Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
The role of micro-RNAs in the monitoring of patients with adrenal incidentalomas
Adrenal tumours (ATs) encompass a wide differential diagnosis, necessitating a multi-step process for accurate identification. Liquid biopsy emerges as a promising non-invasive technique for distinguishing malignant from benign as well as secreting from non-secreting cases. Recent studies have highlighted the potential of microRNAs as circulating biomarkers; however, their clinical utility remains underexplored. This study aims to validate the diagnostic performance of selected circulating microRNAs, (miR-483-5p, miR-210, miR-335, miR-22-3p), identified through microRNA profiling studies, as markers of malignancy or cortisol hypersecretion in a cohort of patients with ATs. We collected serum samples from 90 participants, including 75 patients with ATs and 15 controls. The ATs comprised 50 cases of adrenocortical adenomas (ACA) and 25 cases of adrenocortical carcinomas(ACC). In the ACC subgroup, 16 samples were obtained preoperatively or upon detection of recurrence(active ACC group), while the remaining from disease-free patients with long-term follow-up (disease-free ACC group). Among the 56 patients with ATs evaluated preoperatively (50 with ACAs and 6 with ACC), 26 had non-functioning tumours, 22 exhibited mild autonomous cortisol secretion (MACS), and8 had Cushing syndrome (CS). Quantitative real-time polymerase chain reaction was employed to analyze microRNA expression. Circulating levels of miR-483-5p and miR-210 were significantly elevated in patients with active ACC compared to both ACAs (p<0.001 and p=0.004, respectively) and controls (p=0.002 and 0.003,respectively). Notably, miR-483-5p serum levels were higher in the group of active compared to disease-free ACC patients (p = 0.01). MiR-483-5p demonstrated the best diagnostic accuracy for distinguishing active ACC cases from ACAs (AUC=0.869, 95%CI: 0.761–0.978, p<0.001), achieving a sensitivity of 81.3% and a specificity of 88%, and from disease-free ACC patients (AUC=0.854,95%CI: 0.672–1, 230 p=0.004), reaching sensitivity of 81.3% and specificity of 89%. In contrast, miR-335 levels were not sufficient to differentiate the groups. A sub-analysis within ACC cases revealed a trend toward higher marker levels in preoperative samples compared to recurrent cases, although the observed differences were not statistically significant. MiR-22-3p serum levels successfully differentiated patients with CS from those with non-functioning ATs (area under the curve=AUC=0.800, 95% CI: 0.653–0.953, p=0.01) and controls (AUC= 0.800, 95% CI: 0.610–0.990,p=0.02). Additionally, circulating miR-22-3p levels exhibited a significant correlation with traditional diagnostic tests for hypercortisolism. Our study highlights the potential of circulating miR-483-5p and miR-210 as promising non-invasive biomarkers for distinguishing active ACC cases from ACA. The absence of miR-483-5p expression in disease-free ACC patients, in which tumor burden is low or absent, suggests that this biomarker may be useful not only for diagnostic purposes but also for disease monitoring. Additionally, we validated the effectiveness of miR-22-3p in detecting overt hypercortisolism. Future research should focus on analyzing serial serum samples from ATs patients to better understand miRNA dynamics throughout disease progression and in response to treatment.Οι όγκοι των επινεφριδίων (Adrenal Tumours - ATs) περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα διαγνώσεων, που απαιτούν έναν εκτενή διαγνωστικό αλγόριθμο για τη διερεύνησή τους . Η υγρή βιοψία αποτελεί μια υποσχόμενη μη επεμβατική τεχνική για τη διάγνωση. Πρόσφατες μελέτες έχουν αναδείξει τη δυνητική χρησιμότητα των microRNAs ως κυκλοφορούντων βιοδεικτών, αλλά η κλινική τους σημασία δεν έχει ακόμα αποδειχτεί. Η παρούσα μελέτη στοχεύει να αξιολογήσει τη διαγνωστική ακρίβεια επιλεγμένων από τη βιβλιογραφία κυκλοφορούντων microRNAs (miR-483-5p, miR-210, miR-335, miR-22-3p) ως δεικτών κακοήθειας ή εκκριτικότητας σε ασθενείς με ATs. Συλλέχθηκαν δείγματα ορού από 90 συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων 75 ασθενών με ATs και15 μαρτύρων. Οι ATs περιλάμβαναν 50 αδενώματα φλοιού επινεφριδίων (Adrenocortical Adenomas -ACA) και 25 καρκινώματα φλοιού επινεφριδίων (Adrenocortical Carcinomas - ACC). Στην υποομάδαACC, ν=16 δείγματα ελήφθησαν προεγχειρητικά ή κατά την υποτροπή (ομάδα ενεργού ACC), ενώ ταυπόλοιπα (ν=9) από ασθενείς χωρίς υποτροπή μετά από μακροχρόνια παρακολούθηση (ομάδα ACCελεύθερη νόσου). Από τους 56 ασθενείς που εκτιμήθηκαν προεγχειρητικά, 26 είχαν μη λειτουργικούς όγκους (NFATs), 22 εμφάνιζαν MACS και 8 είχαν σύνδρομο Cushing (Cushing syndrome-CS). Η μέθοδος αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (qRT-PCR) χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της έκφρασης των micro-RNAs. Ως γονίδιο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε το cel-miR-39, ενώ το επίπεδο έκφρασης καθορίστηκε με τη μέθοδο -dCt.Τα κυκλοφορούντα επίπεδα των miR-483-5p και miR-210 ήταν σημαντικά αυξημένα στους ασθενείς με ενεργό ACC σε σύγκριση με τις περιπτώσεις ACA (p<0.001 και p=0.004, αντίστοιχα) και την ομάδα μαρτύρων (p=0.002 και p=0.003, αντίστοιχα). Ακόμη, τα επίπεδα του miR-483-5p ήταν υψηλότεραστην ομάδα ενεργού ACC σε σύγκριση με τους ασθενείς ACC ελεύθερους νόσου (p=0.01). Τα επίπεδα του miR-483-5p παρουσίασαν την υψηλότερη διαγνωστική ακρίβεια για τη διάκριση ενεργού ACC από ACA (AUC=0.869, 95%CI: 0.761–0.978, p<0.001), επιτυγχάνοντας ευαισθησία 81.3% και ειδικότητα 88%, και από ασθενείς ACC ελεύθερους νόσου (AUC=0.854, 95%CI: 0.672–1, p=0.004), με ευαισθησία 81.3% και ειδικότητα 89%. Αντίθετα, η διαγνωστική αξία του miR-335 δεν ήταν ικανοποιητική για τη διάκριση των ομάδων. Μια επιμέρους ανάλυση στις περιπτώσεις ACC ανέδειξε μία τάση προς υψηλότερα επίπεδα βιοδεικτών σε προεγχειρητικά δείγματα σε σύγκριση με τις περιπτώσεις υποτροπής, αν και οι παρατηρούμενες διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Επιπλέον, τα επίπεδα miR-22-3p στον ορό διέκριναν αποτελεσματικά ασθενείς με CS από εκείνους με NFATs (AUC=0.784, 95% CI: 0.626–0.941, p=0.017) με υψηλή ευαισθησία 100% αλλά χαμηλή ειδικότητα (61.5%). Τα επίπεδα κυκλοφορούντος miR-22-3p παρουσίαζαν στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση με τα επίπεδα UFC (rs =0.504, p=0.02), καθώς και αρνητική συσχέτιση με τα επίπεδα αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH) (rs =-0.351, p=0.01). Η μελέτη μας αναδεικνύει την αξία των κυκλοφορούντων miR-483-5p και miR-210 ως μη επεμβατικών βιοδεικτών για τη διάκριση ενεργού ACC από ACA. Η απουσία έκφρασης miR-483-5p σε ασθενείς ACC ελεύθερους νόσου υποδηλώνει ότι ο βιοδείκτης μπορεί να είναι χρήσιμος ακόμα και για την παρακολούθηση της νόσου. Ακόμα, ο δείκτης miR-22-3p επικυρώθηκε ως σημαντικός βιοδείκτης για τη διάκριση ασθενών με κλινικά σημαντική υπερκορτιζολαιμία. Η έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάλυση διαδοχικών δειγμάτων ορού από ασθενείς με ATs, με σκοπό την κατανόηση της δυναμικής των microRNAs κατά την εξέλιξη της νόσου και την απόκριση στη θεραπεία
Sustainable blue economy in coastal ecosystems with multiple anthropogenic uses
This thesis explores the sustainable blue economy in coastal ecosystems of multiple anthropogenic uses, such as industry, tourism, urban development and protected natural environment. The aim of the research is to develop two tools for the assessment of the sustainable blue economy. The first tool, the IES (Indicators Ecosystem Services) protocol, was designed to assess the degree of achievement of the blue economy through indicators and analysis of ecosystem services, while the second tool, the Holistic Blue Economy Approach (HBEA), aims to identify and prioritize the Sustainable Development Goals (SDGs) that most affect the achievement of the sustainable blue economy. Both tools were applied in the Gulf of Eleusis, an area with intense industrial activity, historical and cultural significance, as well as environmental challenges, to assess their effectiveness. The conclusions underline that strategies for the sustainable development and conservation of coastal ecosystems require actors to work together to implement targeted and effective actions that balance economic, social and environmental needs.Η παρούσα διατριβή διερευνά τη βιώσιμη γαλάζια οικονομία σε παράκτια οικοσυστήματα που υποστηρίζουν πολλαπλές ανθρωπογενείς δραστηριότητες, όπως βιομηχανία, τουρισμός, αστική ανάπτυξη και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Στόχος της έρευνας είναι η ανάπτυξη δύο εργαλείων για την αξιολόγηση της βιώσιμης γαλάζιας οικονομίας. Το πρώτο εργαλείο, το πρωτόκολλο IES (Indicators Ecosystem Services), σχεδιάστηκε για την αξιολόγηση του βαθμού επίτευξης της γαλάζιας οικονομίας μέσω δεικτών και της ανάλυσης των οικοσυστημικών υπηρεσιών, ενώ το δεύτερο εργαλείο, η ολιστική προσέγγιση HBEA (Holistic Blue Economy Approach), αποσκοπεί στον προσδιορισμό και την ιεράρχηση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) που επηρεάζουν περισσότερο την επίτευξη της βιώσιμης γαλάζιας οικονομίας. Και τα δύο εργαλεία εφαρμόστηκαν στον Κόλπο της Ελευσίνας, μια περιοχή με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα, ιστορική και πολιτιστική σημασία, καθώς και περιβαλλοντικές προκλήσεις, για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά τους. Τα συμπεράσματα υπογραμμίζουν ότι οι στρατηγικές για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη διατήρηση των παράκτιων οικοσυστημάτων απαιτούν συνεργασία των φορέων για την υλοποίηση στοχευμένων δράσεων που εξισορροπούν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες
Development of carriers for oral macromolecules delivery utilizing 3D printing technology
Oral drug administration is the most preferred method of drug delivery among patients, especially in cases of chronic therapies. Macromolecules offer selective targeting with fewer toxic effects, but their primary parenteral delivery, despite high specificity, causes discomfort and systemic side effects, limiting patient adherence. Less invasive alternatives are needed. Therefore, developing suitable formulations of macromolecules for oral administration is considered essential to improve their efficacy and customize therapeutic strategies to meet the individual needs of each patient. Emerging technologies are driving pharmaceutical innovation, with Additive Manufacturing enabling macromolecule encapsulation, gastrointestinal (GI) protection, and enhanced bioavailability through rapid ink-based 3D prototyping. Three-dimensional semi-solid extrusion (SSE) printing is based on the extrusion of materials, paste or hydrogel through a syringe, depositing them in successive layers to create 3D objects. SSE enables extrusion at room temperature, providing a significant advantage for incorporating macromolecules into pharmaceutical forms that are prone to chemical and thermal degradation. This research focuses on utilizing rapid prototyping through three-dimensional printing (3D printing) for the development of solid dosage forms for macromolecule delivery. The proposed methodology is a solvent-free approach that avoids harsh conditions, such as high temperatures during printing, which could adversely affect the stability of the encapsulated macromolecule.Η από του στόματος χορήγηση είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος λήψης φαρμάκων, ιδιαίτερα σε χρόνιες θεραπείες. Τα μακρομόρια προσφέρουν επιλεκτική δράση με λιγότερες τοξικές επιδράσεις, αλλά η κύρια οδός χορήγησής τους παραμένει η παρεντερική, η οποία συχνά προκαλεί δυσφορία και μειώνει τη συμμόρφωση των ασθενών. Η ανάπτυξη κατάλληλων μορφοποιήσεων για από του στόματος χορήγηση κρίνεται απαραίτητη, ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά τους και να προσαρμοστεί η θεραπεία στις ανάγκες κάθε ασθενή. Η τρισδιάστατη εκτύπωση επιτρέπει την ενθυλάκωση μακρομορίων σε φαρμακομορφές, προστατεύοντάς τα από το γαστρεντερικό περιβάλλον και ενισχύοντας τη βιοδιαθεσιμότητά τους. Η μέθοδος εξώθησης ημιστερεού υλικού (Semi-solid extrusion, SSE) χρησιμοποιεί εξώθηση ημιστερεών υλικών, όπως πάστες ή υδρογέλες, σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, διευκολύνοντας την κατασκευή σύνθετων δομών και την προστασία ευαίσθητων δραστικών ουσιών. Η παρούσα διδακτορική διατριβή έχει ως αντικείμενο την αξιοποίηση της τρισδιάστατης εκτύπωσης για την ανάπτυξη στερεών φαρμακομορφών για τη χορήγηση μακρομορίων. Η προτεινόμενη μεθοδολογία αποτελεί μια προσέγγιση που δεν περιλαμβάνει τη χρήση οργανικών διαλυτών και αποφεύγει την εφαρμογή σκληρών συνθηκών, όπως υψηλές θερμοκρασίες κατά τη διαδικασία εκτύπωσης, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν καταστροφικά τη σταθερότητα του ενθυλακωμένου μακρομορίου. Για την ανάπτυξή τους αξιοποιήθηκε η εκτύπωση SSE και η διαδικασία έγινε σε θερμοκρασία περιβάλλοντος κι απουσία διαλυτών που θα ήταν επιβλαβείς για τη δομική ακεραιότητα των μακρομορίων. Στόχος των συστημάτων που σχεδιάστηκαν ήταν να προστατεύουν τα μακρομόρια από την αποικοδόμηση που προκαλείται από τις όξινες συνθήκες και τα ένζυμα που υπάρχουν στο γαστρεντερικό σύστημα (ΓΕΣ), να βελτιώνουν την εντερική διαπερατότητα, να παρέχουν με ελεγχόμενο τρόπο τη δραστική σε συγκεκριμένη περιοχή, να διατηρούν την ακεραιότητά τους στο σκεύασμα και τέλος, να μην είναι τοξικά για τον εντερικό ιστό. Στην πρώτη μελέτη, η οξική οκτρεοτίδη (OCT) ενθυλακώθηκε σε τρισδιάστατα εκτυπωμένες φαρμακομορφές. Η εκτύπωση του πολυμερικού φορέα διεξήχθη σε συνθήκες περιβάλλοντος και με διαδικασία δύο σταδίων. Στη δεύτερη μελέτη, τα πολυμερή Carbopol και Eudragit χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη μελανιού, το οποίο περιείχε ενθυλακωμένα τόσο την ενοξαπαρίνη (Enox) όσο και το ενισχυτικό διαπερατότητας SNAC. Η εκτύπωση τους έγινε σε ένα ενιαίο στάδιο απουσία επιβλαβών συνθήκων, όπως θερμοκρασία και διαλύτες και χωρίς επακόλουθη επεξεργασία των τρισδιάστατα εκτυπωμένων δισκίων. Στο πλαίσιο εκπόνησης της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής, πραγματοποιήθηκε πληθώρα χαρακτηρισμών τόσο στα μελάνια όσο και στις τελικές φαρμακομορφές. Οι μελέτες περιλάμβαναν ανάλυση ρεολογίας, φασματοσκοπία υπέρυθρου μετασχηματισμού Fourier (FTIR), πυρηνικό μαγνητικό συντονισμό (NMR) και κυκλικό διχρωϊσμό (CD). Ακόμη, οι φαρμακομορφές χαρακτηρίστηκαν in vitro ως προς το προφίλ απελευθέρωσης των μακρομορίων καθώς και ex vivo ως προς τη διαπερατότητα των δραστικών ουσιών και τη βλεννοπροσκολλητικότητα των συστημάτων χορήγησης στο εντερικό επιθήλιο. Τέλος, αξιολογήθηκε in vitro η κυτταροτοξικότητα στην καρκινική κυτταρική σειρά του εντέρου Caco-2 και προσδιορίστηκε η διεπιθηλιακή αντίσταση (TEER) καθώς και η διαπερατότητα διαμέσου στοιβάδων Caco-2
Investigating the experience of technologically mediated public space, through playful artworks, applications and installations
The main objective of this thesis is to investigate the technologically mediated experience of public, urban space, focusing on playful, artistic or research projects, installations and applications. The approach that follows perceives the aforementioned games, projects and interactive installations that constitute the research object, as complex and multi-layered technospatial and technosocial systems, that converse with the multiplicity of cities, as structures of spaces and places and lead individuals to experience and to interpret the urban context through experiences that happen in parallel to ordinary everyday life. For the analysis and understanding of their inherently spatial qualities and characteristics and the assessment of interactions with the urban landscape, this thesis constructs and proposes a mixed, combined methodology. The interpretive methodological tool emerges through literature review that combines sources from Game Studies, Human Computer Interaction, with references from Science and Technology Studies and Philosophy, in particular, Postphenomenology and Critical Posthumanism. This thesis ultimately aims to inform both the design and the evaluation process of such technologically mediated, playful projects, with an emphasis on their spatial experience. It is primarily addressed to architects, as the discipline primarily concerned with the design of space and as the practitioners who can claim a role in similar creative and scientific groups and efforts. In the first part of the thesis, the special nature of play as an activity is presented, through the study of fundamental works for the field, as well as the transformation of its conceptualization after the advent of digital games. Moreover, a series of playful design projects and installations are examined, with an emphasis on the analysis of the technologies that support their implementation and the relationship they negotiate with the urban, public space. In addition, the characteristics of the Pervasive Games are analyzed, as of central interest for the thesis, while special care is given to the investigation of their spatial and social dimensions, while they unfold in cities, in spaces with a multitude of people, different stakes and claims. At the same time, theoretical and philosophical approaches are studied that can support the analysis of the distinct features of such complex phenomena, with an emphasis on their expressive, technological and spatial characteristics. The thesis focuses on Postphenomenology, as the approach that illuminates the multitude of relationships that the individual can develop with the various technologies and the ways in which these relationships mediate the experience of the world. Finally, the thesis complements this perspective, with the tools of Critical Posthumanism. The aforementioned steps led to the development of a theoretical framework, which consists of a series of questions on three axes: a) Literature from Ludology and Game Studies, b) Postphenomenology, c) Critical Posthumanism, as a combined, methodological tool for the analysis of such kind of projects. The second part of the doctoral thesis focuses on the application of the proposed methodological tool to the analysis of four specific case studies. The selected projects vary greatly from each other and express different aspects of playful and gameful design. The analysis of each project is guided by the questions formulated, following the multi-level literature investigation carried out in the first part of the thesis, and lead to conclusions that illuminate the central research question, namely how they shape the experience of the city's public space.Ο κύριος στόχος της παρούσας διατριβής είναι η διερεύνηση της τεχνολογικά διαμεσολαβημένης εμπειρίας του δημόσιου, αστικού χώρου, εστιάζοντας σε παιγνιώδη έργα, εγκαταστάσεις και εφαρμογές. Η προσέγγιση που ακολουθεί, αντιλαμβάνεται τα εν λόγω παιχνίδια, έργα και αλληλεπιδραστικές εγκαταστάσεις που συνιστούν το ερευνητικό αντικείμενο, ως σύνθετα και πολυεπίπεδα τεχνοχωρικά και τεχνοκοινωνικά συστήματα, που συνομιλούν με την πολλαπλότητα των πόλεων, ως δομών χώρων και τόπων και οδηγούν τα άτομα να βιώσουν και να ερμηνεύσουν το αστικό πλαίσιο μέσα από εμπειρίες που απομακρύνονται από το συνήθη καθημερινό βίο. Για την ανάλυση και κατανόηση των εγγενώς χωρικών τους ποιοτήτων και χαρακτηριστικών και την αποτίμηση των αλληλεπιδράσεων με το αστικό τοπίο, η παρούσα διατριβή συγκροτεί και προτείνει μία μεικτή, συνδυαστική μεθοδολογία. Το ερμηνευτικό μεθοδολογικό εργαλείο προκύπτει μέσα από βιβλιογραφική έρευνα που συνδυάζει πηγές από τις Σπουδές για το Παιχνίδι, την Αλληλεπίδραση Ανθρώπου Υπολογιστή, με αναφορές από τις Σπουδές για την Επιστήμη και την Τεχνολογία και τη Φιλοσοφία, ειδικότερα, τη Μεταφαινομενολογία και τον Κριτικό Μετανθρωπισμό. Η εργασία αυτή τελικά στοχεύει να πληροφορήσει τόσο τη διαδικασία σχεδιασμού όσο και τη διαδικασία αξιολόγησης τέτοιων τεχνολογικά διαμεσολαβημένων παιγνιωδών έργων, με έμφαση στη χωρική τους εμπειρία και απευθύνεται πρωτίστως σε αρχιτέκτονες, οι οποίοι θεραπεύουν κατεξοχήν το πεδίο τέχνης και επιστήμης που αφορά στο σχεδιασμό του χώρου και έχουν θέση σε ανάλογες δημιουργικές και επιστημονικές ομάδες και προσπάθειες. Στο Α’ μέρος της διατριβής, παρουσιάζεται η ιδιαίτερη φύση του παιχνιδιού ως δραστηριότητας, μέσα από τη μελέτη θεμελιωδών έργων για το πεδίο, καθώς και ο μετασχηματισμός της εννοιολόγησής της έπειτα από την έλευση των ψηφιακών παιχνιδιών. Επίσης, εξετάζονται μία σειρά από έργα και εγκαταστάσεις παιγνιώδους σχεδιασμού, με έμφαση στην ανάλυση των τεχνολογιών που υποστηρίζουν την υλοποίησή τους και τη σχέση που διαπραγματεύονται με τον αστικό, δημόσιο χώρο. Επιπλέον, αναλύονται τα χαρακτηριστικά των Πανταχού Διαχεόμενων Παιχνιδιών, ως κεντρικού ενδιαφέροντος για τη διατριβή, ενώ ιδιαίτερη μέριμνα δίνεται στη διερεύνηση των χωρικών και κοινωνικών τους διαστάσεων, καθώς εξελίσσονται μέσα στις πόλεις, σε χώρους με πλήθος κόσμου, διαφορετικών διακυβευμάτων και διεκδικήσεων.Παράλληλα, μελετώνται θεωρητικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις που μπορούν να υποστηρίξουν την ανάλυση των ξεχωριστών γνωρισμάτων, τέτοιων σύνθετων φαινομένων, με έμφαση στα υφολογικά, τεχνολογικά και χωρικά τους χαρακτηριστικά. Η διατριβή στρέφεται στη Μεταφαινομενολογία ως τη θεώρηση εκείνη που φωτίζει την πλειάδα των σχέσεων που δύναται το άτομο να αναπτύξει με τις διάφορες τεχνολογίες και τους τρόπους που οι σχέσεις αυτές διαμεσολαβούν την εμπειρία του κόσμου. Τέλος, η διατριβή συμπληρώνει αυτή την οπτική, με τα εργαλεία του Κριτικού Μετανθρωπισμού. Τα προαναφερθέντα βήματα οδήγησαν στη συγκρότηση ενός θεωρητικού πλαισίου, που απαρτίζεται από μια σειρά ερωτημάτων σε τρεις άξονες: α) Βιβλιογραφία για το Παιχνίδι, β) Μεταφαινομενολογία, γ) Κριτικός Μετανθρωπισμός, ως συνδυαστικό, μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης έργων τέτοιου τύπου.Το Β’ μέρος της διδακτορικής διατριβής επικεντρώνεται στην εφαρμογή του προτεινόμενου μεθοδολογικού εργαλείου στην ανάλυση τεσσάρων συγκεκριμένων, υλοποιημένων παραδειγμάτων. Τα έργα που επιλέχθηκαν είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και εκφράζουν διαφορετικές εκφάνσεις του παιγνιώδους σχεδιασμού. Η ανάλυση κάθε έργου καθοδηγείται από τα ερωτήματα που διατυπώθηκαν, έπειτα από την πολυεπίπεδη βιβλιογραφική διερεύνηση που υλοποιήθηκε στο Α’ μέρος της διατριβής και οδηγούν σε συμπεράσματα που φωτίζουν το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα, το πως δηλαδή σχηματοποιούν την εμπειρία του δημόσιου χώρου της πόλης
Προσαρμοστική ευρετηρίαση για πολυδιάστατα δεδομένα
As data continues to grow in both volume and complexity, especially in the context of multidimensional datasets, traditional indexing methods often fail to offer efficient solutions for large-scale data exploration. Constructing an index upfront can be costly and inefficient, particularly when query volumes are low or have unpredictable patterns. Adaptive indexing addresses this challenge by dynamically building and optimizing an index incrementally, following the query workload. This approach ensures that the indexing structure evolves to meet the specific needs of the queries being executed, reducing the cumulative cost of index construction and usage. It proves particularly advantageous in environments where query workloads are small or skewed. By building an index only on relevant data, adaptive indexing offers an efficient, flexible solution for accelerating exploratory search operations without the high cost of constructing and maintaining a pre-built index. This is especially beneficial for data analysis tasks, where the goal is to query large, multidimensional datasets stored in main memory efficiently. Adaptive indexing has shown success for single-attribute or simpler data models; however, it encounters challenges when applied to complex spatial data objects and multidimensional range queries. Existing methods for multidimensional adaptive indexing partition space into orthotopes (hyperrectangular units), but this approach is highly ineffective in high-dimensional spaces. To address this limitation, we propose an alternative method for adaptive high-dimensional indexing that partitions the space around query centers into units defined by hyperspheres, leveraging previously computed distances, with the query centers serving as vantage points. Several adaptive indexing techniques have been developed for multidimensional range queries, each with its own strengths and weaknesses. There is a lack of comparative studies that evaluates these methods under diverse conditions, including different data types, distributions, sizes, and workload patterns. To fill this gap, we have developed a comprehensive benchmark to rigorously evaluate the performance, strengths, and weaknesses of existing multidimensional adaptive indexing methods across various scenarios, providing valuable insights that complement previous research. Additionally, we propose technical extensions that enhance the efficiency of existing methods. Finally, we note that existing spatial adaptive indexing methods are generally designed for static data, available in a one-off manner. To date, no spatial adaptive indexing method can accommodate interleaved data updates during data exploration. We propose an update mechanism for adaptive in-memory indices for multidimensional objects, enabling the index to absorb data insertions as they arrive while maintaining up-to-date accuracy. Our design integrates insertions into the structure progressively, allowing them to gradually move down the hierarchy as they accumulate, while reorganizing the underlying data array by moving and splitting partitions. In summary, this dissertation provides a comprehensive exploration of adaptive indexing techniques for multidimensional data, addressing key challenges in efficiently handling large-scale data exploration and complex query workloads. It introduces a novel approach to high-dimensional adaptive indexing by leveraging query centers as vantage points, overcoming the limitations of traditional partitioning methods. Through a proposed benchmark, the dissertation systematically evaluates existing multidimensional adaptive indexing techniques across various data types, distributions, and query patterns, offering valuable insights for optimizing indexing performance. Furthermore, it presents a unique update mechanism that enables dynamic adaptation to real-time data insertions and deletions, ensuring the index remains up to date during data exploration. These contributions significantly advance the field of adaptive indexing, providing practical solutions for managing and querying complex, multidimensional data in dynamic environments.Καθώς τα δεδομένα συνεχίζουν να μεγαλώνουν τόσο σε όγκο όσο και σε πολυπλοκότητα, ειδικά όταν τα σύνολα δεδομένων είναι πολυδιάστατα, τα παραδοσιακά ευρετήρια συχνά αποτυγχάνουν να προσφέρουν αποτελεσματικές λύσεις για εξερεύνηση δεδομένων μεγάλης κλίμακας. Η κατασκευή ενός ευρετηρίου μπορεί να είναι δαπανηρή και αναποτελεσματική, ιδιαίτερα όταν ο όγκος των ερωτημάτων είναι μικρός ή όταν τα ερωτήματα δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα στο χώρο. Η προσαρμοστική ευρετηρίαση (adaptive indexing) αντιμετωπίζει αυτή την πρόκληση δημιουργώντας και επεκτείνωντας ένα ευρετήριο σταδιακά, προσαρμοσμένο στα ερωτήματα. Αυτή η μέθοδος εξασφαλίζει ότι η δομή του ευρετηρίου εξελίσσεται για να καλύψει τις ανάγκες των ερωτημάτων που αποτιμούνται, μειώνοντας το συνολικό κόστος της κατασκευής και συντήρησης του. Αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποδοτική σε καταστάσεις όπου ο φόρτος των ερωτημάτων είναι μικρός ή ιδιόμορφος. Με τη δημιουργία ενός ευρετηρίου μόνο σε σχετικά δεδομένα, η προσαρμοστική ευρετηρίαση προσφέρει μια αποτελεσματική, ευέλικτη λύση ιδανική για εργασίες διερευνητικής αναζήτησης αποφεύγοντας το υψηλό κόστος κατασκευής και διατήρησης ενός προ-κατασκευασμένου ευρετηρίου. Αυτό είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο στην ανάλυση δεδομένων, όπου σκοπός είναι η αναζήτηση σε μεγάλα, πολυδιάστατα σύνολα δεδομένων που είναι αποθηκευμένα στην κύρια μνήμη.Η προσαρμοστική αναζήτηση έχει αποδειχθεί πολύ αποδοτική για απλά δεδομένα ή μιας διάστασης, ωστόσο αντιμετωπίζει προβλήματα όταν εφαρμόζεται σε πολύπλοκα χωρικά δεδομένα και πολυδιάστατα ερωτήματα εύρους. Οι υπάρχουσες μέθοδοι για προσαρμοστική ευρετηρίαση πολυδιάστατων δεδομένων, χωρίζουν το χώρο σε (υπερ)ορθογώνια, κάτι που είναι εξαιρετικά αναποτελεσματικό σε πολυδιάστατους χώρους. Για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα, προτείνουμε μια μέθοδο για την προσαρμοστική ευρετηρίαση δεδομένων υψηλής διάστασης, η οποία χωρίζει το χώρο γύρω από τα ερωτήματα χρησιμοποιώντας υπερ-σφαιρικές δομές και αξιοποιεί προηγουμένως υπολογισμένες αποστάσεις. Αρκετές τεχνικές προσαρμοστικής ευρετηρίασης έχουν αναπτυχθεί για πολυδιάστατα ερωτήματα εύρους, καθεμία με τα δικά της πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ωστόσο, δεν υπάρχει μια συγκριτική μελέτη που να αξιολογεί αυτές τις μεθόδους υπο διαφορετικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων διαφορετικού τύπου, κατανομής, μεγέθους και διαφορετικών ερωτημάτων. Για να καλύψουμε αυτό το κενό, προτείνουμε μια ολοκληρωμένη μελέτη για την αξιολόγηση της απόδοσης, των δυνατοτήτων και των αδυναμιών των υφιστάμενων προσαρμοστικών ευρετηρίων για πολυδιάστατα δεδομένα σε ποικίλα σενάρια, παρέχοντας πολύτιμα ευρήματα που συμπληρώνουν την προτερη έρευνα. Επιπλέον, προτείνουμε τεχνικές επεκτάσεις που βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων μεθόδων. Τέλος, παρατηρούμε ότι τα υπάρχοντα προσαρμοστικά ευρετήρια για χωρικά δεδομένα είναι σχεδιασμένα για στατικά δεδομένα. Μέχρι σήμερα, κανένα τέτοιο ευρετήριο δεν μπορεί να διαχειριστεί ενημερώσεις. Προτείνουμε ένα μηχανισμό που επιτρέπει σε προσαρμοστικά ευρετήρια κύριας μνήμης για πολυδιάστατα δεδομένα να δέχεται εισαγωγή δεδομένων διατηρώντας την ακρίβεια και αποτελεσματικότητά του. Η σχεδίαση μας ενσωματώνει την εισαγωγή δεδομένων στη δομή προοδευτικά. Παράλληλα η δομή αναδιοργανώνεται μετακινώντας και διαμερίζοντας τα δεδομένα. Συνοψίζοντας, αυτή η διατριβή παρέχει μια ολοκληρωμένη εξερεύνηση της προσαρμοστικής ευρετηρίασης για πολυδιάστατα δεδομένα, αντιμετωπίζοντας σημαντικές προκλήσεις για τον αποτελεσματικό χειρισμό δεδομένων μεγάλης κλίμακας και σύνθετων ερωτημάτων. Επιπλέον, εισάγει μια νέα προσέγγιση για την ευρετηρίαση δεδομένων υψηλής διάστασης χρησιμοποιώντας τα ερωτήματα ως σημεία αναφοράς, ξεπερνώντας τους περιορισμούς των παραδοσιακών ευρετηρίων. Στη συνέχεια, η διατριβή αξιολογεί συστηματικά τα υπάρχοντα προσαρμοστικά ευρετήρια για πολυδιάστατα δεδομένα σε ένα ευρύ φάσμα δεδομένων και ερωτημάτων, προσφέροντας σηματνικά ευρήματα για την βελτίωση της απόδοσης τους. Τέλος, παρουσιάζει ένα μηχανισμό ενημερώσεων που επιτρέπει τη δυναμική προσαρμογή του ευρετηρίου σε εισαγωγές και διαγραφές δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, διασφαλίζοντας την αξιοπιστία και αποδοτικότητα του. Αυτές οι συνεισφορές, προάγουν τον τομέα της προσαρμοστικής ευρετηρίασης, παρέχοντας πρακτικές λύσεις στη διαχείριση πολυδιάστατων δεδομένων και αναζήτηση σύνθετων ερωτημάτων σε δυναμικά περιβάλλοντα
Μηχανισμός ανατροφοδότησης της συμπεριφοράς του οδηγού μέσω τηλεματικής
Road safety remains a critical global concern, with traffic crashes claiming millions of lives annually and imposing significant emotional and economic burdens. Human error accounts for 95% of road crashes, underscoring the pivotal role of driver behavior in enhancing safety. This dissertation investigates the impact of driver telematics feedback mechanism on driving behavior, addressing gaps in understanding feedback’s lifecycle effects, including pre-feedback, feedback, and post-feedback phases. Employing a multi-modal approach, the study analyzes diverse user groups, namely car drivers, motorcyclists, and professional drivers, across urban, rural, and highway environments to evaluate feedback mechanism comprehensively. A 21-month naturalistic driving experiment involving 230 drivers across six feedback phases generated a robust dataset of 106,776 trips, covering 1.3 million kilometers. The tailored feedback interventions concerned scorecards, gamification, and peer comparisons. Advanced statistical and machine learning models, including Generalized Linear Mixed-Effects Models (GLMMs), Structural Equation Models (SEMs), and Survival Analysis methods (e.g., Weibull AFT, Cox-PH with frailty, and Random Survival Forests), were utilized to analyze behavioral mΣetrics such as speeding, mobile phone use, harsh braking, and accelerations which demonstrated substantial impacts on reducing risky behaviors. The overall impact of feedback significantly improved driving behavior, with notable variations across user groups and driving contexts. Urban environments demonstrated the most substantial reductions in mobile phone use and harsh events, likely driven by the heightened complexity and demands of navigating urban settings. Feedback features also influenced outcomes differently; scorecards were particularly effective in reducing risky behaviors like speeding, while gamification elements motivated sustained engagement among professional drivers. Despite these successes, survival analyses revealed significant relapse tendencies once feedback was removed, with survival probabilities for maintaining improved behaviors, such as reduced speeding and harsh braking, falling below 50% within 150 trips post-feedback. These findings highlight the need for continuous and adaptive engagement strategies, incorporating diverse features tailored to the specific needs of different user groups and driving contexts, to ensure long-term effectiveness and sustained safety improvements. This dissertation uniquely approaches feedback as a holistic system, examining its impacts across multiple phases and user groups, offering a comprehensive framework for evaluating telematics-based feedback via an integrated suite of three-layer models. Findings provide actionable insights for policymakers, technology developers, and road safety advocates, supporting the development of scalable solutions to improve driver behavior and enhance road safety sustainably.Η οδική ασφάλεια παραμένει ένα κρίσιμο παγκόσμιο πρόβλημα, με τα οδικά ατυχήματα να στοιχίζουν εκατομμύρια ζωές ετησίως και να επιφέρουν σημαντικές συναισθηματικές και οικονομικές επιβαρύνσεις. Το ανθρώπινο λάθος ευθύνεται για το 95% των οδικών ατυχημάτων, γεγονός που υπογραμμίζει τον καθοριστικό ρόλο της συμπεριφοράς των οδηγών στην ενίσχυση της ασφάλειας. Η παρούσα διατριβή διερευνά τον αντίκτυπο της ανατροφοδότησης του οδηγού μέσω τηλεματικής στην οδηγική συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντας τα κενά στην κατανόηση των επιπτώσεων του κύκλου ζωής της ανατροφοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των φάσεων πριν την ανατροφοδότηση, της ανατροφοδότησης και της μετά την ανατροφοδότηση. Χρησιμοποιώντας μια πολυτροπική προσέγγιση, η μελέτη αναλύει διαφορετικές ομάδες χρηστών οδού, δηλαδή οδηγούς αυτοκινήτων, μοτοσικλετιστές και επαγγελματίες οδηγούς, σε αστικά και υπεραστικά περιβάλλοντα, και αυτοκινητόδρομους για να αξιολογήσει συνολικά τον μηχανισμό ανατροφοδότησης. Ένα πείραμα φυσικής οδήγησης διάρκειας 21 μηνών, στο οποίο συμμετείχαν 230 οδηγοί σε έξι φάσεις ανατροφοδότησης, δημιούργησε ένα ισχυρό σύνολο δεδομένων 106.776 διαδρομών, που κάλυψαν 1,3 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Οι εξατομικευμένες παρεμβάσεις ανατροφοδότησης αφορούσαν κάρτες βαθμολογίας, παιχνίδισμα και συγκρίσεις μεταξύ των οδηγών. Χρησιμοποιήθηκαν προηγμένα στατιστικά μοντέλα και μοντέλα μηχανικής μάθησης, συμπεριλαμβανομένων γενικευμένων γραμμικών μοντέλων μικτών αποτελεσμάτων (GLMM), μοντέλων δομικών εξισώσεων (SEM) και μεθόδων ανάλυσης επιβίωσης (π.χ. Weibull AFT, Cox-PH και Random Survival Forests), για την ανάλυση μετρήσεων συμπεριφοράς όπως η υπερβολική ταχύτητα, η χρήση κινητού τηλεφώνου, τα απότομα συμβάντα, οι οποίες κατέδειξαν σημαντικές επιπτώσεις στη μείωση των επικίνδυνων συμπεριφορών. Η συνολική επίδραση της ανατροφοδότησης βελτίωσε σημαντικά τη συμπεριφορά οδήγησης, με αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις μεταξύ ομάδων χρηστών και οδηγικών πλαισίων. Οι αστικές περιοχές εμφάνισαν τις πιο σημαντικές μειώσεις στη χρήση κινητού τηλεφώνου και σε απότομα συμβάντα, πιθανώς λόγω της αυξημένης πολυπλοκότητας και των απαιτήσεων που συνδέονται με την πλοήγηση σε αστικά περιβάλλοντα. Τα χαρακτηριστικά της ανατροφοδότησης επηρέασαν επίσης τα αποτελέσματα διαφορετικά, οι βαθμολογίες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές στη μείωση επικίνδυνων συμπεριφορών, όπως η υπερβολική ταχύτητα, ενώ στοιχεία παιχνιδοποίησης ενίσχυσαν τη διαρκή δέσμευση των επαγγελματιών οδηγών στη βελτίωση της οδηγικής τους συμπεριφοράς. Παρά τις επιτυχίες αυτές, οι αναλύσεις επιβίωσης αποκάλυψαν σημαντικές τάσεις υποτροπής μετά την αφαίρεση της ανατροφοδότησης, με τις πιθανότητες επιβίωσης για τη διατήρηση βελτιωμένων συμπεριφορών, να πέφτουν κάτω από 50% μέσα σε 150 διαδρομές μετά την ανατροφοδότηση. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για συνεχείς και προσαρμοστικές στρατηγικές δέσμευσης, που να ενσωματώνουν ποικίλα χαρακτηριστικά προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες ανάγκες διαφορετικών ομάδων χρηστών και οδηγικών πλαισίων, ώστε να διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα και η διαρκής βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Αυτή η διατριβή προσεγγίζει μοναδικά την ανατροφοδότηση ως ένα ολιστικό σύστημα, εξετάζοντας τις επιπτώσεις της σε πολλαπλές φάσεις και ομάδες χρηστών, προσφέροντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την αξιολόγηση της ανατροφοδότησης μέσω τηλεματικής με μια ολοκληρωμένη σειρά τριστρωματικών μοντέλων. Τα ευρήματα παρέχουν πρακτικές πληροφορίες για υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τεχνολογικούς προγραμματιστές και υποστηρικτές της οδικής ασφάλειας, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη λύσεων μεγάλης κλίμακας για τη βελτίωση της συμπεριφοράς οδηγών και την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας με βιώσιμο τρόπο
The sociological and political dimensions of classical and revised Structural Functionalism as a theoretical model of European Political Governance: the highlighting of the structural characteristics of the European political-institutional entity and its critical investigation under a sociological perspective, in the context of institutional functioning and the unification process
The present work has a dual purpose: a. to highlight, in its theoretical part, the political dimension of Parson's structural-functional theory and b. to examine, in its research part, the possibility of the existence of a European system, in the light of the Parson's structural-functional model. In the effort to sociologically approach these two important issues, the use of a sociological theory, such as Parsons's classical structural-functional theory in combination with some elements from its revised version, is required. This specific research effort will focus its interest on examining the conceptual correlations between the basic positions advocated by the Parson's structural-functional sociological theory and the model of organization and operation of the European Union. We will try to demonstrate this through the analysis of the objectively normative and structural discourse, which is included in the institutional texts of the European Community and Union Treaties. The central research question of this thesis, which we will attempt to examine and answer below, focuses on the search for and confirmation of the presence or absence of structural characteristics in the way the European political-institutional entity is organized and operated, to such an extent as to justify the existence of a European system. That is, the central research question is considered to be the investigation of the very serious possibility that there is, in fact, a structurally functional European institutional and political system. The research methodology that we will follow here will focus on the sociological analysis of the regulatory articles of social content (which are listed in the relevant appendix of this paper) that are included in the institutional-statutory texts of both the founding and amending European Treaties. That is, essentially, we will try, under a sociological perspective, initially to analyze and then critically investigate the institutional and objective discourse that constitute the specific articles, as a, as a rule, clear structural imprint. These regulatory texts cover historically the entire institutional evolution of the European phenomenon, starting from the first Community Treaties (ECSC, EAEC, EEC) of the 1950s, which laid the foundation for unification efforts, moving on to the EPR, the Union Treaties (Maastricht, Amsterdam, Nice) and reaching up to the last, so far, Reform Treaty, the Treaty of Lisbon.Η παρούσα εργασία, έχει ένα διττό σκοπό: α. να αναδείξει, στο θεωρητικό μέρος της, την πολιτική διάσταση της παρσονικής δομολειτουργικής θεωρίας και β. να εξετάσει, στο ερευνητικό μέρος της, το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος, υπό το πρίσμα του παρσονικού δομολειτουργικού υποδείγματος. Στην προσπάθεια να προσεγγίσουμε κοινωνιολογικά τα δυο αυτά σημαντικά ζητήματα, απαιτείται η χρησιμοποίηση μιας κοινωνιολογικής θεωρίας, όπως είναι η κλασική δομολειτουργική θεωρία του Parsons σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία από την αναθεωρημένη εκδοχή της. Η συγκεκριμένη ερευνητική προσπάθεια, θα εστιάσει το ενδιαφέρον της, στην εξέταση των εννοιολογικών συσχετισμών μεταξύ των βασικών θέσεων που πρεσβεύει η παρσονική δομολειτουργική κοινωνιολογική θεωρία και του μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε μέσα από την ανάλυση του αντικειμενικά κανονιστικού και δομικού λόγου, που περιλαμβάνεται στα θεσμικά κείμενα των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών και Ενωσιακών Συνθηκών. Το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα της παρούσας διατριβής, που θα αποπειραθούμε να εξετάσουμε και να απαντήσουμε παρακάτω, εστιάζεται στην αναζήτηση και στην επιβεβαίωση η μη της παρουσίας δομικών χαρακτηριστικών στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της ευρωπαϊκής πολιτικο-θεσμικής οντότητας, σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί την ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού συστήματος. Δηλαδή, ως κεντρικό ερευνητικό ζητούμενο θεωρείται η διερεύνηση του πολύ σοβαρού ενδεχομένου να υφίσταται, πράγματι ένα ευρωπαϊκό θεσμικό και πολιτικό σύστημα δομικά λειτουργικό. Η ερευνητική μεθοδολογία που θα ακολουθήσουμε εδώ, θα επικεντρωθεί στην κοινωνιολογική ανάλυση των κανονιστικών άρθρων κοινωνικού περιεχομένου(τα οποία παρατίθενται στο σχετικό παράρτημα της παρούσας εργασίας) που συμπεριλαμβάνονται στα θεσμικά- καταστατικά κείμενα τόσο των ιδρυτικών όσο και των τροποποιητικών Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Δηλαδή, ουσιαστικά, θα προσπαθήσουμε, υπό ένα κοινωνιολογικό πρίσμα, αρχικά να αναλύσουμε και στη συνέχεια να διερευνήσουμε κριτικά, τον θεσμικό και αντικειμενικό λόγο, που συγκροτούν τα συγκεκριμένα άρθρα, ως μια, κατά κανόνα, σαφή δομική αποτύπωση. Αυτά τα κανονιστικά κείμενα, καλύπτουν ιστορικά όλη την θεσμική εξέλιξη του ευρωπαϊκού φαινομένου, ξεκινώντας από τις πρώτες Κοινοτικές Συνθήκες(ΕΚΑΧ, ΕΚΑΕ, ΕΟΚ) της δεκαετίας του 1950, οι οποίες θεμελίωσαν τις ενοποιητικές προσπάθειες, περνώντας στην ΕΕΠ, τις Ενωσιακές Συνθήκες(Μάαστριχτ, Άμστερνταμ, Νίκαιας) και φθάνοντας μέχρι και την τελευταία, έως τώρα, την Μεταρρυθμιστική Συνθήκη η Συνθήκη της Λισσαβώνας
The effect of pelvic ischemia on lower urinary tract function: investigation of clinical parameters and molecular biomarkers
Pelvic atheromatosis, mainly located at the bifurcation of the common iliac vessels leads to reduced blood flow to the urinary bladder and genitalia. Pelvic ischemia is related to the pathogenesis of lower Urinary Tract Symptoms (LUTS) and erectile dysfunction. However, the effect of high grade stenosis or obstruction of the common iliac arteries on the urinary tract has not been investigated in patients, neither the effect of surgical revascularisation. The aim of this study is to investigate the effect of obstructive vascular disease of the common iliac vessels and of surgical revascularisation on lower urinary tract and sexual function. Thirty-three male patients with angiography-diagnosed stenosis (>80%) or occlusion of the common iliac vessels that underwent endovascular revascularization surgery and 33 healthy controls were included in the study. Five of them had occlusion of the abdominal aorta(Leriche syndrome). The following tools were used: International Prostate Symptom Score(IPSS), Overactive Bladder Questionnaire(OABq) and International Index of Erectile Function(IIEF). Medical history and anthropometric data were obtained. Urinalysis and biochemistry including PSA, urea, creatinine, triglycerides, cholesterol, HDL, LDL, hemoglobin A1c were performed. Uroflow and ultrasound scan was performed to measure the prostate and post-void residual. Patients who suffered from moderate to severe LUTS(IPSS score >7) underwent urodynamic investigation. Additionally, urine sample was taken to investigate markers of pelvic ischemia: malondialdehyde (MDA) and 8-hydroxy-deoxy-guanisine (8-OHdG) markers were analyzed in 15 patients before and after revascularization surgery as well as in 9 healthy subjects. Patients underwent planned endovascular revascularization and follow-up studies at 6 months. Τhe patient group had worse IPSS score(P80%) ή απόφραξη των κοινών λαγόνιων αγγείων που υποβλήθηκαν σε επέμβαση ενδαγγειακής επαναγγείωσης και 33 υγιείς μάρτυρες. Από τους συμμετέχοντες, 5 ασθενείς είχαν απόφραξη της κοιλιακής αορτής (σύνδρομο Leriche). Κατά τη διερεύνηση χρησιμοποιήθηκαν τα παρακάτω εργαλεία: International Prostate Symptom Score(IPSS), Overactive Bladder Questionnaire(OABq) και International Index of Erectile Function(IIEF). Επίσης λήφθηκε πλήρες ιατρικό ιστορικό, ανθρωπομετρικά στοιχεία ενώ πραγματοποιήθηκε ανάλυση ούρων και εξετάσεις αίματος περιλαμβανομένων του Ειδικού Προστατικού Αντιγόνου, ουρίας, κρεατινίνης, τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης, Υψηλής Πυκνότητας Λιποπροτείνες, Χαμηλής Πυκνότητας Λιποπροτείνες, αιμοσφαιρίνης Α1c. Έγινε μελέτη ελεύθερης ροής ούρων και πραγματοποιήθηκε υπερηχογραφικός έλεγχος για τον υπολογισμό του μεγέθους του προστάτη και του υπολοίπου μετά την ούρηση. Τέλος οι ασθενείς που έπασχαν από μέτριας έως σοβαρής βαρύτητας LUTS (IPSS score >7) υποβλήθηκαν σε πλήρη ουροδυναμικό έλεγχο. Επιπλέον λήφθηκε δείγμα ούρων για την διερεύνηση δεικτών πυελικής ισχαιμίας, μαλονδυαλδεύδη (MDA) και 8-υδροξυ-δεοξυ-γουανισίνη (8-OHdG) σε 15 ασθενείς πριν και μετά την επέμβαση επαναγγείωσης καθώς και σε 9 υγιείς. Οι ασθενείς στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε προγραμματισμένη επέμβαση ενδαγγειακής επαναγγείωσης και επανελέγχθηκαν για τα συμπτώματα του κατώτερου ουροποιητικού και την στυτική λειτουργία σε 6 μήνες. Η ομάδα ασθενών είχε χειρότερα αποτελέσματα στη βαθμολογία IPSS (P<0.001), IPSS-πλήρωσης(P=0.001) και IPSS-κένωσης(P<0.001). Επίσης χειρότερες βαθμολογίες σημειώθηκαν στο ΟΑΒ-q-ενόχληση (P=0.015), ΟΑΒ-q-ύπνο (P<0,001), ΟΑΒ-q-αντιμετώπιση (P<0.001), και την συνολική βαθμολογία (P<0.001) συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Η στυτική λειτουργία (P=0.002), η σεξουαλική επιθυμία (P<0.001), και η ικανοποίηση από την επαφή (P=0.016) ήταν επιδεινωμένες στην ομάδα των ασθενών. Στον επανέλεγχο μετά από 6 μήνες, παρατηρήθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στην στυτική λειτουργία (P=0.008), τον οργασμό (P=0.021), και την επιθυμία (P=0.014). Παρομοίως, το υπόλοιπο μετά την ούρηση βελτιώθηκε σημαντικά (P=0.012), ενώ λιγότεροι ασθενείς ανέφεραν επιτακτικότητα(P=0.035) και υπερδραστηριότητα του εξωστήρα (P=0.035) στον μετεγχειρητικό ουροδυναμικό έλεγχο. Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ αμφοτερόπλευρης και ετερόπλευρης απόφραξη ή της παρουσίας συνδρόμου Leriche. Αναφορικά με τις συγκεντρώσεις MDA, αυτά σχετίζονταν αρνητικά και σημαντικά με την συνολική βαθμολογία του IPSS (p=0.003) και τα συμπτώματα πλήρωσης (IPSS-Storage, p=0.02) στην ομάδα των υγιών, ενώ οι συγκεντρώσεις 8-OHdG σχετίζονταν θετικά και σημαντικά με τις συγκεντρώσεις MDA (p:0.045), τις εβδομαδιαίες ώρες άσκησης (p:0.024) και τα επίπεδα χοληστερόλης (p=0.02). Επίσης υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις συγκεντρώσεις 8-OHdG μεταξύ διαβητικών και μη (p=0.047). Οι ασθενείς με αποφρακτική νόσο των κοινών λαγόνιων αρτηριών αναφέρουν επιδεινωμένα LUTS και σεξουαλική δυσλειτουργία σε σχέση με τους υγιείς. Η ενδοαγγειακή επαναγγείωση βελτίωσε τα LUTS σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα και την σεξουαλική λειτουργία. Η διαγνωστική ικανότητα των δεικτών πυελικής ισχαιμίας χρήζει περαιτέρω διερεύνησης
Entrepreneurship in Greece in the era of the Covid 19 pandemic: comparison of native and immigrant entrepreneurs
The most important problems faced by entrepreneurs – native or immigrant – during their activity in the Greek market during the COVID 19 pandemic were investigated, and then it was examined whether and for which of these problems a unified methodology can be documented. Finally, it was investigated how this methodology could be implemented in the best way within the context of the Greek reality.Διερευνήθηκαν τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπισε ο επιχειρηματίας – αυτόχθων ή μετανάστης - κατά τη δραστηριοποίησή του στην ελληνική αγορά την περίοδο της πανδημίας COVID 19, και κατόπιν εξετάστηκε αν και για ποια από αυτά τα προβλήματα μπορεί να τεκμηριωθεί μία ενιαία μεθοδολογία. Τέλος, διερευνήθηκε πώς θα μπορούσε η μεθοδολογία αυτή να τεθεί σε εφαρμογή με τον καλύτερο τρόπο στα πλαίσια της ελληνικής πραγματικότητας
Πρωτεωμικές μεταβολές που εντοπίζονται στο υδατοειδές υγρό, το περιφάκιο και τον κρυσταλλοειδή φακό ασθενών με καταρράκτη
Introduction: This is a basic science research proteomic study. The study took place at the 1st University Ophthalmology Department, ‘G.Gennimatas’ General Hospital of Athens in collaboration with B.S.R.C “Alexander Fleming” in Vari, Attiki. The study was conducted from March 2022 until February 2025. Objectives: The aim of the present study is to investigate and identify proteomic changes and corresponding signaling pathways involved in the formation of age-related, diabetic, and post-vitrectomy cataracts by analyzing three distinct sample types from each participant: the aqueous humour, the anterior capsule, and the content of the phaco cassette, which contains the lens fragments. First, proteomic changes and the associated signaling pathways in the aqueous humour will be compared across the three cataract groups (age-related, diabetic, and post-vitrectomy), with the objective of identifying both common and distinct cataract-specific mechanisms. Next, the proteomic alterations and associated signaling pathways in the anterior capsule will be examined and compared between the different cataract types. Finally, a novel analytical method will be developed to examine the contents of the phaco cassette, which contains lens fragments collected during cataract surgery. This method will allow for the identification of proteomic changes and relevant signaling pathways in the lens across the three cataract types. In addition to the proteomic analyses, demographic data from each participant will be collected and analyzed to investigate potential risk factors and correlations with the significant pathways identified. Material and methods: All patients presented with cataract at the 1st University Ophthalmology Department in ‘G.Gennimatas’ General Hospital of Athens were eligible to the study. Three cataract groups were organized and each participant was assigned to a specific group based on certain criteria. The three cataract groups were the age-related cataract (ARC) group (No history of diabetes mellitus and age older than 75 years); the diabetic cataract (DC) group (History of diabetes mellitus and age younger than 65 years); and the post-vitrectomy cataract (PVC) group (Previous vitrectomy surgery for retinal detachment repair with gas tamponade in the past 12 months and no history of diabetes mellitus). Every participant included in the study filled in a questionnaire. Three samples were collected during routine cataract surgery, performed by the same experienced surgeon under local anesthesia; the aqueous humour, the anterior capsule and the content of the phaco cassette bag. Sp3 protocol (Single-Pot, Solid-Phase, Sample-Preparation) was used for the sample preparation. The recognition and quantification of proteins were carried out with liquid chromatography online with tandem mass spectrometry, using a Q Exactive HF-X Hybrid Quadrupole-Orbitrap mass spectrometer. The DIA-NN software was applied for identification and quantification of peptides/proteins. The software Perseus (Version 1.6.15.0) was used for statistical analysis (defined groups, t-test) and data visualization. Two-sample t-tests were conducted to compare ARC-DC and ARC-PVC groups. Volcano plots were generated to visualize the t-test results. ANOVA tests were performed for comparisons across all groups, with the results visualized in heatmaps. For gene enrichment analysis ShinyGO (Version 0.77) was used. All analyses of demographic data were carried out using the R programming language and the RStudio IDE. Results: A very rich atlas of the lens and aqueous humour proteome has been generated. In this study, a total of 1639 proteins were identified in the aqueous humour samples, 2815 proteins in the anterior capsule samples, and 2975 proteins in the phaco cassette content samples. Glycosaminoglycan biosynthesis and non-canonical Wnt receptor signaling pathway were significantly differentially expressed in the ARC group compared to both DC and PVC groups. In the PVC group, complement activation was differentially expressed in the aqueous humour samples, while glutathione metabolism and oxidoreductase activity were differentially expressed in the anterior capsule samples. Microfilament motor activity, microtubule cytoskeleton organization, and microtubule binding were differentially expressed in DC and PVC groups in both aqueous humour and anterior capsule samples. In the phaco cassette content samples, proteins with significantly different expression in the ARC group compared to DC and PVC groups were involved in pathways, including actin binding, actin cytoskeleton reorganization, actin filament capping, cortical actin cytoskeleton organization, and small GTPase-mediated signal transduction pathways. In the phaco cassette content samples, pathways significantly differentially expressed in the ARC group to the DC and PVC groups included the glycolipid metabolic, glycosphingolipid biosynthetic, and glycosphingolipid metabolic processes, with GLA being among the most significant proteins in the ARC group. Similarly, in the anterior capsule samples, the main significantly differentially expressed pathways in the ARC group compared to the DC and PVC groups were the glycolipid metabolic, glycosphingolipid biosynthetic, and glycosphingolipid metabolic processes, with ST3GAL5 being among the most significant proteins in the ARC group. Conclusions: The results of this study expand the existing knowledge on pathways involved in the pathophysiology of cataract. In this study, key pathways involved in cataract formation in age-related, diabetic, and post-vitrectomy cataracts were identified. Differential expression of the non-canonical Wnt receptor signaling pathway in the age-related cataract may promote abnormal proliferation and migration of lens epithelial cells, contributing to cataract formation. Similarly, the differential expression of glycosaminoglycan and glycosphingolipid pathways in the ARC group suggests potential therapeutic targets for preventing cell proliferation and repairing damaged lens tissue. In the PVC group, the significant differential expression of oxidation-reduction pathways in anterior capsule samples suggests a protective role of lens epithelial cells against oxidative stress. However, post-vitrectomy cataract formation may occur when oxidative stress surpasses protective mechanisms. This is the first study to use phaco cassette content samples to investigate cataract formation, opening new avenues for research. Our results highlight novel pathways involved in cataract pathophysiology and suggest druggable targets for slowing or preventing cataract progression. Future research should focus on identifying diagnostic biomarkers and developing a grading system for cataract severity.Εισαγωγή: Η παρούσα μελέτη είναι μια πρωτεωμική μελέτη βασικών επιστημών. Διεξήχθη στην Α΄ Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ. Γεννηματάς», σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Βιοϊατρικών Ερευνών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» στη Βάρη Αττικής. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Μάρτιο του 2022 έως τον Φεβρουάριο του 2025. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση και η ταυτοποίηση των πρωτεωμικών μεταβολών και των αντίστοιχων σηματοδοτικών οδών που εμπλέκονται στη δημιουργία του γεροντικού, διαβητικού και μετα-υαλοειδεκτομής καταρράκτη, μέσω ανάλυσης τριών διαφορετικών τύπων δειγμάτων από κάθε συμμετέχοντα: του υδατοειδούς υγρού, του προσθίου περιφακίου και του περιεχομένου της κασέτας φακοθρυψίας, το οποίο περιέχει θραύσματα του φακού. Αρχικά, οι πρωτεωμικές μεταβολές και οι αντίστοιχες σηματοδοτικές οδοί στο υδατοειδές υγρό θα συγκριθούν μεταξύ των τριών ομάδων καταρράκτη (γεροντικού, διαβητικού και μετα-υαλοειδεκτομής), με στόχο τον εντοπισμό τόσο κοινών όσο και διαφορετικών μηχανισμών που σχετίζονται με τον καταρράκτη. Στη συνέχεια, θα εξεταστούν και θα συγκριθούν οι πρωτεωμικές μεταβολές και οι αντίστοιχες σηματοδοτικές οδοί στο πρόσθιο περιφάκιο των τριών διαφορετικών τύπων καταρράκτη. Τέλος, θα αναπτυχθεί μια νέα αναλυτική μέθοδος για την εξέταση του περιεχομένου της κασέτας φακοθρυψίας, η οποία θα επιτρέψει την ταυτοποίηση πρωτεωμικών μεταβολών και των σχετικών σηματοδοτικών οδών στον φακό μεταξύ των τριών τύπων καταρράκτη. Εκτός από τις πρωτεωμικές αναλύσεις, θα συλλεγούν και θα αναλυθούν δημογραφικά δεδομένα από κάθε συμμετέχοντα, προκειμένου να διερευνηθούν πιθανοί παράγοντες κινδύνου και συσχετίσεις με τις σημαντικές σηματοδοτικές οδούς που θα ταυτοποιηθούν. Υλικό και Μέθοδος: Υποψήφιοι για συμμετοχή στη μελέτη ήταν όλοι οι ασθενείς που προσήλθαν με καταρράκτη στην Α΄ Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ. Γεννηματάς». Οργανώθηκαν τρεις ομάδες καταρράκτη και κάθε συμμετέχων εντάχθηκε σε μια συγκεκριμένη ομάδα με βάση ορισμένα κριτήρια. Οι τρεις ομάδες ήταν: η ομάδα γεροντικού καταρράκτη (ARC) (χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και ηλικία άνω των 75 ετών), η ομάδα διαβητικού καταρράκτη (DC) (με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και ηλικία μικρότερη των 65 ετών), και η ομάδα καταρράκτη μετά από υαλοειδεκτομή (PVC) (χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και ιστορικό προηγούμενης χειρουργικής επέμβασης υαλοειδεκτομής για αποκατάσταση αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς με επιπωματισμό με αέριο εντός των τελευταίων 12 μηνών). Κάθε συμμετέχων στη μελέτη συμπλήρωσε ένα ερωτηματολόγιο. Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης καταρράκτη, που πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο έμπειρο χειρουργό υπό τοπική αναισθησία, συλλέχθηκαν τρία δείγματα: το υδατοειδές υγρό, το πρόσθιο περιφάκιο και το περιεχόμενο της κασέτας φακοθρυψίας. Για την προετοιμασία των δειγμάτων εφαρμόστηκε το πρωτόκολλο Sp3 (Single-Pot, Solid-Phase, Sample-Preparation). Η αναγνώριση και η ποσοτικοποίηση των πρωτεϊνών πραγματοποιήθηκαν με υγρή χρωματογραφία σε σύνδεση με φασματομετρία μάζας διπλής φάσης, χρησιμοποιώντας φασματόμετρο Q Exactive HF-X Hybrid Quadrupole-Orbitrap. Για την ταυτοποίηση και ποσοτικοποίηση των πεπτιδίων/πρωτεϊνών εφαρμόστηκε το λογισμικό DIA-NN. Το λογισμικό Perseus (Έκδοση 1.6.15.0) χρησιμοποιήθηκε για στατιστική ανάλυση και οπτικοποίηση δεδομένων. Πραγματοποιήθηκαν two samples t-tests για τη σύγκριση των ομάδων ARC-DC και ARC-PVC, ενώ τα αποτελέσματα οπτικοποιήθηκαν με volcano plots. Για τις συγκρίσεις μεταξύ όλων των ομάδων διενεργήθηκε έλεγχος με ANOVA και τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν σε heatmaps. Για το gene enrichment analysis χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό ShinyGO (Έκδοση 0.77). Όλες οι αναλύσεις των δημογραφικών δεδομένων πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση της γλώσσας προγραμματισμού R και του IDE RStudio. Αποτελέσματα: Δημιουργήθηκε ένας πλούσιος άτλαντας του πρωτεϊνώματος του φακού, συμπεριλαμβανομένου του προσθίου περιφακίου, και του υδατοειδούς υγρού. Στην παρούσα μελέτη, εντοπίστηκαν συνολικά 1639 πρωτεΐνες στα δείγματα του υδατοειδούς υγρού, 2815 πρωτεΐνες στα δείγματα του πρόσθιου περιφακίου και 2975 πρωτεΐνες στο περιεχόμενο της κασέτας φακοθρυψίας. Η βιοσύνθεση γλυκοζαμινογλυκανών και η μη-κανονική οδός σηματοδότησης του υποδοχέα Wnt παρουσίασαν σημαντικά διαφορική έκφραση στην ομάδα γεροντικού καταρράκτη (ARC) σε σύγκριση με τις ομάδες διαβητικού καταρράκτη (DC) και καταρράκτη μετά από υαλοειδεκτομή (PVC). Στην ομάδα PVC, η ενεργοποίηση του συμπληρώματος παρουσίασε σημαντικά διαφορική έκφραση στα δείγματα υδατοειδούς υγρού, ενώ ο μεταβολισμός της γλουταθειόνης και η οξειδοαναγωγική δραστηριότητα παρουσίασαν σημαντικά διαφορική έκφραση στα δείγματα του πρόσθιου περιφακίου. Η κινητική δραστηριότητα μικροϊνιδίων, η οργάνωση του κυτταροσκελετού των μικροσωληνίσκων και η δέσμευση των μικροσωληνίσκων παρουσίασαν σημαντικά διαφορική έκφραση στις ομάδες DC και PVC τόσο στα δείγματα υδατοειδούς υγρού όσο και στα δείγματα του πρόσθιου περιφακίου. Στα δείγματα κασέτας φακοθρυψίας, οι πρωτεΐνες με σημαντικά διαφοροποιημένη έκφραση στην ομάδα ARC σε σύγκριση με τις ομάδες DC και PVC εμπλέκονταν σε μονοπάτια, όπως η δέσμευση ακτίνης, η αναδιοργάνωση του κυτταροσκελετού της ακτίνης, η αποκατάσταση των νημάτων ακτίνης, η οργάνωση του φλοιώδους κυτταροσκελετού της ακτίνης και τα μονοπάτια μεταγωγής σήματος μέσω μικρών GTPασών. Στα δείγματα του περιεχομένου της κασέτας φακοθρυψίας, τα μονοπάτια με σημαντικά διαφορική έκφραση στην ομάδα ARC σε σύγκριση με τις ομάδες DC και PVC περιλάμβαναν τις μεταβολικές οδούς γλυκολιπιδίων, τη βιοσύνθεση γλυκοσφιγγολιπιδίων και τις μεταβολικές διαδικασίες γλυκοσφιγγολιπιδίων, με την GLA (α-γαλακτοσιδάση Α) να είναι μία από τις πιο σημαντικές πρωτεΐνες στην ομάδα ARC. Ομοίως, στα δείγματα πρόσθιου περιφακίου, τα κύρια μονοπάτια με σημαντικά διαφορική έκφραση στην ομάδα ARC σε σύγκριση με τις ομάδες DC και PVC ήταν οι μεταβολικές οδοί γλυκολιπιδίων, η βιοσύνθεση γλυκοσφιγγολιπιδίων και οι μεταβολικές διαδικασίες γλυκοσφιγγολιπιδίων, με την ST3GAL5 να είναι μία από τις πιο σημαντικές πρωτεΐνες στην ομάδα ARC. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης διευρύνουν τις υπάρχουσες γνώσεις σχετικά με τις οδούς που εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία του καταρράκτη. Στη συγκεκριμένη μελέτη, εντοπίστηκαν βασικές οδοί που εμπλέκονται στη δημιουργία γεροντικού καταρράκτη, διαβητικού καταρράκτη και καταρράκτη μετά από υαλοειδεκτομή. Η διαφορική έκφραση της μη-κανονικής οδού σηματοδότησης του υποδοχέα Wnt στον ARC μπορεί να προάγει την ανώμαλη πολλαπλασιαστική δραστηριότητα και μετανάστευση των επιθηλιακών κυττάρων του φακού, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία καταρράκτη. Παρομοίως, η διαφορική έκφραση των οδών γλυκοζαμινογλυκανών και γλυκοσφιγγολιπιδίων στον γεροντικό καταρράκτη υποδηλώνει ενδεχόμενους θεραπευτικούς στόχους για την πρόληψη του πολλαπλασιασμού των κυττάρων και την επιδιόρθωση του κατεστραμμένου φακού. Στην ομάδα PVC, η σημαντικά διαφορική έκφραση των οξειδοαναγωγικών οδών στα δείγματα του πρόσθιου περιφακίου υποδηλώνει προστατευτικό ρόλο των επιθηλιακών κυττάρων του φακού έναντι του οξειδωτικού στρες. Ωστόσο, ο σχηματισμός καταρράκτη μετά από υαλοειδεκτομή μπορεί να προκύψει όταν το οξειδωτικό στρες υπερβεί τους προστατευτικούς μηχανισμούς. Αυτή είναι η πρώτη μελέτη που χρησιμοποιεί δείγματα από το περιεχόμενο της κασέτας φακοθρυψίας για τη διερεύνηση της παθοφυσιολογίας καταρράκτη, ανοίγοντας νέες προοπτικές για έρευνα. Τα αποτελέσματά μας αναδεικνύουν νέες οδούς που εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία του καταρράκτη και προτείνουν θεραπευτικούς στόχους για την επιβράδυνση ή την πρόληψη της εξέλιξης του καταρράκτη. Μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις μπορούν να επικεντρωθούν στον εντοπισμό διαγνωστικών βιοδεικτών και την ανάπτυξη ενός συστήματος βαθμολόγησης για τη σοβαρότητα του καταρράκτη