protection of heritage, such safeguarding clearly constitutes a common interest of humanity, in line with Aristotle’s definition of justice: “Justice is the political good, and this is the common interest.”(Politics III 1282b16–18; Nicomachean Ethics IX 1160a14–16).Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία για τον άνθρωπο και την ευδαιμονία του. Στο Διεθνές Δίκαιο παρατηρείται ποικιλομορφία των ορισμών. Σύμφωνα με την UNESCO, η κληρονομιά είναι η παρακαταθήκη μας από το παρελθόν, ό,τι ζούμε σήμερα και αυτό που μεταφέρουμε στις μελλοντικές γενιές. Η πολιτιστική και φυσική κληρονομιά συνιστούν αναντικατάστατες πηγές ζωής και έμπνευσης.Η διατριβή αναπτύσσεται σε τρία κεφάλαια: Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται η σημασία και το περιεχόμενο της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και η προστασία της σε όλες τις μορφές. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζονται τα δικαιώματα στα μνημεία και η διακίνησή τους με έμφαση στην απαγόρευση της παράνομης διακίνησης. Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζεται ο επαναπατρισμός των μνημείων, ως ανθρώπινο δικαίωμα, ενώ γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απομάκρυνση των πολιτιστικών αγαθών από τον τόπο προέλευσής τους, ως «πολιτισμική γενοκτονία» και μορφή εθνοκάθαρσης. Εξετάζονται επίσης η διαδικασία του επαναπατρισμού καθώς και οι ειδικότερες περιπτώσεις της αφαίρεσης μνημείων σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης και της επανένωσης διαμελισμένων μνημείων. Η πολιτιστική κληρονομιά έχει διαχρονικά υποστεί καταστροφές. Ήδη από τον 2ο αι. π.Χ. η λεηλασία πολιτιστικών αγαθών κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης προκάλεσε την αντίδραση του ιστορικού Πολυβίου, που χαρακτήρισε πράξη τρέλας την λεηλασία μνημείων στον πόλεμο. Τα μνημεία της Ακρόπολης των Αθηνών και της Παλμύρας της Συρίας συνιστούν τους τελευταίους αιώνες (19ο και 20ο) παραδείγματα βίας και λεηλασίας εις βάρος μνημείων. Στη σημερινή εποχή η παράνομη διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών παγκοσμίως, μέσω αγορών, όπως οι δημοπρασίες, αλλά και μέσω του διαδικτύου, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την πολιτιστική κληρονομιά. Η παράνομη εμπορία μνημείων συνιστά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της UNESCO, μαζί με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και όπλων, μία από τις πλέον σταθερές παράνομες εμπορικές δραστηριότητες παγκοσμίως, με υψηλότατο τζίρο και τεράστιο οικονομικό διακύβευμα. Η προστασία των πολιτιστικών αγαθών διαρθρώνεται και εξειδικεύεται από τα διεθνή νομικά κείμενα σε: -απαγόρευση βλάβης, καταστροφής, λεηλασίας και λαθρανασκαφής, -υποχρέωση διατήρησης, -απαγόρευση παράνομης διακίνησης, -υποχρέωση επαναπατρισμού, ενώ, παράλληλα, καθιερώνεται -υποχρέωση διεθνούς συνεργασίας. Όσον αφορά στην προστασία των μνημείων σε περίπτωση ενόπλων συρράξεων, το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις των μερών, συνιστούν Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και έχουν ήδη καθιερωθεί ως κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Κατά το παρόν στάδιο εξέλιξης του διεθνούς εθιμικού δικαίου, εξετάζεται, με τη μεθοδολογία της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για τη διαμόρφωση εθιμικών κανόνων, η ανάδυση διεθνούς εθιμικού κανόνα προστασίας των πολιτιστικών αγαθών και σε περίοδο ειρήνης. Η παραπάνω κρίση ενισχύεται από τη διαπίστωση της συναρμογής και συνύπαρξης του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρωπιστικού δικαίου, η οποία συνεπάγεται την εφαρμογή των διατάξεων που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και στις υποθέσεις προστασίας πολιτιστικών αγαθών. Το ισχύον ελληνικό δίκαιο επιφυλάσσει αυξημένη συνταγματική προστασία στο πολιτιστικό περιβάλλον και στα μνημεία, προς όφελος της παρούσας και των μελλοντικών γενεών. Με τον κωδικοποιητικό ν. 4858/2021 προστατεύεται το σύνολο των μνημείων που βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας, προβλέπεται δε και προστασία αυτών που συνδέονται με την Ελλάδα, είτε βρίσκονται εντός είτε εκτός συνόρων, οποτεδήποτε κι αν απομακρύνθηκαν. Τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι είναι κοινόχρηστα αγαθά, που ανήκουν στα εκτός συναλλαγής, με δικαίωμα χρήσης, ενώ η απόλαυσή τους αποτελεί έκφανση της προσωπικότητας εκάστου. Τα δικαιώματα στα μνημεία συνιστούν προϋπόθεση της νόμιμης διακίνησής τους, δεδομένου, ότι από την ύπαρξή τους εξαρτάται η νόμιμη προέλευση των μνημείων. Από τη διερεύνηση των διεθνών συμβάσεων προκύπτει ο χαρακτήρας των μνημείων ως δημοσίων αγαθών. Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, οι αρμοδιότητες στα μνημεία καθώς και η νομιμότητα της διακίνησής τους καθορίζονται από τη νομοθεσία του Κράτους προέλευσης. Τα πολιτιστικά δικαιώματα αναγνωρίζονται από τη διεθνή κοινότητα με σκοπό να διασφαλίζουν την προστασία του ανθρώπου, ως πλήρους προσωπικότητας. Η διακίνηση των μνημείων συνδέεται με το ανθρώπινο δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή, υπό τις εκφάνσεις της πρόσβασης σε αυτά και της διατήρησής τους. Βάσει της αρχής της ακεραιότητας των μνημείων, αυτά πρέπει να είναι αδιάσπαστα και ενιαία, προκειμένου να μπορούν να εκπληρώνουν τον προορισμό τους και τον κοινωνικό σκοπό τους, ως στοιχεία πολιτιστικής ταυτότητας και κληρονομιάς, και ιστορικές μαρτυρίες. Τα αποσπασμένα τμήματα από διαμελισμένα μνημεία συνδέονται άρρηκτα με τα μνημεία, από τα οποία αποσπάστηκαν, και δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο χωριστών δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα διαμελισμένων μνημείων είναι ο Ποσειδών και η Αθηνά από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Τα αγάλματα αυτά βρίσκονται κατά ένα τμήμα στο Βρετανικό μουσείο και κατά το άλλο στο Μουσείο της Ακρόπολης. Κατά τον ν. 4858/2021, τα δικαιώματα στα μνημεία συνοδεύονται από πληθώρα υποχρεώσεων, αφού αντιμετωπίζονται ως δημόσια αγαθά, που εξυπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και έχουν αυταξία. Η κυριότητα και η κατοχή επί των μνημείων αποκτούν ιδιότυπη έννοια, η οποία δικαιολογείται από τον παραπάνω χαρακτήρα τους ως δημοσίων αγαθών, την αναγνώριση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και την εξ αυτής απορρέουσα θεμελιώδη αρχή της διευκόλυνσης της ισότιμης πρόσβασης των πολιτών στα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Η κυριότητα, νομή και κατοχή του Κράτους και κατ’ εξαίρεση των ιδιωτών επί των μνημείων ρυθμίστηκε με ιδιαίτερα σύνθετο τρόπο από τον ελληνικό νόμο. Τα μνημεία αποτελούν στοιχείο της προσωπικότητας εκάστου και εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις. Η απαγόρευση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων εντάσσεται στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Ως προϋπόθεση νόμιμης διακίνησης των μνημείων καθιερώνεται ο προηγούμενος έλεγχος της νόμιμης προέλευσής τους, ενώ εξετάζεται η ανάδυση σχετικού κανόνα διεθνούς εθιμικού δικαίου. Η νομιμότητα της διακίνησης καθορίζεται από τη νομοθεσία του Κράτους προέλευσης. Η Σύμβαση της UNESCO 1970 καθιερώνει την διεθνή υποχρέωση των συμβαλλομένων Κρατών να λάβουν μέτρα κατά της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης πολιτιστικών αγαθών, που βρίσκονται εντός των εδαφών τους. Ο Κώδικας Δεοντολογίας του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) καθιερώνει την υποχρέωση των Μουσείων να διατηρούν στις συλλογές τους μόνον μνημεία, που συνοδεύονται από έγκυρα νομιμοποιητικά έγγραφα. Κατά τη διακίνηση μνημείων εφαρμόζεται η αρχή της δέουσας επιμέλειας, η οποία συνίσταται στον ακριβή και εξονυχιστικό έλεγχο της νομιμότητας κτήσης του κάθε μνημείου που διακινείται. Ως κριτήρια για τον καθορισμό της δέουσας επιμέλειας ορίζονται οι συνθήκες απόκτησης, το τυχόν αντίτιμο, η ύπαρξη πιστοποιητικού εξαγωγής, η διενέργεια ελέγχου στο μητρώο κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών κ.ά. Η διακίνηση μνημείου χωρίς νόμιμη προέλευση, και με δημοπρασία, απαγορεύεται και από την ελληνική ρύθμιση. Η από 9.6.2020, απόφαση του Εφετείου Η.Π.Α. συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής των παραπάνω κανόνων από τα Δικαστήρια (υπόθεση του οίκου δημοπρασιών Sotheby’s κατά του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας). Η απόφαση δικαίωσε το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας για άμεση απόσυρση του μνημείου από δημοπρασία, αναγνώρισε το κυριαρχικό δικαίωμα του ελληνικού κράτους στο μνημείο καθώς και το προνόμιο της ετεροδικίας. Το ζήτημα του επαναπατρισμού των πολιτιστικών αγαθών συνδέεται με την παραδοχή ότι τα μνημεία είναι τόσο σπουδαία για τον πολιτισμό, ώστε πρέπει να διατηρηθούν στον τόπο καταγωγής τους. Η συγγένεια των μνημείων με άτομα και με ομάδες καθιστά τον επαναπατρισμό τους ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που προστατεύονται από πληθώρα νομικών κειμένων, αφού το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτά αποτελεί εκδήλωση του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή. Η απομάκρυνση από τον τόπο προέλευσης (και καταστροφή) των μνημείων, η οποία πραγματοποιείται ιδίως σε περιόδους ενόπλων συρράξεων και κατοχής, εξετάζεται ως «πολιτισμική γενοκτονία» ή μορφή εθνοκάθαρσης. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία έκρινε ότι η καταστροφή του πολιτισμού συνιστά σημαντική πτυχή του εγκλήματος της γενοκτονίας. Η καταστροφή των μνημείων ως μορφή εθνοκάθαρσης τέθηκε στην κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, με την διάταξή του περί προσωρινών μέτρων της 7.12.2021 στην υπόθεση μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε η μέθοδος εξάλειψης των πολιτιστικών στοιχείων της Αρμενίας με σκοπό την νομιμοποίηση της κατοχής των Αζέρων και την οριστική αποξένωση των εκτοπισμένων από το κατεχόμενο έδαφος.Ανάλογη τακτική ακολουθεί η Τουρκία, η οποία, μετά την εισβολή στο βόρειο τμήμα της Κύπρου το 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή της, έχει επιδοθεί στη συστηματική, ευρείας κλίμακας, ανεπανόρθωτη καταστροφή και εξάλειψη της πολιτιστικής κληρονομιάς των περιοχών που βρίσκονται υπό τον στρατιωτικό της έλεγχο, με σκοπό να «τουρκοποιήσει» το κατεχόμενο τμήμα του νησιού και να διατηρήσει μόνιμη παρουσία στην Μεγαλόνησο. Ως περίπτωση παραποίησης μνημείου θεωρείται και η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Ο επαναπατρισμός μνημείων ρυθμίζεται με ποικίλα νομικά κείμενα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση UNESCO 1970, τα Συμβαλλόμενα Κράτη επιφορτίζονται, κατόπιν αιτήματος του Κράτους-Μέλους προέλευσης, με την υποχρέωση να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες για την ανάκτηση και την επιστροφή κάθε παρανόμως διακινηθέντος πολιτιστικού αγαθού, που εισάγεται μετά την έναρξη ισχύος της Σύμβασης. Σχετικά με τις περιπτώσεις παράνομης εισαγωγής πριν τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης, τα Κράτη καλούνται να συνάψουν συμφωνία σε αρμονία με το πνεύμα και τις αρχές της. Επομένως, η παράνομη εισαγωγή πριν το 1970 δεν συνιστά επιχείρημα για την μη συμμόρφωση των Κρατών με τους κανόνες της Σύμβασης. Ακολούθησε η Σύμβαση UNIDROIT 1995 για τα Κλαπέντα και Παρανόμως Εξαχθέντα Πολιτιστικά Αγαθά. Σε επίπεδο ΕΕ εφαρμόζεται η σχετική Οδηγία. Η παράνομη διακίνηση των μνημείων συνεπάγεται την υποχρέωση επαναπατρισμού. Μετά την τεκμηρίωση της σωρευτικής συνδρομής: α) της προέλευσης του μνημείου από το έδαφος του αιτούντος κράτους και β) της παράνομης διακίνησης και απόκτησής του, η υποβολή του αιτήματος οδηγεί στον επαναπατρισμό. Η διαδικασία τεκμηρίωσης είναι σε πολλές περιπτώσεις μακροχρόνια και επίπονη.Πρόσφατα, στις 22/1/2024, επαναπατρίσθηκαν από το Μου

    The effects of the economic crisis on nutrition quality of the elderly in the Prefecture of Larissa

    No full text
    The global crisis of the financial system, which began in 2008 in the USA and spread to almost all countries, was particularly felt in our country. The health of vulnerable groups has deteriorated significantly, as chronic digestive problems and inequalities have increased due to the economic crisis. Despite the formal end of the financial crisis there are indications that the imprint of the crisis remains strong. The purpose of the research was not only to detect the first effects of the economic crisis on the eating habits of the Greek elderly population in the area of Larissa (Central Greece) but also to identify the ways of their reaction to the new economic data. In addition, to determine the degree of economic hardship and the level of satisfaction of the elderly with life. This is a prospective observational study that spanned three time periods: 2018-2019, 2020-2021 and 2022-2023. Self-report questionnaires were used: a) Diet questionnaire, b) The Life Satisfaction Index (LSI-20), c) The FAS (Financial Ability Scale, renamed to Financial Misery Index), d) Questionnaire of the influence of social factors on nutrition and e) Questionnaire of basic demographic characteristics. The study comprised 224 women and 76 men (74.7% and 25.3% respectively). The majority were married (192 people, 64.0%), single 6 people (2.0), while 83 people (27.6%) were widowed. After the crisis there was a significant increase in the percentage of people belonging to the income category up to 699 euros (from 16% before the crisis to 41% after the crisis) and a small increase in the category 700-1399 euros (from 48.7% to 50 %). However, in the highest income categories there was a large drop (from 26.7% to 8% for the €1400-2000 category and from 8.7% to 1.0% for incomes above €2000. The percentage reporting a “poor” level of nutrition climbed from 2% before the crisis, up to 25.7% after the crisis in 2018-2019 and then narrowed to 4.3% and 3.7% in the periods 2020-2021 and 2022-2023. The very good level of nutrition dropped significantly from 29.3% to 6% in 2018-2019 to then stabilize at significantly lower levels at 12.3%, differences statistically significant (p<0.001). The life satisfaction index decreased from 4.27±0.54 in the period 2018-2019, to 3,68±0,67 in the period 2022-2023, a statistically significant difference (F=229.911, p<0.001 ), while in the same period the economic hardship index gradually declined from the value of 3,10±0,73 in the period 2018-2019, to the value of 2,96±0,76 in the period 2020-2021 and finally to the value of 2,85± 0,76 in 2022-2023, difference statistically significant (F=50.510, p <0.001). The economic situation improves more in rural areas than in urban ones: the mean value of the economic hardship index drops from 3,16 in the cities to 2,93 at the end of the study (7% drop), while in the villages it goes from 3,04 to 2,77, a drop of about 10%, a statistically significant difference (F=297,000, p=0,031). Life satisfaction (average value) drops dramatically in urban areas compared with villages, from 4,32 to 3,48 (a 19,4% drop), while in the villages, it drops from 4,21 to 3,94, a drop by 6,4%. The differences were statistically significant: F=75.101, p<0.001.In this thesis, the strong imprint of the financial crisis on the nutrition of the elderly, after the formal end of the financial crisis, is highlighted. The fixation of income at low levels and the inability to purchase special and/or quality food products, according to the needs of the elderly and their co-morbidity (protein sources of high nutritional value and special food products) are accompanied by an increase in the economic hardship index and by further decline in life satisfaction, which appears to worsen significantly over the years.Το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε παγκόσμια κλίμακα γνώρισε μία τις μεγαλύτερες υφέσεις,. Η κρίση ξεκίνησε το 2008 από τις Η.Π.Α. και επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε όλες σχεδόν τις χώρες, με βαρύτερο αντίκτυπο στην Ελλάδα. Η οικονομική κρίση λόγω των χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων της, διόγκωσε το κλίμα των κοινωνικών ανισοτήτων με έντονη επίπτωση στην υγεία των ευπαθών ομάδων. Παρά το τυπικό πέρας της οικονομικής κρίσης υπάρχουν ενδείξεις ότι το αποτύπωμά της παραμένει ισχυρό. Σκοπός της έρευνας ήταν να ανιχνευτούν οι πρώτες επιδράσεις της οικονομικής κρίσης στις διατροφικές συνήθειες του Ελληνικού πληθυσμού τρίτης ηλικίας στην περιοχή της Λάρισας (Κεντρική Ελλάδα), αλλά και να αναγνωριστούν οι τρόποι αντίδρασής του στα νέα οικονομικά δεδομένα. Επιπλέον, να προσδιοριστεί ο βαθμός οικονομικής δυσπραγίας και το επίπεδο ικανοποίησης των ηλικιωμένων από τη ζωή. Πρόκειται για προοπτική μελέτη παρατήρησης που επεκτάθηκε σε τρεις χρονικές περιόδους: 2018-2019, 2020-2021 και 2022-2023. Χρησιμοποιήθηκαν ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς: α) Ερωτηματολόγιο διατροφής, β) Ο Δείκτης Ικανοποίησης από τη Ζωή (Life Satisfaction Index [LSI-20]), γ) Η κλίμακα FAS (Financial Ability Scale), δ) Ερωτηματολόγιο επίδρασης κοινωνικών παραγόντων στη διατροφή και ε) Ερωτηματολόγιο βασικών δημογραφικών χαρακτηριστικών. Στην έρευνα συμμετείχαν 224 γυναίκες και 76 άνδρες (74,7% και 25,3% αντίστοιχα). Η πλειονότητα ήταν έγγαμοι (192 άτομα, 64,0%), άγαμοι 6 άτομα (2,0), ενώ σε χηρεία ήταν 83 άτομα (27,6%). Μετά την κρίση παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στο ποσοστό των ατόμων που βρίσκονταν στην εισοδηματική κατηγορία μέχρι 699 ευρώ (από 16% πριν από την κρίση στο 41% μετά την κρίση) και μικρή αύξηση στην κατηγορία 700-1399 ευρώ (από 48,7% σε 50%). Ωστόσο, στις υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες σημειώθηκε μεγάλη πτώση (από 26,7% σε 8% για την κατηγορία 1400-2000 ευρώ και από 8,7% σε 1,0% για εισοδήματα άνω των 2000 ευρώ). Το ποσοστό που ανέφερε «κακό» επίπεδο διατροφής εκτοξεύθηκε από το 2% πριν από την κρίση, στο 25,7% μετά την κρίση κατά την περίοδο 2018-2019 και κατόπιν περιορίστηκε στο 4,3% και 3,7% κατά τις περιόδους 2020-2021 και 2022-2023. Το πολύ καλό επίπεδο διατροφής υποχώρησε σημαντικά από το 29,3% στο 6% την περίοδο 2018-2019 για να σταθεροποιηθεί στη συνέχεια σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα στο 12,3%, διαφορές στατιστικά σημαντικές (p<0,001).Ο δείκτης ικανοποίησης από τη ζωή υποχώρησε από την τιμή 4,27±0,54 την περίοδο 2018-2019, στην τιμή 3,68±0,67 την περίοδο 2022-2023, διαφορά στατιστικά σημαντική (f=229,911 p<0,001), ενώ το ίδιο διάστημα ο δείκτης οικονομικής δυσπραγίας υποχώρησε σταδιακά από την τιμή 3,10±0,73 την περίοδο 2018-2019, στην τιμή 2,96±0,76 την περίοδο 2020-2021 και τελικά στην τιμή 2,85±0,76 την περίοδο 2022-2023, διαφορά στατιστικά σημαντική (F=50,510 p<0,001). Η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται περισσότερο στα χωριά σε σχέση με τις πόλεις: η μέση τιμή του δείκτη οικονομικής δυσπραγίας υποχωρεί από 3,16 στις πόλεις στο 2,93 στο τέλος της μελέτης (7% πτώση), ενώ στα χωριά από το 3,04 οδηγείται στο 2,77, πτώση 10% περίπου, διαφορά στατιστικά σημαντική (F=297,000 p=0,031). Η ικανοποίηση από τη ζωή (μέση τιμή) υποχωρεί εντυπωσιακά στην πόλη σε σχέση με τα χωριά, από 4,32 στο 3,48 (πτώση19,4%), ενώ στα χωριά υποχωρεί από το 4,21 στο 3,94, πτώση κατά 6,4%. Οι διαφορές είναι στατιστικά σημαντικές: F=75,101 p<0,001. Στην παρούσα διατριβή αναδεικνύεται το ισχυρό αποτύπωμα της οικονομικής κρίσης στη διατροφή των ηλικιωμένων, μετά το τυπικό πέρας της οικονομικής κρίσης. Η καθήλωση του εισοδήματος σε χαμηλά επίπεδα και η αδυναμία αγοράς ειδικών και/ή ποιοτικών προϊόντων διατροφής, σύμφωνα με τις ανάγκες του ηλικιωμένου και τη συννοσηρότητά του (πηγές πρωτεϊνών υψηλής διατροφικής αξίας και προϊόντα ειδικής διατροφής) συνοδεύονται από αύξηση του δείκτη οικονομικής δυσπραγίας και από περαιτέρω πτώση της ικανοποίησης από τη ζωή, που δείχνει να επιδεινώνεται σημαντικά με την πάροδο των ετών

    A study on the relationship between transdiaphragmatic pressure and diaphragmatic contraction as assessed by diaphragmatic ultrasound

    No full text
    Introduction: Failure to wean from mechanical ventilation is multifactorial, with diaphragmatic dysfunction being a significant contributing factor. Diaphragmatic function can be easily and non-invasively assessed via ultrasound. However, it remains unknown how ultrasound measurements are influenced by the work of breathing. We evaluated ultrasound indices for predicting weaning outcomes in both tracheostomized and non-tracheostomized patients and explored the relationship between diaphragmatic ultrasound findings and the work of breathing using a breathing trial with increased resistive loads. Methods: The study was conducted in the Intensive Care Unit of a university hospital in patients undergoing weaning from mechanical ventilation. During the spontaneous breathing trial (SBT), key respiratory parameters were measured (tidal volume [Vt], inspiratory time [Ti], respiratory rate), as well as esophageal pressure swings (ΔPes), transdiaphragmatic pressure swings (ΔPdi), the pressure-time product of esophageal pressure (PTPes), and ultrasound indices including diaphragmatic excursion (Dex) and its thickening fraction (Tfdi). These measurements were repeated under inspiratory resistive load (IRL). Additionally, the diaphragmatic volume-velocity index (VVI) was calculated, defined as Vt*Dex/Ti, initially in a derivation cohort and subsequently in a validation cohort (Protocol #1). The size of the validation cohort was determined using a power analysis based on the diagnostic accuracy of VVI (ROC analysis). The relationship between ultrasound indices and the work and effort of breathing between SBT and IRL was analyzed using repeated measures correlation (Protocol #2). Furthermore, the relationship between ultrasound and manometric indices, as well as their association with weaning outcomes, was studied exclusively in tracheostomized patients (Protocol #3).Results: Protocol #1: In the derivation cohort (n=30), VVI was significantly higher in successful weaning [764.8±432.6 vs 278.0±183.7, p<0.001] and strongly correlated with ΔPes (r=0.74, r²=0.55), PTPes (r=0.76, r²=0.58), and MIP (r=0.75, r²=0.55), all p<0.001. In the validation cohort (n=40), VVI remained higher in successful weaning [840 (550–1220) vs 250 (225–302.5), p<0.001], with AUROC=0.92 (95% CI: 0.83–1). In Protocol #2 (n=49), Dex correlated with ΔPes (r=0.5, p<0.001), ΔPdi (r=0.56, p<0.001), and PTPes (r=0.32, p=0.031). Tfdi showed no significant correlations. During IRL, increases were observed in Dex [1.44 (0.89–1.96) vs 1.07 (0.7–1.59), p=0.004], Tfdi [0.55±0.32 vs 0.46±0.2, p=0.019], ΔPes, ΔPdi, and PTPes (all p<0.001). In Protocol #3 (n=20 tracheostomized patients, with 10 weaning failures), Dex was higher in successful weaning [1.34±0.56 vs 0.79±0.44, p=0.044] and strongly correlated with ΔPdi (r=0.7, p=0.016) and moderately with PTPes (r=0.65, p=0.023) and MIP (r=0.66, p=0.02). ΔPdi had an AUROC of 0.97, while there was no difference in accuracy compared to Dex (AUROC=0.84).Conclusion: VVI differentiates between successful and unsuccessful weaning from mechanical ventilation, correlates strongly with indices of respiratory effort, and may enhance weaning protocols. Diaphragmatic excursion, in critically ill patients with spontaneous breathing under increased resistive load, shows weak to moderate correlations and differs significantly depending on the weaning outcome. Therefore, it represents a useful tool for assessing diaphragmatic strength, respiratory workload, and for predicting weaning outcomes.Εισαγωγή: Η αποτυχία αποδέσμευσης από τον μηχανικό αερισμό είναι πολυπαραγοντική, με την διαφραγματική δυσλειτουργία να είναι σημαντικός αιτιολογικός παράγοντας. Η διαφραγματική λειτουργία μπορεί εύκολα και μη-επεμβατικά να αξιολογηθεί με τον υπέρηχο. Παραμένει άγνωστο, ωστόσο, πως οι υπερηχογραφικές μετρήσεις επηρεάζονται από το έργο της αναπνοή. Αξιολογήσαμε υπερηχογραφικούς δείκτες για την πρόβλεψη του αποτελέσματος της αποδέσμευσης από τον μηχανικό αερισμό σε τραχειοστομημένους και μη ασθενείς καθώς και την σχέση τουδιαφραγματικού υπερήχου με τον φόρτο της αναπνοής χρησιμοποιώντας μια δοκιμασία αναπνοής αυξημένων αντιστάσεων. Μεθοδολογία: Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε μονάδα εντατικής θεραπείας πανεπιστημιακού νοσοκομείου σε ασθενείς που βρισκόταν σε διαδικασία αποδέσμευσης από τον μηχανικό αερισμό. Κατά την διάρκεια της δοκιμασίας αυτόματης αναπνοής (SBT) μετρήθηκαν βασικές αναπνευστικοί παράμετροι (εισπνεόμενος όγκος (Vt), εισπνευστικός χρόνος (Ti), αναπνευστική συχνότητα), η οισοφάγειος (ΔPes) και η διαδιαφραγματική πίεση (ΔPdi), το γινόμενο πίεσης χρόνου της οισοφάγειου πιέσεως (PTPes) καθώς και οι υπερηχογραφικοί δείκτες, διαφραγματική μετατόπιση (Dex) και κλασματική διαφραγματική πάχυνση (Tfdi). Επιπλέον, οι μετρήσεις αυτές επαναλήφθηκαν κατά την διάρκεια αναπνοής υπό αντιστάσεις (IRL). Τέλος, υπολογίσθηκε και ο δείκτης όγκου-ταχύτητας σύσπασης του διαφράγματος (VVI), που ορίζεται σαν το γινόμενο Vt* Dex/Ti, αρχικά σε κοορτή σύλληψης και στην συνέχεια στην κοορτή επαλήθευσης (Πρωτόκολλο #1) . Το μέγεθος της κοορτή επαλήθευσης υπολογίσθηκε με την χρήση μελέτης ισχύος βάση της διαγνωστικής ακρίβειας του VVI (ROC analysis). Η σχέση των υπερηχογραφικών δεικτών με τον φόρτο και την προσπάθεια της αναπνοής μεταξύ SBT και IRL υπολογίσθηκε με την χρήση της μεθόδου repeated measures correlation (Πρωτόκολλο #2). Επιπλέον, μελετήθηκε και η σχέση υπερηχογραφικών και μανομετρικών δεικτών μεταξύ τους αλλά και με την αποδέσμευση από τον μηχανικό αερισμό αποκλειστικά σε τραχειοστομημένους ασθενείς (πρωτόκολλο #3). Αποτελέσματα: Πρωτόκολλο#1: Στην κοορτή σύλληψης (n=30), το VVI ήταν σημαντικά υψηλότερο στην επιτυχημένη αποδέσμευση [764.8±432.6 vs 278.0±183.7, p<0.001] και συσχετίστηκε ισχυρά με τo ΔPes (r=0.74, r²=0.55), το PTPes (r=0.76, r²=0.58) και την MIP (r=0.75, r²=0.55), όλα p<0.001. Στην κοορτή επιβεβαίωσης (n=40), το VVI παρέμεινε υψηλότερο στην επιτυχημένη αποδέσμευση [840 (550–1220) vs 250 (225–302.5), p<0.001], με AUROC=0.92 (95% CI: 0.83–1). Στο Πρωτόκολλο #2 (n=49), το Dex συσχετίστηκε με το ΔPes (r=0.5, p<0.001), το ΔPdi (r=0.56, p<0.001) και το PTPes (r=0.32, p=0.031). Το Tfdi δεν εμφάνισε σημαντικές συσχετίσεις. Κατά την IRL αυξήθηκαν τα: Dex [1.44 (0.89–1.96) vs 1.07 (0.7–1.59), p=0.004], Tfdi [0.55±0.32 vs 0.46±0.2, p=0.019], ΔPes, ΔPdi, και PTPes (όλα p<0.001). Στο Πρωτόκολλο #3 (n=20 τραχειοστομημένοι ασθενείς, με 10 αποτυχίες αποδέσμευσης), το Dex ήταν υψηλότερο στην επιτυχημένη αποδέσμευση [1.34±0.56 vs 0.79±0.44, p=0.044] και συσχετίστηκε ισχυρά με το ΔPdi (r=0.7, p=0.016) και μέτρια με το PTPes (r=0.65, p=0.023) και την MIP (r=0.66, p=0.02). Το ΔPdi είχε AUROC=0.97, ενώ δεν υπήρξε διαφορά στην διαγνωστική ακρίβεια έναντι του Dex (AUROC=0.84). Συμπέρασμα: Το VVI διαφοροποιείται μεταξύ επιτυχούς και μη αποδέσμευσης από τον μηχανικό αερισμό, συσχετίζεται ισχυρά με δείκτες αναπνευστικής προσπάθειας και μπορεί να βελτιώσει τα πρωτόκολλα αποδέσμευσης. Η διαφραγματική μετατόπιση, σε βαρέως πάσχοντες με αυτόματη αναπνοή υπό αυξημένο φόρτο αντιστάσεων, παρουσιάζει ασθενή έως μέτρια συσχέτιση και διαφέρει σημαντικά ανάλογα με την έκβαση. Αποτελεί λοιπόν, χρήσιμο εργαλείο για την εκτίμηση τηςδιαφραγματικής δύναμης, του αναπνευστικού φορτίου και για την πρόβλεψη της αποδέσμευσης

    Study of the effects of temperature on yield and technological characteristics of cotton fiber (Gossypium hirsutum L.)

    No full text
    The objective of the present study was to evaluate the response of cotton cultivars to fluctuating temperature conditions across three distinct experimental locations in Central Greece (Kopaida, Elatia, and Farsala) over the course of three successive growing seasons (2020, 2021, and 2022). To this end, a randomized complete block design with three replications was employed to assess the performance of two cotton varieties, Elsa and Med 10-19. A comprehensive set of growth and yield parameters was measured, encompassing plant height, leaf dry weight, seed yield, square and boll number and weight and fiber quality. Additionally, agro-meteorological indices such as heat units (GDD), heliothermal units (HTU), heat use efficiency (HUE), and heliothermal use efficiency (HTUE) were calculated based on daily meteorological data. The analysis revealed that temperature had a significant effect on plant development, boll production, seed yield, and fiber quality, with annual extreme temperature variations due to climate change contributing up to 83% of the observed differences. Elsa exhibited higher productivity and better fiber quality compared to Med 10-19 across all environments and years. The environment and year factor accounted for a large portion of the variation in heat use efficiency, heliothermal use efficiency, and seed yield, while the variety accounted for 32% of the variation in seed yield. Extreme temperature fluctuations were found to have both positive and negative effects on plant and fiber traits. The study demonstrated that temperature and weather conditions significantly influence cotton yield and quality, emphasizing the importance of agro-meteorological indices in understanding how temperature and sunlight affect crop development, seed yield, and energy consumption in cotton. These findings underscore the role of climate change in influencing cotton production, particularly in terms of flower and boll production, with Elsa emerging as the more resilient and productive variety.Ο στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αντίδραση των ποικιλιών βαμβακιού σε μεταβαλλόμενες θερμοκρασιακές συνθήκες σε τρεις διαφορετικές πειραματικές τοποθεσίες στην Κεντρική Ελλάδα (Κωπαΐδα, Ελάτια και Φάρσαλα) κατά τη διάρκεια τριών διαδοχικών καλλιεργητικών περιόδων (2020, 2021, 2022). Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκε σχέδιο τυχαιοποιημένων πλήρων ομάδων με τρεις επαναλήψεις για να αξιολογηθεί η απόδοση δύο ποικιλιών βαμβακιού, Elsa και Med 10-19. Μετρήθηκαν μια σειρά από παραμέτρους ανάπτυξης και απόδοσης, που περιλάμβαναν το ύψος φυτών, το ξηρό βάρος των φύλλων, την απόδοση σύσπορου, τον αριθμό και το βάρος των χτενιών, των καρυδιών και την ποιότητα των ινών. Επίσης, υπολογίστηκαν αγρομετεωρολογικοί δείκτες, όπως βαθμοημέρες ανάπτυξης(GDD), οι ηλιοθερμικές μονάδες (HTU), η αποδοτικότητα χρήσης θερμότητας (HUE) και η ηλιοθερμική αποδοτικότητα χρήσης (HTUE), με βάση ημερήσια μετεωρολογικά δεδομένα. Η ανάλυση έδειξε ότι η θερμοκρασία είχε σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη των φυτών, την παραγωγή χτενιών και καρυδιών, την απόδοση σύσπορου και την ποιότητα των ινών, με τις ετήσιες ακραίες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής να εξηγούν το 83% των παρατηρούμενων διαφορών. Η ποικιλία Elsa παρουσίασε υψηλότερη παραγωγικότητα και καλύτερη ποιότητα ινών σε σχέση με την ποικιλία Med 10-19 σε όλα τα περιβάλλοντα και τα έτη. Το περιβάλλον και το έτος αποτέλεσαν σημαντικό ποσοστό της παραλλακτικότητας στην αποδοτικότητα χρήσης θερμότητας, ηλιοθερμική αποδοτικότητα χρήσης και στην απόδοση σύσπορου, ενώ η ποικιλία εξήγησε το 32% της παραλλακτικότητας στην απόδοση σύσπορου. Οι ακραίες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας παρατηρήθηκαν να έχουν τόσο θετικές όσο και αρνητικές επιπτώσεις στα μετρούμενα χαρακτηριστικά και στην ποιότητα των ινών.Η μελέτη απέδειξε ότι η θερμοκρασία και οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν σημαντικά την απόδοση και την ποιότητα του βαμβακιού, υπογραμμίζοντας τη σημασία των αγρομετεωρολογικών δεικτών για την κατανόηση του τρόπου που η θερμοκρασία και οι ώρες ηλιοφάνειας επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απόδοση σπόρων και την κατανάλωση ενέργειας στο βαμβάκι. Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν τον ρόλο της κλιματικής αλλαγής στην παραγωγή βαμβακιού, ιδιαίτερα ως προς την παραγωγή αναπαραγωγικών οργάνων, με την ποικιλία Elsa να αναδεικνύεται ως η πιο ανθεκτική και παραγωγική

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇